«Η κυρία Κούλα» και η διάψευση του μικροαστικού μύθου από τον Μένη Κουμανταρέα

Ο Μένης Κουμανταρέας έγραψε την Κυρία Κούλα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 (το 1978). Το πιο μικρό σε λέξεις βιβλίο του, αγαπήθηκε πολύ από το κοινό και είχε μεγάλη απήχηση.

Ο συγγραφέας επεξεργάζεται τα δικά του προσωπικά συναισθήματα στις συχνές, εκείνη την περίοδο, διαδρομές του με τον Ηλεκτρικό, έτσι, η νουβέλα αυτή κρύβει μέσα της πολλά προσωπικά του βιώματα, «Η κυρία Κούλα είμαι εγώ», θα πει σε κάποια συνέντευξή του, στον απόηχο του Φλωμπέρ και του Τσίρκα.

Kαταγράφει με μοναδικό τρόπο την περιπέτεια του έρωτα ανάμεσα σε δύο πρόσωπα κοινωνικά και ηλικιακά αταίριαστα, που όμως τολμούν να σπάσουν τα κοινωνικά πρότυπα και να διεκδικήσουν ένα χώρο για το όνειρο μέσα στους ρυθμούς της επανάληψης που έχει η καθημερινότητα: διαδρομές, στάσεις, αναχωρήσεις, ο δημόσιος κι ο αυστηρά ιδιωτικός χώρος, συγκρούσεις και συμφιλιώσεις είναι το σκηνικό μέσα στο οποίο ο Κουμανταρέας «σκηνοθετεί» με λεπτότητα και ευαισθησία αυτή την αναπάντεχη συνάντηση της Κούλας και του Μίμη, ήρωες του καιρού τους, αναμφίβολα, αλλά και παντός καιρού.

Το μυστήριο του έρωτα, ο φόβος του γήρατος και του θανάτου, η απόπειρα να μην «είναι η μοναξιά η μόνη φυσική κατάσταση του ανθρώπου», όπως θα υποστηρίξει αργότερα ο συγγραφέας, μέσα σε μια ατμόσφαιρα ρεαλισμού και μελαγχολίας.

Η σχέση της κυρίας Κούλας και του Μίμη είναι ένα στερεότυπο της εποχής μας: αυτή ώριμη, με οικογένεια και στρωμένη δουλειά, αυτός νεαρός σπουδαστής με μεγάλα ΘΑ για το μέλλον. Συνδέονται υπογείως. Ηλεκτρικός, κουτούκια, γκαρσονιέρες. Κάνει ο καθένας το δικό του ταξίδι. Θα σώσουν ο ένας τον άλλον; Μπορούν να αγγίξουν την πραγματικότητα ενός εαυτού που ξεχάστηκε, που δε ρωτήθηκε για μοιραίες επιλογές; Γεμίζει το κενό με έρωτα ή θέλει μακαρόνια με κιμά; Είναι ο έρωτας επανάσταση ή μια παιδική αρρώστια που πρέπει να γιατρευτεί.

Εξ’ άλλου τι είναι η ζωή αν όχι μια απλή διαδρομή στο άπειρο του χρόνου;

Η κυρία Κούλα είναι μια ώριμη παντρεμένη γυναίκα, που έχει χρόνια να πλαγιάσει με τον άντρα της. Απλά ζούνε μαζί την βολεμένη και άνετη κατά τα άλλα ζωή τους, στην όμορφη μονοκατοικία τους στην Κηφισιά.

Είναι μητέρα δυο έφηβων κοριτσιών και καθημερινά μετακινείται με τον Ηλεκτρικό, για να πάει στην εφορία όπου εργάζεται. Στην επιστροφή επιβιβάζεται στο συρμό στο Μοναστηράκι, όπου ανελλιπώς συνταξιδεύει με έναν νεαρό φοιτητή που κατεβαίνει στη Νέα Ιωνία. Η σταθερή εικοσάλεπτη μετακίνησή τους δημιουργεί με τον καιρό μιαν εξοικείωση κι’ εμπιστοσύνη, που τους οδηγεί σ’ ένα μεγάλο έρωτα. Βέβαια είναι μια σχέση καταδικασμένη που θα σταματήσει ξαφνικά με την ίδια αποφασιστική δύναμη που ξεκίνησε. Ανεπιτήδευτα γλυκιά, τρυφερή, με μητρικό ενδιαφέρον, σεμνή κατά βάθος και με επίγνωση δραματική μετακυλά στην αναστάτωση, στην απελπισία, στην αμφιβολία, στη ζήλια, στριμώχνεται ψυχολογικά και διαταράσσεται η ισορροπία της.

Ο Μίμης είναι ένα τρελούτσικο αγόρι με το ζιζάνιο μέσα του, που θέλει να αποκτήσει την κυρία Κούλα και το καταφέρνει. Από τη μια της δείχνει σεβασμό, είναι τρυφερός κι’ από την άλλη την αναστατώνει με δικές του προσωπικές ιστορίες. Ιστορίες που έζησε αλλά και συνεχίζει παράλληλα στο μικρό του καταφύγιο, που διαμορφώνεται ευρηματικά στο βάθος του σκηνικού. Σε πρώτο πλάνο δυο τραπεζάκια και δυο καρέκλες παραπέμπουν στους χώρους των συναντήσεων των πρωταγωνιστών, ενώ με ζωντανή λήψη πάνω σε μια διάφανη επιφάνεια που χωρίζει τη σκηνή, προβάλλεται η έκφραση των προσώπων τους. Νεανικά καμώματα, ανεμελιά και ξενοιασιά εισβάλουν ερμητικά στην ανία και στην πλήξη της έγγαμης ζωής της κυρίας Κούλας, ενώνοντας μ’ ένα ιδιαίτερο τρόπο ετερόκλητα πράγματα.

Ο Μένης Κουμανταρέας είχε πει: «κάθε βιβλίο είναι αυτοβιογραφία, είτε είναι μασκαρεμένη είτε όχι». Η κυρία Κούλα –γράφτηκε το 1978 στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης- εκφράζει τα προσωπικά του αισθήματα, είμαστε όλοι εμείς που ανά πάσα στιγμή μας περιμένει το αναπάντεχο.

Με ελαφρές μετατοπίσεις φύλου και ιδιοφυείς αναλογίες, αριστοτεχνική δομή και σοφές ανατροπές (είναι εκπληκτικό το black-out στη στοά του τραίνου που οδηγεί το κολλημένο μυαλό της ερωτευμένης κυράς σε reset)… με προφορικότητα που αγγίζει τα όρια της μη λογοτεχνικότητος και δραματικότητα εξόχως ελληνική-μεσογειακή (με βλέψεις αγγλοσαξωνικές που δεν επιτυγχάνονται – κακώς συγκρίνεται το έργο του Κουμανταρέα με τα βορειοευρωπαϊκά κι αμερικανικά πρότυπά του – είναι εξόχως παγανιστικό κι απενοχοποιημένο)… με ελαφρές μετατοπίσεις της αφηγηματικής οπτικής προ τη λεπτομέρεια (αντί του όλου), σε «λοξές» διαδρομές, που παραμορφώνουν μεν την κοινή λογική και την τρέχουσα αντίληψη της πραγματικότητας, δημιουργούν όμως ένα άλλο σύμπαν, ιδιαιτέρως απλό κι αναγνωρίσιμο….

Ο Μένης Κουμανταρέας εφηύρε το ύφος του κι επινόησε τον εαυτό του. Όσο κι αν είναι περιορισμένος θεματολογικώς κι αισθητικώς από τη συγχρονία του, όσο κι αν δεν είναι και δεν πρόκειται να γίνει ποτέ «κλασικός», είναι όμως κάτι στην ταραγμένη Ελλάδα της εποχής του που βγαίνει από τη χούντα και πέφτει με τα μούτρα σε αγαθά, πνευματικά και υλικά που απολάμβαναν οι πολιτισμένοι λαοί προ δεκαετιών…

Σαν να ταν η διαδρομή μια πρόφαση , μια σύντομη απόδραση μ’ ένα συγκεκριμένο προορισμό, Ένας έρωτας σταθμός για την ίδια, με τερματικό τελικά το σπίτι και την οικογένειά της. Μ’ ένα εισιτήριο επιστροφής στον κόσμο που αξίζει, όπου έχει τις βολές της, σ’ ένα σπίτι ζεσταμένο από τις φωνές των παιδιών της. Με μια παγωμένη γαλήνη μέσα στην καρδιά της, όπου η κυρία Κούλα δεν επέτρεπε τις απρέπειες.

Οι πρωταγωνιστές του έργου είναι εκπληκτικοί. Έχουν αποδώσει τους ρόλους τους με τέτοια ζωντάνια, που από την αρχή και για τα 75 λεπτά της παράστασης, συνταξιδεύουμε και ζούμε μαζί, τις μικρές καθημερινές τους στιγμές.

Η Έλενα Μαρσίδου ως κυρία Κούλα, με τον μεστό της λόγο, την συναισθηματική αλλαγή της μεταξύ των «θέλω» και των «πρέπει» της, μας συνεπαίρνει με μια ερμηνεία που θα συζητηθεί.

Δίπλα της ο νεαρός φοιτητής Μίμης, χαρακτηρίζεται από τον αυθορμητισμό της ηλικίας του, ζει ονειρεύεται και ελπίζει ότι τα καλύτερα έρχονται. Ο ταλαντούχος ηθοποιός Βασίλης Τριανταφύλλου, έχει μπει μοναδικά στο πετσί του ρόλου του και θεωρώ ότι σίγουρα θα μας απασχολήσει στα θεατρικά δρώμενα. Η χημεία τους υπέροχη επι σκηνής. Την γεμίζουν και νιώθεις με την ερμηνεία τους, διαρκείς εναλλαγές εικόνων, ήχων, συναισθημάτων. Προβληματίζεσαι, συγκινείσαι, γελάς, ονειρεύεσαι…

Το σκηνικό της Μαντώς Ψυχουντάκη απλό αλλά απόλυτα λειτουργικό στο πως διαδραμαίζεται η ιστορία του έργου. Η σκηνοθεσία του Γρηγόρη Καραντινάκη μοναδική, έχει καταφέρει με απόλυτα κατανοητό τρόπο να ξετυλίξει στην σκηνή τις ψυχοσυνθέσεις των ηθοποιών, χωρίς υπερβολές.

Η συγκεκριμένη παράσταση έχει πολλές αναγνώσεις, ο καθένας μας βρίσκει στοιχεία της προσωπικότητάς του, στιγμές που έχει ζήσει, σκέφτεται να ζήσει ή φοβάται να ζήσει. Τρυφερά ρεαλιστική, θα σας συγκινήσει.

Η Κυρία Κούλα έγινε τηλεταινία για την ΕΡΤ το 1983, σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου με την Βέρα Ζαβιτσιάνου και το Φίλιππο Σοφιανό. Ανέβηκε επίσης στη σκηνή της Φρυνίχου για το Θέατρο Τέχνης το 2010,σε διασκευή Άκη Δήμου και σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, με τη Λυδία Κονιόρδου, τον Γιώργο Φριντζήλα και την Ειρήνη Ιγγλέση.

Πηγές:

«Η Κυρία Κούλα» του Μένη Κουμανταρέα παρατείνεται στο Θέατρο Αλκμήνη

Η κυρία Κούλα

https://m.lifo.gr/guide/theater/6172

https://artmagazinoweb.wordpress.com/2019/11/27/%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%B1%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B7-%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1-%CF%84/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.