Σούμπερτ: λίγα λόγια για το συνθέτη και το πιο υποβλητικό τραγούδι του…

Σαν σήμερα γεννιέται ο μεγάλος βιεννέζος μουσικοσυνθέτης Φράντς Σούμπερτ. Ο Σούμπερτ καλλιτεχνικά τοποθετείται ανάμεσα σε δύο ρεύματα, μεταξύ κλασικών και ρομαντικών. Ξεχώρισε από μικρός για το ταλέντο του στη μουσική και ήξερε να παίζει βιολί και πιάνο. Εγκατέλειψε σύντομα την προσπάθεια να γίνει δάσκαλος, όπως και ο πατέρας του και αφοσιώθηκε στη σύνθεση. Ασχολήθηκε με διάφορα είδη μουσικής και συνέθεσε πλήθος έργων  τα οποία ωστόσο δεν έλαβαν την αναγνώριση που τους άξιζε όσο ο ίδιος ζούσε. Τα λήντερ (τραγούδια), που έγραψε, για παράδειγμα τα έπαιζε κατά κύριο λόγο στις «Σουμπερτιάδες», σε συγκεντρώσεις, δηλαδή του κύκλου του, όπου οι παρευρισκόμενοι παρουσίαζαν μεταξύ τους έργα τέχνης που είχαν δημιουργήσει (συνθέσεις, ποιήματα, τραγούδια..). Ο Σούμπερτ πέθανε πολύ νέος, σε ηλικία 31 ετών. Άφησε, ωστόσο πίσω του αριστουργηματικά έργα, τα οποία συνδέουν δύο εποχές και ιδεολογίες, το κλασικό πνεύμα της «τελειότητας», με το πάθος και τον συναισθηματικό πλούτο του Ρομαντισμού.

Ένα εξαίρετο δείγμα του ρομαντικού πνεύματος του Σούμπερτ είναι το έργο «Ο Βασιλιάς των Ξωτικών», που ανήκει στην κατηγορία των τραγουδιών (Λήντερ). Το Ληντ είναι έντεχνο τραγούδι, το οποίο ως είδος άνθισε στις αρχές του 19ου αιώνα. Οι Ρομαντικοί δημιουργούσαν μεμονωμένα τραγούδια ή κύκλους τραγουδιών, με κοινό θέμα, τα οποία αποτελούσαν ένα συνδυασμό ποίησης και μουσικής, για φωνή και πιάνο συνήθως. Το σημερινό έντεχνο τραγούδι αποτελεί απόγονο των Λήντερ. Για τα Λήντερ αξιοποιήθηκε η λυρική ποίηση δημιουργών όπως ο Γκαίτε, ο Χάινε, ο Μπάυρον και ο Σελλεϋ. Ως θεματολογία το Ληντ ασχολείται με την αγάπη, τη φυσιολατρεία και τις μεταστροφές της ανθρώπινης τύχης.

Ο Βασιλιάς των ξωτικών (Εrlkönig)

Ο Σούμπερτ έγραψε τον «Βασιλιά των Ξωτικών» σε ηλικία 18 ετών. Οι στίχοι προέρχονται  από την ομώνυμη μπαλάντα του Γκαίτε, η οποία βασίζεται στο θρύλο του Βασιλιά των ξωτικών. Σύμφωνα με αυτόν, όποιος αισθανθεί το άγγιγμα του βασιλιά των ξωτικών πεθαίνει. Η μπαλάντα του Γκαίτε μας μεταφέρει σε μια θυελλώδη νύχτα. Ένας πατέρας, καβάλα στο άλογό του προσπαθεί να φτάσει στον προορισμό του, κρατώντας σφιχτά τον άρρωστο  γιό του. Το παιδί είναι πολύ άρρωστο και ο πατέρας αγωνιά. Όπως καλπάζουν, το μικρό αγόρι βλέπει και ακούει τον Βασιλιά των Ξωτικών, να το καλεί κοντά του. Ο πατέρας του προσπαθεί διαρκώς να το καθησυχάσει και να το ζεστάνει. Οι προσπάθειές του όμως είναι μάταιες, καθώς μόλις φθάνουν, συνειδητοποιεί ότι το αγόρι έχει πεθάνει.

Η μουσική του «Βασιλιά των Ξωτικών» είναι υποβλητική. Το πιάνο, με γρήγορο ρυθμό  και ένα χαρακτηριστικό μοτίβο μιμείται τον γοργό καλπασμό του αλόγου μέσα στη νύχτα και δημιουργεί μία ατμόσφαιρα αγωνίας. Τα αφηγηματικά πρόσωπα είναι τέσσερα, τραγουδιούνται από τον ίδιο ερμηνευτή με υφολογικές αλλαγές: έχουμε τον αφηγητή, που τραγουδά σε μεσαίους τόνους και περιγράφει τα καίρια σημεία. Επίσης διακρίνεται ο πατέρας, σε μπάσες συχνότητες, με ύφος καθησυχαστικό, σε πλήρη αντίθεση με το τρομαγμένο μικρό αγόρι, ο ρόλος του οποίου βρίσκεται σε υψηλές συχνότητες. Τέλος, σε πλήρη αντίθεση έρχεται ο Βασιλιάς των Ξωτικών, η προσωποποίηση του θανάτου. Καθώς ο ίδιος καλεί κοντά του το μικρό αγόρι, η μελωδία του είναι χαρούμενη, με ύφος κολακευτικό αρχικά και ύστερα επίμονο. Το κομμάτι τελειώνει όταν ο πατέρας φθάνει στον προορισμό του, το άλογο σταματάει να καλπάζει και κατ’ αναλογία σταματάει βαθμιαία η γεμάτη ένταση συνοδεία του πιάνου· επικρατεί μια στιγμή σιωπής και διαπιστώνει στον τελευταίο στίχο πως ο γιός του έχει πεθάνει.

ΠΗΓΕΣ:

J. Machlis, Kr. Forney, H απόλαυση της μουσικής, εκδ. fagotto, μτφρ. Δ. Πυργιώτης

Pinterest

Das Goethezeitportal

Amadeus

Σαν σήμερα, 27/01, γεννιέται ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες στην ιστορία της μουσικής, ίσως ο πιο γνωστός όλων των εποχών, ο Βόλφγκαγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Πολλά έχουν γραφτεί για τη ζωή του, η οποία ήταν γεμάτη ανατροπές, ταξίδια και σύνθεση, παρόλο που πέθανε πολύ νέος, σε ηλικία 33 ετών. Ήταν ένας άνθρωπος που πέρασε τα 2/3 της ταξιδεύοντας, που άλλαξε 13 μόνιμα σπίτια , ήταν ο άνθρωπος ο οποίος έγραψε την ουβερτούρα (εισαγωγή) για την όπερα «Don Giovanni» το πρωί της πρεμιέρας της. Κυρίως, όμως αποτελούσε μια ιδιοφυϊα που άφησε τεράστια κληρονομιά και άσκησε τεράστια επιρροή στα μετέπειτα μουσικά ρεύματα. Αυτός είναι και ο λόγος που το σημερινό μας αφιέρωμα θα εστιάσει στη μουσική.

Ο Μότσαρτ ανήκει στους κλασικιστές, σε μία εποχή (μέσα 18ου – αρχές 19ου αιώνα) κατά την οποία η τέχνη αναβίωνε τις αξίες της κλασικής αρχαιότητας: το μέτρο, το ρυθμό , την αρμονία, την ισορροπία. Μετά το πάθος του Μπαρόκ και την υπερβολή -όπως θεωρούνταν από πολλούς- του Ροκοκό, οι καλλιτέχνες αναζήτησαν μια μουσική πιο ανάλαφρη, η οποία να είναι εύληπτη και ευχάριστη στο άκουσμα.

Τι κρύβεται, ωστόσο, πίσω από την τελειότητα των έργων του Μότσαρτ; Γιατί η μουσική του είναι τόσο προσιτή και αγαπητή από μουσικούς και μη; Ζητήσαμε από αναγνώστες μας να σκεφθούν το Μότσαρτ και τη μουσική του και να μοιραστούν με λίγες λέξεις τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Ας συζητήσουμε μερικές από τις πολύ ενδιαφέρουσες απαντήσεις που πήραμε, με βοηθό λίγη ιστορία της μουσικής.

«Βιέννη»

Ο Μότσαρτ μαζί με τους Χάυντν, Μπετόβεν και Σούμπερτ αποτέλεσαν μια ιδιαίτερη μουσική σχολή, τη Σχολή της Βιέννης, η οποία κληροδότησε αριστουργηματικά πρότυπα σύνθεσης στις επόμενες γενιές. Επίσης έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στη Βιέννη. Οι συνθέτες της σχολής της Βιέννης. η «τετράδα της Βιέννης», ήταν πρωτοπόροι, αναζήτησαν την τελειότητα στις συνθέσεις τους, πειραματίζονταν και εξελίσσονταν διαρκώς.

«Σονάτα», «κομψή, μεγαλοπρεπής σύνθεση, δυναμική αισιοδοξία»

Σε σχέση με τη σονάτα, ο Μότσαρτ δημιούργησε σονάτες στην τελειοποιημένη μορφή τους, με πλούσια ενορχήστρωση. Τα όργανα συνδυάζονται προσεκτικά, ώστε να δίνουν ποικιλία ηχοχρωμάτων και δραματικότητα, αλλά ταυτόχρονα να διατηρείται η ισορροπία στη μουσική. Η σονάτα είναι μια μουσική μορφή αποτελούμενη από τρία ή τέσσερα αντιτιθέμενα μέρη (ενίοτε και δύο). Ανάλογα με τον αριθμό και το ρόλο των μουσικών οργάνων που συμμετέχουν στον «κύκλο σονάτα», το κάθε έργο λαμβάνει χαρακτηριστικές ονομασίες, όπως κοντσέρτο, συμφωνία κ.ο.κ. Ως μουσικό είδος η σονάτα επιτρέπει στον καλλιτέχνη να εκφράσει πλούτο ιδεών και μουσικών χρωμάτων σε ένα ολοκληρωμένο, συνεκτικό έργο.

Mozart, Sonata no 8, σε Λα ελάσσονα

«Χαρά, ανεμελιά, ελευθερία και γαλήνη» και «ηρεμία, πληρότητα, αισιοδοξία»

Η μουσική του Μότσαρτ βασίζεται σε απλές, κομψές μελωδίες. Επηρεασμένος φανερά από τους παραδοσιακούς χορούς της πατρίδας του, ενσωματώνει στα έργα του παραδοσιακά λαϊκά στοιχεία. Η μελωδία του γίνεται «τραγουδίσιμη» και όπως παρατηρούμε σε πλήθος κομματιών, έχει τη ζωντάνια και την ανέμελη ενέργεια ενός παραδοσιακού αυστριακού χορού.

Ταυτόχρονα, οι μελωδίες είναι συμμετρικές, διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς απροσδόκητα σχήματα, που να προκαλούν σύγχυση. Βασίζονται σε σύντομες φράσεις, σαφώς διαχωρισμένες, ενώ επίσης υπάρχουν μοτίβα, σε παραλλαγές και επαναλήψεις. Ο τρόπος σύνθεσής τους είναι αριστοτεχνικός μέσα στην απλότητά του. Κατ’ αναλογία, οι χρωματισμοί, τα σημεία δυναμικής του έργου, ακολουθούν τη ροή της μελωδίας, δεν έχουν απότομες – όπως κάνει ο Μπετόβεν – αλλά βαθμιαίες κορυφώσεις και εναλλαγές. Με αυτό τον τρόπο η μουσική γίνεται εύληπτη από τον ακροατή, δίνει την αίσθηση της ισορροπίας , της πληρότητας και της διαύγειας. «Ευχαριστεί» το αυτί, μένει στη μνήμη και συγκινεί.

Ο ρυθμός και η ανάπτυξη του υλικού θα μπορούσαν να  είναι τα στοιχεία που μεταφράζει ο ακροατής ως «ελευθερία και ανεμελιά». Η κλασική μουσική έχει μετρική (ρυθμό) που παραμένει αμετάβλητη από την αρχή ως το τέλος του κομματιού – συνήθως σε μέτρα τεσσάρων χρονοδεικτών (χωρισμένα στα 4: 2/4, 3/4, 4/4, 6/8 ) – . Μέσα σε αυτό τον σταθερό ρυθμό οι μουσικές φράσεις αναπτύσσονται προοδευτικά, ώστε να υπάρχει διαρκής κίνηση και να γίνεται αρμονική μετάβαση από το ένα μέρος του κομματιού στο επόμενο

 «απόλυτη συγκέντρωση»

Ο Μότσαρτ με την αδελφή και τον πατέρα του

Η εκτέλεση σε ένα έργο του Μότσαρτ απαιτεί δεξιοτεχνία και καθαρότητα στο παίξιμο. Μπορεί η μελωδία να χαρακτηρίζεται απλή, αλλά η απόδοσή της χρειάζεται να γίνεται με ακρίβεια, αλλά όχι βεβιασμένα, με άνεση, ώστε να επιτυγχάνεται η ροή της μουσικής και η εκφραστικότητα . Τα έργα του Μότσαρτ αναδεικνύουν τη μουσικότητα του εκτελεστή.

«θεραπεία, ίαση»

 Οι συνθέσεις του Μότσαρτ, εκτός από την τέρψη του ακροατή δείχνουν να έχουν και θεραπευτικό χαρακτήρα. Μελέτες έχουν δείξει ότι νεογνά, τα οποία βρίσκονται στη θερμοκοιτίδα ωφελούνται από τη μουσική του Μότσαρτ, καθώς μετά την ακρόασή της εμφανίζουν μικρότερες ενεργειακές δαπάνες. Αυτό πρακτικά συνδέεται με ευκολότερη πρόσληψη βάρους, γεγονός που βελτιώνει το ανοσοποιητικό σύστημα των νεογνών, ώστε να αποδεσμεύονται γρηγορότερα από τη θερμοκοιτίδα. Η επιστημονική υπόθεση είναι ότι η επαναληπτικότητα και τα μοτίβα στη μουσική του Μότσαρτ επηρεάζουν τα οργανωτικά κέντρα   του εγκεφαλικού φλοιού. Τα νεογνά ηρεμούν και έχουν λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν ανησυχία.

«συγκίνηση»

 Πέρα από κάθε ανάλυση, η μουσική αγγίζει την ψυχή με έναν τρόπο μοναδικό, ξεχωριστό για τον κάθε άνθρωπο. Και είναι κάποιες συνθέσεις που συγκινούν σε κάθε εποχή και πλαίσιο, που ξεπερνούν το χρόνο, που «κερδίζουν» και το πιο απαιτητικό ακροατήριο. Είναι μουσικές που ο καθένας μπορεί να ταυτιστεί, με τις οποίες μπορεί να δώσει όχι χρώμα, αλλά μελωδία στη ζωή του, να αφήσει τη σκέψη του να ταξιδέψει και την καρδιά του να γεμίσει συναίσθημα. Ο Μότσαρτ λοιπόν μας χάρισε αυτή ακριβώς τη μουσική..

ΠΗΓΕΣ:

J. Machlis, Kr. Forney, H απόλαυση της μουσικής, εκδ. fagotto, μτφρ. Δ. Πυργιώτης

https://www.sciencedaily.com/releases/2010/01/100107132551.html

ThoughtCo

https://en.wikipedia.org/wiki/Don_Giovanni#Composition_and_premiere

Αγόρι που το δαγκώνει σαύρα

Αγόρι που το δαγκώνει σαύρα. περ. 1595

Το daily art αφιέρωμά μας σήμερα αφορά στον πίνακα του Μικελάντζελο Μερίτζι -ή διαφορετικά Καραβάτζιο- «Αγόρι που το δαγκώνει σαύρα», ένα πραγματικά πρωτοποριακό έργο, έναν πίνακα που «ανοίγει τα μάτια» τόσο σε σχέση με το ζωγράφο, όσο και με την εποχή του.

Ο πίνακας χρονολογείται γύρω στο 1595 και σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου.  Απεικονίζει ένα αγόρι το οποίο αντιδρά στο τσίμπημα μιας σαύρας και ενστικτωδώς τραβάει το χέρι του. Ο Καραβάτζιο εδώ έχει δημιουργήσει μία ιδιαιτέρως εκφραστική μορφή, έχει απαθανατίσει ένα στιγμιότυπο, για πρώτη φορά στην ιστορία της ζωγραφικής (ενσταντανέ).

O Caravaggio

Ο πίνακας είναι χαρακτηριστικός του ύφους του μεγάλου ζωγράφου. Η προέλευση του ιδιαίτερου αυτού στυλ δεν μπορεί να προσδιοριστεί πλήρως, σύμφωνα με τους αναλυτές. Διακρίνονται οι επιρροές από το δάσκαλό του, Σιμόνε Πετερτσάνο, ο οποίος φημιζόταν για την «Όμορφη και καλαίσθητη ζωγραφική του», αλλά και από τη σχολή του Μιλάνου. Στα χρόνια της νιότης του Καραβάτζιο είχε δημιουργηθεί στο Μιλάνο μια νέα σχολή, η οποία απέρριπτε το επικρατούν επιτηδευμένο ύφος του Μανιερισμού. Οι συγκεκριμένοι  ζωγράφοι αντλούσαν έμπνευση από την καθημερινότητα και πρωτοπορούσαν στη χρήση του φωτός, δίνοντας έμφαση στην ακριβή απόδοση των σκιών ζωγραφίζοντας ακόμη και νυχτερινές σκιές.

Ο Καραβάτζιο εξέλιξε την τεχνική της φωτοσκίασης (chiaroscuro). Μία πηγή φωτός «χτυπά» μόνο τα μέρη του σώματος ή τα πρόσωπα που επιθυμεί ο καλλιτέχνης και όλος ο υπόλοιπος πίνακας βυθίζεται στο σκοτάδι. Αυτό προσδίδει στον πίνακα δραματικότητα, ένταση, ενώ συγχρόνως αναδεικνύει την ικανότητα του καλλιτέχνη στη χρήση των χρωμάτων.

Ένα ακόμη στοιχείο το οποίο ξεχωρίζει στον πίνακα είναι η έκφραση του αγοριού. Ο Καραβάτζιο δημιουργούσε ως επί το πλείστον μορφές με βλέμμα σκοτεινό και ύφος που δε θυμίζει σε τίποτα τις εξιδανικευμένες μορφές των μέχρι τότε καλλιτεχνών, που ακτινοβολούν από ομορφιά και υγεία. Εξάλλου ο Καραβάτζιο είχε ζήσει σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του και συναναστρεφόταν με ανθρώπους του υποκόσμου, τις μορφές των οποίων αποτύπωνε στους πίνακές του.

Το συγκεκριμένο έργο πιθανώς να έχει και αλληγορική σημασία. Ίσως ο πόνος που απεικονίζεται να είναι ένας πόνος που συνδέεται με τον έρωτα. Η παραπάνω ερμηνεία στηρίζεται και στο ότι ο ώμος του αγοριού απεικονίζεται γυμνός, ενώ πίσω από το αυτί του έχει ένα λουλούδι, γεγονός από το οποίο συμπεραίνουμε ότι πρόκειται για εκδιδόμενο νεαρό.

Το «Αγόρι που το δαγκώνει σαύρα» είναι ένας πίνακας-σταθμός στην ιστορία της τέχνης. Είναι μια καινοτομία, ένα στιγμιότυπο στο οποίο αποτυπώνεται η ιδιοφυία και η πρωτοπορία του Καραβάτζιο, ο οποίος με τη θεματολογία και την τεχνική του επηρέασε όλη τη μετέπειτα ζωγραφική.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Lambert, Gilles Kαραβάτζιο εκδ.TASHEN/ΓΝΩΣΗ, Aθήνα 2005

Gombrich, E.H. Το Χρονικό της Τέχνης, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1998

es.wikipedia.org

https://www.touringclub.it/itinerari-e-weekend/itinerario-nei-luoghi-di-caravaggio-dove-andare-per-scoprire-michelangelo-merisi

Για μια ιστορική τζαζ στιγμή

Jazz@Carnegie

Ο Benny Goodman στο Carnegie Hall… Ή διαφορετικά, τζαζ μουσική σε μία από τις πιο φημισμένες μουσικές αίθουσες του κόσμου. Για να φτάσει αυτή η έκφραση να μη μας δημιουργεί αντιφατικά αισθήματα σήμερα, θα πει πως η τζαζ έχει καταξιωθεί ως μουσική έκφραση όχι μόνο στη συνείδηση του κοινού, αλλά και στους μουσικούς κύκλους, κατ’ αναλογία με άλλα ρεύματα, όπως ο κλασικισμός και ο ρομαντισμός. Αυτό, ωστόσο δεν ήταν πάντα αυτονόητο▪ η τζαζ μουσική, όταν πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα δε θωρούνταν ότι είχε το «βάθος» της κλασικής μουσικής, ώστε να σταθεί δίπλα της στη μουσική σκηνή, παρά το γεγονός ότι γινόταν όλο και πιο δημοφιλής στις Η.Π.Α.

Carnegie Hall

 Το Carnegie Hall, το οποίο εγκαινιάστηκε τη δεκαετία του 1890, αποτελούσε μια μουσική σκηνή με ιδιαίτερο κύρος, όπου είχαν λάβει χώρα ιστορικά ντεμπούτα καλλιτεχνών όπως ο Ραχμάνινοφ, και σημαντικές εκδηλώσεις και ομιλίες, θεωρούνταν ο «ναός» της κλασσικής μουσικής. Από την άλλη πλευρά, το μουσικό στυλ του Benny Goodman, σουίνγκ, έντονα χορευτικό και χαρούμενο, μοντέρνο με τεράστια δημοτικότητα, δε θύμιζε σε τίποτα την μουσική μιας αίθουσας συναυλιών. Ασφαλώς συνθέτες όπως ο Whiteman και ο Gershwin είχαν ήδη παρουσιάσει έργα με τζαζ στοιχεία, ωστόσο οι πηγές χαρακτηρίζουν το ύφος τους «συμφωνική τζαζ», καθώς δεν περιείχε αυτό σχεδιασμό.

O Benny Goodman

Ο Goodman τη δεκαετία του ’30, βρισκόταν στο απόγειο της δημοτικότητάς του. Είχε χαρακτηριστεί «Ο Βασιλιάς της Σουίνγκ» και είχε το πιο δημοφιλές σχήμα στις Η.Π.Α. Ωστόσο, όταν οι Nathanson και Hurrok (δημοσιοσχετίστας και μουσικός παραγωγός αντίστοιχα) πρότειναν να παίξει στο Carnegie, αντιμετώπισε ιδιαίτερες αμφιβολίες. Η ανακοίνωση της συναυλίας κέντρισε το ενδιαφέρον του κοινού και τα πάνω από 2.000 εισιτήρια εξαντλήθηκαν εβδομάδες πριν τη συναυλία σε τιμή που έφτανε τα 2.75 δολλάρια – πάνω από 100 δολλ. με σημερινές αντιστοιχίες – .

Η προετοιμασία ξεκίνησε άμεσα, αφού ακυρώθηκαν ορισμένες ηχογραφήσεις. Το μουσικό πρόγραμμα, διάρκειας περίπου 2 ωρών θα περιλάμβανε παλιότερα και νέα κομμάτια, δίνοντας βήμα σε όλους τους μουσικούς να αυτοσχεδιάσουν. Εκτός από το μουσικό σχήμα του ίδιου του Goodman, προσκλήθηκαν να αυτοσχεδιάσουν σολίστες από τα σχήματα του  Duke Ellington και του Count Basie. Οι μουσικοί, μάλιστα, ξεκίνησαν τις πρόβες στο Carnegie Hall εβδομάδες πριν την εμφάνιση, ώστε να εξοικειωθούν με το χώρο και την ακουστική του.

Έφτασε η μέρα τις συναυλίας, με εφημερίδες όπως οι New York Times να μιλούν από πριν για μία ιδιαίτερης βαρύτητας μουσική παράσταση. Το περιεχόμενο ήταν έντονα αυτοσχεδιαστικό, δόθηκε βήμα σε κάθε μουσικό (αναφ. στο κομμάτι “Honeysuckle Rose”). Επίσης, ακούστηκαν κομμάτια από το φημισμένο τρίο και κουαρτέτο του Benny Goodman. Ένα μέρος του πρώτου μισού της συναυλίας ήταν αφιερωμένα στα «20 χρόνια της τζαζ», ως φόρος τιμής σε άλλους καλλιτέχνες, με μία φρέσκια προσέγγιση. Οι ερμηνείες ήταν ιστορικές, χαρακτηριστικά αναφέρονται οι αυτοσχεδιασμοί του ντράμερ Gene Krupa, ο οποίος είχε εισαγάγει το αυτοσχεδιαστικό ντραμ σόλο στα τζαζ σύνολα και το τραγούδι “Loch Lomond” από τη Martha Tilton, η οποία μετά το πέρας της παράστασης χειροκροτήθηκε τόσο ώστε βγήκε άλλες πέντε φορές στη σκηνή. Το ίδιο συνέβη και με το κομμάτι “Sing, Sing, Sing”, το οποίο παίχτηκε άλλες δύο φορές.

Sing…sing…sing!
Μουσική: Louis Prima,1935

Η συναυλία ήταν κάτι παραπάνω από επιτυχημένη και παρά τις ανάμεικτες κριτικές, η ζήτηση ήταν τόσο μεγάλη που το μουσικό σχήμα επέστρεψε λίγους μήνες αργότερα, αλλά και την επόμενη χρονιά. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι η παράσταση δεν ήταν σχεδιασμένο να ηχογραφηθεί. Η ηχογράφηση έγινε από τον Albert Marx για την τότε γυναίκα του, σε δύο αντίγραφα, το ένα εκ των οποίων προοριζόταν για δώρο στον ίδιο τον Goodman. Ωστόσο, καμία ηχογράφηση δε δημοσιοποιήθηκε, ενδεχομένως λόγω κωλυμάτων με τα συμβόλαια με τις δισκογραφικές εταιρίες και τελικά το αντίγραφο του Goodman από την ιστορική αυτή συναυλία παρέμεινε χαμένο μέχρι το 1950. Ο πρώτος δίσκος που κυκλοφόρησε πούλησε πάνω από 1.000.000 αντίτυπα και για δεκαετίες παρέμεινε ο νούμερο ένα σε πωλήσεις δίσκος της Κολούμπια. Με τον καιρό, κατά τις διάφορες επανακυκλοφορίες του δίσκου μέρη της ηχογράφησης αποκόπηκαν και εν τέλει η συναυλία δημοσιοποιήθηκε όπως αρχικά είχε ηχογραφηθεί το 1998.

Παρόλο που εκτός των ακροατών της νύχτας του 1938, το ευρύ κοινό μπόρεσε να ακούσει ολοκληρωμένη τη συναυλία 60 χρόνια ύστερα από τη διεξαγωγή της, η βαρύτητα  του γεγονότος είναι εμφανής . Για πρώτη φορά στο Carnegie Hall ήχησε μια μουσική πολύ διαφορετική απ’ ο,τι συνηθιζόταν τότε. Εμφανίστηκαν μουσικοί χωρίς διακρίσεις φυλής και χρώματος▪ αξίζει να σημειωθεί ότι ο Benny Goodman αρνήθηκε να ανέβει στη σκηνή αν δεν επιτρεπόταν η είσοδος στους Αφροαμερικανούς συναδέλφους του. Η εμφάνιση του Billy Goodman και του συγκροτήματός του στο Carnegie Hall μπορεί χωρίς υπερβολή να ιδωθεί ως η πιο σημαντική συναυλία στην ιστορία της τζαζ. Γιατί; Διότι στις 16 Γενάρη του 1938 η τζαζ απέκτησε επίσημα τη θέση που της άξιζε δίπλα στα μουσικά ρεύματα των προηγούμενων δεκαετιών και αιώνων.

Ολόκληρη η συναυλία στο Carnegie Hall

ΠΗΓΕΣ:

https://www.history.com/this-day-in-history/benny-goodman-brings-jazz-to-carnegie-hall

https://www.loc.gov/programs/static/national-recording-preservation-board/documents/BennyGoodman.pdf

https://www.theguardian.com/music/musicblog/2009/jun/02/benny-goodman-carnegie-hall-jazz

https://www.nationalgeographic.org/thisday/jan16/first-jazz-concert-carnegie-hall/

https://www.npr.org/2018/01/16/578312844/how-benny-goodman-orchestrated-the-most-important-concert-in-jazz-history

https://www.carnegiehall.org/About/History/Timeline

Λίγες λέξεις για τον Ναζίμ Χικμέτ

15 Ιανουαρίου 1902: γεννιέται στη Θεσσαλονίκη ένας από τους μεγαλύτερους Τούρκους λογοτέχνες, ο Ναζίμ Χικμέτ. Παρακάτω θα βρείτε λίγα λόγια για τη ζωή του καθώς και μία υπέροχη μελοποίηση του ποιήματός του “Η πιο όμορφη θάλασσα”, από τον Μάνο Λοίζο.

Ο Ναζίμ – όπως προτιμούν να τον αποκαλούν οι θαυμαστές του – ήταν γόνος εύπορης οικογένειας, η οποία διακατεχόταν και από καλλιτεχνικές ανησυχίες, καθώς η μητέρα του ήταν  καλλιτέχνις και ο παππούς του ποιητής. Μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη και εξέδωσε τα πρώτα του ποιήματα σε ηλικία 17 ετών. Σπούδασε Οικονομικά και Κοινωνιολογία στη Ρωσία, όπου εγκαταστάθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια περίοδο ήρθε σε επαφή με λογοτέχνες και καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο  και γνώρισε τις  κομμουνιστικές ιδέες, οι οποίες επηρέασαν την πορεία και το έργο του. Λίγα χρόνια αργότερα επέστρεψε στην Τουρκία, συνελήφθη όμως επειδή δούλευε σε περιοδικό αριστερής ιδεολογίας και διέφυγε στη Ρωσία, για να γυρίσει ξανά στην πατρίδα του το 1928, αφότου είχε ισχύσει στην Τουρκία γενική αμνηστία. Οι πολιτικές του δράσεις ύστερα από την επιστροφή του έγιναν η αιτία μακρόχρονης φυλάκισής του από τις τουρκικές αρχές, η οποία προκάλεσε παγκόσμια  αντίδραση και κινητοποίηση, με πρωταγωνιστικό ρόλο να λαμβάνουν πρόσωπα όπως ο Ζ.Π. Σαρτρ και ο Π. Πικάσο. Μετά την αποφυλάκισή του εγκατέλειψε την Τουρκία και ως το τέλος της Ζωής παρέμεινε στη Νότια Ευρώπη και τη Σοβιετική Ένωση.

Η ποίησή του διακατέχεται από λυρικότητα και ευαισθησία, είναι νοσταλγική και αισιόδοξη ταυτόχρονα. Στην πιο ώριμη μορφή της, είναι επηρεασμένη από το κίνημα των σοβιετικών Φουτουριστών, καθώς ο Χικμέτ επιδιώξε να «απελευθερώσει» το στίχο του από το μέτρο και χρησιμοποίησε ελεύθερο στίχο.

Ας ακούσουμε την «Πιο όμορφη Θάλασσα» του, από μια υπέροχη μελοποίηση του Μάνου Λοίζου, σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου. Και ας σκεφθούμε…

«Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν την αρμενίσαμε ακόμα… Το πιο όμορφο παιδί δε μεγάλωσε ακόμα. Τις πιο όμορφες μέρες, δεν τις ζήσαμε ακόμα.»

Ν. Χικμέτ, Η πιο όμορφη θάλασσα
Στίχοι: Ν. Χικμέτ, μελοποίηση: Μ. Λοϊζος, απόδοση: Γ. Ρίτσος

Πηγές άρθρου:

https://www.poetryfoundation.org/poets/nazim-hikmet

https://www.poets.org/poetsorg/poet/nazim-hikmet

https://en.wikipedia.org/wiki/N%C3%A2z%C4%B1m_Hikmet

Η Παρτιτούρα

Παρτιτούρα

Η Παρτιτούρα

Η ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ ΜΑΣ, ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΟΠΟΥ ΘΑ ΜΟΙΡΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΙΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΜΑΣ. Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΧΕΙ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ, ΠΩΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΛΕΙΠΕΙ ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ;

Ουβερτούρα – Για Αρχή

Για να εγκαινιάσουμε τη νέα ιστοσελίδα μας, μια νυχτερινή αφιέρωση από την ομάδα του δρόμου… Το πρώτο κομμάτι της “παρτιτούρας” μας λοιπόν είναι το “Cold”, του Jorge Méndez, για ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ όπως αυτό. Καλή μας αρχή λοιπόν!


“Cold” – Jorge Méndez

Καληνύχτα! ~ Τρίλλια