«Το Πράσινο Βιβλίο»: ένα ταξίδι στην καρδιά του φυλετικού ρατσισμού

Η ταινία «Το Πράσινο Βιβλίο» που απέσπασε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας 2019 και έγινε πρόσφατα διαθέσιμη και στο ελληνικό EΡΤFLIX είναι η πρότασή μας για αυτή την βδομάδα και το αντικείμενο του σημερινού μας αφιερώματος. Πρωτοδημοσιευμένο το 1936 από τον Νεοϋορκέζο ταχυδρόμο και μετέπειτα εκδότη Βίκτορ Χιούγκο Γκριν, το «Πράσινο Βιβλίο», ή το «Πράσινο Βιβλίο του Νέγρου Αυτοκινητιστή» όπως ήταν ο πλήρης τίτλος του, υπήρξε η βίβλος του Μαύρου ταξιδιώτη στις ΗΠΑ για τριάντα χρόνια. Ένας ετήσια ανανεούμενος οδηγός ακριβείας για τα ξενοδοχεία, τα φαγάδικα, τα καταστήματα και τα βενζινάδικα στα οποία μπορούσε ανενόχλητος να σταθμεύσει ο έγχρωμος επαγγελματίας –καλλιτέχνες, αθλητές και πλασιέ κατά κανόνα- σε εποχές βάναυσου φυλετικού διαχωρισμού.

Continue reading “«Το Πράσινο Βιβλίο»: ένα ταξίδι στην καρδιά του φυλετικού ρατσισμού”

«Judas and the Black Messiah»: Η προδοσία που σημάδεψε τον αγώνα για ισότητα του Black Power Movement

Το “Judas And The Black Messiah“, αναπόφευκτα μία από τις πολλές μαύρες φωνές στα φετινά Όσκαρ, πρόκειται για ένα ιστορικό δράμα, αρκετά πληροφοριακό, και επίκαιρο, με καταιγιστική και έντονα φορτισμένη εξέλιξη που προσφέρει ένα σαρωτικό καταγγελτικό σινεμά, χωρίς να λαϊκιζει ή να δημιουργεί μελόδραμα, με εκπληκτικές ερμηνείες, ιδιαίτερα από τους 2 πρωταγωνιστές.

Continue reading “«Judas and the Black Messiah»: Η προδοσία που σημάδεψε τον αγώνα για ισότητα του Black Power Movement”

Oscars 2021: Η δική μας απονομή

Για άλλη μια φορά βρισκόμαστε ενόψει μιας ακόμα απονομής των βραβείων Oscars που από πολλούς θεωρούνται ως τα πιο σημαντικά ή έστω τα πιο γνωστά κινηματογραφικά βραβεία. Ωστόσο, αυτή η χρονιά δεν είναι όμοια με τις περασμένες. Μετά από τις αντιξόοτητες που λόγω της υγειονομικής κρίσης αντιμετώπισε ο πλανήτης, ο χώρος του θεάματος και ιδίως αυτός του κινηματογράφου εξέρχεται λαβωμένος. Αυτό εξηγεί και μάλλον τις ως επί το πλείστον αδύναμες σε σχέση με τα πρηγούμενα χρόνια φετινές συμμετοχές. Σε κάθε περίπτωση, η παραγωγή έργων δεν σταματά, ξεπερνά τα εμπόδια και μας προσφέρει συντροφιά σε καιρούς χαλεπούς. Μέσα από όλο αυτό αναδεικνύεται για άλλη μια φορά η μαγεία και η σημασία της 7ης τέχνης. Εμείς είδαμε τις φετινές ταινίες, προβληματιστήκαμε, συγκινηθήκαμε και σας προτείνουμε τους δικούς μας νικητές σε κάποιες κατηγορίες. Εσείς ποιους θα επιλέγατε;

Continue reading “Oscars 2021: Η δική μας απονομή”

Promising Young Woman: Μία πολλά υποσχόμενη ταινία που αντιμάχεται τον σεξισμό της πατριαρχικής κοινωνίας

Και μόνο ο τίτλος της ταινίας “Promising Young Woman” (Πολλά Υποσχόμενη Νεαρή Γυναίκα) σε προϊδεάζει για μια πολλά υποσχόμενη ταινία η οποία είναι εμπνευσμένη από το κίνημα του #MeToo. Σε μία πολύ δύσκολη περίοδο για τον κινηματογράφο, η εικόνα της Κάρι Μάλιγκαν, την οποία έχουμε συνηθίσει σε ρόλους εποχής, με πολύχρωμη περούκα και στολή νοσοκόμας να μοιράζει “χαστούκια συναίνεσης” σε μια σειρά αντρών που θεωρούν ότι μια γυναίκα υπό την επήρεια αλκοόλ αποτελεί το ιδανικό σεξουαλικό θήραμα, δεν θα μπορούσε παρά να δημιουργήσει μία μοναδική εικόνα γύρω από την ταινία της βρετανής ηθοποιού Έμεραλντ Φένελ, η οποία υπογράφει το σενάριο και για πρώτη φορά την σκηνοθεσία. Προορισμένη να ανοίξει συζητήσεις γύρω από τα προνόμια των αντρών και τις λεπτές γραμμές που ορίζουν τη συναίνεση στις σεξουαλικές επαφές, το “Promising Young Woman” είναι αναμφίβολα μία από τις καλύτερες και πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της νέας χρονιάς με 4 υποψηφιότητες για τα Golden Globes και 5 για τα Oscars 

Continue reading “Promising Young Woman: Μία πολλά υποσχόμενη ταινία που αντιμάχεται τον σεξισμό της πατριαρχικής κοινωνίας”

Malcolm & Marie: Μία ταινία για το τοξικό πάθος μίας σχέσης, μία δήλωση για την τέχνη του κινηματογράφου και το τίμημα της

Tο «Malcolm & Marie», αποτελεί μία ταινία που καταγράφει την περίπλοκη σχέση ενός ζευγαριού μέσα σε μία νύχτα. Η ταινία – πρότζεκτ γυρίστηκε εξ ολοκλήρου κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αφού ο σκηνοθέτης και οι παραγωγοί θέλησαν να γυρίσουν μία ταινία που δεν θα περιοριζόταν από τα εμπόδια που είχαν επιβληθεί στις κινηματογραφικές παραγωγές. Τα γυρίσματα διήρκησαν 2 βδομάδες σε ένα μεγάλο σπίτι στο Καρμέλ της Καλιφόρνιας χωρίς μακιγιέρ και ενδυματολόγο, ολόκληρη η παραγωγή στοίχισε 2,5 εκατομμύρια δολάρια, αλλά πουλήθηκε υπερδεκαπλάσια στο Netflix και έκανε πρεμιέρα στην πλατφόρμα στις 5 Φεβρουαρίου, έχοντας στραμμένο το βλέμμα στα επερχόμενα βραβεία.

Continue reading “Malcolm & Marie: Μία ταινία για το τοξικό πάθος μίας σχέσης, μία δήλωση για την τέχνη του κινηματογράφου και το τίμημα της”

“Η Ανασκαφή”: πόσο βαθιά πρέπει να σκάψεις για να βρεις τον εαυτό σου;

“Η Ανασκαφή” (“The Dig”) είναι η άρτι αφιχθείσα προσθήκη του Netflix που έρχεται, όπως φαίνεται, να ταράξει τα νερά και να… σηκώσει σκόνη στον αέρα όχι μόνο στην επιτυχημένη πλατφόρμα, αλλά ίσως και στην διεκδίκηση των χρυσών αγαλματιδίων του θείου Oscar που πρόκειται να ξεκινήσει σύντομα.

Continue reading ““Η Ανασκαφή”: πόσο βαθιά πρέπει να σκάψεις για να βρεις τον εαυτό σου;”

“Ma Rainey’s Black Bottom”: Η ανατριχιαστική ενσάρκωση της Μα Ρέινι από την Βαιόλα Ντέιβις και η τελευταία οσκαρική ερμηνεία του Τσάντγουικ Μπόουζμαν

Everything changing all the time. Even the air you breathing change.

Ο σκηνοθέτης Τζορτζ Σι Γουλφ βασισμένος στο θεατρικό έργο “Ma Rainey’s Black Bottom” του Όγκαστ Γουίλσον – όπως αυτό διασκευάστηκε για το σινεμά από τον Ruben Santiago-Hudson – αφηγείται μία μέρα ηχογράφησης της θρυλικής τραγουδίστριας των μπλουζ, Μα Ρέινι, στην νέα ομώνυμη ταινία του Netflix που βγήκε στις 18 Δεκεμβρίου του 2020 και ήδη φλερτάρει με τα Όσκαρ.

Η ταινία εστιάζει σε μία κρίσιμη απογευματινή ηχογράφηση της δεκαετίας του ’20 στο Σικάγο, κατά την οποία η περίφημη «Μαμά» του Μπλουζ βρέθηκε να αγωνίζεται απέναντι στον λευκό μάνατζερ και παραγωγός της για τα δικαιώματα πάνω στη μουσική της. Καθώς το συγκρότημα περιμένει στην κλειστοφοβική αίθουσα της πρόβας του στούντιο, ο φιλόδοξος τρομπετίστας Λέβι που θέλει να αφήσει το δικό του αποτύπωμα στη μουσική βιομηχανία παρακινεί τους συναδέλφους του μουσικούς σε μια εξομολόγηση ιστοριών, αληθινών και ψεύτικων που θα αλλάξουν για πάντα την πορεία της ζωής τους.

Η Μα Ρέινι, γνωστή και ως «η μητέρα των μπλουζ», ήταν μια σπουδαία τραγουδίστρια και εκρηκτική περφόρμερ, η οποία μεσουράνησε κατά τη δεκαετία του 1920. Η σκηνική παρουσία της ήταν σαρωτική, η ίδια εξωστρεφής και τολμηρή για τα δεδομένα της εποχής, καθώς δεν έκρυβε την αμφιφυλοφιλία της. Ο Γουίλσον βάφτισε το θεατρικό του από ένα τραγούδι της για τον δημοφιλή εκείνη την περίοδο χορό Black Bottom, ο οποίος είναι πιο ευρέα γνωστός από την στιγμή που τον χορεύει η Τζούντι Γκάρλαντ στο «Ένα Αστέρι Γεννιέται». Το θεατρικό του, το οποίο πρωτανέβηκε στη σκηνή το 1982, ανήκει μαζί με άλλα εννιά έργα στη σειρά «American Century Cycle», κάθε έργο – κεφάλαιο της οποίας αφορά και μια αφροαμερικανική ιστορία σε διαφορετική δεκαετία του 20ου αιώνα (το πιο διάσημο από αυτά, το «Fences», με την ομώνυμη οσκαρική κινηματογραφική μεταφορά, εξελίσσεται στη δεκαετία του ’50).

That’s who I am. I’m the devil. I ain’t nothing but the devil.

Ο σκηνοθέτης Τζορτζ Σι Γουλφ εκμεταλλεύεται εδώ τη θεατρική δραματουργία του αρχικού έργου για να ζωντανέψει μια χούφτα χαρακτήρες, μέσω των οποίων θα διαπραγματευτεί, χωρίς να αποφεύγει τις διδακτικές κραυγές, φυλετικές προκαταλήψεις, ταξικές αντιθέσεις και το κόστος του λαμπερού αμερικανικού ονείρου (όπως ακριβώς κάνει και το θεατρικό). Η «Θρυλική Μα Ρέινι» (ελλληνικός τίτλος) του Netflix παραμένει κινηματογραφημένο θέατρο, όσο κι αν η αφηγηματική ταχύτητα με τις δυναμικές ερμηνείες προσπαθούν να αποτινάξουν τα ξύλινα κλισέ του. Μα αυτός είναι και ο σκοπός του αφροαμερικανού σκηνοθέτη. Καθώς οι ήχοι των μπλουζ και οι δυναμικοί χαρακτήρες αναμειγνύονται με το θέμα της φυλετικής βίας, αποκαλύπτονται οι πληγές του τραυματικού αμερικανικού παρελθόντος. Είναι φανερό ότι κάτω από τη σκληρότητα της Μα και την τρέλα του Λέβι, κρύβεται η ιστορία της Αμερικής κι αυτό ο Γουλφ φροντίζει να μας το υπενθυμίζει, καταγγελτικά μεν, αλλά με πάθος και συναίσθημα δε. Μένοντας κυρίως μέσα στο στούντιο, ακολουθεί τη θεατρικότητα του έργου, δημιουργώντας ένα στιβαρό δράμα δωματίου κι όχι μια μαγνητοσκοπημένη θεατρική παράσταση. Έτσι εκμεταλλεύεται σωστά τα μεγάλα μονολογικά μέρη -πράγμα δύσκολο στον κινηματογράφο- και δίνει τη δυνατότητα στους ηθοποιούς για εξαιρετικές ερμηνείες. 

Η Βαιόλα Ντέιβις, που έχει ερμηνεύσει με επιτυχία έργα του Γουίλσον στο θέατρο, ενώ για το κινηματογραφικό «Fences» είχε κερδίσει και το Όσκαρ Β’ Γυναικείου ρόλου, ενσαρκώνει την “μητέρα των μπλουζ” στην μεγάλη οθόνη με την Maxayn Lewis να αναλαμβάνει τα φωνητικά της. Μεταμορφωμένη και με έντονο μακιγιάζ, η εκπληκτική Ντέιβις επιβάλλεται σε κάθε πλάνο και κουβαλά υπαινικτικά το παρελθόν της Μα που κρύβεται επιμελώς κάτω από το αγέρωχο προσωπείο της. Αντίστοιχα, ο Τσάντγουικ Μπόουζμαν, στον τελευταίο ρόλο της σύντομης μα σπουδαίας καριέρας του, που προφανώς θα τον στείλει στα Όσκαρ (που δυστυχώς αν κερδίσει δεν θα μπορέσει να το παραλάβει), αδυνατισμένος εξαιτίας της αρρώστιας, αλλά με ψυχική δύναμη και σθένος, υποδύεται αριστουργηματικά τον Λέβι. Ο φιλόδοξος τρομπετίστας της Μα είναι ένας έντονος και εκρηκτικός χαρακτήρας που έρχεται αντιμέτωπος με το λευκό κατεστημένο, διεκδικώντας μία θέση στο εκτυφλωτικό φως του προβολέα, για να πιαστεί όμως στο συρματόπλεγμα του συστημικού ρατσισμού της μουσικής βιομηχανίας και εν τέλει να συντριβεί.

Ο Γουλφ μάλιστα στα τελευταία πλάνα του κάνει σαφές το σχόλιο για το whitewashing  – μια συνήθης πρακτική των δισκογραφικών εταιρειών που αγόραζαν για ψίχουλα τραγούδια μαύρων καλλιτεχνών και τα έδιναν σε λευκούς, οι οποίοι τα υπέγραφαν ως δικά τους- τιμώντας όλους αυτούς του αφανείς ήρωες που χάθηκαν μέσα στον κυκλώνα της Ιστορίας σαν τον Λέβι.

Η ταινία, που θα μπορούσε να είναι λίγο μεταλύτερη και πιο ουσιαστική ανά στιγμές, μπορεί να μην είναι για όλους, και σίγουρα δεν είναι κάτι “συνηθισμένο” για τον μη μυημένο θεατή, μιας και αναφέρεται σε ένα όχι και τόσο δημοφιλές είδος μουσικής στην χώρα μας. Παρ’όλα αυτά είναι πραγματικά καθηλωτική και υπερβολικά αληθινής καθώς ο Τζορτζ Σι Γουλφ εστιάζει στον άνθρωπο και στις αδυναμίες του, σε μια ταινία χωρίς μεμψιμοιρίες και σκεπτικισμό, και δίνει μία εξαιρετική απεικόνιση της εποχής με μία άλλη οπτική σε θέματα που είναι πολύ σημαντικά και δυστυχώς ακόμα επίκαιρα.

If you are gonna tell it, tell it right.

Πηγές:

https://www.bovary.gr/art/analyse/eidame-ma-raineys-black-bottom-kritiki

https://apotis4stis5.com/film-tv/filmtv/47643-george-c-wolfe-ma-rainey-s-black-bottom

http://www.cinemagazine.gr/news/arthro/washington_davis_boseman_final_role-131021687/

https://www.athinorama.gr/tv/article/i_thruliki_ma_reini_einai_gemati_neuro_alla_kai_didaktismo-2545955.html

http://www.topontiki.gr/article/422743/ma-raineys-black-bottom-i-nea-tainia-toy-netflix-poy-tha-afisei-epohi-photo-video

Room: Μία συγκλονιστική ταινία με ανεπανάληπτες ερμηνείες

Η Ιρλανδέζα συγγραφέας Έμα Ντόναχιου διακρίθηκε με μια σειρά μυθιστορημάτων πάνω στην ενηλικίωση και την αναζήτηση της σεξουαλικότητας («Stir Fry», «Hood»), για να γίνει παγκόσμια γνωστή το 2010 με το «Room», το μπεστ σέλερ της που έφτασε ως τη λίστα των έξι του βραβείου Μπούκερ. Η Ντόναχιου εμπνεύστηκε το μυθιστόρημα από την αληθινή ιστορία της Ελίζαμπεθ Φριτζλ από την Αυστρία. Η Φριτζλ κρατήθηκε φυλακισμένη σε ένα μπουντρούμι, από τον πατέρα της, για εικοσιτέσσερα χρόνια. Απέκτησε πολλά παιδιά, καρπούς αιμομιξίας, που πολλά από αυτά μεγάλωσαν μαζί της στη φυλακή της. Παίρνοντας το δρόμο για την οθόνη, το δύσκολο όσον αφορά στο θέμα του και απαιτητικό στη διασκευή του βιβλίο πέρασε στα χέρια ανεξάρτητου παραγωγού (του Εντ Γκίνεϊ του «Αστακού») και προσαρμόστηκε σεναριακά από την ίδια τη συγγραφέα. Η δημιουργική αυτή ομάδα υπό την επίβλεψη του Ιρλανδού σκηνοθέτη Λένι Άμπρααμσον υλοποίησε με φροντίδα την επίφοβη μεταφορά, μετατρέποντας ένα ιρλανδο-καναδέζικο δράμα στην οσκαρική έκπληξη του 2015.

Η υπόθεση της ταινίας είναι απλή αλλά σοκαριστική. Ο Τζακ και η μητέρα του ζουν κλεισμένοι στο «Δωμάτιο».  Εκείνη την απήγαγαν 7 χρόνια πριν. Εκείνος, καρπός ενός συνεχόμενου βιασμού, δεν έχει γνωρίσει τίποτα άλλο πέρα από όσα βρίσκονται μέσα σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους. Ολα βρίσκονται μέσα σ’ ένα Δωμάτιο: η Καρέκλα, το Τραπέζι, η Γούρνα, ο Φωταγωγός, η Μαμά του που τον αγαπά και τον φροντίζει και του λέει ιστορίες και παίζει μαζί του. Μα παρά τις ευφάνταστες προσπάθειες της μητέρας του να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο για κείνον, η ζωή και των δύο είναι κάθε άλλο παρά φυσιολογική. Για να προστατεύσει την ψυχική του ισορροπία δεν αντιδρά, δεν φωνάζει, δεν διαμαρτύρεται. Ακόμα κι όταν ο άντρας τους επισκέπτεται τα βράδια, βάζει τον Τζακ να κρύβεται στην ντουλάπα. Φυλακίζει τις αντιστάσεις της, κρατά καλά κρυμμένα τα προσωπικά της αδιέξοδα, τον τυραννικό αποκλεισμό της από την έξω ζωή. Όμως, την ημέρα των πέμπτων γενεθλίων του μικρού, καθώς ετοιμάζουν το εορταστικό κέικ, αποφασίζει πως πρέπει το δωμάτιο να πάψει να είναι ο κόσμος τους, αποφασίζει ότι δεν θέλει ο γιος της να περάσει όλη του την ζωή στο Δωμάτιο. Ο Τζακ πρέπει να μάθει ότι υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος εκεί έξω. 

Σκηνοθετημένο σαν ψυχολογικό θρίλερ το οποίο αποκαλύπτει με φειδώ τις πληροφορίες του, το πρώτο μέρος της ταινίας εστιάζει γύρω από τους δύο βασικούς χαρακτήρες και τη μεταξύ τους σχέση, χειριζόμενο με υποδειγματική αφηγηματική ισορροπία το μυστήριο, την ένταση, το συναισθηματικό ξέσπασμα και, στην κορυφαία σκηνή, το σασπένς. Στο δεύτερο μέρος, η «κανονική» ζωή επιβάλλει έναν πιο ράθυμο ρυθμό κι επιφυλάσσει πολύ λιγότερες εκπλήξεις, οι Ντόναχιου και Άμπρααμσον, όμως, καταφέρνουν να κρατούν ψηλά το ενδιαφέρον μας, βομβαρδίζοντάς μας διαρκώς με ερωτήματα.  Η ταινία τολμά να αγγίξει και μάλιστα καταφέρνει να σου δώσει με τρόπο απόλυτα πιστό προς τη πραγματικότητα τους φόβους, τα ξεσπάσματα, τις ακραίες αντιδράσεις στα νέα δεδομένα. Η συγκινητική πρώτη επαφή του μικρού Τζακ με το περιβάλλον και τη ζωή, η σχέση αγάπης και μίσους που υπάρχει μεταξύ αυτού και της μητέρας του, οι κατηγορίες της τελευταίας προς τους δικούς της γονείς-φταίχτες αλλά και η αγωνιώδης προσπάθεια να ξαναβρούν τις ισορροπίες και τη θέση τους στο κόσμο σε μαγεύουν και σε αγγίζουν πραγματικά.

Το “Room” αποτελεί ύμνο στη σχέση μητέρας-γιου και εστιάζει τόσο προσεκτικά σε πτυχές της παιδικής και όχι μόνο ψυχοσύνθεσης που θα άφηνε ικανοποιημένους και τους πιο μεγάλους ψυχολόγους. Είναι από τις ελάχιστες ταινίες που μπορούν να προκαλέσουν δάκρυα από τα πρώτα της λεπτά και σε όλη την διάρκειά της. Ο λόγος είναι απλός: Το έργο θέτει σε αμφισβήτηση αξίες που όλοι μας θεωρούμε δεδομένες, όπως το να βλέπουμε τον ήλιο το πρωί, τον ουρανό, τα δέντρα, τα ζώα. Ο μικρός Jack τα θεωρεί «εξωγήινα» καθώς δεν έχει έρθει ποτέ σε επαφή μαζί τους, πέραν της τηλεόρασης. Η ιδέα αυτή είναι ασύλληπτη και φαντάζει εξωφρενική. Τα μικροπροβλήματα της ζωής μοιάζουν τόσο ασήμαντα, άμα σκεφτούμε πως θα μπορούσαμε να μην δούμε ποτέ τον ήλιο να ανατέλλει, να αγνοούμε πλήρως την ύπαρξή του ή να το θεωρούμε κάτι εξωπραγματικό. Ένα πραγματικό δράμα που κατακλύζεται από σοκαριστικές ιδέες και δύσκολες εικόνες που όμως καταφέρνει να σου αφήσει μια γλυκιά και καθαρή αίσθηση στο τέλος.

Ο μικρός Jacob Trembley, ακολουθώντας τις σαφείς σκηνοθετικές οδηγίες, με τον πηγαίο και αυθεντικό τρόπο του να εκφράζεται καταφέρνει να συνεπάρει τον θεατή από το πρώτο λεπτό. Συνδυάζει την παιδική αφέλεια με τη σοβαρότητα που απαιτεί ο ρόλος του φύλακα Άγγελου που έχει προς τη μητέρα του και κάνει την αποκάλυψη. Οξύθυμος, πεισματάρης, τρομαγμένος, γαλήνιος. δεκτικός, όλα εκεί που πρέπει και όσο πρέπει. Η ικανότητά του στην κατανόηση του έργου, πέρα από τις εκρηκτικές του στιγμές, φαίνεται περίτρανα από το φινάλε, εκεί όπου κλείνει ο κύκλος και λήγει το πένθος με τον αποχαιρετισμό του κελιού αλλά και του παρελθόντος.

Ο ρόλος της Μπρι Λάρσον είναι ένας από τους καλύτερους, πιο πολύπλοκους γυναικείους της τελευταίας δεκαετίας. Ένα νέο κορίτσι με βλέμμα που κυμαίνεται από την ανεξέλεγκτη οργή ως τη ματαιωμένη απογοήτευση και την μπερδεμένη ψυχή μιας μάνας χωρίς τη θέλησή της, αλλά με την αποφασιστικότητα του μητρικού ενστίκτου. Η Λάρσον έχει μία απαράμιλλη, νατουραλιστική εκφραστικότητα, την οποία χειρίζεται με χειρουργική ακρίβεια και πειθαρχία. Aναλαμβάνει και φέρνει εις πέρας αυτόν τον σπουδαίο ρόλο χωρίς θόρυβο, αλλά με αξιοθαύμαστο αυτοέλεγχο, κερδίζοντας τη συγκίνηση αντί να την εκβιάσει με ευκολίες και δίκαια κέρδισε την Χρυσή Σφαίρα και το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου το 2015.

Oι Joan Allen και William H. Macy, γονείς της Joy, μπαίνουν φυσικά στην ιστορία και γεμίζουν το ήδη πολύ δυνατό σκηνικό θυμίζοντας μας πως η κόρη τους και ο Jack δεν είναι τα μόνα θύματα της ιστορίας, καθώς και οι ίδιοι κατακλύζονται από θλίψη, ενοχές και αδυναμία μπροστά στην ανατροπή που έρχεται στη ζωή τους για μια ακόμη φορά.

Ο Εϊμπραμσον πετυχαίνει έναν μικρό θρίαμβο και δικαιολογημένα είδε την μικρή ταινία του στην τελική ευθεία της οσκαρικής κούρσας (Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Διασκευασμένου Σεναρίου και Α’ Γυναικείου Ρόλου) κερδίζοντας ένα Όσκαρ. Στο πρώτο μέρος, όταν η κάμερά του βρίσκεται κι εκείνη έγκλειστη με τον Τζακ, τη μαμά του κι όλους εμάς σ’ έναν ασφυκτικό χώρο, ο σκηνοθέτης καταφέρνει το ακατόρθωτο. Οσο βλέπουμε το Δωμάτιο μέσα από τη φαντασία του αγοριού, κι εκείνο μοιάζει να ανοίγει καλειδοσκοπικά, μαγικά, σαν ακορντεόν που ξεδιπλώνεται με έξτρα ανάσες, με τον Εϊμπραμσον να ανακαλύπτει μονίμως ευφάνταστους τρόπους να κινηματογραφίσει τέσσερις μίζερους τοίχους. Στο δεύτερο μέρος, η σκηνοθετική αποστολή είναι ακόμα πιο δύσκολη. Χωρίς την ένταση του θρίλερ ο Εϊμπραμσον πρέπει να μας κοινωνήσει ένα ακόμα πιο σύνθετο, ψυχαναλυτικά αχαρτογράφητο κομμάτι: την ενηλικίωση (τόσο του παιδιού, όσο και της μαμάς που ήταν παιδί κι έγινε ξαφνικά μητέρα). Της αγάπης που μπορεί να είναι και βαθιά εγωιστική. Τον ρόλων μας στη ζωή που πάντα μας εγκλωβίζουν σε αόρατα δωμάτια. Κι εκεί, η κάμερά του παραμάνει διακριτική – τόσο που μπορεί να κατηγορηθεί ότι δεν απογειώνει τη δραματουργία.

Μια κινηματογραφική εμπειρία που κόβει την ανάσα, σηκώνει την τρίχα, φέρνει δάκρυα στα μάτια και δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό του θεατή. Κυρίως όμως, μοιάζει να αποτελεί ένα δημιούργημα που μπορεί να αλλάξει την οπτική της ζωής. Μετά την προβολή της ταινίας, δεν θα προβληματίζεστε έντονα για ανούσια θέματα που σας απασχολούσαν στο παρελθόν. Γιατί, πολύ απλά, θα έχετε συνειδητοποιήσει πως ανά πάσα στιγμή μπορείτε απλά να βγείτε έξω και να κοιτάξετε τον ουρανό… Και η ταινία καθιστά κατανοητό το γεγονός πως μεγαλύτερο και ομορφότερο δώρο από αυτό δεν υπάρχει.

Πηγές:

Room, κριτική ταινίας

https://www.athinorama.gr/cinema/article/to_domatio-2512038.html

https://flix.gr/cinema/room-review.html

http://filmakias.gr/room/

https://www.logografis.gr/ταινία-the-room-το-δωμάτιο-του-λένι-άμπραμσ/

www.lifo.gr

Ο Φάρος: Μία αλληγορία για την σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης

Τέσσερα χρόνια μετά το υποβλητικό «The Witch» ο Ρόμπερτ Έγκερς επιβεβαιώνει το πολυσχιδές ταλέντο του παραδίδοντας ένα κλειστοφοβικό θρίλερ και ταυτόχρονα μια παράξενα μελαγχολική ιστορία-θρύλο για την ανυπόφορη γοητεία της μοναξιάς και για το εσωτερικό σκοτάδι

Η πλοκή που στήνει ο Έγκερς μοιάζει απλή, αλλά αποδίδεται με την ορμή καταιγίδας, η οποία δυναμώνει μαζί με την υστερία που σταδιακά κατακλύζει τους χαρακτήρες. Η ιστορία είναι η εξής: Ένας φαροφύλακας (Νταφόε) και ο καινούργιος του βοηθός (Πάτινσον) φτάνουν σε έναν απομονωμένο, θαλασσοδαρμένο βράχο για να φροντίσουν το φάρο για 4 εβδομάδες. Εκεί θα έρθουν κοντά, θα συγκρουστούν και τελικά θα βυθιστούν στα ανείπωτα μυστήρια αυτού του παράξενου μέρους.

Η απόκοσμη γοητεία του επιβλητικού τοπίου είναι έντονη από το πρώτο κιόλας πλάνο που αφορά στον ερχομό του νεαρού φαροφύλακα. Ο Έγκερς χτίζει το θέμα του πάνω στα στέρεα υλικά ενός σκοτεινού, ασπρόμαυρου παραμυθιού. Τα ανείπωτα μυστήρια αυτού του παράξενου μέρους ορίζονται από τις ναυτικές ιστορίες, το πάντρεμα αρχαίων θεών και θαλασσινών συμβόλων, τη συνύπαρξη του ανοίκειου με τη βλασφημία. Θυμίζει κατί το αρχέγονο, που ξεκινάει από τον προμηθεϊκό μύθο και καταλήγει στη θύελλα του μυαλού, μία παραλλαγή του Έντγκαρ Άλαν Πόε που ταυτόχρονα σκιαγραφεί μελανά τον Χέρμαν Μέλβιλ και τον Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον, προσηλωμένο σταθερά σε έναν σισύφειο διάλογο μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών.

Την ίδια στιγμή όμως το φιλμ του Αμερικανού σκηνοθέτη μοιάζει ολότελα καινούργιο, δημιούργημα μιας αποτρόπαιης παραίσθησης ή ενός επίμονου άγχους ριζωμένου στο ασυνείδητο. Είναι εκείνο εξάλλου που απογυμνώνεται στον «Φάρο» μέσα από την κόντρα των Νταφόε – Πάτινσον για επιβολή. Οι δύο ηθοποιοί μοιάζουν με ζωντανά φαντάσματα καθώς βαλτώνει μέσα τους η απόγνωση, απόρροια της ακινησίας στην οποία είναι εγκλωβισμένοι. Η μονοτονία της μοναξιάς τους οξύνεται από το αλκοόλ και τη σεξουαλική στέρηση, που με τη σειρά τους δίνουν χώρο στη διαστροφή. Σαν ήρωες αρχαίας τραγωδίας, οι δύο άντρες έχουν διαπράξει ύβρη, παραδομένοι στις ανεξέλεγκτες ορμές τους, και βρίσκονται στο έλεος της νέμεσης.

«Τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει όταν δύο άντρες βρίσκονται παγιδευμένοι μέσα σε ένα γιγάντιο φαλλό» – Ρόμπερτ Έγκερς

Σαν ένα εφιαλτικό ναυτικό τραγούδι, Ο Φάρος δεν βασίζεται τόσο πολύ στην ωμή βία για να οδηγήσει δύο άντρες στα άκρα, όσο στους περίτεχνους διαλόγους του και στην εσωτερική αρχιτεκτονική του, που αναδεικνύεται μέσα από ασφυκτικά, τετράγωνα καδραρίσματα και μια συνεχή αίσθηση απειλής. Από μόνο του το ύφος της ταινίας, χάρη στη μαεστρική δουλειά του οσκαρικά υποψήφιου διευθυντή φωτογραφίας Γιάριν Μπλάσκε, είναι τόσο επιβλητικό, που παρασύρει ανά στιγμές την προσοχή μακριά από την ουσία. Ο Μπλάσκε διηγείται πώς ο Έγκερς του μίλησε για «μία ασπρόμαυρη κλειστοφοβική ταινία σε έναν φάρο» αλλά με την κλασική έννοια του ασπρόμαυρου και όχι μιας έγχρωμης παραγωγής με απουσία χρώματος στην επεξεργασία. Οι συγκλονιστικές ερμηνείες του Ρόμπερτ Πάτινσον και Γουίλεμ Νταφόε που πραγματικά φτάνουν στα όρια της υποκριτικής τους δεινότητας απογειώνουν την ταινία.

Ο Έγκερς παρουσιάζει περίτεχνα την αλήθεια για το ακατέργαστο ένστικτο και το συναίσθημα που μπορούν να γεννήσουν τέρατα, τους φροϋδικούς συμβολισμούς που γεννά η κάθε απόπειρα επεξήγησης ανθρώπινης συμπεριφοράς, το ταξίδι στα άδυτα της επιθυμίας που σε οδηγεί πιο βαθιά στο σκοτάδι και από το οποίο δεν υπάρχει ύτε λύτρωση αλλά ούτε και επιστροφή. Όλα συντείνουν προς μια αλληγορική ιστορία για τον εγκλεισμό, που οδηγεί σταδιακά στην παράνοια. Ή μήπως όλη αυτή η δοκιμασία δεν είναι τίποτε άλλο από μια ανατριχιαστική διαδρομή στα αβαθή του νου και το έρεβος της ανθρώπινης φύσης; 

Ο Φάρος βρίσκεται στις ελληνικές αίθουσες από τις 30 Ιανουαρίου.

Πηγές:

https://www.athinorama.gr/cinema/article/o_faros-2539748.html

https://www.athensvoice.gr/culture/cinema/617332_kritiki-tainias-o-faros

Ο Φάρος: Ένα οδυνηρό και συγκλονιστικό ψυχογράφημα πάνω στον ανδρισμό

«Ο Φάρος» ή αλλιώς «Άντρες: Η Ταινία»

 www.lifo.gr

https://www.moveitmag.gr/nea/lighthouse-analysi-ta-mystika-tis-ekpliktikis-fotografias-toy/62093