Σαν σήμερα γεννήθηκε ένας πολυγραφότατος, βαθύς και αγαπημένος εραστής της πένας, ο Νίκος Καζαντζάκης. Ασχολήθηκε σχεδόν με κάθε είδος λόγου άφησε επίσης πίσω του πολλές αξιομνημόνευτες και σοφές φράσεις, που είπε κατά τη διάρκεια της ζωής του. Από αυτές επιλέξαμε 20 για να σας παρουσιάσουμε ένεκεν της γέννησής του:
1. «Μια αστραπή η ζωή μας… μα προλαβαίνουμε».
2. «Ό,τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά».
3. «Αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι εσύ».
4. «Η Ελλάδα επιζεί ακόμα, επιζεί νομίζω μέσα από διαδοχικά θαύματα».
5. «Tι θα πει λεύτερος; Αυτός που δεν φοβάται το θάνατο».
6. «Δεν τον φοβάμαι το Θεό, αυτός καταλαβαίνει και συχωρνάει. Τους ανθρώπους φοβάμαι. Αυτοί δεν καταλαβαίνουν και δε συχωρνούν».
7. «Είδα κάποτε μια μέλισσα πνιγμένη μέσα στο μέλι και κατάλαβα».
8. «Ε κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις – το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ‘ναι πολύ αργά».
9. «Υπάρχει στον κόσμο τούτον ένας μυστικός νόμος – αν δεν υπήρχε, ο κόσμος θα ‘ταν από χιλιάδες χρόνια χαμένος – σκληρός κι απαραβίαστος: το κακό πάντα στην αρχή θριαμβεύει και πάντα στο τέλος νικάται».
10. «Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ‘ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;»
11. «H καρδιά του ανθρώπου είναι ένα κουβάρι κάμπιες – φύσηξε, Χριστέ μου, να γίνουν πεταλούδες!»
12. «Το ψέμα είναι ανανδρία».
13. «Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα».
14. «Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: «Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;» Πολέμα!»
15. «Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη μήτε η Νίκη· μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος».
16. «Ποτέ οι Έλληνες δε δούλεψαν την τέχνη για την τέχνη· πάντα η ομορφιά είχε σκοπό να υπηρετήσει τη ζωή. Και τα σώματα τα ήθελαν οι αρχαίοι όμορφα και δυνατά, για να μπορούν να δεχτούν ισορροπημένο και γερό νου. Κι ακόμα, για να μπορούν –σκοπός ανώτατος– να υπερασπίσουν το άστυ».
17. «Σα δεν φτάσει ο άνθρωπος στην άκρη του γκρεμού, δεν βγάζει στην πλάτη του φτερούγες να πετάξει».
18. «Οι μισές δουλειές, οι μισές κουβέντες, οι μισές αμαρτίες, οι μισές καλοσύνες έφεραν τον κόσμο στα σημερινά χάλια. Φτάσε, μωρέ άνθρωπε, ως την άκρα, βάρα και μη φοβάσαι! Πιο πολύ σιχαίνεται ο Θεός το μισοδιάολο παρά τον αρχιδιάολο»!
19. «Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι».
20. «Η στερνή, η πιο ιερή μορφή θεωρίας είναι η πράξη».
Σαν χθες, 1η Μαρτίου 1842, γεννήθηκε στο Σκλαβοχώρι της Τήνου ο Νικόλαος Γύζης. Ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου». Διακρίθηκε σε όλα τα χρόνια των σπουδών του και πήρε τα πρώτα βραβεία στην ξυλογραφία, τη ζωγραφική και τη χαλκογραφία.
Ως γνήσιο τέκνο της Σχολής του Μονάχου ο Γύζης ασχολήθηκε με την ηθογραφία, τη νεκρή φύση και το πορτρέτο, όμως ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1880 θα στραφεί προς τα ιδεαλιστικά – αλληγορικά θέματα επηρεασμένος από τον ευρωπαϊκό Συμβολισμό, εκφράζοντας με τον δικό του, ιδιαίτερο, τρόπο το νέο πνεύμα της εποχής.
Το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο ζήτησε το 1887 από τον Γύζη αλλά και από τον Ιακωβίδη με την ίδια ακριβώς επιστολή να σχεδιάσουν τη σημαία του. Ο Γύζης αναλαμβάνει το έργο, φροντίζοντας να συζητήσει τα σχέδιά του με τον Ιακωβίδη, τον οποίο εκτιμά ιδιαίτερα. Το λάβαρο, που είναι επηρεασμένο από τα γλυπτά του ναού της Αφαίας, δε θα αρέσει σε όλους: «χονδροειδές εικόνισμα» και «ακαλαίσθητο κακοτέχνημα» είναι κάποιοι από τους χαρακτηρισμούς που ο ζωγράφος θα αντιγράψει στις σημειώσεις του.
Το 1888 το έργο του «Πνεύμα της Τέχνης» χρησιμοποιείται σαν διαφημιστική αφίσα του Καλλιτεχνικού Συνδέσμου του Μονάχου, ενώ το 1892 κερδίζει χρυσά μετάλλια στη Διεθνή Έκθεση του Μονάχου και στη Μαδρίτη. Το 1895 επισκέπτεται για τελευταία φορά την Ελλάδα, όπου όλοι τον αντιμετωπίζουν με δέος και το 1896 σχεδιάζει το Δίπλωμα των Ολυμπιακών Αγώνων.
Από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της «Σχολής του Μονάχου», ο Νικόλαος Γύζης δεν επηρέασε μόνο την πορεία της ελληνικής τέχνης αλλά κατέχει σημαντική θέση και στη γερμανική ιστορία της τέχνης του 19ου αιώνα. Οι ηθογραφίες του υπερβαίνουν την απλή διήγηση, το ιδεαλιστικό, αλληγορικό και θρησκευτικό του έργο, ωστόσο, είναι εκείνο που αναδεικνύει το διαμέτρημά του.
Λάτρης της μουσικής, συνήθιζε να ζωγραφίζει υπό τους ήχους της και η επίδρασή της είναι ορατή σε έργα όπως η «Εαρινή Συμφωνία» και ο «Χορός Των Μουσών». «Όταν ο Πήγασος μου θέλη καμμία φορά να ξεκουρασθή επιστρέφει τις τον Όλυμπον. Eκεί είδα πολλούς· όχι μόνον τους θεούς της Eλλάδος αλλά όλους τους εξόχους άνδρας (…). Kαι το μεγαλοπρεπέστερον, εις υψηλότερον μέρος καθήμενος ο Beethoven έπαιζεν εις όργανον την χιλιοστήν συμφωνίαν του», γράφει.
Το έργο του υπήρξε πολύπλευρο, στο επίκεντρο ωστόσο πάντα βρισκόταν ο άνθρωπος. Η οικογένεια και τα βιώματά της είναι το κύριο θέμα των ηθογραφιών του, ενώ ιδιαίτερη σημασία ο ζωγράφος έδινε στην απόδοση των παιδιών. Λιγοστοί είναι οι πίνακες που απεικονίζουν περιθωριακούς τύπους της κοινωνίας, καθώς και εκείνοι που αναφέρονται στην Τουρκοκρατία, με το «Κρυφό Σχολειό» να κυριαρχεί ανάμεσά τους –πολεμικά γεγονότα ο Γύζης δε ζωγράφισε ποτέ. Επιδιώκοντας να ανανεώσει την ηθογραφία χρησιμοποίησε αρχαιοελληνικά θέματα με τις Νύμφες, τους Κενταύρους, τους Σάτυρους και τους ερωτιδείς να πρωταγωνιστούν.
Στα ιδεαλιστικά του έργα κατοικούν μυστηριώδεις γυναικείες μορφές που φέρουν τα ονόματα Τέχνη, Μουσική, Άνοιξη, Αρμονία, Ιστορία, Φήμη, ενώ τα θρησκευτικά του οράματα είναι δηλωτικά της υπαρξιακής του αγωνίας και εικονογραφούν την πάλη του Καλού με το Κακό. Αν και γνώρισε την αναγνώριση και τη δόξα, ο Νικόλαος Γύζης διατήρησε τη σεμνότητά του, μαζί με μια αίσθηση καλλιτεχνικής ανεπάρκειας, που συνδέεται με τη μεγάλη του αγάπη για τη μουσική: «Πόσον πτωχός είναι ο ζωγράφος απέναντι του ποιητού! Αν ξαναγεννηθώ θα γίνω ποιητής και μουσικός», δήλωνε στο Νικόλαο Νάζο το 1875.
Το έργο του που επιλέξαμε σήμερα, ώστε να συνάδει με το πνεύμα των ημερών είναι το “Καρναβάλι”.
Απεικόνιση σχεδόν φωτογραφική. Φως ζεστό, μαγικό, που ξεπηδά από εκεί που ο ζωγράφος επιλέγει και με τρόπο που μόνο εκείνος ήξερε να διαχειριστεί και φωτίζει ανεπιτήδευτα όλες τις μορφές του έργου ώστε να αποκρυσταλλωθούν με την πιο φυσική μέθοδο οι εκφράσεις τους.
Τα πρόσωπα γεμάτα ένταση. Η χαρά που αναβλύζει από τους χαρακτήρες του έργου, ανόθευτη. Η αίσθηση της ένωσης και του μοιράσματος με αφορμή μια παραδοσιακή γιορτή, δυνατή πολύ.
Άνδρες και γυναίκες, καλικάντζαροι, νέοι και πιο ηλικιωμένοι, έπιπλα και σκεύη σκορπισμένα, μάσκες, ρούχα, ξάφνιασμα, λάγνα βλέμματα, ανάμεικτα συναισθήματα και διάθεση που παραπέμπουν σε γιορτή. Ή όπως ακριβώς το ονόμασε κι εκείνος, ένα «Καρναβάλι στην Αθήνα».
Κι όλα αυτά να διαδραματίζονται σε ένα χώρο που φαντάζει μάλλον φτωχικός.
«Πρόκειται για ελαιογραφία σε μουσαμά που ολοκληρώθηκε το 1892 μετά από τουλάχιστον μία δεκαετία πειραματισμών και έρευνας πάνω στην σύνθεση και την λειτουργία του φωτός στο έργο», αναφέρει ο διευθυντής του Μουσείου Στέφανος Καβαλλιεράκης. Στο εσωτερικό ενός φτωχικού σπιτιού, στα μέσα του 19ου αιώνα, μία οικογένεια καθισμένη γύρω από το τραπέζι, διασκεδάζει με το έθιμο των μασκαράδων όταν αυτοί εισβάλουν για να τρομάξουν τα παιδιά. Η σκηνή, λουσμένη σε ένα ζεστό φως που μπαίνει από το παράθυρο, ανακατεύεται με τη μυρωδιά του γαλακτομπούρεκου, τον καπνό απ’ το τσιγάρο και τις αγκαλιές των παιδιών. Οι αισθήσεις και τα συναισθήματα κυριαρχούν σε αυτό το αριστουργηματικό έργο που αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα καλύτερα του κορυφαίου.Η αντιπαράθεση του διονυσιακού και του απολλώνιου στοιχείου, η αναμέτρηση του φωτός και της σκιάς, της οικογενειακής ζωής και των εκστασιασμένων καρναβαλιστών ως ένα είδος δαιμόνων – όλα αυτά δημιουργούν ένα έργο εξαίσιο που ξεφεύγει από την παγίδα τού να αποτελεί ένα απλό, άκακο και αφελές βουκολικό ενσταντανέ».
Είναι κι αυτό ένα έργο της ωριμότητάς του, που ξεκάθαρα υπογραμμίζει τη νοσταλγία του για την πατρίδα. Το ίδιο συναίσθημα γέννα και στο θεατή που τον ταξιδεύει σε εποχές που δεν απέχουν χρονικά της δικής μας αλλά απέχουν σε αυθεντικότητα και συναισθήματα. Ευχόμαστε και οι δικές σας απόκριες να έχουν αυτή τη μαγεία και την ομορφιά του πίνακα.
Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει οτι του μοιάζει. Και ή πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει ή ομορφιά.
Ο Φρανκεστάϊν έγινε πόστερ καί στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι Ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλλα, κι όλομόναχο χορεύει με πάθος ένα ταγκό ελλειπτικό. Δεν υπάρχει Μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος καί αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των έξαφανισθέντων, βασανισθέντων καί νεκρών. Καί το ταγκό να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στίς φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της Γης. Εκατομμύρια περισσότεροι άπ’ όσους εννοούνε ν’ άντιδράσουνε στο τέρας, καί εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στίς αγροτικές ερημιές.
Από την ώρα πού ό Φρανκεστάϊν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι πού σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, άπ’ το μυαλό της κότας. Άπ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω καί πώς να τους το πω; Καί μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τίς σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές καί ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, πού όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει καί να μας καθοδηγεί;
Η υποταγή ή ό εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε καί να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να τό ανεχόμαστε. Καί ή ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί καί τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, πού προΐσταται, ελέγχει καί μας κυβερνά.
Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι άπ’ τους εχθρούς. Κι ό εχθρός γεννιέται, δεν γίνεται. Μας παρακολουθεί άπ’ το σχολείο, σαν ήμασταν παιδιά, κι επιζητεί τον εξαφανισμό μας. Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη καί ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν ή πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
– Πως λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυό άλλοι, δικοί του φίλοι.- Βασίλης, του απαντώ.- Καί που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.- Πάνω στο λόφο, του λέω καί τόν κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φάνουν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
– Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Καί μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, πού με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια καί χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο καί τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.
Η μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με αθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων καί εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, πού επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για νά μπουν μέσα να προφυλλαχτούν από τίς πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα καί τίς για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες. Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, καί την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στη όρθία μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στό μεταξύ καί ή εφαρμογή του οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. Έτσι, ή μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ, επέστρεψα στο σπίτι μου πεζός.
Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οί οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράσταση τους με Σαίξπηρ, Σίλλερ καί Αισχύλο, μια καί ανήκουν δικαιωματικά στό υπουργείο Πολιτισμού. Χορός άπο τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη καί αποσύρεται εις τάς μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Αγγλοι κι Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Καί τρέχουνε στίς Τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο καί κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Ή κλασική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ό κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο. Το ερώτημα περνάει άπ’ τίς ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θ’ αντιδράσουμε καί πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;
Θυμάστε τί έγινε στην «Έρωφίλη», από την προηγούμενη φορά. Ό κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια καί την ομορφιά. Κι έτσι, όταν παρουσιαζότανε ή μορφή ένός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα, εκ βαθέων, καί προκαλούσε απρόσμενη, άμεση καί καθοριστική αντίδραση. Μόλις ό Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου του καί το προσωπείο του άγαθού αρχηγού πατέρα, κι έφάνη στο πρόσωπο του ή μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ό Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει καί τον εξαφανίζει. Αυτό σημαίνει πώς ό χορός των γυναικών αυτών, καί δεν φοβήθηκε, αλλά καί πώς δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.
Η καλλιτεχνική φυσιογνωμία του Καντίνσκι ενδεχομένως να συνοψίζεται σε αδρές γραμμές. Ωστόσο, το ίδιο το έργο του είναι εξαιρετικά περίπλοκο και δυσπροσέγγιστο για να συνοψιστεί. Πάντως οι πίνακές του αποτελούνται από γραμμές, σχήματα και χρώματα με τα οποία θέλησε να αποτυπώσει το μυστικιστικό του πνεύμα και συγχρόνως να το μεταδώσει. Ηδη από τον πρώτο του αφηρημένο πίνακα, το 1911, ο Καντίνσκι παραμένει πιστός στις ανεικονικές συνθέσεις, αναζητώντας αναλογίες ανάμεσα στη ζωγραφική και τη μουσική. Σε όλη του τη ζωή αγωνιζόταν με το έργο του, όσο και με τα γραπτά του, να αποδεσμευθεί από κοινοτοπίες και συμβατικότητες.
Η αρχική καλλιτεχνικη πορεία του Καντίνσκι ξεκίνησε στο κέντρο της Ευρώπης, με την απασχόληση του σ’ ένα εκτυπωτικό εργαστήριο της πόλης, πειραματιζόμενος με σχέδια τα οποία θα διακοσμούσαν κουτιά για σοκολατάκια. Δύο χρόνια αργότερα , οι πειραματισμοί του Καντίνσκι γέννησαν από χαρακτικά, ξυλόγλυπτα και λιθογραφίες, που αποτελούσαν πρώιμα δείγματα του μεγαλείου της τέχνης που θα γεννούσε.
Ό Καντίνσκι δεν έγινε διάσημος τόσο για τους πίνακές του, όσο για το ότι εφηύρε την αφηρημένη τέχνη και έγινε θεωρητικός της. Κάτι που συνέβη τυχαία. Ένα βράδυ επιστρέφοντας στο σπίτι του, είδε κάτι που τον εξέπληξε. Ένας πίνακας του που είχε πέσει και σταθεί λοξά, στον οποίο έπεφτε το φως από τον στύλο ηλεκτροδότησης. Το περίγραμμα από τα όσα εικονίζονταν, είχε εξαφανιστεί και ανακατευτεί με την υπόλοιπη σύνθεση. Είχε απομείνει μόνο η γενική εντύπωση από κάτι έντονο και ασυνήθιστο. Από τότε ο Καντίνσκι δεν ζωγράφισε ξανά πίνακες με συγκεκριμένο περιεχόμενο, παρά μόνο με αφηρημένο.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου του Μπάουχαους, ο Καντίνσκι υπήρξε για άλλη μια φορά μάρτυρας και πρωταγωνιστής μιας μεγάλης επανάστασης που φιλοδοξούσε να αποκαταστήσει την αρμονία ανάμεσα στα διαφορετικά καλλιτεχνικά μαθήματα και τις επιμέρους τέχνες υπό την αιγίδα της αρχιτεκτονικής (…) Ο Καντίσκι συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα, που θα συνεχιζόταν παρά τις διαδοχικές μετακομίσεις του Μπάουχαους στο Ντεσάου και στο Βερολίνο, μέχρι το οριστικό κλείσιμο της σχολής από τους ναζί το 1933.
Η καλλιτεχνική του δραστηριότητα αντιμετωπίστηκε με αδιαφορία, λοιδορία και εχθρότητα, αλλά ο Καντίνσκι επέμενε στη θεμελίωση μιας νέας τάξης πραγμάτων στην τέχνη, στη βάση νέων αρχών. Παίρνει μέρος στα φθινοπωρινά και τα ανεξάρτητα σαλόνια του Παρισιού και εκεί έρχεται σε επαφή με εκπροσώπους των κινημάτων του φοβισμού και του κυβισμού.
Στα έργα του ακόμα, κυριαρχούν τα λεγόμενα «βιομορφικά» σχήματα, έχοντας ως πηγή έμπνευσης εγκυκλοπαίδειες και εργασίες βιολογίας, όπως τα έργα του Ερνστ Χέκελ. Πολλά έργα του με την έναρξη του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου καταστράφηκαν από το ναζιστικό καθεστώς. Όλη η εργασία του στη Γαλλία διασώθηκε. Ο Βασίλι Καντίνσκι, ο καλλιτέχνης που θεμελίωσε την αφηρημένη τέχνη και μπόρεσε να την αποδεσμεύσει από τη φιγούρα, πέθανε στα 78 του χρόνια από αρτηριοσκλήρωση. Τάφηκε στο Νεϊγί-συρ-Σεν. Τα έργα αποτελούν θησαυρό των πιο μεγάλων μουσείων στον κόσμο.
Η σύνθεση VIII έχει μακρά και σκοτεινή ιστορία. Ο ίδιος ο Καντίνσκι θεωρούσε ότι ήταν η ακμή της πρώιμης περιόδου του Bauhaus.
Κανένα τυπικό στοιχείο δεν μπορεί να συσχετηθεί μορφολογικά με οποιοδήποτε εικονιστικό πρωτότυπο. Το γεωμετρικό λεξιλόγιο φαίνεται να αποτελείται από σχετικά λίγα στοιχεία, όπως κύκλους, ημικυκλικά τμήματα, γωνίες, ορθογώνια και ευθείες γραμμές. Ακόμα και αν κάποιος προσπαθήσει να περιγράψει την ατομική εμφάνιση των διαφόρων μορφών κύκλου, ούτε το σημείο, ούτε η μπάλα, ούτε ο δίσκος, ούτε και το σφαιρικό κυκλικό αντικείμενο μπορούν να χρησιμεύσουν για τον ακριβή προσδιορισμό του χαρακτήρα τους.
Φαίνεται ότι δεν υπάρχει λογική στην εικόνα, τα συστατικά μέρη δεν “ανταποκρίνονται” το ένα στο άλλο, η οργανική συνέχεια δεν είναι εμφανής και δεν προκαλούνται ψυχικοί συλλογισμοί. Ο ζωγράφος ειρωνεύεται έμμεσα το θεατή του έργου – αν και φαίνεται να είναι αυστηρά γεωμετρικό – αποκλίνει στην πραγματικότητα από τα μαθηματικά καθορισμένα σχήματα.
Μια πιο στενή μελέτη όχι μόνο αποκαλύπτει ένα πλήθος διαφορετικών αποχρώσεων του χρώματος, αλλά γίνεται επίσης σαφές ότι κανένα χρώμα δεν είναι πανομοιότυπο με οποιοδήποτε άλλο στον πίνακα. Τα χρώματα δεν “εφαρμόζονται” σε οποιοδήποτε αντικείμενο. δεν έχουν ποιότητα brio ή pastose, αλλά είναι τα ίδια τα φαινόμενα, όπως και οι γεωμετρικές μορφές. Λόγω της αδυναμίας να δοθεί μια ευδιάκριτη περιγραφή της Σύνθεσης VIII, ο πειρασμός είναι να παρακάμψουμε το πρόβλημα συγκρίνοντας τα στοιχεία του πίνακα με αυτά της ατομικής φυσικής, τα οποία φυσικά δεν αποτελούν μέρος του πραγματικού κόσμου. Και είναι πολύ αποκαλυπτικό, κυρίως λόγω της αόριστης ποιητικής ποιότητας του έργου, να εξετάσει την απάντηση του Niels Bohr στο πρόβλημα της εξεύρεσης λύσης στο δίλημμα: «Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η γλώσσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο όπως χρησιμοποιείται στην ποίηση όπου δεν είναι ο σκοπός της να περιγράψει με ακρίβεια τα δεδομένα γεγονότα, αλλά να δημιουργήσει εικόνες και να εμπνεύσει τις σκέψεις στο μυαλό του ακροατή ».
«Σήμερα ο άνθρωπος των βιομηχανικών κοινωνιών ζει τον εαυτό του και τους
άλλους όπως ζει τα πράγματα, τα αντικείμενα, απλώς με τις αισθήσεις και με το νου, αλλά
σύγχρονα χωρίς καμιά καρποφόρα σχέση προς τον εαυτό του και το περιβάλλον, γιατί έχει
αλλοτριώσει τον εαυτό του. Δεν τον αισθάνεται σαν κέντρο και δημιουργό της τεχνικής
του κατασκευής, του κατασκευάσματός του, παρά σαν υπηρέτη του. Όσο πιο πελώριες
είναι οι δυνάμεις που έχει αποδεσμεύσει ο άνθρωπος, τόσο και πιο αδύνατο αισθάνεται
τον εαυτό του σήμερα μέσα στις βιομηχανικές κοινωνίες. Κατέχεται από την ίδια την
δημιουργία του, τη στιγμή που χάνει τον εαυτό του.
(…) Ο σκοπός του σημερινού ανθρώπου, που ζει μέσα στις βιομηχανικές κοινωνίες,
είναι να πουλήσει τον εαυτό του με επιτυχία στην αγορά. Γι’ αυτό και δεν αντλεί τη
συναίσθηση του εαυτού του από την ενεργητικότητά του σαν ένα ον που σκέπτεται και
αγαπά, πάρα από τον κοινωνικό – οικονομικό ρόλο του. Το αίσθημα της αξίας του
εξαρτάται από την επιτυχία, δηλαδή από το αν μπορεί να πουλήσει σε συμφέρουσα τιμή τον
εαυτό του, το σώμα του, τη νόησή του, τη νοητική του ικανότητα, τη δυνατότητα. Και η
ψυχή του ακόμη είναι το κεφάλαιό του!
(…) Ανθρώπινες ιδιότητες, όπως φιλία, ευγένεια, καλοσύνη και άλλα πιο «ιερά»
ακόμη πράγματα αντικρίζονται σαν εμπορεύματα, είδη χρήσιμα, αναγραμμένα επάνω στο
πακέτο της «προσωπικότητας», που βοηθούν στην ανθρώπινη αγορά να επιτευχθούν
υψηλότερες τιμές. Έτσι είναι φανερό πως η εκτίμηση των ίδιων των ικανοτήτων του
ανθρώπου εξαρτάται από παράγοντες που βρίσκονται έξω απ’ αυτόν, βρίσκονται δηλαδή
στην παραπαίουσα κρίση της αγοράς, η οποία αποφασίζει για την αξία του κατά τον ίδιο
τρόπο που κρίνει και αποφασίζει για κάποιο εμπόρευμα, για αντικείμενα δηλαδή και
πράγματα που δεν έχουν οντότητα, εαυτό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι του
βιομηχανικού πνεύματος των κοινωνιών μας, που βάζει τη σφραγίδα του επάνω στην
κοινωνική μας οργάνωση, τείνουμε να χάσουμε τον εαυτό μας κάτω από τους πολλούς
ρόλους με τους οποίους ντυνόμαστε, και τις πολλές μάσκες που φορούμε.
(…) Ο άνθρωπος του τεχνικού πολιτισμού μεταβίβασε το καθαυτό «είναι» του,
εκποίησε κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό του. Κι έτσι αφαίρεσε τη γνήσια έκφρασή του, τη
συμπίεσε στις συμπληγάδες της η τεχνοκρατία, τον αποξένωσε από τον πλησίον του και
δυστυχώς κι από τον ίδιο τον εαυτό του …»
Ο Ευγένιος Ντελακρουά, μεγάλος καλλιτέχνης του 19ου αιώνα, είχε δώσει έμφαση σε θέματα εθνικολαϊκής επαναστατικότητας, με την Ελληνική Επανάσταση να τον εμπνέει εξαιρετικά, όπως αποδεικνύουν τα έργα του «Η Ελλάδα θρηνεί στα ερείπια του Μεσολογγίου», «Ο Μπότσαρης αιφνιδιάζει τους Τούρκους στο στρατόπεδό τους», «H σφαγή της Χίου, κ.ά., τα οποία μίλησαν στη Δύση για τον αγώνα των Ελλήνων έναντι στον οθωμανικό ζυγό.
Το έργο του Ντελακρουά απεικονίζει τη λαϊκή εξέγερση που ξέσπασε στο Παρίσι στις 26, 27, 28 Ιουλίου 1830, που υποκινήθηκε από την παράταξη των δημοκρατικών φιλελευθέρων εναντίον της κυβέρνηση της Δεύτερης Παλινόρθωσης. Η κατηγορία: παραβίαση του Συντάγματος. Η εξέγερση αυτή έλαβε μεγάλες διαστάσεις και οδήγησε στην πτώση του βασιλιά Καρόλου Ι’, τελευταίου απογόνου των Βουρβόνων και την άνοδο στο θρόνο του Λουδοβίκου Φιλίππου.
Οι Γάλλοι ξεχύθηκαν για να αιτηθούν την ελευθεροτυπία, την οποία βάναυσα παραβίαζε το βασιλικό διάταγμα που επέβαλλε τη λογοκρισία των εντύπων, συγκεκριμένα των εφημερίδων, με απώλεια της άδειας λειτουργίας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολλοί εργάτες τυπογραφείων να χάσουν τις δουλειές τους.
Οι αστοί διαμαρτυρόμενοι για το Σύνταγμα και οι εργάτες για την ανεργία ενώθηκαν σε έναν κοινό αγώνα. Οι διαφορετικές τάξεις ενώθηκαν και οι νωπές μνήμες της Γαλλικής Επανάστασης αναζοπυρώθηκαν μέσα τους. Αυτή η κατάσταση όμως δεν κράτησε για πολύ.
Οι διανοούμενοι αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στην επί τω δρόμω μάχη. Το ίδιο παράδειγμα ακολούθησαν και οι δημοσιογράφοι. Αυτοί που αγωνίστηκαν με αυτοθυσία ήταν οι νέοι που γοητεύτηκαν από το επαναστατικό ιδεώδες. Είχαν στηθεί περίπου 4.000 με 6.000 οδοφράγματα στους δρόμους εκείνο τον Ιούλιο. Κάτι που επαναλαμβάνεται και στη μετέπειτα ιστορία της Γαλλίας.
Ο ζωγράφος ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων αυτών. Συνεπαρμένος από τα ιδανικά που κατέκλυσαν τις ψυχές των νέων ανδρών τους παρουσιάζει θαρραλέους να πατούν επί πτωμάτων για να επιτεθούν στον εχθρό. Η σκηνή διαδραμάτισε ταξί στην αριστερή όχθη του ποταμού Σηκουάνα, κοντά στην Παναγία των Παρισίων, που διακρίνεται στο δεξί μέρος της σύνθεσης. Πάνω στο ναό κυματίσει η γαλλική σημαία που προκαλεί συγκίνηση στους αγωνιστές. Ωστόσο, η τοποθέτηση των συμβάντων σε αυτό το σημείο αποδίδεται στην φαντασία του καλλιτέχνη και στην ρομαντική διάθεση που θέλει να προσδώσει στο έργο, διότι δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.
Στον πίνακα, ο εργάτης με τις τιράντες και το πιστόλι τυλιγμένο στο μαντήλι στέκεται πλάι στον άστο με το ημίψηλο καπέλο και αυτός με τη σειρά του κοντά σε ένα μικρό χαμίνι της εποχής εκείνης που φαίνεται να φέρει όπλο.
Η εξέγερση αυτή αποτέλεσε έμπνευση και για τους Άθλιους του Βίκτωρα Ουγκό. Μάλιστα, υπάρχει μια υποψία ότι στο χαμίνι του Ντελακρουά βασίστηκε ο χαρακτήρας του μικρού Γαβριά που πολέμησε με τους επαναστάτες και έχασε τη ζωή του κατά την ανταλλαγή πυρών.
Στο κέντρο του έργου εμφανίζεται μια γυναίκα με φρυγικό σκούφο, γυμνώστηθη να καθοδηγεί τα πλήθη. Πρόκειται για την αλληγορική μορφή της Ελευθερίας, η οποία αποτέλεσε το υπόδειγμα για τη φιλοτέχνηση μεταγενέστερων συμβολικών τέτοιων μορφών.
Ο πίνακας αυτός πάρα την σημερινή του αναγνωρισημότητα δεν έτυχε θερμής υποδοχής από τους κριτικούς της εποχής εκείνης, οι οποίοι θεώρησαν ατημέλητη την εμφάνιση των εξεγερμένων. Έμεινε στις αποθήκες για 39 περίπου χρόνια και το 1863 εκτέθηκε στο Λούβρο.
Στις 7 Φεβρουαρίου 2013, λίγες εβδομάδες μετά τα εγκαίνια του παραρτήματος του μουσείου του Λούβρου στην πόλη Lens, λίγο πιο έξω από το Παρίσι, μια είδηση έκανε το γύρο του κόσμου. Μια επισκέπτρια έγραψε με μαρκαδόρο πάνω στον πίνακα “ΑΕ911”. Η επιγραφή είχε μήπως περίπου 30 εκατοστά και απλωνόταν στην δεξιά μεριά του πίνακα. Επιβεβαιώθηκαν οι επιφυλάξεις που είχαν εκφράσει πολύ περί μεταφοράς του πίνακα από το Λούβρο του Παρισιού στο νέο παράρτημα. Ευτυχώς μετά από λίγες μέρες αφαιρέθηκε από την επιφάνεια εντελώς και το έργο εκτέθηκε ξανά.
Εκεί, το θαυμάζουν εκατοντάδες επισκέπτες κάθε χρόνο, που τους ενέπνευσε και συνεχίζει να τους εμπνέει. Φέτος, ο πίνακας αυτός παραλλήστηκε με τη φωτογραφία ενός Παλαιστίνιου αγωνιστή που τραβήχτηκε στη Γάζα. Και αυτό αποδεικνύει πως η τέχνη δεν αναλώνεται στις εποχές ούτε στα ιστορικά δρώμενα, αλλά ήταν, είναι και θα είναι..
Ο Αντρέ Μπρετόν γεννήθηκε σαν χθες το 1896. Ήταν γάλλος ποιητής και πεζογράφος. Θεμελιωτής και θεωρητικός του υπερρεαλισμού. Σπούδασε αρχικά ιατρική στο Παρίσι. Το 1924 δημοσίευσε το πρώτο Μανιφέστο του υπερρεαλισμού. Το 1926, μαζί με αρκετούς ομοϊδεάτες του, προσχωρεί στο γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα, αργότερα όμως διαγράφεται. Αντιπροσωπευτικά έργα της πολυτάραχης αυτής περιόδου είναι το πεζογράφημα Άσκοπα βήματα (1924), το δοκίμιο Ο υπερρεαλισμός και η ζωγραφική (1928), η Νατζά (1928): ιστορία της τυχαίας συνάντησης με μιαν αινιγματική γυναίκα η οποία τον γοητεύει. Σε συνεργασία με τον Σουπώ συνθέτει μια σειρά από κείμενα (πεζά, ποιήματα, αφορισμοί) χρησιμοποιώντας την μέθοδο της αυτόματης γραφής, τα οποία αποτέλεσαντο βιβλίο Champs Magnetiques (Τα Μαγνητικά Πεδία). Το έργο αυτό, αποτέλεσε ένα πρώτο δείγμα αυτού που αργότερα ονόμασε ο ίδιος “γνήσιος ψυχικός αυτοματισμός” αναφερόμενος στο κίνημα του Υπερρεαλισμού και προήλθε σε μεγάλο βαθμό από τις παρατηρήσεις του, ως ασκούμενος γιατρός, πάνω στη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι τρόφιμοι των ψυχιατρικών κλινικών. Το 1931 παντρεύεται τη Ζακλίν Λαμπά που του εμπνέει το Τρελός έρως (1937). Ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική διαδίδοντας τον υπερρεαλισμό. Αν και ήρθε συχνά σε ρήξη με πολλούς παλαιούς ομοϊδεάτες του, παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του ακαταπόνητος και ασυμβίβαστος οραματιστής της ολικής απελευθερωτικής επανάστασης. Άλλα αντιπροσωπευτικά έργα του: Τα μαγνητικό πεδία (1920), Τα συγκοινωνούντα δοχεία (1932), Αρκάνα 17 (1945), Ποιήματα (1948).Έφυγε από τη ζωή στις 28 Σεπτεμβρίου του 1966. Στον τάφο του, υπάρχει χαραγμένη η επιγραφή“Αναζητώ το χρυσάφι του χρόνου”.
Λίγα λόγια για την πρωτοπορία του:
Ο Μπρετόν και οι φίλοι του θα προσχωρήσουν στο ανατρεπτικό κίνημα Νταντά, θα αντλήσουν ό,τι ισχυρότερο είχε να δώσει, και θα το οδηγήσουν στην εκκωφαντική του διάλυση για να προχωρήσουν στην ίδρυση του Υπερρεαλισμού. Ο Μπρετόν κρίνει στρατηγικά ότι είχε φτάσει η στιγμή του περάσματος από την μηδενιστική άρνηση που πρέσβευε το Νταντά στην συνεκτική θέση, από την δέουσα τότε κονιορτοποίηση των άκαμπτων πεποιθήσεων στη συγκρότηση ενός νέου έμπρακτου ηθικοαισθητικού προτάγματος, από την καταβαράθρωση ενός συστήματος πεπαλαιωμένων και οικτρά διαψευσμένων αξιών στην περιπέτεια της επινόησης και της διάδοσης αξιών που εμπνέονται από τον έρωτα της ελευθερίας και την ελευθερία του έρωτα, από τη λυτρωτική ενδοσκόπηση, από τη συλλογική δράση και από τον γόνιμο ανθρωποκεντρισμό. Ακόμη λάμπει η ρήση: «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση».
Οργανώνει την πρώτη υπερρεαλιστική ομάδα και τον Οκτώβριο του 1924 κυκλοφορεί το Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού,ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του κινήματος, το οποίο σηματοδότησε την έναρξη του ως οργανωμένο καλλιτεχνικό κίνημα στη βάση συγκεκριμένων θεωρητικών αρχών.
“ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, όνομα ουσιαστικό. Γνήσιος ψυχικός αυτοματισμός, με τον οποίο εκφράζει κανείς γραπτά, είτε προφορικά, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, την αληθινή λειτουργία της σκέψης. Υπαγόρευση της σκέψης χωρίς κανένα λογικό έλεγχο, πέρα από κάθε αισθητική ή ηθική έννοια.”
(Ορισμός του υπερρεαλισμού από το Πρώτο Μανιφέστο του Breton σε μετάφραση Ανδρέα Εμπειρίκος)
Το Δεκέμβριο του 1924 ο Μπρετόν ιδρύει άλλο ένα λογοτεχνικό περιοδικό της υπερρεαλιστικής ομάδας, υπό τον τίτλο “La Revolution Surrealiste” (Η Υπερρεαλιστική Επανάσταση).
Μέλημα και αποστολή “η εδραίωση της αλήθειας στον κόσμο”.
“Η επανάσταση μόνη δημιουργός του φωτός”,θα γράψει στο συγκλονιστικό του κείμενο Αρκάνα 17.“Κι αυτό το φως μπορεί να αναγνωρίσει μόνο τρεις δρόμους: την ποίηση, την ελευθερία, και τον έρωτα, και πρέπει να εμπνέουν τον ίδιο ζήλο και να συγκλίνουν, ώστε να συγκροτήσουν το ίδιο περίγραμμα της αιώνιας νεότητος, στο πιο μυστικό κι αφώτιστο σημείο της καρδιάς του ανθρώπου. […] Ναι, αυτό είναι το εγχείρημά μας. Το Όνειρο και η Επανάσταση είναι φτιαγμένα για να συμμαχήσουν, όχι για να αποκλείσουν το ένα το άλλο.Να ονειρεύεσαι την Επανάσταση δεν σημαίνει ‘ότι την αποποιείσαι, αλλά ότι την κάνεις διπλά και δίχως νοητικές επιφυλάξεις”.
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος για τον Αντρέ Μπρετόν:
Ο Ανδρέας Μπρετόν Ασύγκριτο πουλί της οικουμένηςστέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή των υψηλών Ιμαλαΐων με στιλβηδόν και με σθένος και με πάθος καταμεσίς στον βράχο της σποριάς σου!
Ηρωικό πουλί της οικουμένης που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων δεν ταξινόμησες ποτέ καμμιά φενάκη, μα την φωνή σου σήκωσες στην γαλανήν αιθρία!
Φανατικό πουλί της οικουμένης γερό στην πάλη και πολύκαρπο στην σημασία όρθιο μες στα φτερά σου ανοιγοκλείνεις πάντα με βεβαιότητα το μάτι!
από την Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη εκδοτική επιμέλεια: Νέα Ελληνικά, 1970
“Εψόφαγα να τον γνωρίσω. Πήγαμε την μεθεπομένην. Συναντήθηκα με ένθεον πλάσμα. Αισθανόμουνα όπως θα αισθάνετο ένας αρχαίος Ελλην, αν συναντούσε τον Απόλλωνα. Ηταν ένας άλλος κόσμος. Επικοινωνούσα πέραν του ορίζοντος, με την καθολικότητα του σύμπαντος.
Επραγματοποιείτο ανυπαρξία των οριζόντων σαν φράγμα, που δημιουργεί η κυκλικότητα της Γης και, σα να μετείχαμε όλων αυτών, εις βάθος, ύψος και πλάτος. Καθημερινώς εις την Πλας Μπλανς, ο Τανγκύ, ο Περέ, ο Ελυάρ.Προσωπικώς είχα ιδιαίτερην επικοινωνία και σύνδεσμον ειδικά με τον Μπρετόν. Στην Πλας Μπλανς συναντώμεθα και συζητούσαμε για την υπερρεαλιστική κίνηση,για τις απόψεις της ομάδας, για την εξάπλωσή τους, για τα μέσα απελευθέρωσης του καθενός από μας και του ανθρώπου γενικώς από την κοινωνική ψευτιά και την αδικία. Συζητούσαμε για τον Χαίγκελ, τον Μαρξ, τον Εγκελς, τον Φρόυντ”.
Λίγα δείγματα του έργου του:
Φασματικές στάσεις [Απόσπασμα]
Δεν δίνω καμιά σημασία στη ζωή.
Δεν καρφώνω την παραμικρή πεταλούδα ζωής στη σημασία.
Δεν σημαίνω για τη ζωή.
Μα τα κλαριά του αλατιού τα λευκά κλαριά
Όλες οι φυσαλίδες από σκιά
Και οι θαλάσσιες ανεμώνες
Κατεβαίνουν και αναπνέουν στο εσωτερικό της σκέψης μου
Έρχονται δάκρυα που δεν χύνω
Βήματα που δεν κάνω που είναι δύο φορές βήματα
Και που τα θυμάται ο άλλος στην ώρα της παλίρροιας
Τα σύρματα είναι στο μέρος του κλουβιού
Και τα πουλιά έρχονται από πολύ ψηλά να κελαϊδήσουν μπροστά σ’ αυτά τα σύρματα
Ένας υπόγειος διάδρομος σμίγει όλα τ΄αρώματα
Τα γραπτά φεύγουν
Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
είναι τόσο ωραία
που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
κατάματα
όπως δεν κάνουν τ’ αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
του αέρος
ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
γραμμάτων
όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών
για να βρέχει πάντοτε
Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
σμίξουν
Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου νια τον έρωτα
του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
θάμνους γιομάτους πέπλους
και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
εκτάσεως
αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων
Εγώ είμαι ανοίξετε
Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους
Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες
Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι τόσο ωραίες
Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον ώμο τους
Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια
Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα
Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο πτώμα
Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση
Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών
Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη
Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό φανάρι που χαμηλώνει
Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες
Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας
Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες κορόνες
που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά δένδρα
Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη
Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.
Ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος απεβίωσε σαν σήμερα το 1981 και ήταν Έλληνας φιλόσοφος, καθηγητής πανεπιστημίου και ακαδημαϊκός.
Επιλέξαμε ένα κείμενο που μιλά για το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης φαίνεται ότι βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς και οι ηγεμονικές διαθέσεις εκ μέρους κάποιων κρατών έχουν κάνει την εμφάνισή τους, αλλά και τάσεις ομοιομορφοποίησης δείχνουν να επικρατούν σε διάφορους ιθύνοντες Ευρωπαϊκούς κύκλους, απειλώντας να υπονομεύσουν μακροπρόθεσμα το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης…
«Άλλο μέγα προνόμιον του ελληνικού πνεύματος υπήρξε και είναι το αδογμάτιστον. Το αδογμάτιστον τούτο επέτρεψε εις το ελληνικόν πνεύμα να ανανεώνεται συνεχώς, να είναι πάντοτε νέον. Επίσης αυτό το αδογμάτιστον χαρακτηρίζει και το όλον πνεύμα της Ευρώπης, μολονότι βεβαίως υπήρξαμεν μάρτυρες κατά τον δεύτερον Παγκόσμιον πόλεμον σκληρών και φρικτών δογματικών συστημάτων, τα οποία όμως η πυρά του πολέμου κατέστρεψε. Με αυτό το αδογμάτιστον ανανεώνεται συνεχώς και το ευρωπαϊκόν πνεύμα. Αντιθέτως, όλα τα Ασιατικά πνεύματα είναι δογματικά και διά τούτον τον λόγον γηραλέα. Δι’ αυτό εις την Ασίαν οι αιώνες και αι χιλιετηρίδες είναι ωσάν να μη κινούνται, ενώ εις την Ελλάδα και την Ευρώπην κινούνται τα πάντα. Εις την Ελλάδα μάλιστα κινούνται ανά πάσαν στιγμήν τα πάντα. Και διά τούτο ακριβώς είναι δύσκολη η ζωή εις την Ελλάδα, διότι διαρκώς αναθεωρούνται εδώ τα πάντα, κρίνονται και ελέγχονται τα πάντα. Δι’ αυτό και κανένα δόγμα δεν ήτο δυνατόν να επιβληθή επί μακρόν και εις τους ευρωπαϊκούς λαούς. Ούτε με τον πόλεμο ούτε με την βίαν κατώρθωσε κανείς από τους ευρωπαϊκούς λαούς να επιβληθή εις τους άλλους ολοκληρωτικώς. Επεχείρησαν διάφοροι ευρωπαϊκοί λαοί να κατακτήσουν τους άλλους, Γάλλοι, Γερμανοί, ουδείς όμως το κατώρθωσε παρά προσκαίρως. Πρέπει να ευχώμεθα ότι η σκληρά πείρα του παρελθόντος πολέμου θα διδάξη πολλά τους ευρωπαϊκούς λαούς, δηλαδή ότι δεν θα θελήση κανείς ευρωπαϊκός λαός, όσον μεγάλος και αν είναι, να επιβληθή εις τους άλλους, ή να διεκδικήση ηγεμονίαν. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι ήσαν κατ’ ουσίαν εμφύλιοι πόλεμοι των Ευρωπαίων και έφεραν την καταστροφήν της Ευρώπης και την απώλειαν της υπερπόντιας ακτινοβολίας της Ευρώπης. Εν τούτοις η Ευρώπη παραμένει μέχρι σήμερον η μήτρα όλης της ιστορίας της γης. Και παραμένει, διότι όλοι οι λαοί, έστω και αν την φθονούν, κατά βάθος δεν θέλουν τίποτε άλλο παρά να γίνουν όπως οι ευρωπαϊκοί λαοί. Δεν επιδιώκουν τίποτε άλλο παρά να έχουν την ζωήν αυτήν την οποίαν έχουν οι Ευρωπαίοι. Όλοι ανεξαιρέτως, όλων των χρωμάτων και όλων των δογμάτων, – τούτο είναι κατάδηλον και από τα λεγόμενά των – δεν επιθυμούν τίποτε άλλο παρά να φθάσουν εις την στάθμην της ζωής των ευρωπαϊκών λαών. Μέσα εις αυτούς φυσικά είναι και οι υπερπόντιοι ευρωπαϊκοί λαοί, η Αμερική, ο Καναδάς κ.ο.κ. Παρά την καταστροφήν και παρά την απώλειαν της πέραν από τον πόντον ακτινοβολίας, η Ευρώπη έχει δυνάμεις βιολογικάς και πνευματικάς ανυπολογίστους, τεραστίας. Δεν το λέγω αυτό τώρα, όπου είναι εμφανής η αναδημιουργία της Ευρώπης, το είπα προ 15 ετών και το έγραψα εις μίαν σειράν άρθρων, όταν η Ευρώπη ήτο κάτω από τα ερείπια του πολέμου. Έχει τεραστίαν ζωτικότητα η Ευρώπη. Και αρνητική, δυστυχώς, απόδειξις της ζωτικότητος είναι οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Ο σχηματισμός του όγκου της κομμουνιστικής δυνάμεως από το ένα μέρος και η απίστευτος ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών από το άλλον, ηνάγκασε την Ευρώπην, μετά τον πόλεμον, να αρχίση να σκέπτεται διά την ένωσίν της. Χωρίς αυτήν την διπλήν πίεσιν, πίεσιν αρνητικήν – από Ανατολάς – και θετικήν – από Δυσμάς – δεν θα εσκέπτετο η Ευρώπη ποτέ να ενωθή. Κήρυκες διά την ένωσιν υπήρξαν πολλοί. Επί κεφαλής όλων, με επίγνωσιν του βάθους των δυσκολιών, όπως είπα εξ αρχής, ήτο ο Νίτσε, ο οποίος είδε όλας τας αδυναμίας, όλας τας ασθενείας της Ευρώπης και προείδε την εσωτερικήν της κατάρρευσιν. Όμως η ένωσις αυτή έχει – ή τουλάχιστον πρέπει να έχη κατά την γνώμην μου – όλως διαφορετικόν χαρακτήρα από τας άλλας ενώσεις. Ούτε η Σοβιετική Ένωσις, ούτε η Ένωσις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής είναι δυνατόν ν’ αποτελέσουν υπόδειγμα διά την ένωσιν της Ευρώπης. Και εις την Αμερικήν και εις την Ρωσσίαν, παρά τας διαφοράς, το ιδανικόν είναι η τυποποίησις, η εξομοίωσις όλων προς όλους, η μονοτυπία θα έλεγα. Η ποικιλία του πνεύματος όμως είναι η δύναμις της Ευρώπης. Η εξομοίωσις εδώ δεν θα ήτο λύσις του προβλήματος, διότι η εξομοίωσις θα ωδήγει εις την επιπέδωσιν του ευρωπαϊκού πνεύματος. Όταν όμως η Ευρώπη επιπεδώση το πνεύμα της, όταν εξομοιωθούν όλοι με όλους, τότε βεβαίως θα κινδυνεύση ασφαλώς να χάση την υπόστασίν της. Και τούτο σημαίνει θα κινδυνεύση ν’ απορροφηθή αυτομάτως από την Ασίαν. Ο μέγας κίνδυνος διά την Ευρώπην είναι λοιπόν η ομοιομορφία τυχόν της ζωής της. Συνεπώς καλός Ευρωπαίος είναι εκείνος, ο οποίος αναγνωρίζει την διαφοράν των ευρωπαϊκών λαών, εργάζεται όμως διά τα κοινά συμφέροντά των. Υπάρχει όμως μέσα εις την ποικιλίαν αυτήν των λαών και εις την διαφοράν κάτι βαθύτατα κοινόν, εκτός του κοινού συμφέροντος, υπάρχει ο ελεύθερος άνθρωπος, ο οποίος αναδύεται από τους κόλπους του καθενός λαού. Αυτός είναι ο δημιουργός του πνεύματος του λαού, είτε είναι καλλιτέχνης, είτε επιστήμων, είτε πολιτικός, είτε φιλόσοφος. Αυτός αναγνωρίζει την συγγένειαν, την οποίαν έχουν προς αυτόν τα πνεύματα των άλλων ευρωπαϊκών λαών. Τοιουτοτρόπως, από την διαφοράν και την ποικιλίαν, ακόμη όμως και από την αντίθεσιν, δημιουργείται η σύνθεσις, η αρμονία των πνευμάτων. Δεν πρέπει ποτέ να λησμονώμεν ότι η διαμόρφωσις των ευρωπαϊκών λαών έγινε ακριβώς με την πάλην αναμεταξύ των, έγινε με τον συνεχή αγώνα, τον οποίον οι λαοί αυτοί ήνοιγαν μεταξύ των. Ούτε η πνευματική του ζωή, ούτε η πολιτική του ζωή, ούτε η οικονομική του ζωή νοείται δίχως την ζωήν των άλλων. Οι Ευρωπαϊκοί λαοί έχουν ο καθείς των χωριστήν προσωπικότητα, ηθικήν και πνευματικήν, και έχουν σχηματισθή με αγώνας ο ένας εναντίον του άλλου. Κάποτε ήτο η Ευρώπη ηνωμένη, εις τον Μεσαίωνα, και υπήρχε και μία γλώσσα, η λατινική. Όμως κάθε λαός έχει την γλώσσαν του, και όχι απλώς την γλώσσαν του, αλλά κάθε λαός έχει εις την γλώσσαν αποθησαυρίσει ένα τεράστιον θησαυρόν πνεύματος. Κάθε λαός έχει ένα όργανον, όπως είναι η γλώσσα, με το οποίον μάχεται και με το οποίον επιζή. Διά να κατανοήση κανείς την σημερινήν πραγματικότητα της Ευρώπης, αλλά και γενικώς του κόσμου πρέπει να έχη εις τον νουν του σταθερώς ότι η Ιστορία εργάζεται πάντοτε με λαούς. Αυτή είναι η μόνη μέθοδος, την οποία ευρήκε η Ιστορία μέχρι τούδε, και με την οποίαν εργάζεται. Με λαούς πάντοτε ειργάσθη και με λαούς εργάζεται τώρα. …»
Πηγή: Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου, «Ευρώπη και Σοσιαλισμός», β΄ έκδοση, Αθήνα 1982 https://kalyteresmeres.wordpress.com/
Ο Μιχαήλ Άγγελος απεβίωσε σαν σήμερα το 1564 στη Ρώμη. Ήταν γλύπτης, αρχιτέκτονας και ποιητής, ένας από τους πιο σπουδαίους και επιδραστικούς καλλιτέχνες της Αναγέννησης. Η σχεδόν υπεράνθρωπη φύση της δουλειάς του προκάλεσε δέος στους συγχρόνους του, που τον αποκαλούσαν «θεϊκό Μιχαήλ Άγγελο». Είχε έντονο και μελαγχολικό χαρακτήρα. Μαθήτευσε κοντά στο ζωγράφο Ντομένικο Γκιρλαντάιο και στη συνέχεια στράφηκε στη γλυπτική. Δημιούργησε ένα ηρωικό ύφος βασισμένο στις εκφραστικές ιδιαιτερότητες του αρσενικού γυμνού. Το μεγαλύτερο μέρος της πολυετούς καριέρας του, 70 περίπου χρόνια, τα πέρασε στη Φλωρεντία και τη Ρώμη. Τα ύστερά του έργα επηρέασαν τον Μανιερισμό.
Λίγα λόγια για την εποχή της αναγέννησης στην οποία έζησε:
Ο αναγεννησιακός καλλιτέχνης απέβαλε τη θεοκρατική αντίληψη του Μεσαίωνα για το ωραίο και την αντικατέστησε με την έννοια του εμπειρικά ωραίου. Ο ζωγραφικός πίνακας, σύμφωνα με τον Αλμπέρτι, γίνεται ένα παράθυρο μέσα από το οποίο ο θεατής παρατηρεί τον κόσμο που κατασκεύασε ο καλλιτέχνης με βάση την προοπτική. Η προοπτική είναι ένας μαθηματικός τρόπος για την ψευδαισθητική απόδοση του βάθους, της τρίτης δηλαδή διάστασης, που λείπει από τη δισδιάστατη ζωγραφική επιφάνεια. Για να το επιτύχει αυτό, ο ζωγράφος τοποθετεί το “σημείο φυγής” στο κέντρο του πίνακα, επάνω στη γραμμή του ορίζοντα, που αντιστοιχεί στο ύψος των ματιών του θεατή και προς το οποίο συγκλίνουν όλες οι παράλληλες ευθείες. Αυτή η οργάνωση ενός επιπέδου ονομάζεται κεντρική προοπτική. Έτσι, ένας νέος τρόπος κατανόησης του κόσμου εμφανίζεται και οδηγεί το χέρι και το μυαλό του καλλιτέχνη της Αναγέννησης. H αναφορά στην ελληνορωμαϊκή τέχνη και μελέτη της φύσης συμβαδίζει με την προοπτική, τη μελέτη του προτύπου και την επιλογή θεμάτων από τη μυθολογία. Ας σημειωθεί ότι οι πληροφορίες που είχαν οι αναγεννησιακοί καλλιτέχνες για τη ζωγραφική της ρωμαϊκής εποχής προέρχονταν μόνο από φιλολογικές πηγές, μια που μέχρι το τέλος περίπου του 15ου αιώνα δεν είχαν βρεθεί ακόμα δείγματα ζωγραφικών έργων. ). Από νεαρή ηλικία παρουσίασε μια ιδιαίτερη έφεση στις τέχνες, ενώ παράλληλα με την καλλιτεχνική του εκπαίδευση ήρθε σε επαφή με το περιεχόμενο των νεοπλατωνικών θεωριών στην Αυλή του Λορέντσο των Μεδίκων. Αντιλαμβανόταν την τέχνη ως μια εσωτερική δύναμη, η οποία πηγάζει από την ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος. Στη Φλωρεντία, καθώς μελετούσε την κλασική τέχνη, αλλά και εκείνη του Ντονατέλο, του Τζιότο και του Μαζάτσιο, αποκτούσε σταδιακά μια εντυπωσιακή τεχνική, συνοδευόμενη από μεγάλη γνώση της ανατομίας και μια πλούσια συνθετική ικανότητα. ‘Οταν το 1496 πήγε στη Ρώμη, είχε ήδη αποκτήσει τη φήμη ενός από τους καλύτερους καλλιτέχνες της εποχής του. Στη διαμάχη του με το Λεονάρντο ντα Βίντσι υπερασπιζόταν τα πρωτεία της γλυπτικής έναντι της ζωγραφικής, την έμπνευση που βασίζεται σε μια πνευματική αναζήτηση και όχι στη μίμηση της φύσης. ‘Ετσι, στη ζωγραφική του επιδίωξε να φανερώσει το κάλλος της δύναμης και όχι την απεικόνιση των φυσικών λεπτομερειών. Επηρεασμένος από τις νεοπλατωνικές θεωρίες, προσπάθησε να συνδυάσει την κλασική αρχαιότητα με τη χριστιανική πνευματικότητα. Από τη Φλωρεντία έως τους πνευματικούς κύκλους της Ρώμης εδραίωσε το ουμανιστικό ιδανικό για τον ελεύθερο άνθρωπο, δημιουργό της ίδιας του της τύχης.
Λίγα δείγματα του έργου του:
Το έργο που δημιούργησε ο Μιχαήλ Άγγελος στην οροφή της Καπέλα Σιστίνα (που είχε πάρει το όνομά της από τον Πάπα Σίστο Δ’) ολοκληρώθηκε σε τέσσερα χρόνια. Τριακόσιες σαράντα τρεις ανθρώπινες μορφές αποτελούν το μεγαλειώδες αυτό έργο, στο οποίο απεικονίζονται τα οράματα, η οδύνη, οι ελπίδες, οι προσδοκίες όλης της ανθρωπότητας. Φιλοτεχνήθηκαν δέκα βασικές σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, από τη Γένεση μέχρι και τον Κατακλυσμό. Οι σκηνές αυτές οργανώνονται σε ορθογώνια τμήματα πλαισιωμένα από ζωγραφιστές παραστάδες, μπροστά από τις οποίες βρίσκονται, γυμνοί, νέοι άνδρες πλαισιωμένοι από Προφήτες και Σίβυλλες. Οι εννέα Σίβυλλες, που προφήτευαν το μέλλον στην ελληνική μυθολογία, απεικονίζονται μαζί με τους Προφήτες ως προάγγελοι της έλευσης του Χριστού, συνδέοντας την κλασική αρχαιότητα με το Χριστιανισμό. Παρ’ ότι οι Σίβυλλες σπάνια απεικονίζονταν μεμονωμένες, ο Μιχαήλ ‘Αγγελος το αποτολμά, δίνοντάς τους υπερφυσικές διαστάσεις και μνημειακότητα, που χαρακτηρίζουν άλλωστε και όλο το έργο του, αποκαλύπτοντας τον τιτάνιο τρόπο, όπως φαίνεται εδώ, με τον οποίο ο καλλιτέχνης αποδίδει τις ανθρώπινες μορφές (terribilita).
Ο μεγάλος καθεδρικός ναός του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη αποτέλεσε αντικείμενο πολλών αρχιτεκτονικών προτάσεων την περίοδο της Αναγέννησης. Οι σπουδαιότεροι αρχιτέκτονες της εποχής, όπως ο Μπραμάντε, ο Ραφαήλ και άλλοι, ασχολήθηκαν με τη μελέτη του. Το 1547 ο Μιχαήλ Άγγελος ορίστηκε αρχιτέκτονας της εκκλησίας. Πρότεινε για τη νέα Βασιλική μια περίκεντρη κάτοψη, όπως είχε κάνει και ο Μπραμάντε. Ωστόσο, το πιο δυναμικό στοιχείο της σύνθεσης αποτελεί ο τρούλος, για την κατασκευή του οποίου ο Μιχαήλ Άγγελος εμπνεύστηκε από τον τρούλο του Μπρουνελέσκι. Η στεφάνη στη Βάση του τρούλου, με τα ζεύγη των κιόνων, δίνει στο σύνολο την εντύπωση ότι μπορεί να κινηθεί μέσα στο χώρο. Τα νεύρα συγκλίνουν προς την κορυφή, όπου συγκρατιούνται από ένα φανό, από όπου διεισδύει το φως στο εσωτερικό του ναού. Οι μεγάλες διαστάσεις, η μεγαλόπρεπη αρχιτεκτονική μορφή, αλλά και η τέλεια σφαιρικότητα του τρούλου στο εσωτερικό δίνουν την εντύπωση ενός ανθρώπινου έργου που κατασκευάστηκε για να “κλείσει μέσα του” τις ψυχές και το πνεύμα των χριστιανών όλης της οικουμένης. Είναι σίγουρα ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ιστορίας της τέχνης. Το ολοκλήρωσε δίχως καμία βοήθεια, αφού έδιωξε τους βοηθούς του και αρνήθηκε να δεχθεί οποιοδήποτε άλλο. Υπάρχει μάλιστα η φήμη ότι ο ίδιος απέκτησε προβλήματα όρασης σοβαρά, που θα οδηγούσαν σε τύφλωση, λόγω της πολύωρης στάσης για την ολοκλήρωση της ζωγραφικής της θολωτής οροφής.
Σ’ αυτό το έργο ο καλλιτέχνης αναβιώνει τη στάση χιαστί ή κοντραπόστο της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής. Οι μάζες του σώματος οργανώνονται έτσι, ώστε να είναι αντίθετες μεταξύ τους, αλλά συγχρόνως και να ισορροπούν δημιουργώντας την αίσθηση της κίνησης. Η ανάπτυξη του έργου ακολουθεί τον κατακόρυφο άξονα από το κεφάλι προς το ένα πόδι που στηρίζει το σώμα. Από τον άξονα αποκλίνει το άλλο πόδι και το διπλωμένο προς τα επάνω χέρι, ενώ την αίσθηση της δύναμης συμπληρώνει η κίνηση του κεφαλιού και ο σφιγμένος προς τα μέσα καρπός. ‘Ολη η δυναμική του σώματος συγκρατείται από τα μέλη, ενώ η έκφραση του προσώπου φανερώνει την πνευματική συγκέντρωση πριν από τη βίαιη κίνηση. Ο καλλιτέχνης εδώ αποδίδει τη μορφή του Δαβίδ (ενόσω αυτός είναι έτοιμος να καταφέρει στο Γολιάθ τη χαριστική Βολή) με υπερφυσικές διαστάσεις, επιβεβαιώνοντας και ενισχύοντας για άλλη μια φορά την ανθρώπινη δύναμη.
H δύναμη των μυών, η κίνηση του σώματος, η έκφραση του προσώπου δε στοχεύουν στην απόδοση της ομορφιάς, αλλά στην προσπάθεια να εκφραστεί η αίσθηση της απελευθέρωσης από τα δεσμά που αιχμαλωτίζουν την ψυχή στην “επίγεια φυλακή”. Το σώμα του δούλου περιελίσσεται γύρω από έναν ιδεατό κατακόρυφο άξονα.
Να είσαι πνευματικά ευέλικτος. Η δύναμη δεν βρίσκεται στο να είναι κανείς άκαμπτος και σταθερός, αλλά στο να είναι ευλύγιστος. Το ευλύγιστο δέντρο αντέχει στη θύελλα. Μάζεψε όλη τη δύναμη που δίνει ένας γρήγορος νους.
Η ζωή είναι παράξενη· συμβαίνουν τόσα πράγματα εκεί που δεν τα περιμένει κανείς, ώστε απλώς με το ν’ αντιστέκεται σ’ αυτά δεν πρόκειται να λύσεις κανένα πρόβλημα. Χρειάζεται να έχει κανείς τεράστια ευλυγισία και σταθερή καρδιά. Η ζωή είναι σαν μια κόψη ξυραφιού και πρέπει να περπατήσει κανείς πάνω σ’ αυτό το μονοπάτι με εξαιρετική προσοχή και ευέλικτη σοφία Η ζωή είναι πολύ πλούσια, έχει τόσους πολλούς θησαυρούς κι εμείς την πλησιάζουμε με άδειες καρδιές· δεν ξέρουμε πώς να γεμίσουμε τις καρδιές μας με την αφθονία της ζωής. Ενώ είμαστε φτωχοί μέσα μας, όταν μας προσφέρονται τα πλούτη της τ’ αρνιόμαστε. Πάμε στο πηγάδι για νερό κρατώντας δαχτυλήθρα κι έτσι η ζωή καταντάει μια κακόγουστη υπόθεση, ασήμαντη και μικρή. Η αγάπη είναι επικίνδυνο πράγμα· φέρνει τη μόνη επανάσταση που δίνει απόλυτη ευτυχία. Είναι τόσο λίγοι εκείνοι από μας που μπορούν ν’ αγαπούν· τόσο λίγοι εκείνοι που θέλουν ν’ αγαπούν. Αγαπάμε βάζοντας όρους, κάνοντας την αγάπη ένα εμπορεύσιμο πράγμα. Έχουμε νοοτροπία παζαριού, αλλά η αγάπη δεν είναι εμπορεύσιμη, δεν είναι ένα απλό «πάρε-δώσε». Είναι μια κατάσταση ύπαρξης όπου όλα τα ανθρώπινα προβλήματα είναι λυμένα. Τι υπέροχο μέρος που θα μπορούσε να είναι η γη με τόση πολλή ομορφιά που υπάρχει, τόσο μεγαλείο, τόση άφθαρτη ομορφιά! Είμαστε παγιδευμένοι στον πόνο και δεν νοιαζόμαστε να ξεφύγουμε απ’ αυτόν ακόμα κι όταν κάποιος μας δείχνει το δρόμο. Δεν ξέρω, αλλά νιώθει κανείς να φλέγεται από αγάπη· υπάρχει μια άσβηστη φλόγα· νιώθει ότι έχει τόση πολλή απ’ αυτήν μέσα του, που θέλει να τη δώσει σε όλους· και το κάνει. Είναι σαν ένα ποτάμι που κυλάει με ορμή, που ποτίζει και δίνει ζωή σε κάθε πόλη και χωριό· μολύνεται από τις ανθρώπινες βρωμιές που πέφτουν σ’ αυτό, αλλά σύντομα τα νερά καθαρίζονται από μόνα τους και συνεχίζουν να τρέχουν. Τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει την αγάπη γιατί διαλύονται μέσα σ’ αυτήν τα πάντα: το καλό και το κακό· το άσχημο και το όμορφο. Είναι το μοναδικό πράγμα που είναι αυτό το ίδιο αιωνιότητα.
Απόσπασμα από το βιβλίο “Γράμματα σε μια νεαρή φίλη” Εκδόσεις Καστανιώτη