Σαν σήμερα πεθαίνει ο αγαπημένος ψυχολόγος και συγγραφέας. Έλεγε: Η παιδαριώδης αγάπη ακολουθεί την αρχή: «Αγαπώ επειδή με αγαπούν». Η ώριμη αγάπη ακολουθεί την αρχή «με αγαπούν επειδή αγαπώ». Η ανώριμη αγάπη λέει: «Σ’ αγαπώ επειδή σε χρειάζομαι». Η ώριμη αγάπη λέει: «Σε χρειάζομαι επειδή σ’ αγαπώ».
Αν ένα πρόσωπο αγαπά μονάχα ένα άλλο πρόσωπο και αδιαφορεί για τους άλλους συνανθρώπους του, η αγάπη του δεν είναι αγάπη, αλλά μεγενθυμένος εγωισμός. Αν αγαπώ πραγματικά έναν άνθρωπο, τότε αγαπώ όλους τους ανθρώπους, αγαπώ όλον τον κόσμο, αγαπώ τη ζωή. Αυτή είναι η αδελφική αγάπη και βρίσκεται στη βάση κάθε άλλης αγάπης.
Η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να διεγερθεί από την αγωνία της μοναξιάς. Καμιά φορά από ματαιοδοξία. Η πηγή της μπορεί να είναι η επιθυμία για κατάκτηση, για εκδίκηση ή για καταστροφή. Η αγάπη είναι μόνο ένα από τα δυνατά συναισθήματα που μπορούν να προκαλέσουν σεξουαλική επιθυμία. Οι περισσότεροι άνθρωποι εύκολα ξεγελιούνται και πιστεύουν ότι είναι ερωτευμένοι όταν επιθυμούν ο ένας τον άλλον σεξουαλικά. Η αγάπη μ.π.ο.ρ.ε.ί να εμπνεύσει την επιθυμία για σεξουαλική ένωση κι όταν γίνει αυτό, η σωματική σχέση είναι ένα με την τρυφερότητα. Αν η επιθυμία για σωματική ένωση δεν έχει προκληθεί από αγάπη, τότε ποτέ δεν οδηγεί σε κάτι πέρα από μια φευγαλαία ένωση.
Η ώριμη ερωτική αγάπη θα πρέπει να είναι ουσιαστικά, μια πράξη θέλησης. Να δεσμεύει κανείς τη ζωή του απόλυτα στη ζωή ενός άλλου προσώπου. Το να αγαπά κανείς κάποιον δεν είναι απλώς ένα δυνατό συναίσθημα – είναι μια απόφαση, μια κρίση, μια υπόσχεση. Η αγάπη δεν είναι αποτέλεσμα σεξουαλικής ικανοποίησης. Αντίθετα, η σεξουαλική ευτυχία – ακόμα και η γνώση της λεγόμενης σεξουαλικής τεχνικής – είναι αποτέλεσμα της αγάπης. Αν ένα ανίκανο ή ψυχρό πρόσωπο μπορέσει να αναδυθεί από το φόβο ή το μίσος και να αγαπήσει, τότε τα σεξουαλικά προβλήματα του λύνονται. Αν δεν μπορέσει, τότε καμιά σεξουαλική τεχνική δεν θα τον βοηθήσει.
Οι πραγματικές συγκρούσεις δεν είναι καταστρεπτικές. Όταν αντιμετωπιστούν τίμια, οδηγούν σε ένα ξεκαθάρισμα από το οποίο και οι δύο βγαίνουν κερδισμένοι σε δύναμη και γνώση. Η αγάπη είναι εφικτή μόνο αν δυο πρόσωπα επικοινωνούν μεταξύ τους από το κ.έ.ν.τ.ρ.ο του είναι τους και αν δεν προσπαθούν να αποφύγουν τα προβλήματά τους.
Μόνον ο άνθρωπος που έχει πίστη στον εαυτό του μπορεί να είναι πιστός στους άλλους. Η αγάπη είναι μια δύναμη που παράγει αγάπη. Η ικανότητα να αγαπά κανείς σαν μια πράξη δοσίματος, εξαρτάται από το κατά πόσο ο χαρακτήρας του ανθρώπου έχει εξελιχτεί πέρα από την ανάγκη της εξάρτησης, από την αγάπη του εαυτού του, από την επιθυμία να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται τους άλλους ή να συσσωρεύει. Αγαπώ σημαίνει εγκαταλείπομαι χωρίς καμία εγγύηση, δίνομαι εντελώς ελπίζοντας ότι η αγάπη μου θα αφυπνίσει την αγάπη στον άλλον.
Σαν σήμερα βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του ο Νικόλας Άσιμος που έθεσε τέλοςστη ζωή του με απαγχονισμό το 1988. Νικόλας Άσιμος. Ουχί Νίκος ουδέ Νικόλαος. Νικόλας και το “Άσιμος” με γιώτα…”- Ουδεμίαν σχέσιν έχω με τον Ισαάκ Ασίμοφ. Τώρα θα μου πεις, γιατί το «Άσιμος» με γιώτα. Γιατί όταν λέμε «ο τάδε είναι άσημος τραγουδιστής. . .», η λέξη «άσημος» παίζει το ρόλο επιθετικού προσδιορισμού στη λέξη «τραγουδιστής» και γράφεται με ήτα. Ενώ το «Άσιμος» είναι όνομα ή καλύτερα επώνυμο και ουχί ο επιθετικός προσδιορισμός του εαυτού μου». «Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως, θ’ ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις. Αλλά δε θα ‘μαι πια … Έτσι ξεκινάει την αυτοβιογραφία του ο Νικόλας Άσιμος και το τέλος το δίνουμε εμείς. Νικήθηκε από τον ίδιο του τον εαυτό καθώς βρέθηκε κρεμασμένος από σωλήνα ύδρευσης στο «Χώρο Προετοιμασίας» όπως αποκαλούσε το τελευταίο μαγαζόσπιτό του στην οδό Καλλιδρομίου 55 στα Εξάρχεια. Για να αφηγηθούμε όσο το δυνατόν πληρέστερα σε λίγες σειρές μια επεισοδιακή ζωή για έναν προκλητικό καλλιτέχνη.
Γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1949 και τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην Κοζάνη. Το κανονικό του όνομα ήταν Νικόλαος Ασημόπουλος και ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης καταστήματος γενικού εμπορίου, ενώ η μητέρα του είχε προσφυγική καταγωγή. Υπήρξε μέτριος μαθητής, ωστόσο στην εφηβεία του αγάπησε τα ποιήματα του Γιώργου Σουρή. Ακόμη διασκέδαζε τους συμμαθητές του σκαρώνοντας στιχάκια κατά κύριο λόγο πάνω σε ξένες επιτυχίες της εποχής. Ένα από τα τραγούδια που μετέτρεψε ήταν το γαλλικό τραγούδι Monsieur Cannibale του 1966 που τραγούδησε ο Sacha Distel. Μάλιστα έστειλε το συγκεκριμένο στιχούργημά του σε στήλη για τη νεολαία που διατηρούσε ο δημοσιογράφος Νίκος Μαστοράκης στην εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος. Τότε χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το ψευδώνυμο «’Άσιμος». Το 1967 εισήχθη στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ., όπου ασχολήθηκε με το φοιτητικό θέατρο, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα στην ιδιωτική Δραματική Σχολή του Κυριαζή Χαρατσάρη, χωρίς ωστόσο να αποφοιτήσει. Στη Θεσσαλονίκη αγόρασε την πρώτη του κιθάρα και ξεκίνησε να παίζει ως αυτοδίδακτος και να συνθέτει τα πρώτα του τραγούδια.
Η πρώτη του εμφάνιση στο κοινό ως τραγουδοποιός και ως ηθοποιός έγινε τον Δεκέμβριο του 1972. Εκείνη την περίοδο ερμήνευε το μονόπρακτο «Το Πανηγύρι» του Ζαν Κοκτώ στο δώμα του Λευκού Πύργου, το οποίο είχε μετατραπεί σε μπουάτ. Εκεί προέκυψαν για πρώτη φορά διαφωνίες και ρήξεις με συνεργάτες του, ένα φαινόμενο που τον ακολούθησε σε όλη την καλλιτεχνική διαδρομή του. Τον Μάιο του 1973 εγκατέλειψε τις σπουδές του, έφυγε από τη Θεσσαλονίκη και κατέβηκε στην Αθήνα. Τότε ξεκίνησε να ασχολείται όλο και περισσότερο με τη μουσική, περιλαμβάνοντας όμως πάντα θεατρικά στοιχεία στις εμφανίσεις του. Στις μπουάτ της Πλάκας συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με καλλιτέχνες όπως ο Πάνος Τζαβέλας, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Σάκης Μπουλάς, ο Θάνος Αδριανός, ο Περικλής Χαρβάς, η Μαριάννα Τόλη και το ντουέτο Λήδα-Σπύρος. Το 1974 δε, σκηνοθέτησε μία βραχύβια μουσικοθεατρική παράσταση στη μπουάτ «Εντεκάτη Εντολή», χωρίς όμως την αναμενόμενη ανταπόκριση από το κοινό.
Το 1975 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη δισκογραφία με ένα δίσκο 45 στροφών που περιείχε τα τραγούδια «Ο Μηχανισμός» (Α’ πλευρά) και «Ο Ρωμιός» (Β’ πλευρά) σε ενορχήστρωση του Γιώργου Στεφανάκη. Ωστόσο έπεσε θύμα λογοκρισίας καθώς δεν μπορούσε να μεταδοθεί από την δημόσια ραδιοτηλεόραση. Ωστόσο μπορούσε κάποιος να τον αγοράσει από τα δισκοπωλεία. Την ίδια χρονιά συμμετείχε στο πρόγραμμα του Μουσικού Καφενείου «Σούσουρο» (υπόγειο στην οδό Αδριανού 134 στην Πλάκα), ενός, κατά κάποιον τρόπο, πολιτικού καμπαρέ της Μεταπολίτευσης. Το 1976 απέκτησε μία κόρη από την εκτός γάμου σχέση του με την αναρχοφεμινίστρια Λίλιαν Χαριτάκη.
Λίγο πριν τις εκλογές του 1977 προσήχθη και προφυλακίστηκε στις φυλακές της Αίγινας μαζί με πέντε εκδότες πολιτικών εντύπων (τέσσερις αναρχικούς και έναν αριστεριστή), γιατί παρουσιάστηκαν από την Αστυνομία σαν «ηθικοί αυτουργοί» ταραχών που ξέσπασαν στην Αθήνα κατά τη διάρκεια αντιγερμανικών διαδηλώσεων, με αφορμή τους θανάτους μελών της ένοπλης οργάνωσης «Φράξια Κόκκινος Στρατός» («RAF») στα «λευκά κελιά» των φυλακών Σταμχάιμ στη Δυτική Γερμανία. Ωστόσο μετά από λίγες εβδομάδες αφέθηκε ελεύθερος. Το 1978 ξεκινά η περιπέτειά του για να αποφύγει την στράτευση. Πήρε απαλλαγή καθώς προσποιήθηκε ότι ήταν ψυχοπαθής και κατάφερε να του αναγνωριστεί ότι πάσχει από σχιζοειδή ψύχωση. Όπως περιγράφει στο βιβλίο του «Αναζητώντας Κροκάνθρωπους», ιδιωτική έκδοση με πλήθος αυτοβιογραφικών στοιχείων, την οποία τύπωσε το 1980 και διακινούσε ο ίδιος, υιοθέτησε αυτή την συμπεριφορά γιατί ήταν αντίθετος προς τη στράτευση.
Από τον Σεπτέμβριο του 1978 μέχρι και το 1987 κυκλοφόρησε οκτώ παράνομες κασέτες με, λιγότερο ή περισσότερο, πρόχειρες ηχογραφήσεις τραγουδιών του. Τις διακινούσε κυρίως ο ίδιος, στα κάγκελα του Πολυτεχνείου στην οδό Πατησίων, τριγυρνώντας σε μαγαζιά, νυχτερινά κέντρα και μπαρ, ή στα «μαγαζόσπιτα» όπου ζούσε κατά καιρούς, με πιο χαρακτηριστικό το ημιυπόγειο επί της οδού Αραχώβης 41 στα Εξάρχεια. (Ήταν η περίφημη «υπόγα» του ‘Ασιμου, εκεί όπου διέμεινε από το φθινόπωρο του 1978 έως την άνοιξη του 1983).
Ο Νικόλας Άσιμος, ο μεγάλος Κροκάνθρωπος, που έγινε χαμογελαστός Ονειροβάτης, στην σκάλα της Ουτοπίας. Είναι Νοέμβρης του 1981, έξω από την κατάληψη της Βαλτετσίου (Εξάρχεια). Με την ακροβατική αυτή περφόρμανς, ο Άσιμος έδειχνε με σημειολογικό τρόπο, τις διαθέσεις του:
Εμπρός να ανεβούμε εδώ και τώρα, έστω και αν αυτό το ανέβασμα δεν οδηγεί πουθενά. Είκοσι μέρες μετά την νίκη του ΠΑΣΟΚ (18 Οκτ 1981) και την άνοδό του στην εξουσία, έγινε η κατάληψη σε διώροφο κτίριο της οδού Βαλτετσίου 42, στα Εξάρχεια. Άτομα του ελευθεριακού χώρου πήγαν εκεί, με σκοπό να δημιουργήσουν το δικό τους σπίτι – κοινόβιο, έξω από τα κοινωνικά πρότυπα που ένιωθαν να τους πνίγουν. Πρώτος και καλύτερος ο Νικόλας Άσιμος.
Νεαροί καλλιτέχνες γέμισαν τους τοίχους με ζωγραφιές και συνθήματα. Ζητούσαν «να ξεφύγουμε από την μιζέρια του περιθώριου», «Φαντασία στη ζωή», «Λίγο γέλιο – αξίζει όσο χίλιες λέξεις». Ζητούσαν ακόμη στέγη για άστεγους, απελευθέρωση της ομοφυλόφιλης επιθυμίας, ανθρώπινες σχέσεις και εργασία που δεν θα έμοιαζε με καταναγκαστικά έργα.
Η Κατάληψη προκάλεσε ηθικό πανικό. Οι εφημερίδες τους παρουσίαζαν περιθωριακούς, αργόσχολους και αλήτες. Οι περίοικοι ξεσηκώθηκαν και ζήτησαν την κρατική προστασία. Ακολούθησε πόλεμος ανακοινώση και τελικά, στις 11 Ιανουαρίου 1982, δυνάμεις των ΜΕΑ και ΜΑΤ έκαναν έφοδο και έσπασαν την κατάληψη. Το όνειρο τελείωσε.Ήταν αναμενόμενο, η ελληνική κοινωνία μπορούσε να ανεχτεί μπορδέλα και χαρτοπαικτικές λέσχες, όμως της ήταν αδύνατον να δεχθεί να υπάρχει εστία νεανικής Ουτοπίας.
Ο Νικόλας Άσιμος σαν ένας προφήτης, το ήξερε αυτό και το είχε πει, συμβολικά, ανεβασμένος στην σκάλα. Ήταν ωραίο αυτό το ανέβασμα, αλλά δεν οδηγούσε πουθενά. Ο κόσμος δεν ήταν ακόμα έτοιμος για να αλλάξει. Αλλά ούτε και να δεχτεί τον ίδιο και αυτό που αντιπροσώπευε.
Η δεκαετία του 1980, όμως, ήταν πολύ δύσκολη για τον Νικόλα. Η εμμονή του στο έργο του Αμερικανού ανθρωπολόγου Κάρολος Καστανιέδα τον έκανε να πιστεύει ότι διέθετε ικανότητες σαμάνου και πειραματίζοντας την αθανασία σκότωνε άτυχα ζώα και προσπαθούσε να τα αναστήσει. Προφανώς χωρίς επιτυχία. Έπαθε νευρική κρίση και χρειαζόταν νοσηλεία. Οι φίλοι του κινητοποιήθηκαν προκειμένου να μην εγκλειστεί σε ίδρυμα, ωστόσο ο ψυχικός τραυματισμός τουυπήρξε ανεπανόρθωτος. Όλο αυτό ήρθε να επιδεινώσει η κατηγορία από μια φοιτήτρια για βιασμό που συγκλόνησε τόσο τον καλλιτεχνικό κόσμο, όσο και την κοινή γνώμη. Η νεαρή κοπέλα που τον κατηγόρησε ήταν επίσης ασταθούς πνευματικής κατάστασης. Τον είχε ακολουθήσει στο διαμέρισμά του, διότι της είχε υποσχεθεί να την μυήσει σε μια θρησκεία πο ο ίδιος είχε επινοήσει. Κατάφερε να αποφυλακιστεί με εγγύηση, ωστόσο η δίκη δεν ολοκληρωθηκε ποτέ. Ο στιγματισμός και η βαριά κατηγοιρία επιβάρυναν τον ευαίσθητο ψυχισμό του και απετέλεσαν την αρχή του τέλους του. Μόνος του, δίχως φίλους ή συνεργάτες στο πλευρό του, έμεινε να παλεύει με τους δαίμονές του, ώσπου παραδόθηκε σε αυτούς. Τηλεφώνησε σε έναν από τους λιγοστούς που του είχαν απομείνει, τον Νίκο Ζέρβα για να τον πληροφορήσει για τις προθέσεις του, αλλά εκείνος δεν τον πίστεψε μέχρι την επομένη, όταν έφτασε στα αυτιά του η δυσάρεστη είδηση.
Στο σπίτι του, η αστυνομία θα βρει 6 χειρόγραφα σημειώματα του Νικόλα, στα οποία εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Στα γράμματα αυτά έδινε οδηγίες και για διάφορες άλλες εκκρεμότητες που άφηνε πίσω του καθώς και κάποια μηνύματα όπως: «Θάψτε με κάπου αν γίνεται ήσυχα ή καλύτερα κάψτε με και σκορπίστε με». Η αστυνομία βρήκε οκτώ χειρόγραφα αλλά μόνο έξι από αυτά φαίνεται να έγραψε ο Νικόλας. Όσον αφορά τα επιπρόσθετα δύο χειρόγραφα το ένα είναι γραμμένο από την Λίτσα Περράκη και το άλλο είναι αμφιβόλου πατρότητας καθότι ο γραφικός χαρακτήρας διαφέρει από αυτόν του Άσιμου.
Παρακάτω παραθέτουμε το τελευταίο γράμμα που ο ίδιος απέστειλε στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, λίγο καιρό πριν την αυτοκτονία του. Το γράμμα αυτό κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι στη Θεσσαλονίκη:
Μήνυμα προς όλους, για όλα.
Μία είναι η βόλτα, μόνο μία, αυτή θα μας λευτερώσει.
Δε σταματάει αυτή η βόλτα, ούτε ποτέ της έχει αρχίσει.
Magic Theater fur fur.
Το μεγαλύτερο θέατρο στην ιστορία που καταργεί την ιστορία.
Εγώ που το έχω ξεκινήσει, έχω αναλάβει την ευθύνη.
Με ξέρουν όλοι οι σοφοί του κόσμου, κι όλοι οι καλλιτέχνες του πλανήτη. Στην αρχή υπήρξα μονάχος μου, τώρα υπάρχουν κι άλλοι πολλοί που μπήκανε στο θέατρό μας.
Ανθρώπους ψάχνουμε, όχι ιδεολογίες.
Ανθρώπους να χουν θάρρος, αγάπη, καλοσύνη.
Ανθρώπους που δεν είναι ψεύτες, ρηχοί και βολεμένοι, και ξέρουν να δίνουνε, όχι να ρουφάν και να εκμεταλλεύονται τους γύρω.
Ανθρώπους έστω με καρδιά.
Ας είναι δικηγόροι, παπάδες κι αστυνόμοι.
Ας είναι και χαφιέδες, κομμουνιστές, αναρχικοί, αρκεί να έχουν τόλμη να κρατήσουν ένα λόγο και να πούνε την αλήθεια.
Αν δε καταλαβαίνετε το θέατρό μας και μας κοροϊδεύετε ακόμα, δε φταίμε εμείς. Εμείς έχουμε τη γνώση. Αυτή που δεν έχουν όλοι μαζί οι κυβερνήτες, οι δικαστές και οι γιατροί.
Σας κολλάμε στον τοίχο μ’ ένα σελοτέιπ.
Είμαστε καθαροί γι’ αυτό ζούμε μέσα στις υπόγες και χαρίζουμε. Δίνουμε παραστάσεις στην πλατεία και χαίρονται τα παιδάκια και δεν έχουμε λεφτά. Είμαστε αυτόδουλοι της καλοσύνης, ξέρουμε να δημιουργούμε και όχι να καταστρέφουμε. Ξενυχτάμε μέρα νύχτα και φτιάχνουμε μονάχοι τα όργανά μας. Οι άλλοι σπάνε λάμπες και μπουκάλια, εμείς τα καθαρίζουμε με σκούπες.
Οι σκουπιδιάρηδες είναι μαζί μας και όλοι άνθρωποι του πλανήτη.
Ρωτήστε στην περιοχή των Εξαρχείων που μας ξέρει. Μας αγαπάνε όλοι. Ρωτήστε αν χρωστάμε τίποτα και σε κανέναν. Σε άλλους έχουμε δώσει παραπάνω.
Μπακάληδες, ψιλικατζήδες, περιπτεράδες, ταβερνιάρηδες μας εκτιμάνε.
Χαρίζουμε το γέλιο, αγάπη και ευτυχία.
Κάναμε τους γέρους να αισθάνονται παιδιά. Τα πρεζόνια να κόψουνε την άσπρη και να γελάνε.
Εγώ που το ‘χω ξεκινήσει δεν έδειρα ποτέ και πουθενά κανέναν. Με έχουν περάσει απ όλα τα μπουντρούμια και το κορμί μου είναι γεμάτο πληγές. Τα όπλα μου είναι πιστολάκια και νταούλια απ’ αυτά που παίζουν τα παιδάκια, παίζει κι η μικρή μου κόρη.
Όταν όλοι εσείς κολλάτε αφίσες και γεμίζετε σκουπίδια την Αθήνα, εγώ σας πολεμάω με μια ζωγραφιά στο τοίχο του σπιτιού μου.
Εκεί που ήταν βόθρος και μπάζα και ουρλιάζανε τα κομπρεσέρ.
Εκεί μένω τώρα, τρία χρόνια μαζί με τη μικρή μου κόρη, φιλοξενώντας κι άλλους που δεν είχανε να φάνε ή που να κοιμηθούνε.
Και δε φοβάμαι να δώσω τη διεύθυνσή μου, την ξέρουν όλοι: ΑΡΑΧΩΒΗΣ 41, ΕΞΑΡΧΕΙΑ.
Τώρα είμαι υποχρεωμένος να έχω παράπονα, να καταγγείλω κάτι προς όλους και για όλα. Έμαθα πως συνεχίζονται οι διώξεις εναντίον μου. Πως βάλανε εισαγγελέα για να με βάλουνε ξανά στο ψυχιατρείο και να μου κάνουν ίσως και λοβοτομή. Είμαι υποχρεωμένος να με σώσω, καταγγέλω λοιπόν δημόσια.
Στις 6 Οκτωβρίου με πιάσανε έξω απ’ τον δρόμο του σπιτιού μου να παίζω θέατρο του δρόμου. Με σύρανε με τη μία στο αστυνομικό τμήμα, με δέσανε με χειροπέδες, μου σπάσαν τα πλευρά μου, με πήγαν στο Αιγινίτειο ψυχιατρείο, με είχανε δεμένο.
Εγώ τους έλεγα αλήθειες που δεν τις λένε τα βιβλία κι αυτοί με βγάλανε τρελό.’Εκανα ακόμη κι αυτούς που με χτύπησαν να γελάνε.
Αντί να τηρήσουν ένα λόγο ότι πια δε θα μ’ αγγίξουν, με σύρανε δεμένο στο Δαφνί. Στο χειρότερο μπουντρούμι με ξάπλωσαν, με ξαναχτύπησαν και μου κάνανε ενέσεις απ’ αυτές που σκοτώνουνε βουβάλια, παρ’ όλο που πάλι μου δώσανε λόγο ότι δε θα μ’ αγγίξουν και με πάτησαν στο χαλάκι και με βάλανε με τις χειρότερες ρουφήχτρες.
Τους αρρώστους που προσπάθησαν να μου πάρουν το ρολόι και ότι άλλο είχα πάνω μου, ακόμη και το τελευταίο μου τσιγάρο.
Όλοι οι γιατροί του κόσμου δε τήρησαν ένα λόγο. Αλλά εγώ κατάφερα και βγήκα και είμαι ζωντανός.
Σε λιγότερο από δυο μέρες κι απ’ το χειρότερο μπουντρούμι.
Ας έρθουν οι ψυχίατροι μια βόλτα μαζί μου και θα τους δείξω. Γιατί εγώ δεν είμαι τρελός. Ξέρω να θεραπεύω τους πάντες και τα πάντα, μ’ ένα τραγούδι, με μια καραμούζα, με ένα κουτί σπίρτα και με αγάπη.
Ευχαριστώ την Κατερίνα Γώγου που παράτησε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ήρθε. Ιδίως τον Διονύση τον Σαββόπουλο καθώς και τον φίλο μου ψυχίατρο, τον Δημήτρη Μαντούβαλο. Πήγα χθες μονάχος στο αστυνομικό τμήμα, ρώτησα αν κατά λάθος άγγιξα κανέναν, μου είπαν όλο όχι. Τους ζήτησα να μου δώσουν πίσω ένα μενταγιόν και μια καρφίτσα ανεκτίμητης αξίας (μου είναι χαρισμένα). Κάνανε ότι δε ξέρουνε και ούτε το σπασμένο χέρι μου δε τόλμησαν να μου σφίξουν. Ας μου τα δώσουν όλα πίσω και τους συγχωρώ όλους. Αρκεί να σταματήσουν αμέσως τις ψεύτικες διώξεις. Αλλιώς θα εμφανιστώ μονάχος και θα σας προκαλέσω να με εκτελέσετε δημόσια σε μια πλατεία. Το προτιμάω, παρά το ψέμα, σταυρό ή κρεμάλα.
Τώρα εγώ βρίσκομαι αποσυρμένος στο προσωπικό μου νησάκι όπου κανείς δε μπορεί να πλησιάσει. Εδώ βλέπω και τη νύχτα και χρειάζεται να ξεκουραστώ και να θεραπεύσω και το πληγωμένο μου κορμί. Ταχυδρομώ αυτό το γράμμα στον πληρεξούσιό μου δικηγόρο, προς όλους και για όλα. Ακόμη και στους ψυχιάτρους και τον τυχόντα εισαγγελέα. Βοηθήστε με να επανέλθω στο κόσμο και να παίξω τη μουσική που δεν έπαιξα ακόμη. Κι ας μου σπάσανε τις κιθάρες και τα μηχανήματά μου. Δε ζητάω αποζημίωση, ένα μονάχα συγνώμη, εγώ ζήτησα χιλιάδες. Καλώ τους φίλους δημοσιογράφους που με ξέρουν όλοι. Τώρα που κινδυνεύω να δημοσιεύσουν το γράμμα, όλο, χωρίς περικοπές. Τόσες συναυλίες έχω δώσει και δε γράφτηκε γραμμή.
Κάντε το τώρα και σας συγχωράω. Πολεμήστε την αλήθεια, είναι αυτό που έχετε ξεχάσει.
Το μήνυμα της βόλτας είναι για όλους και για όλα.
Για όσους δε καταλαβαίνουν και με θεώρησαν τρελό, ας κάνουν το κόπο να μελετήσουν βιβλία. Όπως το “1984” του Όργουελ, “τον λύκο της στέπας” του Έρμαν Έσσε, τις “ιστορίες δύναμης” του Δόν Χουάν, τον Ευριπίδη, τον Αισχύλο, τον Αριστοφάνη, την Αρχαία Ελληνική Μυθολογία για τον Διόνυσο, τον Πάνα, τον Ιάσονα και άλλους. Τη “δολοφονία του Χριστού” του Βιλχεμ Ράιχ, την Αποκάλυψη του Ιωάννη, τον Διγενή με το φανάρι, τη κατσαρίδα που έμαθε να πετάει.
Ή ας διαβάσουν το βιβλίο μου “Αναζητώντας Κροκάνθρωπους” και πολλά άλλα, Ζεν και Γιόγκα, ακόμη και τον Αϊνστάην.
Εγώ τα κάνω πράξη κάθε μέρα και στον δρόμο .Ενεργοποιηθείτε και θα σας αθωώσω. Αλλιώς ο άγγελος του κόσμου το είπε και θα το κάνει. Θα φύγει και θα σας αφήσει να περπατάτε μπουσουλώντας ή θα σας κολλήσω τη χειρότερη βρισιά που λέω: ΕΙΣΤΕ ΜΠΟΥΜΠΟΥΝΕΣ.
Καλώ και τον Μίνω Βολανάκη να έρθει και να μας σφίξει το χέρι. Εμείς κάνουμε συμβάντα και χάπενινγκ και όχι αυτός στα Βραχιά.
Ευχαριστώ μετά τιμής
Και όλο το magic theater fur fur
Υ.Γ. Ξεκουνηθείτε όμως αμέσως ή αλλιώς πάτε μια βόλτα μέχρι το Πολυτεχνείο που εκεί είναι εκείνο το κεφάλι που προσκυνάτε όλοι.
Κάντε τον κόπο και σκύψτε να διαβάσετε:
“Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία”
Κάτω δεξιά είναι γραμμένο. Του Ανδρέα Κάλβου είναι.
Ή πάτε μια βόλτα μέχρι τον τάφο του Νίκου Καντζατζάκη, κάτι γράφει:
”Δεν έχω τίποτα να χάσω. Είμαι ελεύθερος”
Ναι αυτός είμαι. Είμαι τα πάντα και τίποτα δεν είμαι.
ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ
Ένα αστέρι, διαφορετικό από τα άλλα έσβησε στο ουράνιο στερέωμα της μουσικής, αλλά το έργο του συνεχίζει να υπάρχει, να ακούγεται, να εμπνέει. Ο Άσιμος δεν υπήρξε αναρχικός με την έννοια που χρησιμοποιείται η λέξη σήμερα, αλλά ήταν ένας καλλιτέχνης αντισυμβατικός που δεν προσάρμοσε στις ανθρώπινες απαιτήσεις τα όνειρα του και αφέθηκε στην τρέλα του και μιαν ονειροπόληση δίχως τέλος. Και όμως αυτή η άρνηση του στην κενή και ρηχή πραγματικότητα που βαφτίστηκε αντιεξουσιασμός και παράνοια ήταν η πιο υγιής στάση ενός ανθρώπου που δεν εγκαταλείπει τις ιδέες του και τις επιθυμίες του, ούτε τις θυσιάζει. Αυτή είναι η αληθινή αναρχική φύση ενός μη αναρχικού που έφυγε άδικα, ξεχασμένος και παραγκωνισμένος, θύμα της εκμετάλλευσης της βιομηχανίας και ενός κόσμου που δεν μπορεί να αποδεχθεί το αποκλίνον και το διαφορετικό και άφησε πίσω του γενεές να καπηλεύονται με τρόπο που σίγουρα δε θα ενέκρινε το έργο και τη στάση ζωής του…
Γεννήθηκε στο Αμπλί, προάστιο του Παρισιού, γιος του Κόμη Αλφόνσου και της Κόμισσας Αντέλ ντε Τουλούζ-Λωτρέκ (Adèle de Toulouse-Lautrec), γόνος ιστορικής και αριστοκρατικής οικογένειας, η οποία ωστόσο την περίοδο της γέννησης του, είχε ήδη χάσει μέρος του παλαιότερου κύρους της. Οι γονείς του ήταν πρώτα ξαδέλφια , πρακτική που ήταν ευρύτερα διαδεδομένη εκείνη την εποχή προκειμένου να διατηρηθεί η περιουσία της οικογένειας μεταξύ των μελών της. Το γεγονός αυτό ωστόσο οδηγούσε σε γενετικές ανωμαλίες, όπως και στην περίπτωση του Λωτρέκ, του οποίου τα πόδια σταμάτησαν να αναπτύσσονται φυσιολογικά, μετά από ρήξεις που υπέστη στο αριστερό και δεξί του πόδι, σε ηλικία 12 και 14 ετών αντίστοιχα. Το ύψος του Λωτρέκ έφθανε μόλις το 1,5 μέτρο ενώ σε αντίθεση με τα πόδια του, το υπόλοιπο σώμα του είχε φυσιολογική ανάπτυξη.
Εξαιτίας αυτής της ανωμαλίας στη σωματική του διάπλαση, αδυνατούσε να ακολουθήσει μία συμβατική κοινωνική ζωή, γεγονός που πιθανά λειτούργησε καταλυτικά στο να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Αποτέλεσε σημαντικό καλλιτέχνη του μετα-ιμπρεσιονισμού ενώ θεωρείται από πολλούς και ο επίσημος εικονογράφος της νυχτερινής ζωής εκείνης της εποχής – της λεγόμενης Μπελ Επόκ (belle epoque) – στα καμπαρέ του Παρισιού. Οι πίνακές του χαρακτηρίζονταν από έντονα χρώματα και ανθρώπινες παρουσίες. Θεωρείται επιπλέον ένας από τους πρωτοπόρους στην τέχνη της αφίσας, γνωστός κυρίως για τις αφίσες που φιλοτέχνησε για το καμπαρέΜουλέν Ρουζ (Moulin Rouge). Ασχολήθηκε ακόμα με την τεχνική της λιθογραφίας, επηρεασμένος από την ιαπωνική τέχνη και τα ιαπωνικά χαρακτικά.
Έζησε κυρίως στη Μονμάρτρη, που αποτελούσε το κυρίαρχο κέντρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αντιμετώπισε πρόβλημα αλκοολισμού και πέθανε σε ηλικία 37 ετών, έχοντας προσβληθεί από σύφιλη.
Ο Τουλούζ Λωτρέκ είναι εκείνος ο καλλιτέχνης που έζησε τη ζωή του με το πάθος, ξεπέρασε το όποιο εμπόδιο που θα μπορούσε να του στερήσει τη διάθεση για έργο και δημιουργία, καταφέρνοντας να μείνει στην Ιστορία ως ένας από τους καλύτερους και πιο ταλαντούχους ζωγράφους όλων των εποχών. Είναι ο δημιουργός της αφίσας του διασημότερου καμπαρέ όλων των εποχών, του Moulin Rouge, εκείνος που χωρίς ταμπού και αναστολές, ζωγράφισε τον έρωτα, το πάθος, τη συντροφικότητα.
Η εποχή που έζησε, εκείνο το Παρίσι που το χαρακτήριζε η ελευθερία και η έλλειψη ταμπού ή συστολής, ώθησε τον ίδιο να αποτυπώσει, χωρίς να κρύψει κάτι, από την ομορφιά του ανθρώπινου σώματος και των διάφορων ενεργειών του. Εκεί μέσα στους οίκους ανοχής, γνώρισε γυναίκες και γνώρισε τον τρόπο ζωής τους, έμαθε περισσότερα για τις γυναίκες εκείνες που βρίσκονται στο κοινωνικό περιθώριο. Η ομορφιά του γυναικείου σώματος, ο αυθόρμητος ερωτισμός, η έκδηλη σεξουαλικότητα και η απενοχοποίηση της ευχαρίστησης, η έντονη νυχτερινή ζωή, όλα αυτά υπάρχουν μέσα στο έργο του.
Η σφριγηλότητα του γυναικείου σώματος, το ερωτικός πάθος και η επιθυμία, σίγουρα έχουν γίνει αντιληπτά από τους γνώστες της τέχνης του. Αναμφίβολα, παραμένει ένας καλλιτέχνης που μπόρεσε να ισορροπήσει σωστά ανάμεσα στον μετά-ιμπρεσιονισμό και την ιαπωνική τέχνη, από την οποία υπήρξε βαθύτατα επηρεασμένος.
Αυτός ο πίνακας απεικονίζει δύο ανθρώπους που βρίσκονται στο κρεβάτι δίπλα ο ένας στον άλλο ενώ κοιτάζονται. Ο ένας είναι στα αριστερά ενώ ο άλλος στα δεξιά. Κουβέρτες μέχρι το μάγουλο και τη μύτη καλύπτουν το πρόσωπο του ενός . Το πρόσωπο του δεύτερου καλύπτεται μέχρι το πηγούνι του. Και οι δύο βρίσκονται σε μαξιλάρια που βλέπουν το ένα προς το άλλο. Τα φύλλα και τα μαξιλάρια είναι λευκά ενώ το κεφαλάρι πίσω από αυτά είναι καφέ. Υπάρχει επίσης μια κόκκινη κουβέρτα πάνω από τα φύλλα που φαίνεται στο κάτω μέρος της ζωγραφικής.
Προς το τέλος του 1892 ο Λωτρέκ ανατέθηκε να διακοσμήσει τα τοιχώματα του σπιτιού του ομοσπονδιακού οίκου Rue d’Amboise και αποφάσισε να σχεδιάσει 16 πίνακες στο ύφος του Louis XV, από τους οποίους ο καθένας να κεντράρεται σε ένα ωοειδές πορτρέτο ενός από τα κορίτσια. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που ο Λωτρέκ είχε την ευκαιρία να μελετήσει τον τρόπο ζωής τους σε στενούς χώρους.
Ήταν γοητευμένος από την ανακάλυψη ότι πολλοί από τα κορίτσια αυτά ήταν βαθιά ερωτευμένα το ένα με το άλλο, και συχνά έκανε τα ζευγάρια αυτά τα θέματα των έργων του. Κατάφερε λοιπόν να απεικονίσει το γνήσιο βάθος αυτών των λεσβιακών σχέσεων χωρίς να εκθέσει την ευαισθησία και την αδυναμία των κοριτσιών.
Ο καλλιτέχνης ζωγράφισε ένα σχεδόν πανομοιότυπο καμβά με τίτλο Το φιλί, στο οποίο οι δύο χαρακτήρες προφανώς φιλιούνται. Πέρα από την πρώτη εντύπωση, αυτά τα έργα ζωγραφικής δεν αντικατοπτρίζουν μια λεσβιακή σχέση μεταξύ των γυναικών. Τα κορίτσια που εργάζονταν στα καμπαρέ συνήθως κοιμούνται στο τέλος της νύχτας, επειδή δεν υπήρχε χώρος για μεμονωμένα κρεβάτια. Ήταν συνηθισμένο ότι ο δεσμός που ανέπτυξαν ήταν πιο αδελφικός από το σεξουαλικό, αν και αυτό δεν μπορεί να γενικευτεί. Το κρεβάτι αυτό όμως δεν φαίνεται να αφορά ερωτική επιθυμία. Δείχνει απλώς μια τρυφερή σκηνή όπου οι γυναίκες καταφύγουν μαζί προστατεύοντας τους εαυτούς τους από έναν εχθρικό ή τουλάχιστον αδιάφορο κόσμο.
Ο Νικηφόρος Λύτρας, γεννήθηκε στο Πύργο της Τήνου το 1832 και πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου το 1904, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ζωγράφους και δασκάλους της ζωγραφικής κατά τον 19ο αιώνα.
Στο πλούσιο και απέραντο έργο του Νικηφόρου Λύτρα, από τα πρώτα παιδικά σχεδιαγράμματά του μέχρι τον τελευταίο του πίνακα, βλέπει κανείς μια διαρκή εξέλιξη. Συνεχώς ανεβαίνει, προσπαθώντας να φτάσει στην ιδανική τελειότητα. Κατά την περίοδο που ήταν μαθητής του Πιλότυ στο Μόναχο, ο Λύτρας ασχολήθηκε με την λεγόμενη «ιστορική ζωγραφική» με θέματα παρμένα από την ελληνική μυθολογία και την ελληνική ιστορία. Στην περίοδο του Μονάχου συγκαταλέγονται οι πίνακές του: Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, Η Πηνελόπη διαλύει τον ιστό της, Η Αντιγόνη εμπρός στο νεκρό Πολυνείκη.
Θεωρείται από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Σχολής του Μονάχου και πρωτοπόρος στην διαμόρφωση της διδασκαλίας των Καλών Τεχνών στην Ελλάδα. Η πολυσήμαντη τέχνη του καλύπτει τα τρία τέταρτα του πρώτου αιώνα της ελληνικής Αναγέννησης.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, άρχισε να ασχολείται με προσωπογραφίες. Ο καταξιωμένος Λύτρας ήταν από τα πιο δημοφιλή πρόσωπα στους αθηναϊκούς καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής του. Ως επίσημος προσωπογράφος της υψηλής κοινωνίας της Αθήνας φιλοτέχνησε ολόσωμα μνημειακά πορτρέτα μελών των οικογενειών Σερπιέρη, Καυτατζόγλου, διευθυντών της Εθνικής Τράπεζας και άλλων επιφανών Αθηναίων που συγκαταλέγονται στα πιο σημαντικά δείγματα της ελληνικής ζωγραφικής του 19ου αι. Στην πραγματικότητα, όμως, οι βιοτικές ανάγκες ήταν που υποχρέωσαν τον Νικηφόρο Λύτρα να ζωγραφίζει προσωπογραφίες εξεχόντων προσώπων. Έτσι, μολονότι είναι αριστουργηματικές, δεν ήταν αυτές στις οποίες ο Λύτρας έκλεινε μέσα τη ψυχή του.
Η καλλιτεχνική δύναμη του Νικηφόρου Λύτρα βρίσκεται μέσα στους ηθογραφικούς του πίνακες, στις εκπληκτικές εκείνες συνθέσεις, με θέματα της ζωής στο χωριό και την πόλη, που ακτινοβολούν ολόκληρη τη θέρμη και τη φωτεινή του αγάπη για την ελληνική ζωή και το αγνό ελληνικό σπίτι. Τα γραφικά έθιμα και τα στιγμιότυπα ενέπνευσαν μερικά από τα πλέον γνωστά ηθογραφικά έργα του: Ψαριανό μοιρολόι, Παιδί που στρίβει τσιγάρο, Η αναμονή, Ο κακός έγγονος, Η κλεμμένη, το Μετά την πειρατείαν, Η αρραβωνιασμένη, Το λιβάνισμα, Η ορφανή, Τα άνθη του επιταφίου, Ο όρθρος, Ο γαλατάς, Το φίλημα, Το αυγό του Πάσχα, Ο μάγκας και κυρίως Τα κάλαντα αποτελούν τα αντιπροσωπευτικότερα έργα του Λύτρα.
Οι ηθογραφίες του Λύτρα, είδος στο οποίο θεωρείται εισηγητής, ανταποκρίνονται στην κυρίαρχη ιδεολογία της αστικής τάξης της εποχής και στο γενικό αίτημα για την απόδειξη της ιστορικής συνέχειας των Ελλήνων.
Τα ταξίδια του στη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο πλούτισαν τους πίνακές του με αραπάκια, φελάχες, χότζες και άλλα στοιχεία του της προσφιλούς στην Δύση μυστηριακής Ανατολής. Τα έργα των τελευταίων του χρόνων διαπνέονται από την μελαγχολία των γηρατειών, από θρησκευτικές ανησυχίες και μηνύματα θανάτου. Προς το τέλος της ζωής του, ασκητικές και μαυροντυμένες υπάρξεις με κέρινα πρόσωπα πήραν την θέση των λυγερόκορμων κοριτσιών.
Η πολύχρονη θητεία του ως καθηγητή στη Σχολή Καλών Τεχνών έθεσε τα θεμέλια για την ανάπτυξη της σύγχρονης ελληνικής ζωγραφικής. Αν και προσκολλημένος πάντα στις αρχές του ακαδημαϊσμού της Σχολής του Μονάχου και ανεπηρέαστος από το ρεύμα των ιμπρεσιονιστών, εντούτοις προέτρεπε πάντα τους μαθητές του να είναι ανοιχτοί στις νέες τάσεις.
Το φίλημα απεικονίζει μια κοπέλα και ένα νεαρό να ανταλλάσσουν ένα φιλί στα κρυφά. Είναι ασφαλώς μία σκηνή ηθογραφίας. Η σκηνή είναι ερωτική και τολμηρή για την εποχή της, αφού απεικονίζει ερωτικό φιλί. Μία νεαρή κοπέλα τεντώνεται για να φθάσει να φιλήσει το νεαρό αγόρι, το κεφάλι του οποίου προβάλλει μέσα από το ανοιχτό παράθυρο. Η σκηνή πρέπει να διαδραματίζεται στην εσωτερική αυλή ενός αγροτικού σπιτιού. Σκόρδα κρέμονται από ένα δοκάρι του ταβανιού, διακρίνουμε γλάστρες, ρούχα στοιβαγμένα, μία παντόφλα της ξυπόλητης κοπέλας στο δάπεδο. Η γλάστρα με τον ψηλόκορμο μίσχο του λευκού κρίνου βρίσκεται προφανώς σε άμεση αντιστοιχία με τη λυγερόκορμη κοπέλα και συμβολίζει την αγνότητά της. Η εικόνα μας ταξιδεύει σε εκείνο το σπίτι, βιώνουμε το πάθος των νεαρών παιδιών και ταυτόχρονα τα ζεστά χρώματα αποπνέουν μια άφατη ηρεμία, μια γαλήνη που διατρέχει όλο τον πίνακα.
Με αυτό το έργο μοιάζει και η Προσμονή του ιδίου. Πίνακας που σηματοδοτεί βαθιά συναισθήματα και σκέψεις. Ποιος μπορεί να μιλήσει για αυτές; Ο πίνακας αποτυπώνει ό,τι ο κάθε αποδέκτης έχει ανάγκη να βρει σε αυτόν. Στην Τέχνη υπάρχουν μόνο ζύγια που βαραίνουν στην παλάντζα της ψυχής μας. Βλέπουμε σε αυτόν μια κοπέλα να ατενίζει τον κόσμο πέρα από το παράθυρο με εγκαρτέρηση στο βλέμμα αλλά όλο της το σώμα από τα δάχτυλα των άκρων μέχρι την τεντωμένη μέση και τον ανυψωμένο λαιμό.
Μέσα από τα γράμματα στη γυναίκα του ο Σεφέρης συντάσσει τα δικά του “μικρά ερωτικά δοκίμια” … Απολαύστε τα ✍️❤️
«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»
«Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο»
«Πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω -γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου- δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..»
«Ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Αυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει»
«Μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί… Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.»
«Αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.»
«Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει «Σταμάτησε. Σταμάτησε». Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….»
«Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.»
«Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου. Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.»
«Κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως, αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο»
«Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει “Θεέ μου πόσο την αγαπώ” κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου»
«Μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…»
«Είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις»
«Μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.»
«Τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..»
«Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή -ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου- είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα»
«Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα -ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη- θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν… φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.»
«Όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….»
«Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…»
«Αν είχα χρήματα, λες. Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα. Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…»
«…Χτες πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα από τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄ είχε πάρει ο ύπνος.»
«…Ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;»
«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ’ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»
«Σε συλλογίζομαι. Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις. Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι. Κάποτε βαριά….»
«Αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία»
«Και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν»
«Όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;»
«Πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω, δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;»
«Θα ήθελα τρεις μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…»
«Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ»
«Ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…»
«Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα -κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα»
Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα–ήτανε αντέτι–και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας. Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μένει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε ψηλά. Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.
O Σταυράκης, ο Σταυράκης του Aμανατζή, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Mα χαραμίστηκε η ζωή του. Aς είναι… Που λες, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Παιδί ακόμα, ήτανε μάνα στις μυρωδιές. Nα σου εξηγηθώ. Συμφωνούσες μ’ έναν άλλον που αμόλαρε τσερκένι–όλα γίνονταν με συμφωνία, τίμια, δίχως χιανετιά–συμφωνούσες μαζί του να παίρνετε μυρωδιές. Δηλαδή ποιος θα ξούριζε την οριά του αλλουνού. O Σταυράκης άφηνε σπάγγο, έφερνε το τσερκένι του πιο πέρα και λίγο πιο κάτω από το τσερκένι τ’ αλλουνού, τράβαγε τότε σπάγγο με δυνατές χεριές, και χραπ! του ξούριζε την οριά. Ήξερε κι άλλα κόλπα ο Σταυράκης. Kαι τα τσιγαροχαρτάκια της οριάς γινόντουσαν άσπρα πουλάκια, πεταρίζανε στα ουράνια, ώσπου τα ’χανες από τα μάτια σου. Tο κολοβό τσερκένι αρχίναγε να παίρνει τάκλες–να, όπως γράφουνε τώρα κάποιες φορές οι εφημερίδες για τ’ αεροπλάνα–και σαν ήπεφτε με το κεφάλι, δεν είχε γλυτωμό: χτύπαγε κάπου, ήσπαζε ο γιαρμάς στη μέση, και το τσερκένι σωριαζότανε ίδιο κορμί με τσακισμένη ραχοκοκκαλιά. Ήτανε μάνα ο Σταυράκης.
Mα εξόν από τις μυρωδιές, ήτανε και τα παρσίματα. Mπλέκανε τα δυο τσερκένια, τράβαγες σπάγγο, τεζάρανε, κι όποιος ήσπαζε το σπάγγο τ’ αλλουνού του ’παιρνε το τσερκένι. Kι αυτό με τίμια συμφωνία. Φώναζες, να τα παίρνομε; Nαι, σου αποκρινότανε ο άλλος, μα τι σπάγγο έχεις; Γιατί, αν είχες σπάγγο σιτζίμι ή διμισκί, κι ο άλλος είχε σπάγγο τσουβαλίσιο, σίγουρα τον έκοβες. Έπρεπε να ’ναι ισοπλία, που λένε. Bέβαια, γινόντουσαν και χιανετιές καμμιά φορά. Σπάνια όμως.
Tα τσερκένια δεν ήτανε σαν τα εδώ, τετράγωνα ή με πολλές γωνίες. Nα σου εξηγηθώ. Φαντάσου ένα καλαμένιο τόξο–μισό τσέρκι, δηλαδή–με την κόρδα και με τη σαΐτα του. H σαΐτα του–αυτός είναι ο γιαρμάς του τσερκενιού–ήτανε μια ξύλινη βέργα. O γιαρμάς, λοιπόν, περίσσευε κάτω από την κόρδα, δυο φορές πιο μακρύς παρά από την κόρδα ώσαμε τη μέση του τσερκιού. Aυτό, για την ισοροπία. Ήτανε δεμένος στην κορφή του τσερκιού, το ίδιο και καταμεσής στην κόρδα. Kάτω, η μύτη του είχε μια χαρακιά. Ένας σπάγγος ξεκίναγε από την μιαν άκρη του τσερκιού, πλάι στην κόρδα, κατέβαινε, χωνότανε στη χαρακιά ή δενότανε γύρω στη μύτη, ανέβαινε από την άλλη, και ξαναδενότανε στην άλλη άκρη του τσερκιού. Tο τσερκένι, λοιπόν, ήτανε ένα τόξο, που τέλειωνε κάτω μυτερό, σε σφήνα. Aυτός ήτανε ο σκελετός. Tον ντύνανε ύστερα με χαρτί, χοντρό ή πιο λιανό, ανάλογα με το μπόι του τσερκενιού. Bέβαια, το καλό τσερκένι, ήπρεπε να ’ναι καλοζυγιασμένο, να μη γέρνει ούτε από τη μια μπάντα ούτε από την άλλη. Mα, να σου πω την αμαρτία μου, εμένα μ’ άρεσε να γέρνει λιγάκι από τη μια. Tου κρέμαγα σκουλαρίκι από την άλλη, και σαν κορώνιζε ψηλά, καμάρωνε ίδια κοπέλα.
Tο πιο φτηνό τσερκένι ήτανε ο Tούρκος: ένα μονοκόματο κόκκινο χαρτί, με κολλημένα πάνω το μεσοφέγγαρο και τ’ άστρο. Ύστερα ερχότανε ο Φραντσέζος, μπλου, άσπρο, κόκκινο, κολλημένα πλάι πλάι με τσιρίσι. Aκόμα πιο ακριβός ήτανε ο Έλληνας. Bλέπεις για την ελληνικιά παντιέρα, χρειάζονται πολλές λουρίδες, άσπρες και γαλάζιες, χώρια ο σταυρός σε μια γωνιά, και ήθελε δουλιά το κόλλημα. Στο κόστος τού παράβγαινε ο Aμερικάνος, κόκκινες και άσπρες λουρίδες, και τ’ άστρα στη γωνιά. Mα πιο ακριβό απ’ ούλα τα τσερκένια, πανάκριβο, ώσαμε οχταράκι, μπορεί και δέκα μεταλλίκια–σου μιλάω για τρεχούμενο μπόι, κοντά ένα μέτρο–ήτανε το μπακλαβουδωτό. Oύλο μικρά μικρά τρίγωνα και μπακλαβουδάκια, χρώματα χρώματα. Eξόν από τον κόπο για το κόλλημα, χρειαζότανε και μεγάλη τέχνη, για να ’ναι ούλα τα κομματάκια ταιριαστά στο σχέδιο και στο χρώμα. Πήγαινε και πολύ τσιρίσι… Aκριβούτσικο ήτανε κι ο ουρανός με τ’ άστρα, σκούρο μαβί, με κολλημένα πάνω του, από χρυσόχαρτο, ούλα τ’ άστρα και οι κομήτες τ’ ουρανού. Kαι πού να δεις κάτι θεόρατα τσερκένια, πάνω από μπόι ανθρώπου. Aυτά, τ’ αμολάρανε οι μεγάλοι, όχι με σπάγγο, με σκοινάκι. Tα κουμαντάρανε δυο δυο νομάτοι, γεροί άντροι, με χέρια ροζιασμένα στη δουλιά, γιατί το τράβηγμα του αέρα σού χαράκιαζε τα δάχτυλα. Tα μάτωνε. Aμόλαρα κι εγώ ένα τέτοιο τσερκένι μια βολά.
Aυτά είχα να σου πω. Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν’ ανεβαίνει στα ουράνια. Nα, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Xριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Kάτι τέτοιο ήτανε.
(από το βιβλίο: Kοσμάς Πολίτης, Στου Xατζηφράγκου, εκδόσεις A. Kαραβία 1963)
Eρώτηση Δημοσιογράφου: Συχνά λέγεται ότι η Ελλάδα είναι «προβληματική», στην Ελλάδα «όλα γίνονται στον αέρα», «χωρίς προγραμματισμό», «χωρίς βάρος». Με τέτοιες διαπιστώσεις συμφωνούν πολλοί. Αλλά περιορίζονται συνήθως μόνο στις διαπιστώσεις. Γνωρίζω ότι η ελληνική κατάσταση σας απασχολεί βαθιά. Ποια είναι η ερμηνεία σας για όσα συμβαίνουν; Γιατί συμβαίνουν έτσι τα πράγματα στην Ελλάδα; Ποιες οι βαθύτερες αιτίες;
Καστοριάδης: Πρώτον, δεν ξέρω. Δεύτερον, στο μέτρο που μπορώ να ξέρω κάτι, είναι ότι η πολιτική ζωή του ελληνικού λαού τελειώνει περίπου το 404 π.Χ.
Δημοσιογράφος: Νομίζω ότι θα ενοχλήσει πολύ αυτή η διατύπωσή σας.
Καστοριάδης: Τι να κάνουμε. Μιλώ για την πραγματική πολιτική ζωή του λαού ως αυτόνομου παράγοντα. Δεν μιλώ για μάχες, για αυτοκράτορες, για Μεγαλέξανδρους και Βασίλειους Βουλγαροκτόνους. Μετά τον πέμπτο π.Χ. αιώνα και την αυτοκυβέρνηση του λαού στις δημοκρατικές πόλεις -και πάντως, μετά τον περίεργο τέταρτο π.Χ. αιώνα- η ελληνική ελευθερία πεθαίνει.
Οι ελληνικές πόλεις γίνονται υποχείριες των βασιλέων της Μακεδονίας. Βεβαίως, ο Αλέξανδρος και οι διάδοχοί του παίζουν έναν κοσμοϊστορικό ρόλο. Κατακτούν την Ασία και την Αίγυπτο. Διαδίδουν την ελληνική γλώσσα και παιδεία. Αλλά πολιτική ζωή, πλέον, δεν υπάρχει. Τα βασίλεια των διαδόχων του Αλεξάνδρου, ως πολιτική συγκρότηση, είναι ουσιαστικά μοναρχίες. Εξάλλου, καθώς ξέρουμε, ο ίδιος ο Αλέξανδρος αντιμετώπισε στασιασμό των Ελλήνων που είχε πάρει μαζί του, διότι ήθελε να τους υποχρεώσει να γονυπετούν μπροστά του, όπως οι Πέρσες μπροστά στο Μεγάλο Βασιλέα – πράγμα ανθελληνικότατο, (: Είπαμε ότι ο ορισμός της ελληνκότητας είναι το “ΟΥΧ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΕΙΝ”)
Σε όλη τη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής, (: ελληνιστικό = σαν ελληνικό), οι ελληνικές πόλεις, με λίγες περιθωριακές και παροδικές εξαιρέσεις, αποτελούν παιχνίδια στα χέρια των ελληνιστικών δυναστειών. Ακολουθεί η ρωμαϊκή κατάκτηση, κάτω από την οποία οι ελληνικές πόλεις δεν έχουν παρά μόνον κοινοτική ζωή. Κατόπιν, έρχεται η βυζαντινή αυτοκρατορία. Το Βυζάντιο είναι μια ανατολική, θεοκρατική μοναρχία. Στο Βυζάντιο η πολιτική ζωή περιορίζεται στις ίντριγκες της Κωνσταντινούπολης, του αυτοκράτορα, των «δυνατών» και των ευνούχων της αυλής. Και βεβαίως, τα σχολικά μας βιβλία δεν αναφέρουν ότι στη βυζαντινή αυλή υπήρχαν ευνούχοι, όπως σ΄ αυτήν του Πεκίνου.
Δημοσιογράφος: Όλα αυτά αφορούν ένα πολύ μακρινό ιστορικό παρελθόν. Η Ελλάδα ως σύγχρονο νεοελληνικό κράτος έχει, ήδη, ιστορία εκατόν εβδομήντα ετών. Θα θέλατε να επικεντρώσετε σ΄ αυτή την περίοδο;
Καστοριάδης: Μα, αυτή η περίοδος είναι ακατανόητη χωρίς τους είκοσι έναν αιώνες ανελευθερίας που προηγήθηκαν. Λοιπόν, μετά το Βυζάντιο έρχεται η τουρκοκρατία. Μην ανησυχείτε, δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Θα αναφέρω μόνο ότι επί τουρκοκρατίας όση εξουσία δεν ασκείται απευθείας από τους Τούρκους, ασκείται από τους κοτζαμπάσηδες (τους εντολοδόχους των Τούρκων), οι οποίοι κρατούν τους χωριάτες υποχείριους. Συνεπώς, ούτε σ΄ αυτή την περίοδο μπορούμε να μιλήσουμε για πολιτική ζωή. Όταν αρχίζει η Επανάσταση του 1821, διαπιστώνουμε από τη μια μεριά τον ηρωισμό του λαού και από την άλλη, σχεδόν αμέσως, την τεράστια αδυναμία να συγκροτηθεί μια πολιτική κοινωνία. Την επομένη της πτώσης της Τριπολιτσάς αρχίζουν οι εμφύλιοι πόλεμοι.
Δημοσιογράφος: Πού οφείλεται αυτή η «τεράστια αδυναμία να συγκροτηθεί μια πολιτική κοινωνία»; Ποιοι είναι οι λόγοι;
Καστοριάδης: Ουδείς μπορεί να δώσει απάντηση στην ερώτησή σας για ποιο λόγο, κάποιος, σε μιαν ορισμένη στιγμή, δεν δημιούργησε κάτι. Η συγκρότηση ενός λαού σε πολιτική κοινωνία δεν είναι δεδομένη, δεν είναι κάτι που χαρίζεται, αλλά κάτι που δημιουργείται. Μπορούμε απλώς να διαπιστώσουμε ότι, όταν απουσιάζει μια τέτοια δημιουργία, τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης κατάστασης διατηρούνται ή αλλάζουν μόνο μορφή.
Δημοσιογράφος: Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτά στην ελληνική περίπτωση;
Καστοριάδης: Ορισμένα τα εντοπίζουμε, ήδη, στους εμφύλιους πολέμους της Επανάστασης του 1821. Βλέπουμε, για παράδειγμα, ότι η νομιμοφροσύνη και η αλληλεγγύη έχουν τοπικό ή τοπικιστικό χαρακτήρα, ισχυρότερο συχνά από τον εθνικό. Βλέπουμε, επίσης, ότι οι πολιτικές κατατάξεις και διαιρέσεις είναι συχνά σχετικές με τα πρόσωπα των «αρχηγών» και όχι με ιδέες, με προγράμματα, ούτε καν με «ταξικά» συμφέροντα.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό είναι η στάση απέναντι στην εξουσία. Στην Ελλάδα, μέχρι και σήμερα, το κράτος εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο του ντοβλετιού, δηλαδή μιας αρχής ξένης και μακρινής, απέναντι στην οποία είμαστε ραγιάδες και όχι πολίτες. Δεν υπάρχει κράτος νόμου και κράτος δικαίου, ούτε απρόσωπη διοίκηση που έχει μπροστά της κυρίαρχους πολίτες. Το αποτέλεσμα είναι η φαυλοκρατία ως μόνιμο χαρακτηριστικό. Η φαυλοκρατία συνεχίζει την αιωνόβια παράδοση της αυθαιρεσίας των κυρίαρχων και των «δυνατών»: ελληνιστικοί ηγεμόνες, Ρωμαίοι ανθύπατοι, Βυζαντινοί αυτοκράτορες, Τούρκοι πασάδες, κοτζαμπάσηδες, Μαυρομιχάληδες, Κωλέττης, Δηλιγιάννης.
Δημοσιογράφος: Εξαιρέσεις δεν βλέπετε να υπάρχουν; Εξαιρέσεις εντοπισμένες κυρίως στον 19ο και στον 20ό αιώνα;
Καστοριάδης: Ε, υπάρχουν δυο-τρεις εξαιρέσεις: ο Τρικούπης, ο Κουμουνδούρος, το βενιζελικό κίνημα στην πρώτη περίοδό του. Αλλά τα όποια αποτελέσματά τους καταστράφηκαν από τη δικτατορία του Μεταξά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τον ρόλο του παλατιού, τη δικτατορία της 21ης Απριλίου, την πασοκοκρατία. Στο μεταξύ, μεσολάβησε ο σταλινισμός που κατόρθωσε να διαφθείρει και να καταστρέψει αυτό που πήγαινε να δημιουργηθεί ως εργατικό και λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα. Τα αποτελέσματα τα πληρώνουμε ακόμη.
Μου ζητάτε να σας εξηγήσω. Μπορείτε να μου εξηγήσετε εσείς, γιατί οι Έλληνες, που σκοτώνονταν εννέα χρόνια, για να απελευθερωθούν από τους Τούρκους, θέλησαν αμέσως μετά ένα βασιλιά; Και γιατί, αφού έδιωξαν τον Όθωνα, έφεραν τον Γεώργιο; Και γιατί μετά ζητούσαν «ελιά, ελιά και Κώτσο βασιλιά»;
Δημοσιογράφος: Μα, οι δικές σας απαντήσεις ενδιαφέρουν ιδίως όταν αφορούν ερωτήματα που εσείς θέτετε. Θα θέλατε, λοιπόν, να διατυπώσετε τις απόψεις σας;
Καστοριάδης: Σύμφωνα με την παραδοσιακή «αριστερή» άποψη, όλα αυτά τα επέβαλαν η Δεξιά, οι κυρίαρχες τάξεις και η μαύρη αντίδραση. Μπορούμε όμως να πούμε ότι όλα αυτά τα επέβαλαν στον ελληνικό λαό ερήμην του ελληνικού λαού; Μπορούμε να πούμε ότι ο ελληνικός λαός δεν καταλάβαινε τι έκανε; Δεν ήξερε τι ήθελε, τι ψήφιζε, τι ανεχόταν; Σε μιαν τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός θα ήταν ένα νήπιο. Εάν όμως είναι νήπιο, τότε ας μη μιλάμε για δημοκρατία. Εάν ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, τότε, ας του ορίσουμε έναν κηδεμόνα. Εγώ λέω ότι ο ελληνικός λαός -όπως και κάθε λαός- είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, συνεπώς, είναι υπεύθυνος και για την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται σήμερα.
Δημοσιογράφος: Πώς την εννοείτε αυτή την ευθύνη;
Καστοριάδης: Δεν δικάζουμε κανέναν. Μιλάμε για ιστορική και πολιτική ευθύνη. Ο ελληνικός λαός δεν μπόρεσε έως τώρα να δημιουργήσει μια στοιχειώδη πολιτική κοινωνία. Μια πολιτική κοινωνία, στην οποία, ως ένα μίνιμουμ, να θεσμισθούν και να κατοχυρωθούν στην πράξη τα δημοκρατικά δικαιώματα τόσο των ατόμων όσο και των συλλογικοτήτων.
Δημοσιογράφος: Θέλετε να πείτε ό,τι έγινε -αντιθέτως- σε άλλες χώρες, στη Δυτική Ευρώπη;
Καστοριάδης: Εκεί, αυτό έγινε! Ο μακαρίτης ο Γιώργος Καρτάλης έλεγε κάνοντάς μου καζούρα στο Παρίσι το 1956: «Κορνήλιε, ξεχνάς ότι στην Ελλάδα δεν έγινε Γαλλική Επανάσταση». Πράγματι, στην Ελλάδα δεν έχει υπάρξει εποχή που ο λαός να έχει επιβάλει, έστω και στοιχειωδώς, τα δικαιώματά του. Και η ευθύνη, για την οποία μίλησα, εκφράζεται με την ανευθυνότητα της παροιμιώδους φράσης: «εγώ θα διορθώσω το ρωμέικο;». -Ναι, κύριε, εσύ θα διορθώσεις το ρωμέικο, στο χώρο και στον τομέα όπου βρίσκεσαι.
✒️Ο Κορνήλιος Καστοριάδης γεννήθηκε σαν σήμερα το 1922 και ήταν Έλληνας φιλόσοφος, οικονομολόγος και ψυχαναλυτής. Συγγραφέας του έργου Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, διευθυντής σπουδών στην Σχολή Ανωτέρων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού από το 1979, και φιλόσοφος της αυτονομίας, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ου αιώνα.
Πηγή: Βιβλίο, Η ελληνική ιδιαιτερότητα- Τόμος Β΄, εκδόσεις Κριτική
Μερικοί από εσάς μπορεί να έχετε διαβάσει βιβλία του, αρκετοί μόνο το «Έρωτος Φύσις» εξαιτίας του οποίου πολλοί τον χαρακτήρισαν «επαναστάτη ή αναρχικό παπά», άλλοι, πάλι, τον ακούτε για πρώτη φορά. Άλλοι πιστεύετε στον Θεό και άλλοι όχι. Το βέβαιο είναι πως, όλοι είμαστε φτιαγμένοι απ’ το ίδιο ύφασμα και άνθρωπος χωρίς ανησυχίες δεν υπάρχει. Εδώ μερικές σκέψεις του από μια συνέντευξη.
«Μεγάλωσα στην Τρούµπα, ο πατέρας µου είχε εκεί κουρείο. Έτσι είχα την ευκαιρία να γνωριστώ µε τους χασικλήδες και τις πορνες της περιοχής.
Σας διαβεβαιώνω, πως σ’ αυτούς τους ανθρώπους είδα περισσότερο Θεό απ’ ό,τι σε υποτιθέμενους ευσεβείς. Γιατί είδα ανθρώπους οικτίρμονες. Σπλαχνικούς».
«Η πίστη βιώνεται μέσα από άσκηση, μέσα από τον περιορισμό του Εγώ, μέσα από την άρνηση του κόσμου των υλικών πραγμάτων και ο άνθρωπος δεν μπορεί να τη βρει όσο είναι απορροφημένος από τη ρηχή πραγματικότητα των υλικών ανέσεων, του εγωκεντρισμού και της ιδιοτέλειας».
«Υπάρχει δρόμος για τη σωτηρία της ψυχής;
Όσο περισσότερο μοιραζόμαστε, κοινωνούμε με τους άλλους ανθρώπους, τόσο πιο ξεκάθαρα θα βλέπουμε που μπορούμε να πάμε. Ωστόσο, η αυτογνωσία είναι πάρα πολύ ρηχή. Δεν έχουμε ιδέα τι γίνεται μέσα μας. Ο άνθρωπος όταν περιμένει από αλλού να φτιαχτεί η ζωή του, είναι σε πολύ άσχημη θέση.
«Όσο μεγαλώνουμε, δύσκολα αλλάζουμε, αλλά ζωή χωρίς αλλαγές δεν είναι ζωή. Ό,τι δεν αλλάζει είναι νεκρό. Αν ο άνθρωπος θέλει να ζει μέσα στην πραγματικότητα, πρέπει ν’ αλλάζει και εκείνος, αλλιώς μένει απέξω…»
«Στην πραγματικότητα έγινα ιερέας για να καλύψω δικές µου ανάγκες, για να σώσω εμένα…Μεγάλωσα σ’ ένα πολύ προβληματικό περιβάλλον, µε δυο γονείς που δεν είχαν καμιά επικοινωνία και τίποτα κοινό µεταξύ τους. Ο πατέρας μου ήταν αλκοολικός.. Ήθελα να πιαστώ από κάπου, έψαχνα ένα καταφύγιο. Και το βρήκα στα λόγια των πατέρων της Εκκλησίας. Είναι πολύ σημαντικό ο άνθρωπος να γνωρίζει τον εαυτό του, αλλά και τα κίνητρά του. Δεν έχει σημασία τι κάνουμε και τι λέμε, αλλά γιατί το κάνουμε και γιατί το λέμε. Κυρίως το πρόβλημα δεν είναι «πόσα έχουμε», αλλά πώς τα διαχειριζόμαστε
«Λίγο πριν χειροτονηθώ είχα πάει ένα ταξίδι στο Άγιο Όρος και εκμυστηρεύτηκα στον ηγούμενο της Μονής Διονυσίου πως δεν είχα αρκετή πίστη. Μα θέλετε να γίνετε παπάς και δεν έχετε αρκετή πίστη; µε ρώτησε. Μαζί µου ήταν τότε ο καθηγητής Θεολογίας Σάββας Αγουρίδης, ο οποίος του είπε, τι νομίζετε γέροντα, πως µόνο σαρκικές έγνοιες ταλαιπωρούν τους ανθρώπους; Είναι και οι υπαρξιακές.
«Η δυσκολία είναι ότι φοβόμαστε πως αν αφεθούμε, δεν θα ερωτευτούμε αυτόν που «πρέπει». Ο έρωτας δεν είναι κατοχή, αλλά µία διαρκής αναζήτηση. Για να τον ζήσεις όσο γίνεται ουσιαστικότερα, πρέπει να ασχοληθείς µε την ωριμότητά σου. Ο Χριστός λέει «αν θέλεις να κερδίσεις τη ζωή σου, πρέπει να τη χάσεις». Στον έρωτα πρέπει να δοθείς µέχρι θανάτου, αν θέλεις να βιώσεις την πληρότητά του.
«Ο θάνατος είναι η μεγαλύτερη ανθρώπινη αγωνία. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να δεχτεί ότι θα «καταλήξει» στο μηδέν. Γι’ αυτό είναι πολύ επιρρεπής σε οποιονδήποτε του προσφέρει κάποια διέξοδο, κάποια «θεραπεία» γι’ αυτήν την αγωνία του θανάτου. Η πραγματική χριστιανική παράδοση δεν αναζητεί αλλού τη ζωή, αλλά εδώ και τώρα. Υποσχόμαστε τη μετά θάνατον ζωή, όταν δεν έχουμε να προσφέρουμε τίποτα τώρα.
«Αδικίες υπάρχουν επειδή ο άνθρωπος είναι ελεύθερος. Αν δεν είναι ελεύθερος να κάνει κακό, παύει να είναι ελεύθερος.
«Μπορούμε να καλύψουμε τις ανάγκες των μεταναστών; Αν αγαπάς έναν άνθρωπο, σκέφτεσαι ποιες είναι οι δικές του πραγματικές ανάγκες. Η κοινωνία μας διέπεται από μια στάση, η οποία για μένα είναι παρακμιακή, που λέει πως, αν αγαπάς κάποιον, πρέπει να τον χαϊδεύεις. Αυτό δεν είναι αγάπη. Όταν ένας άνθρωπος έχει λιποθυμήσει, χρειάζεται ένα χαστούκι, όχι ένα χάδι.
«Δεν ξέρω τι πάει να πει ευτυχία. Για µένα καταλληλότερη λέξη είναι η «πληρότητα». Να αισθάνεσαι μέσα σου «γεμάτος». Χαρά, αγαλλίαση, συγκίνηση! Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχω και στιγμές δυσφορίας, απογοητεύσεις, στιγμές πικρίας… Αλλά το κυρίαρχο συναίσθημα μου είναι εσωτερική γαλήνη.
Σαν σήμερα πέθανε ο Γερμανός ζωγράφος Χανς Φον Άαχεν. Ο Άαχεν γεννήθηκε το 1552 στην Κολωνία και σπούδασε στη Φλωρεντία και στη Ρώμη. Ακολούθησε το ρεύμα του μανιερισμού. Το όνομά του το απέκτησε, λόγω της γενέτειρας του πατέρα του, το Άαχεν.Κατόπιν, αφού διορίστηκε από τον Ροδόλφο Β’ αυλικός ζωγράφος στην Πράγα το 1592, εγκαταστάθηκε εκεί το 1597. Συνεισέφερε επίσης και σε διπλωματικό επίπεδο. Όταν πέθανε ο Ροδόλφος Β’, ο Άαχεν συνέχισε να εργάζεται και για τον διάδοχό του, το Ματθία.
Τα έργα του έχουν διάφορα θέματα όπως: μυθολογικά, θρησκευτικά, αλληγορικά και (υπό την κάλυψιν όλων των προηγουμένων) ερωτικά. Ασχολήθηκε επίσης και με τη χαρακτική.
Ο πίνακας που διαλέξαμε να σας παρουσιάσουμε σαν έργο τέχνης της ημέρας είναι η “Μαστροπός”, που τη δημιούργησε μεταξύ 1605-10 και πλέον φιλοξενείται στη Βιέννη στο Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης.
Στο πρώτο πλάνο του έργου αυτού, το φως μας τονίζει τρεις μορφές, δύο γυναίκες και έναν άντρα. Ωστόσο, ως κεντρική φιγούρα αναδεικνύεται η νεαρή γυναίκα. Αυτή, με το κάτασπρο δέρμα, το λάγνο βλέμμα και τα εκτεθιμένα στο φως λαιμό και στερνό της τραβά σαν μαγνήτης τον θεατή που σαγηνεύεται από τη γοητεία της. Πρόκειται αναμφίβολα για την εκδιδόμενη. Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και στον άντρα που στέκεται πίσω της και κοίτα αποσβολωμένος τα μέρη του σώματος που έχει αφήσει ακάλυπτα στο έλεος τωμ ματιών του. Αυτός είναι ο πελάτης, αυτός που επιχειρεί να εξαγοράσει τον έρωτά της. Στην άλλη άκρη υπό ένα διαφορετικό, πιο κιτρινωπό φως διακρίνεται μια άλλη μορφή, η βασική πρωταγωνίστρια, από την οποία πήρε το όνομα και ο πίνακας, η μαστροπός. Παρά την προχωρημένη της ηλικία, ο τρόπος ντυσίματος μαρτυρά πως και η ίδια ίσως ασκούσε το επάγγελμα της εκδιδόμενης στο παρελθόν. Ωστόσο τώρα προσπαθεί να δελεάσει με δόλωμα την νεανική ομορφιά το πλούσιο θήραμά της και να του αποσπάσει πλούτο. Ήδη φαίνεται να το έχει καταφέρει αφού κράτα κάτι που μοιάζει με πολύτιμο κόσμημα. Μπροστά από τις μορφές υπάρχουν χαρτιά τράπουλας, χρήματα που δείχνουν τον Ρήγα, σύμβολο του άντρα και καρδιές, σύμβολο του έρωτα, καθώς και ένα δείγμα φύσης.
Στο βάθος του πίνακα, όπου το φως ρέει άφθονο, φαίνονται λίγες μορφές ανδρών και γυναικών να πίνουν ακόλαστα. Η εύθυμη αυτή κατάσταση έρχεται σε αντίθεση με τη σκοτεινή δοσοληψία του πρώτου πλάνου. Σε αυτή ο καλλιτέχνης ήθελε να αποδώσει μια νότα μυστικιστική και το κατόρθωσε.
Το έργο απεικονίζει μια εικόνα ερωτική προερχόμενη όμως από την καθημερινότητα. Η τεχνοτροπία αν και μοιάζει με αυτή της Αναγέννησης, δεν ταυτίζεται κιόλας. Τα χρώματα αλλάζουν. Το ίδιο και οι μορφές. Πλησιάζουν σε αυτές του μανιερισμού, αν και εδώ λείπει η λεπτότητα και το μάκρος των άκρων που δίνουν την αίσθηση του υπερβατικού. Αντιθέτως, ιδίως όσον αφορά την εικόνα με τις τρεις μορφές οι χρωματικές επιλογές θυμίζουν περισσότερο το μεταγενέστερο μπαρόκ, ενώ η εικόνα του βάθους με τα έντονα χρώματα γέρνει προς την Αναγέννηση.
Σε κάθε περίπτωση, η “Μαστροπός” είναι ένα έργο ζωντανό, όμορφο και ιδιαίτερο, γεμάτο αντιθέσεις, χρωματικές, τονικές και περιεχομένου που προσδίδουν στον πίνακα μια δόση μυστηρίου και ερωτισμού διάχυτου. Σίγουρα, αποτελεί ένα από τα καλύτερα καλλιτεχνήματα του Χανς Φον Άαχεν.
«Εκακώθην και εταπεινώθην έως σφόδρα, ωρυόμην από στεναγμού της καρδίας μου.»
Νυχτωθήκαμε στο Αγιασμάτ. Μας πήγαν σ’ ένα σκοτεινό χαμηλό χτίριο. Μόλις μπήκαμε μέσα μας χτύπησε μια μυρουδιά από κοπριά, από θειάφι κι αγιοσύνη. Καταλάβαμε πως πρόκειται για έναν οίκο του Υψίστου που χρησίμευε τώρα για στάβλος ή αποθήκη.
Νεκρή ησυχία βασίλευε. Χύσαμε με τις χούφτες το θόρυβο που έβγαινε απ’ τα πικραμένα στόματά μας. Ύστερα ξαπλώσαμε πάνω στις πλάκες όπως βρεθήκαμε ο καθένας. Ο Αργύρης κοντά μου. Στο βάθος, προς το μέρος του Ιερού, πήγε η φαμίλια. Το καταλαβαίνω απ’ το παιδάκι που κλαίει. Θα φοβάται το πολύ σκοτάδι.
Η πόρτα έκλεισε. Είμαστε μονάχοι οι σκλάβοι. Πέρασε ίσαμε μια ώρα. Από καιρό σε καιρό, σε αραιά διαστήματα, γινόταν σιωπή. Ύστερα ακουγόταν ένα μουγκριχτό σε μιαν άκρη – κάποιος σύντροφός μας. Κι όσο προχωρούσε η νύχτα, αυτές οι βαριές υπόκωφες κραυγές ολοένα πολλαπλασιάζουνταν. Τα μισόγυμνα κορμιά, όσα δεν ήταν δουλεμένα στην τραχιά ζωή, σπαράζαν. Όσο περπατάς δεν καταλαβαίνεις τίποτα απ’ το ύπουλο έργο που γίνεται κάτου απ’ το πετσί, μες στα νεύρα. Μα μόλις καθίσεις είναι αδύνατο πια να σαλέψεις χωρίς να δαγκάνεις, να βγει αίμα απ’ τον πόνο. Πεινούσαμε.
– Ηλία, θα βαστάξουμε, δεν είναι έτσι;… με ξαναρωτά ο Αργύρης, να πάρει κουράγιο από μένα.
Κ’ εγώ θέλω να μη λιποψυχήσω:
– Θα βαστάξουμε, Αργύρη.
– Ελπίζεις;…
– Ελπίζω.
Λίγο έπειτα μου παραπονιέται για τα πόδια του. Το ένα, που ήταν ολότελα γυμνό, άρχισε να πρήζεται, να κάνει φουσκαλίδες. Ένα δυο απ’ αυτές σπάσαν στο δρόμο και τσούζουν. Και το άλλο, με τη συντροφική παπούτσα, είχε πληγώσει. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω το ωραίο χλωμό του πρόσωπο επειδή είναι σκοτάδι. Μα τον ακούγω που κλαίει σιγανά. Του λέω πως υποφέρω κ’ εγώ, σώπα.
Ξεχνιέται μια στιγμή, μα πάλι ξανάρχεται στο ίδιο μοτίβο:
– Ηλία αδερφάκι μου, μπας και δε βαστάξουμε;…
Θα ήταν έντεκα η ώρα, τη νύχτα, όταν έτριξε η πόρτα. Δυο τρεις στρατιώτες μιλούσαν σιγανά. Στριμώχτηκα κοντά στον Αργύρη, κ’ εκείνος σιμά μου, και βλέπαμε. Ένα φως άναψε. Ένα κερί. Οι στρατιώτες άρχισαν να ψάχνουν. Σκύβουν με το κερί στα πρόσωπα και κοιτάζουν. Γυρεύουν.
Σαν φτάξανε σ’ εμάς, στα δυο αγόρια, στάθηκαν.
– Θέλεις; λέει ο ένας δείχνοντας τον Αργύρη.
Ο άλλος σκέφτηκε, ύστερα λέει;
– Όχι για την ώρα.
– Τη γυναίκα;
– Ναι.
– Θα περιμένεις σειρά, λέει ο πρώτος.
– Θα περιμένω.
Απομακρύνουνται.
Ο Αργύρης τα καταλαβαίνει όλα, γιατί ξέρει τούρκικα. Μα κ’ εγώ το υποπτεύουμαι. Είναι τόσο κοντά μου, ακούγω την καρδιά του που χτυπά γρήγορα. Μα γρήγορα. Σφίγγεται πάνω μου.
– Ηλία… μουρμουρίζει συγκινημένος. Α, «αυτό» όχι! Όχι!
Κ’ εμένα μ’ έχει περιχύσει ο ίδρος απ’ το φόβο. «Αυτό» δεν το είχα υποπτευτεί, δεν το υπολόγιζα. Θυμούμαι μονομιάς ένα σωρό ιστορίες που είχα ακουστά. Μια ξαφνική αξιοπρέπεια τινάζεται σα λόχη μες από κει, απ’ το ταπεινωμένο ζο. Μια περηφάνια, μες στις μύξες, στη γύμνια, στα δάκρυα – ναι, ήταν ολότελα κωμικό.
Παίρνω αμέσως την απόφαση:
– Αργύρη, εγώ θα προτιμήσω να πεθάνω. Θα κάμω ό, τι μπορώ…
Δεν ακούγω την απάντησή του. Ίσως γιατί τρέμει. Δε θέλει ν’ αγγίσει τη βεβαιότητα πως δεν πρόκειται να ζήσουμε. Γιατί, γιατί είναι έτσι ωραία να έχεις μια θερμή καρδιά, να είναι ήλιος, η θάλασσα…
– Αλλά «αυτό» όχι… Όχι «αυτό» μουρμούρισε πάλι.
Το κερί έφταξε στον προορισμό του, στο Ιερό. Ακούμε μια στριγγιά γυναικεία κραυγή που ξεπετιέται από κει, στο βάθος· χαστουκίζει για ένα γρήγορο λεπτό τον πικρόν αγέρα. Ύστερα άλλη μια κραυγή. Μα τούτη σβήνει απότομα από κάποιο χέρι που βούλωσε το στόμα που φώναζε. Οι στρατιώτες, φαίνεται, νοιάζουνταν να μη γίνει θόρυβος.
Οι σύντροφοι σηκώνουνται σιωπηλά, με προφύλαξη, και κουνιούνται προς το Ιερό, να δουν. Σηκώνουμαι κ’ εγώ και πάω κοντά, τοίχο τοίχο, κρυμμένος στο μισοσκόταδο.
Η γυναίκα βαστούσε τον άντρα της με τα δυο χέρια και δεν ήθελε να ξεκολλήσει. Το παιδάκι είναι ξαπλωμένο ανάμεσά τους. Δεν ξύπνησε ακόμα. Μια μπούκλα γεμάτη σκόνη έχει κολλήσει πάνω στο πρόσωπο, πέφτει και πλάι, στο κατεβασμένο βλέφαρο. Είναι τόσο ήμερο – μια μπούκλα. Θα ονειρευόταν. Ο στρατιώτης τραβούσε τη γυναίκα, στην αρχή αδύνατα, ήθελε να είναι αβρός. Μα ολοένα δυνάμωνε, ολοένα, το τράβηγμα. Ανυπομονούσε. Τα μάτια του ήταν τεζαρισμένα απ’ την επιθυμία και, όπως η αντίσταση της γυναίκας συνεχιζόταν, μια γρήγορη λάμψη χίμηξε μέσα τους και τα’ άλειψε με φως.
– Γλιτώστε με!… Γλιτώστε με!…
Ο άντρας ακούει τη γυναίκα του. Έχει ένα χαμένο ύφος, η μιλιά είναι δεμένη μες στο στόμα του, αλυχτούσε να βγει. Δεν έβγαινε.
– Κ’ εσύ δε με σκοτώνεις! Του φώναζε η γυναίκα με απελπισμένη οργή. Δε με σκοτώνεις!…
Συγκινημένος, χαμένος, κατορθώνει τέλος να ικετέψει τους στρατιώτες:
– Λυπηθείτε μας!… Λυπηθείτε μας!…
Ανασηκώθηκε λίγο προς τα μπρος, έκαμε μια προσπάθεια να κρατηθεί σ’ αυτή τη στάση της αδέξιας γονυκλισίας.
Μια κλωτσιά στα πλευρά. Ο μεγάλος όγκος του έπεσε απότομα πίσω. Κ’ η γυναίκα έχασε την επαφή μαζί του. Έκαμε να πιαστεί κάπου, κι άρπαξε το ποδαράκι του παιδιού. Κι αυτό, που ξύπνησε, ξεφώνιζε μαζί της:
– Μητερούλα!… Μητερούλα!…
Ένα μικρό διάστημα τη σέρναν. Έσερνε και το παιδάκι μαζί της. Ύστερα το παράτησε.
Βγήκαν απ’ το Ιερό. Σταμάτησαν κοντά στην είσιδι, πίσω από μια κολόνα. Ένας τους πήρε μια πλατιά σανιδένια τάβλα, που ήταν στην πόρτα, και την ακούμπησε στην κολόνα, να προφυλάξει το μέρος να μη βλέπουμε. Μα για το σκοπό τούτον η τάβλα ήταν μικρή, πιο μικρή απ’ το μπόι του ανθρώπου. Λίγα πράματα μονάχα κρύβουνταν.
– Εδώ μέσα!… Μπρος στα μάτια μας!… μουρμουρίζει ένας με φρίκη. Τα σκυλιά!
– Σουτ! Κάνει κάποιος άλλος.
Κρυμμένοι μες στο σκοτάδι είχαμε κολλήσει τα μάτια εκεί. Οι καρδιές χτυπούσαν, Κοιτάζαμε με περιέργεια αδυσώπητη, σα λύσσα, μη μας φύγει και η ελάχιστη λεπτομέρεια. Ο ένας στρατιώτης πολεμούσε να ρίξει τη γυναίκα ανάσκελα χάμου. Δεν έπεφτε. Τότες την έπιασαν οι δυο απ’ τα χέρια κι ο τρίτος απ’ τα ποδάρια. Άφησαν πια κατά μέρος την αβρότητα. Τα χέρια τους, τα κορμιά τους δουλεύαν με γρήγορες νευρικές κινήσεις, δεν άντεχαν πια. Την ξαπλώσαν ανάσκελα. Ο μεσαίος στρατιώτης βιαζόταν να τη λευτερώσει από ένα δυο ρούχα. Οι άλλοι την κρατούσαν με τα χέρια κολλημένα πάνου στο στήθος. Για μια τελευταία φορά πολέμησε να μαζέψει τις δυνάμεις της, ν’ αντισταθεί. Ξέφυγε, στριφογύρισε σα φίδι, ουρλιάζοντας:
– Σκοτώστε με! Σκοτώστε με!
Τη φέραν πάλι στα ίδια, ανάσκελα, με κολλημένα πάνω της τα τρία ζευγάρια χέρια. Μη έχοντας πια να κάμει τίποτα άλλο, έπιασε να χτυπά το κεφάλι της απανωτά, απελπισμένα, στις πλάκες. Ο βουβός κρότος νοιαζόταν να διατηρηθεί μια στιγμή μες στις φωνές της, που ολοένα αδυνάτιζαν.
Τέλος μέρεψε οριστικά. Άκουγες μονάχα ένα σιγανό, κλαμένο μουρμουρητό, ένα παράπονο. Και πολύ αραιά, ένα δυο τελευταία χτυπήματα του κεφαλιού στις πλάκες – κάτι καθυστερημένα χειροκροτήματα μες στη λαχανιασμένη ανάσα του ζου, από πάνω της, που «εκφραζόταν».
Γύρισα τα μάτια. Δυο τρεις σύντροφοι είχαν μαζευτεί κοντά κοντά, ολόρθοι, και κάνανε ένα παραπέτασμα γύρω στον άντρα της, να μη βλέπει. Είχε ζαρώσει εκεί, κουρελιασμένος, μισόγυμνος, συντριμμένος, έσκυβε πάνου στο παιδάκι του με τις μπούκλες που βέλαζε, το’ σφιγγε.
– Πως θα το βαστάξω;… Πως θα το βαστάξω;… μουρμούριζε μες στα δάκρυά του.
Ένας απ’ τους δικούς μας θέλησε να τον ησυχάσει.
– Σύντροφε, δεν είναι ντροπή. Όλοι μας μια μέρα μπορούμε να το βεβαιώσουμε πόσο ήταν αδύνατο να κάμεις τίποτα…
Ο σιγανός ολολυγμός ερχόταν ολοένα πιο αδύνατος απ’ το άλλο το φτωχό μισολιποθυμισμένο πλάσμα εκεί. Περνούσε μες απ’ το προπέτασμα που κάναμε γύρω στον άντρα της, έφτανε σα λυρική νότα, ένας στίχος με σούρουπο, ένα «παρών».
– Δεν είναι ντροπή, σύντροφε…
– Μα είναι γι’ αυτό τώρα;… τινάζεται απελπισμένα. Δεν την ακούτε εκεί χωρίς βοήθεια; Τ ώ ρ α τι να κάμω! Τ ώ ρ α! Τ ώ ρ α!
Λίγα λόγια για το έργο: Ο Αλ. Αργυρίου επισημαίνει πως η ύλη του μυθιστοριογράφου είναι η πραγματικότητα, «αυτή» που «αυτός» αντιλαμβάνεται «ως τοιαύτη». Στο υπό εξέταση μυθιστόρημα, στο Νούμερο 31328του Ηλία Βενέζη, η Ιστορία περνά όχι ως εξακριβωμένο ιστορικό γεγονός, αλλά ως άμεση εμπειρία, ως βιωμένο περιστατικό του συγγραφέα. Ο Γ. Δάλλας πιστεύει πως στο Νούμερο, ο Βενέζης εξετάζει την Ιστορία από μια ανθρωποκεντρική σκοπιά, καθώς πρόκειται για μια προσωπική κατάθεση ιδιωτικών εμπειριών, που ηχούν ως μαρτυρίες. Η Φρ. Αμπατζοπούλου μιλά για λογοτεχνία του αυτόπτη μάρτυρα και για σχολή του βλέμματος. Η αμεσότητα της αφήγησης απλών ανθρώπων αντιστοιχεί με την αλήθεια, στο βαθμό που εκφράζει το πραγματικό συμφέρον των ανθρώπων. Η εκφορά του λόγου στις αυτοβιογραφικές αφηγήσεις πολέμου γίνεται από τη σκοπιά του αυτόπτη μάρτυρα, του θύματος, ενός αφηγητή που ταυτίζεται σ’ ένα αφηγούμενο εγώ, ο οποίος αυθιστορείται, ενώ εξιστορεί και ο οποίος αφηγείται την προσωπική του εμπειρία προσπαθώντας να τηρήσει ένα συμβόλαιο φιλαλήθειας. Ο γράφων ως άλλος ρεπόρτερ οφείλει να καταγγέλλει τα εγκλήματα του πολέμου, την παραβίαση των πρωτογενών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα στρατόπεδα των αντιφρονούντων, τα οποία σφράγισαν τη μετέπειτα ζωή του, καθώς τον εμπλούτισαν διανοητικά και συναισθηματικά. Σύμφωνα με τη Αμπατζοπούλου, ο γράφων αφηγείται και για να αναγνωρίσει τον εαυτό του και το προσωπικό στίγμα του στην ιστορία, δηλαδή για να ανιχνεύσει την ταυτότητά του.
Το κύριο, ουσιαστικό και αποφασιστικό θέμα του βιβλίου, κατά τον Απ. Σαχίνη, είναι ο άνθρωπος, που αιώνια δοκιμάζεται και παιδεύεται μέσα στη ζωή, χωρίς ανάπαυση τέλος και σκοπό. Όπως υπογραμμίζει, το κλίμα του φόβου και της αγωνίας για τη ζωή και την επιβίωση χαρακτηρίζει το βιβλίο, ενώ παράλληλα με την εξωτερική περιπέτεια, συμβαδίζει κι η εσωτερική, δηλαδή η υποβολή, η νύξη κι η υπόμνηση ψυχικών καταστάσεων, απροσδιόριστων και ασυνειδήτων, που ανοίγονται πίσω από τα πραγματικά περιστατικά και δημιουργούν προεκτάσεις προς το πυκνό μυστήριο της ζωής. Με το διάλογο, το επιφώνημα, τις επινοήσεις και τις αποσιωπήσεις, ο Βενέζης γοητεύει και συγκινεί τον αναγνώστη, ενώ, με τα ασυνήθιστα και καταπληκτικά εξωτερικά περιστατικά, τον συναρπάζει, του κινεί το ενδιαφέρον και τον αναγκάζει να μην αφήσει το βιβλίο αν δεν φτάσει στην τελευταία σελίδα. Ο Α. Σαχίνης διαπίστωνε ότι: «Μέσα στοΝούμερο 31328υπάρχει μια θαυμαστή αντιστοιχία της πραγματικότητας που περιγράφεται και της αισθητικής εκμετάλλευσής της […]. Γιατί το ύφος του βιβλίου, μικροπερίοδο, στενογραφικό, πυκνό και αστόλιστο, είναι το ύφος της αγωνίας. Ο Ηλίας Βενέζης μεταφέρει πάνω στο χαρτί το ρυθμό των συγκλονιστικών περιστατικών της σκλαβιάς του – αυτά τα ίδια περιστατικά, γυμνά και τραγικά, μ’ έναν ασθματικό κι ελλειπτικό τρόπο που δεν είναι άλλος από τον τρόπο του άγχους». Παράλληλα, επισήμανε τη ζωντάνια της γλώσσας, την πεζογραφική κι αναπαραστατική ρώμη, τον τραγικό σαρκασμό ή τη δηκτική ειρωνεία, που διοχετεύεται κυρίως μέσα σε τολμηρότατες παρομοιώσεις.
Iσορροπώντας την αυθεντικότητα της προσωπικής μαρτυρίας, με μια απέριττη αφηγηματική γραφή, σύμφωνα με τον Μ. Γ. Μερακλή, το βιβλίο γίνεται το «αργοβάδιστο μαρτυρολόγιο, η χαρτογράφηση της ματωμένης πορείας χιλιάδων ανυπεράσπιστων ομήρων και αιχμαλώτων, το χρονικό ενός σπάνιου συλλογικού πόνου, όπου η ανθρώπινη ουσία δέχεται όλες τις διεργασίες της αλλοίωσής της σε κάτι υποζωώδες και φυτικό, με την προοδευτική σωματική εξουθένωση κι όλες τις άμεσες επιπτώσεις της στις ψυχικές, ηθικές και πνευματικές δυνάμεις της προσωπικότητας. Περιγράφονται οι καταστάσεις της θανάσιμης κούρασης, της πείνας και της δίψας, της σωματικής βρωμιάς, οι αλόγιστες και τρομακτικά ανεύθυνες εκτελέσεις χιλιάδων υπάρξεων, το κουρέλιασμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας».