Γκέρχαρντ Ρίχτερ και το επαναστατικό του βιτρό στον Καθεδρικό της Κολωνίας

Ο 76χρονος Γκέρχαρντ Ρίχτερ είναι ο σπουδαιότερος εν ζωή Γερμανός ζωγράφος σήμερα και επειδή η επιτυχία συνήθως προσμετράται σε χρήμα, είναι αναμφισβήτητα και ο πιο επιτυχημένος, σπάζοντας το ένα μετά το άλλο τα ρεκόρ πωλήσεων. Σύμφωνα με μετρήσεις του περιοδικού Capital, o Ρίχτερ το διάστημα 2004 – 2007 βρισκόταν στην πρώτη θέση από πλευράς πωλήσεων. Και τι γίνεται τώρα με την οικονομική κρίση, τον ρωτάμε. Πόσο τον επηρεάζει; Γελάει και παραμένει χαλαρός, τα παρακολουθεί και τα διαβάζει όλα αυτά στις εφημερίδες, αλλά δεν τον πολυαπασχολούν. Να μην παίρνουμε την τέχνη τόσο σοβαρά όσον αφορά την οικονομική της πλευρά, μας προτρέπει ο διευθυντής του Μουσείου Λούντβιχ Κάσπαρ Κένιχ. «Αναμφισβήτητα πάντως» παραδέχεται «οι συνέπειες θα φανούν και σε αυτόν τον τομέα». Προς το παρόν πάντως δεν επιβεβαιώνεται ακόμα. Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδας Tagesspiegel τα κέρδη από τις πωλήσεις έργων τέχνης συνεχίζονται, τα ποσά που διακινούνται είναι τεράστια, αν και φαίνεται κάποιοι ζωγράφοι να βγαίνουν περισσότερο κερδισμένοι από την κρίση σχετικά με τις πωλήσεις των έργων τους, όπως για παράδειγμα ο Αντι Γουόρχολ, ο Φράνσις Μπέικον και ο Λούσιαν Φρόιντ, ενώ ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ συγκαταλέγεται μάλλον στους «χαμένους».

Ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ γεννήθηκε στη Δρέσδη το 1932. Μαθητής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού ήρθε σε επαφή το 1959, κατά τη διάρκεια της έκθεσης Documenta στο Κάσσελ, με το έργο του Τζάκσον Πόλοκ και του Λούτσιο Φοντάνα. Το 1961, λίγο πριν χτιστεί το τείχος του Βερολίνου, διέφυγε από την Ανατολική Γερμανία και εγκαταστάθηκε στο Ντίσελντορφ όπου σπούδασε και αργότερα δίδαξε, από το 1971 μέχρι το 1994, στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών της πόλης. Σήμερα ζει στην Κολωνία όπου έχει τα δύο ατελιέ του.

Ο Ρίχτερ έχει εκθέσει στα σημαντικότερα μουσεία του κόσμου και έχει βραβευθεί πολλές φορές. Το 1997 του απονεμήθηκε το ιαπωνικό βραβείο «Praemium Imperiale» το οποίο θεωρείται το Νομπέλ των Τεχνών.Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι στην αγορά τέχνης, οι τιμές των έργων του είναι ιλιγγιώδεις. Τα «τρία κεριά» του για παράδειγμα πουλήθηκαν το 2001 σε δημοπρασία των Σοθμπις έναντι 5,3 εκ. ενώ σε δημοπρασία του 2011, οι πωλήσεις του έφτασαν στα 200 εκ. δολλάρια.

Είναι τελειομανής, λιγομίλητος και αποφεύγει τις συνεντεύξεις. «Μου αρέσει ότι δεν έχει στυλ: τα λεξικά, οι φωτογραφίες, εγώ και οι πίνακές μου» είχε πει κάποτε. Πράγματι και ο ίδιος δεν έχει ένα στυλ αλλά πολλά διαφορετικά. Και αυτό για το οποίο διακρίνεται και εντυπωσιάζει είναι το θολό γκρίζο, που αποτυπώνεται σε μια σειρά πινάκων του, εικόνες φλουταρισμένες και μυστηριώδεις, για τις οποίες διαλέγει θέματα από την κοινότοπη καθημερινή ζωή μιας νοικοκυράς, από φωτογραφίες δικές του και της Λένι Ρίφενσταλ από την Αφρική, από τη ζωή των δικών του αλλά ακόμη και θέματα που απεικονίζουν τη φρίκη του πολέμου, τις συλλήψεις και τις αυτοκτονίες της ομάδας Μπααντερ Μάινχοφ στα λευκά κελιά και τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Επηρεασμένος από κλασικούς όπως ο Τιτσιάνο και ο Βερμέερ αλλά και τα κινήματα της αμερικανικής ποπ αρτ, της οπ αρτ και του μινιμαλισμού -θεωρείται ο μεγαλύτερος ευρωπαίος εκπρόσωπός τους- ο Ρίχτερ περνάει με μεγάλη ευκολία από την ποπ αρτ στην αφηρημένη τέχνη και από τον φωτορεαλισμό και πάλι στην αφηρημένη ζωγραφική για να αποτυπώσει σε καμβάδες μεγάλων διαστάσεων αφρισμένα χρώματα που ανακατεύονται αλλού με παχιές και αλλού πιο λεπτές πινελιές.

Ενας καταρράκτης από χρώματα, ένας ύμνος στην επιμελημένη «τυχαιότητα» αυτή είναι η αφηρημένη ζωγραφική του πολύπλευρου Γερμανού ζωγράφου. Γιατί ο Ρίχτερ δεν είναι ένας καλλιτέχνης, αλλά πολλοί μαζί ταυτόχρονα. Ο τρόπος που ζωγράφιζε στη δεκαετία του ’60 και αργότερα του ’70 ήταν καινούργιος ακόμα για τη Γερμανία. Εμπνεύσθηκε πολύ από την αμερικανική ποπ-αρτ. Τα έργα του δεν έχουν μια εμφανή συνέχεια. Είναι ο ζωγράφος που με την ίδια ευκολία αποτυπώνει στον καμβά ωραία λουλουδάκια στο βάζο, όπως και τα πορτρέτα των πρωταγωνιστών της τρομοκρατικής οργάνωσης RAF στον γνωστό κύκλο του «18 Οκτωβρίου 1977». Και από τον φωτορεαλισμό πάλι περνάει με την ίδια ευκολία στην αφηρημένη τέχνη. Σε αυτήν ακριβώς την αφηρημένη ζωγραφική που δημιουργήθηκε από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα επικεντρώνεται η έκθεση στο μουσείο Λούντβιχ της Κολωνίας.

Ανυποψίαστος αλλά και εντυπωσιασμένος στέκεται ο θεατής μπροστά και στα υπόλοιπα μεγάλα έργα, όπως είναι τα σκοτεινά «Νοέμβριος» (1989), «Ιανουάριος» (1989), «Φεβρουάριος» (1989). Εργα φτιαγμένα με μαεστρία, πείσμα και υπομονή. «Προϊόν της θέλησης και του τυχαίου», όπως μας λέει ο Ρίχτερ. Πίνακες δουλεμένοι με πολλές παχιές στρώσεις χρώματος. Χρώματα που μπλέκονται, ανακατεύονται και δημιουργούν παράξενες μορφές, απροσδιόριστες. Ομως δεν μπορείς να μην παρατηρήσεις πως αυτός ο πολύ όμορφος κόσμος του τυχαίου δεν κρύβει και τη συνειδητή επιλογή του χρώματος και της φοράς του πινέλου ή της σπάτουλας.

Τα έργα μοιάζουν να είναι αποτέλεσμα ευκολίας, πίνακες όμως όπως αυτοί μαρτυρούν το αντίθετο. Προηγήθηκαν 32 ολόκληρες προσπάθειες για να καταλήξει στην τελική μορφή.

Ένα πρωτότυπο έργο του καλλιτέχνη βρίσκει κανείς απρόσμενα στον καθεδρικό ναό της Γερμανίας, το δεύτερο μεγαλύτερο στη Γερμανία και σίγουρα ένας από τους μεγαλύτερους στον κόσμο. Δεν πρόκειται για τα αναμενόμενα βιτρό της ρωμαιοκαθολικής εκκλησιαστικής τεχνοτροπίας, αλλά για ένα προϊόν αφηρημένης, ίσως και κοντά ποπ τέχνης, πολύχρωμο και όμορφα δομημένο. Η διαφορά του σε σχέση με τα υπόλοιπα δεν ενοχλεί τον θεατή, ίσα ίσα ταιριάζει απόλυτα με τον χώρο μέσα στον οποίο έχει τοποθετηθεί. Βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία και γεμίζει το ναό με ένα υπέροχο χρώμα με τις ακτίδες του ηλίου.


Ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ είναι μεγάλος ζωγράφος. (Ναι, σαν εκείνους, τους άλλους, τους παλιούς…) Μόνο που πρέπει να τον δει κανείς «αθώα». Ισως όσο «αθώα» βλέπει ο ίδιος τον εαυτό του: «Πολλοί λένε: «Ο Ρίχτερ έχει να κάνει με το φως». Ποτέ δεν κατάλαβα για ποιο πράγμα μιλάνε. Ποτέ δεν με ενδιέφερε το φως. Το φως είναι εδώ και το ανάβεις ή το σβήνεις. Δεν ξέρω ποια είναι «η προβληματική του φωτός». Βεβαίως υπάρχει φως εδώ. Χωρίς φως δεν θα βλέπαμε ο ένας τον άλλον».

Η παρθένος με το πέπλο: ένα από τα αριστουργήματα της γλυπτικής τέχνης

Εδώ και χιλιετίες, γλύπτες από κάθε γωνιά του πλανήτη, λαξεύουν το μάρμαρο, ένα υλικό που μπορεί να είναι γνωστό για την «απαλότητα» και τη διαύγειά του.

Οι σπουδαίοι γλύπτες της Αναγέννησης έχουν μείνει χαραγμένοι με χρυσά γράμματα στην ιστορία της Τέχνης ως οι άνθρωποι που αγκάλιασαν μοναδικά την έννοια του θείου πνεύματος και άφησαν μία τεράστια, συγκινητική παρακαταθήκη από αγάλματα και προτομές βασισμένη στην πιο μυστικιστική σύλληψη του ανθρώπινου νου. Την πίστη στον θεό, σε ένα υπέρτατο ον που μας δημιούργησε και μας προστατεύει. Ανάμεσα στα πιο γοητευτικά και μυστηριώδη δημιουργήματα της γλυπτικής και η «Παρθένος με το πέπλο» (The Veiled Virgin) του Ιταλού Giovanni Strazza, μία κατάλευκη, φωτεινή προτομή του 19ου αιώνα που ξεχωρίζει ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλες χάρη στο λεπτό, μαρμάρινο, διάφανο βέλο που πέφτει γλυκά πάνω στο πρόσωπο του γλυπτού.

Λίγα πράγματα είναι γνωστά για τη δημιουργία του ασύλληπτου γλυπτού. Οι ιστορικοί πιστεύουν ότι ο Strazza, ο οποίος ήταν από το Μιλάνο, δημιούργησε το έργο ενώ εργαζόταν στη Ρώμη τη δεκαετία του 1850.

Η Παρθένος απεικονίζει την Παναγία με ένα πέπλο που σκεπάζει απαλά τα ρεαλιστικά χαρακτηριστικά της. Με τα μάτια κλειστά και το κεφάλι της στραμμένο προς τα κάτω, η φιγούρα φαίνεται είτε να προσεύχεται ήρεμα, είτε να είναι θλιμμένη -και τα δύο είναι χαρακτηριστικά των απεικονίσεων της Παναγίας.

Το εντυπωσιακό γλυπτό είναι κατασκευασμένο από μάρμαρο Carrara, υλικό που προέρχεται από την Τοσκάνη και χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από αρχαίους Ρωμαίους οικοδόμους και Ιταλούς καλλιτέχνες της Αναγέννησης.

Αυτό το υψηλής ποιότητας μάρμαρο πρόσφερε τον τέλειο καμβά για το γλυπτό πέπλο του Strazza.

Δεν ήταν όμως μόνο αυτός ο καλλιτέχνης που ενδιαφερόταν για το μαρμάρινο πέπλο και τις πτυχές του. Προτομές και γλυπτά γυναικών με πρόσωπα που καλύπτονται από τα βλέμματα, ο Pietro Rossi και ο Raffaelo Monti που απεικονίζουν περαιτέρω αυτή την τάση.

Γιατί όμως τα πέπλα ήταν τόσο δημοφιλή ανάμεσα στους Ιταλούς γλύπτες του 19ου αιώνα; Ένας λόγος είναι ότι τους επέτρεπαν να επιδείξουν την τέχνη τους.

Η επίτευξη της ψευδαίσθησης ότι ένα στερεό υλικό όπως το μάρμαρο είναι στην πραγματικότητα ένα κομμάτι ύφασμα που με ένα αεράκι κολλάει απαλά στο πρόσωπο ή το σώμα, απαιτεί πολλές δεξιότητες. Γλυπτά από την ελληνιστική περίοδο της Ελλάδας και την ιταλική αναγέννηση αποτελούν τα πιο γνωστά παραδείγματα αυτού του φαινομένου -και, αναμφισβήτητα, έμπνευση για τον Strazza και τους συγχρόνους του.

Το πέπλο όμως στη γλυπτική δεν είναι απλά ένα επιπλέον στοιχείο που κάνει μία προτομή πιο δύσκολη να κατασκευαστεί και επομένως πιο άρτια από τεχνικής απόψεως. Στην πραγματικότητα το πέπλο στη γλυπτική συμβολίζει την «ένωση» και χρησιμοποιήθηκε από τους Ιταλούς γλύπτες για να εκφράσει την ισχύ και την σπουδαίοτητα μίας μεγάλης, ενωμένης Ιταλίας, ως ένα δυνατό, ενιαίο κράτος κι όχι ως ένα μπερδέμενο σύνολο από ανεξάρτητη κρατίδια.

H Iταλία όπως την ξέρουμε σήμερα είναι ένα σχετικά «καινούργιο» κράτος, αφού ενώθηκε για πρώτη φορά κάτω από μία κοινή κυβέρνηση λίγο πριν τα μέσα του 19ου αιώνα, μέσα από τον αγώνα του κινήματος που έμεινε γνωστό στην ιστορία ως Risorgimento να γεννήσει μία ενωμένη Ιταλία και να διώξει μακριά κάθε ξένη επιρροή και έλεγχο.

Το πέπλο οπότε εκτός από την ένωση συμβολίζει και την δύναμη της ανεξαρτησίας.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα μυστήριο με το εν λόγω γλυπτό. Γιατί ο Strazza επέλεξε να συνδυάσει τον εθνικιστικό και τον θρησκευτικό συμβολισμό; Παρόλο που οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του καλλιτέχνη είναι άγνωστες, πολλοί πιστεύουν ότι επέλεξε την Παρθένο για να εκφράσει την αφοσίωσή του. Ωστόσο, άλλοι πιστεύουν ότι ο λόγος είναι αυστηρά αισθητικός. Ενδεχομένως εμπνεύστηκε από τους αναγεννησιακούς και μπαρόκ προκατόχους του, που συχνά δούλευαν με θέμα την θρησκευτική εικονογραφία.

Όπως και να έχει, η Παρθένος με το Πέπλο δεν σταματά να εντυπωσιάζει και να αιχμαλωτίζει την προσοχή πολλών εραστών της τέχνης.

Η Έξοδος του Μεσολογγίου στην Τέχνη και τη Λογοτεχνία

Σαν σήμερα το 1826 αρχίζει η Έξοδος του Μεσολογγίου. 10.500 κάτοικοι του Μεσολογγίου μετά από ένα χρόνο τουρκικής πολιορκίας αποφασίζουν αντί να παραδοθούν στον κατακτητή να δώσουν μια τελευταία μάχη. Αυτή η δύναμη και ο ηρωισμός εμπνέει τους καλλιτέχνες που αφιέρωσαν πινελιές και στίχους στην πράξη τους αυτή που έμεινε στην ιστορία.

ΔΙΟΝΎΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ “Ελεύθεροι Πολιορκημένοι”

Μένουν οἱ Μάρτυρες μὲ τὰ μάτια προσηλωμένα εἰς τὴν ἀνατολή, νὰ φέξῃ γιὰ νὰ βγοῦνε στὸ γιουρούσι, καὶ ἡ φοβερὴ αὐγή.
Μνήσθητι, Κύριε, -εἶναι κοντά· Μνήσθητι, Κύριε, ἐφάνη!
ἐπάψαν τὰ φιλιὰ στὴ γῆ . . . . . . . .
Στὰ στήθια καὶ στὸ πρόσωπο, στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια.
Μιὰ φούχτα χῶμα νὰ κρατῶ καὶ νὰ σωθῶ μ᾿ ἐκεῖνο.
Ἰδού, σεισμὸς καὶ βροντισμός, κι ἐβάστουναν ἀκόμα,
ποὺ ὁ κύκλος φθάνει ὁ φοβερὸς μὲ τὸν ἀφρὸ στὸ στόμα·
κι ἐσκίστη ἀμέσως, κι ἔβαλε στῆς Μάνας τὰ ποδάρια,
τῆς πείνας καὶ τοῦ . . . . . . . τὰ λίγα ἀπομεινάρια·
τ᾿ ἀπομεινάρια ἀνέγγιαγα καὶ κατατρομασμένα,
τὰ γόνατα καὶ τὰ σπαθιὰ τὰ ῾ματοκυλισμένα.

Καὶ βλέπω πέρα τὰ παιδιὰ καὶ τὲς ἀντρογυναῖκες
γύρου στὴ φλόγα π᾿ ἄναψαν, καὶ θλιβερὰ τὴ θρέψαν
μ᾿ ἀγαπημένα πράματα καὶ μὲ σεμνὰ κρεβάτια,
ἀκίνητες, ἀστέναχτες, δίχως νὰ ρίξουν δάκρυ·
καὶ γγιζ᾿ ἡ σπίθα τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ λιωμένα ροῦχα.
Γλήγορα, στάχτη, νὰ φανεῖς, οἱ φοῦχτες νὰ γιομίσουν.

Εἶν᾿ ἕτοιμα στὴν ἄσπονδη πλημύρα τῶν ἁρμάτων
δρόμο νὰ σχίσουν τὰ σπαθιά, κι ἐλεύθεροι νὰ μείνουν
ἐκεῖθε μὲ τοὺς ἀδελφούς, ἐδῶθε μὲ τὸ χάρο.

Το Μεσολόγγι (δημοτικό ποίημα)

Να ῾μουν πουλί να πέταγα, να πήγαινα τ᾿ αψήλου

ν᾿ αγνάντευα τη Ρούμελη το έρμο Μεσολόγγι
πώς πολεμάει με την Τουρκιά με τέσσερις πασάδες.
Πέφτουν κανόνια στη στεριά και μπόμπες του πελάγου,
πέφτουν τα λιανοντούφεκα σαν άμμος σαν χαλάζι.
Και ο Μακρής τους φώναξε και ο Μακρής τους λέει:
-Παιδιά βαστάτε τ᾿ άρματα και τα βαριά ντουφέκια
και το μιντάτι έρχεται στεριά και του πελάγου.
Μήτε μιντάτι έφτασε, μήτε βοήθεια φτάνει
και οι κλεισμένοι ξόρμησαν με τα σπαθιά στα χέρια
κι οι Τούρκοι τους εσταύρωσαν και τους διαμοιράζουν.
Πήραν κεφάλια αμέτρητα και ζωντανούς αμέτρους
και λίγοι ξεγλιστρήσανε πλέοντας μες στο αίμα.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, “Η ομιλία του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου για την Έξοδο του Μεσολογγίου στις 17 Απριλίου 1989.”

“Θα έπρεπε τα παιδιά των σχολείων όλης της χώρας, αφού πρώτα είχαν διδαχθεί από την καλή Παιδεία, να προσανατολίζονται την ώρα αυτή προς το Μεσολόγγι, για μία ολιγόλεπτη σιωπή και περισυλλογή… Δεν με διακατέχει κανενός είδους σωβινισμός ή προγονοπληξία. Φτάσαμε όμως στο σημείο να θεωρούμε αναχρονισμό την αναφορά στην ιστορία μας … χωρίς κάποια στηρίγματα και κάποιες ρίζες δεν μπορεί να πάει μπροστά ένα έθνος… Ότι ήταν να λεχθεί εδώ, σ’ αυτό τον τόπο και την ιστορία του, έχει λεχθεί… Εκείνο που θα επιθυμούσαν οι νεκροί, αν μπορούσαν να επιθυμούν ακόμη, θα ήταν να ερχόμαστε εδώ και να τους εξιστορούμε τα πεπραγμένα μας. Να τους αναφέρουμε πόσο κοντά και πόσο μακριά βρίσκεται η ψυχή μας από την ψυχή του Μεσολογγιού. Αν διατηρήθηκε η ηθική συγγένεια μαζί τους. Αν έχουμε το δικαίωμα να συνδιαλεγόμαστε με κούφια λόγια μαζί τους…”.

ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΏ,” Κεφάλια του Σαραγιού”

Στα «Κεφάλια του Σαραγιού», ο Ουγκώ υμνεί τους νεκρούς ήρωες του Αγώνα, με προεξάρχοντες τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Ιωσήφ Ρωγών και τον Κανάρη, για τον οποίον είχε διαδοθεί στη Δύση πως είχε σκοτωθεί. Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, στην ρομαντική μετάφραση-διασκευή του Ανδρέα Καφετζόπουλου:

«Ω! Ναι! Κανάρη Ναύαρχε! Συ βλέπεις το Σαράι
κι αυτό του Μάρκου Βότσαρη τ’ αγέρωχο κεφάλι
όπου το εξεθάψανε μέσα από το μνήμα
και την καινούργια τους γιορτή στολίσανε και πάλι.
Μέσα εις το κυβούρι μου εμπήκαν με μανία
κι εκεί οι Τούρκοι επίμονα κι εκεί μ’ εκυνηγήσαν
ούτε εκεί ο άμοιρος δεν βρήκα ησυχία!
Και τη γιορτή τους με αυτό οι άπιστοι στολίσαν.
Ιδές αυτά τα κόκκαλα που είν’ σκελετωμένα
και συ μου τα εξέλαβες για σκιάχτρο εδ’ απάνου
που τα σκουλίκια λαίμαργα έχουν αφανισμένα
τα ξέθαψαν και τάστειλαν πεσκέσι του Σουλτάνου.
Κανάρη! Άκουσε λοιπόν! Κι αν θέλης πες τον μύθο.
Κοιμώμουνα στο μνήμα μου, κι αίφνης σαν να σφυράη
με ξύπνησε αναπάντεχα μέσα από το βύθο
μία φωνή σπαραχτική «Το Μεσολόγγι πάει!»

Χρήστος Γιανναράς: «Δε φταίνε οι άνθρωποι που δεν μπορούν να ερωτευτούν»

«Δεν φταίνε οι άνθρωποι σήμερα όταν δεν μπορούν να ερωτευθούν, όταν ταυτίζουν τον έρωτα μόνο με τη χρήση του άλλου»

ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ἔχουμε δύο λέξεις γιὰ νὰ σημάνουμε τὰ ἀντι-κείμενα τῆς ἐμπειρικῆς μας πιστοποίησης: τὴ λέξη «πράγματα» καὶ τὴ λέξη «χρήματα».

«Πράγματα» εἶναι τὰ παράγωγα τοῦ πράττειν, τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ποιητικῆς ἐνέργειας, τὰ πεπραγμένα ἑνὸς δημιουργοῦ προσώπου. «Χρήματα» εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ καθορίζονται κυρίως ἀπὸ τὴ χρήση τους, ἐξυπηρετοῦν χρηστικὲς ἀνάγκες, εἶναι χρήσιμα στὴν πρακτικὴ τοῦ βίου.

Τὰ πράγματα ἐνδέχεται νὰ διασώζουν τὴν ἑτερότητα (μοναδικότητα καὶ ἀνομοιότητα) ἑνὸς προσωπικοῦ δημιουργικοῦ λόγου, νὰ παραπέμπουν στὸ πρόσωπο τοῦ δημιουργοῦ τους (ὅπως ἡ ζωγραφιὰ στὸν ζωγράφο καὶ τὸ ποίημα στὸν ποιητή).

Τὰ χρήματα ταυτίζονται ἁπλῶς μὲ τὴ χρηστική τους σκοπιμότητα, παραπέμπουν στὴν ἴδια γιὰ ὅλους ὠφέλιμη διευκόλυνση.

EΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΡΙΤΗ ΛΕΞΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: τὴ λέξη «νομίσματα». Εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ τὴ χρήση τους τὴν καθορίζουμε ἐμεῖς (κάθε ἀνθρώπινη κοινωνία) μὲ κοινὴ συμφωνία-σύμβαση. Ἀντιπροσωπεύουν τὴ σύμβαση (τὸν δικό μας «νόμο»), δὲν ἔχουν δική τους «φύση-οὐσία», γι’ αὐτὸ καὶ τὰ λέμε «νομίσματα»: εἶναι τὰ νομιζόμενα, «ὅτι οὐ φύσει, ἀλλὰ νόμῳ κεῖνται», καθὼς ὅρισε ὁ Ἀριστοτέλης.

Μὲ τὰ νομίσματα κατορθώνουμε οἱ ἄνθρωποι νὰ «ἰσάζωμεν» τὶς ἀνταλλακτικές μας σχέσεις, νὰ κοινωνοῦμε τὶς ἀνάγκες μας «κατὰ λόγον», μὲ τρόπο λογικό: τὸν τρόπο τῆς συμπαντικῆς ἁρμονίας καὶ κοσμιότητας. Στόχος εἶναι οἱ ἁρμονικές, κόσμιες σχέσεις μας (στόχος ὑπαρκτικῆς ἀλήθειας καὶ γνησιότητας τόσο γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ὅσο —ὡς ἐλευθερία ἀγάπης— καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανούς).

ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΤΟ ΜΕΣΟ, τὸ ἐργαλεῖο ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ λογικότητα τῶν σχέσεών μας. Γι’ αὐτὸ καὶ μοιάζει ἀδιανόητο (τουλάχιστον γιὰ τὸν Ἀριστοτέλη) νὰ αὐτονομεῖται τὸ νόμισμα, νὰ λειτουργεῖ ἄσχετα ἀπὸ τὶς σχέσεις, γιὰ παράδειγμα νὰ αὐτοπολλαπλασιάζεται μὲ τὸν «τόκο»: ὁ τόκος, τὸ νὰ «τίκτει» τὸ νόμισμα, «παρὰ φύσιν τῶν χρηματισμῶν ἐστι».

Τὰ «πράγματα» προσφέρονται στὴ σχέση, τὰ «χρήματα» καὶ τὰ «νομίσματα» στὴ χρήση ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ σχέση (ὅταν ἀποβλέπει ἡ χρήση στὴν «κοινωνία τῆς χρείας»).

ΟΜΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΤΡΟΠΟ ΒΙΟΥ (δηλαδὴ πολιτισμό) ποὺ μειώνει συνεχῶς τὸ πεδίο τῶν σχέσεων, τὸ ἐνδιαφέρον ἢ τὴν ἀνάγκη τῆς σχέσης, γιὰ χάρη τῆς προτεραιότητας τῶν χρήσεων.

Στὸν πολιτισμό μας ἡ χρήση αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ σχέση, τείνει νὰ ὑποκαταστήσει τὴν κοινωνία τῆς χρείας μὲ παράλληλες ἄπληστες χρήσεις. Διαμορφώνει ἀνεπαίσθητα τὸν ψυχισμό μας αὐτὸς ὁ πολιτισμός, μᾶς μπολιάζει μὲ ἀντανακλαστικὰ κυρίως χρησιμοθηρικά, μὲ προϊούσα ἀνικανότητα σχέσης, ἀνέραστη συμπεριφορά.

ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΘΟΥΝ, ὅταν ταυτίζουν τὸν ἔρωτα μόνο μὲ τὴ χρήση τοῦ ἄλλου. Δὲν φταῖνε, γιατὶ δὲν ἀσκήθηκαν ποτὲ στὴ σχέση, δὲν ξέρουν νὰ σχετίζονται, κάθε ἐπιθυμία τους ἐκπληρώνεται πατώντας ἕνα κουμπί. Δὲν ἔμαθαν νὰ μοιράζονται τὸ θέλημά τους, νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ ἐγώ τους. Ξέρουν μόνο τὴ χρήση, ὄχι τὴ σχέση, μόνο τὰ χρήματα, ὄχι τὰ πράγματα.

Ο Χρήστος Γιανναράς (10 Απριλίου 1935) είναι σύγχρονος Έλληνας καθηγητής φιλοσοφίας και συγγραφέας. Σπούδασε θεολογία στην Αθήνα και φιλοσοφία στη Βόννη και στο Παρίσι (Σορβόνη). Το συγγραφικό του έργο σχετίζεται πολύ με την έρευνα των διαφορών ανάμεσα στην ελληνική και στη δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία και ορθόδοξη χριστιανική παράδοση. Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 10 γλώσσες.

Πηγή: doctv.gr

Η Μάγια Αγγέλου μέσα από τα λόγια της

Σαν σήμερα γεννήθηκε η Μάγια Αγγέλου. Αμερικανίδα ποιήτρια, τραγουδίστρια, πεζογράφος, ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των πολιτών και καθηγήτρια πανεπιστημίου. Κυκλοφόρησε επτά αυτοβιογραφίες, τρεις μελέτες, αρκετές ποιητικές συλλογές καθώς και μια λίστα από θεατρικές παραστάσεις, ταινίες και τηλεοπτικά προγράμματα μέσα σε 50 χρόνια. Από όσα έγραψε απομονώσαμε 15 αγαπημένες μας φράσεις. Πάρτε μια γεύση:

1.Αν δεν σου αρέσει κάτι, άλλαξέ το. Αν δεν μπορείς να το αλλάξεις, άλλαξε τον τρόπο που το αντιμετωπίζεις. Μην παραπονιέσαι.

2.Οι άνθρωποι μπορεί να μη θυμούνται τι έκανες ή τι τους είπες, αλλά πάντα θα θυμούνται πώς τους έκανες να αισθανθούν.

3.Τίποτε δεν δουλεύει αν δεν δουλέψεις εσύ

4.Δεν είναι δυνατό να ξοδέψεις όλη σου τη δημιουργικότητα. Όσο περισσότερη χρησιμοποιείς, τόσο περισσότερη έχεις.

5.Θα γνωρίσεις πολλές ήττες στη ζωή σου, αλλά ποτέ μην επιτρέψεις στον εαυτό σου να νικηθεί.

6.Ζήτα αυτό που θέλεις και να είσαι προετοιμασμένος να το αποκτήσεις.

7.Δεν πρέπει ποτέ να κάνεις πρώτη σου προτεραιότητα κάποιον που σε βλέπει απλά σαν μια εναλλακτική λύση.

8.Νομίζω πως το πιο σημαντικό πράγμα, πέρα από την πειθαρχία και τη δημιουργικότητα, είναι η τόλμη να τολμάς.

9.Αν εγώ δεν είμαι καλός με τον εαυτό μου, πώς μπορώ να περιμένω να είναι οι άλλοι καλοί μαζί μου;

10.Τα παιδιά έχουν ταλέντο να υπομένουν, που πηγάζει από την άγνοια εναλλακτικών λύσεων.

11.Να φυλάγεσαι από τον γυμνό άνθρωπο που σου χαρίζει το πουκάμισό του.

12.Είναι πολύ λεπτή η γραμμή ανάμεσα στο να αγαπάμε τη ζωή και να είμαστε άπληστοι για αυτήν.

13.Οι λέξεις σημαίνουν περισσότερα από αυτό που διατυπώνεται γραπτά. Χρειάζεται η ανθρώπινη φωνή για να τις διαποτίσει με ένα βαθύτερο μήνυμα.

14.Όταν οι άνθρωποι σου δείχνουν ποιοι πραγματικά είναι, να τους πιστεύεις, την πρώτη φορά. Αυτοί ξέρουν καλύτερα τον εαυτό τους.

15.Κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς μέχρι να μάθεις. Μετά όταν μάθεις καλύτερα, θα το κάνεις καλύτερα.

Η ελληνική ομορφιά μέσα από τους πίνακες του Κωνσταντίνου Μαλέα

O Μαλέας Κωνσταντίνος υπήρξε
αναμφίβολα ένας από τους σημαντικότερους τοπιογράφους όχι μόνο της ελληνικής αλλά και όλης της ευρωπαϊκής τέχνης των πρώτων δεκαετιών του αιώνα. Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή..

Απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής, σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πολυτεχνείο της Κωνσταντινούπολης. Την περίοδο 1901 – 1908 έζησε στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής κοντά στο νεοϊμπρεσιονιστή Henri Martin και φοίτησε στη Σχολή Διακοσμητικών Τεχνών. Παράλληλα ξεκίνησε την εκθεσιακή του δραστηριότητα. Επέστρεψε στην πατρίδα του και ταξίδεψε στην Εγγύς Ανατολή, ζωγραφίζοντας εντατικά (1908 – 1910). Το 1913 πήγε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη και την επόμενη χρονιά διορίστηκε αρχιμηχανικός του Δήμου, θέση στην οποία παρέμεινε ως το 1917, οπότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στην πυρκαγιά του 1917 στη Θεσσαλονίκη καταστράφηκαν πολλά έργα του. Το 1918 ανέλαβε τη διεύθυνση του Μουσείου Λαϊκών Χειροτεχνημάτων και διορίστηκε μέλος του Καλλιτεχνικού Συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης. Το 1920 ταξίδεψε στη Σπάρτη, το Μυστρά, την Ολυμπία και τη Νάξο, και τον επόμενο χρόνο στο Θέρμο της Αιτωλίας, συνοδεύοντας τον αρχαιολόγο Κωνσταντίνο Ρωμαίο. Την περίοδο 1921 – 1923 έζησε και εργάστηκε στη Χίο και τη Μυτιλήνη και το 1923 τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών. Ιδρυτικό μέλος της Ομάδας Τέχνη, μετείχε στις εκθέσεις της, ενώ παρουσίασε έργα του και σε άλλες ομαδικές και σε συνολικά δέκα τρεις ατομικές εκθέσεις. Ένα χρόνο πριν το θάνατό του στα σαράντα εννέα του χρόνια, επισκέφτηκε το Παρίσι και το Μόναχο. Το 1936 εστάλησαν έργα του στην Μπιενάλε της Βενετίας. Αναδρομικές παρουσιάσεις του έργου του πραγματοποιήθηκαν το 1929 στο Ζάππειο και το 1980 στην Εθνική Πινακοθήκη. Εκτός από την καλλιτεχνική δημιουργία, δραστηριοποιήθηκε επίσης στην κατεύθυνση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και συνεργάστηκε με το Δημήτριο Γληνό, τον Αλέξανδρο Δελμούζο και το Μανόλη Τριανταφυλλίδη.

Ανανεωτής της ελληνικής ζωγραφικής, έχοντας ως αφετηρία ιμπρεσιονιστικά και μεταϊμπρεσιονιστικά πρότυπα, απεικόνισε κατά κύριο λόγο τοπία, στα οποία κυριαρχούν η σχηματοποίηση και τα δυνατά, καθαρά χρώματα που χτίζουν σε ενότητες τη
σύνθεση.

Η καλλιτεχνική του πορεία διακρίνεται σε τρία στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, με όριο το 1908, εφαρμόζει στη ζωγραφική του τις αρχές των Γάλλων συμβολιστών (E. Carrière, H. Martin), αρκετά αλληγορικά θέματα, λυρική διάθεση και ποιητικοί τόνοι, αχνή διαγραφή των όγκων, χρωματικά ενιαίο εικαστικό πεδίο σε απαλούς τόνους του γαλάζιου, γκρίζου και ρόδινου. Σε ορισμένα έργα αυτής της φάσης διακρίνονται και επιδράσεις από τους ιμπρεσιονιστές, κυρίως στη θεματική με επιφυλακτική εφαρμογή της τεχνικής τους σε τμήματα της σύνθεσης.

Κυριότερα έργα της περιόδου:
Τα τραγούδια της ξενητιάς,
το Σκιόφως της ζωής και
ο Σηκουάνας
Η δεύτερη φάση της ζωγραφικής του (1909-1917) αρχίζει με το πρώτο του ταξίδι στην Ανατολή. Η θεματική του τώρα στρέφεται κυρίως γύρω από την τοπιογραφία. Η αφαιρετική τοπιογραφία με έργα από την Αίγυπτο, το Λίβανο, τη Συρία δεσπόζουν στο πρώτο μισό αυτής της περιόδου, ενώ με την εγκατάστασή του στη Θεσσαλονίκη παρατηρείται μια στροφή προς παραστατικά θέματα, σχεδόν αποκλειστικά βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης, ίσως σε μια προσπάθεια να τονιστούν οι ιστορικοί δεσμοί της πόλης με τον Ελληνισμό, τα χρόνια μετά το 1912.

Έργα αυτής της φάσης:
Ο Προφήτης Ηλίας,
Ο Άγιοι Απόστολοι Θεσσαλονίκης,
το Μωσαϊκό του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης (το οποίο δεν σώζεται πια) κ.ά

Τα έργα αυτά, ιμπρεσιονιστικά τα λιγότερα, μεταϊμπρεσιονιστικά τα περισσότερα, χαρακτηρίζονται από επίπεδες απεικονίσεις, ανάγλυφο και πηχτό χρώμα με εμφανή τη διαδρομή του πινέλου ή της σπάτουλας στο εικαστικό πεδίο, σύνθεση με γεωμετρικό σχεδιασμό, όπου τα προοπτικά σημεία είναι συχνά περισσότερα από ένα, αφαιρετικές προθέσεις και γενικευτική απόδοση των όγκων και συνδέονται με το έργο του P. Cézanne και με την «αφηρημένη» ζωγραφική του C. Monet (σειρές Βενετίας-Νούφαρων).

Η τρίτη φάση της ζωγραφικής του, από το 1918 ως το τέλος της ζωής του, περιλαμβάνει τα έργα με τα οποία πέρασε στην ιστορία της νεοελληνικής ζωγραφικής ως ένας από τους πατέρες της ελληνικής τέχνης του 20ου αιώνα. Στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας διαμορφώνεται η τεχνοτροπική και ιδεολογική ταυτότητα της ζωγραφικής του. Τα βασικά, λαμπερά χρώματα αντικαθιστούν τους απαλούς γκρίζους ρόδινους και γαλάζιους τόνους. Έτσι, επικρατεί το κίτρινο του καδμίου, τα έντονα πορτοκαλί (βερμιγιόν), το κόκκινο του καρμινίου και το μπλε ουλτραμαρίν. Τοπία από την Αττική, τις Κυκλάδες, την Πελοπόννησο, τη Ρούμελη, αλλά και από την Αίγυπτο, το Λίβανο και την Παλαιστίνη ζωγραφίζονται κατ’ αυτό τον τρόπο, στοιχειοθετώντας μια μεσογειακή ζωγραφική. Η επίπεδη απεικόνιση και η κατάργηση της ατμοσφαιρικής προοπτικής, σε συνδυασμό με τα έντονα χρώματα, παίζουν κυρίαρχο ρόλο στη ζωγραφική του. Ακόμα, αναγνωρίζουμε στο έργο του στοιχεία από τη σχηματοποίηση της γιαπωνέζικης ζωγραφικής, τον περίτεχνο σχεδιασμό μοτίβων της art nouveau και τη ρωμαλέα απόδοση του όγκου των μορφών της ύστερης ζωγραφικής του P. Gauguin. Η τοπιογραφία, το κύριο θέμα της ζωγραφικής του αυτή την περίοδο διευρύνεται και αποκτά συμβολιστικό χαρακτήρα. Τα στοιχεία των τοπίων του και οι συνθετικές αναπλάσεις του διακρίνονται για τον ανθρωπομορφισμό τους, ο οποίος οδηγεί σε μια παραστατική αμφισημία (σε αντιστοιχία με έργα συμβολιστικής παραμόρφωσης του V. Van Gogh, του H. Matisse, του F. Hodler αλλά και του Κ. Παρθένη της ίδιας εποχής και του Σ. Παπαλουκά του τέλους της δεκαετίας του 1920.

Η τοπιογραφία αποκτά ψυχογραφική διάσταση και υπαινίσσεται τη σχέση του χώρου με το εθνικό, πολιτισμικό παρελθόν. Μαζί με τις μορφές της λαϊκής αρχιτεκτονικής που μελέτησε ως αρχιτέκτονας και ενσωμάτωσε στο έργο του, αρθρώνει εικαστικό λόγο με χαρακτηριστική αισθητική αυτονομία, χωρίς εθνοκεντρικές κορώνες. Η επίδρασή του στην πορεία και την εξέλιξη της ελληνικής ζωγραφικής υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε δικαιωματικά θεωρείται ένας από τους πατέρες της μοντέρνας τέχνης στην Ελλάδα. Ενσωματώνοντας στο έργο του χαρακτηριστικά από την παράδοση των P. Cézanne, V. Van Gogh, P. Gauguin, και καλλιτεχνών του φωβισμού κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει ένα προσωπικό σύστημα μορφών, μοναδικό σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Επιρροή του δέχτηκε ο Σ. Παπαλουκάς, ο οποίος διατηρούσε λατρεία για το έργο του, αλλά και οι καλλιτέχνες της δεκαετίας του ’30, βοηθούμενοι από το έργο του στη σύνδεσή τους με την παρισινή τέχνη. Ακόμα, πολλοί μεταπολεμικοί καλλιτέχνες που αξιοποίησαν την τοπιογραφία ως θεματική-μέσο για να εκφράσουν τις γενικότερες καλλιτεχνικές τους προθέσεις, όπως ο Π. Τέτσης αλλά και καλλιτέχνες του ρεύματος της αφαίρεσης, όπως ο Α. Κοντόπουλος, βρήκαν στην παράδοση του Κ. Μαλέα στοιχεία έμπνευσης, θεμελιώδη για την εκφραστική τους γλώσσα. Ο Μαλέας έφερε κοντά την ελληνική ζωγραφική με τη σύγχρονη τέχνη, συνοψίζοντας τα επιτεύγματα των πηγών της ευρωπαϊκής ζωγραφικής του 20ου αιώνα και δημιούργησε με το έργο του εικαστική υποδομή για τους μεταγενέστερους καλλιτέχνες.

Λέγεται ότι ο Μαλέας επηρεάστηκε κυρίως από τους τρεις μεγάλους μεταϊμπρεσιονιστές Σεζάν, Γκωγκέν και βαν Γκογκ, από τους συμβολιστές και τους φωβιστές. Αναμφισβήτητα, οι πίνακές του, που διακρίνονται για τα πολύ φωτεινά («εκτυφλωτικά») χρώματα και τις πλατιές πινελιές, έφεραν επανάσταση στα τότε στάσιμα νερά της ακαδημαϊκής αθηναϊκής ζωγραφικής.
Οι συντηρητικοί κριτικοί της εποχής του, κατηγόρησαν τα έργα του ως «τα ιδιοτροπότερα εις χρώμα και σχέδιο». Μόνον ο Φώτος Πολίτης αναγνώρισε αμέσως την αξία των έργων του Μαλέα συνιστώντας στους νεαρούς ζωγράφους «να αφήσουν προς στιγμήν τους δασκάλους τους και να σπεύσουν να πάρουν μαθήματα από τον καλλιτέχνη».
Σήμερα, το έργο του Μαλέα θεωρείται πάντα επίκαιρο, «ως θεμέλιο και σημείο αναφοράς για την αποφασιστική στροφή της ελληνικής ζωγραφικής προς τη μοντέρνα τέχνη».

Πηγές: Εθνική Πινακοθήκη

Cantus firmus blogspot

Οι παιδικοί συγγραφείς που μας “μεγάλωσαν”

Η αδυναμία στο διάβασμα, ο εθισμός στη μυρωδιά του βιβλίου και στον ήχο καθώς γυρνάς σελίδες είναι κάτι που ξεκινά από την παιδική ηλικία. Μέσα από τα βιβλία το παιδί παίρνει ερεθίσματα, διευρύνει τους ορίζοντες του, ψυχαγωγείται και ταξιδεύει στο άγνωστο, που στην παιδική ηλικία μοιάζει τόσο συναρπαστικό. Παράλληλα, όμως, τα παιδικά βιβλία δεν προσφέρουν αποκλειστικά διασκέδαση και εξερεύνηση, αλλά παίρνουν όμορφα μηνύματα που μπορεί εκείνη τη στιγμή σαν παιδί να μην τα αντιλαμβανόμαστε ακριβώς, αλλά διεισδύουν στον ψυχισμό μας και αποκρυσταλλώνονται καθώς ωριμάζουμε και αναπτυσσόμαστε. Αυτό που μπορώ να ανακαλέσω από την παιδική μου ηλικία είναι ατελείωτα καλοκαίρια συντροφιά με ένα βιβλίο, βροχερά Σαββατοκύριακα πάλι με ένα βιβλίο στο χέρι να μου κρατάει συντροφιά, αγωνία για το τέλος της ιστορίας, γέλια και συγκινήσεις. Σίγουρα, όπως και εγώ, έτσι κι εσείς έχετε διαβάσει παιδικούς συγγραφείς που σας στιγμάτισαν, σας προβλημάτισαν, ή απλά υπήρξαν το κίνητρο να γίνεται βιβλιοφάγοι και αναγνώστες. Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου, βρήκαμε αφορμή να σας παρουσιάσουμε ορισμένους από αυτούς και μέσω αυτού να τους τιμήσουμε για το όμορφο έργο που επιτέλουν.

1. Ευγένιος Τριβιζάς

Πολυγραφότατος, με πάνω από 100 βιβλία στη συγγραφική του καριέρα, ο πατέρας της Φρουτοπίας, ο εθνικός μας παραμυθάς μας έδωσε την ευκαιρία στα 33 ροζ ρουμπίνια και στα 88 ντολμαδάκια να επιλέξουμε εμείς το τέλος της ιστορίας. Μας άφησε να επιβιβαστούμε σε ένα ταξίδι σε χώρες με περίεργα ονόματα και με χαρακτήρες που έγιναν φίλοι μας. Τα παραμύθια νοτρεμύθια με την Ποπού και την Καρλότα, το Σμουμπί και το Φαγκρί, τη Μπανανόφλουδα μεγάλωσαν μια ολόκληρη γενιά σαν νέοι μύθοι του Αισώπου. Είναι περιττό να αναφέρουμε τα βραβεία που έχει αποσπάσει, τις ευρύτατες σπουδές του, γιατί το πιο σημαντικό είναι ότι μέσα από τα βιβλία του βίωσαμε το μαγευτικό αποτέλεσμα του συνδυασμού της φαντασίας και της πραγματικότητας, του συμβολισμού, του χιούμορ και της σοβαρότητας.

2. Άλκη Ζέη

Μια πολύ μεταφρασμένη συγγραφέας βιβλίων που μας πέρασαν από την παιδική ηλικία στην εφηβεία. Αλλά όπως η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της μας έδειξαν την σκληρή πραγματικότητα που σαν παιδιά αποφεύγουμε να γνωρίσουμε, αλλά σαν το καπλάνι της βιτρίνας διέγειραν τη φαντασία μας και την παιχνιδιάρικη διάθεση μας. Δε θα ξεχάσω ποτέ με πόσα δάκρυα είχα γεμίσει τον Μεγάλο περίπατο του Πέτρου. Κάθε φορά που σκέφτομαι, που έχω την ευκαιρία να διαβάζω κάποιο απόσπασμα ή να το δω διασκευασμένο στο θέατρο η συγκίνηση που νιώθω είναι η ίδια. Το μικρό αγόρι της ιστορίας κατέχει σίγουρα ένα μέρος του παιδικού μου εαυτού. Είναι μια συγγραφέας που είχαμε την τύχη να μας επισκεφθεί στο σχολείο για να μας μιλήσει και ειλικρινά επιβεβαίωσε την αγάπη μας για το έργο της.

3. Ζωρζ Σαρή

Άλλη μια συγγραφέας που υπηρέτησε το απαιτητικό μεταίχμιο παιδικής ηλικίας και εφηβείας με τον καλύτερο τρόπο. Τα βιβλία της ήταν διδακτικά. Από την κατοχή, τη Μικρασιατική καταστροφή, μέχρι το Πολυτεχνείο και τον πόλεμο στο Ιράκ η Ζωρζ Σαρή μας έμαθε την ιστορία της εποχής που έζησε μέσα από τους ανθρώπους της. Αγαπήσαμε τη Βαγία, ακόμα και να δεν την έχουμε ποτέ επισκεφθεί μέσα από τη Σοφία και τους Θησαυρούς της Βαγίας, με τη Νινέτ ταξιδέψαμε ακολουθώντας της σε όλες τις χώρες που έζησε. Αυτό που θα μου μείνει χαραγμένο είναι το συναίσθημα διαβάζοντας “Τα γενέθλια” σε παιδική ηλικία, ο αποτροπιασμός, η θλίψη που ένιωσαν με έκαναν να αποστασιοποιούμαι από οτιδήποτε απηχεί εμφυλιακές αντιλήψεις.

4. Μάνος Κοντολέων

Καθιερώθηκε ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων λόγω του ογκώδους έργου του. Ωστόσο, αν όχι όλα έστω τα περισσότερα βιβλία του είναι μάλλον στοχαστικά, χαρίζουν απλόχερα τη δυνατότητα περισυλλογής και φαίνεται να προέρχονται από έναν άνθρωπο με βαθιά κριτική σκέψη, που αναζητά, που ενημερώνεται. Είναι ένας συγγραφέας που διάβασε μεγαλώνοντας και μεγαλώνοντας ακόμα πιο πολύ εκτίμησα περισσότερο. Ανακαλώ τον εαυτό μου να διαβάζει τον Ανίσχυρο Άγγελο μια χρονιά δύσκολη για τη χώρα και τους ανθρώπους της. Ήταν ένα βιβλίο αφυπνιστικό που λειτούργησε σαν υπενθύμιση ότι υπάρχει και η άλλη πλευρά σε κάθε ιστορία και ότι πολλές φορές όσοι βρίσκονται στην “κακή” πλευρά είναι όχι μόνο αθώοι αλλά και αδικημένοι.

5. Λίτσα Ψαραύτη

Άλλη μια συγγραφέας που είχα την τύχη να συναντήσω και να συνομιλήσω, άλλη μια συγγραφέας που εκτίμησα και σαν προσωπικότητα. Η πάλη για τον έρωτά και τη ζωή, την ελπίδα και τα όνειρα είναι οι κύριοι άξονες των έργων της που γοητεύουν την παιδική και την εφηβική ηλικία. Από το χαμόγελο της Εκάτης μέχρι τα δάκρυα της Περσεφόνης χανόμασταν στο Αιγαίο και στη Σάμο που αγαπά η συγγραφέας. Μέσα από εκείνη και τις ηρωίδες της γνωρίσαμε τον αγνό εφηβικό έρωτα, που είναι όμως την ίδια στιγμή έντονος και γεμάτος πρωτόγνωρες συγκινήσεις.

6. Βούλα Μάστορη

Πολυτάλαντη, χάρισε στο κοινό της παραμύθια, μυθιστορήματα και ποιήματα. Μια συγγραφέας ευαίσθητη, τρυφερή με αυτά συναισθήματα να αναβλύζουν και στην εργογραφία της. Πραγματικά ένα προς ένα είναι όλα όχι μόνο λογοτεχνικά επιτεύγματα αλλά και ηθικοπλαστικά διδάγματα. Χωρίς να μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο, ένα βιβλίο της που με σημάδεψε ήταν η Δωριλένια. Όντας παιδί είναι πράγματι σοκαριστικό να βλέπεις τι συμβαίνει στο μυαλό ενός άλλου παιδιού με αυτισμό. Και όλο αυτό να παρουσιάζεται με τον πιο γλυκό, ειλικρινή και ανθρωπιστικό τρόπο.

7. Αγγελική Βαρελλά

Τώρα, πόσο εύκολο είναι να κλείσει κανείς μέσα σε λίγα λόγια το μεγάλο κεφάλαιο της παιδικής λογοτεχνίας Αγγελική Βαρελλά, δυσκολεύομαι να το προσδιορίσω. Μπορώ να πω με βεβαιότητα όμως πως είναι μια παραμυθού που κρατά με πάθος την πένα. Εμπνευσμένη, ακούραστη, γεμάτη χιούμορ και αισιοδοξία. Είναι η Αγγελική που στα βιβλία της τα κάνει να φαίνονται μια ομορφιά, εξοβελίζει το ρατσισμό, τις διακρίσεις και ενώνει τα παιδιά . Που νοιάζεται όχι μόνο για τα παιδιά και εγγόνια της, αλλά για όλα τα παιδιά του κόσμου. Είναι η Αγγελική Βαρελλά που δεν προλαβαίνει να αδειάσει τη βαλίτσα της αφού -όταν δε γράφει- ταξιδεύει για να συναντά τους μικρούς αναγνώστες στα σχολεία τους, σε βιβλιοθήκες ,οπουδήποτε. Θυμάμαι να διαβάζω το Δώσε την αγάπη και η παιδική μισαλλοδοξία έναντι στο ξένο και το διαφορετικό να φεύγει από πάνω μου. Αυτό το χρωστάω στην Αγγελική Βαρελλά

8. Πηνελόπη Δέλτα

Έχει μείνει στην ιστορία και δικαίως, όχι μόνο για τον έρωτά της με τον Ίωνα Δραγούμη, αλλά και για τα συγγράμματά της που μιλούν για τον Μακεδονικό Αγώνα, για την Ελλάδα όπως την έζησε, για τους απλούς και καθημερινούς ανθρώπους. Ο Μάγκας, τα Μυστικά του βάλτου είναι δύο μονο δείγματα μιας ασύγκριτης και τέλος μοναδικής συγγραφικής πορείας που ταύτισε στο μυαλό του συνόλου των αναγνωστών την Πηνελόπη Δέλτα με το Μαλεδονικό Αγώνα, τους Βαλκανικούς Πολέμους και την αντίστοιχη ελληνική κοινωνία. Αγαπήθηκε όσο λίγοι, τόσο για το έργο όσο και για την πολυτάραχη ζωή της.

9. Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Ο συγγραφέας που μεγάλωσε γενιές και γενιές. Τα ψηλά βουνά διδάσκονταν αν όχι ολοκληρωτικά έστω αποσπάσματά τους για πολλά χρόνια στα ελληνικά δημοτικά σχολεία. Εκτός της αξίας που έχει σαν λογοτεχνικό αριστούργημα το έργο περνούσε στους νεότερους πληροφορίες για έναν πιο παλιό, πιο παραδοσιακό, πιο αγνό τρόπο ζωής, για τη φύση από την οποία έχουμε απομακρυνθεί, για τις ανθρώπινες σχέσεις εν τέλει. Η παράδοση της απλότητας και της φυσικότητας αγκάλιαζε τη νέα γενιά με τα ψηλά βουνά του Παπαντωνίου και πάντα συγκινούσε…

10. Αίσωπος

Και για το τέλος δε θα μπορούσαμε να φυλάξουμε άλλον από τον Αίσωπο. Μπορεί να μην πρόκειται για παραμυθά με την ακριβή έννοια της λέξης, αλλά σήμερα πιστεύουμε ότι κάθε παραμύθι ακόμα και το πιο απλό στην πραγματικότητα κρύβει πολλούς συμβολισμούς. Έτσι και στους μύθους του Αισώπου μπορεί να υπερείχε το συμβολικό στοιχείο δεν έπαυαν όμως να είναι ιστορίες που μας διασκέδαζαν, μας προκαλούσαν γέλιο, αλλά πάντα μας έκαναν να σκεφτόμασταν και να αναρωτιόμασταν. Πράγματι μοιάζαμε με την αλεπού; Με το λιοντάρι; Με τη χελώνα και το λαγό;; Υπάρχουν πολλά από αυτά τα είδη στην κοινωνία, ανάμεσα μας και θα πρέπει να ευχαριστήσουμε τον Αίαωπο που μας έμαθε να τα ξεχωρίζουμε, να τα διακρίνουμε.

Η Σαρλότ Μπροντέ που αγάπησα

1. Λίγα λόγια για τη ζωή της

Η Σαρλότ Μπροντέ απεβίωσε μα μέρα σαν σήμερα το 1855. Ήταν η μεγαλύτερη από τις Αδελφές Μπροντέ. Γεννήθηκε στο Θόρντον του Γιορκσάιρ (Αγγλία) το 1816 και ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά του Ιρλανδού κληρικού Πάτρικ Μπροντέ και της Μαρία Μπράνγουελ. Μετά το θάνατο της μητέρας της από καρκίνο, την ανατροφή της καθώς και των αδελφών της ανέλαβε η θεία της, ενώ τον Αύγουστο του 1824, η Σαρλότ, μαζί με την Έμιλι, τη Μαρία και την Ελίζαμπεθ, στάλθηκαν σε εκκλησιαστικό σχολείο στο Λάνκασαϊρ. Οι κακές συνθήκες του σχολείου επηρέασαν την υγεία και τη φυσική κατάσταση της Σαρλότ, ενώ επέσπευσαν το θάνατο των δυο μεγαλύτερων αδελφών της (Μαρία και Ελίζαμπεθ) από φυματίωση το 1825.
Στο πατρικό τους σπίτι, η Σαρλότ μαζί με τα αδέλφια της, Μπράνγουελ, Έμιλι και Άννα, άρχισαν να γράφουν για τη ζωή και τα έργα των κατοίκων των φανταστικών βασιλείων τους: η Σαρλότ κι ο Μπράνγουελ για το βασίλειο της Άνγκρια, η Έμιλι κι η Άννα για το βασίλειο του Γκόνταλ.
Η Σαρλότ συνέχισε την εκπαίδευσή της κι έγινε δασκάλα. Από το 1839 ως το 1841 δούλεψε ως οικονόμος σε αρκετές οικογένειες, ενώ το 1842 μαζί με την Έμιλι εργάστηκαν σε ένα οικοτροφείο στις Βρυξέλλες, μέχρι το θάνατο της θείας τους το 1842.
Το 1843, η Σαρλότ επέστρεψε στο οικοτροφείο, όπου έγινε μοναχικός χαρακτήρας, νοσταλγούσε το πατρικό της σπίτι κι ήταν ιδιαίτερα δεμένη με τον εργοδότη της, Κονσταντέν Εζέ. Επέστρεψε το 1844 και τα βιώματά τής ενέπνευσαν κάποια από τα μετέπειτα έργα της.
Το 1846, η Σαρλότ, η Έμιλι κι η Άννα εξέδωσαν μια ποιητική συλλογή με τα ψευδώνυμα Κάρερ, Έλλις και Άκτον Μπελ.

Η εργογραφία της περιορίζεται σε τέσσερα μυθιστορήματα:

  • Jane Eyre «Τζέιν Έιρ» (1847)
  • Shirley «Σίρλεϊ» (1849)
  • Villette «Βιλέτ» (1853)
  • The Professor «Ο Καθηγητής» (1857)

Τα έργα της δεν βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση από τους κριτικούς, ενώ υπήρξαν αρκετές συζητήσεις για την πραγματική ταυτότητα του «Κάρερ Μπελ». Το πρώτο της βιβλίο, «Ο Καθηγητής», ήταν εμπνευσμένο από τον έρωτα της για τον Εζέ, ενώ μεγάλη επιτυχία κι αναγνώριση της έφερε η Τζέιν Έιρ, που ήταν ουσιαστικά σαν αυτοβιογραφία της.
Πέθανε το 1855 ένα χρόνο μετά τον γάμο της με τον Άρθουρ Μπελ Νικόλς και κατά την διάρκεια εγκυμοσύνης. Τα περισσότερα στοιχεία για τη ζωή της είναι γνωστά από τη βιογραφία της, από την Ελίζαμπεθ Γκάσκελ.

2. Λίγα λόγια για το έργο της

Σε αντίθεση με την δυσχερέστατη και μίζερη, εξωτερικά τουλάχιστον ζωή της, τα έργα της βρίθουν πάθους, δίψας για ζωή, φιλοδοξία και αγώνα για επιβίωση, για αγάπη, για συντροφικότητα. Όλα χαρακτηρίζονται από έντονο ρομαντισμό και λυρισμό και είναι κυρίως εμπνευσμένα από τις προσωπικές της εμπειρίες. Η ροή είναι κοινή κια στα τέσσερα βιβλία της. Ξεκινά λοιπόν η Μπροντέ να στήνει μια σκηνή γύρω από την οποία θα διαδραματίστει το κύριο περιστατικό. Αυτή η σκηνή περιπλέκεται αρμονικά με το παρελθόν των πρωταγωνιστών, με αποτέλεσμα τίποτα από όσα θα εκτυλιχθούν εν συνεχεία να μην ξενίζει. Συνήθως οι περιγραφές αυτές, το ταξίδι στη ζωή των πρωταγωνιστών είναι εκτενέστατο, ώστε μέσα από αυτό να διαγράφονται οι χαρακτήρες, να δικαιολογούνται οι συμπεριφορές και να προοικονομούνται με τον πιο διακριτικό τρόπο όσα πρόκεινται να ακολουθήσουν. Η μαγεία στο γράψιμό της εντοπίζεται στο ότι η ροή που περιγράψαμε παραπάνω δεν απέχει από αυτή του ποταμού. Έτσι, η αρχή είναι ομαλή, θα έλεγε κανείς μάλλον συνηθισμένη, στη συνέχεια που και που το ρεύμα αλλάζει και άλλοτε αγριεύει, άλλοτε γαληνεύει. Μέχρι που έρχεται το σημείο του καταρράκτη. Τότε που όλα ανατρέπονται, που οι προσδοκίες καταρρέουν, που οι ήρωες βρίσκονται έρμαιοι στα χέρια της μοίρας. Το αν θα αγωνιστούν να την νικήσουν είναι καθαρά δική τους απόφαση. Κάποιοι παλεύουν και νικούν την ορμή του ποταμού, καταλήγοντας σε μια όαση. Άλλοι πάλι, λιγότερο τολμηροί ή αδύναμοι αφήνοται. Το που θα καταλήξουν τότε εξαρτάται από τους τολμηρούς. Σε κάθε περίπτωση όμως, το τέλος είναι αυτό που αρμόζει στις επιλογές του καθενός, ευτυχισμένο ή δυστυχισμένο.

3. Λίγα λόγια για τους ήρωές της

Αυτό που η Σαρλότ Μπροντέ επιτυγχάνει με μοναδικό τρόπο είναι να συμπορεύσει την απόλυτη παράδοση που αισθάνεται κάποιος στον έρωτα με την εγωιστική εγκράτεια που επέβαλε η εποχή μέσα στην οποία έζησε και δηιούργησε. Δεν έπλασε ήρωες που θυσιάζουν τα πάντα για το όνειρό τους ,έπλασε ανθρώπους προσγειωμένους στην πραγματικότητα που πασχίζουν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Μοιάζει σα να πήρε τα πορτρέτα των ανθρώπων που συνάντησε στη ζωή της και να τα επεξεργάστηκε περίτεχνα, κτίζοντας γύρω από την εμφάνιση και τους τρόπους τους αληθοφανείς και ρεαλιστικούς χαρακτήρες με τα ελαττώματα και τις ατέλειες. Η Σαρλότ απεχθανόταν την τελειότητα ή μάλλον οι θρησκευτικές της αντιλήψεις την ώθησαν στο να πιστεύει πως η τελειότητα δεν ταιριάζει στον άνρθωπο παρά μόνο στο Θεό. Η άποψη αυτή, ακόμα και αν ήταν βαθιά ριζωμένη μέσα της λόγω της αγγλικανής παιδείας που πήρε ήταν καθόλα ευεργετική για το έργο της. Οι “αντήρωες” των ιστοριών της είναι προσιτοί στον αναγνώστη, βλέπει μέσα σε αυτούς τον εαυτό του, τις δικές του ελλέιψεις. Διευκολύνει όλη αυτή η διαδικασία την ταύτιση και την παρακολούθηση των ενεργειών των πρωταγωνιστών. Αλλά και οι φιγούρες που τους περιτριγυρίζουν είναι αριστοτεχνικά φτιαγμένες, προσεγμένες μέχρι και στην λεπτομέρεια, ώστε τίποτα να μην φαίνεται παράλογο, περιττό, ανούσιο ή οξύμωρο.

Εκτός των άλλοων, η Σαρλότ άλλαξε συνειδητά τον όρο “έρωτας” από αυτό που σήμαινε στην εποχή της και ιδιαίτερα όσον αφορά τις γυναίκες, με έναν τρόπο που επηρέασε την κοινωνία μας πολύ περισσότερο από τις ταπεινές της προσδοκίες και, ίσως, πέρα ακόμα κι από τις προθέσεις της. Για εκείνη έρωτας ήταν απελυθέρωση, όχι υποδούλωση. Η παράδοση τους ενός στον άλλο ήταν πάντα αμφίδρομη και δε σήμαινε τον παραγκωνισμό της περηφάνειας (όχι της εγωπαθούς αλλά αυτής που ταιριάζει σε κάθε άνθρωπο με αυτοσεβασμό), των επιθυμιών και των μελλοντικών σχεδίων, όπως ήταν διαδεδομένο στη Βικτωριανή εποχή. Οι γυναίκες στο έργο της είναι γυναίκες κοινές, που έχουν βιώσει τις δυσκολίες της ζωής, κυρίως οικονομικά και κοινωνικά αδύναμες, αλλα έχουν μια ασύγκριτη εσωτερική δύναμη, έναν ενθουσιασμό, μια βαθιά σιγουριά με την οποία πορεύονται. Δεν είναι μόνη τους έγνοια ο καλλωπισμός προκειμένου να πετύχουν ένα καλό γάμο, αλλά η μόρφωση και η καλλιέργεια, η πίστη στις αρχές και στα όνειρά τους, όσο ταπεινά και αν είναι αυτά. Ερωτεύονται όχι τη δύναμη ή τα χρήματα, αλλά την ψυχή του ανθρώπου που έχουν απέναντί τους. Και αυτό ακριβώς ερωτεύονται με τη σειρά τους οι ίδιοι, αφού οι πρωταγωνίστριες της Σαρλότ ποτέ δεν αυγκαταλέγονται στα κλασικά πρότυπα γυναικείας ομορφιάς. Η απλότητα και η φυσικότητα είναι αυτά τα στοιχεία που τις κάνουν να ξεχωρίζουν. Σε αυτά συγκατελέγονται βέβαια και ο φεμινισμός του που συμπορεύεται με την αντιθετική ταπεινή τους θέση. Εξωτερικά γυναίκες παγιδευμένες σε μια κοινωνία ανδροκρατούμενη, εσωτερικά όμως δυνατές, με πυγμή, φιλοδοξίες και ελπίδα. Έχουν θάρρος, όχι θράσος, αγαπούν βαθιά και ουσιαστικά και όχι επιφανειακά, έχουν σεβασμό στον εαυτό τους και αυτοπεποίθεση, μαζί με επίγνωση όμως της θέσης και των δυνατοτήτων τους, έχουν ελαττώματα, αλλά τα προτερήματά τους είναι τόσο σπάνια που μαγεύουν στους άνδρες συμπρωταγωιστές τους. Δεν τους τυφλώνουν όμως, γιατί τις ερωτεύονται όχι για αυτό που δείχνουν στους άλλους και στην κοινωνία αλλά για αυτό που είναι και δείχνουν μόνο σε αυτούς.

4. Λίγα λόγια για τα βιβλία της

Τζέην Έυρ

Το πιο αναγωνρίσιμο βιβλίο της είναι χωρίς αμφιβολία, η Τζέην Έυρ, ένα μυθιστόρημα ρομαντικό που περιγράφει τον έρωτα μια γκουβερνάντας με τον κύριο του σπιτιού. Η Τζέην της ιστορίας είναι μια ορφανή κοπέλα που οδηγείται σε οικοτροφείο από τη θεία της, η οποία δεν επιθυμεί να την αναθρέψει. Εκεί διαβιώνει με δυσκολία, καθώς η ψυχοσύνθεσή της συνθίβεται από την αυστηρότητα, την πείνα και τις αρρώστιες. Η διαμονή της στο ίδρυμα για οκτώ χρόνια την κάνει πιο δυνατή και την προικίζει με γνώσεις, με αποτέλεσμα να γίνει δασκάλα. Με την ιδιότητά της αυτή, προσλαμβάνεται ως γκουβερντάντα ενός μικρού κοριτσιού στο Θόρνφιλντ. Εκεί γνωρίζει τον Έντουαρντ Ρότσεστερ. Η σχέση τους εξελίσσεται από φιλία και έναν δυνατό έρωτα που όμως δεν καταφέρνει να τους ενώσει, διότι τους χωρίζουν ανυπέρβλητα εμπόδια. Η Τζέην αναγκάζεται να φύγει και να ζήσει απομονωμένη μακριά από όλους και όλα. Ο έρωτάς της όμως δεν κατευνάζεται και επιστρέφει κοντά στον αγαπημένο της.

Ο Καθηγητής

Το πρώτο της έργο, σχεδόν αυτοβιογραφικό, περιγράφει τη ζωή ενός νέου που φεύγει από την πατρίδα του μετά από τη διάψευση των προσδοκιών του να δουλέψει ως έμπορος. Καταλήγει στις Βρυξέλλες να εργάζεται ως καθηγητής Αγγλικών σε σχολείο αρρένων και μετέπειτα και θηλέων. Τα αισθήματά του θα γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης, μέχρι να γνωρίσει και να αγαπήσει μια μαθήτριά του, τη Φράνσις που εργάζεται παράλληλα ως δασκάλα στο ίδιο σχολείο. Θα περάσουν μέσα από 40 κύματα ώσπου να καταφέρουν να είναι μαζί. Θα νικήσει όμως στο τέλος, η αγάπη, η ταπεινότητα και η αέναη προσπάθειά τους για κάτι καλύτερο, οι αρχές και το ήθος έναντι στην ανηθικότητα που κυριαρχούσε τους κύκλους τους.

Βιλέτ

Δημοσιευμένο τον Ιανουάριο του 1853, πέντε χρόνια μετά την εκπληκτική επιτυχία της “Τζέην Έυρ”, το μυθιστόρημα Βιλέτ αφηγείται την ιστορία μιας νεαρής κοπέλας ώς τη στιγμή που η ζωή της κατασταλάζει. Μεγάλα κομμάτια του, μεταπλασμένα με αριστοτεχνικό τρόπο σε λογοτεχνία, αποτυπώνουν μάλλον τη ζωή της ίδιας της Σάρλοτ Μπροντέ. Λεπτότατες ψυχολογικές παρατηρήσεις παρακολουθούν την περιπέτεια της ηρωίδας λεπτό προς λεπτό: έναν απροσδόκητο έρωτα, μια μεγάλη αγάπη, την αγωνία, τη μοναξιά, το θάρρος ενός ανθρώπου που ψάχνει το δρόμο του. Ο αναγνώστης παρασύρεται σ’ άλλον χρόνο, συνδιαλέγεται, εισχωρεί στο τοπίο του 19ου αιώνα.

Σίρλεϊ

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στο Γιόρκσαϊρ του 1811-12, κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής ύφεσης που προκλήθηκε στην Αγγλία, εξαιτίας των Ναπολεόντειων πολέμων και του πολέμου του 1812 και εκτυλίσσεται με φόντο τις εξεγέρσεις των Λουδιτών στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας του Γιόρκσαϊρ. Το μυθιστόρημα αποτελείται από δύο σκέλη που συνυφαίνονται. Το πρώτο αφορά στους αγώνες των εργαζομένων ενάντια στους ιδιοκτήτες των κλωστοϋφαντουργικών μύλων και το δεύτερο αφορά στην έντονη εσωτερική συναισθηματική ζωή των δύο ηρωίδων του βιβλίου.
Η Σίρλεϊ, είναι μια ισχυρή και πεισματάρα κοπέλα, που μετακομίζει σε ένα μικρό χωριό όπου έχει κληρονομήσει μία τεράστια έκταση γης, ένα σπίτι και έναν μύλο. Ο Ρόμπερτ Μουρ υπενοικιάζει αυτόν τον μύλο και τον λειτουργεί ως κύριος ιδιοκτήτης της επιχείρησης. Το εμπόριο δεν πάει καλά και πολλοί έμποροι αντιμετωπίζουν ενδεχόμενη πτώχευση. Οι ιδιοκτήτες μύλων όπως ο Ρόμπερτ Μουρ, αναγκάζονται να διώξουν πολλούς από τους εργαζόμενούς τους. Η φτώχεια και η απόγνωση του κόσμου οδηγεί σε μεγάλη ένταση μεταξύ των αγροτών και της ανώτερης τάξης και οι κληρικοί βρίσκονται ανάμεσά τους. Ο Ρόμπερτ Μουρ ασχολείται πάρα πολύ με την προβληματική δουλειά του και δεν δίνει προσοχή στη μακρινή ξαδέλφη του, την ευαίσθητη και ντελικάτη Κάρολαϊν Χέλστοουν που είναι κρυφά ερωτευμένη μαζί του. Η Κάρολαϊν και η Σίρλεϊ γίνονται επιστήθιες φίλες. Ο Ρόμπερτ σκέπτεται το γάμο με την πλούσια και ανεξάρτητη Σίρλεϊ, για να ξεφύγει από το οικονομικό του αδιέξοδο, αλλά βαθειά μέσα στην καρδιά του έχει την ξαδέλφη του, Κάρολαϊν. Ενώ η Κάρολαϊν προσπαθεί να καταστείλει τα αισθήματά της για τον Ρόμπερτ, πεπεισμένη ότι εκείνος δε θα ανταποδώσει ποτέ την αγάπη της, η Σίρλεϊ τρέφει συναισθήματα για κάποιον, που κανείς δεν μπορεί να υποπτευθεί..

5. Προσωπικότητες που ξεχώρισα

Τζέην Έυρ (από το ομώνυμο βιβλίο)

Η Τζεην Ευρ είναι μια ήρεμη δύναμη, μια φιλομαθής νέα που υπερασπίζεται τον εαυτό της, τα θέλω της και τις αρχές της. Απορροφά τη γνώση σαν σφουγγάρι και σε αυτή βλέπει τη μόνη διαφυγή από μια πραγματικότητα που την ταλανίζει. Έχει αυτογνωσία χωρίς όμως έλλειψη αυτοπεποίθησης. Έχει θάρρος να εκφράζει τη γνώμη της με ειλικρίνεια και είναι υπέρμαχος του σωστού και του δικαίου ηθικά. Ο έρωτας της είναι αγνός και ολοκληρωτικός, όπως είναι και η ίδια. Αγαπά τους ανθρώπους, συγχωρεί και πάρα το νεαρό της ηλικίας της είναι ώριμη και κατασταλαγμένη.

Έντουαρντ Ρότσεστερ (από το βιβλίο Τζέην Έυρ)

Από την άλλη πλευρά, το αντικείμενο του πόθου της Τζέην είναι ένας άντρας εύστοχος, εύστροφος και οξυδερκής, βαθύς όμως σε αντίθεση με άλλους της αντίστοιχης κοινωνικής και οικονομικής θέσης. Μοιάζει να αναζητά μια γαλήνη, μια εσωτερική ηρεμία, ένα λιμάνι γιατί διαρκώς διώκεται από τον κόσμο και τον εαυτό του. Αυτό το βρίσκει στα μάτια της Τζέην που αγαπά με πάθος ενός νέου και με στοργικότητα ενός πεπειραμένου. Όταν την χάνει, χάνει και τον εαυτό του, την καλή εκδοχή του εαυτού του, που εκείνη του χαρίζει, αφήνεται. Θα πρέπει μόνο να βρεθούν πάλι κοντά για να ξαναγεννηθεί ο δυναμικός, με χιούμορ και ενσυναίσθηση άνδρας που αγάπησε η Τζέην.

Γουίλιαμ Κρίμσγουορθ (από το βιβλίο Καθηγητής)

Ο καθηγητής είναι ένας άνδρας νέος, αλλά μόνος. Αναζητά το αποκούμπι στον αδελφό του και μετέπειτα και σε φίλους, αλλά κανείς δεν του συμπεροφερεται όπως του αρμόζει με αποτέλεσμα να πορεύεται μόνος του. Είναι αυστηρός στις αρχές και έχει κυριαρχία των συναισθημάτων του, αγαπά τη διδασκαλία και τους μαθητές του. Για αυτόν ο έρωτας είναι κάτι που έρχεται σταδιακά και πορεύεται από το θαυμασμό των αρετών της συντρόφου, όχι των εξωτερικών αλλά των εσωτερικών.

6. Η Σαρλότ Μπροντέ εμπνέει την 7η τέχνη

Τα βιβλία της έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο αλλά και στη μικρή οθόνη και έχουν αγαπηθεί από τους θεατές παγκοσμίως. Πάρτε μια γεύση :

    • 1997: Jane Eyre, με σκηνοθέτη τον Robert Young, και πρωταγωνιστές Ciarán Hinds and Samantha Morton
    • 2006: Jane Eyre, a BBC series starring Toby Stephens (Mr. Rochester), Ruth Wilson (Jane) and Georgie Henley (Young Jane)

15 αποφθέγματα του Βαν Γκογκ που έμειναν στην ιστορία

1. «Είναι καλό να αγαπάς πολλά πράγματα, γιατί εκεί βρίσκεται η πραγματική δύναμη. Όποιος αγαπά πολύ, κάνει πολλά, μπορεί να καταφέρει πολλά και κάθε τι που γίνεται στην αγάπη γίνεται πολύ καλά.»

2. «Τα μεγάλα πράγματα έγιναν μετά από μία σειρά μικρότερων πραγμάτων που ήρθαν κοντά.»

3. «Πως θα ήταν η ζωή αν δεν είχαμε το κουράγιο να πετύχουμε τίποτα;»

4. «Η συνείδηση είναι η πυξίδα του ανθρώπου.»

5. «Έβαλα την καρδιά και την ψυχή μου στη δουλειά μου και έχασα το μυαλό μου κατά τη διάρκεια.»

6. «Μία μεγάλη φωτιά καίει μέσα μου, αλλά κανείς δεν σταματά να ζεστάνει τον εαυτό του σε αυτή, οι περαστικοί βλέπουν μόνο ένα ίχνος καπνού.»

7. «Οι κοντινοί μας φίλοι είναι πραγματικός θησαυρός της ζωής. Μερικές φορές μας ξέρουν καλύτερα απ’ ότι εμείς τους εαυτούς μας. Με ευγενική ειλικρίνεια, είναι πρόθυμοι να μας καθοδηγήσουν και να μας υποστηρίξουν. Μοιράζονται το γέλιο και το δάκρυ μας. Η παρουσία τους μας θυμίζει ότι ποτέ δεν είμαστε μόνοι.»

8. «Συχνά σκέφτομαι πως η νύχτα είναι πιο ζωντανή και πιο πλούσια χρωματισμένη από ότι η μέρα.»

9. «Το να είσαι φυσιολογικός είναι ένας πλακόστρωτος δρόμος. Είναι άνετος να περπατάς αλλά δεν φυτρώνουν λουλούδια σε αυτόν.»

10. «..έχω τη φύση, τη τέχνη και την ποίηση και αν αυτό δεν είναι αρκετό, τότε τι είναι;»

11. «Κάποτε ο θάνατος θα μας πάει σε άλλο αστέρι.»

12. «Ονειρεύομαι αυτό που θέλω να ζωγραφίσω και μετά ζωγραφίζω το όνειρό μου.»

13. «Δεν ξέρω τίποτα με σιγουριά, αλλά το να βλέπω τα αστέρια με κάνει να ονειρεύομαι.»

14. «Δεν υπάρχει τίποτα πιο καλλιτεχνικό από το να αγαπάς κάποιον.»

15. «Εάν ακούς μία φωνή μέσα σου να σου λέει πως δεν μπορείς να ζωγραφίσεις, τότε με κάθε μέσο ζωγράφισε και η φωνή θα σιωπήσει.»

Σκέψεις ενός εμβληματικού καλλιτέχνη..

Ο Βαν Γκογκ μέσα από τα μάτια του Πωλ Γκωγκέν και η θυελλώδης σχέση των δύο ζωγράφων

1. Ο καλλιτέχνης

Ο Πωλ Γκωγκέν (Eugène Henri Paul Gauguin / 1848 – 1903) είναι Γάλλος ζωγράφος, εκπρόσωπος του ρεύματος του μετα-ιμπρεσιονισμού και έντονα πειραματικός καλλιτέχνης που επηρέασε τα ρεύματα της μοντέρνας τέχνης. Θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών.

Ο Γκωγκέν γεννήθηκε στο Παρίσι αλλά πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Λίμα του Περού. Σπούδασε στην Ορλεάνη της Γαλλίας και στη συνέχεια ταξίδεψε με εμπορικά πλοία και αργότερα με το Γαλλικό Ναυτικό περίπου έξι χρόνια. Το 1870 επέστρεψε στη Γαλλία και δούλεψε ως βοηθός χρηματιστή. Παράλληλα, ζωγράφιζε με τον Καμίλ Πισαρό και τον Σεζάν. Μέχρι το 1886 βρίσκονταν σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές καλλιτέχνες και συμμετείχε με έργα του στις εκθέσεις τους.

Μετά από μια παρένθεση στην Κοπεγχάγη όπου προσπάθησε να ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις επέστρεψε στο Παρίσι και αφοσιώθηκε στην ζωγραφική. Από το 1886 έως το 1891 ο Γκωγκέν έζησε κυρίως στην περιοχή της Βρετάνης. Επηρεασμένος από τον ζωγράφο Εμίλ Μπερνάρ ο Γκωγκέν άλλαξε ιδιαίτερα το ύφος της ζωγραφικής του. Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ζωγραφικής του έγιναν η χρήση μεγάλων επιφανειών και έντονων χρωμάτων. Δήλωνε απογοητευμένος από τον ιμπρεσιονισμό και στράφηκε περισσότερο στην αφρικανική τέχνη και την τέχνη της Ασίας. Παράλληλα, ήρθε σε επαφή με το έργο του Βίνσεντ βαν Γκογκ, με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά και τον επισκέφθηκε για ένα διάστημα δύο μηνών στην Αρλ. Τόσο ο Γκωγκέν όσο και ο Βαν Γκογκ έπασχαν από κατάθλιψη και η συγκατοίκησή τους κατέληξε σε έντονη διαμάχη, με τελική συνέπεια ο Βαν Γκογκ να κόψει μέρος του αριστερού αυτιού του, αφού προηγουμένως είχε απειλήσει να σκοτώσει τον Γκωγκέν.

2. Συνάντηση με Βαν Γκογκ

Στην Αρλ συναντά τον γνωστό ζωγράφο Πωλ Γκωγκέν και αποφασίζουν να συγκατοικήσουν. Μία στενή φιλία ξεκινάει, καθώς ο Βαν Γκογκ βλέπει στο πρόσωπο του Γκωγκέν τον πολύτιμο φίλο, που πάντα αναζητούσε.

Ειλικρινά, ζωγραφίζεις σαν τρελός”, είχε πει κάποτε ο Γκωγκέν στον Βαν Γκογκ. Τα δύο ιερά τέρατα της ζωγραφικής δεν τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους. Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ χαρακτήριζε τις πινελιές του Γκωγκέν «δειλές» και «προσεγμένες». Και ο Γκωγκέν θεωρούσε τον Βαν Γκογκ «τρελό». Εκείνος όμως ονειρευόταν να μετατρέψει το «κίτρινο σπίτι» σε ατελιέ, το οποίο επέλεξε να μοιραστεί με τον Γκωγκέν των τροπικών θεμάτων. Από τον Οκτώβριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1888 έζησαν κάτω από την ίδια στέγη.
Ο Βίνσεντ σε όλη τη ζωή του μαστιζόταν από οικονομική ανασφάλεια. Ο Γκωγκέν έλυσε πρακτικά προβλήματα, όπως μαγείρεμα στο σπίτι. Επίσης, «τα πρώτα έξοδα για τα οποία μερίμνησε ήταν αυτά των νυχτερινών περιπάτων “υγιεινής”», δηλαδή τα πορνεία. Τα σύννεφα δεν άργησαν όμως να εμφανιστούν, μια ανταγωνιστικότητα άρχισε να διαμορφώνεται, που ίσως πήγαζε από τη χαμηλή αυτοπεποίθηση του Βαν Γκογκ, σε αντίθεση με τον Γκογκέν, του οποίου το αστέρι είχε αρχίσει να ανατέλλει. «Ανάμεσα σε δύο υπάρξεις, ο ένας ένα τέλειο ηφαίστειο, ο άλλος με τρικυμιώδη ψυχή, η σύγκρουση καραδοκούσε», αφηγείται ο Γκωγκέν.
Η κρίση στο «κίτρινο σπίτι» έφτασε. Ο Γκωγκέν αποφάσισε να φύγει, κάτι που έκανε μόλις ο φίλος του, στις 23 Δεκεμβρίου 1888, με μια λεπίδα ξυρίσματος ακρωτηρίασε το αυτί του, το οποίο δώρισε μετά σε μια πόρνη που επισκεπτόταν συχνά (εκείνη λιποθύμησε όταν άνοιξε το πακέτο). Ο μύθος του τρελού, εμπνευσμένου ζωγράφου μόλις γεννιόταν, αλλά οι δύο ζωγράφοι δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά.Παρά την ειλικρινή αγάπη του Γκωγκέν για τον Βαν Γκογκ, αλλά και τις κοινές καλλιτεχνικές τους ανησυχίες, o Γκωγκέν από μακρύνθηκε. Ο κύριος λόγος ήταν οι ιδιοτροπίες και οι παραξενιές του Βαν Γκογκ, που κατέστησαν την συγκατοίκηση ανυπόφορη.

Ο Γκωγκέν σε κακή ψυχολογική κατάσταση άφησε την Ευρώπη το 1891 και ταξίδεψε στην Πολυνησία. Εγκαταστάθηκε στην Ταϊτή και αργότερα στις νήσους Μαρκησίες, όπου πέρασε σχεδόν όλη την υπόλοιπη ζωή του, πραγματοποιώντας μόνον μία μόνο επίσκεψη στην Γαλλία. Τα έργα της περιόδου αυτής θεωρούνται ίσως τα καλύτερα δείγματα της δουλειάς του και ξεχωρίζουν για τον έντονο συμβολισμό τους και τον πολλές φορές θρησκευτικό χαρακτήρα τους, εμφανώς επηρεασμένος από τον πολιτισμό των ιθαγενών της Πολυνησίας. Το σύνολο του έργου του Γκωγκέν, και κυρίως οι πειραματισμοί του γύρω από τη χρήση των χρωμάτων, θεωρείται πως επηρέασαν σημαντικά τα καλλιτεχνικά ρεύματα του 20ού αιώνα.

3. Το έργο

Αυτό που έμεινε από τη θυελλώδη σχέση του είναι ο πίνακας του Βαν Γκογκ καλλιτεχνιμένος από τον Γκωγκέν. Τα χρώματα στην παλέτα του ζωγράφου, προσεγμένες πινελιές και το θέμα ο Βαν Γκογκ με τα όμορφα ηλιοτρόπια του, που φήμες λένε ότι τα επέλεγε σαν θεματολογία διότι δεν είχε χρήματα για κανονικά μοντέλα. Η μορφή στον πίνακα αν και αλλοιωμένη πρόκειται ξεκάθαρα για τη μελαγχολική μορφή του ζωγράφου. Η πανδαισία των χρωμάτων θυμίζει έντονα τους πίνακές του Βαν Γκογκ ίσως επιρροή του ενός προς τον άλλο ίσως χρήση για καλύτερη απόδοση του εικονιζόμενου, πλησιέστερη στα δικά του γούστα. Αποτύπωση της συγκατοίκησης και της φιλίας που κατέληξε σε απομάκρυνση αυτός ο πίνακας είναι ιστορικός τόσο για αυτόν που τον δημιούργησε όσο για αυτόν που δημιουργήθηκε.

4. Εκόμισε εις την Τέχνην

Κοσμικός, φιλόδοξος, χαρισματικός και κυρίως αυτοδίδακτος, ο Πωλ Γκωγκέν, θα παρατήσει πιάσει τα πινέλα επηρεασμένος από την ιμπρεσιονιστική τεχνοτροπία: αυτό το ρεύμα που αρχικά θα τον ενθουσιάσει, θα το εγκαταλείψει με βδελυγμία σχεδόν, αναζητώντας πιο καθαρούς τρόπους για να φτάσει στα βαθύτερα της ανθρώπινης ύπαρξης. Θα τελειοποιήσει το ζωγραφικό του ύφος που θα γίνει γνωστός ως Συνθετισμός (επειδή παρουσιάζει μια εκδοχή της πραγματικότητας μέσω της μνήμης, και όχι της εκ του φυσικού απόδοσης του θέματος). Ο καλλιτέχνης δεν είναι πλέον υποχρεωμένος να σέβεται τη φόρμα και το χρώμα. Ο Γκωγκέν θα εγκαταλείψει τα εγκόσμια στην καμπή μια νέας εποχής για την ιστορία της τέχνης. Το έργο του θα αποτελέσει το έναυσμα για μια νέα πορεία. Θα γίνει ο θεμελιωτής του πριμιτιβισμού και θα ανοίξει το δρόμο για τον γερμανικό Εξπρεσιονισμό. Παράλληλα οι πεποιθήσεις και η φιλοσοφία του, όπως εκφράστηκαν μέσα από το έργο του άλλα και τη στάση ζωής του, χαρακτηρίζονται από μια διαρκή διαμαρτυρία εναντία στα δείνα της βιομηχανικής καπιταλιστικής κοινωνίας της Ευρώπης. Επίσης, ανήκει στους πρωτοπόρους που εναντιώθηκαν στο αίσθημα ανωτερότητας των Ευρωπαίων απέναντι στους ιθαγενείς, τους οποίους θεωρούσαν βάρβαρους και τους οποίους επιδίωκαν με κάθε τρόπο να εκπολιτίσουν. Ο Γκωγκέν σέβεται και εξυμνεί τα ήθη και τα έθιμα μιας κοινωνία στην οποία δεν υπάρχει η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον συνάνθρωπο του και οι ανθρώπινες σχέσεις διέπονται από την αρχή της ελευθερίας.