Σε μια μακρινή επαρχία της Τσαρικής Ρωσίας, ο διοικητικός μηχανισμός του κράτους λυμαίνεται αχαλίνωτα την τοπική κοινωνία. Οι κρατικοί υπάλληλοι, ξεκινώντας από τον επικεφαλής τους, τον Έπαρχο, συμπεριφέρονται ως δυνάστες του λαού, με κύρια και ουσιαστική τους ασχολία την κατάχρηση εξουσίας με απάτες, εκβιασμούς και εκφοβισμό όσων ζουν στην επαρχιακή αυτή πόλη. Μίζες, δωροδοκίες, διαπλοκή, μία διαβρωμένη εξουσία που καταβροχθίζει ανενόχλητη όσα μπορεί να της προσφέρει μια κοινωνία που έχει με τη σειρά της κι αυτή εθιστεί στην αναξιοπρέπεια, στην κολακεία, στο «λάδωμα».
Όμως, αυτή η ιδεατή κατάσταση για τους ανθρώπους της τοπικής διοίκησης διαταράσσεται ξαφνικά από την είδηση ότι επίκειται η «ινκόγκνιτο» άφιξη ενός υψηλόβαθμου Κρατικού Γενικού Επιθεωρητή από την πρωτεύουσα, ο οποίος έχει σκοπό να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους και να επιβάλει κυρώσεις σε εκείνους που δεν τα ασκούν όπως πρέπει…
Έντρομος ο Έπαρχος δίνει οδηγίες σε όλους τους τοπικούς ανώτερους υπαλλήλους, τον ένα πιο διεφθαρμένο από τον άλλο, να «εξωραΐσουν» και να «καλλωπίσουν» όλες τις παρανομίες και ατασθαλίες τους στο χώρο δικαιοδοσίας τους. Η αγωνία όλων κορυφώνεται και στην μικρή κωμόπολη επικρατεί πανικός, κυρίως λόγω της μυστικότητας και της απόκρυψης ταυτότητας του εν λόγω Επιθεωρητού. Ποιος μπορεί να είναι; Διάφορες εικασίες και συνειρμοί οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Επιθεωρητής έχει ήδη καταφθάσει, διαμένει σ’ ένα πανδοχείο της κωμόπολης και ονομάζεται Χλεστιακώφ. Αλλά ο «Επιθεωρητής» δεν είναι Επιθεωρητής. Είναι ένας σπάταλος και γι’ αυτό απένταρος, πεινασμένος, κατώτερος χαμηλόβαθμος δημόσιος υπάλληλος από την πρωτεύουσα, την Πετρούπολη, που ταξιδεύει με τελικό προορισμό την πατρική του κατοικία στο Σαράτοβ, έχοντας χάσει και το τελευταίο του ρούβλι χαρτοπαίζοντας. Στο πρόσωπό του, όμως, οι κάτοικοι της πόλης βλέπουν έναν μεγάλο σωτήρα και οραματίζονται ένα σπουδαίο μέλλον.
Η μοιραία αυτή παρεξήγηση γίνεται η αιτία ενός καταιγισμού συναρπαστικών ξεκαρδιστικών τραγελαφικών καταστάσεων, με τον Χλεστιακώφ να γίνεται ακούσιος μάρτυρας όλης της διαφθοράς αλλά και της γελοιότητας και βλακείας που κυριαρχούν στην τοπική κοινωνία. Από τον Έπαρχο και τους τοπικούς κρατικούς παράγοντες ως τους εμπόρους, εργολάβους, προμηθευτές δημοσίου, που παρουσιάζονται μπροστά του έτοιμοι να κολακέψουν, να δωροδοκήσουν, να κατηγορήσουν ο ένας τον άλλο, σ’ έναν ασύλληπτο ανταγωνισμό προσπάθειας να αποκτήσουν την εύνοια εκείνου που θεωρούν ανώτερό τους. Ο «Επιθεωρητής», συνειδητοποιώντας ότι τον περνούν για κάποιον ανώτερο κρατικό λειτουργό και απένταρος καθώς είναι, θα εκμεταλλευτεί τον πανικό τους και θα «αφεθεί» να του προσφέρουν φιλοξενία, χρήμα, έρωτα και ότι άλλο… μπορεί να του προσφέρει η επαρχιακή αυτή πόλη και θα το σκάσει… για να αποδειχθεί πόσο γελοία βλάκες μπορεί να είναι όσοι θεωρούν τον εαυτό τους έξυπνο, πονηρό και καταφερτζή!
Όσο για τον Χλεστιακώφ, πρόκειται για έναν χαρακτήρα για τον οποίο η φαντασία και η πραγματικότητα έχουν αναμιχθεί σε ένα τρελό μείγμα ψευδαίσθησης. Μέσα από την προσπάθειά του να εκθέσει και να εκμεταλλευτεί τη γελοιότητα των άλλων, καταφέρνει να γίνει κι ο ίδιος γελοίος με την έπαρση, μεγαλομανία, επιδειξιμανία σ’ ένα παραλήρημα φαντασιοπληξίας σχετικά με την «ταυτότητά του», η οποία και βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με την κοινωνική αλλά και οικονομική πραγματικότητά του!
Ο Γκόγκολ δημιουργεί για όλους αυτούς τους τύπους χαρακτήρων ένα κωμικοτραγικό καθαρτήριο όπου μέσα από την τιμωρία τους, ίσως, βρουν τη λύτρωση. Για μία ημέρα και οι δύο πλευρές ζουν ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα· και είναι η αγάπη αυτή για την αναζήτηση της προσωπικής αλήθειας που δημιουργεί τη συμφιλίωση με την ψευδαίσθηση που φέρνει μαζί του ο “Επιθεωρητής”. “Τώρα καταλαβαίνω τι σημαίνει να είσαι κωμωδιογράφος. Την παραμικρή αλήθεια -ακόμη και ίχνος αυτής της αλήθειας- αν πεις, έχεις να αναμετρηθείς όχι μονάχα με άτομα, αλλά με ολόκληρες τάξεις” γράφει στο φίλο του Στσέπκιν ο Ν. Γκόγκολ.
Από την πρώτη στιγμή που ανεβαίνει το θεατρικό έργο Ο επιθεωρητής, το 1836, προκαλεί πανικό. Η ριζοσπαστική του σάτιρα χώρισε το κοινό που παρακολούθησε το θεατρικό έργο στα δύο. Χρειάστηκε η επέμβαση του ίδιου του Τσάρου Νικολάου Α΄ για να ανέβει. Τελικά το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο «Θέατρο της Αυλής» στη Μόσχα, παρουσία του Τσάρου το 1836. Ο ίδιος ο Γκόγκολ έγραψε σε φίλο του: «Η αστυνομία είναι εναντίον μου, οι έμποροι είναι εναντίον μου, οι διανοούμενοι είναι εναντίον μου. Με βρίζουν και μετά τρέχουν να δουν το έργο μου. Είναι αδύνατον να βρεις εισιτήρια». Μέσα από την γελοιοποίηση χαρακτήρων και καταστάσεων αναδεικνύει όλες τις κοινωνικές παθογένειες-σε όποια χώρα και ιστορική περίοδο κι αν τις συναντάμε- μεταμορφώνοντας έτσι το επίκαιρο σε αιώνιο, το ηθογραφικό σε παγκόσμιο. Με αλάνθαστη τεχνική από την αρχή μέχρι το τέλος, πλάθει αληθινούς χαρακτήρες, στους οποίους ο θεατής αναγνωρίζει άτομα του κοινωνικού περιβάλλοντός του ή ακόμα-ανάλογα με το βαθμό αυτογνωσίας του-και… τον ίδιο τον εαυτό του.
Τι ήταν όμως αυτό που έκανε το έργο να έχει επιτυχία και να θεωρηθεί αριστούργημα; Μια εύθυμη σάτιρα για τη φιλαργυρία και την ηλιθιότητα των γραφειοκρατών ανώτερων υπαλλήλων, μια φαρσοκωμωδία που θεωρείται από πολλούς κριτικούς ως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα στη ρωσική λογοτεχνία. Αφορά τους τοπικούς ανώτερους υπαλλήλους μιας μικρής πόλης, που μπερδεύουν έναν νέο ταξιδιώτη μ’ έναν αναμενόμενο κυβερνητικό επιθεωρητή και του προσφέρουν εξευμενιστικές δωροδοκίες, για να τον πείσουν ν’ αγνοήσει την αρχικά κακή μεταχείρισή του απ’ αυτούς.
Το έργο θεωρείται κλασικό και παίζεται συνεχώς στις θεατρικές σκηνές. Είναι μια αγαπημένη σάτιρα, που κάνει τον θεατή να συμμετέχει στην υπόθεση, να αντιλαμβάνεται τη διαφθορά εκείνης της εποχής και να κάνει ανάλογες συγκρίσεις με τη σημερινή κοινωνία. Θεωρείται από πολλούς κριτικούς ως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της ρωσικής λογοτεχνίας και ως μια από τις κορυφαίες κλασικές κοινωνικές σάτιρες του παγκόσμιου δραματολογίου.
Πρόκειται για μια ανελέητη καταγγελία εναντίον της διαφθοράς και της διαπλοκής. Το καυστικό χιούμορ και οι ακραίες κωμικές καταστάσεις ξεδιπλώνουν ολοζώντανα μπροστά στα μάτια των θεατών την ασυδοσία της εξουσίας-πολιτικής, δικαστικής, διοικητικής, συνδικαλιστικής, Τύπου-και των μηχανισμών της, με την καθοριστική συμμετοχή των πολιτών-όλων των τάξεων και επαγγελμάτων-σ’ αυτό το αίσχος πολιτικής και κοινωνικής σήψης μέσω «εξαγοράς» της αξιοπρέπειας και της συνειδήσεώς τους, προκειμένου να εξασφαλίσουν χρήμα και «κοινωνική καταξίωση». Ένα απίστευτο γαϊτανάκι φτιαγμένο από γραφειοκρατία, μίζες, ρουσφέτια, διορισμούς, εκβιασμούς, απάτες, συκοφαντίες, προδοσίες, κολακείες, δωροδοκίες… Όλα στο βωμό του κέρδους και της ανθρώπινης απληστίας!
Η ανηθικότητα-διαχρονική αξία- διαπερνά όλη την κοινωνική πυραμίδα, από κάτω προς τα πάνω και από πάνω προς τα κάτω, συντηρώντας έτσι έναν γενικευμένο χυδαίο φαύλο κύκλο κοινωνικής αποσάθρωσης!
Το ειρωνικό της υπόθεσης είναι ότι ο ίδιος ο Γκόγκολ βρέθηκε στα 24 του, το 1833, χάρη στη μεσολάβηση φίλων, υφηγητής Παγκόσμιας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης. Ο Τουργκένιεφ στα Απομνημονεύματά του (μας πληροφορεί ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος στο «Πέντε Ρώσοι κλασικοί», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006) έγραψε ότι «από Ιστορία δεν γνώριζε τίποτα» και ότι η αξιολύπητη εμφάνισή του στην καθηγητική έδρα δεν είχε καμία σχέση με την εικόνα που είχαν σχηματίσει ο ίδιος και οι άλλοι φοιτητές από τον λογοτέχνη Γκόγκολ. Παραιτήθηκε, βέβαια, την ίδια χρονιά, αλλά λέγοντας ότι δεν αναγνωρίστηκαν οι ικανότητές του, γράφει σκωπτικά ο Τουργκένιεφ.
Το αναφέρω γιατί ένα είδος «τραγικής» ειρωνείας ακολουθεί τη μικρή, αλλά εξαιρετικά πυκνή, διαδρομή του Γκόγκολ στα ρωσικά γράμματα. Αυτός ο μέγας σατιρικός, που εισήγαγε τον ρεαλισμό στη ρωσική λογοτεχνία, προτού επισήμως γεννηθεί ως κίνημα στην προηγμένη Δύση από τον Ζολά, είχε περιορισμένων δυνατοτήτων κριτική σκέψη. Υπέφερε από έντονη αγωνία προσφοράς στην πατρίδα και τους ανθρώπους της (που πίστευε ότι έπρεπε ν’ αλλάξει εκ βάθρων αλλά εντός του… υφιστάμενου πολιτικού και πολιτιστικού πλαισίου – του τσαρικού καθεστώτος και της Ορθοδοξίας) και τελικά βυθίστηκε στη παράνοια: πέθανε από εξάντληση, γονατιστός μπροστά στα εικονίσματα, αρνούμενος τροφή. Λίγες μέρες πριν είχε κάψει το δεύτερο τόμο των «Νεκρών Ψυχών». Στον πρώτο τόμο αυτού του μυθιστορήματος, που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, και πάλι εστιάζει στο βαθιά διεφθαρμένο σύστημα των κρατικών λειτουργών και των Ρώσων φεουδαρχών, αλλά υπό ένα πρίσμα που ώθησε τον μέγα κριτικό της εποχής, Βησαρρίωνα Μπελίνσκι, να γράψει για τον Γκόγκολ ότι ήταν κήρυκας του κνούτου, απόστολος της αμάθειας, πρόμαχος της καθυστέρησης και του σκοταδισμού!
Το «Εμβατήριο Ραντέτσκυ» του Γιόζεφ Ροτ είναι ένα οικογενειακό έπος που εκτείνεται σε τρεις γενιές της οικογένειας Τρόττα, μιας οικογένειας που αναπόφευκτα χαράζει μια πορεία παράλληλη με εκείνη της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και τον αυτοκράτορά της Φραγκίσκου Ιωσήφ σε μια εποχή που γίνεται έκδηλη η παρακμή της. Μέσα στο πολυσέλιδο έργο που διαβάζεται ιδιαίτερα γρήγορα γινόμαστε και εμείς κομμάτι μιας ιστορίας που δεν είναι ιδιαίτερα γνώριμη σε εμάς.
Τα πρόσωπα
Η αφήγηση αρχίζει με μια μάχη. Τη μάχη του Σολφερίνο. Εκεί ο Λοχαγός Τρόττα σώζει το 1859 στην μάχη του Σολφερίνο τον νεαρό και άσκεφτο αυτοκράτορα. Για αυτήν του την πράξη θα παρασημοφορηθεί και θα πάρει τον τίτλο του βαρόνου. Το κεντρικό επεισόδιο στη ζωή του παππού Τρόττα, δηλαδή η ηρωική αυτή διάκριση όταν έσωσε τον αυτοκράτορα στη μάχη του Σολφερίνο, επηρεάζει όλη του τη σταδιοδρομία, όχι μόνο γιατί του δόθηκε ένα μη ευκαταφρόνητο ποσόν και του επέτρεψε να ανέλθει κοινωνικά ( ο πλήρης τίτλος πλέον είναι: Γιόζεφ Τρόττα, βαρόνος φον Σιπόλιε) αλλά και γιατί τον σημαδεύει με πολλούς τρόπους σ’ όλη του τη ζωή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παραχάραξη της ιστορίας στο αναγνωσματάριο του δημοτικού, όπου ο ήρωας παρουσιάζεται εσφαλμένα ότι… πέθανε ως Ιππότης καρφωμένος μ’ ένα δόρυ εχθρικό, πράγμα που φυσικά προκαλεί την έγγραφη διαμαρτυρία του ήρωα στο Υπουργείο Παιδείας. Όπως όμως τον συμβουλεύει ο συμβολαιογράφος, τα ιστορικά γεγονότα παρουσιάζονται πάντα αλλαγμένα στις σχολικές αίθουσες. Κι έτσι πρέπει, κατά τη γνώμη μου. Τα παιδιά χρειάζονται παραδείγματα κατανοητά, παραδείγματα που θα μείνουν χαραγμένα στο μυαλό τους. Όσο για την πραγματική αλήθεια, αυτή θα τη μάθουν αργότερα! Φυσικά, και η απάντηση του Υπουργείου δεν απέχει πολύ: το εν προκειμένω κεφάλαιον, το έχει ελέγξει αυτοπροσώπως ο ίδιος ο Υπουργός, ο οποίος και το ενέκρινε. Η πρόθεσις του υπουργείου είναι η διδαχή των μεγαλύτερων αλλά και των μικρότερων μαθητών της Μοναρχίας, καθώς επίσης και ο παραδειγματισμός τους. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να παρουσιάσουμε τις ηρωικές πράξεις των στρατιωτικών της πατρίδος μας με τρόπο ανταποκρινόμενο στο χαρακτήρα, τη φύση και τη φαντασία των παιδιών, έτσι ώστε να καλλιεργήσουμε, να υποστηρίξουμε και να ενισχύσουμε τα πατριωτικά αισθήματα των ερχόμενων γενεών. Για το σκοπό αυτό δεν αλλοιώνουμε, βεβαίως την ιστορική αλήθεια. Αλλά προσπαθούμε να την αφηγηθούμε όσο το δυνατόν πιο γλαφυρά, έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε την προσοχή, και να θέλξουμε τη φαντασία των μικρών μαθητών. Ο Τρόττα δέχτηκε τα δώρα κατηφής κι ενοχλημένος, σα να ήταν προσβολές. Υπέβαλε την παραίτησή του κι αποστρατεύτηκε με τον τίτλο του ταγματάρχη, ενώ αποσύρθηκε πικραμένος γιατί είχε χάσει τον παράδεισο της απλής πίστης στον αυτοκράτορα, στην αρετή, στην αλήθεια και στη δικαιοσύνη.
Ο γιός του Γιόζεφ Τρόττα, ο Φραντς, με την παραίνεση του πατέρα του, γίνεται νομικός και ορίζεται ως Περιφερειακός Επίτροπος στη Σιλεσία. Είναι ένας άνθρωπος άκαμπτος, προσκολλημένος στην παράδοση και τη ρουτίνα του που δεν επιτρέπει να φανούν τα συναισθήματά του ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Εργάζεται μεθοδικά και αφοσιωμένα και δεν αφήνει περιθώριο σε κανένα εξωτερικό παράγοντα να διαπεράσει το κέλυφος που έχει φτιάξει γύρω του. Μεγαλώνει το γιό του Καρλ Γιόζεφ με αυστηρότητα φορτώνοντάς τον αμείλικτα με το βάρος της ιστορίας της οικογένειας και τον πατριωτισμό που εκείνη συνεπάγεται. Η σχέση του Καρλ Γιόζεφ με τον πατέρα του είναι κατά βάσιν καθήκον και όχι μια σχέση βαθιά με το συναίσθημα και την απλότητα που απαιτείται. Είχε δίκιο ο κριτικός και συγγραφέας J. M. Coetzee που παρατήρησε πως ο Φραντς είναι η πιο τραγική φυσιογνωμία του μυθιστορήματος, παρόλο που ο συγγραφέας του αφιερώνει λίγες σελίδες, και παρόλο που τον γνωρίζουμε κυρίως μέσα από τον πατρικό του ρόλο. Είναι τραγικός, γιατί είναι αναγκασμένος, μέσα από τις αποτυχίες του γιου του αλλά κυρίως λόγω των κοινωνικών και ιστορικών μεταβολών, να δει και να αποδεχτεί την αλλαγή του κόσμου των αξιών στις οποίες πίστεψε. Μεγαλώνει το γιο του με απίστευτη τυπικότητα και αυστηρότητα, τόση που θα περίμενε κανείς αμφισβήτηση, επανάσταση, ή έστω μίσος από τη μεριά του γιου. Όμως όχι, υπήρξε τυφλή στρατιωτική πειθαρχία, σεβασμός, αποδοχή, και, καθώς ο Καρλ μεγάλωνε, συγκρατημένες εκδηλώσεις βαθιάς αγάπης.
Ο εγγονός Τρόττα, ο Καρλ αποκλίνει από το ιδεώδες του αφοσιωμένου και πειθαρχημένου στρατιώτη. Παρακολουθούμε τη ζωή του που, ακολουθώντας την παρακμή της μοναρχίας, καταλήγει αργά και σταδιακά σε πλήρη κατάρρευση: συνάπτει φλογερή παράνομη σχέση με τη γυναίκα του χωροφύλακα, η οποία όμως πεθαίνει. Βιώνει την παρακμή της στρατιωτικής ζωής, εφόσον οι συνάδελφοί του το μόνο που σκέφτονται είναι η βότκα και τις «εύθυμες» επισκέψεις στο σαλόνι της κυρίας Ρέζι. Εξαιτίας του, από τραγική παρεξήγηση, γίνεται μονομαχία όπου σκοτώνεται ο μοναδικός του φίλος, ο γιατρός Ντέμαντ (συγκλονιστικές οι τελευταίες συζητήσεις που μοιράζεται με τον Καρλ: «Είμαι βλάκας αγαπητέ μου φίλε! Θα έπρεπε να έχω χωρίσει από καιρό την Εύα. Τώρα δεν έχω τη δύναμη να ξεφύγω απ’ αυτήν την ανόητη μονομαχία. Θα γίνω ήρωας από βλακεία, σύμφωνα με τον κώδικα της τιμής και τους κανονισμούς του στρατεύματος. Ήρωας!» Γέλασε και το γέλιο του αντήχησε κούφιο μέσα στη νύχτα). Δεν έχει περιθώριο πια, όχι μόνο για λόγους τιμής, να παραμείνει στο Ιππικό. Τον καιρό εκείνο, όπως γράφει κι ο συγγραφέας, πριν από τον μεγάλο πόλεμο, δεν ήταν ακόμα ασήμαντο και αδιάφορο πράγμα ο θάνατος ενός ανθρώπου. Η συμπεριφορά όλης της κοινωνίας απέναντί του αλλάζει. Εννοείται ότι θα έφευγε από το τάγμα και θα ζητούσε μετάθεση γι’ αλλού. Αυτός όμως αναζητούσε κάτι δύσκολο, κάτι σχεδόν ακατόρθωτο για να το αναλάβει. Αναζητούσε μέσα του μια εθελοντική τιμωρία. Η τραγική σύγκρουση μέσα του τον κάνει να διστάζει να γράψει γράμμα στον πατέρα του, αλλά, όταν πια το αποφασίζει, εκείνος του συμπαραστέκεται με αξιοθαύμαστο τρόπο, παρόλο που δε συμφώνησε με την άποψη του γιου του να μετατεθεί στη Σλοβενία∙ ήταν και ένιωθε Αυστριακός, υπηρέτης και υπάλληλος των Αψβούργων. Έτσι, ο Καρλ μετατίθεται στο Πεζικό και η σχέση πατέρα- γιου μεταλλάσσεται, αποκτώντας ιδιαίτερο ψυχολογικό ενδιαφέρον. Παρόλη όμως την ισχυρή παρουσία του πατέρα και του ηρωικού πνεύματος του παππού, ο Καρλ περιμένοντας έναν… πόλεμο, που θα τον αναδείξει ως ήρωα και θα δικαιώσει τον τίτλο του, αρχίζει να παίρνει την κατρακύλα. Πρώτα πρώτα, πίνει, γιατί η ζωή γίνεται πολύ πιο εύκολη, μόλις κατέβαζε κανείς τα πρώτα ποτηράκια. Ξημεροβραδιάζεται στο καζίνο της μικρής πόλης όπου μετατέθηκε (στα σύνορα της αυστροουγγρικής μοναρχίας), και ξοδεύει όλα του τα λεφτά στον τζόγο. Ο Κάρλ Γιόζεφ είναι ένας χαρακτήρας ρομαντικός και μοναχικός και επιπλέον είναι ένας απρόθυμος στρατιώτης. Τραυματισμένος ψυχικά από το θάνατο μιας γυναίκας – της πρώτης του ερωμένης – αλλά και το θάνατο σε μονομαχία του μοναδικού φίλου που είχε ποτέ, ακολουθεί τους κανόνες που του έχουν επιβληθεί προσπαθώντας να βρει παρηγοριά στο ποτό και τον τζόγο. Η νοσταλγία και η μελαγχολία που είναι και τα κυρίαρχα θέματα σε ολόκληρο το βιβλίο, απεικονίζονται με το πέρασμα του χρόνου καθώς και με τις ρομαντικές και πλατωνικές σχέσεις του Κάρλ Γιόζεφ που αργότερα αναπολεί. Ένας αδύναμος απόγονος ισχυρών ανδρών που η μοίρα του επιφύλαξε και ένα άδοξο τέλος.
Η πλοκή
Ο Γιόζεφ Ροτ, ο δηλωμένος νοσταλγός της χαμένης αυτοκρατορίας, δίνει μ’ ένα τόσο εσωτερικό τρόπο τη διάλυση αυτού του ιδεώδους, που αναρωτιέται κανείς ποια είναι πράγματι η ιδεολογία του συγγραφέα. Το «Εμβατήριο Ραντέτσκυ» αποτελεί την απάντηση του συγγραφέα στην κοσμοθεωρία της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων και σ’ αυτή που ανέτειλε σε αντικατάστασή της. Τοποθετεί για αυτόν τον σκοπό έντεχνα τον Φραντς Τρόττα, ώστε να μην έχει χάσει την πίστη του στη μοναρχία και τον τρόπο ζωής που αυτή υπαγορεύει απέναντι στον Κάρλ Γιόζεφ που έρχεται αντιμέτωπος με τα μηνύματα της εποχής άδικα προσπαθεί να αντλήσει δύναμη από την ένδοξη ιστορία της οικογένειάς του για να ενταχθεί στη νέα τάξη πραγμάτων.
Αυτό που εξυψώνει τούτο το μυθιστόρημα είναι ο αριστουργηματικός τρόπος που η Ιστορία μπλέκεται στην πλοκή, η ύπουλη εισβολή της στην πεζή καθημερινότητα των ηρώων, το πέρασμα από μια κραταιά αυτοκρατορία τη πανσπερμίας των λαών, στην παρακμή, την εποχή των εξεγέρσεων, το ξύπνημα της εθνικής μνήμης, που αρχίζει και διαχωρίζει όλους αυτούς που κάποτε ήταν περήφανοι να είναι μέλη αυτού του κράτους. Το βιβλίο φτάνει στα όρια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και ενώ δεν μας μιλά ποτέ ανοιχτά, ξέρουμε πως η Αυτοκρατορία δεν έχει τύχη. Το βασικό σύμβολο, τον Αυτοκράτορα, ο παππούς Τρόττα τον σώζει δια ζώσης, ο μπαμπάς Τρόττα τον βλέπει παντού σαν πορτρέτο, ο εγγονός τον σώζει, μόνο ως εικόνα, από ένα μπορντέλο. Από την άλλη, αυτές οι «χαμένες» ζωές που ζουν οι Τρόττα, οι προδιαγεγραμμένες από τον μπαμπά, τον παππού, την θέση τους ή ένα τυχαίο γεγονός που τους κάνει ήρωες, θυμίζουν πολύ το πώς περνά η ζωή όλων των ανθρώπων, και των σημερινών. Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ (1932)είναι, όπως το χαρακτήρισε ο Στέφαν Τσβάιχ, ένα βιβλίο αποχαιρετισμού για την αυτοκρατορία.
Ο συγγραφέας
Ο Μόζες Γιόζεφ Ροτ γεννήθηκε το 1894 στο Μπρόντυ της Γαλικίας (σημερινής Ουκρανίας), υπήκοος της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας. Περισσότεροι από πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι (κάτοικοι μέρους ή όλου των χωρών που σήμερα αποκαλούμε Αυστρία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Σλοβενία, Κροατία, Πολωνία, Ουκρανία, Σλοβακία, Δημοκρατία της Τσεχίας και Ιταλία), από τους οποίους ούτε ένας στους τέσσερις δεν είχε μητρική γλώσσα τα γερμανικά. Για πολλούς από τους υπηκόους της, η ετερογένεια της αυτοκρατορίας αυτής ήταν και η δόξα της. Σύμφωνα με την «Αυστριακή Ιδέα», η Αυστροουγγαρία δεν ήταν τόσο πολυεθνική, όσο υπερεθνική – ένα είδος πλατωνικού μορφώματος που συνένωνε με αρμονία και σταθερότητα τις ελάσσονες φυλετικές και εθνικές πραγματικότητες. Σε αυτό το περιβάλλον, ενισχυμένο με ένα πατριωτικό ιδεώδες που ευνοούσε το κύρος και το μέγεθος της τότε αυτοκρατορίας έζησε και μεγάλωσε ο Ροτ. Μέσα στα έργα του απηχούν όλες αυτές οι προσδοκίες, οι αντιλήψεις, οι ιδεολογίες που καλλιεργούνταν την περίοδο εκείνη στους υπήκοους της αυτοκρατορίας. Το ζήτημα είναι πως ο Ροτ τιε διαχειρίζεται κριτικά. Δεν κοντοφθαλμεί, γίνεται μάρτυρας μιας αυτοκρατορίας που παρακμάζει, ενός ηγέτη που φθίνει, μιας χώρας που συρρικνώνεται. Είναι φυσικό όλο αυτό να τον θλίβει. Ωστόσο, μεταχειρίζεται την απογοήτευση αυτή δημιουργικά, ποτίζοντας το έργο του με σταγόνες της πικρίας που γεύτηκε αυτός και οι συμπατριώτες του. Ο Γιόζεφ Ροτ έχει την ικανότητα γράφοντας απόμακρα, σχεδόν σκληρά, να σε βάλει πλαγίως στην ζωή των ηρώων του και να την συνταιριάζει με την ροή της ιστορίας, μιας ιστορίας κατά γενική ομολογία άγνωστη σε εμάς που μέσα από το έργο του είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε με τον καλύτερο πιθανό τρόπο. Μπορεί να μην πρόκειται αυστηρά για μια βιογραφία ή για ένα ιστορικό αφήγημα, ωστόσο το «Εμβατήριο Ραντέτσκυ» είναι πολλά περισσότερα, είναι μια συγκινητική αφήγηση της πτώσης μιας αυτοκρατορίας και μαζί με αυτήν των ανθρώπων της! Αξίζει να το διαβάσετε! Την προτροπή μας ενισχύει και η εξαιρετική μετάφραση του Δημήτρη Δημοκίδη.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις PRiNTA και Ροές
Κύριε χρειάζεται να θάψω κάπου βαθιά τον εαυτό μου Και να μη με δει ο ήλιος ένα διάστημα Να ξαναζήσω ελαφρός Με τη μοίρα του πουλιού Που τώρα όλο και μου ξεφεύγει Νάρθει και για μένα η άνοιξη Χωρίς ν’ αγγίζει με τα πόδια της τη γη Όταν τραγουδώ κι όταν ευφραίνομαι την πλάση Να δώσω τ’ όνομά μου στο κάθε πουλί Που από έναν πύργο αόρατο θα με χαιρετά Με τους ανθρώπους να με δένει το τραγούδι Με τα ζώα η σιωπή.
Εκτός από το γνωστό και αγαπημένο ποιητικό έργο, ο Καρυωτάκης άφησε και πεζά κείμενα και εξαιρετικές μεταφράσεις, τις οποίες φιλοξενούμε στην ποιητική συλλογή αυτής της εβδομάδας!
Ο μεταφραστής
Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης είναι ένας ποιητής που μας δίνει τη δυνατότητα να συγκρίνουμε την ποίησή του με το έργο άλλων λογοτεχνών χωρίς να περιοριζόμαστε στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση. Οι αναγνώσεις του, η σχέση του με την ξένη λογοτεχνία και οι επιδράσεις που δέχθηκε από λογοτεχνικά ρεύματα αποδεικνύουν ότι ο Καρυωτάκης είναι ένας συγγραφέας με πολλές όψεις και με εκλεκτικές συγγένειες με συγγραφείς σημαντικούς στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ρομαντικά και συμβολιστικά στοιχεία στην ποίησή του μας κάνουν να καταλάβουμε ότι δεν είχαν ξεπεραστεί και έπρεπε να αντιμετωπιστούν ξανά με διαφορετικούς όρους για να προετοιμάσουν τον μοντερνισμό και την ρήξη με την παράδοση. Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης υπήρξε συστηματικός αναγνώστης, μετέφρασε ποιήματα ξένων λογοτεχνών και διαμόρφωσε τη δική του γενεαλογία. Είναι γνωστό ότι οι μεταφραστικές επιλογές των συγγραφέων αποκαλύπτουν τον δικό τους τρόπο πρόσληψης ενός έργου και μ’ αυτό τον τρόπο μπορούμε να ερμηνεύσουμε τις επιλογές του Καρυωτάκη. Τα ποιήματα αυτά δεν χαρακτηρίζονται από εξάρσεις, είναι χαμηλόφωνα, δηλώνουν τη μελαγχολία και την απογοήτευση.
Κατά τη διάρκεια του όποιου μεταφραστικού ενεργήματος ο Καρυωτάκης, όπως κάθε μεταφραστής, είναι πρωτίστως αναγνώστης. Καθώς όμως δεν βαδίζει σε μια μεταφραστική terra incognita, ο Καρυωτάκης είναι συγχρόνως και αναγνώστης μεταφράσεων άλλων μεταφραστών και μάλιστα μια σύνθετη περίπτωση αναγνώστη· ως αναγνώστης λογοτέχνης διαφοροποιείται από τον κοινό αναγνώστη, έχοντας επιπλέον δυνατότητα ανάγνωσης του πρωτοτύπου. Αν η ανάγνωση κάθε μεταφραστή αποβλέπει στη μετάφραση, είναι επομένως μια προμετάφραση (pretraduction), η ανάγνωση του αναγνώστη της μετάφρασης-λογοτέχνη θα μπορούσε να θεωρηθεί μια μετα-μετάφραση , τα ίχνη της οποίας ενδέχεται να αποτυπώνονται στη γραφή του. Η γραφή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Καρυωτάκη, απολήγει σε νέα μετάφραση ή σε πρωτότυπο ποίημα. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται ουσιαστικά για αναμετάφραση, δηλαδή για νέα μετάφραση «στην ίδια γλώσσα, ενός κειμένου ήδη μεταφρασμένου, στο σύνολο του ή εν μέρει». Μια αναμετάφραση, όταν είναι ενεργητική, όταν αναπτύσσει διακειμενικό διάλογο με προηγηθείσες μεταφράσεις, λειτουργεί ερμηνευτικά ως προς το πρωτότυπο όσο και ως προς τη μετάφραση ή τις (ανα)μεταφράσεις του. Και από τη στιγμή που κάθε μετάφραση είναι ερμηνευτική ανάγνωση, η αναμετάφραση συνιστά διπλή ερμηνεία, ερμηνεία της ερμηνείας.
Ο Καρυωτάκης ως μεταφραστής προξενεί αληθινή κατάπληξη κι εμπνέει το θαυμασμό. Και τούτο, γιατί δε διστάζει μπροστά σε καμιά δυσκολία. Πιάνει λ.χ. την περίφημη «Μπαλλάντα των κυριών του παλαιού καιρού» του Villon και τη χύνει, με τον πιο άνετο τρόπο, σε νεοελληνικούς στίχους, κρατώντας τα περισσότερα που θα μπορούσε να κρατήσει απ’ το πρωτότυπο, και προπαντός χωρίς να θυσιάσει τίποτα απ’ τη νοσταλγία και το αίσθημα του ποιήματος. Όλο του το μέλημα είναι να μη προδώσει καθόλου τον ποιητή, γι’ αυτό, κι όταν αναγκάζεται για λόγους στιχουργικούς να κάνει μια προσθήκη, η προσθήκη αυτή όχι μόνο δεν μοιάζει παρείσακτη μέσα στο αυθεντικό υλικό του ποιητή, μα τουναντίον θα υπέθετε κανείς ότι πρόκειται για ένα υπόλειμμα από το υλικό που είχε στη διάθεσή του ο ίδιος ο Villon, και που λόγοι οικονομίας στη φόρμα τον ανάγκασαν να το αφήσει έξω. Αυτό ακριβώς το αμεταχείριστο υλικό το δανείζεται, θα έλεγε κανείς, νοερά ο έλληνας μεταφραστής και το μεταχειρίζεται αξιοθαύμαστα, ίσως για να μιλήσει ιδιαίτερα στη φαντασία του έλληνα αναγνώστη του. Κι αλήθεια, μέσα σ’ όλες εκείνες τις θρυλικές καλλονές, που ο γάλλος ποιητής αναπολεί για να μας υποβάλει τον πόνο του για τη φθορά, τι φυσικότερο από το να παρελάσει κι η εμορφιά της σπαρτιάτισσας Ελένης, που αυτή δα κι αν αναστάτωσε τον κόσμο στα χρόνια τα παλιά; Την προσθήκην αυτή του Καρυωτάκη τη θεωρώ λεπτότατο πραγματικά εύρημα συγγενικής διαθέσεως, μια απ’ τις αντιστοιχίες για τις οποίες μίλησα πιο πριν. Για πολλές απ’ τις μεταφράσεις του Καρυωτάκη θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι τα ίδια τα πρωτότυπα ή και μια άλλη τους μορφή παραπλήσια, που προηγείται κάποτε της τελειωτικής.
Ο Καρυωτάκης µεταφράζει Francis Viele – Griffin, Paul Verlaine, Heinrich Heine, Comtesse Mathieu de Noailles, Paul – Jean Toulet, Andre – Spire, Laurent Tailhade, Jean Moréas, Francis Carco, Mathurin Régnier, François Villon, Nicolaus Lenau, Charles Baudelaire, Tristan Corbière, Frédéric Mistral, Charles Guérin, Marie von Ebner – Eschenbach, Emile Despax, Georges Rodenbach (Καρυωτάκης, 2008 και Καρυωτάκης, 2009). Ο Καίσαρ Εµµανουήλ µεταφράζει έργα των Edgar Allan Poe, Paul Valéry, Arthur Rimbaud, Stéphane Mallarmé (Εµµανουήλ, 1981), Bliven Bruce, Castor Henry, Chandon G., Crane Stephen, Daco Pierre, Dickens Charles, Gunther John, Guthrie A. B., Hawthorne Nathaniel, Kelly Regina, Kingsley Charles, Krumgold Joseph, McCann Kevin, Merimée Prosper, Pyle Haward, Real Pierre, Reid Mayne, Rilly R., Shakespeare William, Sperry Armstrong, Stevenson Robert, Swift Jonathan, Verne Jules, Winwar Frances, Zola Emile. Ο Κώστας Ουράνης µεταφράζει Edgar Allan Poe, Mark Twain.
Ο πεζογράφος
Το πεζογραφικό του έργο είναι περιορισμένο σε έκταση, αλλά και η πλειονότητα των πεζών που έγραψε ξεφεύγουν από τα τυπικά γνωρίσματα της πεζογραφικής γραφής και πλησιάζουν στην ποιητική πρόζα. Το σημαντικότερο ίσως από όλα τα πεζά του, «Τρεις μεγάλες χάρες», το συναντάμε σε όλες τις ανθολογίες πεζογραφίας. Το πεζογραφικό έργο του Κ. Καρυωτάκη εκτείνεται σε δυο ενότητες: Η πρώτη με τον τίτλο «Τρεις Μεγάλες Χαρές», περιέχει τα αφηγήματα «Καλός Υπάλληλος», «Ένας Πρακτικός Θάνατος» και το «Δεσποινίς Μποβαρύ». Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει τα αφηγήματα «Ο Κήπος της Αχαριστίας» και το «Κάθαρσις». Τα κείμενα αυτά δεν ανήκουν σε καμιά από τις γνωστές μορφές πεζογραφίας (το διήγημα π.χ.). Μοιάζουν περισσότερο με λυρικές-ποιητικές αποτυπώσεις και ελλειπτικές εικόνες, και ως αντιδράσεις-προεκτάσεις της αισθητικής του και της ποιητικής του Κ. Καρυωτάκη με τον ελεγειακό σαρκασμό και τη διάχυτη προβληματική που τα χαρακτηρίζουν. Η πεζογραφία του Κ. Κ. όπως βγαίνει από τα κείμενα αυτά, και η κατ’ αυτό τον τρόπο άρθρωσή τους ως προς το μύθο και τη δομή, την υπερλογικότητα και την υπερπραγματικότητά τους, θα πρέπει να θεωρηθεί πρωτοποριακή, όπως εκτιμά ο ίδιος. Ενώ για τη σχέση της αντίληψης αυτής με το ποιητικό του έργο εκτιμά επίσης ότι: «Και στα πεζά αυτά που μοιάζουν με σπαράγματα δημιουργικής αγωνίας και καλλιτεχνικής διεξόδου, υπάρχει η συνέχεια του δρόμου προς τη διαμαρτυρία, τις αποκαλύψεις, την καταγγελία ενός αδιέξοδου κόσμου, όπως και η συνέχεια του ποιητή που υπερασπίζεται τους αρχικούς του στόχους, αυτούς που έθεσε στο επίκεντρο της ποιητικής του δημιουργίας».
Ο συνοδευτικός στίχος του Σολωμού «όμορφος κόσμος ηθικός αγγελικά πλασμένος» στην ενότητα «Τρεις Μεγάλες Χαρές» είναι χαρακτηριστικός για να υπογραμμίσει με τον γνωστό ελεγειακό σαρκασμό του ο ποιητής, ανεστραμμένα, τις τρεις περιπτώσεις «χαράς» των ηρώων του, αντίστοιχες ματαιώσεις και συμβιβασμούς, και υποκαταστάσεις του θρήνου από την παράλογη χαρά. Το βούλιαγμα του υπαλληλάκου εξάλλου στη γραφειοκρατία, την ιεραρχία και την καθημερινότητα, τα πεθαμένα όνειρα, οι καθημερινές ματαιώσεις, τα αδιέξοδα, η φυγή σε μια ψευδαίσθηση ζωής («Καλός Υπάλληλος»), η Χήρα Αρμένισσα πρόσφυγας με τα έξι παιδιά, όπου ο θάνατος ενός παιδιού της είναι μια «ευλογία» και μια «λύτρωση», (« Ένας Πρακτικός Θάνατος»), το αυτομαστίγωμα του ερωτικού αδιεξόδου της εποχής, ο διασπαραγμός του ερωτικού «αντικειμένου» σαν φαντασίωση («Δεσποινίς Μποβαρύ»), είναι το κλίμα μέσα στο οποίο κινείται η πεζογραφία του Κ. Καρυωτάκη. Ακραίες συλλήψεις, με έντονο το στοιχείο της καταγγελίας και τον αυτοσαρκασμό, ιδιαίτερα στο «Κάθαρσις», όπου φαίνεται να αυτοσχεδιάζει παραληρώντας. Υιοθετώντας κανείς προφανώς την κοινωνική διάσταση της τέχνης, «βλέπει» τον ποιητή να δημιουργεί σε άμεση σχέση και συνάρτηση με τις κοινωνικοϊστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει, να βιώνει και να καθρεφτίζει την εποχή του.
Αυτές τις δύο λιγότερο γνωστές πτυχές του Καρυωτάκη, που είναι εξίσου ενδιαφέρουσες με την ποιητική ιδιότητα και αξίζει να τις ανακαλύψετε όλοι εσείς που όπως εμείς αγαπάτε τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη! Θα βρείτε λοιπόν τα κείμενα και τις μεταφράσεις στο στο έργο του Πεζά και Μεταφράσεις που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις αλεξάνδρεια.
Αυτήν την εβδομάδα η ανάγκη για ένα βιβλίο ενόψει του επερχόμενου εγκλεισμού μεγάλωσε. Η τύχη ήταν ευνοϊκή απέναντί μου καθώς βρέθηκα να έχω στα χέρια μου το μυθιστόρημα “Στο Τελείωμα της Μέρας” της Αναστασίας Σουσώνη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θύρα. Όντας από φύση απαισιόδοξη και επηρεασμένη από το γενικότερο κλίμα που επικρατεί τέτοιες μέρες ήμουν κάπως διστακτική απέναντι σε μια ιστορία αληθινή, κυρίως γιατί πιστεύω ακράδαντα πως μέσα σε αυτές μπορεί κανείς πολύ πιο εύκολα να δει τον εαυτό του. Ας μην το αρνηθούμε πως η ενδοσκόπηση είναι κάτι πολύ επικίνδυνο και επώδυνο για πολλούς από εμάς, αλλά η λογοτεχνία είναι ένας όμορφος τρόπος να το ανεχτούμε και να το φέρουμε εις πέρας. Προς το παρόν ας μην βυθιστούμε στους εαυτούς μας, αλλά στο βιβλίο που έχουμε μπροστά μας!
Λίγα λόγια για την συγγραφέα
Η Αναστασία Σουσώνη γεννήθηκε και μεγάλωσε στα δυτικά προάστια της Αθήνας. Σπούδασε στη Σχολή Γραφιστικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του Τ.Ε.Ι. Αθήνας και εργάστηκε στον χώρο της τυπογραφίας, της γραφιστικής και της επιμέλειας εντύπων. Ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία, καθώς και με τον εθελοντισμό πάνω στην υποστήριξη του μητρικού θηλασμού και του φυσικού τοκετού μετά από καισαρική. Έχει γράψει και επιμεληθεί το βιβλίο “Η αγία Περπέτουα και οι συν αυτή μαρτυρήσαντες”. Είναι παντρεμένη με τον Δημήτρη Τσίρο, έχουν τρία παιδιά και κατοικούν στην Θεσσαλονίκη.
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η πλοκή ξεδιπλώνεται ανάμεσα στην καθημερινότητα δύο κοριτσιών της Ιόλης και της Μάχης, φίλες εδώ και πολλά χρόνια και φοιτήτριες στην Αρχιτεκτονική και στο τμήμα Βρεφονηπιοκόμων αντίστοιχα. Αυτά δεν είναι, όμως, οι μόνοι συνδετικοί τους κρίκοι. Προέρχονται και οι δυο από ανθυγιεινά οικογενειακά περιβάλλοντα, όπου επικρατεί η ένταση, η βία (λεκτική και σωματική), ο εξαναγκασμός. Στην τρυφερή ηλικία των 20 χρόνων έχουν βιώσει επίπονες και άσχημες καταστάσεις, έχουν πληγωθεί βαθιά και έχουν καταφύγει σε πολλά μέσα προκειμένου να απεγκλωβιστούν από την θλίψη τους. Ήδη από την αρχή του έργου είναι καταφανής η αγανάκτηση με τον τρόπο ανατροφής και συμπεριφοράς των γονέων τους. Οι γονείς της Ιόλης διαπληκτίζονται συνεχώς ενώπιον της ίδιας και της μικρότερης κατά πέντε χρόνια αδελφής της. Ο πατέρας της καταφεύγει πολλές φορές στην βία ενάντια στην μητέρα της και η τελευταία με την σειρά της στρέφεται στις κόρες της. Όλο αυτό δεν είναι κάτι προσωρινό, αφού συμβαίνει από τα παιδικά χρόνια της Ιόλης. Το κακό και η έχθρα των γονιών της είναι κάτι που κουβαλά μέσα της και δηλητηριάζει τον ψυχισμό της.
Από την άλλη πλευρά, η Μάχη έχει στην ουσία μεγαλώσει χωρίς γονείς. Εκείνοι χώρισαν όταν εκείνη ήταν σε μικρή ηλικία και ο πατέρας της έφυγε μακριά, τόσο μακριά που η φιγούρα του χάθηκε εντελώς από την ζωή του παιδιού του. Η μητέρα της που έμεινε πίσω είναι μια γυναίκα ισχυρογνώμων και υπερβολική που καταπιέζει την κόρη της, ενώ μοιάζει να καταναλώνει την μητρική στοργή στο νεότερο γιο της. Αυτός εξοπλισμένος με την αδυναμία της μητέρας του και εκμεταλλευόμενος την αγάπη της αδελφής του καταφεύγει πολλές φορές στην βία, ενώ μαζί με την μητέρα του την απομυζούν οικονομικά.
Οι δυο αυτές ταλαιπωρημένες ψυχές αναζητούν το λιμάνι για να προσαράξουν το ναυαγισμένο σχεδόν πλοίο τους. Αντιλαμβάνονται πως αυτό δεν τους το προσφέρουν οι γονείς τους, ούτε οι φίλοι τους με τους οποίους ξεχνιούνται, ούτε οι αγαπημένοι τους, ούτε καν η μία στην άλλη. Είναι στερημένες από αγάπη, από ελπίδα, από πίστη, από Θεό. Η στέρηση αυτή θα τις κάνει να τον αναζητήσουν. Πράγματι, η σχέση τους θα περάσει από πολλές καταιγίδες, όπως άλλωστε και οι ζωές τους εωσότου αντιληφθούν πως το λιμάνι κρύβεται στην πραγματικότητα μέσα τους. Τότε ίσως συνειδητοποιήσουν πως η λύση από όλα όσα μας τραυματίζουν, δεν είναι η φυγή αλλά η πίστη που μας δίνει δύναμη να αναμετρηθούμε με τις πληγές μας και με όλους εκείνους που μας τις προκαλούν, να θεραπευτούμε και να συνεχίσουμε τον αγώνα μας που λέγεται ζωή. Σε αυτήν την διαδικασία θα παίξει καταλυτικό ρόλο η μορφή του Οσίου Πατρός Παϊσίου του Αγιορείτου που θα φωτίσει κάποιες σκοτεινές πτυχές της Ιόλης και θα της υποδείξει τον δρόμο προς το φως και το λιμάνι.
Αναμφίβολα, το έργο πραγματεύεται ζητήματα που μας αφορούν όλους την σύγχρονη εποχή: την σχέση παιδιών και γονέων, τις φιλίες, τις ερωτικές σχέσεις, την επαφή μας και την σχέση μας με το θείο, την αυτοκτονία, την κατάθλιψη. Για αυτό ο αναγνώστης παρασύρεται στην πορεία της ιστορίας την οποία παρακολουθεί αφενός με ενδιαφέρον, αφετέρου όμως με μια συμπόνια. Η ζωή της Ιόλης ή της Μάχης δεν είναι πολύ μακριά από τις δικές μας. Όλοι πονάμε, υποφέρουμε, πληγωνόμαστε. Όλοι αναζητάμε κάποιον να μας θεραπεύσει. Όλοι χάνουμε την πίστη και την ελπίδα μας. Μόνο για να καταλάβουμε στο τέλος, ίσως μέσα από τα λόγια αν όχι ενός αγίου ή ενός πνευματικού ανθρώπου, από τους ψίθυρους της δικής μας ψυχής ότι ο μόνος που μπορεί να μας θεραπεύσει είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Ίσως τότε μόνο να αντλήσουμε το θάρρος να αφήσουμε πίσω το παρελθόν και να επιδοθούμε στην ζωή. Αν κατάφερε κάτι αυτό το βιβλίο ήταν να μου υπενθυμίσει ότι ο στόχος είναι προς τον ουρανό, προς το μέλλον, προς την θέωση. Και αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί με κανέναν άλλον τρόπο παρά με την υπομονή, την αγάπη, την αυτογνωσία και την αλληλοπεριχώρηση. Ήταν μια αναζωογονητική λογοτεχνική εμπειρία!
Εγκαινιάζουμε την στήλη μας «Ποιητική Συλλογή της Εβδομάδας» με το Ανθολόγιο Ποίησης του Κύκλου Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών που αν και τιτλοφορείται «Εν αμφιβολία ποιητές» είναι αδιαμφισβήτητα ένα αξιόλογο ποιητικό έργο ή άλλως μια απόδειξη πως η λογοτεχνία μπορεί να συμπορευθεί με το δικαστικό λειτούργημα. Ας βυθιστούμε όμως σε αυτόν τον συλλογικό τόμο που κυκλοφορεί από τις αγαπημένες μας Εκδόσεις Ελκυστής.
Λίγα λόγια για τον ΚΕΛΔ
Ο Κύκλος Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών είναι ο πρώτος στην Ελλάδα και την Ευρώπη αμιγώς δικαστικός λογοτεχνικός σύλλογος που έχει έδρα του την Αθήνα και συνίσταται από εν ενεργεία και σε σύνταξη δικαστικούς λειτουργούς όλων των κλάδων και των βαθμίδων της Δικαιοσύνης. Γεννήθηκε πρόσφατα και αποτελεί πρωτότυπη έμπνευση και πνευματική αφετηρία, που αφορά τη λογοτεχνία στο δικαστικό κόσμο. Ένα κόσμο που χαρακτηρίζεται από υψηλή επιστημονική και πνευματική στάθμη, με θεμελιώδη πολυεπίπεδη συμβολή στην Πολιτεία. Συστάθηκε το 2016 και μέσα σε 4 χρόνια από την ίδρυσή του έχει να επιδείξει πλήθος ποιοτικών εκδηλώσεων σε όλη την χώρα και δύο ανθολόγια που συνιστούν δείγματα γραφής των μελών του. Στο πρώτο εξ αυτών συμμετείχαν 12 δικαστικοί λειτουργοί, ενώ στο δεύτερο ο αριθμός τους αυξήθηκε σε 26. Επίτιμα, εξάλλου, μέλη είναι ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Μάνης κ.κ. Χρυσόστομος Γ’, ο κ. Βασίλης Βασιλικός και ο κ. Τίτος Πατρίκιος. Αξίζει να αναφέρουμε πως το λογοτεχνικό αυτό σωματείο αποτελεί μια πρωτοβουλία σε ευρωπαϊκό αλλά και σε παγκόσμιο, θα μπορούσε κανείς να πει, επίπεδο, διότι τα μέλη του φέρουν δύο ιδιότητες, αυτή του ποιητή και πεζογράφου και αυτή του δικαστικού λειτουργού. Στην παρούσα ανθολογία που είχαμε την χαρά να μελετήσουμε συμμετέχουν οι ακόλουθοι:
Είναι πράγματι μια ιδιαίτερη διαδικασία η ανάγνωση συλλογών που περιλαμβάνουν έργα διαφορετικών λογοτεχνών. Η μετάβαση από τον έναν λογοτεχνικό κόσμο που αρχίζει και προσεγγίζει ο αναγνώστης σε έναν άλλο είναι απαιτητική και συνιστά μια πρόκληση. Ιδίως όταν πρόκειται για έργο ποιητικό. Ωστόσο, ακριβώς η δυσκολία αυτή κατέστησε την ανάγνωση του ανθολογίου «Εν αμφιβολία ποιητές» μια εμπειρία μαγευτική και εποικοδομητική. Αφού παίρναμε μια γεύση από ένα ποιητικό σύμπαν είχαμε την ευκαιρία να ταξιδέψουμε αμέσως σε ένα άλλο. Έτσι, στο τέλος, το ταξίδι φάνταζε περισσότερο γεμάτο, αφού οι προορισμοί του υπήρξαν ποικίλοι μα εξίσου εκλεκτοί.
Ποιήματα, πεζογραφήματα, διηγήματα, ιστορίες, από το χθες, το σήμερα και το αύριο. Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο διαρκώς άλλοτε διαβάζαμε ομοιοκατάληκτα ποιήματα και άλλοτε με ελεύθερο στίχο, αισιόδοξα είτε απαισιόδοξα, ρομαντικά και κοινωνικά διάφορων λογοτεχνικών ρευμάτων. Συναντούσαμε ιστορίες που έμοιαζαν βιογραφικές, αλλά και αφηγήσεις ιστορικές, λαογραφικές. Το υλικό ήταν πλούσιο και ξεχωριστό. Κάθε σελίδα έκρυβε κάτι άλλο και μας εξέπληττε ευχάριστα. Ο ρομαντισμός συμπορευόταν τόσο αρμονικά με την κοινωνική κριτική και η περιπέτεια με την ιστοριογραφία. Θα το προτείναμε ανεπιφύλακτα σε όποιον επιθυμεί να δει μια άψογη συμπόρευση του δικαίου και της λογοτεχνίας αλλά και όλων αυτών των λογοτεχνικών ειδών που αναφέραμε!
Κατά την διάρκεια αυτής της περιήγησης εμείς προβληματιστήκαμε με την “Νέα τάξιν” (Νέα Τάξις, Δημήτρης Ορφανίδης), νιώσαμε την “δύναμη της αγάπης” (ομότιτλο, Ευαγγελή Μπράμη), ακούσαμε “Ψιθύρους (Ψίθυροι Ανδρονίκη Αθανασιάδη). Συμμετείχαμε σε μια συζήτηση ενός Ρώσου και ενός Ιάπωνα (Κοινωνία Διαδικτύου, Σταμάτης Γιακουμής). Περάσαμε, από το “Κάιρο”, την “Αλεξάνδρεια” (ομότιτλα ποιήματα, Φραντζέσκα Γιαννακού), τον “Μυστικό Κήπο” (ομότιτλο ποίημα, Ευγένιος Γιαρένης), την “Μαγική Σιένα” (ομότιτλο απόσπασμα από το μυθιστόρημα, Λίτσα Καποπούλου και Βασίλης Παπακώστα), την “Μικρά Ασία των αρχών του 20ου αιώνα” (Το Μετέωρο Βήμα στηΜικρασία, Γεώργιος Μικρούδης), το Σορόκι (Μελετήματα του Ξηρόμερου, Αλέξανδρος Σάββας). Είσαμε τους “ανεμοδείκτες” (Η θέαση των ανεμοδιεκτών, Φώτιος Μουζάκης). “Μόνο έρωτας” (ομότιτλο ποίημα της Στέλλας Μπλέτα) φωνάξαμε! “Θυμάσαι;” (ομότιτλο ποίημα, Μαριάνθη Παγουτέλη). Στο “Μουσείο της Δικαιοσύνης” (Επίσκεψη στο Μουσείο της Δικαιοσύνης, Αθανάσιος Δαββέτας) ξεναγηθήκαμε. Χορέψαμε στο “καρναβάλι” (ομότιτλο απόσπασμα, Βάια Ζαρχανή). Εκεί, “στον σταθμό” (ομότιτλο ποίημα, Οδυσσέας Σπαχής) πέσαμε “αθώα θύματα” (ομότιτλο ποίημα, Σοφία Λιγνού) “απάτης” (ομότιτλο ποίημα, Δομνίκης Λασπά).Δεν επηρεαστήκαμε όμως από τις “αιφνίδιες επιδρομές” (ομότιτλο ποίημα, Αθανάσιος Νικολόπουλος). Κάναμε έναν “αγώνα” (Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος) και έγινε ο “πόνος- μέλι” (Γεώργιος Παπαγεωργίου). “Όσοι και αν έφυγαν” (ομότιτλο ποίημα του Βασίλη Παπακώστα), εμείς μείναμε! Η “αναγέννηση” (ομότιτλο ποίημα, Ελένη Σκριβανού) ήταν κοντά! Και στην “επιστροφή” (ομότιτλο ποίημα, Αντώνης Μελισσινός) ακόμα και “αν γύριζε ο χρόνος” (ομότιτλο ποίημα Μαρίζα Σουκαρά- Κατσικάδη) καταλήξαμε πως “τα ωραίοτερα ταξίδια δεν τα κάναμε ακόμα” (ομότιτλο, Γιάννης Ευαγγελάτου). Οπότε προσμένουμε έναν τρίτο τόμο… στην απέναντι όχθη (ομότιτλο ποίημα της Βασιλικής Χριστούλη)!
Η δική μας πάντως απόφαση για το ανθολόγιο «Εν αμφιβολία ποιητές» δεν μας αφήνει καμία αμφιβολία για την ποιητική ευθύνη των γραφόντων!