Η ιστορία πίσω από τον πίνακα “Ορελί” του Περικλή Βυζάντιου…
Όπως αφηγείται ο ίδιος: “H μεγαλύτερή μου χαρά ήταν όταν η Oρελί μου έλεγε: «Allons nous coucher» και μ’ έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε για ύπνο στην κρεβατοκάμαρή μας. Άναβε ένα κερί σε ένα μπρούτζινο σαμντάνι επάνω στον κομό. Eγώ γρήγορα γρήγορα γδυνόμουνα και φόραγα τη μακριά πουκαμίσα κι έμπαινα στο κρεβάτι κι έκανα πως κοιμόμουνα, ενώ με το ένα μάτι ανοιχτό παρακολουθούσα το γδύσιμο της Oρελί μπροστά στον καθρέφτη και τη θαύμαζα. H Oρελί ήτανε καλοφτιαγμένη, ψηλή, με άφθονα καστανά μαλλιά. Βέβαιη πως εγώ κοιμάμαι, γδυνότανε σιγά σιγά, γυρίζοντάς μου την πλάτη. Tα διάφορα νταντελωτά μεσοφόρια, μεγάλα λεπτά εσώρουχα περασμένα με ροζ κορδέλες, της έπεφταν στα ωραία της πόδια, και γυμνή εντελώς σκούπιζε με μια κρέμα το πρόσωπό της σκυμμένη προς τον καθρέφτη. Mα εγώ δεν έβλεπα μονάχα τη ράχη της· μέσα στον καθρέφτη διέκρινα και το σφιχτό και στέριο στήθος, που πολλές φορές το κρατούσε με τα ωραία της χέρια και το καμάρωνε και η ίδια. Στο τέλος φορούσε μια μακριά νυχτικιά με κεντήματα στο στήθος και στις άκρες των μανικιών, πλησίαζε το κερί, το έσβηνε, κι ερχότανε στο μικτό κρεβάτι μου να με σκεπάσει καλά. Έσκυβε και με φιλούσε στο μέτωπο. Eγώ, φυσικά, έκανα πως κοιμόμουνα, και ούτε ανέπνεα, γιατί φοβόμουνα μήπως ακούσει την καρδιά μου που χτυπούσε δυνατά…”
Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ ο μαγικός κόσμος του τσίρκου. Ενθουσιαζόμουν όταν έβλεπα από κοντά όλα αυτά τα ζώα που ταξίδευαν μέσα στα τροχόσπιτα από την μια πόλη στην άλλη. Στην παράσταση όλα μου φαίνονταν μαγικά και λαμπερά, αλλά τη στιγμή που εμφανιζόταν ο ελέφαντας ήταν η αγαπημένη μου.
Το γιγάντιο ζώο ήταν τρομερά επιδέξιο, τρομερά μεγάλο και τρομερά δυνατό.
Σίγουρα ένα ζώο σαν κι αυτό θα μπορούσε να ξεριζώσει ένα ολόκληρο δέντρο μ’ ένα μικρό τράβηγμα, το δίχως άλλο…
Μου έκανε εντύπωση, όμως, που μετά από κάθε επίδειξη το προσωπικό του τσίρκου αλυσόδενε τον ελέφαντα σ’ ένα μικροσκοπικό ξυλαράκι, ελάχιστα βυθισμένο στην άμμο.
Αυτό ήταν για μένα μεγάλο μυστήριο. Ακόμα και αν η αλυσίδα ήταν χοντρή και γερή, ένα ζώο που μπορούσε να γκρεμίσει ολόκληρο τοίχο μ’ ένα του τράβηγμα, εύκολα θα μπορούσε να απελευθερωθεί από το ξυλαράκι και να το βάλει στα πόδια.
Τι συγκρατούσε τον ελέφαντα; Γιατί δεν το έσκαγε;
Όταν ήμουν πέντε ή έξι χρονών, πίστευα ακόμα ότι οι μεγάλοι τα ήξεραν όλα. Έτσι πήγα και ρώτησα τους δασκάλους μου, το θείο και την μητέρα μου για το μυστήριο του ελέφαντα.
Εκείνοι μου εξήγησαν ότι ο ελέφαντας δεν το έσκαγε επειδή τον είχαν δαμάσει. Τότε, όπως ήταν λογικό, τους ρώτησα: «Αν είναι δαμασμένος και γι’ αυτό δεν το σκάει, γιατί τον δένουν;».
Κανείς δεν ήξερε να μου απαντήσει σ’ αυτήν την ερώτηση.
Πολύ καιρό μετά, μια νύχτα, γνώρισα κάποιον πολύ σοφό που είχε ταξιδέψει στην Ινδία και αυτός με βοήθησε να βρω την απάντηση.
Ο ελέφαντας του τσίρκου είχε μείνει δεμένος σ’ ένα ξυλαράκι από τότε που ήταν μικρός.
Θυμάμαι που έκλεισα τα μάτια και σκέφτηκα το μικρό, το νεογέννητο ελεφαντάκι να κάθεται δεμένο στο ξύλο. Το φαντάστηκα να σπρώχνει και να τραβάει την αλυσίδα κάθεμέρα νύχτα, όλη μέρα και να προσπαθεί να λυθεί.
Σχεδόν μπορούσα να το δω να κοιμάται κάθε νύχτα εξαντλημένο από την κούραση με τη σκέψη πως το επόμενο πρωί θα ξαναπροσπαθούσε.
Όλα ήταν μάταια: το ξυλαράκι ήταν πολύ γερό για ένα νεογέννητο ζωάκι, ακόμα και αν μιλάμε για ελέφαντα.
Ώσπου, μια μέρα, την πιο θλιβερή μέρα της μικρής ζωής του, το ελεφαντάκι δέχτηκε ότι δενμπορούσε να ελευθερωθεί και παραδόθηκε στη μοίρα του. Κατάλαβα τότε γιατί ο πανίσχυρος και τεράστιος ελέφαντας που έβλεπα στο τσίρκο έμενε αλυσοδεμένος. Ήταν πια σίγουρος πως ποτέ δε θα μπορούσε να ελευθερωθεί από το ξυλάκι του.
Το κακόμοιρο ζώο είχε πια την αποτυχία χαραγμένη στην ελεφαντινή μνήμη του και ποτέ, ποτέ πια δεν θα ξαναδοκίμαζε τη δύναμή του…
Κάποιες νύχτες ονειρεύομαι ότι πλησιάζω τον αλυσοδεμένο ελέφαντα και του λέω στο αφτί:«ξέρεις κάτι; Εμείς οι δύο μοιάζουμε.
Νομίζεις ότι και εσύ δεν μπορείς να κάνεις κάποια πράγματα επειδή, μια φορά, προσπάθησες και δεν τα κατάφερες. Πρέπει να καταλάβεις ότι ο καιρός πέρασε και σήμερα είσαι πια πιο μεγάλος και πιο δυνατός από παλιά.
Αν ήθελες στα αλήθεια να απελευθερωθείς, είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσες να το πετύχεις. Γιατί δεν το δοκιμάζεις;»Μερικές φορές ξυπνάω με τη σκέψη ο ελέφαντάς μου, τελικά, κάποια μέρα το επιχείρησε και κατάφερε να ξεριζώσει το ξύλο.
Τότε χαμογελάω και φαντάζομαι ότι το τεράστιο ζώο συνεχίζει να ταξιδεύει με το τσίρκο επειδή χαίρεται να βλέπει τα παιδιά να διασκεδάζουν, αλλά χωρίς αλυσίδα.
Το έργο «Οφηλία» αποτελεί ίσως το πιο γνωστό έργο του Τζον Έβερετ Μιλέ. Απεικονίζει μια γυναίκα που κείται νεκρή σε ένα ποτάμι, στην πραγματικότητα είναι η αγαπημένη του Άμλετ στο ομώνυμο έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ που οδεύει στην υγρό της τάφο. Το πιο θλιβερό, όμως, δεν είναι ο πίνακας αυτός καθ’ αυτός αλλά η ιστορία πίσω του.
Η γυναίκα που πόζαρε για τον ζωγράφο ήταν η Ελίζαμπεθ Σιντάλ. Η νεαρή κοπέλα, μόλις 19 τότε, έπρεπε να παραμείνει ξαπλωμένη φορώντας τα ρούχα της στο μπάνιο του καλλιτέχνη, αφού ήταν αδύνατο λόγω του κρύου να επιχειρηθεί το αντίστοιχο στον ποταμό, όπως αρχικά σχεδίαζε ο καλλιτέχνης. Με λάμπες πετρελαίου μάταια προσπαθούσαν να θερμάνουν το παγερό νερό. Όταν η μία λάμπα έσβησε, η κατάσταση για την Ελίζαμπεθ έγινε ακόμα πιο αφόρητη. Αλλά εκείνη δεν παραπονέθηκε ούτε στιγμή. Λόγω αυτού, αρρώστησε βαριά με πνευμονία και ο πατέρας της κατηγορώντας τον Μιλέ για αυτό, τον εξανάγκασε να πληρώσει τα ιατρικά έξοδα.
Για να γιατρευτεί, ταξίδεψε στη Νίκαια και το Παρίσι. Έπασχε από φυματίωση, αλλά πολλοί υποστηρίζουν πως είχε ανορεξία και άλλες ψυχικές διαταραχές λόγω της απιστίας του συζύγου της, ποιητή Ροσέτι. Εξαιτίας των ασθενειών που την ταλανιζαν και της κατάθλιψης που άρχισε να τη φλερτάρει, έλαβε μεγάλες ποσότητες από το φάρμακο της εποχής το λάβδανο, ένα μείγμα από αλκοόλ και όπιο, με αποτέλεσμα να εθιστεί σε αυτό. Το τελειωτικό χτύπημα ήταν ο θάνατος του νεογέννητου παιδιού της. Όταν συνειδητοποίησε πως ήταν έγκυος για δεύτερη φορά, αυτοκτόνησε στους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης από υπερβολική δόση.
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 82 ετών μια κορυφαία προσωπικότητα των γραμμάτων, ο Σαράντος Καργάκος.
Η πολιτιστική μας πολιτική ή αλλοιώς “πολιτική κουλτούρας” χρόνια τώρα μοιάζει με τσιμπούσι κατσαπλιάδων. Και όμως μακάριοι κολυμπάμε στη θάλασσα της καταναλωτικής μακαριότητος, που είναι γεμάτη από καρχαρίες, που φυσικά δεν έχουν τις δικές μας ηθικές ευαισθησίες. Στο βάθος του σκοτεινού ορίζοντα ολόφωτος αρμενίζει ο “Μέγας Ανατολικός” του έθνους. Όλοι σήμερα μιλούν για κρίση. Και πολλοί -επιτέλους- συνειδητοποίησαν ότι η κρίση είναι πρωτίστως ηθική. Ως έθνος έχουμε παραλύσει ηθικώς. Δεν έχουμε αποθέματα ψυχικής αντοχής. Μας λείπει η πίστη σε ένα εθνικό ιδανικό, σ’ ένα ιδανικό που ζωογονεί και ζωοδοτεί. Ένας πεθαμένος λαός δεν φοβάται να κάνει μια ψύχραιμη βουτιά προς τον όλεθρο. Ένοχες συνειδήσεις, κολυμπάμε στη θάλασσα του μηδενός, χωρίς κανένα ορίζοντα μπροστά μας.”
Ο Θεόφιλος Καΐρης, πλην της προσφοράς του κατά την Επανάσταση του 1821 και τη διδασκαλία του σε διάφορες ελληνικές ακαδημίες υπήρξε ιδρυτής νέας θρησκείας, την οποία αποκάλεσε «Θεοσέβεια», υιοθετώντας έναν αρχαίο ελληνικό όρο. Πιστεύει στην ισότητα και την ουσιαστική ελευθερία του ατόμου, στην αθανασία της ψυχής, δέχεται ότι υπάρχει ένας και μόνο Θεός αλλά απορρίπτει τη θεϊκή φύση του Ιησού, τον οποίο θεωρεί ως έναν απλό Εβραίο διδάσκαλο της ηθικής, την τριαδικότητα του Θεού, τα μυστήρια, τις εικόνες και την λατρεία τους, στην θέση των οποίων, προτείνει να αναγράφονται σοφά ρητά.
Βαθιά επηρεασμένος από την πλατωνική αλλά και αριστοτελική φιλοσοφία διαδίδει πως δυο βασικές έμφυτες δυνάμεις διαθέτει ο άνθρωπος: Το απειροτατικόν και το θεοσεβικόν, δυνάμεις οι οποίες πείθουν τον άνθρωπο για την ύπαρξη του Θεού στον οποίο βλέπει το απρόσωπο θείον τού Πλάτωνα, των νεοπλατωνικών και του Πλήθωνα. Χαρακτηριστικά τού Θεού είναι, μεταξύ άλλων, το ενιαίο, το αιώνιο, το άτρεπτο, το απλό, το πανταχού παρείναι, το πάνσοφο και το δημιουργικό. Ορισμένες δε από τις ιδιότητές του, όπως η δικαιοσύνη και η σοφία δύναται να τις αποκτήσει και ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι επίσης, ούτως ή άλλως, κατά τον Καΐρη, προικισμένος με πλειάδα ψυχικών δυνάμεων (γνωστικών, συναισθηματικών, βουλητικών, λογικών και άλλων) χάρις στις οποίες μπορεί να ερευνά τον κόσμο και να ανακαλύπτει τις αιτίες των διαφόρων φαινομένων. Σύνθημα των θεοσεβών είναι το ρητό «Θεόν σέβου». Επίσης, ο Καΐρης συνθέτει θεοσεβικούς ύμνους και θεοσεβικά αναγνώσματα. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι στους ύμνους και τις προσευχές υιοθετεί την δωρική διάλεκτο. Το «Σύμβολον της θεοσεβικής πίστεως» αρχίζει με τους εξής λόγους: «Έναν οίδα Θεόν, Πωατάν, και Προνοατάν, και Συντηρατάν, και Κυβερνάταν του Παντός· Παντοδύναμον, Πάνσοφον, Πανάγαθον, απειροτέλειον Νουν, το υπέρτατον και μακαριώτατον Ον, το ακρότατον των εφετών και των αγαθών, το αυτάγαθον και αυτοκαλόν». Γράφει δε περαιτέρω: «Ομολογώ την αθανασίαν τού ανθρώπου, και πάντων των θεοσεβείν δυναμένων λογικών όντων».
Ο Καΐρης καθιερώνει επίσης νέο ημερολόγιο, κατά το οποίον το έτος δεν αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου, αλλά από την 24η Σεπτεμβρίου, της Φθινοπωρινής Ισημερίας δηλαδή, κατ’ ακολουθίαν των αρχαίων ελληνικών προτύπων. Ο δε μήνας υποδιαιρείται σε 3 δεκάδες αντί τεσσάρων εβδομάδων, ενώ αλλάζουν επίσης και τα ονόματα των μηνών (εμπνευσμένα από την αρχαία Ελλάδα: Θεοσέβιος, Σοφάρετος, Δίκαιος κ.ά.). Επιπλέον, καταργείται η χριστιανική χρονολογία και υιοθετείται νέο σύστημα, του οποίου αφετηρία είναι το έτος 1801. Οι ιερείς της νέας θρησκείας καλούνται «θειαγοί» και «ιεραγοί», προέρχονται κι απ’ τα δύο φύλα και διαιρούνται σε πέντε τάξεις: «Κοσμήτορες», «αναγνώστες», «υμνωδοί», «θεοκήρυκες» και «λειτουργοί».
Η θεία λατρεία ωφείλει να τελείται εντός περίτεχνων και «καλλίστων» ναών. Όπως διακηρύττει ο Καΐρης: «Καίτοι το σύμπαν τόδε, και έκαστος μάλιστα θεοσεβής, ναός θείος εστίν, ένθα λατρεύεται ο των απάντων απειροτέλειος Δημιουργός, οικοδομούσι μέντοι οι θεοσεβείς ως οίον τε καλλίστων ναούς, εξαιρέτω και πρεπούση αρχιτεκτονική χρώμενοι, επί το κοινή κατά τεταγμένας ημέρας συνέρχεσθαι και την λογικήν τω Υψίστω προσάγειν λατρείαν, και του θείου λόγου ακροάζεσθαι».
Οι θεοσεβείς έχουν βεβαίως και γιορτές. Κάθε δεκάτη τού μηνός συνέρχονται στον ναό, αλλά και κατά τις ισημερίες και τις τροπές, και τελούν ειδικούς εορτασμούς. Η θεοσεβική λατρεία διαπνέεται απ’ άκρου εις άκρον από πηγαίο αίσθημα λατρείας προς τη φύση, προς το παν. Ο ιερέας σε μια εκ των θεοσεβικών επικλήσεων, απευθύνεται προς το θείον, ως εξής: «Ω Δύναμις και Σοφία, και Αγαθότης, και Παντελειότης! Ω τάξις, και ποικιλία, και αρμονία, και παντοδαπότης, και ενότης, αις το Σύμπαν τόδε κατεκόσμησας! Ω νόμοι καθ’ ους, και λόγοι δι’ ους τα εν αυτώ συμβαίνειν διέταξας φαινόμενα».
Η νέα θρησκεία αρχίζει βαθμιαία να αποκτά μεγάλη απήχηση, κάτι που θορυβίζει την Ιερά Σύνοδο που σύντομα του ζητά να αποκηρύξει τις απόψεις του. Με τις συνεχόμενες αρνήσεις του, η δίωξή του είναι ολοκληρωτική.
Οδηγούμενος ενώπιον της Συνόδου ο ίδιος αναφέρει :«Επιτρέπεται, εν ευνομουμένω κράτει, καυχωμένω μάλιστα επί ανεξιθρησκία, να ερευνά τις την συνείδησιν του άλλου και να ζητή έγγραφον ομολογίαν τής πίστεως του; Αν τούτο επιτρέπεται, τότε ας ομολογήσωμεν ότι δεν αφιστάμεθα πολύ της εποχής των δικαστηρίων τής Ιεράς Εξετάσεως». Και συνεχίζει ο Καΐρης: «Ούτε εισηγητής, ούτε ιδρυτής νέας θρησκείας είμαι, διότι φρονώ ότι τούτο δεν είναι έργον ανθρώπου, καθόσον τα τοιαύτα εις δύναται, ο εκ του μηδενός παράγων το σύμπαν. Η Θεοσέβεια δεν έχει άλλον διδάσκαλο ει μη μόνον τον Θεόν, καθότι επομένως είναι απόρροια της ηθικής του Θεού επομένως, ως προείπων, ούτε καθιδρυτής είμαι της Θεοσέβειας, ούτε προσηλυτιστής είμαι υπέρ αυτής». Όση ώρα δε, βρίσκεται ο Καΐρης στο κτήριο της Συνόδου, απ’ έξω συγκεντρώνεται πολύς κόσμος, ο οποίος του εκδηλώνει με κάθε τρόπο την συμπάθειά του και την υποστήριξή του: Του φιλούν το χέρι και τα φορέματα και θέλουν οι ίδιοι να ζευχθούν στην άμαξα και να τον μεταφέρουν.
Η Σύνοδος, την 25η Οκτωβρίου 1839, καθαιρεί τον Καΐρη -παρά τη δήλωσή του ότι δεν δίδασκε Θεολογία αλλά Φιλοσοφία- και αναθεματίζει αυτόν και την θρησκεία του ως αίρεση, αποκαλώντας την Θεοσέβεια, «ασέβειαν» και «αθεΐαν» και τον ιδρυτή της, «αρνησίχριστον», «λυμεώνα» και «ψυχοφθόρον». Παρ’ όλα αυτά, η Γραμματεία των Εκκλησιαστικών, την επόμενη μέρα ζήτησε με έγγραφό της, οι συνοδικοί να «μακροθυμήσουν διὰ τινὰ καιρὸν ὑπὲρ τοῦ καταδικασθέντος καὶ ἀναβληθῆ ἐν τοσούτῳ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ρηθείσης ἀποφάσεως, ἴσως ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ μετανοήσας ὁ κ. Καΐρης ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν εὐθείαν ὁδόν, καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου σωθῇ ἐκ θανάτου ψυχὴ κατὰ τὸν θεῖον Ἰάκωβον». Η Σύνοδος συμφώνησε με την πρόταση αυτή, αλλά επέμεινε στην απομάκρυνση του Καΐρη από την κοινωνία και τον εγκλεισμό του σε μοναστήρι. Πράγμα που συνέβη με τη μεταφορά του πρώτα στη Σκιάθο και σε διάφορα άλλα μέρη στη συνέχεια μέχρι το τέλος της ζωής του. Στην δική εναντίον του στο Πλημμελειοδικείο της Σύρου, όπου κατηγορήθηκε ότι “εισάγει” αιρέσεις ο συνήγορος υπεράσπισης του, Νικόλαος Σαρίπολος μιλά σε ένα σπουδαίο λόγο για το δικαίωμα στην ανεξιθρησκεία και την ελεύθερη διανόηση.
Οι διαφοροποιημένες απόψεις του Καΐρη δεν βρήκαν σύμφωνη τη Σύνοδο, ωστόσο μετά το θάνατό του μελετήθηκε πολύ και συγκεταλέγη στους Νεοέλληνες Διαφωτιστές και φιλοσόφους του Γένους για το σπουδαίο φιλοσοφικό του έργο και άνοιξε το δρόμο για την άγνωστη μέχρι τότε έννοια της ανεξιθρησκείας.
Πηγές: Σαρίπολος, Ν.Ι., «Η κατά την 19 Ιανουαρίου 1853 ενώπιον του Αρείου Πάγου Δίκη Θεοφίλου Καΐρου», στο Σαρίπολος, Ν.Ι., (επιμ.), Τα μετά θάνατον
Μανδηλάς Κ. Π., «Ο Θεόφιλος Καΐρης και ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός», εκδόσεις Ανοιχτή Πόλη
Μεταλληνός, Γ., «Το λατρειακό σύστημα του Θεόφιλου Καΐρη. Η πρακτική του θεοσεβισμού του», στο Καράς, Γ. (επιμ.), Πανελλήνιο Συμπόσιο Θεόφιλος Καΐρης
Καθόταν τώρα μπροστά στο παράθυρο, παρακολουθώντας τη νύχτα που απλωνόταν σιγά σιγά σ’ όλη τη λεωφόρο. Το κεφάλι της ακουμπούσε πάνω στις κουρτίνες του παραθυριού και στα ρουθούνια της ανέβαινε η μυρωδιά του σκονισμένου κρετόν. Ήταν κουρασμένη.
Λίγοι άνθρωποι περνούσαν. Ο κάτοικος του κτιρίου, που ήταν στο τέλος του δρόμου, πέρασε πηγαίνοντας σπίτι του. Άκουσε τα βήματά του να χτυπούν το σκληρό λιθόστρωτο και πιο κάτω να συνθλίβουν τη λιγνιτόσκονη που ’χαν ρίξει για το χιόνι πάνω στο μονοπάτι που οδηγούσε στα κόκκινα σπίτια. Εκεί ήταν παλιά ένα χωράφι που παίζαν τα παιδιά της γειτονιάς· έπειτα ένας άνθρωπος από το Μπέλφαστ, αγόρασε το χωράφι κι έχτισε σπίτια· όχι σπίτια σαν τα δικά τους, καφετιά και μικρά, αλλά σπίτια μεγάλα με τούβλα και στέγες που γυαλίζανε. Όλα τα παιδιά απ’ τη λεωφόρο συνήθιζαν να παίζουν στο χωράφι. Οι Ντιβάιν και οι Γουώτερ και οι Νταν και ο μικρός κουτσός Κήω, τ’ αδέλφια της, αυτή η ίδια, οι αδελφές της. Μόνο ο Έρνεστ δεν έπαιζε ποτέ. Αυτός ήταν μεγάλος. Ο πατέρας συχνά τους έδιωχνε απ’ το χωράφι, κυνηγώντας τους με τη μαγκούρα που ’χε μαύρους σκληρούς ρόζους· όμως ο μικρός Κήω, που φύλαγε σκοπός, φώναζε ένα «κόνιδα», μόλις έβλεπε το γέρο και όλοι το ’βαζαν στα πόδια. Τότε, τουλάχιστον, όλοι έμοιαζαν ευχαριστημένοι. Ο πατέρας δεν είχε γίνει ακόμα τόσο κακός και, το πιο σπουδαίο, ζούσε η μητέρα της. Από τότε είχαν περάσει πολλά χρόνια· τ’ αδέλφια της κι οι αδελφές της είχαν μεγαλώσει, η μητέρα της είχε πεθάνει και ο Τίζη Νταν είχε επίσης πεθάνει, και οι Γουώτερ είχαν ξαναγυρίσει στην Αγγλία. Όλα είχαν αλλάξει. Τώρα κι αυτή θα ’φευγε όπως και οι άλλοι. Θα ’φευγε απ’ το σπίτι.
Το σπίτι της! Κοίταξε γύρω της το δωμάτιο, παρατηρώντας όλα τα αντικείμενα, που τα ξεσκόνιζε και τα γυάλιζε μια φορά την εβδομάδα, χρόνια τώρα, και κάθε φορά αναρωτιόταν, πώς στην ευχή μαζεύεται αυτή η σκόνη. Ίσως δε θα τα ξανάβλεπε ποτέ πια αυτά τα πράγματα που ως τότε δεν είχε σκεφτεί να τ’ αποχωριστεί. Εντούτοις όλα αυτά τα χρόνια που τα καθάριζε αυτά τα πράγματα, δεν είχε ακόμα μάθει το όνομα εκείνου του παπά, που η φωτογραφία του, κιτρινισμένη, κρεμόταν στον τοίχο, πάνω απ’ το σπασμένο αρμόνιο και πλάι στη χρωματιστή λιθογραφία που παρίστανε το κείμενο με τις υποσχέσεις που δόθηκαν στην «Υπερευλογημένη Μαργαρίτα Μαρία Αλακόκ». Ο παπάς της φωτογραφίας ήταν συμμαθητής του πατέρα της και κάθε φορά που τον έδειχνε σ’ έναν επισκέπτη, πρόσθετε δήθεν τυχαία:
«Ε, τώρα αυτός είναι στη Μελβούρνη…»
Όμως αυτή είχε πάρει την απόφαση να φύγει. Ήταν σωστό; Ζύγιαζε τα υπέρ και τα κατά· ναι, στο σπίτι είχε οπωσδήποτε εξασφαλισμένη στέγη και τροφή, και επιπλέον όλους εκείνους που την γνώριζαν όλη της τη ζωή. Βέβαια, δούλευε σκληρά και στο μαγαζί και στο σπίτι. Τι θα ’λεγαν αλήθεια στο μαγαζί αν μάθαιναν πως το ’σκασε με κάποιον; Πως ήταν μια ανόητη; Ίσως. Έπειτα, με μια αγγελία στις εφημερίδες θα ’βρισκαν την αντικαταστάτρια. Η δις Γκάβαν θα ’ταν επιτέλους ευχαριστημένη. Ποτέ της δεν την χώνεψε. Πάντα είχε να της κάνει κάποια παρατήρηση, ιδίως όταν βρίσκονταν πελάτες μπροστά και την άκουγαν.
«Δις Χιλ, δε βλέπετε πως οι κυρίες περιμένουν;»
«Με πιο ευγένεια παρακαλώ, δις Χιλ. Παρακαλώ».
Δε θα ’κλαιγε αφήνοντας το μαγαζί. Στο νέο τόπο που θα πήγαινε, σ’ αυτή τη μακρινή χώρα, δε θα ’ταν το ίδιο. Έπειτα θα παντρευόταν. Ναι, αυτή η Έβελιν. Και ο κόσμος θα της φερόταν με σεβασμό. Δε θα της φερόταν όπως στη μητέρα της. Δηλαδή όπως ο πατέρας της φερόταν στη μητέρα της. Ακόμα και τώρα που η ίδια είχε κλείσει τα δεκαεννιά, ένιωθε ακόμα να κινδυνεύει από το θυμό του πατέρα της. Σ’ αυτόν δεν χρωστούσε τις ταχυπαλμίες της; Το περίεργο είναι πως όταν ήτανε παιδιά δεν την είχε ποτέ χτυπήσει, όπως συνήθιζε να κάνει με τον Χάρη και τον Ερνέστο. Γιατί αυτή ήταν κορίτσι· καλά! Όμως τελευταία, άρχισε να την φοβερίζει και να της λέει πως αν δεν ήταν για χάρη της πεθαμένης μάνας της, ήξερε αυτός να τη συγυρίσει. Αυτή δεν είχε κανένα να πάρει το μέρος της. Ο Ερνέστος είχε πεθάνει και ο Χάρης, που δούλευε στη διακόσμηση των εκκλησιών, έλειπε πάντα στην επαρχία· έτσι ήταν ολομόναχη να αντιμετωπίζει το θυμό του. Κι από πάνω αυτοί οι ατέλειωτοι καβγάδες για τα λεφτά, κάθε σαββατόβραδο, άρχισαν πολύ να τη βασανίζουν. Πάντα έδινε όλο το βδομαδιάτικο της — εφτά σελίνια— και ο Χάρης πάντα έστελνε ό,τι μπορούσε, όμως η δυσκολία ήταν να δώσει λίγα λεφτά κι ο πατέρας της. Της έλεγε πως σπαταλούσε τα λεφτά, πως δεν είχε κουκούτσι μυαλό να νομίζει πως αυτός θα της εμπιστευόταν το χρήμα του που το κέρδισε με τον ιδρώτα του, για να το σπαταλήσει αυτή η σπάταλη, κι έλεγε, έλεγε, κάθε σαββατόβραδο και πιο γκρινιάρης και κακορίζικος από το προηγούμενο. Στο τέλος με τα πολλά της έδινε κάτι πενταροδεκάρες και ακόμα πιο θυμωμένα τη ρωτούσε αν είχε σκοπό ν’ αγοράσει να φάνε κι αυτοί κάτι την Κυριακή. Τότε αυτή έπρεπε να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε να προλάβει να ψωνίσει, κρατώντας σφιχτά το μαύρο δερμάτινο πορτοφολάκι, ανοίγοντας δρόμο με τους αγκώνες, σπρώχνοντας το πλήθος· να γυρίσει έπειτα αργά στο σπίτι φορτωμένη και τσακισμένη απ’ την κούραση. Δύσκολο να κρατά το σπίτι, να φροντίζει τα δυο μικρά παιδιά να τρώνε καθημερινά και να πηγαίνουν τακτικά στο σχολείο, να τρέχει στο μαγαζί κι από πάνω να τη βρίζουν, ως πότε, ως πότε αυτή η σκληρή δουλειά, αυτή η πικρή ζωή… όμως τώρα που ήταν έτοιμη να τα αφήσει όλα πίσω της, να τα πετάξει όλα, τώρα δεν έβρισκε τη ζωή της τόσο δύσκολη, όχι και τόσο ανεπιθύμητη.
Ναι, ήταν έτοιμη ν’ αρχίσει μια άλλη ζωή με τον Φρανκ. Ο Φρανκ ήταν πολύ καλός, ήταν σωστός άνδρας και ανοιχτόκαρδος. Απόψε αυτή και ο Φρανκ θα ’φευγαν οι δυο τους με το βαπόρι που ’φευγε απόψε, θα γινόταν γυναίκα του και θα ζούσαν στο σπίτι του Φρανκ, στο Μπουένος Άυρες. Θυμόταν σαν να ’ταν χτες την πρώτη φορά που τον συνάντησε. Εκείνος έμενε σ’ ένα σπίτι απάνω στο μεγάλο δρόμο, η Έβελιν είχε γνωστούς σ’ αυτό το σπίτι. Ήταν πριν λίγες βδομάδες. Ο Φρανκ στεκόταν όρθιος στην εξώπορτα με το κασκέτο του λίγο σπρωγμένο προς τα πίσω, τα μαλλιά του που ’πεφταν ακατάστατα πάνω στο ηλιοκαμένο του μέτωπο. Έτσι γνωρίστηκαν από κείνο το βράδυ ερχόταν και την περίμενε μπροστά στο μαγαζί και τη συνόδευε σπίτι της. Πήγανε στο θέατρο και είδανε την Μποέμ και αισθάνθηκε πολύ περήφανη που πήρανε τόσο καλές και ακριβές θέσεις. Ο Φρανκ λάτρευε τη μουσική και τραγουδούσε και κανένα τραγουδάκι. Οι άνθρωποι γύρω τους κατάλαβαν πως ήτανε ερωτευμένοι οι δυο τους. Κι όταν, ακολουθώντας την ορχήστρα, άρχισε να σιγοτραγουδάει εκείνο το τραγούδι για το κορίτσι που αγάπησε ένα ναύτη, εκείνη κοίταξε γύρω της κι αισθάνθηκε πολύ ευχάριστα ταραγμένη. Την πείραζε, φωνάζοντάς την Παπαρούνα. Στην αρχή όταν τον πρωτογνώρισε, ήταν πολύ ευχαριστημένη που είχε κι αυτή φίλο· έπειτα άρχισε να τον αγαπάει. Της είχε πει ιστορίες για μακρινές χώρες. Είχε αρχίσει σαν μούτσος με μια λίρα το μήνα, σ’ ένα καράβι της Άλλαν Λάιν που πήγαινε στον Καναδά. Της έλεγε τα ονόματα των καραβιών και τις εταιρείες που δούλεψε. Ο ίδιος είχε περάσει το στενό του Μαγγελάνου και της διηγήθηκε τρομερές ιστορίες για τους Παταγόνες. Τέλος είχε βρει μια καλή δουλειά στο Μπουένος Αύρες, και τώρα είχε γυρίσει στην πατρίδα για διακοπές… Βέβαια μόλις ο πατέρας της ανακάλυψε την ιστορία τους, της απαγόρευσε να του ξαναμιλήσει αυτού του…
«Τους ξέρω εγώ αυτούς τους ναυτικούς…»
Και μιαν άλλη μέρα ο πατέρας της τον έβρισε τον Φρανκ· από τότε αυτή δεν μπορούσε παρά να τον βλέπει κρυφά.
Η νύχτα είχε εντελώς σκεπάσει τη λεωφόρο. Η ασπρίλα των δυο γραμμάτων που είχε ακουμπήσει πάνω στα γόνατά της ήταν ευδιάκριτη. Το ένα προοριζόταν για τον Χάρη, το άλλο για τον πατέρα της. Δηλαδή αυτή προτιμούσε τον Ερνέστο, όμως αγαπούσε και τον Χάρη. Ο πατέρας είχε πολύ γεράσει τελευταία. Βέβαια θα του έλειπε. Καμιά φορά μαλάκωνε λιγάκι· να τις προάλλες, τότε που ήταν άρρωστη κι έμεινε στο κρεβάτι μια μέρα, ο πατέρας της τής διάβασε μια ιστορία για φαντάσματα, και της έψησε και μια φρυγανιά στη φωτιά. Μιαν άλλη μέρα, ζούσε ακόμα τότε η μητέρα, πήγαν όλοι μαζί εκδρομή στο λόφο του Χώουθ. Θυμήθηκε πως ο πατέρας της φόρεσε το καπέλο της μητέρας της, κι όλα τα παιδιά γελούσαν, γελούσαν.
Η ώρα περνούσε, όμως αυτή εξακολουθούσε να κάθεται μπρος στο παράθυρο, ν’ ακουμπά το κεφάλι της στην κουρτίνα, ν’ αναπνέει την ενοχλητική μυρουδιά του σκονισμένου κρετόν. Μακριά, κάπου στη λεωφόρο, άκουγε να παίζει ένα οργανέτο. Τον ήξερε αυτόν το σκοπό. Πολύ παράξενο αυτό, να θυμηθεί απόψε την υπόσχεση που είχε δώσει στη μητέρα της: την είχε βάλει να της υποσχεθεί πως θα κρατούσε το σπίτι όσο γινόταν περισσότερο. Θυμόταν το τελευταίο βράδυ που ήταν πεθαμένη η μητέρα της. Ξανάβλεπε τον εαυτό της στο μικρό δωμάτιο στην άλλη άκρη του διαδρόμου, κι απ’ έξω έφτανε, ως αυτήν, ένα ιταλικό μελαγχολικό τραγούδι· είπαν στον οργανοπαίχτη να φύγει και του ’δωσαν και έξι πένες. Θυμόταν τον πατέρα της να πηγαινοέρχεται με βαριά βήματα στο δωμάτιο της άρρωστης, μουρμουρίζοντας:
«Καταραμένοι βρωμοϊταλοί, ως εδώ φτάσατε, ως εδώ…»
Έτσι όπως θυμόταν τα παλιά, η θλιβερή εικόνα της μητέρας της ξανάρθε σιγά σιγά… όλες αυτές οι αναμνήσεις κατακάθισαν μέσα της ως το βάθος της ψυχής της, η ζωή της μητέρας με τις καθημερινές, άστοχες θυσίες που την οδήγησαν στην τελική τρέλα. Έτρεμε. Για μια στιγμή νόμισε πως άκουσε τη φωνή της μητέρας της που έλεγε με ανόητη επιμονή:
«Derevaun Seraun! Derevaun Seraun!»
Πετάχτηκε όρθια, με τρόμο. Να φύγει. Πρέπει να φύγει αμέσως. Ο Φρανκ θα τη σώσει. Θα της δώσει τη ζωή, τον έρωτα ίσως. Αυτή θέλει να ζήσει. Γιατί πρέπει αυτή να ’ναι δυστυχισμένη; Έχει κι αυτή δικαίωμα στην ευτυχία. Ο Φρανκ θα την έπαιρνε στην αγκαλιά του, θα την τύλιγε με τα μπράτσα του, θα την έσωζε.
Στεκόταν όρθια, περιτριγυρισμένη από ένα παλλόμενο πλήθος, στο σταθμό του Νορθ Γουώλ. Ο Φρανκ της έσφιγγε το χέρι και καταλάβαινε πως της μιλούσε· έλεγε κάτι για τη διαδρομή ξανά και ξανά. Ο σταθμός ήταν γεμάτος στρατιώτες που κρατούσαν καφετιές αποσκευές. Απ’ τις ανοιχτές πόρτες του υπόστεγου, είδε το μαύρο όγκο του καραβιού, δεμένο πλάι στην αποβάθρα μ’ όλα τα φινιστρίνια φωτισμένα. Ο Φρανκ μίλαγε κι αυτή δεν απαντούσε, ένιωθε τα μάγουλά της χλωμά και παγωμένα και τον εαυτό της σαν στο βάθος ενός βάραθρου στενοχώριας και αμηχανίας· παρακάλεσε τον θεό να την οδηγήσει, να της δείξει τι να κάνει, ποιο είναι το καθήκον της. Μέσα απ’ την ομίχλη ακούστηκε ένα μακρύ πένθιμο σφύριγμα. Αν έφευγε, αύριο θα ’ταν κιόλας στην ανοιχτή θάλασσα και κοντά της ο Φρανκ· θα έπλεαν προς το Μπουένος Αύρες. Οι θέσεις ήταν κρατημένες. Μπορούσε τώρα να οπισθοχωρήσει; Ύστερα απ’ όσα έκανε γι’ αυτήν; Η στενοχώρια τής έφερε σαν μια ναυτία· όλο το σώμα της ήταν παγωμένο και τα χείλια της κουνιόνταν σε μια σιωπηλή χωρίς λόγια προσευχή.
Μια καμπάνα χτυπούσε στη θέση της καρδιάς της.
Αισθάνθηκε τον Φρανκ να της σφίγγει το χέρι. «Έλα», είπε. Όλες οι θάλασσες του κόσμου φουρτούνιασαν μέσα στην καρδιά της. Το χέρι του, το δικό του χέρι, την τραβούσε προς αυτή τη θάλασσα που θα την έπνιγε, θα την κατάπινε. Άρπαξε τη σιδερένια μπάρα με τα δυο της χέρια.
«Έλα» φώναξε ο Φρανκ.
Όχι, όχι, αυτό ήταν αδύνατον. Τα χέρια της σφίχτηκαν με μανία στο σίδερο. Από τα βάθη της θάλασσας που πλημμύριζε την καρδιά της, έστελνε σιωπηλές κραυγές αγωνίας.
Ο Φρανκ έσκυψε πάνω απ’ τη μπάρα και της φώναξε να τον ακολουθήσει. «Έβελιν… Έβε…»
Τον έσπρωχναν, του φώναζαν να προχωρήσει, όμως αυτός εξακολουθούσε να τη φωνάζει.
Γύρισε προς αυτόν ένα άσπρο ανέκφραστο πρόσωπο σαν ζώου αβοήθητου. Στα μάτια της δεν υπήρχε κανένα σημάδι, ούτε έρωτα, ούτε αποχαιρετισμού, ούτε καν αναγνώρισης.
μτφρ. Μαντώ Αραβαντινού
Τζέημς Τζόυς, «Πανσιόν δι’ οικογενείας»
Επεξηγήσεις:
ένας άνθρωπος από το Μπέλφαστ: δηλ. ένας προτεστάντης Μαργαρίτα Μαρία Αλακόκ: μοναχή του 17ου αι., που συνέθεσε μουσική για εκκλησιαστικό όργανο. Μποέμ: όπερα του Τζιάκομο Πουτσίνι. Παταγόνες: κάτοικοι της Παταγονίας, περιοχής που βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της αμερικανικής ηπείρου. Derevaun Seraun!: αναφώνηση σε παρεφθαρμένα κελτικά· σημαίνει περίπου: «Στο τέλος της ευχαρίστησης περιμένει ο πόνος»
Πηγή: Βιβλίο Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, Β’ τάξη Γενικού Λυκείου, ΟΔΕΒ
Ακούστε το διήγημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου:
Ίσως να μην το έχετε συνειδητοποιήσει, αλλά σίγουρα όλοι μας καμία στιγμή στη ζωή μας έχουμε ακούσει ή σιγοτραγουδήσει στίχους της ποίησης του Ν. Καββαδία, αφού μεγάλο μέρος του έργου του έχει μελοποιηθεί από πολλούς εξαιρετικούς Έλληνες συνθέτες. Αυτό που πρέπει να κάνουμε,όμως, είναι να φροντίσουμε να πέσει στα χέρια μας κάποια από τις συλλογές του και να βυθίστουμε στα ποίηματά του. Γιατί; Ορίστε 10+1 λόγοι από εμάς!
1. Γιατί η ποίηση του σε ταξιδεύει σε μέρη μακρινά.
2. Γιατί αποτυπώνει με τον πιο “αυτοβιογραφικό” τρόπο την καθημερινότητα των ναυτικών.
3. Γιατί είναι ο καλύτερος “εραστής” της θάλασσας.
4. Γιατί η ποίηση του αποπνέει σε κάθε στροφή και στίχο μια μουσικότητα που σε παρασέρνει.
5. Γιατί η γραφή του είναι απλή (πλην του ναυτικού λεξιλογίου), καθαρή και στρωτή.
6. Γιατί η ευαισθησία που περικλείει το έργο του είναι ανεπανάληπτη.
7. Γιατί εκτός από σπουδαίος ποιητής ήταν και σπουδαίος άνθρωπος (αν δεν μας πιστεύετε διαβάστε επόμενο μας άρθρο με όχι τόσο γνωστές πτυχές της ζωής του).
8. Γιατί υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες του 20υ αιώνα.
9. Γιατί αγάπησε κάθε σπιθαμή της γης και του νερού όσο κανείς άλλος.
10. Γιατί τα ποιήματα του κατακλύζονται από αλληγορίες.
(10+1) Γιατί πρέπει, βρε αδελφέ, να μάθουμε εν τέλει ποια είναι η Φάτα Μοργκάνα και τι έκανε εκείνο το θρυλικό αφρικανικό μαχαίρι.