Τα μυστήρια πορτρέτα Φαγιούμ

Το βλέμμα των πορτραίτων Φαγιούμσου φανερώνει πιο ζωντανούς τους πεθαμένουςπου διψούν τη ζωή από τους ζωντανούς που δεν την υποψιάζονται

-Αρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης

Κήπος της Αιγύπτου ονομάζονταν από παλιά το Φαγιούμ, η περιοχή με την πλούσια βλάστηση και την άφθονη παραγωγή σε ελιές και κρασί. Η αρχαία ονομασία του Φαγιούμ ήταν Σε-ρεσί, που σημαίνει θάλασσα, γιατί ο Νείλος πλημμύριζε κάθε καλοκαίρι και μετέτρεπε το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής σε λίμνη. Στους χρόνους των Φαραώ, το Φαγιούμ ονομαζόταν Περ-Σεμπέκ ή Περ Σομπέκ, που σημαίνει «Κατοικία του Σεμπέκ». Εκεί λατρευόταν ο ιερός κροκόδειλος, ο θεός Σεμπέκ, που είχε τη μορφή κροκόδειλου. Οι Έλληνες ονόμασαν τη μητρόπολη, Κροκοδείλων Πόλη, ενώ αργότερα στους χρόνους των Πτολεμαίων ήταν γνωστή ως Αρσινόη, από το όνομα της γυναίκας και αδελφής του Πτολεμαίου Β΄ του Φιλάδελφου.

Κατά το έτος 14 π.Χ., την εποχή της ρωμαϊκής κυριαρχίας στην Αίγυπτο, Έλληνες καλλιτέχνες ζωγράφιζαν προσωπογραφίες τις οποίες οι εικονιζόμενοι κρεμούσαν στους τοίχους των σπιτιών τους. Μετά τον θάνατό τους τα πορτραίτα αυτά ενσωματώνονταν στη μούμια στο ύψος του προσώπου. Έχουν περάσει στην ιστορία της τέχνης ως «πορτραίτα του Φαγιούμ», επειδή τα περισσότερα βρέθηκαν στο οροπέδιο του Φαγιούμ και πρόκειται για καταξοχήν ντοκουμέντα της ελληνορωμαϊκής ζωγραφικής που έχουν φιλοτεχνηθεί πάνω σε καβαλέτο.

Πρώτος ο Ιταλός περιηγητής Pietro Della Valle ανακάλυψε τα πορτραίτα το 1615, στην όαση Φαγιούμ, 85 χλμ. νότια του Καΐρου. Στις αρχές του 19ου αιώνα πραγματοποιήθηκαν ανασκαφές από αγγλικές και γαλλικές αποστολές φέρνοντας στην επιφάνεια προσωπογραφίες, χωρίς να κεντρίσουν το ενδιαφέρον των ειδημόνων της τέχνης. Το 1887, κάτοικοι της περιοχής κοντά στο Ελ-Ρουμπαγιάτ ανακάλυψαν μουμιοποιημένα σώματα με προσωπογραφίες στη θέση της κεφαλής. O Αυστριακός επιχειρηματίας Theodor Graf αγόρασε τα συγκεκριμένα έργα και τα παρουσίασε σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης και στη Νέα Υόρκη. Ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος του συνολικού corpus, ήλθε στην επιφάνεια χάρη στον Άγγλο αρχαιολόγο William Flinders Petrie, ο οποίος τον Ιανουάριο του 1900 αναζητώντας την είσοδο της πυραμίδας Χαουάρα στην όαση Φαγιούμ της Αιγύπτου, εντόπισε την ελληνορωμαϊκή νεκρόπολη.

Η τεχνική με την οποία γίνονταν τα συγκεκριμένα πορτραίτα, είναι γνωστή με τον όρο «εγκαυστική». Στην αρχή, οι ζωγράφοι λείαιναν και προετοίμαζαν το ξύλο πάνω στο οποίο και επρόκειτο να ζωγραφίσουν. Μετά ανακάτευαν τις σκόνες των χρωμάτων με λιωμένο κερί μέλισσας για να γίνει το μείγμα ανθεκτικό και στερεό. Πάνω στο λείο ξύλο σχεδίαζαν το περίγραμμα. Στη συνέχεια άπλωναν το ζεστό μείγμα κεριού και χρώματος στο φόντο. Η εγκαυστική τεχνική, απαιτούσε μεγάλη ταχύτητα στην εκτέλεση γιατί το κερί δεν έπρεπε να κρυώσει και να ξεραθεί, αλλά να απλωθεί όσο ήταν ακόμη μαλακό.

Οι καλλιτέχνες δούλευαν τις προσωπογραφίες εκ του φυσικού με βάση το ζωντανό πρόσωπο. Τα ρούχα των γυναικών είναι συνήθως πολύχρωμα. Τα κυρίαρχα χρώματα είναι το μοβ, το ροζ και το κυκλαμινί. Τα μαλλιά είναι πάντα μαζεμένα στο επάνω μέρος του κεφαλιού, ενώ μικρές μπούκλες πλαισιώνουν το μέτωπο και τους κροτάφους. Οι άνδρες φορούν συνήθως έναν λευκό χιτώνα με δύο φαρδιές χρωματιστές ρίγες. Αντίθετα, η ένδυσή τους με χρωματιστό χιτώνα υποδηλώνει στρατιωτική ιδιότητα ή δημόσιο αξίωμα. Τα μαλλιά είναι κοντά με μπούκλες. Οι ώριμοι άνδρες έχουν γένια, ενώ οι νεαρότεροι εικονίζονται αγένιοι. Οι άνδρες ιερείς διακρίνονται από τους υπόλοιπους ώριμους άνδρες από το γεγονός ότι φέρουν στα μαλλιά τους ένα άστρο με επτά ακτίνες, που ήταν το έμβλημα του ήλιου.

Για την απόδοση της ανθρώπινης σάρκας, οι καλλιτέχνες χρησιμοποιούσαν το λευκό, την κίτρινη ώχρα, το κόκκινο και το μαύρο, τα λεγόμενα και γαιώδη ή φυτικά χρώματα. Αρχικά άπλωναν ένα απαλό χρώμα, πάνω στο οποίο προσέθεταν ορισμένα λευκά σημεία «αυγές» και ροζ ανταύγειες. Όταν το πορτραίτο τελείωνε, προσέθεταν διάφορα χρυσά διακοσμητικά στοιχεία στα μαλλιά και στα ρούχα, ενώ πολλά από τα στεφάνια δεν είναι ζωγραφισμένα, αλλά προσθήκες από φύλλα χρυσού.

Χαρακτηριστικά σε όλες τις προσωπογραφίες ανδρών και γυναικών, είναι τα μεγάλα μαύρα εκφραστικά μάτια, τα οποία έχουν μικρά βλέφαρα και καμπυλόγραμμα φρύδια που ενώνονται πάνω από την ίσια μύτη. Πρόκειται για ρεαλιστικά πορτραίτα που έχουν αποδοθεί με ιμπρεσιονιστική αντίληψη. Οι καλλιτέχνες ζωγράφιζαν αυτό που έβλεπαν και το απέδιδαν νατουραλιστικά. Οι μορφές αποδίδονται σχεδόν πάντα μετωπικά ή σε στάση τριών τετάρτων με ελαφρά στροφή προς τα αριστερά ή τα δεξιά και διακατέχονται από μια αυστηρότητα, ηρεμία, ιερατικότητα και πνευματικότητα. Με αυτήν την έννοια τα εν λόγω «εξπρεσιονιστικά» πορτραίτα αποτέλεσαν πρότυπο για τις μετέπειτα βυζαντινές αγιογραφίες. Αυτές υιοθέτησαν στοιχεία τόσο τεχνικής, όσο και απόδοσης και χαρακτηριστικών των μορφών του Φαγιούμ, σε μια προσπάθεια να εκφράσουν τον εσωτερικό κόσμο των εικονιζόμενων και να δώσουν έμφαση σε πνευματικά στοιχεία.

Τα πορτραίτα του Φαγιούμ έχουν μείνει σε μεγάλο μέρος τους σε εξαιρετική κατάσταση, καθώς η στεγνή άμμος της Αιγύπτου τα διατήρησε στεγνά και ξερά. Αρκετά όμως έχουν υποστεί φθορές καθώς ήταν ενσωματωμένα πάνω σε μια μούμια και ως εκ τούτου οι ζημιές στον χώρο φύλαξής τους ήταν αναπόφευκτες. Επίσης, πολλά καταστράφηκαν κατά τη διαδικασία της ταφής, αλλά και της μεταφοράς τους από την Αίγυπτο σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις.

Στη λεκάνη του Φαγιούμ εγκαταστάθηκαν έλληνες μισθοφόροι που είχαν πολεμήσει στο στρατό του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των πρώτων Πτολεμαίων βασιλέων. Εκεί τους αποδόθηκε γη για αγροτική χρήση μετά την αποξήρανση της τοπικής λίμνης Μοίριδος και οι επήλυδες παντρεύτηκαν με αυτόχθονες Αιγύπτιες υιοθετώντας τις αιγυπτιακές πεποιθήσεις για τη μετά θάνατον ζωή και τα αντίστοιχα ταφικά έθιμα που περιλάμβαναν τη μουμιοποίηση. Η λεκάνη του Φαγιούμ μετετράπη σε μια περιοχή εύφορη, γεμάτη κήπους, περιβόλια και αμπελώνες. Στα μεγάλα αγροκτήματα της περιοχής ήρθαν να εργαστούν Αιγύπτιοι από διάφορες περιοχές της χώρας, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί ένα συνονθύλευμα πληθυσμιακό, από το οποίο περίπου το 30% συνιστούσαν οι Έλληνες ή ορθότερα οι απόγονοι των πρώτων ελληνόφωνων αποίκων.

Οι άνθρωποι αυτοί, που συνιστούσαν την τοπική αριστοκρατία, είχαν την οικονομική δυνατότητα να παραγγέλνουν πορτρέτα στους ζωγράφους και να πληρώνουν για την ακριβή μουμιοποίησή τους. Μάλιστα, παρά το γεγονός ότι μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση της Αιγύπτου οι Ρωμαίοι τους αντιμετώπισαν ως Αιγύπτιους, φαίνεται ότι οι ίδιοι εξακολούθησαν να θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες και ως Έλληνες παρουσιάζονταν στις ρωμαϊκές αρχές που τους παραχώρησαν αρκετά αυτοδιοικητικά προνόμια και μειώσεις φόρων. Η επιλογή τους να απεικονίζονται με έναν ελληνικό ζωγραφικό τρόπο συνδέεται προφανώς με την επιθυμία τους να μην χάσουν την ταυτότητά τους. Αυτοί οι άνθρωποι εικονίζονται στις προσωπογραφίες που θαυμάζουμε σήμερα, οι οποίες χρονολογούνται από τα μέσα του 1ου αι. μ.Χ ως τον 3ο αι. μ.Χ.

Ας σημειωθεί πάντως ότι δεν προέρχονται όλα τα πορτρέτα από την περιοχή του Φαγιούμ, αλλά σποραδικά και από άλλες θέσεις της Αιγύπτου -από την Άνω (Νότια) Αίγυπτο ως τη Μεσογειακή ακτή δυτικά της Αλεξάνδρειας-, ωστόσο έχει επικρατήσει αυτή η ονομασία τους.

Τα πορτρέτα ζωγραφίζονται είτε απευθείας επάνω στο νεκρικό σεντόνι είτε επάνω σε λεπτά ξύλινα φύλλα, αρχικώς τετράπλευρα, τα οποία αργότερα κόβονταν για να προσαρμοστούν και να τοποθετηθούν στις μούμιες των νεκρών στο σημείο του προσώπου. Στη δεύτερη περίπτωση έχει χρησιμοποιηθεί ξύλο από κέδρο, έλατο, πεύκο, συκομουριά, φλαμουριά και κυπαρίσσι. Οι προσωπογραφίες εκτελούνται ακολουθώντας κατά βάση δύο τεχνικές, την τέμπερα (δηλαδή με υδατοδιαλυτά χρώματα και ζωική κόλλα) και την εγκαυστική (δηλαδή με κερί ζεστό ή κρύο και κάποιου είδους ρητίνη, όπως η μαστίχα Χίου). Η σπουδαία μελετήτρια των πορτρέτων Φαγιούμ, Ευφροσύνη Δοξιάδη, που επιχείρησε πειραματικά να προσεγγίσει την αρχαία εγκαυστική τεχνική, γράφει χαρακτηριστικά ότι η ποικιλία στις λεπτομέρειες της ζωγραφικής τεχνικής αυτών των έργων είναι εντυπωσιακά μεγάλη και συνδέεται συχνά με προσωπικές επιλογές των ζωγράφων που φαίνεται ότι εκμεταλλεύονται τις αρετές των διαφόρων τεχνικών μέσων προκειμένου να αποδώσουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Δεν είναι γνωστό αν τα πορτρέτα είχαν αποκλειστικά ταφικό προορισμό ή γίνονταν στη διάρκεια ζωής των εικονιζόμενων και ίσως στόλιζαν ως έργα τέχνης τα σπίτια τους. Οπωσδήποτε το ζωηρό βλέμμα και οι εκφράσεις των προσώπων προκρίνουν την δεύτερη άποψη. Το ζήτημα όμως είναι πολύπλοκο. Δεν εξηγούνται έτσι ικανοποιητικά τα παιδικά πορτρέτα. Δεν εξηγείται επίσης το γεγονός ότι κατά κανόνα οι ακτινογραφίες σε μούμιες δείχνουν ότι η ηλικία του εικονιζόμενου συμφωνεί με την ηλικία θανάτου.

Η σημερινή ανάρτηση έγινε με την ευγενική παραίνεση του σχολιαστή με το ψευδώνυμο sitarcos στην ανάρτηση για τον Αρτεμίδωρο και τoν ευχαριστώ για την ωραία ιδέα. Έχω την αίσθηση ότι πολλές από τις προσωπογραφίες του Φαγιούμ μας έχουν γίνει αρκετά οικείες, αλλά ελπίζω ότι στη συλλογή εικόνων που παρουσιάζω σήμερα θα δείτε και κάποιες λιγότερο γνωστές.

Χαμένος κρίκος στην αλυσίδα της αρχαίας Ελληνικής ζωγραφικής, η οποία γονιμοποίησε την Βυζαντινή Χριστιανική αγιογραφία, αποτελούν τα πορτραίτα Φαγιούμ. Η διάσωση δύο εικόνων τον 6ο μ.Χ. αιώνα στο Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά και η ανακάλυψη των νεκρικών πορτρέτων των Ελληνιστικών χρόνων στην μικρή πόλη Φαγιούμ της Αιγύπτου πολλούς αιώνες μετά αποτελούν το γεφύρωμα των δύο εποχών της Ελληνικής ζωγραφικής.

Τα πορτραίτα Φαγιούμ είναι κατασκευασμένα με την τεχνική της εγκαυστικής πάνω σε ξύλο. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι στην Αρχαία Ελλάδα χρησιμοποιούσαν την εγκαυστική μέθοδος ζωγραφικής, δηλαδή την τεχνική που χρησιμοποιεί για συνδετική ουσία των χρωμάτων το λιωμένο κερί. Μέχρι σήμερα δεν είναι τελείως ξεκάθαρο τι είδους πινέλα χρησιμοποιούσαν ώστε να μη καίγεται η τρίχα του πινέλου από το λιωμένο κερί. Συνέχιση της τεχνικής αυτής βρίσκουμε στα πορτρέτα Φαγιούμ.

Οι φτωχοί Αιγύπτιοι, που κι αυτοί όπως και οι ευγενείς πίστευαν στη μετά θάνατο ζωή αλλά δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να χρησιμοποιούν σαρκοφάγους με επικάλυψη πολύτιμων μετάλλων, χρησιμοποιούσαν κυρίως Έλληνες ζωγράφους για να απαθανατίσουν τις μορφές των νεκρών. Χιλιάδες από αυτά τα πορτρέτα βρέθηκαν και κοσμούν σήμερα μεγάλα Μουσεία, όπως του Καΐρου και το Βρετανικό Μουσείο.

Προσωπογραφία νέας από το Φαγιούμ με τη χαρακτηριστική στάση που θα διατηρήσουν οι γυναικείες μορφές στη βυζαντινή τέχνη. (Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη)

Τα πορτρέτα, που αποδίδουν με ρεαλιστικό τρόπο άλλοτε γυναίκες, άλλοτε άνδρες και άλλοτε παιδιά, κράτησαν το μυστικό τους και, κατά κάποιον τρόπο, τις αποστάσεις τους από το ευρύτερο κοινό. Σήμερα έχουνε ανακαλυφθεί περισσότερα από 1.000 πορτρέτα Φαγιούμ, τα οποία αποτελούν το μεγαλύτερο corpus ζωγραφικής που έφθασε στις ημέρες μας από την αρχαιότητα. Τα περισσότερα από τα πορτρέτα αυτά προέρχονται από την περιοχή του Φαγιούμ, ένα νομό της αρχαίας Αιγύπτου που κάλυπτε μια μεγάλη και εύφορη κοιλάδα κάπου 60 χιλιόμετρα νοτίως του Καΐρου, στη δυτική όχθη του Νείλου.

Οι προσωπογραφίες φυλάσσονταν στα σπίτια και ίσως να είχαν διακοσμητική χρήση, όπως γίνεται και σήμερα. Σε ανασκαφές έχουν βρεθεί ακόμη και τα πλαίσια με τα οποία κρεμούσαν τις προσωπογραφίες στον τοίχο όσο ζούσε ακόμη ο άνθρωπος που απεικόνιζαν ενώ ακτινογραφίες έχουν αποδείξει σε πολλές περιπτώσεις ότι η ηλικία του νεκρού δεν αντιστοιχούσε πάντα στην ηλικία του ειδώλου του πορτρέτου.

Τα πορτρέτα χρονολογούνται στους πρώτους τρεις αιώνες της Ρωμαιοκρατίας στην Αίγυπτο, μια εποχή δηλαδή όπου ανθούσε ακόμη το Ελληνικό στοιχείο, η τεχνοτροπία και ο ρεαλιστικός τρόπος με τον οποίον αποδίδονται οι μορφές μας υποδεικνύουν ότι οι ρίζες αυτής της ζωγραφικής βρίσκονται στη σχολή της Αλεξάνδρειας και είναι (αρχαίες) Ελληνικές. Λίγους αιώνες αργότερα, στο Σινά μια εικόνα του Χριστού «με νατουραλιστικά χαρακτηριστικά» και η προτομή του αποστόλου Πέτρου, «που φορά λευκοπράσινη ελληνιστική ενδυμασία», καταδεικνύουν την εξέλιξη της τέχνης Ελληνιστικής εποχής και τη μεταμόρφωσή της σε Βυζαντινή.

Η μετάβαση λοιπόν στην Χριστιανική αγιογραφία, ακολούθησε εμφανώς τις παγανιστικές φόρμες των Φαγιούμ, όπως αυτές διασώθηκαν έως σήμερα…

Πηγές:«Το Βήμα», www.lectores.gr και Στειακάκης Χρυσοβαλάντης (ιστορικός τέχνης)

Η ιστορία του μουσικού Ορφέα μέσα από τη ζωγραφική

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα μουσικής, σαν χθες 21 Ιουνίου, ας αφιερώσουμε το έργο τέχνης της ημέρας στον Ορφέα, τον μυθικό μουσικό της αρχαιότητας κι ας δούμε την ιστορία του μέσα από πίνακες διαφόρων εποχών.

Πλήθος μύθων περιγράφουν τη γέννηση, τη ζωή και το θάνατο του Ορφέα. Σύμφωνα με την επικρατούσα εκδοχή ήταν γιος του θεού-ποταμού ή βασιλιά της Θράκης Οιάγρου και της Μούσας Καλλιόπης, κόρης του Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας του χάρισε τη λύρα, ενώ οι Μούσες τον μύησαν στην τέχνη της μουσικής και της ποίησης.

Ορφεας, ερυθρόμορφο αγγείο, 5ος αιώνας π.Χ.

Έπαιζε μουσική τόσο όμορφη που ημέρωνε ακόμη και τα άγρια ζώα.

“Ο Ορφεας εξημερώνει τα ζώα”, Παντοβανίνο, περ. 1636

Αγαπημένη του ήταν η Δρυαδα Ευρυδίκη, κόρη του Απόλλωνα. Η ευτυχία τους, ωστόσο, δεν κράτησε για πολύ, καθώς η Ευρυδικη την ημέρα του γάμου τους (κατά πολλούς) , δαγκώθηκε από μια Οχιά και ξεψύχησε.

«Άνοιξη» ή «Ο θάνατος της Ευρυδίκης» , Ε. Delacroix, περ. 1863
«Ο θάνατος της α Ευρυδίκης», N. del Abbate, 1571

Ο Ορφεας ήταν απαρηγόρητος, δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνη.

“Ο Ορφεας θρηνεί το θάνατο της Ευρυδίκης” A. Scheffer, 1814

«Ο Ορφεας στον τάφο της Ευρυδίκης», G. Moreau, 1891

Γι’ αυτό κατέβηκε στον Άδη, ενώπιον της Περσεφόνης και του Πλούτωνα κι έπαιξε μουσική θρηνώντας την αγαπημένη του. Ο θρήνος του ήταν συγκλονιστικός και συγκίνησε τις χθόνιες θεότητες• για λίγο όλα σταμάτησαν να κινούνται στον Κάτω Κόσμο.

“Ο Ορφεας κατεβαίνει στον Άδη για να ζητήσει την Ευρυδίκη” , J. Restout II, 1763

«Ορφεας και Ευρυδίκη», P. Rubens, 1638

Έπειτα από την υπέροχη μουσική του Ορφέα αποφασίστηκε να επιστρέψει η Ευρυδικη στον κόσμο των ανθρώπων μαζί του, αλλά υπό έναν όρο. Μέχρι να βγουν από τον Άδη , ο Ορφέας δε θα έπρεπε να γυρίσει να κοιτάξει καθόλου την αγαπημένη του. Έτσι ξεκίνησε η ανάβαση.

«Ορφέας και Ευρυδικη», Α. Feuerbach, 1869
“Ο Ορφεας οδηγεί την Ευρυδικη έξω από τον κάτω κόσμο”, Camille Coro, 1861

Τον μουσικό, όμως έτρωγε η αμφιβολία. Ακολουθούσε οντως πίσω η Ευρυδικη; Έτσι, γύρισε να την κοιτάξει. Αμέσως η Ευρυδικη επέστρεψε στον Κάτω Κόσμο και ο Ορφέας την έχασε για πάντα.

«Ορφεας και Ευρυδίκη», M. Drölling, 1820
“Ορφεας και Ευρυδίκη”, F. Leighton, 1864

Απαρηγόρητος γύρισε στην πατρίδα του, όπου αρνήθηκε τη λατρεία όλων των θεών, εκτός του Ηλίου. Το τέλος που επεφύλασσε η μοίρα για τον ίδιο ήταν επίσης τραγικό. Όπως λέει η μια εκδοχή του μύθου, τον κατασπάραξαν οι Μαινάδες, κόρες του Διονύσου, καθώς είχε απαρνηθεί τον άλλοτε θεό-προστάτη του. Υπό άλλη εκδοχή, ο Μουσικός σκοτώθηκε βίαια εν είδει εκδίκησης από τς γυναίκες της Θράκης.

«Ο θάνατος του Ορφέα», Ε. Lévy, 1866

O μύθος του χαρισματικού αυτού μουσικού έχει αποτέλεσει πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες του αρχαίου, νεότερου και σύγχρονου κόσμου, όχι μόνο στη ζωγραφική, αλλά και τη λογοτεχνία και την ποίηση. Αναφορές σε εκείνον συναντάμε και στο φιλοσοφικό λόγο, όπως για παράδειγμα στον Πλάτωνα. Η τραγικότητα του Ορφέα έρχεται να αντισταθμίσει το ασύγκριτο χάρισμά του. Η μουσική, που εμφανίζεται ως θείο δώρο, είναι μέσο λύτρωσης για τον καλλιτέχνη, τον εξυψώνει και τον εντάσσει στη σφαίρα του μεταφυσικού. Εξάλλου ο μύθος λέει ότι μετά το θάνατό του, η ψυχή του μεταφέρθηκε στα Ηλύσια πεδία, όπου συνέχιζε να τραγουδά, ντυμένη στα λευκά, για τους Μάκαρες, τους αγαθότερους νεκρούς του Κάτω Κόσμου .

Ένα αντίο στον Bruno Granz

Πέθανε σε ηλικία 77 ετών ο Ελβετός ηθοποιός Bruno Granz, ένας από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς στην Ευρώπη.

Ο Ελβετός καλλιτέχνης είχε συνεργαστεί με πολλούς από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του κόσμου, όπως ο Βιμ Βέντερς («Τα φτερά του έρωτα», «Ένας Αμερικανός Φίλος»), ο Φράνσις Φορντ Κόπολα («Νεότητα χωρίς νιάτα»), και ο Ερίκ Ρομέρ. Είχε παίξει και σε δύο ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου: στο «Μία αιωνιότητα και μία μέρα» (1998) και στο τελευταίο του φιλμ «Η σκόνη του χρόνου».

Ο εκρηκτικός και συνάμα σκοτεινός ρόλος του ως Αδόλφου Χίτλερ στην «Πτώση» τον καθιέρωσε οριστικά το 2004. Ήταν μια από τις πρώτες γερμανικές ταινίες αφιερωμένες στο πρόσωπο του «Φύρερ», σε μια χώρα ακόμη τραυματισμένη από την ανάμνηση της ναζιστικής βαρβαρότητας.

«Με βοήθησε το ότι δεν ήμουν Γερμανός, επειδή μπορούσα να βάλω το διαβατήριό μου ανάμεσα στον Χίτλερ και σε μένα», είχε δηλώσει ο Γκαντς το 2005.

Ο Bruno Granz εγκατέλειψε το σχολείο στην εφηβεία του και ήταν ένας αυτοδίδακτος ηθοποιός.

Η γερμανίδα υφυπουργός Πολιτισμού Μόνικα Γκρίτερς (CDU) χαρακτήρισε τον Μπρούνο Γκαντς «εικόνισμα του γερμανόφωνου θεάτρου» και «εξαιρετικό μετρ της διεθνούς δραματικής τέχνης».

Ο διευθυντής του κινηματογραφικού φεστιβάλ του Βερολίνου, ενός από τα σημαντικότερα στην Ευρώπη μαζί μ’ αυτά των Καννών και της Βενετίας, ο Ντίτερ Κόσλικ, απέτισε επίσης φόρο τιμής στον ελβετό ηθοποιό θυμίζοντας τον ρόλο του στην ταινία «Τα Φτερά του Έρωτα», ο πρωτότυπος γερμανικός τίτλος της οποίας σήμαινε «Ο ουρανός πάνω από το Βερολίνο».

«Έχω την εντύπωση ότι τίποτε δεν θα τον εμποδίσει τώρα να πάει στον ουρανό πάνω από το Βερολίνο», είπε.

Για τον ελβετό Ομοσπονδιακό Σύμβουλο Αλέν Μπερσέ, ο οποίος ήταν πρόεδρος της Ελβετικής Ομοσπονδίας μέχρι το τέλος του 2018, ο Bruno Granz «δεν έπαιζε έναν ρόλο, τον ζούσε».

Δεν υπήρξε ποτέ ακριβώς κατοχυρωμένος πρωταγωνιστής /σταρ αλλά ούτε και «εμβληματικός» καρατερίστας. Δεν είχε το παρουσιαστικό και την στόφα ζεν πρεμιέ αλλά μπορούσε σαφώς να συγκινήσει τις γυναίκες. Διέθετε ευρεία γκάμα και ήταν πολυσχιδής και παραγωγικότατος μέχρι το τέλος. Μόνο το 2018 έπαιξε στο “The Party” της Σάλι Πότερ, στο “Radegund” του Τέρενς Μάλικ, στην ταινία “The Tobacconist” ως Σίγκμουντ Φρόιντ και στο “The House That Jack Built” του Λαρς Φον Τρίερ μεταξύ άλλων (!).

Είναι δύσκολο να ξεδιαλέξει κανείς συγκεκριμένους ρόλους σε μια τόσο εξαντλητική φιλμογραφία, δεν μπορεί να είναι τυχαίο όμως το ότι κάποιοι από τους πιο χαρακτηριστικούς τον τοποθετούσαν σ΄ ένα καθαρτήριο ψυχών ή σ’ ένα προθάλαμο θανάτου. Όπως ο Ζίμερμαν στον «Αμερικανό φίλο» του Βέντερς ή ο Αλέξανδρος στο «Μία αιωνιότητα και μία μέρα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Συχνές ήταν και οι εμφανίσεις του σε ρόλους αθώων που συνθλίβονταν από την αδυσώπητη ισχύ εξωπραγματικών περιστάσεων όπως ο κλασικός χαρακτήρας του Τζόναθαν Χάρκερ στο «Νοσφεράτου» του Χέρτζογκ.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι μια τέτοια πορεία χαρίζει στον σπουδαίο αυτό ηθοποιό μια θέση στο βάθρο της υστεροφημίας. Ζει και θα ζει μέσα από τις ταινίες και τους ρόλους του.. Καλό ταξίδι. Σας αφήνουμε με λόγια που εξέφερε ο ίδιος μέσα από το ρόλο του.

Πηγή: Lifo, AthensVoice, Elculture

Ένας αποχαιρετισμός στη Ρόζαμουντ Πίλτσερ

Η Ρόζαμουντ Πίλτσερ, διάσημη συγγραφέας μυθιστορημάτων, διηγημάτων και θεατρικών έργων, πέθανε την χθες, σε ηλικία 94 ετών, ενώ είχε αρρωστήσει.

Η Πίλτσερ γεννήθηκε στην Κορνουάλη το 1924. Στη διάρκεια του πολέμου, από το 1943 ως το 1946, υπηρέτησε στο Γυναικείο Σώμα του Βρετανικού Ναυτικού. Τον Δεκέμβριο του 1946 παντρεύτηκε τον Σκοτσέζο ήρωα πολέμου Γκρέιαμ Πίλτσερ και απέκτησαν μαζί τέσσερα παιδιά· την ημέρα του θανάτου της είχε δεκατέσσερα εγγόνια και δεκαεπτά δισέγγονα.

Άρχισε να γράφει από πολύ μικρή και δημοσίευσε το πρώτο της διήγημα σε ηλικία 18 ετών. Από τότε αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. Τα πρώτα δέκα μυθιστορήματά της τα δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Τζέιν Φρέιζερ και γρήγορα έγινε γνωστή και αγαπητή, κυρίως στο γυναικείο κοινό. Τα έργα της, που θεωρείται ότι εξύψωσαν το είδος του λεγόμενου «ρομαντικού μυθιστορήματος», έχουν πουλήσει περισσότερα από 60 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Αποσύρθηκε από τη συγγραφή μετά το έργο της Winter Solstice [Χειμερινό ηλιοστάσιο] το έτος 2000, ωστόσο τα βιβλία της εξακολουθούν να διαβάζονται ως σήμερα.

Από τα πιο γνωστά της είναι ο «Σεπτέμβρης», «Ο γυρισμός» (Romantic Novel of the Year Award), «Στον αστερισμό των διδύμων», «Χειμερινό ηλιοστάσιο», «Το άγριο θυμάρι», «Χιόνι τον Απρίλη».
Μετά το -υπέροχο- «Χειμερινό ηλιοστάσιο», που εκδόθηκε στην Αγγλία το 2000, σταμάτησε να γράφει. Το 2002 χρίστηκε αξιωματικός του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Ως χαιρετισμό στη συγγραφέα που αγαπήσαμε , σας αφήνουμε με λίγα δικά της λόγια θα μείνουν λαξευμένα στο μυαλό και την καρδιά μας:

«Ήταν όλα όμορφα, με κάθε διάσταση της λέξης αυτής. Και, σε αυτή τη ζωή, τίποτα όμορφο δε χάνεται πραγματικά. Παραμένει κομμάτι του ανθρώπου, μετατρέπεται σε στοιχείο του χαρακτήρα του. Επομένως, ένα κομμάτι σου με συνοδεύει παντού. Κι ένα κομμάτι μου είναι δικό σου, παντοτινά.» ✒ Ρόζαμουντ Πίλτσερ, Μαζεύοντας κοχύλια

Πηγές: Εκδόσεις Διόπτρα, Ψυχογιός, Huff Post

Το κλαμπ των 27: 5 καλλιτέχνες που χάθηκαν σε αυτή την ηλικία

1. Τζίμι Χέντριξ

“Όταν η δύναμη της αγάπης υπερκεράσει την αγάπη της δύναμης ο κόσμος θα γνωρίσει την ειρήνη”

Ο Τζίμι Χέντριξ γεννήθηκε με το όνομα Τζόνι Άλεν Χέντριξ στις 27 Νοεμβρίου 1942 στο Σιάτλ. Μετά την επιστροφή του πατέρα του από τον πόλεμο, του άλλαξε σε Τζέιμς Μάρσαλ Χέντριξ. Έμαθε να παίζει, όντας αριστερόχειρας, στα 15 οπότε και αγόρασε την πρώτη του κιθάρα. ακούγοντας δίσκους του Μάντι Γουότερς, του Έλμορ Τζέιμς, του B.B. King, του Τσακ Μπέρι και του Έντι Κόχραν. Ο “μαύρος Έλβις Πρίσλεϊ”, ο “Άρθουρ Ρουμπινστάιν της κιθάρας”, η “βόμβα Χέντριξ” έσβησε στο απόγειο της καριέρας του. Η νεκροψία έδειξε ότι ο θάνατος του κιθαρίστα προήλθε από πνευμονική αναρρόφηση του εμετού του και ασφυξία ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια βαρβιτουρικών. Ήταν μόλις 27.

🎼https://youtu.be/TLV4_xaYynY

2. Κερτ Κομπέιν

“Είναι καλύτερο να σβήνεις πάρα να ξεθωριάζεις”

Ο Κερτ Κομπέιν γεννήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 1967 στο Αμπερντίν. Το 1987 σχημάτισε το συγκρότημα “Nirvana” μαζί με τον Krist Novoselic και τα επόμενα 2 χρόνια συνδέθηκε με την ανερχόμενη σκηνή του grunge στο Σιάτλ. Σύντομα η μπάντα απέκτησε ευρύ κοινό και τα τραγούδια τους έγιναν πολύ διάσημα, σε σημείο που τα μέλη του συγκροτήματος να νιώθουν κατατρεγμένοι από τα ΜΜΕ. Η μουσική του, πάντως, επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει μέχρι σήμερα την παγκόσμια ροκ μουσική σκηνή. Αυτοκτόνησε στην ηλικία των 27 ετών.

🎼 https://youtu.be/fregObNcHC8

3. Τζιμ Μόρινσον

“Οι άνθρωποι φοβούνται τον θάνατο περισσότερο από τον πόνο. Είναι παράξενο που φοβούνται τον θάνατο. Η ζωή πονάει περισσότερο από αυτό. Στο σημείο του θανάτου, ο πόνος τελειώνει.”

Ο Τζιμ Μόρισον γεννήθηκε το 1943 μετά, στη Μελβούρνη της Φλόριντα. Στην εφηβεία του, ο Μόρισον ανακάλυψε τα γραπτά του Φρίντριχ Νίτσε. Οι “σκοτεινοί” ποιητές του 18ου και του 19ου αιώνα του κίνησαν το ενδιαφέρον, και ιδιαίτερα ο Βρετανός ποιητής Γουίλιαμ Μπλέικ, καθώς και οι Γάλλοι ποιητές Κάρολος Μποντλέρ και Αρθούρος Ρεμπώ. Οι συγγραφείς της γενιάς Μπητ, όπως ο Τζακ Κέρουακ, επηρέασαν τόσο τις απόψεις και τον τρόπο έκφρασης του Μόρισον, που κατέληξε να θέλει να βιώσει όσα αναφέρονται στο βιβλίο του Κέρουακ On The Road. Ομοίως, βρήκε ενδιαφέροντα τα γραπτά του Γάλλου συγγραφέα Σελίν. Το βιβλίο του Voyage au Bout de la Nuit (Ταξίδι στο Τέλος της Νύχτας) και το βιβλίο του Μπλέικ Οι Μαντείες της Αθωότητας ήταν οι βασικές επιρροές για ένα από τα πρώτα τραγούδια του Μόρισον, “End of the Night.” Τελικά, ο Μόρισον γνώρισε και έγινε φίλος με τον Michael McClure, έναν γνωστό ποιητή μπίτνικ. Ο McClure λάτρεψε τους στίχους του Μόρισον, αλλά τον εντυπωσίασαν περισσότερο τα ποιήματά του, και έτσι τον συμβούλεψε να συνεχίσει να εξασκεί το ταλέντο του. Μαζί με τον Ρέι Μάνζαρεκ ίδρυσαν το συγκρότημα “The Doors”, ένα από τα πιο γνωστά της ροκ μουσικής σκηνής. Πέθανε το 1971 από καρδιακή προσβολή. Στον τάφο του Τζιμ Μόρισον υπάρχει η ελληνική επιγραφή “ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ”. Και αυτός ήταν 27 ετών.

🎼https://youtu.be/GJY8jJkDoMY

4. Τζάνις Τζόπλιν

“Το αύριο ποτέ δε συμβαίνει, είναι πάντα η ίδια αναθεματισμένη μέρα.”

Η αμερικανή τραγουδίστρια, μουσικός, ζωγράφος, ποιήτρια, χορεύτρια και στιχουργός, η απόλυτη ιέρεια των blues, η πρώτη γυναίκα πραγματική ροκ σταρ γεννιέται σαν σήμερα στο Πορτ Άρθουρ του Τέξας.. Ήταν όμως και ένα από τα κορυφαία ινδάλματα μιας γενιάς που επαναστατεί, η απόλυτη έκφανση της χίπικης κουλτούρας. Κρίνοντάς τη μουσικά, μιλάμε για τη μουσικό που έσπασε το ανδροκρατούμενο κατεστημένο της ροκ και υποστήριξε την εξαλλοσύνη και την αντισυμβατικότητα με την ίδια της τη σύντομη ζωή. Αφού δώσει μια ιστορική και μνημειώδη συναυλία στο Woodstock (Αύγουστος του 1969), κάνοντας τους χιλιάδες χίπις να παραληρούν, δημιουργεί το συγκρότημα Kozmic Blues Band και ξεκινά συνεργασίες με μύθους της μουσικής, όπως οι Nick Gravenites και Mike Bloomfield. Η soul και το rhythm & blues κυλά πλέον στις φλέβες της δουλειάς της. Όχι για πολύ όμως, ένα χρόνο μετά η Τζόπλιν πεθαίνει από υπερβολική δόση ναρκωτικών πάρα τις προσπάθειες αποτοξίνωσης. Η ηλικία της; 27.

🎼 https://youtu.be/7uG2gYE5KOs

5. Έιμι Γουάινχαουζ

“Δε χρειάζομαι βοήθεια γιατί αν δεν μπορώ να βοηθήσω εγώ τον εαυτό μου, δεν μπορεί να με βοηθήσει κανείς.”

Η Έιμι Τζέιντ Γουάινχαουζ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην περιοχή του Σάουθγκεϊτ του Βόρειου Λονδίνου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1983. Το ντεμπούτο άλμπουμ της, Frank, κυκλοφόρησε στις 20 Οκτωβρίου 2003 και απέσπασε θετικές κριτικές. Το Μάιο του 2007 κέρδισε το ίδιο βραβείο με το Rehab από τη δισκογραφική της δουλειά του 2006, Back to Black. Στις 14 Φεβρουαρίου 2007 κέρδισε ένα βραβείο Brit στην κατηγορία της καλύτερης γυναίκας καλλιτέχνιδας. Στα τέλη του 2007 έγινε γνωστό ότι ο δίσκος της Back to Black είναι το πιο εμπορικό άλμπουμ για το 2007 στη Βρετανία. Το εν λόγω άλμπουμ κυκλοφόρησε στα τέλη του 2006 και μέχρι το Δεκέμβριο του 2007 [16] είχε πουλήσει 1.500.000 αντίτυπα στη Βρετανία. Στις 23 Ιουλίου 2011 βρέθηκε νεκρή από το σωματοφύλακά της. Η ιατροδικαστική έρευνα λίγους μήνες αργότερα έδειξε ότι η Γουάινχαουζ πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης και αλκοόλ λίγο πριν κλείσει τα 27.

🎼 https://youtu.be/O0jYMMTb0XU

Έφυγε από τη ζωή ο δάσκαλος Σαράντος Καργάκος

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 82 ετών μια κορυφαία προσωπικότητα των γραμμάτων, ο Σαράντος Καργάκος.

Η πολιτιστική μας πολιτική ή αλλοιώς “πολιτική κουλτούρας” χρόνια τώρα μοιάζει με τσιμπούσι κατσαπλιάδων. Και όμως μακάριοι κολυμπάμε στη θάλασσα της καταναλωτικής μακαριότητος, που είναι γεμάτη από καρχαρίες, που φυσικά δεν έχουν τις δικές μας ηθικές ευαισθησίες. Στο βάθος του σκοτεινού ορίζοντα ολόφωτος αρμενίζει ο “Μέγας Ανατολικός” του έθνους. Όλοι σήμερα μιλούν για κρίση. Και πολλοί -επιτέλους- συνειδητοποίησαν ότι η κρίση είναι πρωτίστως ηθική. Ως έθνος έχουμε παραλύσει ηθικώς. Δεν έχουμε αποθέματα ψυχικής αντοχής. Μας λείπει η πίστη σε ένα εθνικό ιδανικό, σ’ ένα ιδανικό που ζωογονεί και ζωοδοτεί. Ένας πεθαμένος λαός δεν φοβάται να κάνει μια ψύχραιμη βουτιά προς τον όλεθρο. Ένοχες συνειδήσεις, κολυμπάμε στη θάλασσα του μηδενός, χωρίς κανένα ορίζοντα μπροστά μας.”

Βιογραφικό:

Ὁ ἱστορικός, φιλόλογος καί δοκιμιογράφος κ. Σαράντος Ἰ. Καργάκος, γεννήθηκε τό 1937 στό Γύθειο Λακωνίας. Στή διάρκεια τοῦ Ἐμφυλίου ἐγκαταστάθηκε στήν Ἀθήνα. Σπούδασε, ἐργαζόμενος ἀπό μαθητής, Κλασσική Φιλολογία στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, ὅπου εἶχε τρίτος εἰσαχθεῖ χωρίς νά τοῦ δοθεῖ ὑποτροφία. Πρωταγωνίστησε στό φοιτητικό κίνημα τῶν ἐτῶν 1961-1963 καί ὑπῆρξε εἰσηγητής τοῦ 15% γιά τήν παιδεία. Ἐργάστηκε ἐπί 35 ἔτη στά μεγαλύτερα ἰδιωτικά ἐκπαιδευτήρια τῶν Ἀθηνῶν καί στούς μεγαλύτερους φροντιστηριακούς ὀργανισμούς, στούς ὁποίους πάντα ἦταν ἱδρυτικό μέλος («Ἡράκλειτος», «Ἀριστοτέλης»).

Στίς 19 Μαρτίου 1969 παραιτήθηκε ἀπό τήν ἰδιωτική ἐκπαίδευση (Λύκειο Μπαρμπίκα), ἀρνούμενος νά εκφωνήσει τόν «προκατασκευασμένο» λόγο γιά τήν Ἐθνική Ἐπέτειο. Δύο φορές τό στρατιωτικό καθεστώς ἔβαλε λουκέτο στόν φροντιστηριακό ὀργανισμό στόν ὁποῖο ἦταν ἱδρυτικό μέλος («Ἡράκλειτος»). Ἐπανῆλθε γιά μερικά χρόνια στήν ἰδιωτική ἐκπαίδευση (Σχολή «Ζηρίδη»), χωρίς νά ζητήσει «ἀναγνώριση» γιά τά ἔτη τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπουσίας του, ἀλλά καί πάλι παραιτήθηκε λόγῳ τῆς κατιούσας πορείας πού ἔλαβε ἡ ἑλληνική παιδεία μετά τή μεταπολίτευση. Πρόλο πού τό στρατιωτικό καθεστώς τοῦ εἶχε ἀρνηθεῖ ἔκδοση διαβατηρίου, ὁ κ. Σ. Ἰ. Καργάκος δέν ἐδίστασε μετά τό 1991 νά διδάξει στή Σχολή Πολέμου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυτικοῦ, στή Σχολή Ἐθνικής Ἀμύνης (ΣΕΘΑ) καί στή Διακλαδική Σχολή τῆς Θεσσαλονίκης. Δέν βαρύνεται μέ καμμιά ἐπίσημη (κρατική) τιμητική διάκριση.

Ἀπό τά φοιτητικά χρόνια του ἄρχισε νά ἀρθρογραφεῖ σέ ἐφημερίδες καί περιοδικά. Ὑπήρξε συνεργάτης τῶν περιοδικῶν «Πανσπουδαστική», «Πολιτικά Θέματα», «Οἰκονομικός Ταχυδρόμος», «Πειραϊκή Ἐκκλησία», «Ἐρυθρός Σταυρός», «Κοινωνικές Τομές», «Ἰχνευτής», «Ἑλλοπία», «Ἀρδην», «Ἐθνικές Ἐπάλξεις» καί «4 Τροχοί». Ἐξακολουθεῖ νά συνεργάζεται μέ τά περιοδικά «Εὐθύνη» καί «Νέμεσις» καί τίς ἐφημερίδες «Ἑστία» καί ἡ «Σφήνα». Ἐπί τετραετία ὑπῆρξε ἀρθρογράφος καί λογοτεχνικός κριτικός τῆς ἐφημερίδας «Ἐλεύθερος Τύπος» καί «Τύπος τῆς Κυριακῆς». Ὑπῆρξε ἐπίσης ἀρθρογράφος καί κριτικός τῆς ἐφημερίδας «Ἡ Ἀπόφαση» καί παλαιότερα συνεργάτης τῆς «Καθημερινῆς» καί τῆς «Ἀπογευματινῆς».

Ἔχει δημοσιεύσει 75 βιβλία. Ἀπό αὐτά ξεχωρίζουν οἱ γλωσσικές μελέτες «Ἀλαλία, ἤτοι τό σύγχρονο γλωσσικό μας πανόραμα» (Gutenberg1986) και «Ἀλεξία, γλωσσικό δρᾶμα μέ πολλές πράξεις» (Gutenberg1993) καί οί συλλογές δοκιμίων «Προβληματισμοί, ἕνας διάλογος μέ τούς νέους» (6 τόμοι, ἐκδ. Gutenberg). Μεταξύ τῶν ἐτῶν 1977-2000 κυκλφορήθηκαν τά βιβλία του: «Ἡ πολιτιστική συνεισφορά τοῦ ἀρχαίου καί μεσαιωνικοῦ κόσμου» (2 τόμοι, ἐκδ. Gutenberg), «Ζαχαρίας Μπαρμπιτσιώτης, ὁ δάσκαλος τῆς κλεφτουριᾶς» (ἐκδ. Σιδέρη), «Συντακτικό τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς» (συνεργασία Χρήστου Λεμπέση, ἐκδόσεις Πατάκη), «Λυκούργου, κατά Λεωκράτους Λόγος» (ἐκδ. Κάκτος), «Κινούμενη Ἄμμος» (κείμενα πολιτικά και κοινωνικά, ἐκδόσεις Ἁρμός), «Ἡ Στρατηγική τοῦ Λόγου» (ἐκδ. Gutenberg), ἡ ἱστορική μελέτη «Ἀλβανοί-‘Αρβανίτες-Ἕλληνες» (ἐκδ. Σιδέρη) καί ἡ ὀγκώδης μονογραφία «Ἀλεξανδρούπολη: μιά νέα πόλη μέ παλιά ἱστορία» (αὐτοέκδοση).

Μεταξύ τῶν ἐτῶν 2000-2002 κυκλοφορήθηκαν: «Ἡ Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κόσμου καί τοῦ Μείζονος χώρου» (Ἑλληνική καί Παγκόσμια Ἱστορία σέ δύο τόμους ἀπό τίς ἐκδόσεις Gutenberg), ἡ πολιτική μελέτη «Γιά μιά δημοκρατία ευθύνης» (ἐκδόσεις Καστανιώτη), «Παγκοσμιοποίηση: γιά ἕνα παγκόσμιο σύστημα ἀπολυταρχικῆς ἐξουσίας» (ἐκδόσεις Κάκτος), «Ὀλυμπία καί Ὀλυμπιακοί Ἀγώνες» (ἐκδ. Σιδέρη).

Τό 2003 κυκλοφορήθηκαν δύο ἀκόμη ἔργα του: τά «Μικρά Γλωσσικά» (Ἀστρολάβος/Εὐθύνη) καί «Ἡ πολιτική σκέψη τοῦ Παπαδιαμάντη» (Ἁρμός). Στίς 2 Δεκεμβρίου 2004 κυκλοφορήθηκε ἡ τρίτομη «Ἱστορία τῶν Ἀρχαίων Ἀθηνῶν, ἕνα ὀγκώδες ἔργο 2.000 σελίδων (ἐκδόσεις Gutenberg). Ἕνα ἔργο μοναδικό στήν ἑλληνική καί διεθνῆ βιβλιογραφία, πού ἐντός δεκαμήνου ἔκανε τρεῖς ἐπανεκδόσεις.

Τό 2006 κυκλοφορήθηκαν «Ἡ Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Σπάρτης» (ἐκδ. Gutenberg) καί «Ἡ Ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας» (ἐκδόσεις Γεωργιάδη). Τό 2007 ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἰ. Σιδέρη ἐκδόθηκαν τἀ ἀκόλουθα ἔργα τοῦ κ. Σ. Ἰ. Καργάκου: «Τό Βυζαντινό Ναυτικό» , «Ἡ ἱστορία ἀπό τἠ σκοπιά τῶν Τούρκων» καί «Μεσόγειος: ἡ ὑγρή μοῖρα τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Εὐρώπης», καί ἀπό τίς ἐκδόσεις Γεωργιάδη τα «Μαθήματα Νεώτερης Ἱστορίας (Τοῦρκοι καί Βυζάντιο – Τό Ὀθωμανικό imperium–Τουρκοκρατία» (τ. Α’). Τά «Μαθήματα» συνεχίσθηκαν μέ τήν ἔκδοση ἄλλων δύο τόμων (Β1 καί Β2) κατά τά ἔτη 2008-2010 ὑπό τόν τίτλο «Μεγάλες μορφές καί μεγάλες στιγμές τοῦ ‘21». Ἐπίσης σέ μικρό σχῆμα ἡ μελέτη «Ἡ παιδεία σήμερα, ἡ παιδεία αὕριο» (ἐκδόσεις Ἀστρολάβος/Εὐθύνη).

Τό 2008 κυκλοφορήθηκαν τά ἀκόλουθα ἔργα του: «Τά Σατιρικά τοῦ Κώστα Καρυωτάκη» (ἐκδ. Ἁρμός), τό ἱστορικό καί ταξιδιωτικό ὁδοιπορικό «Οἱ Πέρσες κι ἐμεῖς» (ἐκδ. Σιδέρη), ἡ συλλογή δοκιμίων «Ἑλληνική Παιδεία. ἕνας νεκρός μέ… μέλλον!» (Ἁρμός). Τό 2009 κυκλοφορήθηκαν δύο ἀκόμη ἔργα του: «Λιβύη: ἀναζητώντας τό χαμένο «σίλφιο» στήν ἑλληνική Κυρήνη» (Ἰ. Σιδέρης) καί «Κ.Π. Καβάφης: ἡ νεώτερη αἰγυπτιακή Σφίγγα» (Ἁρμός). Μεταξύ τῶν ἐτῶν 2009-2010 ὁλοκληρώθηκε ἡ ἐκτύπωση τοῦ δίτομου ἔργου «Ἡ Μικρασιατική Ἐκστρατεία – Ἀπό τό ἔπος στήν τραγωδία» (αὐτοέκδοση) καί παράλληλα ἑτοιμάζεται γιά ἐκτύπωση μιά ὀγκώδης μονογραφία περί Ἀλεξάνδρου μέ τίτλο: «Μέγας Ἀλέξανδρος: ὁ ἀνθρωπος φαινόμενο». Ἔχει ἐπίσης ὁλοκληρώσει καί μιά τρίτομη ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821.

Παρά τίς δελεαστικές προτάσεις πού τοῦ ἔγιναν ἀπό πολιτικούς ἀρχηγούς νά πολιτευθεῖ, ἀρνήθηκε τήν “ἀρένα” τῆς πολιτικῆς καί ἀκολούθησε τήν ὁδό τῆς Μεγάλης Πολιτικῆς, πού γι’ αὐτόν εἶναι ἡ Διδασκαλία. Τήν ὁποία προσφέρει ἀκόμη, τώρα ἀμισθί.

Ἀποσύρθηκε ἀπό τή φροντιστηριακή δραστηριότητα τό 1983 καί ἔκτοτε ἀφοσιώθηκε στήν ἄσκηση τοῦ συγγραφικοῦ καί δημοσιογραφικοῦ ἔργου, χωρίς νά ζητήσει ποτέ νά γίνει μέλος τῆς ΕΣΗΕΑ. Οὐδεμία σχέση ἔχει μέ φροντιστηριακούς ἤ σχολικούς ὀργανισμούς. Τό λεγόμενο ὅτι εἶναι ἰδιοκτήτης γνωστοῦ ἰδιωτικοῦ σχολείου δέν εὐσταθεῖ.

Ὁ κ. Σαράντος Ἰ. Καργάκος ἔχει νυμφευθεῖ τήν Ἰωάννα Δ. Κώττα, δικηγόρο καί ἐκπαιδευτικό, μέ τήν ὁποία ἀπέκτησαν δύο τέκνα: τόν Γιάννη, ἱστορικό καί φιλόλογο, μέ σπουδές στρατιωτικῆς κοινωνιολογίας στό «Κίνγκς Κόλλετζ» τοῦ Λονδίνου, καί τήν Ρωξάνη, καθηγήτρια γερμανικῆς φιλολογίας, μέ σπουδές βιβλιολογίας στο «London University».

Πηγές: Μιά χώρα που δεν θέλει να ζήσει. Περιοδικό “Ευθύνη”, τ. 242, Φεβρ. 1992, σ. 102-104.

http://www.sarantoskargakos.gr/