Έρωτας , η μεγάλη θυσία, του Ευάγγελου Παπανούτσου

ΕΡΩΤΑΣ:

“Πολύ μεγάλη σημασία για τη διαμόρφωση των διαθέσεων και της συμπεριφοράς του ανθρώπου στο κεφάλαιο της ερωτικής ζωής, και γενικότερα στη συγκρότηση της προσωπικότητάς του, έχουν οι πρώτες σεξουαλικές εμπειρίες, το πώς γεύτηκε στα χρόνια της νεότητάς του την ηδονή του φύλου. Εάν μερικοί μιλούν για την επιθυμία και τον έρωτα επιπόλαια η με σαρκασμό, σα να είναι δευτερεύουσες η ευτελείς υποθέσεις της ζωής, εάν ακόμη μερικοί αισθάνονται απέναντι στην επιθυμία και στον έρωτα αποστροφή και φόβο, αηδίαν η αβεβαιότητα, τούτο κατά μεγάλο μέρος οφείλεται στο γεγονός ότι και οι πρώτοι και οι δεύτεροι δεν ευτύχησαν να έχουν καλές σεξουαλικές και αισθηματικές εμπειρίες στα πρώτα, τα κρίσιμα χρόνια της ζωής. Με τις πρώτες εμπειρίες, και σε τούτο και σε πολλά άλλα θέματα, τοποθετούνται για το χαρακτήρα και την πνευματική υφή του ανθρώπου οι σιδηροτροχιές απάνω στις οποίες θα κινηθεί, όπως το τραίνο στις γραμμές του.

Είναι μεγάλη ευλογία για το νέο άνθρωπο να έχει με καλούς οιωνούς μυηθεί στα αινίγματα και στις συγκινήσεις του sex. Θα σταθεί γερά πάνω στα δυο του πόδια, θα αποκτήσει αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία και θα αντέξει στις θύελλες της ζωής.

Αλλοίμονο σ’ εκείνον που έχει γευτεί πρόστυχα την ηδονή της σάρκας στα πρώτα βήματά του, ή στο πρώτο του ερωτικό αναφτέρωμα συνάντησε την αδιαφορία ή γνώρισε την απογοήτευση. Στραβώνει ο δρόμος του και δύσκολα θα ξαναβρεί τη σωστή γραμμή. Δεν είναι σπάνιοι (ακόμη και στους κύκλους των μορφωμένων) εκείνοι που, όταν συζητούμε μαζί τους για τον έρωτα, μας αιφνιδιάζουν με τον τρόπο που τον αντιμετωπίζουν ή τον προσπερνούν με ελαφρότητα και ειρωνεία ή μιλούν γι’ αυτόν με κυνισμό και απρέπεια. Απορούμε πώς άνθρωποι σοβαροί τηρούν απέναντι σ’ ένα τόσο σοβαρό θέμα μια τόσο παιδαριώδη στάση. Κακότυχοι άνθρωποι… Την ώρα που πήγαινε να ανθίσει η ψυχή τους, που δοκίμαζαν να μυηθούν στα μυστήρια και να χαρούν το θαύμα, δεν αξιώθηκαν να βρούν τον σύντροφο τον πρόθυμο να τους παρασταθεί, τον άξιο ν’ αγωνιστεί μαζί τους τον ωραίο αγώνα-και έμειναν στη μέση του δρόμου ή παραστράτησαν. Όσο περνούν τα χρόνια η στέρηση θα γίνεται πιο πικρή, ο εκτροχιασμός πιο επικίνδυνος και ξαφνιάζεται κανείς να βλέπει ανθρώπους που πέρασαν με ευπρέπεια τη ζωή τους, να έχουν γεράματα όχι ειρηνικά, ούτε ανεπαίσχυντα.

Θα έδινα λοιπόν στους νέους για τον ορθό ερωτικό προσανατολισμό τους τις εξής συμβουλές:

α. Μην ταυτίζετε τον έρωτα με την επιθυμία. Η επιθυμία είναι απαίτηση της ζωτικότητάς σας, η ικανοποίηση της θα σας ανακουφίσει. Ο έρωτας αποκαλύπτεται στο πνεύμα, με αυτόν θα ολοκληρωθεί η ύπαρξή σας…
Μη βιάζεσαι λοιπόν να αποφασίσεις. Περίμενε να ‘ρθει η ευλογία του έρωτα. Πρώτη μας λοιπόν συμβουλή πρέπει να ‘ναι προσμονή, όχι βιασύνη. Γιατί όχι βιασύνη; Γιατί την ώρα της ροδοδάκτυλης αυγής μια κακή τοποθέτηση της αγάπης μας μπορεί να μας πολώσει προς τα κάτω, να μεταθέσει το κέντρο του ηθικού μας βάρους χαμηλά και να μείνουμε εκεί- να μαδήσουν τα φτερά μας και να μην πετάξουμε πια ψηλά….

Κάτι απερίγραπτα λεπτό και πολύτιμο υπάρχει μέσα σου. Φύλαξέ το ! Μη ρίξεις αμέσως αυτή την τελευταία εφεδρία στη μάχη, με την πρώτη κιόλας κρούση προς το άλλο φύλο.

β. Μην προσπαθήσετε να αποσπάσετε την αγάπη με μέσα ανέντιμα από το πρόσωπο που σας έχει γοητέψει. Ο έρωτας δεν εκβιάζεται. Γίνου άξιός του να σου δωθεί. Ας διδάξουμε στους νέους ότι ο έρωτας είναι μια σχέση απόλυτης αμοιβαιότητας. Συνδέει 2 πρόσωπα που το καθένα έχει ελεύθερα εκλέξει το άλλο, και είναι πάντοτε πρόθυμο να χαρίζεται στο άλλο, χωρίς ποτέ να συλλογίζεται ή να υπολογίζει την αμοιβή, γιατί έχει τη συνείδηση ότι οσαδήποτε κι αν δώσει, προσφέρει λιγότερα απ’ όσα παίρνει….

Εάν η ανταπόκριση δεν υπάρχει στην διάθεση και στην πράξη και των 2 προσώπων, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έρωτα. Όταν αντιληφθούμε ότι παρά την προσφορά μας δεν συναντούμε ειλικρινή και αμέριστη ανταπόκριση από τον άλλο, τούτο είναι σημάδι φανερό ότι δεν βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο, δεν χτυπάμε την πόρτα που θα ανοίξει. Είναι λάθος να νομίζουμε ότι εάν επιμένουμε, πιέσομε, κάνουμε πιο συστηματικά την πολιορκία μας, θα κατακτήσουμε το είδωλό μας. Η τακτική αυτή ίσως να είναι αποτελεσματική στο επίπεδο της επιθυμίας, όχι και στο επίπεδο του έρωτα.

γ. Όταν κατακτήσετε το μεγάλο αγαθό του έρωτα, μην αναπαυθείτε στις δάφνες σας. Είναι δυσκολότερο ακόμη να το διατηρήσετε. Για να κρατηθείτε στο ύψος της δωρεάς που σας έγινε, θα αγωνιστείτε ανανεώνοντας διαρκώς τους τίτλους των διεκδικήσεών σας. Ο έρωτας μοιάζει με την ελευθερία σε τούτο: ότι είναι προνόμιο που πρέπει διαρκώς να αποδείχνεις στη πράξη ότι το αξίζεις. Για να διατηρηθεί στέρεος ο ερωτικός δεσμός έχει ανάγκη από διαρκώς μεγαλύτερα κεφάλαια τρυφερότητας και στοργής , εμπιστοσύνης και εκτίμησης, αφοσίωσης και θαυμασμού, που να τα καταθέτουν χωρίς φειδώ και τα δύο μέρη.

Γιατί ο αληθινός έρωτας είναι ένα αέναο παρόν, όχι παρελθόντος αναμνήσεις. Υπάρχει μόνο ως μία διαρκώς ανανεωνόμενη κατάκτηση. Και κερδίζεται με τις θυσίες που απαιτεί μία νίκη ακριβή. Έτσι δίνεται στον άνθρωπο κάθε είδος ευτυχίας”.

Πηγή: Πρακτική Φιλοσοφία

Χρήστος Γιανναράς: «Δε φταίνε οι άνθρωποι που δεν μπορούν να ερωτευτούν»

«Δεν φταίνε οι άνθρωποι σήμερα όταν δεν μπορούν να ερωτευθούν, όταν ταυτίζουν τον έρωτα μόνο με τη χρήση του άλλου»

ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ἔχουμε δύο λέξεις γιὰ νὰ σημάνουμε τὰ ἀντι-κείμενα τῆς ἐμπειρικῆς μας πιστοποίησης: τὴ λέξη «πράγματα» καὶ τὴ λέξη «χρήματα».

«Πράγματα» εἶναι τὰ παράγωγα τοῦ πράττειν, τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ποιητικῆς ἐνέργειας, τὰ πεπραγμένα ἑνὸς δημιουργοῦ προσώπου. «Χρήματα» εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ καθορίζονται κυρίως ἀπὸ τὴ χρήση τους, ἐξυπηρετοῦν χρηστικὲς ἀνάγκες, εἶναι χρήσιμα στὴν πρακτικὴ τοῦ βίου.

Τὰ πράγματα ἐνδέχεται νὰ διασώζουν τὴν ἑτερότητα (μοναδικότητα καὶ ἀνομοιότητα) ἑνὸς προσωπικοῦ δημιουργικοῦ λόγου, νὰ παραπέμπουν στὸ πρόσωπο τοῦ δημιουργοῦ τους (ὅπως ἡ ζωγραφιὰ στὸν ζωγράφο καὶ τὸ ποίημα στὸν ποιητή).

Τὰ χρήματα ταυτίζονται ἁπλῶς μὲ τὴ χρηστική τους σκοπιμότητα, παραπέμπουν στὴν ἴδια γιὰ ὅλους ὠφέλιμη διευκόλυνση.

EΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΡΙΤΗ ΛΕΞΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: τὴ λέξη «νομίσματα». Εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ τὴ χρήση τους τὴν καθορίζουμε ἐμεῖς (κάθε ἀνθρώπινη κοινωνία) μὲ κοινὴ συμφωνία-σύμβαση. Ἀντιπροσωπεύουν τὴ σύμβαση (τὸν δικό μας «νόμο»), δὲν ἔχουν δική τους «φύση-οὐσία», γι’ αὐτὸ καὶ τὰ λέμε «νομίσματα»: εἶναι τὰ νομιζόμενα, «ὅτι οὐ φύσει, ἀλλὰ νόμῳ κεῖνται», καθὼς ὅρισε ὁ Ἀριστοτέλης.

Μὲ τὰ νομίσματα κατορθώνουμε οἱ ἄνθρωποι νὰ «ἰσάζωμεν» τὶς ἀνταλλακτικές μας σχέσεις, νὰ κοινωνοῦμε τὶς ἀνάγκες μας «κατὰ λόγον», μὲ τρόπο λογικό: τὸν τρόπο τῆς συμπαντικῆς ἁρμονίας καὶ κοσμιότητας. Στόχος εἶναι οἱ ἁρμονικές, κόσμιες σχέσεις μας (στόχος ὑπαρκτικῆς ἀλήθειας καὶ γνησιότητας τόσο γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ὅσο —ὡς ἐλευθερία ἀγάπης— καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανούς).

ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΤΟ ΜΕΣΟ, τὸ ἐργαλεῖο ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ λογικότητα τῶν σχέσεών μας. Γι’ αὐτὸ καὶ μοιάζει ἀδιανόητο (τουλάχιστον γιὰ τὸν Ἀριστοτέλη) νὰ αὐτονομεῖται τὸ νόμισμα, νὰ λειτουργεῖ ἄσχετα ἀπὸ τὶς σχέσεις, γιὰ παράδειγμα νὰ αὐτοπολλαπλασιάζεται μὲ τὸν «τόκο»: ὁ τόκος, τὸ νὰ «τίκτει» τὸ νόμισμα, «παρὰ φύσιν τῶν χρηματισμῶν ἐστι».

Τὰ «πράγματα» προσφέρονται στὴ σχέση, τὰ «χρήματα» καὶ τὰ «νομίσματα» στὴ χρήση ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ σχέση (ὅταν ἀποβλέπει ἡ χρήση στὴν «κοινωνία τῆς χρείας»).

ΟΜΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΤΡΟΠΟ ΒΙΟΥ (δηλαδὴ πολιτισμό) ποὺ μειώνει συνεχῶς τὸ πεδίο τῶν σχέσεων, τὸ ἐνδιαφέρον ἢ τὴν ἀνάγκη τῆς σχέσης, γιὰ χάρη τῆς προτεραιότητας τῶν χρήσεων.

Στὸν πολιτισμό μας ἡ χρήση αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ σχέση, τείνει νὰ ὑποκαταστήσει τὴν κοινωνία τῆς χρείας μὲ παράλληλες ἄπληστες χρήσεις. Διαμορφώνει ἀνεπαίσθητα τὸν ψυχισμό μας αὐτὸς ὁ πολιτισμός, μᾶς μπολιάζει μὲ ἀντανακλαστικὰ κυρίως χρησιμοθηρικά, μὲ προϊούσα ἀνικανότητα σχέσης, ἀνέραστη συμπεριφορά.

ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΘΟΥΝ, ὅταν ταυτίζουν τὸν ἔρωτα μόνο μὲ τὴ χρήση τοῦ ἄλλου. Δὲν φταῖνε, γιατὶ δὲν ἀσκήθηκαν ποτὲ στὴ σχέση, δὲν ξέρουν νὰ σχετίζονται, κάθε ἐπιθυμία τους ἐκπληρώνεται πατώντας ἕνα κουμπί. Δὲν ἔμαθαν νὰ μοιράζονται τὸ θέλημά τους, νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ ἐγώ τους. Ξέρουν μόνο τὴ χρήση, ὄχι τὴ σχέση, μόνο τὰ χρήματα, ὄχι τὰ πράγματα.

Ο Χρήστος Γιανναράς (10 Απριλίου 1935) είναι σύγχρονος Έλληνας καθηγητής φιλοσοφίας και συγγραφέας. Σπούδασε θεολογία στην Αθήνα και φιλοσοφία στη Βόννη και στο Παρίσι (Σορβόνη). Το συγγραφικό του έργο σχετίζεται πολύ με την έρευνα των διαφορών ανάμεσα στην ελληνική και στη δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία και ορθόδοξη χριστιανική παράδοση. Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 10 γλώσσες.

Πηγή: doctv.gr

Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος: ” Να Ευχώμεθα ότι δεν θα θελήση Κανείς Ευρωπαϊκός Λαός να Διεκδικήση Ηγεμονίαν “

Ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος απεβίωσε σαν σήμερα το 1981 και ήταν Έλληνας φιλόσοφος, καθηγητής πανεπιστημίου και ακαδημαϊκός.

Επιλέξαμε ένα κείμενο που μιλά για το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης φαίνεται ότι βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς και οι ηγεμονικές διαθέσεις εκ μέρους κάποιων κρατών έχουν κάνει την εμφάνισή τους, αλλά και τάσεις ομοιομορφοποίησης δείχνουν να επικρατούν σε διάφορους ιθύνοντες Ευρωπαϊκούς κύκλους, απειλώντας να υπονομεύσουν μακροπρόθεσμα το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης…

«Άλλο μέγα προνόμιον του ελληνικού πνεύματος υπήρξε και είναι το αδογμάτιστον. Το αδογμάτιστον τούτο επέτρεψε εις το ελληνικόν πνεύμα να ανανεώνεται συνεχώς, να είναι πάντοτε νέον. Επίσης αυτό το αδογμάτιστον χαρακτηρίζει και το όλον πνεύμα της Ευρώπης, μολονότι βεβαίως υπήρξαμεν μάρτυρες κατά τον δεύτερον Παγκόσμιον πόλεμον σκληρών και φρικτών δογματικών συστημάτων, τα οποία όμως η πυρά του πολέμου κατέστρεψε. Με αυτό το αδογμάτιστον ανανεώνεται συνεχώς και το ευρωπαϊκόν πνεύμα. Αντιθέτως, όλα τα Ασιατικά πνεύματα είναι δογματικά και διά τούτον τον λόγον γηραλέα. Δι’ αυτό εις την Ασίαν οι αιώνες και αι χιλιετηρίδες είναι ωσάν να μη κινούνται, ενώ εις την Ελλάδα και την Ευρώπην κινούνται τα πάντα. Εις την Ελλάδα μάλιστα κινούνται ανά πάσαν στιγμήν τα πάντα. Και διά τούτο ακριβώς είναι δύσκολη η ζωή εις την Ελλάδα, διότι διαρκώς αναθεωρούνται εδώ τα πάντα, κρίνονται και ελέγχονται τα πάντα. Δι’ αυτό και κανένα δόγμα δεν ήτο δυνατόν να επιβληθή επί μακρόν και εις τους ευρωπαϊκούς λαούς. Ούτε με τον πόλεμο ούτε με την βίαν κατώρθωσε κανείς από τους ευρωπαϊκούς λαούς να επιβληθή εις τους άλλους ολοκληρωτικώς. Επεχείρησαν διάφοροι ευρωπαϊκοί λαοί να κατακτήσουν τους άλλους, Γάλλοι, Γερμανοί, ουδείς όμως το κατώρθωσε παρά προσκαίρως. Πρέπει να ευχώμεθα ότι η σκληρά πείρα του παρελθόντος πολέμου θα διδάξη πολλά τους ευρωπαϊκούς λαούς, δηλαδή ότι δεν θα θελήση κανείς ευρωπαϊκός λαός, όσον μεγάλος και αν είναι, να επιβληθή εις τους άλλους, ή να διεκδικήση ηγεμονίαν.
Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι ήσαν κατ’ ουσίαν εμφύλιοι πόλεμοι των Ευρωπαίων και έφεραν την καταστροφήν της Ευρώπης και την απώλειαν της υπερπόντιας ακτινοβολίας της Ευρώπης. Εν τούτοις η Ευρώπη παραμένει μέχρι σήμερον η μήτρα όλης της ιστορίας της γης. Και παραμένει, διότι όλοι οι λαοί, έστω και αν την φθονούν, κατά βάθος δεν θέλουν τίποτε άλλο παρά να γίνουν όπως οι ευρωπαϊκοί λαοί. Δεν επιδιώκουν τίποτε άλλο παρά να έχουν την ζωήν αυτήν την οποίαν έχουν οι Ευρωπαίοι. Όλοι ανεξαιρέτως, όλων των χρωμάτων και όλων των δογμάτων, – τούτο είναι κατάδηλον και από τα λεγόμενά των – δεν επιθυμούν τίποτε άλλο παρά να φθάσουν εις την στάθμην της ζωής των ευρωπαϊκών λαών. Μέσα εις αυτούς φυσικά είναι και οι υπερπόντιοι ευρωπαϊκοί λαοί, η Αμερική, ο Καναδάς κ.ο.κ. Παρά την καταστροφήν και παρά την απώλειαν της πέραν από τον πόντον ακτινοβολίας, η Ευρώπη έχει δυνάμεις βιολογικάς και πνευματικάς ανυπολογίστους, τεραστίας. Δεν το λέγω αυτό τώρα, όπου είναι εμφανής η αναδημιουργία της Ευρώπης, το είπα προ 15 ετών και το έγραψα εις μίαν σειράν άρθρων, όταν η Ευρώπη ήτο κάτω από τα ερείπια του πολέμου. Έχει τεραστίαν ζωτικότητα η Ευρώπη. Και αρνητική, δυστυχώς, απόδειξις της ζωτικότητος είναι οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι.
Ο σχηματισμός του όγκου της κομμουνιστικής δυνάμεως από το ένα μέρος και η απίστευτος ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών από το άλλον, ηνάγκασε την Ευρώπην, μετά τον πόλεμον, να αρχίση να σκέπτεται διά την ένωσίν της. Χωρίς αυτήν την διπλήν πίεσιν, πίεσιν αρνητικήν – από Ανατολάς – και θετικήν – από Δυσμάς – δεν θα εσκέπτετο η Ευρώπη ποτέ να ενωθή. Κήρυκες διά την ένωσιν υπήρξαν πολλοί. Επί κεφαλής όλων, με επίγνωσιν του βάθους των δυσκολιών, όπως είπα εξ αρχής, ήτο ο Νίτσε, ο οποίος είδε όλας τας αδυναμίας, όλας τας ασθενείας της Ευρώπης και προείδε την εσωτερικήν της κατάρρευσιν.
Όμως η ένωσις αυτή έχει – ή τουλάχιστον πρέπει να έχη κατά την γνώμην μου – όλως διαφορετικόν χαρακτήρα από τας άλλας ενώσεις. Ούτε η Σοβιετική Ένωσις, ούτε η Ένωσις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής είναι δυνατόν ν’ αποτελέσουν υπόδειγμα διά την ένωσιν της Ευρώπης. Και εις την Αμερικήν και εις την Ρωσσίαν, παρά τας διαφοράς, το ιδανικόν είναι η τυποποίησις, η εξομοίωσις όλων προς όλους, η μονοτυπία θα έλεγα.
Η ποικιλία του πνεύματος όμως είναι η δύναμις της Ευρώπης. Η εξομοίωσις εδώ δεν θα ήτο λύσις του προβλήματος, διότι η εξομοίωσις θα ωδήγει εις την επιπέδωσιν του ευρωπαϊκού πνεύματος. Όταν όμως η Ευρώπη επιπεδώση το πνεύμα της, όταν εξομοιωθούν όλοι με όλους, τότε βεβαίως θα κινδυνεύση ασφαλώς να χάση την υπόστασίν της. Και τούτο σημαίνει θα κινδυνεύση ν’ απορροφηθή αυτομάτως από την Ασίαν. Ο μέγας κίνδυνος διά την Ευρώπην είναι λοιπόν η ομοιομορφία τυχόν της ζωής της. Συνεπώς καλός Ευρωπαίος είναι εκείνος, ο οποίος αναγνωρίζει την διαφοράν των ευρωπαϊκών λαών, εργάζεται όμως διά τα κοινά συμφέροντά των.
Υπάρχει όμως μέσα εις την ποικιλίαν αυτήν των λαών και εις την διαφοράν κάτι βαθύτατα κοινόν, εκτός του κοινού συμφέροντος, υπάρχει ο ελεύθερος άνθρωπος, ο οποίος αναδύεται από τους κόλπους του καθενός λαού. Αυτός είναι ο δημιουργός του πνεύματος του λαού, είτε είναι καλλιτέχνης, είτε επιστήμων, είτε πολιτικός, είτε φιλόσοφος. Αυτός αναγνωρίζει την συγγένειαν, την οποίαν έχουν προς αυτόν τα πνεύματα των άλλων ευρωπαϊκών λαών. Τοιουτοτρόπως, από την διαφοράν και την ποικιλίαν, ακόμη όμως και από την αντίθεσιν, δημιουργείται η σύνθεσις, η αρμονία των πνευμάτων. Δεν πρέπει ποτέ να λησμονώμεν ότι η διαμόρφωσις των ευρωπαϊκών λαών έγινε ακριβώς με την πάλην αναμεταξύ των, έγινε με τον συνεχή αγώνα, τον οποίον οι λαοί αυτοί ήνοιγαν μεταξύ των. Ούτε η πνευματική του ζωή, ούτε η πολιτική του ζωή, ούτε η οικονομική του ζωή νοείται δίχως την ζωήν των άλλων. Οι Ευρωπαϊκοί λαοί έχουν ο καθείς των χωριστήν προσωπικότητα, ηθικήν και πνευματικήν, και έχουν σχηματισθή με αγώνας ο ένας εναντίον του άλλου. Κάποτε ήτο η Ευρώπη ηνωμένη, εις τον Μεσαίωνα, και υπήρχε και μία γλώσσα, η λατινική. Όμως κάθε λαός έχει την γλώσσαν του, και όχι απλώς την γλώσσαν του, αλλά κάθε λαός έχει εις την γλώσσαν αποθησαυρίσει ένα τεράστιον θησαυρόν πνεύματος. Κάθε λαός έχει ένα όργανον, όπως είναι η γλώσσα, με το οποίον μάχεται και με το οποίον επιζή. Διά να κατανοήση κανείς την σημερινήν πραγματικότητα της Ευρώπης, αλλά και γενικώς του κόσμου πρέπει να έχη εις τον νουν του σταθερώς ότι η Ιστορία εργάζεται πάντοτε με λαούς. Αυτή είναι η μόνη μέθοδος, την οποία ευρήκε η Ιστορία μέχρι τούδε, και με την οποίαν εργάζεται. Με λαούς πάντοτε ειργάσθη και με λαούς εργάζεται τώρα. …»

Πηγή: Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου, «Ευρώπη και Σοσιαλισμός», β΄ έκδοση, Αθήνα 1982 https://kalyteresmeres.wordpress.com/

Γιατί να μελετήσεις το έργο των 3 Ιεραρχών;

Η 30η Ιανουαρίου έχει καθιερωθεί ως η μέρα εορτασμού των τριών Ιεραρχών, προστατών της παιδείας, των λειτουργών και συλλειτουργών αυτής, των διδασκόντων και των διδασκομένων. Και οι τρεις ανεξαιρέτως υπήρξαν άνθρωποι με βαθιά μόρφωση και πολυεπίπεδη, με σπουδές τόσο ανθρωπιστικές, όσο και θετικές που επικέντρωσαν τη φιλοσοφία τους και τον τρόπο ζωής τους στον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Η γλώσσα τους πάντοτε ελεγκτική και δίκαιη και συνάμα μέλιτος πλήρης, αφού ουδεμία υστεροβουλία υπέβοσκε στα κίνητρα τους. Πέραν όμως του ρόλου τους ως λειτουργοί της θρησκείας, υπήρξαν άνθρωποι του πνεύματος, οι απόψεις των οποίων αξίζει να μελετηθούν. Εμείς επιχείρησαμε εν συντομία να παρουσιάσουμε την οπτική τους πάνω σε ζήτημα που ταλανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο και να σας αποδείξουμε ότι ένα έργο πολυδιάστατο σαν το δικό τους πρέπει να εξευρενηθεί από τον πραγματικό αναζητητή της αλήθειας.

Η συνεισφορά τους προφανώς ξεκινά από τη θεολογική με φιλοσοφικές προεκτάσεις προσέγγισή τους. Ο Αριστοτέλης στο έργο του “Περί Ψυχής” περιγράφει τα δύο στάδια της ανθρώπινης διανόησης και στο πρώτο, σε εκείνο που κυριαρχούν τα φυσικά πάθη δίνει το όνομα “αίσθησις”, ενώ το μετέπειτα, όπου επικρατεί έναντι των πάθων και του αλόγου μέρους της ψυχής ο ορθός λόγος, δηλαδή η λογική” το ονομάζει” νόησις”. Οι 3 Ιεράρχες, έχοντας μελετήσει τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και εντρυφήσει σε αυτούς προσθέτουν το στάδιο που επεκτείνεται πέραν του εξορθολογισμού και αγγίζει τα όρια του υπέρλογου, αυτό της πίστης. Μέσω αυτής της “επανάστασης της διανόησης” συντελείται η πεμπτουσία της επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό. Και το στάδιο αυτό δεν είναι το παράλογο, όπως αφοριστικά θα έλεγε κάποιος, αλλά το υπερβατικό που δεν συναντάμε στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Η διαδικασία αυτή ξεκινά με την ταπείνωση του ανθρώπου, όχι εκείνη την ταπείνωση που τον καθιστά ανίσχυρο πιόνι στη σκακιέρα του ισχυρού και τιμωρού Θεού και άθυρμα της βούλησης του, αλλά την ταπεινότητα που προκύπτει πηγαία από την αυτογνωσία, από την αίσθηση που του δημιουργείται ότι δεν μπορεί να κυβερνά και να ελέγχει τα πάντα εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Οι 3 Ιεράρχες δεν πίστευαν στην αποθέωση του ανθρώπου, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν επικίνδυνο για την ισορροπία του κόσμου. Ήδη τέτοιες απόπειρες θεοποίησης έχουν κοστίσει στην ανθρωπότητα χιλιάδες απώλειες.. Αντιθέτως, πίστευαν στον εξανθρωπισμό του Θεού, που θα επιτυγχανόταν μέσα από την ελεύθερη και προσωπική προσπάθεια κάθε ανθρώπου που “πλάστηκε” κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση να ανακαλύψει την ουσία της ύπαρξης του.

Μη θέλεις να με πείσεις με τα λόγια, αλλά με τα έργα. Μισώ τη διδασκαλία που είναι αντίθετη με τον τρόπο ζωής.

-Γρηγόριος Θεολόγος

Προχωρώντας πέρα από αυτούς τους συλλογισμούς, οι πατέρες της Εκκλησίας εντόπισαν τις αιτίες της ηθικής κρίσης που εκδηλωνόταν στα χρόνια τους και συνεχίζεται να εκδηλώνεται στις μέρες μας. Όπως χαρακτηριστικά θα πει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τον άνθρωπο καταδυναστεύει η σαρκολατρεία και η υλιστική μανία. Επιδιώκοντας να δώσει νόημα στο εγώ του καταφεύγει στον εξουσιασμό των συνανθρώπων του είτε σαρκικά είτε υλικά. Είναι άμοιρος των πάθων του, έρμαιο των χρημάτων και των αγαθών που επιθυμεί πάση θυσία και με κάθε κόστος να αποκτήσει και να επαυξήσει. Έτσι, καταλήγει να εκμεταλλεύεται, να καταδυναστεύει τον πλησίον, να του επιβάλλεται και να τον περιχαρακώνει. Φυσικά και οι 3 Ιεράρχες δεν ήταν κατά του θεσμού της ιδιοκτησίας, ήταν όμως κατά της κατάχρησης της, του λεγόμενου ius abutendi που υπήρχε στο ρωμαϊκό δίκαιο, το οποίο και οι ίδιοι σπούδασαν. Για αυτό το λόγο, υποστήριζαν ότι υγιές ήταν το λελογισμένο και ότι εν τέλει καμία σημασία δεν έχει να συγκεντρωθεί ο πλούτος στα χέρια λίγων, όταν οι υπόλοιποι άνθρωποι βυθίζονται στην φτώχεια… Η αφθονία δεν είναι αυτοσκοπός και δε θα έπρεπε κατά τους ίδιους να είναι. Αν αυτός ο συλλογισμός γεννιόταν στο μυαλό των υπηρετών της υπερκατανάλωσης, όπως αποκαλεί τους εθισμένους στο “έχειν” και όχι στο “είναι” ο Έριχ Φρομ, ο κόσμος μας θα ήταν πολύ διαφορετικός..

Όσον αφορά και τον τομέα της εκπαίδευσης, τα λόγια τους είναι μεστά σοφίας. Το σημαντικό, λένε οι 3 πατέρες, δεν είναι μόνο η παροχή στείρων γνώσεων στους διδασκομένους, η παίδευση, αλλά η μόρφωση, η διαμόρφωση δηλαδή του χαρακτήρα τους, η ηθική και πνευματική διάπλασή τους, ώστε να μην καταλήξουν τεχνοκράτες, αλλά άνθρωποι που να συνδυάζουν την οξυδέρκεια και την πνευματική διαύγεια με το βάθος και την καθαρότητα του χαρακτήρα. Δυστυχώς, μάλλον προς την αντίθετη κατεύθυνση κινείται το εκπαιδευτικό σύστημα που εξοβελίζει την ανθρωπιστική εκπαίδευση και τη θυσιάζει στο βωμό της χρησιμοθηρείας.

Από την μνήμη των παρελθόντων και από την πείρα των παρόντων διδασκόμαστε για το μέλλον.

-Μέγας Βασίλειος

Μπορεί να ήταν άνθρωποι της διανόησης, αλλά οι 3 Ιεράρχες δεν υπήρξαν ποτέ μακριά από την κοινωνία. Πέραν του αδιαμφισβήτου φιλανθρωπικού έργου τους, για το οποίο πληροφορούμαστε από τις πηγές της εποχής, η πολιτική και κοινωνική διάσταση είναι εμφανής στη φιλοσοφία τους. Είναι εκείνοι που εισήγαγαν και υποστήριξαν βαθύτατα το κράτος πρόνοιας, ένα θεσμό που στη χώρα μας παραμελήθηκε όσο κανείς άλλος. Γιατί; Ίσως γιατί όταν ο άνθρωπος δεν μαθαίνει να αγαπά σωστά τον εαυτό του, προσκολλάται με έναν αρρωστημένο τρόπο στο εγώ του και ξέχνα το συνάνθρωπό του, παύει να αγωνίζεται για αυτόν και τις δικές του ανάγκες και έτσι το κράτος πρόνοιας εγκαταλείπεται και παραπέει.

Πλην όλων των παραπάνω, η πολιτική τους άποψη ήταν πάντοτε ακριβής και στις μέρες μας απόλυτα αναγκαίο να ακουστεί. Μέσα από επιστολές στον έπαρχό τους και από άλλα κείμενα τους βλέπουμε την άποψη τους για τη σχέση Εκκλησίας- Κράτους. Θεωρούν, λοιπόν, ότι οι δύο αυτοί θεσμοί είναι διακριτοί, αλλά όχι αδιαίρετοι, με την έννοια ότι ούτε η Εκκλησία δύναται να επεμβαίνει στα πολιτικά πράγματα πλέον του δέοντος, ούτε όμως το κράτος να καταργεί το Αυτοκέφαλο. Επομένως, ούτε η θεοκρατία ούτε ο κρατικισμός είναι αποδεκτά. Στον αντίποδα, μεταξύ των δύο δει να υπάρχει μια συναλληλία, το κράτος να λειτουργεί σαν το σώμα και η Εκκλησία σαν την ψυχή, το κράτος να λαμβάνει τον εκτελεστικό του ρόλο και η Εκκλησία τον πνευματικό σε όσους επιθυμούν να καταστούν κοινωνοί της.

Ως προς τα χρήματα επαινούμε εκείνους που δεν χρωστούν τίποτε, ενώ ως προς την αγάπη μακαρίζουμε αυτούς που διαρκώς οφείλουν.

-Ιωάννης Χρυσόστομος

Συνοπτικά θέλαμε να σας παρουσιάσουμε τα βασικά σημεία των σκέψεων Του Αγ. Ιωάννη Χρυσοστόμου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Μεγάλου Βασιλείου, των Φωστήρων της Τρισηλίου Θεότητος που ακούγονται επίκαιρα στην εποχή μας, όπως και σε κάθε εποχή. Ποιός μαθητής δεν θαυμάζει τις σπουδές του; Ποιός δάσκαλος το πνεύμα τους; Ποιός ηγέτης την παρρησία και την επαναστατικότητά τους που καμιά εξορία δεν κατάφερε να φυμώσει; Ας ρίξουμε μια φορά το τείχος μας γύρω από τον καταδίκη οτιδήποτε άπτεται στους κόλπους της Εκκλησίας και ας αναγνωρίσουμε πως οι 3 Ιεράρχες ήταν αληθινοί καθοδηγητές στη φώτιση.

Φόβος: Η Άλλη Πλευρά της Αγάπης

Ο φόβος είναι η άλλη πλευρά της αγάπης. Εάν είσαι ερωτευμένος, ο φόβος εμφανίζεται- τεράστιος φόβος. Μόνο οι εραστές είναι ατρόμητοι. Μόνο σε μια στιγμή βαθιάς αγάπης δεν υπάρχει φόβος. Σε μια στιγμή βαθιάς αγάπης, η ύπαρξη γίνεται ένα σπιτικό, εν είσαι ένας ξένος, δεν είσαι ένας άγνωστος, είσαι αποδεκτός. Έστω και από ένα ανθρώπινο πλάσμα να είσαι αποδεκτός, κάτι βαθιά μέσα σου ανοίγει- η εσωτερική ύπαρξη είναι σαν ένα λουλούδι που ανθίζει. Είσαι αποδεκτός από κάποιον, είσαι πολύτιμος, δεν είσαι ασήμαντος, έχεις μια σημασία, ένα νόημα.

Αν στη ζωή σου δεν υπάρχει αγάπη, τότε θα είσαι φοβισμένος. Τότε θα υπάρχει φόβος παντού, επειδή παντού υπάρχουν εχθροί, όχι φίλοι, και ολόκληρη η ύπαρξη φαίνεται να είναι ξένη, μοιάζεις τυχαίος, όχι ριζωμένος, όχι στο σπίτι σου. Ένα και μόνο ανθρώπινο πλάσμα μπορεί να σου δώσει βαθιά αίσθηση σπιτικού μέσα από την αγάπη, πόσο μάλλον το να είσαι ερωτευμένος με το όλον- το σύνολο;

Επομένως ο φόβος είναι ουσιαστικά η απουσία της αγάπης. Κι αν ο φόβος είναι ένα πρόβλημα για εσένα, αυτό δείχνει ότι κοιτάζεις προς τη λάθος πλευρά. Η αγάπη θα έπρεπε να είναι το πρόβλημα, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αναζητήσεις την αγάπη. Εάν ο φόβος είναι το πρόβλημα, το πρόβλημα στην πραγματικότητα είναι ότι θα πρέπει να είσαι περισσότερο γεμάτος με αγάπη, ώστε να είναι κάποιος άλλος περισσότερο γεμάτος με αγάπη απέναντί σου. Θα πρέπει να είσαι περισσότεροι ανοιχτός στην αγάπη.

Αυτό όμως είναι το πρόβλημα: όταν φοβάσαι ,είσαι κλειστός. Αρχίζεις να νιώθεις τόσο φοβισμένος που σταματάς να κινείσαι προς κάθε άλλο ανθρώπινο πλάσμα. Θα ήθελες να είσαι μόνος. Όποτε υπάρχει κάποιος νιώθεις νευρικότητα, επειδή ο άλλος φαίνεται σαν εχθρός. Κι αν ο φόβος σου γίνει έμμονη ιδέα, είναι ένας φαύλος κύκλος. Η απουσία της αγάπης δημιουργεί φόβο μέσα σου, και τώρα, λόγω του φόβου, κλείνεσαι. Γίνεσαι σαν ένα κλειστό κελί χωρίς παράθυρα, επειδή φοβάσαι οποιονδήποτε μπορεί να μπει μέσα από τα παράθυρα- παντού τριγύρω υπάρχουν εχθροί. Φοβάσαι να ανοίξεις την πόρτα επειδή όταν ανοίξεις την πόρτα τα πάντα είναι πιθανά. Έτσι, ακόμα και όταν η αγάπη χτυπά την πόρτα σου, δεν την εμπιστεύεσαι.

Θυμήσου η αγάπη είναι το πρόβλημα, ποτέ ο φόβος. Κοιτάζεις τη λάθος πλευρά. Και μπορείς να κοιτάζεις τη λάθος πλευρά για πολλές ζωές και δε θα καταφέρνεις να λύσεις τίποτα. Πάντα να θυμάσαι η απουσία δε θα πρέπει να γίνεται πρόβλημα, επειδή τότε κάτι μπορεί να γίνει και κάτι μπορεί να λυθεί.

(…)

Αν ο φόβος κάνει αισθητή την παρουσία του, τότε το πρόβλημα είναι η αγάπη. Γίνε περισσότερο γεμάτος αγάπη. Κάνε μερικά βήματα προς τον άλλον… επειδή όλοι είναι μέσα στον φόβο, όχι μόνο εσύ. Περιμένεις κάποιον να έρθει σε σένα και να σε αγαπήσει- μπορεί ν περιμένεις για πάντα, επειδή ο άλλος φοβάται εξίσου. Και ο ι άνθρωποι που φοβούνται, ένα πράγμα φοβούνται απόλυτα: να απορριφθούν.

(…)

Μη φοβάσαι να κάνεις λάθη, γιατί αν φοβάσαι να κάνεις λάθη δε θα κινηθείς καθόλου και θα χάσεις το όλον της ζωής. Είναι καλύτερο να σφάλεις, παρά να μην κάνεις τίποτα. Είναι καλύτερο να απορριφθείς από το να παραμένεις απλώς με τον εαυτό σου, φοβισμένος και χωρίς να παίρνεις καμιά πρωτοβουλία. Η απόρριψη φανερώνει την πιθανότητα της αποδοχής: είναι η άλλη πλευρά της αποδοχής. Εάν κάποιος απορρίπτει, κάποιος άλλος θα αποδεχτεί. Πρέπει κάποιος να κινείται συνεχώς για να βρει το κατάλληλο άτομο. Όταν τα σωστά άτομα συναντιούνται κάτι κάνει κλικ. Είναι φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο, ταιριάζουν. Όχι ότι δε θα υπάρξουν διαφωνίες , όχι ότι δε θα υπάρξουν στιγμές θυμού και τσακωμών, όχι. Εάν ξ αγάπη είναι ζωντανή, θα υπάρχει και η διαφωνία. Μερικές φορές θα υπάρχουν και στιγμές θυμού. Αυτό απλώς δείχνει ότι η αγάπη είναι ένα ζωντανό φαινόμενο. Μερικές φορές, υπάρχει λύπη… επειδή οπουδήποτε υπάρχει ευτυχία είναι σίγουρο πως θα υπάρχει και λύπη.

Μην φοβάσαι την αγάπη. Μόνο ένα πράγμα υπάρχει που πρέπει κάποιος να φοβάται και αυτό είναι ο φόβος.

Πηγή: Φόβος, Osho, εκδόσεις ΕΣΟΠΤΡΟΝ