Η επιθανάτια επιστολή του Κώστα Καρυωτάκη

Σαν σήμερα, 21 Ιουλίου του 1928 νωρις το απόγευμα, ο Κώστας Καρυωτάκης δίνει τέλος στη ζωή του με μια σφαίρα στην καρδιά. Βρίσκεται στην Πρέβεζα, όπου έχει μετατεθεί στο Γραφείο Μετοικισμού και Αποκαταστάσεως προδφύγων, ύστερα από έντονη διαμάχη του ως συνδικαλιστή, με το Υπουργείο Πρόνοιας, η οποία οδήγησε σε συνεχόμενες αποσπάσεις του από την Αθήνα. Ο ποιητής αφήνει πίσω του μια επιστολή.

Αυτή δημοσιεύθηκε το 1938, λογοκριμένη στα σημεία που βρίσκονται σε αγκύλες, ώστε να μη δίνονται στοιχεία για τις καταστάσεις που δημιουργησαν στον ποιητή την τραγωδία του όπως ο ίδιος αναφέρει. Πλέον γνωρίζουμε ότι εκτός από την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε, τη σύφιλη, και τις ιδιαίτερα δύσκολες επαγγελματικές συνθήκες που βίωνε για χρόνια, ο Καρυωτάκης γνώριζε ότι σύντομα θα συνετασσόταν ισχυρό κατηγορητήριο προς το πρόσωπό του από το υπουργείο Προνοίας. Τα παραπάνω θα μπορούσαν να εξηγήσουν την ψυχολογική κατάρρευση του ποιητή.


Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθεια μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. [Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό.] Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.

Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι.

Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. [Ήμουν άρρωστος.]

Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη καριωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

Κ.Γ.Κ.

[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επι δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.