“Μια κρυφή ζωή”, το αριστούργημα του Τέρενς Μάλικ

Ο Τέρενς Μάλικ επιστρέφει ξανά στα χαρακώματα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, δυο δεκαετίες μετά την αριστουργηματική «Λεπτή Κόκκινη Γραμμή», για να αφηγηθεί την πραγματική ιστορία του Αυστριακού Φραντς Γιεγκερστέτερ, ενός αντιρρησία συνείδησης που αρνήθηκε να καταταχθεί στον στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου και θανατώθηκε στα 36 του γι’ αυτή την απόφαση.

Με χαρακτηριστική αφηγηματική δεινότητα, που ανακαλύπτει την ομορφιά ακόμα και στις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας, το «Μία Κρυφή Ζωή» του Τέρενς Μάλικ έκανε πρεμιέρα στο Επίσημο Διαγωνιστικό τμήμα του 72ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές.

Σύνοψη

Ο Φραντς Γιεγκερστέτερ (Όγκαστ Ντιλ), ένας Αυστριακός αντιρρησίας συνείδησης, αρνείται να αγωνιστεί για τους Ναζί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εκτελείται από αυτούς το 1943. Μπαίνοντας στο σπίτι του Γιεγκερστέτερ στην ύπαιθρο της Αυστρίας, η ταινία ακολουθεί τον αγωνιστικό βίο του Φραντς και της συζύγου του, Φάνι (Βάλερι Πάχνερ). Με αφετηρία τα πραγματικά γράμματα που αντάλλασσαν κατά τον πόλεμο, η ταινία απεικονίζει πώς το ζευγάρι ήρθε σε σύγκρουση με τα μέλη της κλειστής κοινωνίας τους, την εκκλησία, την κυβέρνηση, ακόμη και τους φίλους τους — και πώς όλα αυτά τους οδήγησαν σε μια τραγική επιλογή. Η επιστροφή του πολυβραβευμένου σκηνοθέτη Τέρενς Μάλικ σε μία απίστευτης ομορφιάς δραματική ταινία και με τον Μπρούνο Γκαντς σε μία από τις τελευταίες του εμφανίσεις στην μεγάλη οθόνη.

Η αληθινή ιστορία

Η ταινία «Μία Κρυφή Ζωή» είναι η 10η μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη Τέρενς Μάλικ («Λεπτή Κόκκινη Γραμμή», «Άγνωστος Κόσμος», «Το Δέντρο της Ζωής», «Μέχρι το Θαύμα»). Η ταινία βασίζεται στη ζωή του Φραντς Γιεγκερστέτερ, ενός Αυστριακού αγρότη που αρνήθηκε να ορκιστεί πίστη και αφοσίωση στον Χίτλερ. Τον Αύγουστο του 1943, εκτελέστηκε για αυτή του την αντίσταση σε ένα γκαράζ στις φυλακές του Βρανδεμβούργου στο Βερολίνο. Η ταινία εστιάζει στην ανταλλαγή γραμμάτων με τη γυναίκα του Φραντσίσκα (ή Φάνι). Η ιστορία δεν ήταν πολύ γνωστή εκτός της περιοχής της Αγ. Ραδεγούνδης, και ίσως δεν θα μαθαίνονταν ποτέ, αν δεν έκανε έρευνα ο Αμερικανός Γκόρντον Ζαν στη δεκαετία του ’70 ανακαλύπτοντας το χωριό.

Η οικογένεια των Γιεγκερστέτερ ζούσε στην Αγ. Ραδεγούνδη, ένα μικρό χωριό των 500 κατοίκων στη βόρεια Αυστρία, κοντά στο Σάλτσμπουργκ και τα γερμανικά σύνορα – στην ίδια επαρχία που γεννήθηκε ο Χίτλερ και πέρασε τα πρώτα χρόνια της νιότης του.  Τα γυρίσματα ξεκίνησαν στη βορειότερη επαρχία της Ιταλίας, το Μπολζάνο. Ακολούθησε η Αυστρία και γύρισμα στην Αγ. Ραδεγούνδη. Οι σκηνές της φυλακής πραγματοποιήθηκαν στη Γερμανία τις τελευταίες μέρες της παραγωγής.

Ο υπεύθυνος καλλιτεχνικής διεύθυνσης Στιβ Σάμερσγκιλ («Άδωξοι Μπάσταρδη», «Ξενοδοχείο Grand Budapest») ισχυρίζεται ότι οι τοποθεσίες επιλέχθηκαν με απόλυτη προσοχή και λεπτομέρεια για το περιεχόμενο, την αυθεντικότητα και την αισθητική τους. «Το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι ότι μάθαμε πως τα επίπεδα του φυσικού φωτός ήταν καθοριστικά στο αν μια τοποθεσία μπορεί ή όχι να λειτουργήσει σωστά για την ταινία», λέει ο ίδιος. Σκηνές της ταινίας γυρίστηκαν σε εκκλησίες και καθεδρικούς ναούς, σε φάρμες, σε περιβόλια γεμάτα από φρούτα, σε βουνά και σε αγροτικά μονοπάτια. «Το φυσικό περιβάλλον αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του έργου και αυτές οι τοποθεσίες όντως στάθηκαν ως θεμέλια για εμάς», προσθέτει ο Σάμερσγκιλ. 

Ο υπεύθυνος σχεδιασμού παραγωγής Σεμπάστιαν Κράβινκελ («Ο Νο1 Καταζητούμενος», «V For Vendetta») πραγματοποίησε έρευνα γύρω από τον Φραντς Γιεγκερστέτερ και τα σημαντικά μέρη στη ζωή του ανατρέχοντας σε προσωπικά γράμματα και αρχειακό υλικό. «Πήγαμε να ψάξουμε και να δούμε μερικές τοποθεσίες μαζί με τον Τέρενς για ένα χρόνο νωρίτερα ώστε να ξέρουμε πως δείχνουν σε κάθε εποχή. Για σχεδόν ένα χρόνο είχα συζητήσεις μαζί του για να μου πει ποια sets χρειάζεται και ποιες τοποθεσίες προτιμά», λέει ο Κράβινκελ. 

Η ομάδα της παραγωγής ήταν έτοιμη από την άνοιξη και το καλοκαίρι ξεκίνησαν τα γυρίσματα. Τη διεύθυνση φωτογραφίας ανέλαβε ο στενός συνεργάτης του Μάλικ, ο Γιοργκ Βίντμερ («Η Ένατη Πύλη», «Η Δασκάλα του Πιάνου»). 

Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στο ιστορικό πλαίσιο των γεγονότων της ταινίας. Η παραγωγή απέφυγε να κινηματογραφήσει μοντέρνα κτήρια και διάφορα σημάδια σύγχρονου πολιτισμού ώστε να μείνει πιστή στην απεικόνιση της εποχής. «Ήμασταν πολύ τυχεροί που μπορέσαμε να έχουμε πλάνα από το εσωτερικό ενός μύλου, από το μαγαζί ενός σιδηρουργού, από μερικές πραγματικές φυλακές και από ένα ιστορικό δικαστήριο», λέει ο Κράβινκελ. Για εσωτερικά και εξωτερικά πλάνα, η παραγωγή επισκέφτηκε τις φυλακές Hoheneck και Tegel. Ακόμα, μερικές σκηνές έγιναν σε μια φάρμα ενός φίλου και γείτονα του Γιεγκερστέτερ.   Στο σαλόνι στο σπίτι των Γιεγκερστέτερ το ρολόι τοίχου είναι αυτό που άκουγε η Φάνι τη στιγμή της εκτέλεσης του Φραντς, το απόγευμα της 9ης Αυγούστου 1943. 

Σήμερα, τα χωράφια στη γύρω περιοχή της Αγ. Ραδεγούνδης είναι γεμάτα από καλαμπόκι και πια υπάρχουν αρκετά σύγχρονα σπίτια. Αποτέλεσμα αυτού, η παραγωγή χρειάστηκε να ανέβει ψηλότερα στο βουνό.

Οι πρωταγωνιστές

Ο πρωταγωνιστής Όγκαστ Ντιλ («Όταν ο Μαρξ συνάντησε τον Έγκελς», «Salt») λέει για την εμπειρία του από την ταινία: «Θυμάμαι την πρώτη φορά που διάβασα το σενάριο πως είχα συζητήσει πολύ με τον Τέρενς. Είχε περιέργεια να μάθει για μένα. Μετά, πιάσαμε κουβέντα για τη ζωή και πώς βλέπουμε τα πράγματα. Μεγάλωσα σε μια φάρμα στη Γαλλία όπου δεν είχαμε ηλεκτρικό ρεύμα. Ο Τέρενς ήθελε να μάθει την εμπειρία μου από αυτό». Ο Ντιλ προσθέτει, επίσης, πως αντιμετώπισε τα γράμματα μεταξύ του Φραντς και της Φάνι σαν ένα ακόμα σενάριο πέρα από αυτό της ταινίας. 

Η πρωταγωνίστρια Βάλερι Πάχνερ («Στέφαν Τσβάιχ: Αποχαιρετισμός στην Ευρώπη», «All my Loving») μίλησε για πρώτη φορά με τον σκηνοθέτη στο τηλέφωνο. «Όταν με κάλεσε την πρώτη φορά, δεν ήταν καθόλου μια μικρή συζήτηση. Άρχισε να μου μιλάει για τον κόσμο και τη ζωή και τότε αμέσως συνειδητοποίησα ότι θέλω να δουλέψω μαζί του». Η Πάχνερ έχει μεγαλώσει στην Αυστρία και, έτσι, νιώθει μια οικειότητα με την ιστορία. Επιπλέον, ο Μάλικ της έδωσε ένα βιβλίο για τις γυναίκες στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο που δούλευαν στις φάρμες τη στιγμή που οι άντρες τους πολεμούσαν στο μέτωπο.

Ο Ντιλ χαρακτηρίζει ως «ιδιαίτερη» τη συνεργασία του με την Πάχνερ. «Ήμασταν πολύ αφοσιωμένοι στου ρόλους μας διότι η ιστορία αυτή έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την εμπιστοσύνη», λέει ο Ντιλ. «Πρέπει να εμπιστεύεσαι κάποιον πολύ για να καταφέρνεις να κάνεις αυτή την ταινία, απαιτεί να πάρεις ρίσκα. Πιστεύω πως και από την αρχή η Βάλερι ήταν πρόθυμη να πάρει ρίσκα και να κάνει ό,τι εγώ». Η Πάχνερ από τη μεριά της βλέπει αυτή τη συνεργασία ως μια «πολύ δυνατή εμπειρία». Η ίδια λέει: «Τις πρώτες πέντε ή έξι εβδομάδες ήμασταν διαρκώς μαζί και δουλεύαμε ασταμάτητα». 

One thought on ““Μια κρυφή ζωή”, το αριστούργημα του Τέρενς Μάλικ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *