Η νέα εποχή του σινεμά

Οι εποχές που μπορούσαμε να πάμε ξέγνοιαστα στο σινεμά μοιάζουν με αναμνήσεις από μια άλλη ζωή. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι η πανδημία έκλεισε τις αίθουσες σε όλο τον κόσμο, αλλά ότι επιπλέον, ο συνεχιζόμενος αντίκτυπος της κρίσης στην κινηματογραφική βιομηχανία είναι χωρίς προηγούμενο. 

Πέρα από την αλλαγή στον τρόπο με τον οποίον παρακολουθούμε ταινίες εδώ και έναν χρόνο, η εξάπλωση του κορωνοϊού έκλεισε αμέτρητα κινηματογραφικά σετ, παγώνοντας παραγωγές και πρότζεκτ με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους ανθρώπους οι οποίοι εργάζονται μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Ωστόσο, δεν είναι η πανδημία η μοναδική αιτία ανησυχίας για το σινεμά, καθώς η επιτυχία που καταγράφουν οι πλατφόρμες streaming και η μεγάλη αύξηση της πειρατείας τους τελευταίους δεκατέσσερις μήνες, προκαλούν και απειλούν πολλαπλά το παραδοσιακό επιχειρηματικό μοντέλο της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Continue reading “Η νέα εποχή του σινεμά”

Mank: Μία ταινία για το μεγαλείο του σινεμά και την διαφθορά της κινηματογραφικής βιομηχανίας

Μία φρέσκια ανάσα κινηματογραφικού θριάμβου ήρθε στον Netflix στις 4 Δεκεμβρίου για να μας κάνει να ξεχάσουμε τους δύσκολους καιρούς που περνάμε και να ταξιδέψουμε σε μία άλλη “χρυσή” εποχή. Ο Ντέιβιντ Φίντσερ στην νέα του ταινία “Mank” μας αποκαλύπτει το αθέατο και βρώμικο Χόλιγουντ, την επιρροή των τιτάνων της κινηματογραφικής βιομηχανίας, τα υποχθόνια πολιτικά παιχνίδια προπαγάνδας από την οπτική ενός αφανούς και αδικημένου ήρωα, ο οποίος βρίσκεται πίσω από την συγγραφή του σεναρίου της κορυφαίας ταινίας όλων των εποχών (για την μεγάλη πλειοψηφία κοινού και κριτικών).

Ο σεναριογράφος Χέρμαν Τζ. Μάνκιεβιτς βρίσκεται σε ένα ράντσο στην Καλιφόρνια το 1940, όπου προσπαθεί να αναρρώσει από ένα τροχαίο ατύχημα, να απεξαρτηθεί (τουλάχιστον προς το παρόν) από το αλκοόλ και να ολοκληρώσει το σενάριο για την πρώτη ταινία του «παιδιού-θαύματος» 24χρονου Όρσον Ουέλς. Έχει 60 ημέρες για να τα καταφέρει. Θα πρέπει όμως πρώτα να παλέψει με τους προσωπικούς του δαίμονες: τον αλκοολισμό, τον τζόγο, την τάση του για αυτοκαταστροφή, την ορμή του να εισβάλει παντού σαν ταύρος σε υαλοπωλείο, να λέει την γνώμη του χωρίς να τον ενδιαφέρουν οι συνέπειες. Όμως το αυθεντικό του ταλέντο, οι ανεξάντλητες ιδέες του, ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο συντάσσει την ροή του κειμένου του, θα οδηγήσουν «στο καλύτερο σενάριο της ζωής του», αυτό που θα τον οδηγήσει στο Όσκαρ, αλλά και που τελικά θα καταστρέψει και την επαγγελματική του καριέρα.

Το σενάριο του Πολίτη Κέιν είναι σε όλους λίγο πολύ γνωστό. Είναι ουσιαστικά η βιογραφία ενός αυτοδημιούργητου μεγιστάνα του Τύπου με πολιτικές φιλοδοξίες και ερωμένη μια νεαρή τραγουδίστρια, σαφώς εμπνευσμένη από τον Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ, επιχειρηματία, πανίσχυρο εκδότη και δυο φορές εκλεγμένο βουλευτή, αποτυχημένο υποψήφιο ως πρόεδρο της χώρας και δήμαρχο της Νέας Υόρκης. Ο Μάνκιεβιτς γνώριζε προσωπικά τον Χερστ, όπως φαίνεται και στην ταινία, που επιστρέφει μέσω συνεχόμενων flashbacks στο 1934, την εποχή που οι δυο τους συναντιόνταν στα πλατό και τις κοσμικές συγκεντρώσεις και τη χρονιά της μεγάλης εκλογικής μάχης για τη θέση του κυβερνήτη.

Η υπόθεση της ταινίας από την άλλη βασίζεται σε ένα αμφιλεγόμενο άρθρο που είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων την δεκαετία του 70. Συγκεκριμένα, το 1971 η διάσημη Αμερικανίδα κριτικός Πολίν Καέλ έγραψε ένα άρθρο 50.000 λέξεων στο New Yorker το οποίο σόκαρε την κινηματογραφική κοινότητα. Στο άρθρο, με τον πνευματώδη τίτλο «Raising Kane», περιέγραφε λεπτομερώς την περιπετειώδη δημιουργία του αριστουργηματικού «Πολίτη Κέιν», ο οποίος τόσο τότε όσο ακόμα και τώρα θεωρείται ίσως η σπουδαιότερη ταινία όλων των εποχών. Αναλύοντας εξονυχιστικά τα όσα προηγήθηκαν της πρεμιέρας του θρυλικού φιλμ την Πρωτομαγιά του 1941 στην Νέα Υόρκη, η Καέλ παίρνει σαφή θέση στην εκκρεμή διαμάχη για τη σεναριακή πατρότητα του «Κέιν», υποστηρίζοντας πως η ιδέα, η περίτεχνη δόμησή της, η πρωτοποριακή αφηγηματικά ανάπτυξή της και εντέλει το μοναδικό Όσκαρ της, αυτό του πρωτότυπου σεναρίου, ανήκουν όχι όπως οι περισσότεροι πιστεύουν κατά κύριο λόγο στον Όρσον Γουέλς, αλλά σχεδόν αποκλειστικά στο συνσεναριογράφο του Χέρμαν Μάνκιεβιτς. Άποψη που ξεκίνησε μια σειρά αντιπαραθέσεων γύρω από το ποιος είναι ο πραγματικός συγγραφέας, θέμα το οποίο δεν έχει απαντηθεί ξεκάθαρα μέχρι και σήμερα. Πάντως, με το πέρασμα του χρόνου αποδείχτηκε ότι το άρθρο περιείχε πολλές ανακρίβειες και απότελουσε κυρίως την άποψη της Κάελ πάνω στο θέμα.

Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος (αρχισυντάκτης στο Life) Τζακ Φίντσερ, πατέρας του διάσημου σκηνοθέτη Ντέιβιντ Φίντσερ, μελέτησε επισταμένα την ιστορία τού «Πολίτη Κέιν» και έγραψε τη δεκαετία του ’90 ένα σενάριο το οποίο εξιστορεί την ανάμιξη του Μάνκιεβιτς στην όλη ιστορία, υιοθετώντας απόλυτα τη θέση της Καέλ. Μετά το θάνατό του το 2003 ο Ντέιβιντ αποφάσισε να το μεταφέρει ο ίδιος στην οθόνη.

Ο ίδιος ο Mank βέβαια, αντίθετα από τον Όρσον Γούελς, ίσως να είναι άγνωστος στο ευρύ κοινό. Αποτελεί ωστόσο ένα από τα σημαντικά ονόματα της Χρυσής Εποχής του Χόλυγουντ (δεκαετία του ’30). Παραγωγός και σεναριογράφος έχει επηρεάσει με την δημιουργική του παρουσία περισσότερες από 80 κλασικές και αγαπημένες ταινίες εκείνης της εποχής, στις περισσότερες βέβαια ως αφανής συνεργάτης. Ανάμεσα τους η Σούπα Πάπιας των αδερφών Μαρξ και ο Μάγος του Όζ. Παρά το ταλέντο του υπήρξε επίσης και αυτοκαταστροφικός. Ο αυθορμητισμός, η οξυδέρκεια, η ικανότητα του ως συγγραφέας, το πάθος του για το αλκόολ και τον τζόγο, η διάθεση αυτολύπησης και η διάχυτη μελαγχολία ήταν στοιχεία του χαρακτήρα του, που απεικονίζονται στην ταινία του Φίντσερ.  

 Ο Ντέιβιντ Φίντσερ ακολουθεί τη διαδρομή μία λιγότερο επίσημης, λαμπερής εκδοχής όσον αφορά τη γέννηση ενός καλλιτεχνικού αριστουργήματος, για να ανακαλύψει τις ψυχολογικές αλήθειες και τα θεσμικά ψέματα που κινούν τον κόσμο. Γράφοντας την Ιστορία του  πάντα από τη μεριά των νικητών, εκείνων δηλαδή που αξιοποίησαν ευκαιρίες, ισορροπίες, συγκυρίες και την ανθρωποφάγα δυνατότητα του αμερικανικού ονείρου. 

Υπάρχουν μερικές πολύ ενδιαφέρουσες πινελιές στους χαρακτήρες και κυρίως βέβαια στον πρωταγωνιστή, πολυποίκιλες αναφορές σε θέματα ευρύτερης προσέγγισης και γενικότερα μια αντισυμβατική σκηνοθεσία που σε κάνει να ταυτίζεσαι με όσα γίνονται με την μουσική των Trent Reznor και Atticus Ross πετυχαίνει όλες τις σωστές νότες.

Λίγες ταινίες πλέον μπορούν να καθηλώσουν όπως κάνει η συγκεκριμένη στο οπτικό και ερμηνευτικό κομμάτι με μια σαρωτική ερμηνεία από τον Gary Oldman, σε μια υπέροχη προσπάθεια του Netflix που θυμίζει σινεμά παλαιότερων δεκαετιών και η αισθητική είναι αριστουργηματική. Η ταινία είναι γυρισμένη με απλό και ταυτόχρονα ανατρεπτικό τρόπο, με τον σκηνοθέτη να εστιάζει στο παρασκήνιο και την ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής, με εντυπωσιακή φωτογραφία, close-ups, φανταστικός ήχος προσαρμοσμένος στην εποχή και τεχνικές που κάνουν όντως τον θεατή να έχει την εντύπωση πως γυρίστηκε τις δεκαετίες του ’30 και του ’40.

Έτσι, μέσα από τα μάτια του Αμερικανού σεναριογράφου Mank, θα δούμε το Hollywood των 1930’s. Μία εποχή σπουδαία, γεμάτη σταρ και πάμφτωχους ηθοποιούς, μία εποχή που καθόρισε το μέλλον του κινηματογράφου. Ο σκηνοθέτης, λοιπόν, κάνει μία βουτιά στο παρελθόν, όμως τα νερά δεν είναι τόσο καθαρά. Συνήθως οι ταινίες εποχής βγάζουν μία όμορφη, νοσταλγική αίσθηση για τα χρόνια τα περασμένα, τα χρυσά, που όλα ήταν καλύτερα. Το σχεδόν παραμυθένιο και πάντα ηλιόλουστο Hollywood του Tarantinο για παράδειγμα, φαινόταν να βγάζει ακριβώς μία τέτοια αίσθηση, ακόμα κι αν η ίδια η ταινία καταλάβαινε πως ήταν ένα ψέμα. Το ‘Mank’ δεν είναι τέτοια ταινία όμως. Τα σκηνικά είναι όμορφα, τα κοστούμια εντυπωσιακά, τα ασπρόμαυρα πλάνα ένας φόρος τιμής στην παρθενογέννηση του σύγχρονου σινεμά.

Όμως, η βρώμα και η δολοπλοκία βρίσκονται ακριβώς πίσω από το φως του προβολέα. Τα μεγάλα κεφάλια που ξέρουν πως το σινεμά μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, και γνωρίζουν ταυτόχρονα και πώς να το χρησιμοποιούν προς δικό τους όφελος, εδώ ξεσκεπάζονται. Ο Φίντσερ απογυμνώνει τον κινηματογράφο από το φανταχτερό του πέπλο και δείχνει τα δόντια του βιομηχανικού τέρατος όπως ήταν στις αρχές του, αιμοβόρο, αμείλικτο, αδηφάγο, και όπως είναι και σήμερα. H αποκαθήλωση του Χόλιγουντ και η αποθέωση του κινηματογραφού σε μία ταινία αριστούργημα.

Πηγές:

https://www.athinorama.gr/tv/article/to_mank_tou_nteibint_fintser_einai_ena_ormitiko_oso_kai_sximatiko_biopic-2545786.html

https://parallaximag.gr/agenda/mank-deka-pragmata-gia-tin-pio-anamenomeni-tainia-tis-chronias-pou-kanei-premiera-sto-netflix

www.cineramen.gr/kritiki-gia-tin-tainia-mank/

https://www.moveitmag.gr/home-cinema-streaming/mank/63674

Just Mercy: Ένας πραγματικός Αγώνας για Δικαιοσύνη

To Just Mercy, το οποίο παίζεται στους κινματογράφους απο 26 Φεβρουαρίου, αποτελεί ένα νομικό δράμα/δικαστικό θρίλερ που έρχεται να προστεθεί σε μία σειρά ταινιών, που εξιστορούν τους αγώνες των μαύρων των ΗΠΑ για ίσα δικαιώματα με τους λοιπούς συμπολίτες τους. Άλλη μία πραγματική ιστορία που μεταφέρεται στην μεγάλη οθόνη σε μία προσπάθεια να υπογραμμίσει τις φυλετικές διακρίσεις, τον κοινωνικό ρατσισμό, την ανισότητα και την κατάφορη αδικία που συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι και σήμερα.

Η αληθινή ιστορία του νεαρού δικηγόρου Μπράιαν Στίβενσον και τη μάχη του με τη δικαιοσύνη, που άφησε ιστορία. Μετά την αποφοίτησή του από το Χάρβαρντ, ο Μπράιαν θα μπορούσε να είχε επιλέξει μία προσοδοφόρα επαγγελματική πορεία. Αντίθετα, κατευθύνεται στην Αλαμπάμα, τον τόπο δράσης της υπόθεσης του βιβλίου To Kill a Mockingbird (1960), μία από τις πιο συντηρητικές περιοχές των ΗΠΑ, προκειμένου να υπερασπιστεί όσους καταδικάζονται άδικα, έχοντας την υποστήριξη της δικηγόρου Εύα Άνσλεϊ. Μία από τις πρώτες και πιο εκρηκτικές υποθέσεις που αναλαμβάνει, είναι εκείνη του Γουόλτερ ΜακΜίλαν, που το 1987, καταδικάζεται σε θάνατο για την περιβόητη δολοφονία ενός 18χρονου κοριτσιού, παρά την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που αποδεικνύουν την αθωότητά του και του γεγονότος ότι η μόνη μαρτυρία εναντίον του, ήταν από έναν εγκληματία που είχε κίνητρο να αποκρύψει την αλήθεια. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μπράιαν εμπλέκεται σε ένα λαβύρινθο νομικών και πολιτικών παρασκηνίων και απροκάλυπτου και αναίσχυντου ρατσισμού, καθώς παλεύει για τον Γουόλτερ και άλλους σαν αυτόν, με τις πιθανότητες – και το σύστημα – να είναι εναντίον τους.

Bryan Stevenson

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Destin Daniel Cretton αναλαμβάνει να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη μία συγκλονιστική ιστορία που συντάραξε την αμερικανική κοινή γνώμη στα τέλη της δεκαετίας του ’80, σε ένα αντιρατσιστικό φιλμ που θίγει το πάντα επίκαιρο θέμα των φυλετικών διακρίσεων αλλά κι αυτό της θανατικής ποινής. Με κύρια συστατικά την δύναμη των συγκλονιστικών αληθινών γεγονότων και την καλοκουρδισμένη αφήγηση, το φιλμ αποκτά ρυθμό με τις εξελίξεις να κρατούν αμείωτη την ένταση μέχρι το φινάλε. 

Ο Αγώνας για Δικαιοσύνη είναι μια ταινία που, ως καλλιτεχνικό δημιούργημα, η αλήθεια είναι δεν κρύβει καμία έκπληξη. Το ενδιαφέρον εδώ έγκειται στην – διασκευασμένη – πραγματική ιστορία που μας παρουσιάζει. Βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του μαύρου δικηγόρου και ακτιβιστή Μπράιαν Στήβενσον, βρεθηκε αντιμέτωπος με τον συστημικό ρατσισμό, την αλόγιστη βία της αστυνομίας και την εχθρότητα των λευκών κατοίκων της Αλαμπάμα απέναντι στους Αφροαμερικανούς, ξεσκέπασε το διεφθαρμένο πρόσωπο της δικαιοσύνης και ίδρυσε την οργάνωση ‘Ισότητα και Δικαιοσύνη για Όλους’ (Equal Justice Initiative) με σκοπό να παρέχει δωρεάν νομική βοήθεια στους θανατοποινίτες που είχαν καταδικαστεί άδικα, οι οποίοι ήταν στην πλειοψηφία τους μαύροι.

Οι βασικοί πρωταγωνιστές (ανάμεσα σε ένα σπουδαίο καστ με υπέροχους δεύτερους ρόλους της Μπρι Λάρσον και του Τιμ Μπλέικ Νέλσον) είναι ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν που ερμηνεύει εξαιρετικά τον ρόλο του νέου φιλόδοξου σκηνοθέτη Μπραιαν Στηβενσον και φυσικά ο Τζέιμι Φοξ στο ρόλο του θανατοποινίτη, σε μια «οσκαρικού» μεγέθους ερμηνεία που είναι αδύνατον να μην συγκινήσει. Η χημεία μεταξύ τους είναι με τη σειρά της εύθραυστη, οικεία και ζεστή (σύμμαχος εδω τα υπέροχα κοντινά πλάνα του Cretton) – ενω βοήθησε και το γεγονός οτι οι δύο τους γνωρίζονται πολύ καλά και εκτός οθόνης , με τον Michael B. Jordan να δίνει ερμηνευτικά στόν Stevenson (του) , ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο μείγμα υπερηφάνειας, ελπίδας, θυμού και φόβου. Ο Jamie Foxx, όμως έχει μια ήσυχη “δύναμη” που την αισθάνεσαι σε κάθε γωνία του σώματός του, φέρνοντας μαζί του προσωπικές ιστορίες απο τις εμπειρίες του πατέρα του – φυλακίστηκε για επτά χρόνια για ένα μικρό έγκλημα – οπότε μια προσωπική οργή αποτυπώνεται στην ερμηνεία του με έναν πραγματικά αυθεντικό τρόπο.

Παρά τις αδυναμίες και τις συμβατικές προσεγγίσεις της ταινίας, η ιστορία έχει τέτοια δύναμη που στο τέλος δακρύζεις συγκινημένος από χαρά. Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές και δικαιώνουν την σημασία της ιστορίας στο έπακρο. Λέγεται ότι το χειρότερο πράγμα που μπορείτε να δώσετε σε κάποιον που είναι στη πτέρυγα των μελλοθάνατων, είναι η ελπίδα. Αυτή η ελπίδα είναι ο “δρόμος” που οδηγεί το νομικό δράμα Just Mercy σε ένα άρτιο αποτέλεσμα με ένα δυνατό και αισιόδοξο τέλος. Αυτήν την ελπίδα θα εμφυσήσει η ταινία στις καρδιές των θεατών κατά την έξοδο τους από την κινηματογραφική αίθουσα, ότι πράγματι αυτός ο κόσμος έχει χίλια δυο κακά και είναι κατεστραμμένος, αλλά πάντοτε θα υπάρχουν οι Μπράιαν Στήβενσον να αντιπαλεύονται τις αδικίες που αποτελούν τα θεμέλια του και να δίνουν αγώνα για πραγματική ισότητα και δικαιοσύνη.

“The true measure of our character is how we treat the poor, the disfavored, the accused, the incarcerated, and the condemned.”

― Bryan Stevenson, Just Mercy: A Story of Justice and Redemption

Πηγές:

www.cineramen.gr/kritiki-gia-tin-tainia-just-mercy/

https://www.imerodromos.gr/i-tainia-tis-evdomadas-o-agonas-gia-dikaiosyni-just-mercy/

https://www.apotis4stis5.com/film-tv/filmtv/42533-just-mercy

https://flix.gr/cinema/just-mercy-review.html

http://www.filmboy.gr/just-mercy-2019

Ο Ιρλανδός: Το αριστουργηματικό σινεμά του Σκορσέζε

«Ο Ιρλανδός» λοιπόν, είναι η διάρκειας τρεισήμισι ωρών ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε, γυρισμένη για το Netflix μεν, αλλά κάνοντας κι ένα πέρασμα από τις κινηματογραφικές αίθουσες πρώτα. Η ταινία που δημιούργησε μεγάλο θόρυβο τους τελευταίους μήνες και όλοι περίμεναν με μεγάλες προσδοκίες είναι εδώ.

Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ο Αλ Πατσίνο και ο Τζο Πέσι πρωταγωνιστούν στον «Ιρλανδό» του Μάρτιν Σκορσέζε, μια επική ιστορία για το οργανωμένο έγκλημα στη μεταπολεμική Αμερική, μέσα από τα μάτια του βετεράνου του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου Φρανκ Σίραν, ενός απατεώνα και εκτελεστή που συνεργάστηκε με διαβόητες μορφές του 20ού αιώνα. Καλύπτοντας διαφορετικές δεκαετίες, η ταινία παρουσιάζει ένα από τα μεγαλύτερα άλυτα μυστήρια της Αμερικανικής Ιστορίας, την εξαφάνιση του θρυλικού ηγέτη του εργατικού συνδικάτου Τζίμι Χόφα, και μας ταξιδεύει με μοναδικό τρόπο στα μυστικά μονοπάτια του οργανωμένου εγκλήματος: τις εσωτερικές διαδικασίες, τις αντιπαλότητες και τις διασυνδέσεις με πολιτικούς.

Ο Φρανκ Σίραν ξεκίνησε να δουλεύει ως φορτηγατζής, αμέσως μόλις επέστρεψε από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από μία συγκυρία, γνώρισε τον Ράσελ Μπαφαλίνο, ένα καλά δικτυωμένο Αφεντικό της μαφίας της Φιλαδέλφειας κι έγινε το πρωτοπαλίκαρο κι ο εκτελεστής του – γνωστός κι ως «ο Ιρλανδός», λόγω της καταγωγής του. Οι διασυνδέσεις του Μπαφαλίνο τον οδήγησαν μέχρι τον ισχυρό συνδικαλιστή Τζίμι Χόφα, ο οποίος διαβόητα συνέδεσε το οργανωμένο εργατικό κίνημα με το οργανωμένο έγκλημα. Ο Φρανκ ήταν το δεξί χέρι και προσωπικός φίλος του Χόφα για πάνω από 15 χρόνια κι ο άνθρωπος κλειδί για να αποκαλύψει το μεγάλο μυστήριο της εξαφάνισής του. Οπως επίσης μπορεί να μάς κλείσει το μάτι για το ποιος πραγματικά πάτησε τη σκανδάλη στη δολοφονία του JFK. Αυτός είναι που μπορεί να μας βάλει στον κόσμο της μαφίας τον οποίο υπηρέτησε πιστά για 40 χρόνια. Ενα παρακρατικό ισχυρό σύστημα πίσω από το σύστημα – τόσο αδίστακτο και κυνικό, που παραμένει ανίκητο. Ο Μάρτιν Σκορσέζε επιστρέφει σε αυτό που γνωρίζει τόσο καλά – το σκοτεινό, επικίνδυνο κι ανατριχιαστικά γοητευτικό σύμπαν του γκανγκστερικού είδους. 

Μας παρουσιάζει την κινηματογραφική αλήθεια του αντι-ήρωα. Αυτή που μπορεί να διαβαστεί ως μία παραβολή για την ανθρώπινη φύση και να αφορά κι εμάς – τον κάθε ένα προσωπικά- και τις μικρές ζωές μας που δε θα απασχολούσαν ποτέ την μεγάλη οθόνη. Ολοι θα πεθάνουμε – πλούσιοι και φτωχοί, επιτυχημένοι κι αποτυχημένοι, άσημοι και διάσημοι, αμαρτωλοί κι αθώοι. Ο Φρανκ επέζησε της βαρβαρότητας της δουλειάς του. Πιστός, ξηγημένος κι έξυπνος κέρδιζε τις ισορροπίες στα στημένα παιχνίδια και την εμπιστοσύνη των ισχυρών παικτών. Δεν έφαγε σφαίρα, δεν κάηκε ζωντανός, δεν “εξαφανίστηκε”. Ενας άνθρωπος μια ζωή παγερός, ψυχρός κι ανίκανος για συναισθήματα, να μην έχει που αλλού να κρυφτεί από τον θάνατο που πλησιάζει.

Πατώντας πάνω στο βιβλίο του Τσαρλς Μπραντ («I Heard You Paint Houses» – ευφημισμός για τους εκτελεστές της μαφίας, καθώς το αίμα των θυμάτων τους έβαφε τους τοίχους) και στην κινηματογραφική μεταφορά του από τον Στιβ Ζέλιαν, ο Σκορσέζε στα 77 του χρόνια θέλει να μάς πει διαφορετικά την κακόφημη ιστορία που έχτισε την κινηματογραφική του καριέρα. Μία αμαρτωλή αφήγηση προσωπικής φιλοδοξίας, απληστίας, και απαράμιλλης βίας. Ταυτόχρονα όμως, η ωριμότητα και το καταστάλλαγμα των χρόνων του δημιουργού το μετατρέπει σε κάτι πιο θλιμμένο και σοφό. Μία ελεγειακή παραβολή της ανθρώπινης θνησιμότητας. Μία εξομολόγηση ενοχών, μία τελευταία ανάσα σπαραχτικής μεταμέλειας, μοναξιάς και ματαιότητας. Την πιο σκοτεινή καρδιά δεν την έχει η μαφία, ο καπιταλισμός, η εξουσία. Αλλά ο χρόνος.

«Ο Ιρλανδός» είναι ένα αυτόματα κλασικό αριστούργημα. Μία επική, μεγαλειώδης ταινία που, ταυτόχρονα, βιώνεται ως προσωπικός ψίθυρος. Μία μελαγχολική ωδή για την ερώτηση που μάς περιμένει όλους στο τέλος και πρέπει να έχουμε έτοιμη απαντήση: τι αφήνω πίσω μου; Ο Σκορσέζε μόλις το απάντησε.

Η ταινία, που ήδη κυκλοφορεί στους κινηματογράφους ανά τον κόσμο, θα κάνει την πρεμιέρα της και στο Netflix στις 27 Νοεμβρίου. Άλλο ένα αριστούργημα της streaming υπηρεσίας που κινείται ολοταχώς και δικαίως προς τα Όσκαρ και είναι σιγουρο ότι θα έχει μία λαμπρή πορεία.

Πηγές:

https://www.culturenow.gr/tainies-evdomadas-o-irlandos-kai-to-thayma-tis-thalassas-ton-sargasson/

https://flix.gr/cinema/the-irishman-review.html

https://www.athensvoice.gr/culture/cinema/597881_o-irlandos

«Ο Ιρλανδός» του Μάρτιν Σκορσέζε: Τα γερασμένα παιδιά

Ο Βασιλιάς: Mία ιδιαίτερη μίξη Netflix, Shakespeare και Timothée Chalamet

Λίγο πριν το πολυαναμενόμενο «Τhe Irishman» του Μάρτιν Σκορσέζε κάνει πρεμιέρα στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Netflix, μία άλλη ταινία με εντυπωσιακό καστ κάνει την εμφάνιση τηςαπό 1η Νοεμβρίου στο ιντερνετικό δίκτυο, «Ο Βασιλιάς» (“The King”) με την σκηνοθετική υπογραφή του Ντέιβιντ Μισό και τον Τιμοτέ/Τίμοθι Σαλαμέ, το νέο αγαπημένο παιδί του παγκόσμιου σινεμά, στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ένα ατμοσφαιρικό δράμα εποχής βασισμένο φυσικά στο σπουδαίο έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Ερρίκος Ε’», με λοιπούς πρωταγωνιστές τους Ρόμπερτ Πάτινσον, Τζόελ Έτζερτον, Μπεν Μέντελσον και Λίλι-Ρόουζ Ντεπ, το The King μας μεταφέρει στη Βρετανία του 15ου αιώνα. Στην ανάδυση ενός αδίστακτου μονάρχη. Ο Ερρίκος ο Πέμπτος αναλαμβάνει το θρόνο μετά το θάνατο του αδερφού του και του πατέρα του. Πολύ γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπος με το χάος που του κληρονόμησε ο πατέρας του. Η εξαπάτηση και η διαφθορά κυριαρχούν στο παλάτι και στην κοινωνία. Πολλές θα είναι οι φωνές που θα επιχειρήσουν να διατηρήσουν τον Ερρίκο σε αυτό το μονοπάτι. Εκείνος θα πρέπει να δείξει πυγμή και να γίνει ένας πραγματικός βασιλιάς.

Η ιστορία του Βασιλιά Ερρίκου Ε’ μπορεί έως τώρα να μην έχει καταφέρει να κερδίσει σαν ταινία τους κριτικούς, όμως οι ερμηνείες τόσο των πρωταγωνιστών Τιμοτέ Σαλαμέ και Ρόμπερτ Πάτινσον όσο και του Τζόελ Έτζερτον είναι ικανές να σε κερδίσουν από το πρώτο λεπτό. Στην ταινία παρατηρούμε ένα παιδί που δεν θέλει να έχει καμία σχέση με το σύστημα εξουσίας του Βασιλιά πατέρα του, να καλείται μέσα σε μια ημέρα να γίνει αρχηγός ενός διχασμένου κράτους. Να αφήσει τα ποτά και τα ξενύχτια και να ορκιστεί Βασιλιάς αντιμετωπίζοντας όλες τις δυσκολίες ενός διαιρεμένου Βασιλείου. Ο “Χαλ” όμως ήταν καλός στο να κάνει λάθη, καλός στο να τα διορθώνει και εν τέλει καλός αν και αυστηρός στο να βασιλεύει. Ο Σαλαμέ κατάφερε να αποτυπώσει ακριβώς τα συναισθήματα ενός ηγέτη που ήθελε να ξεχωρίσει τον 15ο αιώνα.

Η εξουσία για τον Ερρίκο Ε’ είναι μοναχική, καταθλιπτική και βίαιη. Η προσοχή φυσικά επικεντρώνεται στον νεαρό βασιλιά, ο οποίος διαδέχεται τον πατέρα του στον θρόνο σε ηλικία μόλις 27 ετών, αλλά και στις εντάσεις και τις πολιτικές αναταράξεις που συνοδεύουν τον ρόλο του και το μετέωρο βασίλειο του. Ο νέος μονάρχης καλείται πολύ γρήγορα να συγκρουστεί με τον Δελφίνο της Γαλλίας, τον οποίο υποδύεται ο Ρόμπερτ Πάτινσον, ώστε να υπερασπιστεί τον θρόνο του.

Ενδιαφέρθηκα περισσότερο να μεταδώσω μέσα από την ερμηνεία μου την πρόκληση και το βάσανο του Ερρίκου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις εκείνης της εποχής σε τόσο νεαρή ηλικία, παρά να απεικονίσω τα ιδανικά μιας εποχής που δεν έχει σχέση με τη δική μας.

– Timothée Chalamet

Η ταινία έκανε πρώτα πρεμιέρα στο φετινό Φεστιβάλ Βενετίας, αλλά και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου, ενώ η πρώτη ημέρα προβολής της στην πλατφόρμα του Netflix ήταν η 1η Νοεμβρίου. Νωρίτερα, μέσα στην προηγούμενη εβδομάδα, το φιλμ συγκέντρωσε 13 υποψηφιότητες στα βραβεία της Αυστραλέζικης Ακαδημίας κινηματογράφου AACTA, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερου Σκηνοθέτη. 

Η ταινία λοιπόν έχει πολλαπλή αξία: αφενός μεν αποτελεί ένα συνεπές δείγμα κινηματογραφικού είδους (ιστορικό περιπετειώδες δράμα), αφετέρου αντανακλά τις πολιτικές και κοινωνικές αγωνίες της εποχής μας σχετικά με τον ρόλο του σύγχρονου ηγέτη στη διαμόρφωση της μετα-ιστορίας των κατευθυνόμενων ειδήσεων. Οι παραπάνω αντικατοπτρισμοί όμως – σε καμία περίπτωση – δεν επιβαρύνουν την γνήσια streaming κινηματογραφική ψυχαγωγία, η οποία πλέον μετράται σε views και όχι σε εισιτήρια στο box office. Ο Ντέιβιντ Μισοντ σκηνοθετεί με ψυχραιμία και αυτοέλεγχο το υπέροχο σενάριο που συνέγραψε με τον Τζόελ Έτζερτον, ο οποίος υποδύεται με ευαισθησία και δυναμισμό τον πολύπειρο Τζον Φάλσταφ (ο χαρακτήρας του βασίζεται στην προσωπικότητα του Τζον Ολντκασλ, φίλου και συνεργάτη του Βασιλιά Ερρίκου Ε΄).

Κάτι ανάμεσα σε μια coming of age ιστορία και μια παραβολή για την σαγηνευτική επιρροή της δύναμης, την μοναξιά της κορυφής και την ευθύνη της εξουσίας το «The King» μπορεί να είναι ως επί το πλείστον συμβατικό στην αφήγησή του, όμως έχει μια κάθε άλλο παρά «αραχνιασμένη ματιά» και μια συγκλονιστική κορύφωση στην μάχη του Αζινκούρ που σε κρατά στην άκρη της καρέκλας σου και σε κάνει να νιώθεις την βία, την λάσπη, το αίμα σχεδόν με όλες τις αισθήσεις σου. Μία γνώριμη μα και συναρπαστική ιστορία μεταμορφώνεται σε μια δυνατή ταινία με ορισμένες αφηγηματικές αδυναμίες, που μας προσφέρει όμως εντυπωσιακές ερμηνείες και μία ιδιαίτερη, άκρως διαφορετική εμπειρία.

Πηγές:

https://www.athensvoice.gr/culture/cinema/593310_giati-meta-king-oloi-lene-oti-o-salame-einai-o-neos-nti-kaprio

https://www.womantoc.gr/men/article/dyo-apo-tous-pio-oraious-ithopoious-tou-sinema-o-timote-salame-sygrouetai-me-ton-robert-patinson

http://flix.gr/news/venice-2019-the-king-review.html

http://flix.gr/articles/timothee-chalamet-interview-the-king.html

«Ο Βασιλιάς»: ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ στην εποχή του Netflix…

“Παράσιτα”: Η λαμπρή άνοδος του Κορεάτικου Κινηματογράφου

Με τον Joker να συνεχίζει τη θριαμβευτική του πορεία, ξεπερνώντας μέσα σε δυο βδομάδες τα 450.000 εισιτήρια και να αναγκάζει τους ιδιοκτήτες των κινηματογράφων να κάνουν και μεταμεσονύχτιες προβολές, μια νέα σημαντική ταινία παίρνει τη σκυτάλη. Πρόκειται για το σκληρό φιλμ «Παράσιτα», του Μπονγκ Τζουν-Χο, που κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο τελευταίο φεστιβάλ στις Κάννες. Είναι ο δεύτερος διαδοχικός Χρυσός Φοίνικας από την Ασία, μετά το περσινό “Shoplifters” του Χιροκάζου Κόρε-Εντα, μία επίσης εκπληκτική ταινία.

Τα τελευταία χρόνια η νοτιοκορεατική (και γενικότερα η ασιατική) κινηματογραφία τείνει να δημιουργήσει μια νέα σχολή, που στον πυρήνα της βρίσκονται οι καθημερινοί άνθρωποι, τα υπαρξιακά αδιέξοδα, οι κοινωνικές αντιθέσεις και αδικίες και πάνω απ’ όλα ο πολιτικός στοχασμός. Ένα φρέσκο σινεμά, που δείχνει ότι η «Έβδομη Τέχνη» μπορεί να βγει από το αδιέξοδο στο οποίο το έχουν φέρει οι τεχνοκράτες και οι επιλογές τους που προσπαθούν να καλύψουν τα γούστα του μέσου κοινού. Με τα «Παράσιτα» ο Μπονγκ Τζουν-Χο εντυπωσίασε στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών και δικαίως κατέκτησε τον «Χρυσό Φοίνικα», καθώς αποφεύγει την ευκολία της καταγγελτικής ρητορικής και σπάζοντας τις φόρμες του συρμού, στήνει μια επίπονη σπουδή πάνω στις ταξικές αντιθέσεις, τις κοινωνικές ανισότητες, τους ανθρώπους των υπογείων και των επαύλεων και αυτή τη νοητή γραμμή που τους συνδέει.

“Στην καπιταλιστική πραγματικότητα οι αντιθέσεις μεταξύ των τάξεων όχι μόνον υφίστανται, αλλά –αντίθετα απ’ ό,τι μας πληροφορούν κυβερνήσεις και μέσα μαζικής ενημέρωσης– σταδιακά οξύνονται παρά αμβλύνονται. Είμαι απαισιόδοξος για τη σύγκλιση των διαφορετικών συμφερόντων και την κατάργηση των διακρίσεων, τουλάχιστον στη δική μας εποχή.”

– Μπονγκ Τζουν-Χο

Είμαστε στην Άπω Ανατολή, συγκεκριμένα στη Σεούλ, και πάντα στη σκιά του ασιατικού οικονομικού θαύματος. Η τετραμελής οικογένεια Κιμ ζει σε ένα μικρό υπόγειο που πλημμυρίζει με την πρώτη ευκαιρία κι επιβιώνει με εφήμερες μικροδουλειές, σχεδιάζοντας φτηνο-κομπίνες κι ελπίζοντας, γενικά κι αόριστα, σε ένα καλύτερο αύριο.

Η ιστορία μας αρχίζει όταν μικρός γιος Κι-γου προσλαμβάνεται ως καθηγητής αγγλικών της μικρής κόρης του κ. Παρκ, έναν εύπορο πατριάρχη μιας –επίσης τετραμελούς– οικογένειας, ιδιοκτήτη μίας διεθνούς εταιρίας πληροφορικής. Ελπίζοντας επιτέλους σε ένα σταθερό εισόδημα και κουβαλώντας τις προσδοκίες όλης του της οικογένειας, πηγαίνει για συνέντευξη στο σπίτι των Παρκ, για να συναντήσει την κυρία του σπιτιού. Μετά την πρώτη αυτή συνάντηση, ξεκινάει ένας χείμαρρος ατυχών συμβάντων. Αφού προσλαμβάνεται, δημιουργεί με ύπουλο τρόπο τις συνθήκες ώστε και οι υπόλοιποι συγγενείς του να μπορέσουν να επωφεληθούν της ευκαιρίας και να “εισβάλουν” στον κόσμο της μεγαλοαστής οικογένειας, δίχως να φαντάζεται, ωστόσο, όσα πρόκειται να συμβούν. Από το πρωτό μέχρι το τελευταίο πλάνο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πως τελικά θα καταλήξει η ιστορία των δύο οικογενειώv, που πλέον συνδέονται άρρηκτα, όπως ένας ξενιστής με τα παράσιτα του.

 Με έναν μεθοδικό, φαινομενικά χαλαρό κι ευχάριστο μα στην πραγματικότητα ύπουλο αφηγηματικό τρόπο, ο δοκιμασμένος σε κάθε κινηματογραφικό είδος Μπονγκ Τζουν-χο («Memories of Murder», «Ο Επισκέπτης», «Mother», «Snowpiercer») εναλλάσσει δεξιοτεχνικά την απόσταση που κρατά ο φακός από την κάθε οικογένεια. Τη μία στιγμή οι Κιμ παρουσιάζονται ως άξεστοι οπορτουνιστές και την άλλη γίνονται συμπαθείς ως απόκληροι ενός κόσμου πλαστών ευκαιριών. Οι ατσαλάκωτοι Παρκ μοιάζουν ψυχροί και άσπλαχνοι μέσα στην αποστειρωμένη ευδαιμονία τους, δεν μπορείς όμως να μη σταθείς στο πλευρό τους όταν εξαπατώνται από τους ανθρώπους στους οποίους έχουν δείξει εμπιστοσύνη. Αλλά και πάλι, οι αμφίσημες διαθέσεις θα αλλάξουν άρδην όταν η παράδοξη συμβίωση βγάλει στην επιφάνεια μερικά καλά κρυμμένα μυστικά, ανατρέποντας τα δεδομένα ενός προβλέψιμου κοινωνικού δράματος.

“Μιλάμε πάντα για απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, οι οποίοι αγωνίζονται να πετύχουν κάτι πέρα από τις δυνάμεις τους. Εκεί γεννιέται το αληθινό δράμα κι έρχονται στην επιφάνεια βαθιά, ειλικρινή και περίπλοκα συναισθήματα. Στα «Παράσιτα» προσπάθησα να περιορίσω αυτόν τον αγώνα σε κάτι πιο καθημερινό, σε κάτι που μπορούμε όλοι να αναγνωρίσουμε εύκολα, σε κάτι που αφορά την καθημερινή επιβίωση.”

– Μπονγκ Τζουν-χο

Τα αριστουργηματικά και δίχως να κατατάσσονται αβίαστα σε κάποιο κινηματογραφικό genre  «Παράσιτα»,  τολμούν να δείξουν το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών με ένα ασύλληπτο μείγμα από γκροτέσκο χιούμορ, ψυχολογικό θρίλερ και δράμα χαρακτήρων. Η πάλη μεταξύ Παρκ και Κιμ (τα ονόματα των δύο τετραμελών οικογενειών) δίνεται με τέτοια σκηνοθετική χάρη όπου όλες οι πιθανές ενστάσεις που έχει η βλοσυρή κριτική να σβήνει κάτω από το βάρος της αλήθειας της ταινίας. Τα «Παράσιτα» ως καθρέφτης – άλλοτε παραμορφωτικός, άλλοτε ρεαλιστικός κι άλλοτε σουρεαλιστικός- ενός άδικου και σκληρού κόσμου είναι ένα πολύτιμο κινηματογραφικό μανιφέστο που ανύψωσε ακόμη παραπάνω τον ήδη ανερχόμενο κορεάτικο κινηματογράφο θα μείνει στην ιστορία της μεγάλης οθόνης

Πηγές:

https://www.monopoli.gr/2019/10/17/reviews/oi-tainies-tis-evdomadas/348226/oi-tainies-tis-evdomadas-enas-foinikas-apo-xrysafi/

https://www.athinorama.gr/cinema/article/milisame_me_ton_aprosdokito_nikiti_ton_kanon_mpongk_tzoun_xo-2538191.html

https://www.athinorama.gr/cinema/article/parasita-2538179.html

Ταινίες Πρώτης Προβολής: «Παράσιτα» και… παράσιτα