Τζόρτζιο ντε Κίρικο, ο ζωγράφος της υπέρβασης

Λίγη βιογραφία

«….Θυμάμαι ένα σπίτι όπου μέναμε. Ένα σπίτι πελώριο και θλιβερό σα μοναστήρι. Ο ιδιοκτήτης λεγόταν Βούρος. Το σπίτι αυτό ήταν χτισμένο στην πάνω μεριά της πολιτείας. Από το παράθυρό μου διέκρινα μακριά ένα στρατώνα του πυροβολικού. Κάθε επέτειο της ελληνικής εθνικής γιορτής μια πυροβολαρχία έβγαινε από το προαύλιο καλπάζοντας ορμητικά και κατευθυνόταν σ’ ένα λόφο που βρισκόταν πίσω σε κάποια απόσταση. Μόλις έφθαναν πάνω εκεί οι άνδρες, κατέβαιναν απ’ τα σκευοφόρα και από τα άλογα, τοποθετούσαν τα κανόνια στη σειρά και μετά έριχναν άσφαιρες ομοβροντίες. Σφαιρικά σώματα λευκά, ίδια σύννεφα που έπεσαν στη γη, στροβιλίζονταν για λίγο και μετά διαλύονταν και εξαφανίζονταν στα πλευρά του λόφου. Ο ήχος έφθανε μετά κι έκανε να τρέμουν ελαφρά τα τζάμια των παραθύρων.

Continue reading “Τζόρτζιο ντε Κίρικο, ο ζωγράφος της υπέρβασης”

Ο καινοτόμος Γιαν βαν Αϊκ

Ο Γιαν βαν Αϊκ είναι ένας από τους

μεγάλους ζωγράφους της ιστορίας της δυτικής τέχνης, για τη θαυμαστή του τεχνική, για τη δημιουργική του ικανότητα, στην οποία ξεχωρίζει η αντίληψή του για το τοπίο και την προσωπογραφία, για τη μόρφωση και την αυτοεκτίμησή του, η οποία, ωστόσο, δεν κατάφερε να αλλάξει την αντίληψη για τους ζωγράφους, οι οποίοι θεωρούνταν ακόμα απλοί τεχνίτες, και όχι καλλιτέχνες. Στην υπηρεσία της αριστοκρατίας της Βουργουνδίας και του περιβάλλοντός της, ήταν όμως και ένας καλλιτέχνης τον οποίο εκτιμούσαν ιδιαίτερα οι Ιταλοί έμποροι που κατοικούσαν στη Βρύγη και σε άλλες φλαμανδικές πόλεις.

Παρόλο που διαθέτουμε αρκετά ντοκουμέντα σχετικά με τα χρόνια της καλλιτεχνικής ωριμότητας του Βαν Αϊκ -επισημαίνει στο κείμενο της Μονογραφίας η Federica Armiraglio- η ανασύσταση της υπόλοιπης ζωής του δεν είναι πάντα εύκολη. Η χρονολογία της γέννησής του είναι άγνωστη, τοποθετείται όμως κατά πάσα πιθανότητα ανάμεσα στο 1390 και το 1395. Ο τόπος όπου γεννήθηκε είναι επίσης άγνωστος.

Η πρώτη επίσημη αναφορά στο όνομα του Βαν Αϊκ γίνεται στο βιβλίο λογαριασμών του Ιωάννη (της Βαυαρίας). Ανάμεσα στο 1422 και το 1424, ο καλλιτέχνης βρισκόταν στην υπηρεσία του Ιωάννη της Βαυαρίας, κόμη της Ολλανδίας, με την ιδιότητα του ακόλουθου, αλλά και του ζωγράφου της αυλής της Χάγης. Αν και υπάρχει ένα μικρό ποσοστό αμφιβολίας, είναι ωστόσο πολύ πιθανό η σταδιοδρομία του Γιαν βαν Αϊκ να ξεκίνησε από τη μικρογραφία, είδος το οποίο εγκατέλειψε εν συνεχεία, για να αφοσιωθεί στη ζωγραφική σε ξύλο.

Τον Ιανουάριο του 1425, ο Γιαν πέρασε στην υπηρεσία του δούκα της Βουργουνδίας, του Φίλιππου του Καλού. Οπως με τον Ιωάννη της Βαυαρίας, έτσι και σε αυτή την περίπτωση δεν γνωρίζουμε ποιες ακριβώς ήταν οι υπηρεσίες που πρόσφερε ο Βαν Αϊκ στον Φίλιππο τον Καλό.

Οταν εγκατέλειψε τη Χάγη, ο Γιαν βαν Αϊκ έζησε αρχικά στη Λιλ, όπου τον είχε καλέσει ο δούκας, αλλά εν συνεχεία πήγε στη Βρύγη, πόλη στην οποία έμεινε από το 1432 μέχρι τον θάνατό του, το 1441. Το 1432 αποτελεί ορόσημο, καθώς τότε άρχισε να υπογράφει τα έργα του, συνήθεια που διατήρησε για περίοδο περίπου δέκα χρόνων, μέχρι τον θάνατό του. Τη χρονιά αυτή η υπογραφή του εμφανίζεται στο πλαίσιο του «Πολύπτυχου της Γάνδης», το οποίο προοριζόταν για τον καθεδρικό ναό του Αγίου Μπαβόν, όπου και φυλάσσεται μέχρι σήμερα.

Η προσωπογραφία ήταν ένα από τα είδη τα οποία ο Βαν Αϊκ ανανέωσε ριζικά -σημειώνει η Armiraglio-, θέτοντας τις βάσεις μιας σύγχρονης απεικόνισης της ανθρώπινης μορφής, μακριά από κάθε εξιδανίκευση.

Ο Γιαν βαν Αϊκ ήταν επίσης ένας από τους εμπνευστές, μαζί με τον Ρομπέρ Καμπέν, του λεγόμενου Andachtsbild, του έργου λατρευτικού χαρακτήρα, το οποίο θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία και άνθηση στη φλαμανδική ζωγραφική. Η ονομασία αυτή αποδίδεται σε έργα με θρησκευτικά θέματα που κυριαρχούνται από σιωπηλή και στοχαστική ατμόσφαιρα, η οποία καλεί σε διαλογισμό. Ο ρόλος του παραγγελιοδοτών, οι οποίοι απο τον Μεσαίωνα και μετά εμφανίζονταν συχνά στα έργα με θρησκευτικά θέματα, αλλάζει ριζικά. Γίνονται βασικό μέρος της σύνθεσης, σαν να ήταν πραγματικά παρόντες στη θεϊκή εμφάνιση.

Ο Γιαν βαν Αϊκ ήταν επίσης σημαντικός ανανεωτής στο τεχνικό πεδίο, χάρη στο γεγονός ότι κατείχε τέλεια την τεχνική της ελαιογραφίας, με την οποία δίνει στους πίνακές του τη διάφανη και λαμπερή όψη που τους χαρακτηρίζει. Με διαδοχικές και λεπτές στρώσεις χρώματος, επιτυγχάνει ετνυπωσιακά βαθμό φωτεινότητας και λάμψης, ο οποίος από την αρχή προκάλεσε τον θαυμασμό των συγχρόνων του, εκτρέφοντας τον μύθο ότι επρόκειτο για τον «πατέρα» αυτής της τεχνικής.

Οι μελετητές προσπάθησαν να αποσυνδέσουν τη μορφή του Βαν Αϊκ από τις πιο μυθοποιημένες πτυχές της -παρατηρεί η Armiraglio- ξεκινώντας από την υποτιθέμενη λογιοσύνη του. Ομως, ενώ είναι σίγουρα υπερβολή να μετατρέψουμε τον Φλαμανδό ζωγράφο σε ουμανιστή λόγιο, από την άλλη είναι αναμφισβήτητο ότι τα επαναλαμβανόμενα δείγματα εκτίμησης από πλευράς του Φίλιππου του Καλού, και ακόμα περισσότερο τα ίδια του τα προσόντα, που ξεπερνούν κατά πολύ την απλή τεχνική δεξιότητα, φτάνοντας σε υψηλά επίπεδα σύλληψης και εκτέλεσης. Η ζωγραφική του Βαν Αϊκ δεν είναι καινοτόμος μόνο για τον εκπληκτικό ρεαλισμό της, την ανακάλυψη του χώρου που διαμορφώνεται από το φως ή την καθιέρωση της ελαιογραφίας, αλλά και για όσα κρύβονται πίσω της, και ειδικότερα τον θεωρητικό στοχασμό για τον ρόλο των εικαστικών τεχνών, που τόσο χώρο καταλαμβάνει στα κείμενα της ιταλικής Αναγέννησης. Ο Βαν Αϊκ αποδεικνύεται ότι είχε μελετήσει αυτά τα ζητήματα.

Ο Βαν Άικ οφείλει την επιτυχία του κυρίως στην – όπως αναφέραμε παραπάνω καινοτόμα για την εποχή του- τεχνική της ελαιογραφίας. Αυτός την εφεύρε, αλλά και στα πιο καθημερινά έργα που επιχείρησε να δημιουργήσει.

Το 1425, μετά τον θάνατο του Ιωάννη της Βαυαρίας, ο βαν Άικ εντάσσεται στο καλλιτεχνικό δυναμικό του Φιλίππου του Καλού, στην υπηρεσία του οποίου θα παραμείνει για το υπόλοιπο της ζωής του.
Ως «ιδιαίτερος του βασιλέα» αναλαμβάνει διάφορες καλλιτεχνικές παραγγελίες της Αυλής της Βουργουνδίας, για τις οποίες και πληρώνεται αδρά. Η αμοιβή του με τα χρόνια αυξάνει θεαματικά, δείκτης της σπουδαιότητας της θέσης του· Σε έγγραφο του 1435 αναφέρεται ότι πρέπει να επισπευσθεί η πληρωμή του ζωγράφου, ειδάλλως υπάρχει ο κίνδυνος να φύγει και να χάσουν έναν απαράμιλλο ποιητή “τέχνης και επιστήμης”. Ο Δούκας Φίλιππος του έτρεφε μεγάλη εκτίμηση, βαπτίζοντας τα παιδιά του, αλλά και χρηματοδοτώντας τη χήρα του μετά τον θάνατό του καθώς και προικοδοτώντας μια κόρη του.
Αντίθετα με το σύνηθες της εποχής του, ο Βαν Άικ συχνά υπέγραφε τα έργα του και χρονολογούσε τις κορνίζες τους.· Πίνακας και κορνίζα, αμφότερα ήταν αδιαίρετα έργα τέχνης και παρότι η κορνίζα ήταν προϊόν διαφορετικού τεχνίτη, συχνά θεωρούνταν ισότιμης τέχνης ως προς το ζωγραφικό έργο.

Η υπογραφή του “ALS IK KAN” (όπως μπορώ) προέρχεται από τη φλαμανδική ρήση όπως μπορώ, όχι όπως θα μπορούσα· σ’ αυτήν οφείλεται εν πολλοίς η φήμη του, αλλά και η σχετικά αδιαμφισβήτητη ταυτότητα των έργων του, μεταξύ των καλλιτεχνών της λεγόμενης Φλαμανδικής Σχολής.


Δεν κινήθηκε μόνο στην εκκλησιαστική ζωγραφική, ούτε στις μορφές, στα χρώματα ακόμα και στην τεχνική που οι προκάτοχοί του μας είχαν συνηθίσει. Και για αυτό ακριβώς ξεχώρισε και έμεινε στην ιστορία, κάνοντας αυτό το βήμα προς τα μπροστά.

Η Σαρλότ Μπροντέ που αγάπησα

1. Λίγα λόγια για τη ζωή της

Η Σαρλότ Μπροντέ απεβίωσε μα μέρα σαν σήμερα το 1855. Ήταν η μεγαλύτερη από τις Αδελφές Μπροντέ. Γεννήθηκε στο Θόρντον του Γιορκσάιρ (Αγγλία) το 1816 και ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά του Ιρλανδού κληρικού Πάτρικ Μπροντέ και της Μαρία Μπράνγουελ. Μετά το θάνατο της μητέρας της από καρκίνο, την ανατροφή της καθώς και των αδελφών της ανέλαβε η θεία της, ενώ τον Αύγουστο του 1824, η Σαρλότ, μαζί με την Έμιλι, τη Μαρία και την Ελίζαμπεθ, στάλθηκαν σε εκκλησιαστικό σχολείο στο Λάνκασαϊρ. Οι κακές συνθήκες του σχολείου επηρέασαν την υγεία και τη φυσική κατάσταση της Σαρλότ, ενώ επέσπευσαν το θάνατο των δυο μεγαλύτερων αδελφών της (Μαρία και Ελίζαμπεθ) από φυματίωση το 1825.
Στο πατρικό τους σπίτι, η Σαρλότ μαζί με τα αδέλφια της, Μπράνγουελ, Έμιλι και Άννα, άρχισαν να γράφουν για τη ζωή και τα έργα των κατοίκων των φανταστικών βασιλείων τους: η Σαρλότ κι ο Μπράνγουελ για το βασίλειο της Άνγκρια, η Έμιλι κι η Άννα για το βασίλειο του Γκόνταλ.
Η Σαρλότ συνέχισε την εκπαίδευσή της κι έγινε δασκάλα. Από το 1839 ως το 1841 δούλεψε ως οικονόμος σε αρκετές οικογένειες, ενώ το 1842 μαζί με την Έμιλι εργάστηκαν σε ένα οικοτροφείο στις Βρυξέλλες, μέχρι το θάνατο της θείας τους το 1842.
Το 1843, η Σαρλότ επέστρεψε στο οικοτροφείο, όπου έγινε μοναχικός χαρακτήρας, νοσταλγούσε το πατρικό της σπίτι κι ήταν ιδιαίτερα δεμένη με τον εργοδότη της, Κονσταντέν Εζέ. Επέστρεψε το 1844 και τα βιώματά τής ενέπνευσαν κάποια από τα μετέπειτα έργα της.
Το 1846, η Σαρλότ, η Έμιλι κι η Άννα εξέδωσαν μια ποιητική συλλογή με τα ψευδώνυμα Κάρερ, Έλλις και Άκτον Μπελ.

Η εργογραφία της περιορίζεται σε τέσσερα μυθιστορήματα:

  • Jane Eyre «Τζέιν Έιρ» (1847)
  • Shirley «Σίρλεϊ» (1849)
  • Villette «Βιλέτ» (1853)
  • The Professor «Ο Καθηγητής» (1857)

Τα έργα της δεν βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση από τους κριτικούς, ενώ υπήρξαν αρκετές συζητήσεις για την πραγματική ταυτότητα του «Κάρερ Μπελ». Το πρώτο της βιβλίο, «Ο Καθηγητής», ήταν εμπνευσμένο από τον έρωτα της για τον Εζέ, ενώ μεγάλη επιτυχία κι αναγνώριση της έφερε η Τζέιν Έιρ, που ήταν ουσιαστικά σαν αυτοβιογραφία της.
Πέθανε το 1855 ένα χρόνο μετά τον γάμο της με τον Άρθουρ Μπελ Νικόλς και κατά την διάρκεια εγκυμοσύνης. Τα περισσότερα στοιχεία για τη ζωή της είναι γνωστά από τη βιογραφία της, από την Ελίζαμπεθ Γκάσκελ.

2. Λίγα λόγια για το έργο της

Σε αντίθεση με την δυσχερέστατη και μίζερη, εξωτερικά τουλάχιστον ζωή της, τα έργα της βρίθουν πάθους, δίψας για ζωή, φιλοδοξία και αγώνα για επιβίωση, για αγάπη, για συντροφικότητα. Όλα χαρακτηρίζονται από έντονο ρομαντισμό και λυρισμό και είναι κυρίως εμπνευσμένα από τις προσωπικές της εμπειρίες. Η ροή είναι κοινή κια στα τέσσερα βιβλία της. Ξεκινά λοιπόν η Μπροντέ να στήνει μια σκηνή γύρω από την οποία θα διαδραματίστει το κύριο περιστατικό. Αυτή η σκηνή περιπλέκεται αρμονικά με το παρελθόν των πρωταγωνιστών, με αποτέλεσμα τίποτα από όσα θα εκτυλιχθούν εν συνεχεία να μην ξενίζει. Συνήθως οι περιγραφές αυτές, το ταξίδι στη ζωή των πρωταγωνιστών είναι εκτενέστατο, ώστε μέσα από αυτό να διαγράφονται οι χαρακτήρες, να δικαιολογούνται οι συμπεριφορές και να προοικονομούνται με τον πιο διακριτικό τρόπο όσα πρόκεινται να ακολουθήσουν. Η μαγεία στο γράψιμό της εντοπίζεται στο ότι η ροή που περιγράψαμε παραπάνω δεν απέχει από αυτή του ποταμού. Έτσι, η αρχή είναι ομαλή, θα έλεγε κανείς μάλλον συνηθισμένη, στη συνέχεια που και που το ρεύμα αλλάζει και άλλοτε αγριεύει, άλλοτε γαληνεύει. Μέχρι που έρχεται το σημείο του καταρράκτη. Τότε που όλα ανατρέπονται, που οι προσδοκίες καταρρέουν, που οι ήρωες βρίσκονται έρμαιοι στα χέρια της μοίρας. Το αν θα αγωνιστούν να την νικήσουν είναι καθαρά δική τους απόφαση. Κάποιοι παλεύουν και νικούν την ορμή του ποταμού, καταλήγοντας σε μια όαση. Άλλοι πάλι, λιγότερο τολμηροί ή αδύναμοι αφήνοται. Το που θα καταλήξουν τότε εξαρτάται από τους τολμηρούς. Σε κάθε περίπτωση όμως, το τέλος είναι αυτό που αρμόζει στις επιλογές του καθενός, ευτυχισμένο ή δυστυχισμένο.

3. Λίγα λόγια για τους ήρωές της

Αυτό που η Σαρλότ Μπροντέ επιτυγχάνει με μοναδικό τρόπο είναι να συμπορεύσει την απόλυτη παράδοση που αισθάνεται κάποιος στον έρωτα με την εγωιστική εγκράτεια που επέβαλε η εποχή μέσα στην οποία έζησε και δηιούργησε. Δεν έπλασε ήρωες που θυσιάζουν τα πάντα για το όνειρό τους ,έπλασε ανθρώπους προσγειωμένους στην πραγματικότητα που πασχίζουν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Μοιάζει σα να πήρε τα πορτρέτα των ανθρώπων που συνάντησε στη ζωή της και να τα επεξεργάστηκε περίτεχνα, κτίζοντας γύρω από την εμφάνιση και τους τρόπους τους αληθοφανείς και ρεαλιστικούς χαρακτήρες με τα ελαττώματα και τις ατέλειες. Η Σαρλότ απεχθανόταν την τελειότητα ή μάλλον οι θρησκευτικές της αντιλήψεις την ώθησαν στο να πιστεύει πως η τελειότητα δεν ταιριάζει στον άνρθωπο παρά μόνο στο Θεό. Η άποψη αυτή, ακόμα και αν ήταν βαθιά ριζωμένη μέσα της λόγω της αγγλικανής παιδείας που πήρε ήταν καθόλα ευεργετική για το έργο της. Οι “αντήρωες” των ιστοριών της είναι προσιτοί στον αναγνώστη, βλέπει μέσα σε αυτούς τον εαυτό του, τις δικές του ελλέιψεις. Διευκολύνει όλη αυτή η διαδικασία την ταύτιση και την παρακολούθηση των ενεργειών των πρωταγωνιστών. Αλλά και οι φιγούρες που τους περιτριγυρίζουν είναι αριστοτεχνικά φτιαγμένες, προσεγμένες μέχρι και στην λεπτομέρεια, ώστε τίποτα να μην φαίνεται παράλογο, περιττό, ανούσιο ή οξύμωρο.

Εκτός των άλλοων, η Σαρλότ άλλαξε συνειδητά τον όρο “έρωτας” από αυτό που σήμαινε στην εποχή της και ιδιαίτερα όσον αφορά τις γυναίκες, με έναν τρόπο που επηρέασε την κοινωνία μας πολύ περισσότερο από τις ταπεινές της προσδοκίες και, ίσως, πέρα ακόμα κι από τις προθέσεις της. Για εκείνη έρωτας ήταν απελυθέρωση, όχι υποδούλωση. Η παράδοση τους ενός στον άλλο ήταν πάντα αμφίδρομη και δε σήμαινε τον παραγκωνισμό της περηφάνειας (όχι της εγωπαθούς αλλά αυτής που ταιριάζει σε κάθε άνθρωπο με αυτοσεβασμό), των επιθυμιών και των μελλοντικών σχεδίων, όπως ήταν διαδεδομένο στη Βικτωριανή εποχή. Οι γυναίκες στο έργο της είναι γυναίκες κοινές, που έχουν βιώσει τις δυσκολίες της ζωής, κυρίως οικονομικά και κοινωνικά αδύναμες, αλλα έχουν μια ασύγκριτη εσωτερική δύναμη, έναν ενθουσιασμό, μια βαθιά σιγουριά με την οποία πορεύονται. Δεν είναι μόνη τους έγνοια ο καλλωπισμός προκειμένου να πετύχουν ένα καλό γάμο, αλλά η μόρφωση και η καλλιέργεια, η πίστη στις αρχές και στα όνειρά τους, όσο ταπεινά και αν είναι αυτά. Ερωτεύονται όχι τη δύναμη ή τα χρήματα, αλλά την ψυχή του ανθρώπου που έχουν απέναντί τους. Και αυτό ακριβώς ερωτεύονται με τη σειρά τους οι ίδιοι, αφού οι πρωταγωνίστριες της Σαρλότ ποτέ δεν αυγκαταλέγονται στα κλασικά πρότυπα γυναικείας ομορφιάς. Η απλότητα και η φυσικότητα είναι αυτά τα στοιχεία που τις κάνουν να ξεχωρίζουν. Σε αυτά συγκατελέγονται βέβαια και ο φεμινισμός του που συμπορεύεται με την αντιθετική ταπεινή τους θέση. Εξωτερικά γυναίκες παγιδευμένες σε μια κοινωνία ανδροκρατούμενη, εσωτερικά όμως δυνατές, με πυγμή, φιλοδοξίες και ελπίδα. Έχουν θάρρος, όχι θράσος, αγαπούν βαθιά και ουσιαστικά και όχι επιφανειακά, έχουν σεβασμό στον εαυτό τους και αυτοπεποίθεση, μαζί με επίγνωση όμως της θέσης και των δυνατοτήτων τους, έχουν ελαττώματα, αλλά τα προτερήματά τους είναι τόσο σπάνια που μαγεύουν στους άνδρες συμπρωταγωιστές τους. Δεν τους τυφλώνουν όμως, γιατί τις ερωτεύονται όχι για αυτό που δείχνουν στους άλλους και στην κοινωνία αλλά για αυτό που είναι και δείχνουν μόνο σε αυτούς.

4. Λίγα λόγια για τα βιβλία της

Τζέην Έυρ

Το πιο αναγωνρίσιμο βιβλίο της είναι χωρίς αμφιβολία, η Τζέην Έυρ, ένα μυθιστόρημα ρομαντικό που περιγράφει τον έρωτα μια γκουβερνάντας με τον κύριο του σπιτιού. Η Τζέην της ιστορίας είναι μια ορφανή κοπέλα που οδηγείται σε οικοτροφείο από τη θεία της, η οποία δεν επιθυμεί να την αναθρέψει. Εκεί διαβιώνει με δυσκολία, καθώς η ψυχοσύνθεσή της συνθίβεται από την αυστηρότητα, την πείνα και τις αρρώστιες. Η διαμονή της στο ίδρυμα για οκτώ χρόνια την κάνει πιο δυνατή και την προικίζει με γνώσεις, με αποτέλεσμα να γίνει δασκάλα. Με την ιδιότητά της αυτή, προσλαμβάνεται ως γκουβερντάντα ενός μικρού κοριτσιού στο Θόρνφιλντ. Εκεί γνωρίζει τον Έντουαρντ Ρότσεστερ. Η σχέση τους εξελίσσεται από φιλία και έναν δυνατό έρωτα που όμως δεν καταφέρνει να τους ενώσει, διότι τους χωρίζουν ανυπέρβλητα εμπόδια. Η Τζέην αναγκάζεται να φύγει και να ζήσει απομονωμένη μακριά από όλους και όλα. Ο έρωτάς της όμως δεν κατευνάζεται και επιστρέφει κοντά στον αγαπημένο της.

Ο Καθηγητής

Το πρώτο της έργο, σχεδόν αυτοβιογραφικό, περιγράφει τη ζωή ενός νέου που φεύγει από την πατρίδα του μετά από τη διάψευση των προσδοκιών του να δουλέψει ως έμπορος. Καταλήγει στις Βρυξέλλες να εργάζεται ως καθηγητής Αγγλικών σε σχολείο αρρένων και μετέπειτα και θηλέων. Τα αισθήματά του θα γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης, μέχρι να γνωρίσει και να αγαπήσει μια μαθήτριά του, τη Φράνσις που εργάζεται παράλληλα ως δασκάλα στο ίδιο σχολείο. Θα περάσουν μέσα από 40 κύματα ώσπου να καταφέρουν να είναι μαζί. Θα νικήσει όμως στο τέλος, η αγάπη, η ταπεινότητα και η αέναη προσπάθειά τους για κάτι καλύτερο, οι αρχές και το ήθος έναντι στην ανηθικότητα που κυριαρχούσε τους κύκλους τους.

Βιλέτ

Δημοσιευμένο τον Ιανουάριο του 1853, πέντε χρόνια μετά την εκπληκτική επιτυχία της “Τζέην Έυρ”, το μυθιστόρημα Βιλέτ αφηγείται την ιστορία μιας νεαρής κοπέλας ώς τη στιγμή που η ζωή της κατασταλάζει. Μεγάλα κομμάτια του, μεταπλασμένα με αριστοτεχνικό τρόπο σε λογοτεχνία, αποτυπώνουν μάλλον τη ζωή της ίδιας της Σάρλοτ Μπροντέ. Λεπτότατες ψυχολογικές παρατηρήσεις παρακολουθούν την περιπέτεια της ηρωίδας λεπτό προς λεπτό: έναν απροσδόκητο έρωτα, μια μεγάλη αγάπη, την αγωνία, τη μοναξιά, το θάρρος ενός ανθρώπου που ψάχνει το δρόμο του. Ο αναγνώστης παρασύρεται σ’ άλλον χρόνο, συνδιαλέγεται, εισχωρεί στο τοπίο του 19ου αιώνα.

Σίρλεϊ

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στο Γιόρκσαϊρ του 1811-12, κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής ύφεσης που προκλήθηκε στην Αγγλία, εξαιτίας των Ναπολεόντειων πολέμων και του πολέμου του 1812 και εκτυλίσσεται με φόντο τις εξεγέρσεις των Λουδιτών στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας του Γιόρκσαϊρ. Το μυθιστόρημα αποτελείται από δύο σκέλη που συνυφαίνονται. Το πρώτο αφορά στους αγώνες των εργαζομένων ενάντια στους ιδιοκτήτες των κλωστοϋφαντουργικών μύλων και το δεύτερο αφορά στην έντονη εσωτερική συναισθηματική ζωή των δύο ηρωίδων του βιβλίου.
Η Σίρλεϊ, είναι μια ισχυρή και πεισματάρα κοπέλα, που μετακομίζει σε ένα μικρό χωριό όπου έχει κληρονομήσει μία τεράστια έκταση γης, ένα σπίτι και έναν μύλο. Ο Ρόμπερτ Μουρ υπενοικιάζει αυτόν τον μύλο και τον λειτουργεί ως κύριος ιδιοκτήτης της επιχείρησης. Το εμπόριο δεν πάει καλά και πολλοί έμποροι αντιμετωπίζουν ενδεχόμενη πτώχευση. Οι ιδιοκτήτες μύλων όπως ο Ρόμπερτ Μουρ, αναγκάζονται να διώξουν πολλούς από τους εργαζόμενούς τους. Η φτώχεια και η απόγνωση του κόσμου οδηγεί σε μεγάλη ένταση μεταξύ των αγροτών και της ανώτερης τάξης και οι κληρικοί βρίσκονται ανάμεσά τους. Ο Ρόμπερτ Μουρ ασχολείται πάρα πολύ με την προβληματική δουλειά του και δεν δίνει προσοχή στη μακρινή ξαδέλφη του, την ευαίσθητη και ντελικάτη Κάρολαϊν Χέλστοουν που είναι κρυφά ερωτευμένη μαζί του. Η Κάρολαϊν και η Σίρλεϊ γίνονται επιστήθιες φίλες. Ο Ρόμπερτ σκέπτεται το γάμο με την πλούσια και ανεξάρτητη Σίρλεϊ, για να ξεφύγει από το οικονομικό του αδιέξοδο, αλλά βαθειά μέσα στην καρδιά του έχει την ξαδέλφη του, Κάρολαϊν. Ενώ η Κάρολαϊν προσπαθεί να καταστείλει τα αισθήματά της για τον Ρόμπερτ, πεπεισμένη ότι εκείνος δε θα ανταποδώσει ποτέ την αγάπη της, η Σίρλεϊ τρέφει συναισθήματα για κάποιον, που κανείς δεν μπορεί να υποπτευθεί..

5. Προσωπικότητες που ξεχώρισα

Τζέην Έυρ (από το ομώνυμο βιβλίο)

Η Τζεην Ευρ είναι μια ήρεμη δύναμη, μια φιλομαθής νέα που υπερασπίζεται τον εαυτό της, τα θέλω της και τις αρχές της. Απορροφά τη γνώση σαν σφουγγάρι και σε αυτή βλέπει τη μόνη διαφυγή από μια πραγματικότητα που την ταλανίζει. Έχει αυτογνωσία χωρίς όμως έλλειψη αυτοπεποίθησης. Έχει θάρρος να εκφράζει τη γνώμη της με ειλικρίνεια και είναι υπέρμαχος του σωστού και του δικαίου ηθικά. Ο έρωτας της είναι αγνός και ολοκληρωτικός, όπως είναι και η ίδια. Αγαπά τους ανθρώπους, συγχωρεί και πάρα το νεαρό της ηλικίας της είναι ώριμη και κατασταλαγμένη.

Έντουαρντ Ρότσεστερ (από το βιβλίο Τζέην Έυρ)

Από την άλλη πλευρά, το αντικείμενο του πόθου της Τζέην είναι ένας άντρας εύστοχος, εύστροφος και οξυδερκής, βαθύς όμως σε αντίθεση με άλλους της αντίστοιχης κοινωνικής και οικονομικής θέσης. Μοιάζει να αναζητά μια γαλήνη, μια εσωτερική ηρεμία, ένα λιμάνι γιατί διαρκώς διώκεται από τον κόσμο και τον εαυτό του. Αυτό το βρίσκει στα μάτια της Τζέην που αγαπά με πάθος ενός νέου και με στοργικότητα ενός πεπειραμένου. Όταν την χάνει, χάνει και τον εαυτό του, την καλή εκδοχή του εαυτού του, που εκείνη του χαρίζει, αφήνεται. Θα πρέπει μόνο να βρεθούν πάλι κοντά για να ξαναγεννηθεί ο δυναμικός, με χιούμορ και ενσυναίσθηση άνδρας που αγάπησε η Τζέην.

Γουίλιαμ Κρίμσγουορθ (από το βιβλίο Καθηγητής)

Ο καθηγητής είναι ένας άνδρας νέος, αλλά μόνος. Αναζητά το αποκούμπι στον αδελφό του και μετέπειτα και σε φίλους, αλλά κανείς δεν του συμπεροφερεται όπως του αρμόζει με αποτέλεσμα να πορεύεται μόνος του. Είναι αυστηρός στις αρχές και έχει κυριαρχία των συναισθημάτων του, αγαπά τη διδασκαλία και τους μαθητές του. Για αυτόν ο έρωτας είναι κάτι που έρχεται σταδιακά και πορεύεται από το θαυμασμό των αρετών της συντρόφου, όχι των εξωτερικών αλλά των εσωτερικών.

6. Η Σαρλότ Μπροντέ εμπνέει την 7η τέχνη

Τα βιβλία της έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο αλλά και στη μικρή οθόνη και έχουν αγαπηθεί από τους θεατές παγκοσμίως. Πάρτε μια γεύση :

    • 1997: Jane Eyre, με σκηνοθέτη τον Robert Young, και πρωταγωνιστές Ciarán Hinds and Samantha Morton
    • 2006: Jane Eyre, a BBC series starring Toby Stephens (Mr. Rochester), Ruth Wilson (Jane) and Georgie Henley (Young Jane)

Η “άσημη” ζωή του “άγιου” των Εξαρχείων, Νικόλα Άσιμου

Σαν σήμερα βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του ο Νικόλας Άσιμος που έθεσε τέλοςστη ζωή του με απαγχονισμό το 1988. Νικόλας Άσιμος. Ουχί Νίκος ουδέ Νικόλαος. Νικόλας και το “Άσιμος” με γιώτα…”- Ουδεμίαν σχέσιν έχω με τον Ισαάκ Ασίμοφ. Τώρα θα μου πεις, γιατί το «Άσιμος» με γιώτα. Γιατί όταν λέμε «ο τάδε είναι άσημος τραγουδιστής. . .», η λέξη «άσημος» παίζει το ρόλο επιθετικού προσδιορισμού στη λέξη «τραγουδιστής» και γράφεται με ήτα. Ενώ το «Άσιμος» είναι όνομα ή καλύτερα επώνυμο και ουχί ο επιθετικός προσδιορισμός του εαυτού μου». «Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως, θ’ ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις. Αλλά δε θα ‘μαι πια … Έτσι ξεκινάει την αυτοβιογραφία του ο Νικόλας Άσιμος και το τέλος το δίνουμε εμείς. Νικήθηκε από τον ίδιο του τον εαυτό καθώς βρέθηκε κρεμασμένος από σωλήνα ύδρευσης στο «Χώρο Προετοιμασίας» όπως αποκαλούσε το τελευταίο μαγαζόσπιτό του στην οδό Καλλιδρομίου 55 στα Εξάρχεια. Για να αφηγηθούμε όσο το δυνατόν πληρέστερα σε λίγες σειρές μια επεισοδιακή ζωή για έναν προκλητικό καλλιτέχνη.

Γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1949 και τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην Κοζάνη. Το κανονικό του όνομα ήταν Νικόλαος Ασημόπουλος και ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης καταστήματος γενικού εμπορίου, ενώ η μητέρα του είχε προσφυγική καταγωγή. Υπήρξε μέτριος μαθητής, ωστόσο στην εφηβεία του αγάπησε τα ποιήματα του Γιώργου Σουρή. Ακόμη διασκέδαζε τους συμμαθητές του σκαρώνοντας στιχάκια κατά κύριο λόγο πάνω σε ξένες επιτυχίες της εποχής. Ένα από τα τραγούδια που μετέτρεψε ήταν το γαλλικό τραγούδι Monsieur Cannibale του 1966 που τραγούδησε ο Sacha Distel. Μάλιστα έστειλε το συγκεκριμένο στιχούργημά του σε στήλη για τη νεολαία που διατηρούσε ο δημοσιογράφος Νίκος Μαστοράκης στην εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος. Τότε χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το ψευδώνυμο «’Άσιμος». Το 1967 εισήχθη στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ., όπου ασχολήθηκε με το φοιτητικό θέατρο, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα στην ιδιωτική Δραματική Σχολή του Κυριαζή Χαρατσάρη, χωρίς ωστόσο να αποφοιτήσει. Στη Θεσσαλονίκη αγόρασε την πρώτη του κιθάρα και ξεκίνησε να παίζει ως αυτοδίδακτος και να συνθέτει τα πρώτα του τραγούδια.

https://www.youtube.com/watch?v=JzOV2FF9pjk&fbclid=IwAR2x1PYG6vprrjmLtJMXZV6j_GKqposyddIXYbjM6671YdXSQ0_tQOGiFjE

Η πρώτη του εμφάνιση στο κοινό ως τραγουδοποιός και ως ηθοποιός έγινε τον Δεκέμβριο του 1972. Εκείνη την περίοδο ερμήνευε το μονόπρακτο «Το Πανηγύρι» του Ζαν Κοκτώ στο δώμα του Λευκού Πύργου, το οποίο είχε μετατραπεί σε μπουάτ. Εκεί προέκυψαν για πρώτη φορά διαφωνίες και ρήξεις με συνεργάτες του, ένα φαινόμενο που τον ακολούθησε σε όλη την καλλιτεχνική διαδρομή του. Τον Μάιο του 1973 εγκατέλειψε τις σπουδές του, έφυγε από τη Θεσσαλονίκη και κατέβηκε στην Αθήνα. Τότε ξεκίνησε να ασχολείται όλο και περισσότερο με τη μουσική, περιλαμβάνοντας όμως πάντα θεατρικά στοιχεία στις εμφανίσεις του. Στις μπουάτ της Πλάκας συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με καλλιτέχνες όπως ο Πάνος Τζαβέλας, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Σάκης Μπουλάς, ο Θάνος Αδριανός, ο Περικλής Χαρβάς, η Μαριάννα Τόλη και το ντουέτο Λήδα-Σπύρος. Το 1974 δε, σκηνοθέτησε μία βραχύβια μουσικοθεατρική παράσταση στη μπουάτ «Εντεκάτη Εντολή», χωρίς όμως την αναμενόμενη ανταπόκριση από το κοινό.

Το 1975 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη δισκογραφία με ένα δίσκο 45 στροφών που περιείχε τα τραγούδια «Ο Μηχανισμός» (Α’ πλευρά) και «Ο Ρωμιός» (Β’ πλευρά) σε ενορχήστρωση του Γιώργου Στεφανάκη. Ωστόσο έπεσε θύμα λογοκρισίας καθώς δεν μπορούσε να μεταδοθεί από την δημόσια ραδιοτηλεόραση. Ωστόσο μπορούσε κάποιος να τον αγοράσει από τα δισκοπωλεία. Την ίδια χρονιά συμμετείχε στο πρόγραμμα του Μουσικού Καφενείου «Σούσουρο» (υπόγειο στην οδό Αδριανού 134 στην Πλάκα), ενός, κατά κάποιον τρόπο, πολιτικού καμπαρέ της Μεταπολίτευσης. Το 1976 απέκτησε μία κόρη από την εκτός γάμου σχέση του με την αναρχοφεμινίστρια Λίλιαν Χαριτάκη.

Λίγο πριν τις εκλογές του 1977 προσήχθη και προφυλακίστηκε στις φυλακές της Αίγινας μαζί με πέντε εκδότες πολιτικών εντύπων (τέσσερις αναρχικούς και έναν αριστεριστή), γιατί παρουσιάστηκαν από την Αστυνομία σαν «ηθικοί αυτουργοί» ταραχών που ξέσπασαν στην Αθήνα κατά τη διάρκεια αντιγερμανικών διαδηλώσεων, με αφορμή τους θανάτους μελών της ένοπλης οργάνωσης «Φράξια Κόκκινος Στρατός» («RAF») στα «λευκά κελιά» των φυλακών Σταμχάιμ στη Δυτική Γερμανία. Ωστόσο μετά από λίγες εβδομάδες αφέθηκε ελεύθερος. Το 1978 ξεκινά η περιπέτειά του για να αποφύγει την στράτευση. Πήρε απαλλαγή καθώς προσποιήθηκε ότι ήταν ψυχοπαθής και κατάφερε να του αναγνωριστεί ότι πάσχει από σχιζοειδή ψύχωση. Όπως περιγράφει στο βιβλίο του «Αναζητώντας Κροκάνθρωπους», ιδιωτική έκδοση με πλήθος αυτοβιογραφικών στοιχείων, την οποία τύπωσε το 1980 και διακινούσε ο ίδιος, υιοθέτησε αυτή την συμπεριφορά γιατί ήταν αντίθετος προς τη στράτευση.

Από τον Σεπτέμβριο του 1978 μέχρι και το 1987 κυκλοφόρησε οκτώ παράνομες κασέτες με, λιγότερο ή περισσότερο, πρόχειρες ηχογραφήσεις τραγουδιών του. Τις διακινούσε κυρίως ο ίδιος, στα κάγκελα του Πολυτεχνείου στην οδό Πατησίων, τριγυρνώντας σε μαγαζιά, νυχτερινά κέντρα και μπαρ, ή στα «μαγαζόσπιτα» όπου ζούσε κατά καιρούς, με πιο χαρακτηριστικό το ημιυπόγειο επί της οδού Αραχώβης 41 στα Εξάρχεια. (Ήταν η περίφημη «υπόγα» του ‘Ασιμου, εκεί όπου διέμεινε από το φθινόπωρο του 1978 έως την άνοιξη του 1983).

Ο Νικόλας Άσιμος, ο μεγάλος Κροκάνθρωπος, που έγινε χαμογελαστός Ονειροβάτης, στην σκάλα της Ουτοπίας. Είναι Νοέμβρης του 1981, έξω από την κατάληψη της Βαλτετσίου (Εξάρχεια). Με την ακροβατική αυτή περφόρμανς, ο Άσιμος έδειχνε με σημειολογικό τρόπο, τις διαθέσεις του:
Εμπρός να ανεβούμε εδώ και τώρα, έστω και αν αυτό το ανέβασμα δεν οδηγεί πουθενά. Είκοσι μέρες μετά την νίκη του ΠΑΣΟΚ (18 Οκτ 1981) και την άνοδό του στην εξουσία, έγινε η κατάληψη σε διώροφο κτίριο της οδού Βαλτετσίου 42, στα Εξάρχεια. Άτομα του ελευθεριακού χώρου πήγαν εκεί, με σκοπό να δημιουργήσουν το δικό τους σπίτι – κοινόβιο, έξω από τα κοινωνικά πρότυπα που ένιωθαν να τους πνίγουν. Πρώτος και καλύτερος ο Νικόλας Άσιμος.
Νεαροί καλλιτέχνες γέμισαν τους τοίχους με ζωγραφιές και συνθήματα. Ζητούσαν «να ξεφύγουμε από την μιζέρια του περιθώριου», «Φαντασία στη ζωή», «Λίγο γέλιο – αξίζει όσο χίλιες λέξεις». Ζητούσαν ακόμη στέγη για άστεγους, απελευθέρωση της ομοφυλόφιλης επιθυμίας, ανθρώπινες σχέσεις και εργασία που δεν θα έμοιαζε με καταναγκαστικά έργα.
Η Κατάληψη προκάλεσε ηθικό πανικό. Οι εφημερίδες τους παρουσίαζαν περιθωριακούς, αργόσχολους και αλήτες. Οι περίοικοι ξεσηκώθηκαν και ζήτησαν την κρατική προστασία. Ακολούθησε πόλεμος ανακοινώση και τελικά, στις 11 Ιανουαρίου 1982, δυνάμεις των ΜΕΑ και ΜΑΤ έκαναν έφοδο και έσπασαν την κατάληψη. Το όνειρο τελείωσε.Ήταν αναμενόμενο, η ελληνική κοινωνία μπορούσε να ανεχτεί μπορδέλα και χαρτοπαικτικές λέσχες, όμως της ήταν αδύνατον να δεχθεί να υπάρχει εστία νεανικής Ουτοπίας.

https://www.youtube.com/watch?v=J5iZiueQ51o&fbclid=IwAR0Hs9vXKlAineHSBjiY6K83dN_xskRat47OcO9p6paPELqyeUTI8WHDhqI

Ο Νικόλας Άσιμος σαν ένας προφήτης, το ήξερε αυτό και το είχε πει, συμβολικά, ανεβασμένος στην σκάλα. Ήταν ωραίο αυτό το ανέβασμα, αλλά δεν οδηγούσε πουθενά. Ο κόσμος δεν ήταν ακόμα έτοιμος για να αλλάξει. Αλλά ούτε και να δεχτεί τον ίδιο και αυτό που αντιπροσώπευε.

Η δεκαετία του 1980, όμως, ήταν πολύ δύσκολη για τον Νικόλα. Η εμμονή του στο έργο του Αμερικανού ανθρωπολόγου Κάρολος Καστανιέδα τον έκανε να πιστεύει ότι διέθετε ικανότητες σαμάνου και πειραματίζοντας την αθανασία σκότωνε άτυχα ζώα και προσπαθούσε να τα αναστήσει. Προφανώς χωρίς επιτυχία. Έπαθε νευρική κρίση και χρειαζόταν νοσηλεία. Οι φίλοι του κινητοποιήθηκαν προκειμένου να μην εγκλειστεί σε ίδρυμα, ωστόσο ο ψυχικός τραυματισμός τουυπήρξε ανεπανόρθωτος. Όλο αυτό ήρθε να επιδεινώσει η κατηγορία από μια φοιτήτρια για βιασμό που συγκλόνησε τόσο τον καλλιτεχνικό κόσμο, όσο και την κοινή γνώμη. Η νεαρή κοπέλα που τον κατηγόρησε ήταν επίσης ασταθούς πνευματικής κατάστασης. Τον είχε ακολουθήσει στο διαμέρισμά του, διότι της είχε υποσχεθεί να την μυήσει σε μια θρησκεία πο ο ίδιος είχε επινοήσει. Κατάφερε να αποφυλακιστεί με εγγύηση, ωστόσο η δίκη δεν ολοκληρωθηκε ποτέ. Ο στιγματισμός και η βαριά κατηγοιρία επιβάρυναν τον ευαίσθητο ψυχισμό του και απετέλεσαν την αρχή του τέλους του. Μόνος του, δίχως φίλους ή συνεργάτες στο πλευρό του, έμεινε να παλεύει με τους δαίμονές του, ώσπου παραδόθηκε σε αυτούς. Τηλεφώνησε σε έναν από τους λιγοστούς που του είχαν απομείνει, τον Νίκο Ζέρβα για να τον πληροφορήσει για τις προθέσεις του, αλλά εκείνος δεν τον πίστεψε μέχρι την επομένη, όταν έφτασε στα αυτιά του η δυσάρεστη είδηση.

Στο σπίτι του, η αστυνομία θα βρει 6 χειρόγραφα σημειώματα του Νικόλα, στα οποία εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Στα γράμματα αυτά έδινε οδηγίες και για διάφορες άλλες εκκρεμότητες που άφηνε πίσω του καθώς και κάποια μηνύματα όπως: «Θάψτε με κάπου αν γίνεται ήσυχα ή καλύτερα κάψτε με και σκορπίστε με». Η αστυνομία βρήκε οκτώ χειρόγραφα αλλά μόνο έξι από αυτά φαίνεται να έγραψε ο Νικόλας. Όσον αφορά τα επιπρόσθετα δύο χειρόγραφα το ένα είναι γραμμένο από την Λίτσα Περράκη και το άλλο είναι αμφιβόλου πατρότητας καθότι ο γραφικός χαρακτήρας διαφέρει από αυτόν του Άσιμου.

Παρακάτω παραθέτουμε το τελευταίο γράμμα που ο ίδιος απέστειλε στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, λίγο καιρό πριν την αυτοκτονία του. Το γράμμα αυτό κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι στη Θεσσαλονίκη:

Μήνυμα προς όλους, για όλα.
Μία είναι η βόλτα, μόνο μία, αυτή θα μας λευτερώσει.
Δε σταματάει αυτή η βόλτα, ούτε ποτέ της έχει αρχίσει.
Magic Theater fur fur.
Το μεγαλύτερο θέατρο στην ιστορία που καταργεί την ιστορία.
Εγώ που το έχω ξεκινήσει, έχω αναλάβει την ευθύνη.
Με ξέρουν όλοι οι σοφοί του κόσμου, κι όλοι οι καλλιτέχνες του πλανήτη. Στην αρχή υπήρξα μονάχος μου, τώρα υπάρχουν κι άλλοι πολλοί που μπήκανε στο θέατρό μας.
Ανθρώπους ψάχνουμε, όχι ιδεολογίες.
Ανθρώπους να χουν θάρρος, αγάπη, καλοσύνη.
Ανθρώπους που δεν είναι ψεύτες, ρηχοί και βολεμένοι, και ξέρουν να δίνουνε, όχι να ρουφάν και να εκμεταλλεύονται τους γύρω.
Ανθρώπους έστω με καρδιά.
Ας είναι δικηγόροι, παπάδες κι αστυνόμοι.
Ας είναι και χαφιέδες, κομμουνιστές, αναρχικοί, αρκεί να έχουν τόλμη να κρατήσουν ένα λόγο και να πούνε την αλήθεια.
Αν δε καταλαβαίνετε το θέατρό μας και μας κοροϊδεύετε ακόμα, δε φταίμε εμείς. Εμείς έχουμε τη γνώση. Αυτή που δεν έχουν όλοι μαζί οι κυβερνήτες, οι δικαστές και οι γιατροί.
Σας κολλάμε στον τοίχο μ’ ένα σελοτέιπ.

Είμαστε καθαροί γι’ αυτό ζούμε μέσα στις υπόγες και χαρίζουμε. Δίνουμε παραστάσεις στην πλατεία και χαίρονται τα παιδάκια και δεν έχουμε λεφτά. Είμαστε αυτόδουλοι της καλοσύνης, ξέρουμε να δημιουργούμε και όχι να καταστρέφουμε. Ξενυχτάμε μέρα νύχτα και φτιάχνουμε μονάχοι τα όργανά μας. Οι άλλοι σπάνε λάμπες και μπουκάλια, εμείς τα καθαρίζουμε με σκούπες.

Οι σκουπιδιάρηδες είναι μαζί μας και όλοι άνθρωποι του πλανήτη.
Ρωτήστε στην περιοχή των Εξαρχείων που μας ξέρει. Μας αγαπάνε όλοι. Ρωτήστε αν χρωστάμε τίποτα και σε κανέναν. Σε άλλους έχουμε δώσει παραπάνω.
Μπακάληδες, ψιλικατζήδες, περιπτεράδες, ταβερνιάρηδες μας εκτιμάνε.
Χαρίζουμε το γέλιο, αγάπη και ευτυχία.
Κάναμε τους γέρους να αισθάνονται παιδιά. Τα πρεζόνια να κόψουνε την άσπρη και να γελάνε.

Εγώ που το ‘χω ξεκινήσει δεν έδειρα ποτέ και πουθενά κανέναν. Με έχουν περάσει απ όλα τα μπουντρούμια και το κορμί μου είναι γεμάτο πληγές. Τα όπλα μου είναι πιστολάκια και νταούλια απ’ αυτά που παίζουν τα παιδάκια, παίζει κι η μικρή μου κόρη.
Όταν όλοι εσείς κολλάτε αφίσες και γεμίζετε σκουπίδια την Αθήνα, εγώ σας πολεμάω με μια ζωγραφιά στο τοίχο του σπιτιού μου.
Εκεί που ήταν βόθρος και μπάζα και ουρλιάζανε τα κομπρεσέρ.
Εκεί μένω τώρα, τρία χρόνια μαζί με τη μικρή μου κόρη, φιλοξενώντας κι άλλους που δεν είχανε να φάνε ή που να κοιμηθούνε.

https://www.youtube.com/watch?v=Hm-3ChM1Da8&fbclid=IwAR3ruqhdoeO0xZybFvAhWy2OHVb3EFNToVdMoNO18CJWy1EXMnekOmRGamA

Και δε φοβάμαι να δώσω τη διεύθυνσή μου, την ξέρουν όλοι: ΑΡΑΧΩΒΗΣ 41, ΕΞΑΡΧΕΙΑ.
Τώρα είμαι υποχρεωμένος να έχω παράπονα, να καταγγείλω κάτι προς όλους και για όλα. Έμαθα πως συνεχίζονται οι διώξεις εναντίον μου. Πως βάλανε εισαγγελέα για να με βάλουνε ξανά στο ψυχιατρείο και να μου κάνουν ίσως και λοβοτομή. Είμαι υποχρεωμένος να με σώσω, καταγγέλω λοιπόν δημόσια.

Στις 6 Οκτωβρίου με πιάσανε έξω απ’ τον δρόμο του σπιτιού μου να παίζω θέατρο του δρόμου. Με σύρανε με τη μία στο αστυνομικό τμήμα, με δέσανε με χειροπέδες, μου σπάσαν τα πλευρά μου, με πήγαν στο Αιγινίτειο ψυχιατρείο, με είχανε δεμένο.
Εγώ τους έλεγα αλήθειες που δεν τις λένε τα βιβλία κι αυτοί με βγάλανε τρελό.’Εκανα ακόμη κι αυτούς που με χτύπησαν να γελάνε.

Αντί να τηρήσουν ένα λόγο ότι πια δε θα μ’ αγγίξουν, με σύρανε δεμένο στο Δαφνί. Στο χειρότερο μπουντρούμι με ξάπλωσαν, με ξαναχτύπησαν και μου κάνανε ενέσεις απ’ αυτές που σκοτώνουνε βουβάλια, παρ’ όλο που πάλι μου δώσανε λόγο ότι δε θα μ’ αγγίξουν και με πάτησαν στο χαλάκι και με βάλανε με τις χειρότερες ρουφήχτρες.
Τους αρρώστους που προσπάθησαν να μου πάρουν το ρολόι και ότι άλλο είχα πάνω μου, ακόμη και το τελευταίο μου τσιγάρο.
Όλοι οι γιατροί του κόσμου δε τήρησαν ένα λόγο. Αλλά εγώ κατάφερα και βγήκα και είμαι ζωντανός.

Σε λιγότερο από δυο μέρες κι απ’ το χειρότερο μπουντρούμι.
Ας έρθουν οι ψυχίατροι μια βόλτα μαζί μου και θα τους δείξω. Γιατί εγώ δεν είμαι τρελός. Ξέρω να θεραπεύω τους πάντες και τα πάντα, μ’ ένα τραγούδι, με μια καραμούζα, με ένα κουτί σπίρτα και με αγάπη.

Ευχαριστώ την Κατερίνα Γώγου που παράτησε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ήρθε. Ιδίως τον Διονύση τον Σαββόπουλο καθώς και τον φίλο μου ψυχίατρο, τον Δημήτρη Μαντούβαλο. Πήγα χθες μονάχος στο αστυνομικό τμήμα, ρώτησα αν κατά λάθος άγγιξα κανέναν, μου είπαν όλο όχι. Τους ζήτησα να μου δώσουν πίσω ένα μενταγιόν και μια καρφίτσα ανεκτίμητης αξίας (μου είναι χαρισμένα). Κάνανε ότι δε ξέρουνε και ούτε το σπασμένο χέρι μου δε τόλμησαν να μου σφίξουν. Ας μου τα δώσουν όλα πίσω και τους συγχωρώ όλους. Αρκεί να σταματήσουν αμέσως τις ψεύτικες διώξεις. Αλλιώς θα εμφανιστώ μονάχος και θα σας προκαλέσω να με εκτελέσετε δημόσια σε μια πλατεία. Το προτιμάω, παρά το ψέμα, σταυρό ή κρεμάλα.

Τώρα εγώ βρίσκομαι αποσυρμένος στο προσωπικό μου νησάκι όπου κανείς δε μπορεί να πλησιάσει. Εδώ βλέπω και τη νύχτα και χρειάζεται να ξεκουραστώ και να θεραπεύσω και το πληγωμένο μου κορμί. Ταχυδρομώ αυτό το γράμμα στον πληρεξούσιό μου δικηγόρο, προς όλους και για όλα. Ακόμη και στους ψυχιάτρους και τον τυχόντα εισαγγελέα. Βοηθήστε με να επανέλθω στο κόσμο και να παίξω τη μουσική που δεν έπαιξα ακόμη. Κι ας μου σπάσανε τις κιθάρες και τα μηχανήματά μου. Δε ζητάω αποζημίωση, ένα μονάχα συγνώμη, εγώ ζήτησα χιλιάδες. Καλώ τους φίλους δημοσιογράφους που με ξέρουν όλοι. Τώρα που κινδυνεύω να δημοσιεύσουν το γράμμα, όλο, χωρίς περικοπές. Τόσες συναυλίες έχω δώσει και δε γράφτηκε γραμμή.

https://www.youtube.com/watch?v=MOKKO3p2NHo&fbclid=IwAR3k7SA_BO7pKSoJihZ5MUG_vbhOmk4saLsU-rNLZk-6qM568q5rcJlk7vQ

Κάντε το τώρα και σας συγχωράω. Πολεμήστε την αλήθεια, είναι αυτό που έχετε ξεχάσει.
Το μήνυμα της βόλτας είναι για όλους και για όλα.
Για όσους δε καταλαβαίνουν και με θεώρησαν τρελό, ας κάνουν το κόπο να μελετήσουν βιβλία. Όπως το “1984” του Όργουελ, “τον λύκο της στέπας” του Έρμαν Έσσε, τις “ιστορίες δύναμης” του Δόν Χουάν, τον Ευριπίδη, τον Αισχύλο, τον Αριστοφάνη, την Αρχαία Ελληνική Μυθολογία για τον Διόνυσο, τον Πάνα, τον Ιάσονα και άλλους. Τη “δολοφονία του Χριστού” του Βιλχεμ Ράιχ, την Αποκάλυψη του Ιωάννη, τον Διγενή με το φανάρι, τη κατσαρίδα που έμαθε να πετάει.

Ή ας διαβάσουν το βιβλίο μου “Αναζητώντας Κροκάνθρωπους” και πολλά άλλα, Ζεν και Γιόγκα, ακόμη και τον Αϊνστάην.
Εγώ τα κάνω πράξη κάθε μέρα και στον δρόμο .Ενεργοποιηθείτε και θα σας αθωώσω. Αλλιώς ο άγγελος του κόσμου το είπε και θα το κάνει. Θα φύγει και θα σας αφήσει να περπατάτε μπουσουλώντας ή θα σας κολλήσω τη χειρότερη βρισιά που λέω: ΕΙΣΤΕ ΜΠΟΥΜΠΟΥΝΕΣ.

Καλώ και τον Μίνω Βολανάκη να έρθει και να μας σφίξει το χέρι. Εμείς κάνουμε συμβάντα και χάπενινγκ και όχι αυτός στα Βραχιά.

Ευχαριστώ μετά τιμής
Και όλο το magic theater fur fur

Υ.Γ. Ξεκουνηθείτε όμως αμέσως ή αλλιώς πάτε μια βόλτα μέχρι το Πολυτεχνείο που εκεί είναι εκείνο το κεφάλι που προσκυνάτε όλοι.

Κάντε τον κόπο και σκύψτε να διαβάσετε:

“Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία”

Κάτω δεξιά είναι γραμμένο. Του Ανδρέα Κάλβου είναι.
Ή πάτε μια βόλτα μέχρι τον τάφο του Νίκου Καντζατζάκη, κάτι γράφει:

”Δεν έχω τίποτα να χάσω. Είμαι ελεύθερος”

Ναι αυτός είμαι. Είμαι τα πάντα και τίποτα δεν είμαι.
ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ

Ένα αστέρι, διαφορετικό από τα άλλα έσβησε στο ουράνιο στερέωμα της μουσικής, αλλά το έργο του συνεχίζει να υπάρχει, να ακούγεται, να εμπνέει. Ο Άσιμος δεν υπήρξε αναρχικός με την έννοια που χρησιμοποιείται η λέξη σήμερα, αλλά ήταν ένας καλλιτέχνης αντισυμβατικός που δεν προσάρμοσε στις ανθρώπινες απαιτήσεις τα όνειρα του και αφέθηκε στην τρέλα του και μιαν ονειροπόληση δίχως τέλος. Και όμως αυτή η άρνηση του στην κενή και ρηχή πραγματικότητα που βαφτίστηκε αντιεξουσιασμός και παράνοια ήταν η πιο υγιής στάση ενός ανθρώπου που δεν εγκαταλείπει τις ιδέες του και τις επιθυμίες του, ούτε τις θυσιάζει. Αυτή είναι η αληθινή αναρχική φύση ενός μη αναρχικού που έφυγε άδικα, ξεχασμένος και παραγκωνισμένος, θύμα της εκμετάλλευσης της βιομηχανίας και ενός κόσμου που δεν μπορεί να αποδεχθεί το αποκλίνον και το διαφορετικό και άφησε πίσω του γενεές να καπηλεύονται με τρόπο που σίγουρα δε θα ενέκρινε το έργο και τη στάση ζωής του…

Ο ποιητής του πιάνου

O Φρεντερίκ Φρανσουά Σοπέν γεννήθηκε σαν σήμερα, 1η Μαρτίου, σε μία πόλη κοντά στη Βαρσοβία της Πολωνίας, τη Ζελαζόβα Βόλα, το 1810. Υπήρξε βιρτουόζος πιανίστας και ίσως ο μεγαλύτερος ρομαντικός συνθέτης, με έργα που έμειναν στην ιστορία ως αριστουργήματα.

Βαρκαρόλα, ένα από τα πιο όμορφα έργα του Σοπέν

Ο Γαλλοπολωνός συνθέτης μεγάλωσε στη Βαρσοβία. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση σε ηλικία 8 ετών και δημοσίευσε τα πρώτα του έργα στα 15 του έτη. Μετά από επιτυχημένες δημόσιες εμφανίσεις στη Βιέννη, το 1831 έφυγε για το Παρίσι, την κοιτίδα του νέου Ρομαντισμού, της διανόησης και της καλλιτεχνικής άνθισης της εποχής, όπου προσωπικότητες όπως ο Μπαλζάκ, ο Ουγκώ, ο Ντελακρουά και ο Ροσίνι έγραφαν ιστορία. Στο Παρίσι ο Σοπέν έφτασε στο αποκορύφωμα της καλλιτεχνικής του δημιουργίας. Παράλληλα με τη σύνθεση παρέδιδε και μαθήματα πιάνου. Σύχναζε συχνά στους αριστοκρατικούς κύκλος και ήρθε σε επαφή με τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της εποχής. Μέσα από τον κύκλο του γνώρισε και τη βαρόνη Ωρώρ Ντυντεβών, η οποία χρησιμοποιούσε το καλλιτεχνικό όνομα “Γεωργία Σάνδη” και ήταν σημαντική μυθιστοριογράφος, μια γυναίκα με νεωτερικές ιδέες και αντισυμβατική προσωπικότητα. Η σχέση τους κράτησε οκτώ χρόνια.

Σε ο,τι αφορά τη σολιστική καριέρα του Σοπέν, οι εμφανίσεις του ήταν περιορισμένες, γεγονός στο οποίο συντέλεσε και η ευαίσθητη υγεία του – έπασχε από φυματίωση -. Οι μελετητές υποθέτουν ότι πρωτοπαρουσίαζε ο ίδιος τα έργα του στο κοινό, ενώ τις εκτελέσεις αναλάμβαναν κορυφαίοι ερμηνευτές, όπως ο Λιστ και η Κλάρα Βικ, η μετέπειτα σύζυγος του Σούμαν.

Κοντσέρτο για πιάνο σε Μι ελάσσονα, ένα πρωτοποριακό έργο

Αυτό που προκαλεί σήμερα εντύπωση είναι το γεγονός ότι τα έργα του Σοπέν αντιμετωπίζονταν από το κοινό ως επί το πλείστον, όσο ο ίδιος ζούσε, ως μια μουσική “του σαλονιού”, χωρίς να τους αποδίδεται η βαρύτητα με την οποία αντιμετωπίζονταν έργα των κλασσικών, όπως ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν. Αυτό αντικατοπτριζόταν συχνά και στην ερμηνεία τους, η οποία γινόταν πολλές φορές με υπερβολές, για να αποδοθεί μία ρομαντικότητα κάπως επιφανειακή. Η συστηματική μελέτη, η ερμηνεία και η αναγνώριση του εκφραστικού πλούτου και της αριστοτεχνικής σύνθεσης των έργων του Σοπέν ξεκίνησε μετά το θάνατό του, από τον 19ο αιώνα και έπειτα.

Μπαλάντα No 1, σε Σολ ελάσσονα

Ο Σοπέν δεν επέστρεψε ποτέ στην Πολωνία, γεγονός που οφείλεται και στην πολιτική αστάθεια της χώρας του εκείνη την εποχή. Πέθανε σε ηλικία 39 ετών στο Παρίσι, μετά από χρόνια πάλη με τη φυματίωση. Η εξιδανίκευση της πατρίδας του και η νοσταλγία του γι’ αυτή είναι φανερή σε πολλές συνθέσεις του.

Τα έργα του είναι κυρίως πιανιστικά. Ο ίδιος διερεύνησε και αξιοποίησε τις δυνατότητες του πιάνου – και του πιανίστα – στο έπακρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σε ορχηστρικές συνθέσεις δίνει στο πιάνο καίριο ρόλο. Ο Σοπέν ασχολήθηκε με διάφορα είδη σύνθεσης, ενσωματώνοντας σε αυτά όχι μόνο στοιχεία του ρομαντικού κινήματος, αλλά και εικόνες και μελωδίες από την πατρίδα του. Το αποτέλεσμα πολλές φορές ήταν πρωτοποριακό. Έγραψε κοντσέρτα για πιάνο και ορχήστρα, Μπαλάντες, Νυκτερινά, βαλς, μαζούρκες (με έμπνευση από τον παραδοσιακό Πολωνικό χορό) και πολλά ακόμη είδη.

Σκέρτσο Νο 3, ένα έργο δεξιοτεχνικό, από τα πιο δύσκολα (τεχνικά) του Σοπέν

Η μουσική του περιέχει ένα πλούτο συναισθημάτων, που ξετυλίγεται μέσα από μια συνεχώς κινούμενη μελωδία. Συχνά η σύνθεση είναι τέτοια ώστε μεταδίδεται ένα ύφος αυτοσχεδιαστικό. Ο Σοπέν χρησιμοποιεί όλο το εύρος του κλαβιέ στο πιάνο, με γρήγορες επαναλαμβανόμενες νότες και περάσματα, και συχνά επιλέγει αντιθετικά σχήματα ανάμεσα στο δεξί και το αριστερό χέρι (βλ. ρυθμικά σχήματα στο “Fantaisie Impromptu”, τρίηχα vs τετράηχα, εξάηχα vs οκτάηχα). Ο ρυθμός στα έργα του αποκτά ευελιξία, καθώς σε καίρια σημεία μπορεί “χαλαρώνει” χάριν ερμηνείας, να επιβραδύνεται ή να επιταχύνεται για ορισμένα μέτρα όπως επίσης και να συνδυάζει σύντομες εναλλαγές στην ταχύτητα, προσδίδοντας μια χορευτική διάθεση (tempo rubato, όπως στις Μαζούρκες και στην Πολονέζ του).

Fantaisie Impromptu

Όπως ο άνθρωπος ποτέ δεν αισθάνεται μόνο ένα πράγμα, έτσι και σε κάθε κομμάτι του Σοπέν υπάρχουν αποχρώσεις, εντάσεις και εναλλαγές, μοτίβα και κλιμακώσεις. Οι τεχνικές απαιτήσεις, η δεξιοτεχνία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη μουσική έκφραση, καθιστώντας τον μεγάλο ρομαντικό “ποιητή του πιάνου”.

Ηρωική Πολονέζ, tempo rubato

ΠΗΓΕΣ:

CD “Η μεγάλη μουσική βήμα προς βήμα”, Σοπέν, Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα Νο 1, Πρελούδια, Βαρκαρόλα, Scherzo, Μάρθα Αργκέριχ/Κλαούντιο Αμπάντο (συνοδευτικό έντυπο), Deutsche Grammophon, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 1995

J. Machlis, Kr. Forney, H απόλαυση της μουσικής, εκδ. fagotto, μτφρ. Δ. Πυργιώτης

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CF%81%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BA_%CE%A3%CE%BF%CF%80%CE%AD%CE%BD#%CE%88%CF%81%CE%B3%CE%BF

https://en.wikipedia.org/wiki/Fr%C3%A9d%C3%A9ric_Chopin#Form_and_harmony

WQXR

Αντρέ Μπρετόν, ο πατέρας του Υπερρεαλισμού

Λίγα λόγια για τον ίδιο:

Ο Αντρέ Μπρετόν γεννήθηκε σαν χθες το 1896. Ήταν γάλλος ποιητής και πεζογράφος. Θεμελιωτής και θεωρητικός του υπερρεαλισμού. Σπούδασε αρχικά ιατρική στο Παρίσι. Το 1924 δημοσίευσε το πρώτο Μανιφέστο του υπερρεαλισμού. Το 1926, μαζί με αρκετούς ομοϊδεάτες του, προσχωρεί στο γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα, αργότερα όμως διαγράφεται. Αντιπροσωπευτικά έργα της πολυτάραχης αυτής περιόδου είναι το πεζογράφημα Άσκοπα βήματα (1924), το δοκίμιο Ο υπερρεαλισμός και η ζωγραφική (1928), η Νατζά (1928): ιστορία της τυχαίας συνάντησης με μιαν αινιγματική γυναίκα η οποία τον γοητεύει. Σε συνεργασία με τον Σουπώ συνθέτει μια σειρά από κείμενα (πεζά, ποιήματα, αφορισμοί) χρησιμοποιώντας την μέθοδο της αυτόματης γραφής, τα οποία αποτέλεσαν το βιβλίο Champs Magnetiques (Τα Μαγνητικά Πεδία). Το έργο αυτό, αποτέλεσε ένα πρώτο δείγμα αυτού που αργότερα ονόμασε ο ίδιος “γνήσιος ψυχικός αυτοματισμός” αναφερόμενος στο κίνημα του Υπερρεαλισμού και προήλθε σε μεγάλο βαθμό από τις παρατηρήσεις του, ως ασκούμενος γιατρός, πάνω στη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι τρόφιμοι των ψυχιατρικών κλινικών. Το 1931 παντρεύεται τη Ζακλίν Λαμπά που του εμπνέει το Τρελός έρως (1937). Ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική διαδίδοντας τον υπερρεαλισμό. Αν και ήρθε συχνά σε ρήξη με πολλούς παλαιούς ομοϊδεάτες του, παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του ακαταπόνητος και ασυμβίβαστος οραματιστής της ολικής απελευθερωτικής επανάστασης. Άλλα αντιπροσωπευτικά έργα του: Τα μαγνητικό πεδία (1920), Τα συγκοινωνούντα δοχεία (1932), Αρκάνα 17 (1945), Ποιήματα (1948).Έφυγε από τη ζωή στις 28 Σεπτεμβρίου του 1966. Στον τάφο του, υπάρχει χαραγμένη η επιγραφή “Αναζητώ το χρυσάφι του χρόνου”.

Λίγα λόγια για την πρωτοπορία του:

Ο Μπρετόν και οι φίλοι του θα προσχωρήσουν στο ανατρεπτικό κίνημα Νταντά, θα αντλήσουν ό,τι ισχυρότερο είχε να δώσει, και θα το οδηγήσουν στην εκκωφαντική του διάλυση για να προχωρήσουν στην ίδρυση του Υπερρεαλισμού. Ο Μπρετόν κρίνει στρατηγικά ότι είχε φτάσει η στιγμή του περάσματος από την μηδενιστική άρνηση που πρέσβευε το Νταντά στην συνεκτική θέση, από την δέουσα τότε κονιορτοποίηση των άκαμπτων πεποιθήσεων στη συγκρότηση ενός νέου έμπρακτου ηθικοαισθητικού προτάγματος, από την καταβαράθρωση ενός συστήματος πεπαλαιωμένων και οικτρά διαψευσμένων αξιών στην περιπέτεια της επινόησης και της διάδοσης αξιών που εμπνέονται από τον έρωτα της ελευθερίας και την ελευθερία του έρωτα, από τη λυτρωτική ενδοσκόπηση, από τη συλλογική δράση και από τον γόνιμο ανθρωποκεντρισμό. Ακόμη λάμπει η ρήση: «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση».

Οργανώνει την πρώτη υπερρεαλιστική ομάδα και τον Οκτώβριο του 1924 κυκλοφορεί το Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού, ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του κινήματος, το οποίο σηματοδότησε την έναρξη του ως οργανωμένο καλλιτεχνικό κίνημα στη βάση συγκεκριμένων θεωρητικών αρχών.

“ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, όνομα ουσιαστικό. Γνήσιος ψυχικός αυτοματισμός, με τον οποίο εκφράζει κανείς γραπτά, είτε προφορικά, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, την αληθινή λειτουργία της σκέψης. Υπαγόρευση της σκέψης χωρίς κανένα λογικό έλεγχο, πέρα από κάθε αισθητική ή ηθική έννοια.”
(Ορισμός του υπερρεαλισμού από το Πρώτο Μανιφέστο του Breton σε μετάφραση Ανδρέα Εμπειρίκος)

Το Δεκέμβριο του 1924 ο Μπρετόν ιδρύει άλλο ένα λογοτεχνικό περιοδικό της υπερρεαλιστικής ομάδας, υπό τον τίτλο “La Revolution Surrealiste” (Η Υπερρεαλιστική Επανάσταση).

Μέλημα και αποστολή “η εδραίωση της αλήθειας στον κόσμο”.

“Η επανάσταση μόνη δημιουργός του φωτός”, θα γράψει στο συγκλονιστικό του κείμενο Αρκάνα 17. “Κι αυτό το φως μπορεί να αναγνωρίσει μόνο τρεις δρόμους: την ποίηση, την ελευθερία, και τον έρωτα, και πρέπει να εμπνέουν τον ίδιο ζήλο και να συγκλίνουν, ώστε να συγκροτήσουν το ίδιο περίγραμμα της αιώνιας νεότητος, στο πιο μυστικό κι αφώτιστο σημείο της καρδιάς του ανθρώπου. […] Ναι, αυτό είναι το εγχείρημά μας. Το Όνειρο και η Επανάσταση είναι φτιαγμένα για να συμμαχήσουν, όχι για να αποκλείσουν το ένα το άλλο. Να ονειρεύεσαι την Επανάσταση δεν σημαίνει ‘ότι την αποποιείσαι, αλλά ότι την κάνεις διπλά και δίχως νοητικές επιφυλάξεις”.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος για τον Αντρέ Μπρετόν:

Ο Ανδρέας Μπρετόν Ασύγκριτο πουλί της οικουμένηςστέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή των υψηλών Ιμαλαΐων με στιλβηδόν και με σθένος και με πάθος καταμεσίς στον βράχο της σποριάς σου!

Ηρωικό πουλί της οικουμένης που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων δεν ταξινόμησες ποτέ καμμιά φενάκη, μα την φω­νή σου σήκωσες στην γαλανήν αιθρία!

Φανατικό πουλί της οικουμένης γερό στην πάλη και πολύκαρπο στην σημασία όρθιο μες στα φτερά σου ανοιγο­κλείνεις πάντα με βεβαιότητα το μάτι!

από την Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη εκδοτική επιμέλεια: Νέα Ελληνικά, 1970

Εψόφαγα να τον γνωρίσω. Πήγαμε την μεθεπομένην. Συναντήθηκα με ένθεον πλάσμα. Αισθανόμουνα όπως θα αισθάνετο ένας αρχαίος Ελλην, αν συναντούσε τον Απόλλωνα. Ηταν ένας άλλος κόσμος. Επικοινωνούσα πέραν του ορίζοντος, με την καθολικότητα του σύμπαντος.
Επραγματοποιείτο ανυπαρξία των οριζόντων σαν φράγμα, που δημιουργεί η κυκλικότητα της Γης και, σα να μετείχαμε όλων αυτών, εις βάθος, ύψος και πλάτος. Καθημερινώς εις την Πλας Μπλανς, ο Τανγκύ, ο Περέ, ο Ελυάρ. Προσωπικώς είχα ιδιαίτερην επικοινωνία και σύνδεσμον ειδικά με τον Μπρετόν. Στην Πλας Μπλανς συναντώμεθα και συζητούσαμε για την υπερρεαλιστική κίνηση, για τις απόψεις της ομάδας, για την εξάπλωσή τους, για τα μέσα απελευθέρωσης του καθενός από μας και του ανθρώπου γενικώς από την κοινωνική ψευτιά και την αδικία. Συζητούσαμε για τον Χαίγκελ, τον Μαρξ, τον Εγκελς, τον Φρόυντ”.

Λίγα δείγματα του έργου του:

Φασματικές στάσεις [Απόσπασμα]

Δεν δίνω καμιά σημασία στη ζωή.

Δεν καρφώνω την παραμικρή πεταλούδα ζωής στη σημασία.
Δεν σημαίνω για τη ζωή.
Μα τα κλαριά του αλατιού τα λευκά κλαριά
Όλες οι φυσαλίδες από σκιά
Και οι θαλάσσιες ανεμώνες
Κατεβαίνουν και αναπνέουν στο εσωτερικό της σκέψης μου
Έρχονται δάκρυα που δεν χύνω
Βήματα που δεν κάνω που είναι δύο φορές βήματα
Και που τα θυμάται ο άλλος στην ώρα της παλίρροιας
Τα σύρματα είναι στο μέρος του κλουβιού
Και τα πουλιά έρχονται από πολύ ψηλά να κελαϊδήσουν μπροστά σ’ αυτά τα σύρματα
Ένας υπόγειος διάδρομος σμίγει όλα τ΄αρώματα

Τα γραπτά φεύγουν

Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει

μια γυναίκα τόσο ωραία

που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη

χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως

είναι τόσο ωραία

που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή

Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών

καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές

και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα

κατάματα

όπως δεν κάνουν τ’ αληθινά πλάσματα

Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια

του αέρος

ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς

Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει

το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις

και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα

κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα

Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων

γραμμάτων

όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι

αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών

για να βρέχει πάντοτε

Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να

σμίξουν

Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα

των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω

από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης

μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον

εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου νια τον έρωτα

του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από

θάμνους γιομάτους πέπλους

και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη

αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης

εκτάσεως

αυτού που δεν θα ξαναδώ πια

εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου

που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων


Εγώ είμαι ανοίξετε

Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους
Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες
Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι τόσο ωραίες
Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον ώμο τους
Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια
Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα
Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο πτώμα
Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση
Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών
Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη
Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό φανάρι που χαμηλώνει
Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες
Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας
Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες κορόνες
που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά δένδρα
Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη
Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.

Πηγές : Νόστιμον ήμαρ, Βικιπαίδεια