The English Game και η γέννηση του επαγγελματικού ποδοσφαίρου

Ίσως το γεγονός ότι η σειρά περιστρέφεται γύρω από ένα άθλημα που αν και τόσο αγαπητό από την πλειονότητα του κόσμου, διαθέτει ταυτόχρονα και φανατικούς πολεμίους, να αποθάρρυνε μερικούς να την παρακολουθήσουν. Όσο διστάζουν οι φίλοι του ποδοσφαίρου να αφιερωθούν σε μια ιστορική ανασκόπησή του στον μακρινό 19ο αιώνα, άλλο τόσο οι μη υποστηρικτές του κουράζονται να χαραμίσουν ένα ταξίδι στο χρόνο για να πληροφορηθούν πως γεννήθηκε ένα άθλημα που παρά την αναγνωρισμένη αξία του σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει κατηγορηθεί για πολλά κακώς κείμενα. Ωστόσο, και οι δυο αυτές πλευρές μπορούν να ρίξουν νερό στο κρασί τους, όταν πρόκειται για μια, αρκετά πιστή, μεταφορά στην μικρή οθόνη μιας συναρπαστικής ιστορίας που αναδεικνύει τις συνθήκες μιας εποχής μακριά μεν από τη δική μας, με ανθρώπους, όμως που μοιράζονταν παρόμοιες ανάγκες και αξίες.

Το έργο μας μεταφέρει στο Ηνωμένο Βασίλειο περί τα τέλη του 19ου αιώνα. Το ποδόσφαιρο δεν ήταν κάτι άγνωστο σε εκείνο το σημείο. Το άθλημα είχε πάρει σάρκα και οστά, είχαν οριστεί οι κυριότεροι εκ των κανόνων του, ενώ είχε κιόλας από το 1871 ξεκινήσει η διοργάνωση του FA Cup, της πρώτης διασυλλογικής διοργάνωσης στην ιστορία, στην οποία συμμετείχαν 100 ομάδες. Εξ αυτών, μέχρι το 1884 νικήτριες ήταν οι ομάδες που προέρχονταν από την αστική τάξη. Οι ομάδες αυτές, πλην του γεγονότος ότι λόγω της κοινωνικής θέσης και το εισοδήματός τους διέθεταν περισσότερους πόρους και χρόνο για να αφιερώσουν στην προπόνηση, κατείχαν καίριες θέσεις στις αθλητικές επιτροπές της εποχής εκείνης. Ήταν, με λίγα λόγια, εκείνοι που όριζαν τόσο τους κανόνες της αγοράς όσο και τους κανόνες του ποδοσφαίρου. Το τελευταίο ήταν για αυτούς μια απόλαυση που τους συνέδεε με τα κολεγιακά τους χρόνια, όχι ένα άθλημα για τις κατώτερες τάξεις. Υιοθετούσαν μια ελιτιστική προσέγγιση και κατέκριναν τα ταπεινά ένστικτα της μάζας, την τυφλή και παρωπιδική προσήλωσή τους στο ποδόσφαιρο, πόσο μάλλον το γεγονός ότι κάποιες φορές λάμβαναν αμοιβή για να παίζουν.

Από την άλλη πλευρά, στέκονταν νέες ομάδες που προέβαλαν από εργοστάσια, βιοτεχνίες και νηματουργεία, στις οποίες συμμετείχαν ως επί το πλείστον αφιλοκερδώς οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις αυτές. Και εδώ ξεκινά η ιστορία μας, πίσω από λίγο βαμβάκι και την ευφυή ιδέα ενός αφεντικού νηματουργείου στο Ντάργουεν να φέρει δυο εργάτες- παίκτες από την Γλασκώβη να δουλέψουν για αυτόν και να παίξουν ποδόσφαιρο στην ομάδα της επιχείρησής του. Οι παίκτες αυτή που έμελε να μείνουν χαραγμένοι στις σελίδες του ποδοσφαίρου ήταν ο Φέργκους Σκούτερ και ο Τζέιμι Λοβ. Αυτοί και η ομάδα τους καλούνται να συναγωνιστούν τους έμπειρους και πλούσιους Ολντ Ετόνιανς. Από εκεί και έπειτα, η σειρά αποτυπώνει με τον ευαγέστερο τρόπο την Αγγλία της ύστερης Βικτωριανής περιόδου που πάλλεται, την κοινωνική ανισότητα Βορρά και Νότου, τις εργατικές κινητοποιήσεις. Συγχρόνως όμως, τρυπώνουν και οι ιστορίες ζωής των ηρώων. Μια από αυτές είναι και εκείνη του Άρθουρ Κίνερντ, ποδοσφαιριστή στους Ολντ Ετόνιανς, γιο τραπεζίτη και πρωτοπόρο του αθλήματος, ο οποίος αποτέλεσε τον μακροβιότερο Πρόεδρο στην ιστορία της Αγγλικής Ομοσπονδίας.

Μια κοινωνία σε παρακμή που συνεχίζει όμως να ελπίσει, η αντιπαράθεση μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων, οι σχέσεις των δύο φύλων, η θέση της γυναίκας, η σημασία του ποδοσφαίρου στη ζωή των απλών ανθρώπων, είναι η κύρια θεματική ενός σήριαλ που μιλά πολύ πέρα από το ποδόσφαιρο, που μας μεταδίδει υπό τον ήχο της σφυρίχτρας τον σφυγμό μιας ολόκληρης εποχής και μιας Αγγλίας που σταδιακά μεταβαλλόταν, εισερχόμενη στον 20ο αιώνα. Τα προσωπικά δράματα τον πρωταγωνιστών, οι αγωνίες που νιώθουν, οι ανησυχίες, η πίστη τους στην σωτηρία τους από την άθλια αυτή πραγματικότητα μέσω της πρόσκαιρης “νάρκωσης” που τους χάριζε η παρακολούθηση ενός αγώνα και η στιγμιαία αλλά βαθιά ικανοποίηση με τη δικαίωση της ομάδας τους δεν ανήκουν τόσο στο παρελθόν όσο θα θέλαμε να φανταζόμαστε, αλλά υφίστανται και θα συνεχίσουν να υπάρχουν.

Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές, με αυτή, κατά την γνώμη μας, του Φέργκους Σκούτερ, τον οποίο υποδύεται ο Κέβιν Γκούτρι, να ξεχωρίζει. Ο τρόπος με τον οποίο ο ηθοποιός απέδωσε την φλόγα και το πάθος του πρώτου επαγγελματία ποδοσφαιριστή στην ιστορία ήταν καθηλωτικός. Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει τα εύσημα που αποδίδονται στον σκηνοθέτη Τζούλιαν Φέλλοους που μάστερ στα έργα εποχής ήδη από τον Πύργο του Ντάουταουν, κατόρθωσε με αριστοτεχνικό τρόπο να μας μεταφέρει σε μια εποχή όπου οι παίκτες φορούσαν αλλόκοτες στολές, έπαιζαν τεράστιες δερμάτινες μπάλες, τέρματα με μόνο κάθετα δοκάρια και μια κλωστή, πολύ ψηλά, αντί για οριζόντια, έκαναν σκληρά μαρκαρίσματα και έδιναν τα πάντα για μια νίκη.

Παράλληλα, στην σειρά αναδεικνύονται και κάποια μελανά σημεία που από τότε αναδύθηκαν στο ποδόσφαιρο. Πέρα από την επιθετικότητα και την έλλειψη σεβασμού μεταξύ των παικτών, τον παραμερισμό των αξιών τους στο βωμό των μεγαλύτερων χρηματικών απολαβών και της μεταξύ τους ανταγωνιστικότητα, θίγει σε αδρές μεν γραμμές τον φανατισμό και τον χουλιγκανισμό. Τον αποδοκιμάζει, σαφώς, αλλά δείχνει πως τότε είχε ίσως ταξικές καταβολές, κάτι που στις μέρες μας, όχι μόνο δεν ισχύει, αλλά είναι και σαν σκέψη αποδοκιμαστέα.

Για όσους λοιπόν αγαπάτε το ποδόσφαιρο, για όσους τρελαίνεστε με την ιστορία και για όσους είστε λάτρεις των ταινιών εποχής, η συγκεκριμένη σειρά έχει πολλά να σας προσφέρει. Σε μόλις 6 επεισόδια θα σας ταξιδέψει στην Βικτωριανή Αγγλία, στα γήπεδα της εποχής αλλά και στην ζωή των ηρώων της με έναν τρόπο συναρπαστικό. Για όσους προλάβατε να την δείτε, παραθέτουμε την πραγματική ιστορία των ομάδων και των πρωταγωνιστών, απαλλαγμένη από τους καλλωπισμούς του έργου.

Το 1879, πράγματι, η Ντάργουεν έπαιξε την Ολντ Ετόνιανς «στα ίσα», όταν οι δύο ομάδες συναντήθηκαν στον τέταρτο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας. Αλλά, δεν κατάφερε να την αποκλείσει. Μάλιστα, εκείνη τη χρονιά ο Κινέρτ και οι συμπαίκτες του κατέκτησαν το τρόπαιο. Το πρώτο ματς έληξε ισόπαλο 5-5, αν και οι εργάτες είχαν βρεθεί να χάνουν με 5-1. Οι Ολντ Ετόνιανς αρνήθηκαν να παίξουν παράταση, και ο επαναληπτικός έπρεπε να διεξαχθεί στο γήπεδο της Ντάργουεν. Εκείνη, όμως, δέχτηκε να ταξιδέψει ξανά στο Λονδίνο, με αντάλλαγμα 25 λίρες. Ούτε το δεύτερο παιχνίδι έβγαλε νικητή (2-2). Και στο τρίτο, πάλι στην έδρα της Ολντ Ετόνιανς, ηττήθηκε με 1-0. Η Ολντ Ετόνιανς, όντως, έχασε το Κύπελλο του 1883. Αλλά, όχι από την Ντάργουεν. Από την Ολίμπικ του Μπλάκμπερν (2-1). Αυτή ήταν η πρώτη ομάδα της εργατικής τάξης που κατέκτησε τον τίτλο, και δεν είχε τον Σούτερ στη σύνθεσή της. Ο Σκωτσέζος αποχώρησε από την Ντάργουεν το 1880, όμως πήγε στη Ρόβερς (του Μπλάκμπερν), όχι στην Ολίμπικ. Η Ρόβερς αναμετρήθηκε με τους Ολντ Ετόνιανς σε τελικό (1882), με τον Σούτερ στην ενδεκάδα, όμως δεν νίκησε. Ηττήθηκε από τους αριστοκράτες με 1-0. Ο Σούτερ ευτύχησε, τελικώς, να σηκώσει το Κύπελλο (τρεις φορές, μάλιστα), αλλά ποτέ εναντίον των Ολντ Ετόνιανς. Οταν ο Σούτερ πήγε στην Ντάργουεν, δεν πήρε μαζί του τον Λαβ. Τον βρήκε εκεί. Κι όταν έφυγε (1880), δεν το έκανε επειδή η Ρόβερς του προσέφερε περισσότερα χρήματα. Είχε αφήσει έγκυο μια γυναίκα και, λίγο πριν από τη γέννηση του παιδιού, εξαφανίστηκε από την πόλη για να γλιτώσει το σκάνδαλο. Ολοκλήρωσε την καριέρα του το 1888 (στα 28), κι άνοιξε παμπ στο Μπλάκμπερν. Ο Λαβ (ήταν εξαιρετικός σκόρερ) δεν ακολούθησε τον Σούτερ στο Μπλάκμπερν. Κατετάγη στο Βασιλικό Ναυτικό και πέθανε, πολύ νέος, από ξαφνική ασθένεια στην Αίγυπτο. Ο Κινέρτ, ο αρχηγός των Ολντ Ετόνιανς, ήταν… «τσεκούρι» από τα λίγα. Κι ας τον έλεγαν «Λόρδο». Υπήρξε ρέκορντμαν συμμετοχών σε τελικό Κυπέλλου Αγγλίας. Οταν αποσύρθηκε από τη δράση, έγινε πρόεδρος της αγγλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας. Κατείχε τη θέση αυτή επί 33 χρόνια (1890-1923). Πέθανε τη χρονιά που εγκαινιάστηκε το «Ουέμπλεϊ».

Πηγή: Protagon.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.