Επιστροφή στη Σεούλ: Από πού ερχόμαστε; Ποιοί είμαστε; Πού πάμε;

Αντί προλόγου

Το θέμα της αναζήτησης των ριζών αποτελεί ένα κομβικό σημείο στη ζωή κάθε ανθρώπου που προσπαθεί να διαμορφώσει το παρόν και την ταυτότητά του, πόσο μάλλον όταν ένα κομμάτι του παρελθόντος παραμένει άγνωστο. Με αυτό το θέμα καταπιάνεται η “Επιστροφή στη Σεούλ”, η νέα ταινία του βραβευμένου στις Κάννες Davy Chou που προβάλλεται αυτή την περίοδο στις κινηματογραφικές αίθουσες από το Cinobo. Ας μιλήσουμε λίγο για την ιστορία που μας αφηγείται, τα συναισθήματα και τις εντυπώσεις που μας άφησε.

Λίγα λόγια για την υπόθεση

Χωρίς ιδιαίτερη πρωτοτυπία ως προς την πλοκή της, η “Επιστροφή στη Σεούλ” ξεκινά πράγματι με την επιστροφή της νεαρής Φρέντι (Park Ji-min), υιοθετημένης στην Γαλλία, κρυφά από τη θετή της οικογένεια στην Νότια Κορέα, τη χώρα από την οποία προέρχονται οι βιολογικοί της γονείς. Πίσω από το ταξίδι αναψυχής κρύβεται η υπόρρητη επιθυμία της να εντοπίσει τους ανθρώπους που την έφεραν στον κόσμο, πράγμα που με τη βοήθεια της γαλλομαθούς φίλη της (Guka Han). Από εκεί ξεκινά ένας εσωτερικός μαραθώνιος ανεύρεσης της ταυτότητάς της, του πραγματικού της εαυτού, της σύνδεσής της με τη χώρα που γεννήθηκε και με αυτή στην οποία έζησε και μεγάλωσε. Τα πρόσωπα που περνούν από τη ζωή της μαρτυρούν την υπαρξιακή σύγχυση στην οποία βρίσκεται και το ανάμεικτο των συναισθημάτων τα οποία τη διακατέχουν. Θα κατορθώσει να νιώσει το αίσθημα του ανήκειν; Θα βρει τον εαυτό της και όλες τις απαντήσεις στα ερωτήματά της, αυτά που αναζητά χωρίς η ίδια καν συνειδητά να έχει επίγνωση ότι το πράττει; Μέσα σε λίγο λιγότερο από δυο ώρες ξεδιπλώνεται στα μάτια μας ένα ταξίδι ενηλικίωσης ανάμεσα σε ανθρώπους και χώρες, διαφορετικούς τρόπους σκέψεις και πολιτισμούς που μας εκπλήσσει και μας συγκινεί.

Λίγα λόγια για τη σκηνοθεσία και τους χαρακτήρες

Ο Davy Chou προσεγγίζει την ιστορία της Φρέντι με λεπτότητα και σεβασμό. Χωρίς σκηνοθετικές φανφάρες, αλλά με στεγνά, γκριζωπά πλάνα ακολουθούμε χρονικά και χωρικά την Φρέντι από τις μητροπολιτικές λεωφόρους ως τα υπόγεια κλαμπ και τα μικρά διαμερίσματα της Σεούλ, μέχρι τις ακτογραμμές της Κορεάτικης επαρχίας και από το πρώτο της ταξίδι ως τη διαμονή της στη Σεούλ, την επανεπιστροφή και την τελική της φυγή. Όντας Γάλλος με ρίζες από την Καμπότζη μπορούμε να μιλήσουμε για στοιχεία αυτοαναφορικότητας στο φιλμ του, χωρίς να κάνουμε λόγο για μια αυτοβιογραφική ταινία. Ο Davy Chou είναι η Φρέντι στο μέτρο που είμαστε όλοι μας, στο μέτρο που όλοι μας αναζητούμε το δρόμο, τη ζωή και την ταυτότητά μας. Αξεπέραστη σκηνοθετική πινελιά και στιγμή κάθαρσης, έστω και μερικής, υπήρξε αδιαμφισβήτητα ο χορός της πρωταγωνίστριας στην κορεάτικη παμπ.

Η Φρέντι κυριαρχεί μέσα στο έργο, με όλους τους άλλους χαρακτήρες απλά να την πλαισιώνουν, ακόμα και οι γονείς της. Αυτό καταδεικνύει και το ύψιστο νόημα αυτού του έργου: πως η αναζήτηση του είναι μας είναι μια διεργασία καθαρά προσωπική, πως παρά την ύπαρξη ανθρώπων στη ζωή μας σε αυτό ο καθένας βρίσκεται στην πραγματικότητα μόνος του. Με το κορεάτικο παρουσιαστικό και την γαλλική της νοοτροπία είναι μια προσωπικότητα ατίθαση και ασυμβίβαστη, αλλά ταυτόχρονα με πολλές ρωγμές που επιχειρεί άτσαλα με έναν τρόπο καθαρά δυτικό να καλύψει. Μοιάζει να ενσαρκώνει μια σύζευξη δυο εντελώς διαφορετικών κοσμοθεωριών, τη μια εξ αίματος και την άλλη εξ ανατροφής, δίχως ούτε καν η ίδια να το αντιλαμβάνεται. Σύντομα, όμως, θα καταδειχθεί πως όσο και αν το επιδιώκει δεν μπορεί να δραπετεύσει από τον εαυτό της και σε εκείνο το σημείο θα κερδίσει και το πιο δύσπιστο θεατή.

Από τους φίλους και την οικογένειά της, Κορεάτες και μη κανείς δεν κατορθώνει να τις κλέψει τα φώτα, πέραν του βιολογικού της πατέρα (Oh Kwang-rok) , μιας δειλής και ενοχικής φιγούρας που φέρει στους ώμους του όλο το βάρος της εγκατάλειψης. Αυτός είναι και ο μόνος, μαζί με την οικογένειά του που προκαλεί ένα αίσθημα οίκτου και κατανόησης.

Λίγα λόγια για τις εντυπώσεις μας

Η “Επιστροφή στη Σεούλ” δεν είναι σίγουρα μια συνηθισμένη ταινία ενηλικίωσης. Δε θίγει τα ζητήματα της υιοθεσίας, της εγκατάλειψης, των ριζών με τον κλασικό τρόπο που έχουμε συνηθίσει στον κινηματογράφο. Κάπως αθόρυβα, με μια διακριτικότητα που χαρακτηρίζει το ασιατικό σινεμά που διακόπτεται από ξεσπάσματα που ανήκουν στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο μας καθιστά συνοδοιπόρους μιας εσωτερικής διαδρομής προς το εγώ, προς το παρόν με εκκίνηση το παρελθόν και βλέμμα προς το μέλλον. Όλο αυτό αγκαλιάζεται από τα πανέμορφα, ήπια πλάνα του Davy Chou που κατά καιρούς έρχονται σε αντίθεση με την εσωτερική ένταση της πρωταγωνίστριάς του που αποτυπώνεται στο βλέμμα της. Ο θυμός, η απογοήτευση, η αγανάκτηση συμβιώνουν με έναν άσβεστο πόθο για αποδοχή, για ένταξη που χωρίς να ομολογείται διαπερνά όλη την ταινία. Την απελευθέρωση που ζητά η Φρέντι θα την βρει μαζί με όλους μας που παρακολουθούν την πορεία της και συναισθάνονται τον πόνο και τα αμφίρροπα συναισθήματά της.

Αντί Επιλόγου

Η επίσημη πρόταση της Καμπότζης για το διεθνές Όσκαρ που κέρδισε και τη Χρυσή Αθηνά στις Νύχτες Πρεμιέρας 2022 στην Αθήνα είναι μια ταινία που δεν μπορεί να προσπεράσει κανείς. Αγγίζοντας πανανθρώπινες ανάγκες, κατορθώνει να μας κρατά σε όλη τη διάρκειά της σε μια ανεξήγητη εγρήγορση, να μας κάνει κατά καιρούς να αισθανθούμε άβολα, αλλά και να κατανοήσουμε τους πρωταγωνιστές της ακόμα και αν μερικοί υπήρξαν λιγότερο ή περισσότερο συμπαθητικοί. Ένα κράμα του ασιατικού και του γαλλικού κινηματογράφου που μας υπενθυμίζει πόσο καίριο είναι το ερώτημα που έθεσε και ο Γκωγκέν «Από πού ερχόμαστε; Ποιοί είμαστε; Πού πάμε;».