Ένα αντίο στον Bruno Granz

Πέθανε σε ηλικία 77 ετών ο Ελβετός ηθοποιός Bruno Granz, ένας από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς στην Ευρώπη.

Ο Ελβετός καλλιτέχνης είχε συνεργαστεί με πολλούς από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του κόσμου, όπως ο Βιμ Βέντερς («Τα φτερά του έρωτα», «Ένας Αμερικανός Φίλος»), ο Φράνσις Φορντ Κόπολα («Νεότητα χωρίς νιάτα»), και ο Ερίκ Ρομέρ. Είχε παίξει και σε δύο ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου: στο «Μία αιωνιότητα και μία μέρα» (1998) και στο τελευταίο του φιλμ «Η σκόνη του χρόνου».

Ο εκρηκτικός και συνάμα σκοτεινός ρόλος του ως Αδόλφου Χίτλερ στην «Πτώση» τον καθιέρωσε οριστικά το 2004. Ήταν μια από τις πρώτες γερμανικές ταινίες αφιερωμένες στο πρόσωπο του «Φύρερ», σε μια χώρα ακόμη τραυματισμένη από την ανάμνηση της ναζιστικής βαρβαρότητας.

«Με βοήθησε το ότι δεν ήμουν Γερμανός, επειδή μπορούσα να βάλω το διαβατήριό μου ανάμεσα στον Χίτλερ και σε μένα», είχε δηλώσει ο Γκαντς το 2005.

Ο Bruno Granz εγκατέλειψε το σχολείο στην εφηβεία του και ήταν ένας αυτοδίδακτος ηθοποιός.

Η γερμανίδα υφυπουργός Πολιτισμού Μόνικα Γκρίτερς (CDU) χαρακτήρισε τον Μπρούνο Γκαντς «εικόνισμα του γερμανόφωνου θεάτρου» και «εξαιρετικό μετρ της διεθνούς δραματικής τέχνης».

Ο διευθυντής του κινηματογραφικού φεστιβάλ του Βερολίνου, ενός από τα σημαντικότερα στην Ευρώπη μαζί μ’ αυτά των Καννών και της Βενετίας, ο Ντίτερ Κόσλικ, απέτισε επίσης φόρο τιμής στον ελβετό ηθοποιό θυμίζοντας τον ρόλο του στην ταινία «Τα Φτερά του Έρωτα», ο πρωτότυπος γερμανικός τίτλος της οποίας σήμαινε «Ο ουρανός πάνω από το Βερολίνο».

«Έχω την εντύπωση ότι τίποτε δεν θα τον εμποδίσει τώρα να πάει στον ουρανό πάνω από το Βερολίνο», είπε.

Για τον ελβετό Ομοσπονδιακό Σύμβουλο Αλέν Μπερσέ, ο οποίος ήταν πρόεδρος της Ελβετικής Ομοσπονδίας μέχρι το τέλος του 2018, ο Bruno Granz «δεν έπαιζε έναν ρόλο, τον ζούσε».

Δεν υπήρξε ποτέ ακριβώς κατοχυρωμένος πρωταγωνιστής /σταρ αλλά ούτε και «εμβληματικός» καρατερίστας. Δεν είχε το παρουσιαστικό και την στόφα ζεν πρεμιέ αλλά μπορούσε σαφώς να συγκινήσει τις γυναίκες. Διέθετε ευρεία γκάμα και ήταν πολυσχιδής και παραγωγικότατος μέχρι το τέλος. Μόνο το 2018 έπαιξε στο “The Party” της Σάλι Πότερ, στο “Radegund” του Τέρενς Μάλικ, στην ταινία “The Tobacconist” ως Σίγκμουντ Φρόιντ και στο “The House That Jack Built” του Λαρς Φον Τρίερ μεταξύ άλλων (!).

Είναι δύσκολο να ξεδιαλέξει κανείς συγκεκριμένους ρόλους σε μια τόσο εξαντλητική φιλμογραφία, δεν μπορεί να είναι τυχαίο όμως το ότι κάποιοι από τους πιο χαρακτηριστικούς τον τοποθετούσαν σ΄ ένα καθαρτήριο ψυχών ή σ’ ένα προθάλαμο θανάτου. Όπως ο Ζίμερμαν στον «Αμερικανό φίλο» του Βέντερς ή ο Αλέξανδρος στο «Μία αιωνιότητα και μία μέρα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Συχνές ήταν και οι εμφανίσεις του σε ρόλους αθώων που συνθλίβονταν από την αδυσώπητη ισχύ εξωπραγματικών περιστάσεων όπως ο κλασικός χαρακτήρας του Τζόναθαν Χάρκερ στο «Νοσφεράτου» του Χέρτζογκ.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι μια τέτοια πορεία χαρίζει στον σπουδαίο αυτό ηθοποιό μια θέση στο βάθρο της υστεροφημίας. Ζει και θα ζει μέσα από τις ταινίες και τους ρόλους του.. Καλό ταξίδι. Σας αφήνουμε με λόγια που εξέφερε ο ίδιος μέσα από το ρόλο του.

Πηγή: Lifo, AthensVoice, Elculture

† 13-12-43, Γιώργος Ιωάννου

Κατα την Περιοδο της Γερμανικης κατοχής εκτελέστηκαν πολλοί Έλληνες που πρόβαλλαν αντίσταση στον κατακτητή, αλλά και αθώοι πολίτες και παιδιά. Τέτοιες ομαδικές εκτελέσεις έγιναν π.χ. στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στο Χορτιάτη και σε πολλά άλλα μέρη. Το διήγημα ανήκει στη συλλογή Για ένα φιλότιμο (1964).

Φτάνω στο σημείο να πω πως ίσως θα ‘ταν καλύτερα να μην είχα πατήσει ποτέ μου σε κείνο τον τόπο της ομαδικής εκτελέσεως. Κι άλλες φορές έτυχε βέβαια να επισκεφθώ τόπους μαρτυρίου ή ομαδικής ταφής· η γη της πατρίδας μας είναι παραγεμισμένη με κόκαλα παλικαριών· μα ποτέ μου δεν ταράχτηκα και δεν έκλαψα τόσο, όσο αυτή τη φορά. Αυτό ασφαλώς έγινε, γιατί την ώρα που βρέθηκα εκεί, μια γυναίκα κι ένας άντρας, αδέλφια, άνοιγαν τον τάφο του μικρότερου αδελφού τους, που είχε εκτελεστεί πριν από είκοσι χρόνια. Πλησίασα, κι όταν κατάλαβα τι συνέβαινε, σιγοκάθισα πάνω στα πόδια μου σε μιαν άκρη. Και τώρα, που η ψυχή μου έχει κολλήσει εκεί, μου φαίνεται πως θα μείνω για πάντα, σαν ένα αγριόχορτο, καθισμένος δίπλα σε κείνο τον τάφο. Και μακάρι να γινόταν έτσι.

Τότε που πρωτοζύγωσα, το σκάψιμο με την αξίνα είχε προχωρήσει. Εξάλλου δεν τον είχαν θαμμένο καθόλου βαθιά. Μάλλον γυναίκες θα είχαν φροντίσει για την ταφή του. Σε λίγο, ένα ένα, άρχισαν να ξεφυτρώνουν τα κόκαλα. Ήταν κατακίτρινα, με λίγο καστανό χώμα κολλημένο πάνω τους. Η γυναίκα, μ’ ένα τσεμπέρι στο κεφάλι, σχεδόν γονατιστή, αφού τα ξέπλενε λίγο με κόκκινο κρασί, τ’ αράδιαζε ευλαβικά μέσα σε μια κάσα χαρτονένια, απ’ αυτές της αμερικάνικης βοήθειας. Σε όλα αυτά δεν υπήρχε τίποτα το αηδιαστικό ή το τρομαχτικό. Άλλωστε το παιδάκι ήταν δεκάξι χρονών όταν μαρτύρησε. Και πιστεύω, χωρίς αμφιβολία, πως θα έχει αγιάσει. Στο χώμα δίπλα ήταν μπηγμένο ένα κερί και στο θυμιατό σιγόκαιγε θυμίαμα. Ευωδίαζε όλος ο τόπος. Λέξη δεν έλεγαν, ούτε ακουγόταν κλάμα. Καταλάβαινα όμως πως τα μάτια τους τρέχαν, γι’ αυτό έσκυψα το κεφάλι μου προς το χορτάρι και δεν προσπαθούσα, ούτε τολμούσα να τους κοιτάξω. Πολύ ήταν και που με άφηναν κοντά τους μια τέτοια ώρα.

Μονάχα όταν βρέθηκε το κρανίο, άκουσα τον αδελφό να λέει βραχνά: η χαριστική βολή. Ήταν μια μικρή τρύπα λίγο πιο πάνω απ’ το μέτωπο. Είχα γίνει πια ένα με το χώμα, έτσι ένιωθα. Τώρα σκέφτομαι πως έπρεπε να προσκυνήσω, αν και είμαι τόσο ανάξιος. Κοίταζα συνεχώς ένα βραχάκι κοντά μου και τις λειχήνες του. Αυτό σίγουρα θα ήταν και τότε εδώ, και το παιδί θα το είδε· ίσως και να το ζήλεψε. Μπορεί να ήταν και κείνο το αρκετά μεγάλο δέντρο, αν και δεν αποκλείεται να έχει μεγαλώσει πιο γρήγορα, εφόσον βρήκε άφθονο λίπασμα από τόσο αίμα και τόσες εκατοντάδες κορμιά. Καλά θα ήταν να μπορούσε να μεταμορφώνεται ο άνθρωπος, όταν πέφτει σε μεγάλο κίνδυνο, ή ν’ ανοίγει η γη και να τον κρύβει. Εγώ τουλάχιστο έτσι παρακαλούσα, όταν βρέθηκα σε κάτι τιποτένιους κινδύνους, που είναι ντροπή και να τους σκέφτομαι ακόμα. Πάντως, θυμούμαι πως εκείνες τις στιγμές λάτρευα και πρόσεχα, όσο ποτέ, τα άψυχα, αλλά και τα έντομα και τα φυτά και τα πουλιά. Σ’ αυτό ακριβώς στηρίζομαι και πιστεύω πως έτσι θα ‘νιωσε κι αυτός εκείνη την ώρα. Εξάλλου ήταν της ηλικίας μου. Δεν είναι δυνατό να διαφέρω και τόσο πολύ απ’ τους άλλους. Άνθρωπος είμαι και εγώ. Κι όμως η κάποια διαφορά είναι που με καίει.

Πάνω στην κορφή του λόφου έχουν στήσει ένα τεράστιο κάτασπρο σταυρό και παρακάτω, στην πλαγιά, είναι σχηματισμένη, με άσπρες πάλι πέτρες, η ημερομηνία: 13-12-43. Λογάριαζα, όταν γυρίσω σπίτι, να ψάξω για κείνο το ημερολόγιό μου, που μπόρεσα να κρατήσω, μέρα με τη μέρα, τότε. Τι να ‘γινε άραγε εκεί σε μας αυτή τη μέρα;

Κι έτσι, καθώς είχα απομονωθεί κοιτάζοντας το ρηχό μνήμα του χωριατόπουλου, άρχισα να ψιθυρίζω ανεπαίσθητα το αντρίκιο εκείνο μοιρολόγι, που μόνο τα λόγια του ξέρω και όχι το σκοπό:

Μαστόροι Καλαβρυτινοί και μαρμαροχτιστάδες,
που πελεκάτε μάρμαρα και φτιάχνετε κιβούρια,
φτιάχτε και μένα ‘να καλό, καλύτερο από τ’ άλλα…

Όμως ένα μπουλούκι εντόπιοι τουρίστες φάνηκε να μπαίνει μέσα στον ιερό περίβολο. Στάθηκαν γύρω απ’ το ελεεινό για μια τέτοια θυσία κενοτάφιο. Φαίνονταν απ’ τους μορφωμένους και δεν μπορώ να πω πως η στάση τους δεν ήταν σεμνή. Κατέθεσαν μάλιστα ένα καλοκαμωμένο δάφνινο στεφάνι και κατόπι κράτησαν ένα λεπτό σιγή. Κάποιος τους άρχισε να διαβάζει από ένα χαρτί το ιστορικό της εκτελέσεως των 1200 ανθρώπων. Ήταν τόσο ψυχρή η περιγραφή, ώστε αμέσως υπέθεσα πως σίγουρα θα τα είχε ξεσηκώσει απ’ την τελευταία εγκυκλοπαίδεια. Ύστερα σκόρπισαν μιλώντας δυνατά ή χαχανίζοντας. Πολλοί ήρθαν τριγύρω μας. Και φυσικά αμέσως άρχισαν τις ερωτήσεις, ιδίως οι γυναίκες. Το παλικάρι με την αξίνα απαντούσε, πιέζοντας ολοφάνερα τον εαυτό του. Φαινόταν καθαρά πως θεωρούσαν σχεδόν ευτυχία τους και σπουδαίο συμπλήρωμα στις συγκινήσεις της εκδρομής την ανακομιδή, που πέτυχαν πάνω στην ώρα. Ο αδελφός μάλιστα ζαλίστηκε τόσο για μια στιγμή, ώστε έκανε το λάθος να τους δείξει ακόμα και το κρανίο με τη χαριστική βολή. Αυτό όμως θα ήταν πέρα απ’ τα όρια της αντοχής τους, γιατί αμέσως πρόσεξα μια κίνηση για απομάκρυνση. Κάποιος τους θύμισε πως η ώρα περνάει. Εκείνη τη στιγμή η σκυμμένη γυναίκα τούς γύρεψε, αν έχουν, καμιά εφημερίδα για να σκεπάσει τα κόκαλα. Πολλοί προθυμοποιήθηκαν από εφημερίδες άλλο τίποτα, και τι εφημερίδες…

Πήραν να κατηφορίζουν. Μετά από λίγα βήματα άναψε ζωηρή συζήτηση ανάμεσά τους· σα να μην ήμασταν κι εμείς λίγο πιο πάνω. Ένας ακούστηκε να φωνάζει με θυμό: Καλά τους έκαναν αφού οι άλλοι σκότωσαν στρατιώτες του κατακτητή.

Κανένας δεν αντιμίλησε. Ήταν και κάποιος με στολή μαζί τους.

Μου ‘ρθε να πέσω απάνω σε κείνη την άτιμη φωνή και να τη στραγγαλίσω άγρια, προτού προφτάσει να προχωρήσει. Αλλά την άκουσαν βέβαια συγχρόνως και τα δυο αδέλφια κι έσκυψαν πιο πολύ κατά το χώμα, σα να ‘φαγαν καμτσικιά, αλλά και σα μαθημένοι από κάτι τέτοια.

Κατόπι ο άντρας άφησε την αξίνα· δεν υπήρχαν άλλωστε άλλα κόκαλα. Η αδελφή του έσβησε το κερί και πήρε το θυμιατό. Τα κόκαλα έμειναν ασκέπαστα. Η βρωμερή εφημερίδα κυλιόταν πάνω στα χόρτα.

Έμεινα ξοπίσω και με πήρε το παράπονο. Δεν ήμουν γνωστός τους ή συγγενής τους για να με πάρουν μαζί τους, όπως θα ήθελα. Εγώ τα ‘χω καταφέρει να χωρώ και να ταιριάζω μονάχα με κάτι τέτοιους σαν αυτούς του πούλμαν. Γι’ αυτό ξεκίνησα για το πιο λαϊκό καφενείο, και στο δρόμο συνέχεια έλεγα: Θεέ μου, μη μ’ αφήνεις ούτε καλημέρα να ‘χω πια με τέτοια, δήθεν εξευγενισμένα, υποκείμενα.

Ακούστε το διήγημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου:

Πηγή: ΚΝΛ Β’ ΓΕΛ

Όλα, όλα, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δε θα έρθει ποτέ…

Ε, ωραίο είναι, που ζεις ακόμα. Δεν αποφάσισες ακόμα να εκτεθείς, γι’ αυτό δεν ξέρεις τι σου γίνεται… Να εκθέσεις τη μοναδικότητά σου, τη μοναξιά σου και τις προσωπικές σου σκέψεις, όχι αυτές που σου επιβάλλει η κοινωνία αλλά εκείνες τις μυστικές σου, που γεννιούνται τις νύχτες της αγρύπνιας από τις πιο βαθιές σπηλιές του είναι σου…

Δηλαδή, θέλω να πω, να εκθέσεις την ελευθερία σου επί της ουσίας και όχι συμβολικά, κατάλαβες; Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε την απλή καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τι την κάνουμε, ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την… Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σμπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι, φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό».

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν’ απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας…

Όλα, όλα, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δε θα έρθει ποτέ…

Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας…

Ό­μως τ’ αφήσαμε γι’ αύριο… Για να πάμε πού; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά στο θάνατο, και μεις, αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.

Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος.

Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δε δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει.

Ήρθανε να την πάρου­νε, και η Μαρία είπε το όχι με τον πιο αμετάκλητο τρόπο… Πήγαμε στην κηδεία της και κει άκουσα τον παπά να λέει. «Χους εί και εις χουν απελεύσει», και τότε κατάλαβα πως η Μαρία σώθηκε. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέ­δες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια…

Σ’ αυτό τον τόπο όλα τα πράγματα που πάραξε ο άνθρωπος έχουν μιαν αλαφράδα, μια οικειότητα, στοργή και αγάπη για τη ζωή, άλλο πράμα…

Χρόνης Μίσσιος Απόσπασμα από το “Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε;” Εκδόσεις Γράμματα, 1988

Το μυστήριο πίσω από το έργο «Αμερικανικό Γκόθικ» του Grant Wood

Το «Αμερικανικό Γκόθικ» αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του κινήματος του μοντερνισμού και δημιουργήθηκε από τον Grant Wood. Αν, όπως λένε, η Μόνα Λίζα είναι ο πιο αναγνωρίσιμος πίνακας παγκοσμίως, τότε και αυτό είναι το πιο αναγνωρίσιμο έργο της αμερικάνικης ζωγραφικής.

O Grant Wood που γεννιέται σαν σήμερα το 1891, στον πίνακα αυτό που δημιούργησε το 1930, την εποχή που οι ΗΠΑ, έμπαιναν στην περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης και έψαχνε για μοντέλα που θα μπορούσαν να τον εμπνεύσουν να συλλάβει την ουσία των σκληρά εργαζόμενων μέσων Αμερικανών.

Για αυτό το λόγο, το έργο απεικονίζει ένα κτηματία με την κόρη του, μπροστά από ένα αγροτόσπιτο, και περιγράφει τους παραδοσιακούς ρόλους των 2 φύλων στην αμερικανική αγροτική κοινωνία. Χαρακτηριστικό είναι το δικράνι στο χέρι του άνδρα, που από τη μια συμβολίζει την χειρωνακτική εργασία με την οποία ασχολούνταν κυρίως οι άνδρες και από την άλλη τον εξουσιαστικό ρόλο που έχει ο πατέρας μέσα στην οικογένεια. Παρά την εσφαλμένη πεποίθηση πολλών ότι πρόκειται για έναν τυχαίο αγρότη και την σύζυγο του, ο Wood, ως μοντέλα για τον πίνακα του αυτόν χρησιμοποίησε την μικρή του αδερφή Nan και τον οικογενειακό τους οδοντογιατρό Byron McKeeby. Και οι δύο ήταν απρόθυμοι στην αρχή αλλά τελικά πόζαραν όταν ο Wood, τους διαβεβαίωσε ότι κανείς δεν θα τους αναγνώριζε. Τα μοντέλα δε στάθηκαν ποτέ μπροστά από ένα σπίτι όπως φαίνεται στον πίνακα. Μάλιστα, τα δύο μοντέλα ούτε καν πόζαραν μαζί. Ενδιαφέρον επίσης έχει το γεγονός ότι υπήρξε συζήτηση για το κατά πόσο τα δύο μοντέλα απεικόνιζαν ένα ζευγάρι.

Πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι ο Wood αρχικά τους ζωγράφισε ως ζευγάρι. Ωστόσο, πολλοί είναι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι η Nan Wood βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς ο «σύζυγός» της είχε σχεδόν τα διπλάσιά της χρόνια και έτσι η ίδια έλεγε ότι ο πίνακας απεικόνιζε έναν άνδρα με την κόρη του. Ο ζωγράφος με επιστολή του το 1941, φαίνεται να επιβεβαιώνει τα λεγόμενα της αδερφής του, υποστηρίζοντας ότι η γυναίκα δίπλα στον άνδρα είναι η «μεγάλη του κόρη».

Η Nan Wood Graham, που πέθανε τον Δεκέμβρη του 1990, εργάστηκε για την προβολή και την ιστορική μελέτη του συνολικού έργου του αδερφού της. Επειδή, όπως συμβαίνει με όλα τα διάσημα έργα, πολλοί επιδόθηκαν σε ζωγραφικές παρωδίες του «american gothic», η Nan οδήγησε πολλές από τις υποθέσεις αυτές στα δικαστήρια, μια και πίστευε ότι μέσα από τις παρωδίες αυτές εθίγετο το έργο και η προσωπικότητα του αδερφού της.
Aλλά κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να σταματήσει την σάτιρα, κι αυτή την στιγμή το διαδίκτυο είναι γεμάτο από παρωδίες του πίνακα αυτού.

Όπως είπαμε παραπάνω, σε αυτόν τον πίνακα βλέπουμε έναν άντρα και μία γυναίκα να στέκονται μπροστά από ένα μικρό, λευκό σπίτι, όπου παρατηρούμε ένα παράθυρο νεογοτθικού ρυθμού. Στο μικρό , γοτθικού ύφους παράθυρο του αγροτόσπιτου, που προβάλει ανάμεσα στις δύο μορφές, οφείλεται και ο τίτλος του πίνακα.

Το σπίτι αυτό, που χτίστηκε το 1881 στο Eldon της Iowa, και ανακηρύχτηκε ιστορικό εθνικό μνημείο το 1974, δεν είναι ανοιχτό για το κοινό. Οι επισκέπτες όμως μπορούν να το φωτογραφίσουν εξωτερικά, όπως ακριβώς έκανε και ο Wood για να μπορέσει να δουλέψει πιο άνετα τον πίνακά του. Μικρή λεπτομέρεια της όλης ιστορίας είναι ότι, το γοτθικό παράθυρο που ενέπνευσε τον αμερικανό ζωγράφο, φυλάσσεται τώρα στο Boulder του Colorado, κι αυτό που φωτογραφίζουν πια οι τουρίστες είναι ένα νεώτερο αντίγραφό του.

Με τη Μεγάλη Ύφεση να επεκτείνεται σε ολόκληρη την Αμερική, αυτό το έργο αντέδρασε και έδωσε την ελπίδα στους αγωνιζόμενους Αμερικανούς που αναζητούσαν θετικά σύμβολα μέσα στη σκληρή δουλειά τους. Αυτό που γέννησε το έργο, εξηγεί ο επιμελητής Haskell, ήταν ένα βαθύς σεβασμός για τις αξίες της κοινότητας και την αυτοπεποίθηση – θεμελιώδους σημασίας έννοιες για τον εθνική ταυτότητα, που παρουσιάστηκε στις μικρές πόλεις και στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις των ΗΠΑ. Η ζωγραφική του Wood τον εξύψωσε σε σχεδόν μυθικό βάθρο. “Είναι ξεκάθαρο ότι η διαρκής δύναμη της τέχνης του Wood οφείλεται τόσο στην ψυχαναγκαστική ασάφεια όσο και στην αρχέτυπη εικόνα του Midwestern”, προσθέτει ο Haskell. “Μια ονειρική σιωπή τρέχει καθ ‘όλη τη δουλειά του, ενωμένη με την φαινομενικά βουκολική κομψότητά του. Η ένταση ανάμεσα στην επιθυμία του Wood να αναπαράγει τον φανταστικό κόσμο της παιδικής ηλικίας του και τα ένστικτά ντροπαλότητας και σεξουαλικής συστολής αποτυπώθηκαν στην τέχνη του, προσδίδοντάς της μια ανατριχιαστική μοναξιά και μια ψυχρή αίσθηση φαντασίας. Με την υποσυνείδητη έκφραση της συγκρουόμενης σχέσης του με την πατρίδα που υποτίθεται ότι λατρεύει, δημιούργησε υπνωτικά έργα που αντιμετωπίζουν τις ανεπίλυτες εντάσεις της αμερικανικής εμπειρίας.
Αυτή η μαγευτική σύγκρουση ενισχυμένων, εξωθημένων συναισθημάτων και στοιχειοθετημένων εννοιών κυριαρχεί στο συνολικό του έργο και στο πίνακα που εξετάσαμε παραπάνω. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στη θέασή του μας προκαλείται δέος.

Πηγές: Wikipedia, Forbes, AthensVoice, Mononews

Η Πρόταση, ένα έργο της Γιούντιτ Γιανς Λέιστερ

Η Γιούντιτ Γιανς Λέιστερ πέθανε σαν σήμερα το 1660 και ήταν Ολλανδή ζωγράφος. Η Λέιστερ ζωγράφισε σκηνές της καθημερινότητας, πορτρέτα και νεκρές φύσεις. Μέχρι το 1893 ολόκληρο το έργο της αποδιδόταν στον Φρανς Χαλς, οπότε ο Κορνέλις Χόφστεντε ντε Χρόο πρώτος της απέδωσε επτά πίνακες, έξι από τους οποίους είναι “υπογεγραμμένοι” με το χαρακτηριστικό μονόγραμμα “JL”. Υπέγραφε τα έργα της με μονόγραμμα που έφερε τα αρχικά JL με προσκολλημένο σε αυτά ένα άστρο. Αυτό αποτελούσε λογοπαίγνιο, καθώς “Lei star” σημαίνει “ηγετικό άστρο” στα ολλανδικά, και έτσι αποκαλούσαν τον Πολικό Αστέρα οι Ολλανδοί ναυτικοί της εποχής. “Leistar” ήταν, επίσης, το εμπορικό όνομα της ζυθοποιίας του πατέρα της στο Χάαρλεμ.Με το πλήρες της όνομα υπέγραφε μόνον σποραδικά.

Υπάρχουν κάποιες εικασίες ότι η Λέιστερ ακολούθησε σταδιοδρομία στη ζωγραφική ως συνέπεια της χρεωκοπίας του πατέρα της και της ανάγκης να αποκτήσει προσόδους η οικογένεια. Πιθανόν να σπούδασε ζωγραφική με τον Φρανς Πήτερ ντε Χρέμπερ (Frans Pietersz de Grebber), ο οποίος διατηρούσε εργαστήριο που έχαιρε εκτίμησης στο Χάαρλεμ κατά τη δεκαετία του 1620. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η οικογένεια μετακόμισε στην περιοχή της Ουτρέχτης και εκεί πιθανόν να ήρθε σε επαφή με τους θαυμαστές του Καραβάτζιο.

Αν και ήταν πολύ γνωστή όσο ζούσε και οι σύγχρονοί της την εκτιμούσαν, η Λέιστερ και το έργο της ξεχάστηκαν σχεδόν τελείως μετά τον θάνατό της. Η εκ νέου “ανακάλυψή” της έγινε το 1893: Ένας έμπορος έργων τέχνης αγόρασε ένα πίνακα ως έργο του Φρανς Χαλς, για να ανακαλύψει ότι στην πραγματικότητα ήταν έργο της Γιούντιτ Λέιστερ. Ο πίνακας έφερε την υπογραφή – μονόγραμμα της Λέιστερ, αλλά δεν ήταν δυνατό τότε να αναγνωριστεί. Το 1893 ο Κορνέλις Χόφστεντε ντε Χρόοτ το αναγνώρισε και έγραψε το πρώτο του άρθρο σχετικά με αυτήν.Οι ιστορικοί τέχνης από τότε συχνά την απαξίωναν ως μιμήτρια του Χαλς, αν και η συμπεριφορά τους άρχισε να αλλάζει κατά τα τελευταία χρόνια.

Ειδικευόταν στη δημιουργία πορτρέτων, στα οποία συνήθως περιλάμβανε μία ως τρεις μορφές, που αποπνέουν ευθυμία και απεικονίζονται σε μονόχρωμο περιθώριο. Πολλά πορτρέτα περιλαμβάνουν παιδικές μορφές, ενώ άλλα άνδρες που πίνουν. Η Λέιστερ υπήρξε πρωτοπόρος στις “οικιακές” απεικονίσεις: Δημιούργησε ήσυχες σκηνές με γυναίκες στο σπίτι, συχνά με ένα κερί ή μια λάμπα, συχνά όπως θα τις έβλεπε μια γυναίκα. Η “Πρόταση” (σήμερα στο Mauritshuis) είναι μια ασυνήθιστη παραλλαγή αυτής της καθημερινής σκηνής και παρουσιάζει ένα κορίτσι να του προσφέρεται μη ευπρόσδεκτη προκαταβολή, αντί της συνηθισμένης απεικόνισης μιας πρόθυμης πόρνης. Εν τούτοις, αυτή η ερμηνεία δεν γίνεται πάντα δεκτή.

Ο Meg Lota Brown, καθηγητής αγγλικών στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, και η Kari Boyd McBride, καθηγήτρια Γυναικείων Σπουδών, θεωρούν ότι η πρόταση είναι «ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα της Λάιστερ από την περίοδο της μεγαλύτερης καλλιτεχνικής παραγωγής». Η Marianne Berardi, ιστορικός τέχνης που ειδικεύεται στην ολλανδική ζωγραφικής της χρυσής εποχής, αναφέρει ότι είναι “ίσως η πιο αξιοσημείωτη ζωγραφική της”. Το πιο χαρακτηριστικό της σημείο είναι το πόσο διαφορετικό είναι σε άλλους σύγχρονους Ολλανδούς το ζήτημα της “σεξουαλικής προτίμησης”. Η σύμβαση αυτού του είδους ήταν συνηθισμένη και σαφώς και οι δύο ενδιαφέρονται για το σεξ, για τα χρήματα. Όμως ο πίνακας έπρεπε να ήταν διαφορετικός. Το φόρεμα θα ήταν προκλητικό, οι εκφράσεις του προσώπου να υποδηλώνουν και μερικές φορές θα υπήρχε μια τρίτη φιγούρα μιας ηλικιωμένης γυναίκας.

Αντίθετα, στην Πρόταση η γυναίκα δεν απεικονίζεται ως πόρνη, αλλά ως συνηθισμένη νοικοκυρά, που ασχολείται με μια απλή καθημερινή δουλειά. Δεν είναι ντυμένη προκλητικά. Δεν εμφανίζει το στήθος της (αλλά μάλλον η μπλούζα της καλύπτει όλο το στέρνο της). Δεν είναι ορατοί οι αστράγαλοι. Και δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για το σεξ ή ακόμα και για τον άνδρα. Η σύγχρονη ολλανδική λογοτεχνία ανέφερε το είδος της δραστηριότητας ήταν η σωστή συμπεριφορά για ενάρετες γυναίκες σε στιγμές αδράνειας. Ο Kirstin Olsen παρατήρησε ότι οι άνδρες επικριτές της τέχνης “έχαψαν εντελώς το σημείο” ότι η γυναίκα, σε αντίθεση με άλλα έργα, δεν χαιρετίζει την πρόταση του ανθρώπου ότι λανθασμένα ονόμασε τη ζωγραφική “The Thepting Offer”.

Το μαγκάλι, του οποίου τα λαμπερά κάρβουνα είναι ορατά κάτω από τον ποδόγυρο της φούστας της γυναίκας, ήταν ένας εικονογραφικός κώδικας της εποχής και αντιπροσωπεύει την οικογενειακή κατάσταση της γυναίκας. Ένα μεσοφόρι που τελείωνε κάτω από τη φούστα έδειχνε ότι μια παντρεμένη γυναίκα δεν ήταν διαθέσιμη, όπως εδώ. Ένα όμως που προεξέχει στο μισό κάτω από τη φούστα με το πόδι της γυναίκας να είναι ορατό υποδεικνύει κάποια που μπορεί να είναι δεκτική σε ένα αρσενικό.

Η φεμινιστική ερμηνεία της εικόνας προήλθε σε μεγάλο βαθμό από το έργο του Frima Fox Hofrichter που επεσήμανε το 1975 (Hofrichter 1975) τη διαφορά μεταξύ της ζωγραφικής της Λάιστερ και άλλων του είδους. Σύμφωνα με τον Hofrichter, η γυναίκα στο έργο είναι ένα “αμήχανο θύμα” που παρουσιάζεται συμπαθητικά και θετικά.

Ωστόσο, όλοι οι ιστορικοί τέχνης δεν συμφωνούν απόλυτα με τον Hofrichter. Για παράδειγμα: ο Wayne Franits, καθηγητής καλής τέχνης στο Πανεπιστήμιο των Συρακουσών, επικρότησε αργότερα τον Hofrichter, παρατηρώντας ότι μια προσφορά χρημάτων ήταν μια κοινή αρχή ενός “ψαρέματος” εκείνη την εποχή, οπότε η ζωγραφική μπορεί να απεικονίζει μια απλή ειλικρινή απόπειρα στο γάμο. Η Φραντς υποδηλώνει ότι «η αδιαμφισβήτητα υγιεινή δραστηριότητα της γυναίκας παρείχε ένα σημαντικό προηγούμενο για τους μεταγενέστερους πίνακες ζωγραφικής που απεικονίζουν την εγχώρια αρετή».

Πολλά από τα άλλα έργα της, ιδιαίτερα όσα σχετίζονται με μουσική, θυμίζουν έργα συγχρόνων του, όπως του συζύγου της, των αδελφών Χαλς, του Γιαν Στέιν και των οπαδών του Καραβάτζιο στην Ουτρέχτη Χέντρικ Τερμπρούγκεν και Χέρριτ φαν Χόντχορστ: Οι πίνακές τους, κυρίως σκηνές της καθημερινότητας σε ταβέρνες ή άλλους χώρους διασκέδασης, ταίριαζαν με το γούστο της ολλανδικής μεσαίας τάξης. Ζωγράφισε λίγα καθαυτό πορτρέτα και το μόνο της ιστορικό έργο είναι “Ο Δαβίδ με την κεφαλή του Γολιάθ”, που δεν απέχει πολύ από το τυπικό της ύφος με μια μόνο μορφή κοντά στο προσκήνιο του κύριου χώρου.

Ένας αποχαιρετισμός στη Ρόζαμουντ Πίλτσερ

Η Ρόζαμουντ Πίλτσερ, διάσημη συγγραφέας μυθιστορημάτων, διηγημάτων και θεατρικών έργων, πέθανε την χθες, σε ηλικία 94 ετών, ενώ είχε αρρωστήσει.

Η Πίλτσερ γεννήθηκε στην Κορνουάλη το 1924. Στη διάρκεια του πολέμου, από το 1943 ως το 1946, υπηρέτησε στο Γυναικείο Σώμα του Βρετανικού Ναυτικού. Τον Δεκέμβριο του 1946 παντρεύτηκε τον Σκοτσέζο ήρωα πολέμου Γκρέιαμ Πίλτσερ και απέκτησαν μαζί τέσσερα παιδιά· την ημέρα του θανάτου της είχε δεκατέσσερα εγγόνια και δεκαεπτά δισέγγονα.

Άρχισε να γράφει από πολύ μικρή και δημοσίευσε το πρώτο της διήγημα σε ηλικία 18 ετών. Από τότε αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. Τα πρώτα δέκα μυθιστορήματά της τα δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Τζέιν Φρέιζερ και γρήγορα έγινε γνωστή και αγαπητή, κυρίως στο γυναικείο κοινό. Τα έργα της, που θεωρείται ότι εξύψωσαν το είδος του λεγόμενου «ρομαντικού μυθιστορήματος», έχουν πουλήσει περισσότερα από 60 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Αποσύρθηκε από τη συγγραφή μετά το έργο της Winter Solstice [Χειμερινό ηλιοστάσιο] το έτος 2000, ωστόσο τα βιβλία της εξακολουθούν να διαβάζονται ως σήμερα.

Από τα πιο γνωστά της είναι ο «Σεπτέμβρης», «Ο γυρισμός» (Romantic Novel of the Year Award), «Στον αστερισμό των διδύμων», «Χειμερινό ηλιοστάσιο», «Το άγριο θυμάρι», «Χιόνι τον Απρίλη».
Μετά το -υπέροχο- «Χειμερινό ηλιοστάσιο», που εκδόθηκε στην Αγγλία το 2000, σταμάτησε να γράφει. Το 2002 χρίστηκε αξιωματικός του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Ως χαιρετισμό στη συγγραφέα που αγαπήσαμε , σας αφήνουμε με λίγα δικά της λόγια θα μείνουν λαξευμένα στο μυαλό και την καρδιά μας:

«Ήταν όλα όμορφα, με κάθε διάσταση της λέξης αυτής. Και, σε αυτή τη ζωή, τίποτα όμορφο δε χάνεται πραγματικά. Παραμένει κομμάτι του ανθρώπου, μετατρέπεται σε στοιχείο του χαρακτήρα του. Επομένως, ένα κομμάτι σου με συνοδεύει παντού. Κι ένα κομμάτι μου είναι δικό σου, παντοτινά.» ✒ Ρόζαμουντ Πίλτσερ, Μαζεύοντας κοχύλια

Πηγές: Εκδόσεις Διόπτρα, Ψυχογιός, Huff Post

10 πράγματα που μας δίδαξε το έργο του Ντίκενς

Σαν σήμερα το 1812 γεννήθηκε ο Τσαρλς Ντίκενς, κορυφαίος Βρετανός συγγραφέας, που διακρίθηκε για τα ρεαλιστικά μυθιστορήματά του που άσκησαν κριτική στην κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του («Όλιβερ Τουίστ», «Μεγάλες Προσδοκίες»). Μέσα από τα έργα του όμως ο Ντίκενς δεν παρουσίασε μόνο την φτώχεια και τη δυστυχία των κοινωνικών τάξεων του ΗΒ, αλλά μέσα από τους ήρωες του, άλλες φορές μοχθηρούς τειχοδιώκτες και άλλοι καλοκάγαθους ζητιάνους μας έδωσε μαθήματα ζωής που μας ακόλουθουν σε όλη μας την πορεία, λογοτεχνική και μη. Συγκεντρώσαμε τα πιο σημαντικά για να σας τα παρουσιάσουμε…

1. Ότι η καλοσύνη κερδίζει πάντα την κακία.

Το πνεύμα του καλού καταφέρνει πάντα να υπερνικά κάθε αντίξοη περίσταση και τελικά να θριαμβεύει

2.Ότι μετά από κάθε συμφορά, μικρή ή μεγάλη, η ζωή συνεχίζεται.

Η πληγωμένη καρδιά. Νομίζεις πως θα πεθάνεις, μα απλά συνεχίζεις να ζεις, μέρα τη μέρα, μετά από μια απαίσια στιγμή

3. Ποια στοιχεία είναι αυτά που έχουν σημασία στο χαρακτήρα κάποιου.

Να έχεις μια καρδιά που ποτέ δεν σκληραίνει, ένα χαρακτήρα που ποτέ δεν κουράζει, ένα άγγιγμα που ποτέ δεν πονά

4. Ότι δεν πειράζει να δείχνουμε τα συναισθήματα και τις αδυναμίες γιστι αυτό μας κάνει πιο δυνατούς.

Ειλικρινά, ποτέ δεν υπάρχει λόγος να μας πιάνει ντροπή για τα δάκρυα μας… Είναι η βροχή πάνω στη σκόνη που σηκώνεται απ’ το χώμα της σκληρής καρδιάς μας και μας θολώνει τα μάτια…
Όλοι οι άλλοι απατεώνες της υφηλίου δεν είναι τίποτα μπροστά στον άνθρωπο που πάει να εξαπατήσει τον ίδιο του τον εαυτό…

Μ’ άλλα λόγια, ήμουν πολύ δειλός για να κάνω ό,τι ήξερα πως ήταν σωστό, όπως είχα φανεί πολύ δειλός για να μην κάνω ό,τι ήξερα πως ήταν λάθος…

Την υιοθέτησα για ν’ αγαπηθεί. Την ανέθρεψα και τη μόρφωσα για ν’ αγαπηθεί. Την έκανα ό,τι είναι, για ν’ αγαπηθεί. Αγάπησέ την!

5. Ότι η ευτυχία δεν είναι συνώνυμο της συναίσθησης της πραγματικότητας.

Πραγματικότητα, πραγματικοτητα, πραγματικότητα, παντού σ’ όλη την εμφανιση της πολιτείας. Το σχολείο ηταν μια πραγματικότητα και η σχολή σχεδιου ηταν μια πραγματικότητα, οι σχεσεις ανάμεσα σε αφεντη -εργατη ήταν μια πραγματικότητα, όλα απο το μαιευτηριο ως το νεκραταφείο δεν ηταν παρα πραγματικότητες και τιποτε που δεν μπορεί να εκφραστεί με αριθμούς ή να μην αγοραστεί σε φθηνή τιμή και να πουληθεί σε ακριβή , δεν υπήρχε εκεί κι ούτε θα υπάρξει ποτε εις τους αιώνας. Μια πολιτεια τόσο αφιερωμένη στην πραγματικότητα με τόσο θριαμβευτικές επιτυχίες , θα περίμενε βέβαια κανείς πως ήταν ευτυχισμένη. Ε, λοιπόν , όχι, όχι και τόσο

6. Ότι πριν κατηγορήσουμε για κάτι τον οποιοδήποτε πρέπει να δούμε μέσα μας.

Ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας

7. Τι είναι αυτά που αξίζουν στη ζωή μας.

Μην σπάσεις ποτέ τέσσερα πράγματα στη ζωή σου: την εμπιστοσύνη, τη σχέση, την υπόσχεση και την καρδιά γιατί όταν σπάσουν, δεν κάνουν θόρυβο αλλά πονάνε περισσότερο

8. Το καλό και το κακό των “Μεγάλων Προσδοκιών”.

Εκείνος που έχει μεγάλες προσδοκίες, συχνά νιώθει μεγάλες απογοητεύσεις. Όμως σπάνια η απογοητευση μας θεραπεύει από την αρρώστια των μεγάλων επιδιώξεων

9. Να αγαπάμε τα Χριστούγεννα τόσο αγνά όπως τα παιδιά.

Ευτυχισμένα, ευτυχισμένα Χριστούγεννα, ότι μπορεί να μας παρασύρει πίσω στις παραληρητικές ιδέες των παιδικών μας ημερών, ότι μπορεί να ανακαλέσει τον γέροντα στις χαρές της νιότης του, ότι μπορεί να μεταφέρει το ναύτη και τον ταξιδιώτη, χιλιάδες μίλια μακριά, πίσω στοτζάκι και ήσυχο σπίτι του.

10. Και για το τέλος, ποια είναι η αξία του χρόνου, κάθε μέρας, κάθε στιγμής…

Ήταν μια αξιομνημόνευτη μέρα για μένα, γιατί προκάλεσε μέσα μου μεγάλες αλλαγές. Όμως το ίδιο συμβαίνει με ολόκληρη τη ζωή. Φανταστείτε μια επιλεγμένη μέρα, αποσπασμένη από τις υπόλοιπες, και σκεφτείτε πόσο διαφορετική θα ήταν χωρίς αυτήν η πορεία της ζωής σας. Εσείς που διαβάζετε όλα αυτά, σταματήστε μια στιγμή και σκεφτείτε τη μακριά αλυσίδα από σίδερο ή χρυσάφι, από αγκάθια ή λουλούδια, που δε θα σας είχε ποτέ δέσει αν δεν είχε σχηματιστεί ο πρώτος κρίκος, κάποια αξιομνημόνευτη μέρα

Ένα προς ένα σπουδαία μαθήματα από έναν σπουδαίο δάσκαλο… Καλή ανάγνωση και καλή μαθητεία!

Ο πολύτιμος χρόνος των ώριμων ανθρώπων

Ένα απόσπασμα από έργο του Βραζιλιάνου Ποιητή, Συγγραφέα, δοκιμιογράφου, φωτογράφου και μουσικολόγου, του Mario de Andrade (1893 – 1945).

«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ό,τι έχω ζήσει έως τώρα…

Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.

Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.

Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.

Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.

Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.

Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.

Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται… Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.

Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.

Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…

Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.

Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν…Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απʼόσες έχω ήδη φάει.

Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.

Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ…»

Ιουδήθ και Ολοφέρνης: η ιστορία τους μέσα από την τέχνη

Η Ιουδήθ από τη Βαιτυλούα, ήταν χήρα του Μανασσή και σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη έσωσε τους συμπατριώτες της, τους Ιουδαίους, από την επιδρομή των Ασσυρίων. Τον 4ο αι.πΧ, ο Ολοφέρνης πολιορκούσε τη Βαιτυλούα. Οι πολιορκημένοι βρίσκονταν σε απελπιστική κατάσταση. Ο Ολοφέρνης είχε δώσει διαταγή να κόψουν την ύδρευση της πόλης, ελέγχοντας τις πηγές. Τριάντα τέσσερις μέρες άντεξαν την πολιορκία οι κάτοικοι της Βαιτυλούας. Η Ιουδήθ αναλαμβάνει πρωτοβουλία να σώσει την πόλη της με κάθε τίμημα. Η Βίβλος αναφέρει λεπτομέρειες της προετοιμασίας της. Αφού πλύθηκε με το λιγοστό νερό που υπήρχε ακόμα στην πόλη, άλειψε το κορμί της με ακριβό μύρο, χτένισε περίτεχνα τα μαλλιά της και φόρεσε τα ωραιότερα της ρούχα και κοσμήματα («εκαλλωπίσθη σφόδρα εις εξαπάτησιν οφθαλμών ανδρών, όσοι αν ίδωσιν αυτήν»). Σκοπός της να γοητεύσει τον Ολοφέρνη αλλά και τον οποιοδήποτε θα συναντούσε στην προσπάθειά της να πετύχει το σκοπό της. Έτσι παρουσιάστηκε στο στρατόπεδο. Εντυπωσίασε τους πάντες στο πέρασμά της και ζήτησε να δει το στρατηγό. Οι φύλακες την οδήγησαν στον Ολοφέρνη.

Του παρουσιάστηκε ως η σεμνή ιέρεια της πόλης που είχε αγανακτήσει με όσα γίνονταν στην πόλη της και γι’ αυτό και θα του έδινε τη λύση που κι εκείνος έψαχνε για την κατάληψή της. Ο Ολοφέρνης είχε ήδη γοητευτεί από αυτή την πανέμορφη γυναίκα. Του υποσχέθηκε να μείνει μαζί του και τον παρακάλεσε να την αφήσει μόνο να τελεί τα νυχτερινά της καθήκοντα, σαν ιέρεια που ήταν, σε ένα φαράγγι με νερό. Η Ιουδήθ του έδωσε όλες τις υποσχέσεις που ήθελε να ακούσει, ότι δηλαδή θα του χαρίσει την πολυπόθητη νίκη. Χρησιμοποίησε τη γοητεία, τη διάνοια της και με κολακείες τον έπεισε ότι θα τον οδηγούσε όχι μόνο στην κατάληψη της Βαιτυλούας αλλά και ολόκληρης της Ιουδαίας μέχρι και την Ιερουσαλήμ. Ο Ολοφέρνης παραδόθηκε εύκολα στην μοιραία γοητεία και στην μαγική προσωπικότητα αυτής της όμορφης και έξυπνης γυναίκας. Της υποσχέθηκε ότι, αν γίνουν όλα αυτά, θα την οδηγήσει στο ανάκτορο του Ναβουχοδονόσορα. Εκείνη σε ανταπόδοση του ζήτησε να του κάνει το τραπέζι με εδέσματα που η ίδια είχε φέρει μαζί της. Όλη αυτή η κατάσταση με τη γοητευτική ιέρεια είχε παγιδεύσει όχι μόνο τον Ολοφέρνη, αλλά όλους τους άντρες του στρατοπέδου. Την πρώτη νύχτα η Ιουδήθ κοιμήθηκε μόνη της μέχρι τα μεσάνυχτα, οπότε ζήτησε να της επιτρέψουν να τελέσει τη νυχτερινή λατρεία. Ο στρατηγός έδωσε την εντολή στους φύλακες να μην την εμποδίζουν από τα θρησκευτικά της καθήκοντα. Αυτή ήταν μια σημαντική επιτυχία για την Ιουδήθ, που είχε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, το οποίο πήγαινε πολύ καλά. Η δεύτερη νύχτα ήταν πιο συναρπαστική. Το σχέδιο μπαίνει σε εφαρμογή Ο Ολοφέρνης μη μπορώντας να κρατήσει άλλο τον πόθο του γι’ αυτή τη λάγνα γυναίκα, την προσκάλεσε σε δείπνο. Η Ιουδήθ τον άφησε να περιμένει από αυτή τα πάντα. Το δείπνο είχε άφθονο κρασί, που ο Ολοφέρνης το τίμησε. Όταν ήρθε η ώρα, στρατιώτες και δούλοι απομακρύνθηκαν για να μείνουν οι δυο τους.

Το κρασί είχε κάνει τη δουλειά του. Ο στρατηγός με τα μεγάλα σχέδια και το μεγάλο στρατό, βυθίστηκε σε λήθαργο με ένα χαμόγελο απόλυτης ευτυχίας. Εκείνη χωρίς κανέναν ενδοιασμό του έπιασε το κεφάλι από τα μαλλιά και με δύο χτυπήματα με το σπαθί του, έκοψε το κεφάλι του. Το επόμενο πρωί είπε στους φύλακες ότι ο στρατηγός κοιμόταν βαριά και είχε δώσει εντολή να μην τον ξυπνήσει κανείς. Οι φύλακες χαμογέλασαν με νόημα και έδειξαν κατανόηση. Εκείνη προχώρησε έχοντας στο ταγάρι της το κεφάλι του Ολοφέρνη. Με την εντολή που είχε δώσει ο στρατηγός να της επιτρέπουν να κάνει τις τελετές όπου ήθελε, βγήκε από το στρατόπεδο και επέστρεψε στην πόλη της με το κεφάλι του στρατηγού. Μόλις μαθεύτηκε το γεγονός και το κεφάλι του κρεμάστηκε στα τείχη της Βετιλούας, η ψυχολογία των επιτιθεμένων άλλαξε. Οι πολιορκητές τράπηκαν σε φυγή και οι Εβραίοι γλύτωσαν τη σφαγή. Οι Ιουδαίοι τίμησαν την Ιουδήθ και δόξασαν το Θεό για τη σωτηρία τους.

Η προσωπικότητά της υπήρξε πηγή έμπνευσης για πολλές μορφές τέχνης. Από τον Καραβάτζιο μέχρι τον Κλιμτ η γοητεία και η εξυπνάδα της αλλά και η σκληρή στιγμή του αποκεφαλισμό ενέπνευσαν τους ζωγράφους.

Ο συγκεκριμένος πίνακας βρέθηκε το 2014 τυχαία σε μια σοφίτα ενός σπιτιού στην Τουλούζη, όταν οι ιδιοκτήτες αποφάσισαν να ανοίξουν το σφραγισμένο δωμάτιο για να το επισκευάσουν, καθώς υπήρχε διαρροή. Μόλις μπήκαν στο δωμάτιο έμειναν άφωνοι με το θέαμα που αντίκρισαν. Ένας μεγάλος μπαρόκ πίνακας ο οποίος απεικόνιζε μια φρικιαστική σκηνή. Η οικογένεια κάλεσε έναν φίλο τους δημοπράτη, ο οποίος αφού το καθάρισε, κάλεσε τον εμπειρογνώμονα Ερίκ Τουρκέν, ο οποίος διαπίστωσε ότι είχε φιλοτεχνηθεί πριν από 400 χρόνια.

Είχε μεταφερθεί στη γαλλική πόλη από έναν αξιωματικό του Ναπολέοντα και βρισκόταν στη σοφίτα για περισσότερα από 150 χρόνια. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, χρονολογείτο μεταξύ 1600-1610 και ο καλλιτέχνης που τον είχε φιλοτεχνήσει ήταν ο Καραβάτζιο, καθώς το φως, η ενέργεια και η τεχνική και το άγριο θέαμα ταίριαζε στον μεγάλο ιταλό ζωγράφο. Παρ’ όλα αυτά, άλλοι εμπειρογνώμονες θεώρησαν πως πιθανόν αποτελεί έργο ενός ζωγράφου που αντέγραφε τον Καραβάτζιο. Ωστόσο, η γαλλική κυβέρνηση απαγόρευσε τη μεταφορά του εκτός συνόρων και τον πίνακα περιτριγυρίζει ένα μυστήριο αναφορικά με το δημιουργό του.

Η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι, ήταν η διασημότερη γυναίκα ζωγράφος του μπαρόκ και μία από τις πιο ευφυείς καλλιτέχνες της «σχολής» Καραβάτζιο. Με τον λόγο και τα έργα της εναντιώθηκε στον ανδροκρατούμενο κόσμο, αφήνοντας το στίγμα της σε μία εποχή όπου η βία για τις γυναίκες ήταν καθημερινότητα ενώ οι ακαδημίες τέχνης ήταν ερμητικά κλειστές. Ήταν η μοναδική γυναίκα ζωγράφος της εποχής που απέκτησε δικό της ατελιέ και είχε βοηθούς άνδρες. Έγινε ζωγράφος της βασιλικής Αυλής και ευνοούμενη των Μεδίκων Στον κόσμο της Τέχνης στη Ρώμη του Καραβάτζιο, οι άνδρες καλλιτέχνες ήταν πλούσιοι, αλαζόνες και μπορούσαν να κάνουν σχεδόν ο,τι τους έκανε κέφι. Η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι κατάφερε κάτι που καμία άλλη δεν έκανε την εποχή της Αναγέννησης και του Μπαρόκ: έβαλε τη ζωή της μέσα στην τέχνη της, όπως αιώνες αργότερα, έκαναν η Φρίντα Κάλο, η Λουίζ Μπουρζουά και η Τρέισι Έμιν. Λεπτομέρεια από τον πίνακα «Η Ιουδήθ αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη». Στους πίνακες της η Αρτεμισία έχει έναν τόσο ωμό και άγριο ρεαλισμό που ούτε καν ο Καραβάτζιο δεν τόλμησε να απεικονίσει.

Το διασημότερο δημιούργημά της «Η Ιουδήθ αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη» είναι βουτηγμένο στο αίμα και παράλληλα μια κραυγή διαμαρτυρίας. Υπάρχει όμως και η παραλληλία με

την προσωπική της ζωή, αφού κατά πολλούς μαρτυρά την τραυματική εμπειρία του βιασμού της σε ηλικία 18 ετών, από τον ζωγράφο Αγκοστίνο Τάσι (μαθητή του Καραβάτζιο) τον οποίο ο πατέρας της είχε προσλάβει ως δάσκαλό της στη ζωγραφική. Ο βιασμός της από τον ζωγράφο Αγκοστίνο Τάσι έκανε την Αρτεμισία πρωτοσέλιδο στην εποχή της, με τον πιο δυσάρεστο τρόπο. Ο πατέρας της Αρτεμισία τον οδήγησε σε δίκη. Εκείνος αθωώθηκε καθώς ήταν ευνοούμενος του Πάπα. Το σκάνδαλο ήταν πρωτοσέλιδο. Η Αρτεμισία έγινε γνωστή με τον πιο δυσάρεστο τρόπο και ντοκουμέντα από τη δίκη αλλά και τις λεπτομερείς και οργισμένες καταθέσεις της έχουν διασωθεί. Ο κύκλος της ζωγραφικής την έβαλε στο περιθώριο. Όταν παντρεύτηκε τον ζωγράφο Πιεραντόνιο εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία. Έγινε ζωγράφος της βασιλικής Αυλής, ευνοούμενη των Μεδίκων και το 1614 έγινε η πρώτη γυναίκα -μέλος της Accademia delle Arti del Disegno. Εκεί γνώρισε συναρπαστικές προσωπικότητες όπως ο Γαλιλαίος- αλλά και τον Φραντσέσκο Μαρία ντι Νικολό Μαρίνγκι, ο οποίος έγινε ισόβιος εραστής και οικονομικός υποστηρικτής της. Ήταν η μοναδική γυναίκα ζωγράφος της εποχής που είχε δικό της ατελιέ με δικούς της βοηθούς. Όμως αγαπούσε την καλή ζωή και απέκτησε χρέη. Ο γάμος της δεν την ικανοποιούσε κι έφυγε. Το 1620 επέστρεψε στην Ρώμη. Μέχρι τότε όμως είχε καταφέρει να γίνει διάσημη σε ολόκληρη την Ευρώπη. Πέθανε στη Νάπολη το 1653 ή το 1654. Τα έργα της όμως, ζουν «για πάντα».

Πηγή: www.doctv.gr και www.mixanitouxronou.gr

Γιατί να μελετήσεις το έργο των 3 Ιεραρχών;

Η 30η Ιανουαρίου έχει καθιερωθεί ως η μέρα εορτασμού των τριών Ιεραρχών, προστατών της παιδείας, των λειτουργών και συλλειτουργών αυτής, των διδασκόντων και των διδασκομένων. Και οι τρεις ανεξαιρέτως υπήρξαν άνθρωποι με βαθιά μόρφωση και πολυεπίπεδη, με σπουδές τόσο ανθρωπιστικές, όσο και θετικές που επικέντρωσαν τη φιλοσοφία τους και τον τρόπο ζωής τους στον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Η γλώσσα τους πάντοτε ελεγκτική και δίκαιη και συνάμα μέλιτος πλήρης, αφού ουδεμία υστεροβουλία υπέβοσκε στα κίνητρα τους. Πέραν όμως του ρόλου τους ως λειτουργοί της θρησκείας, υπήρξαν άνθρωποι του πνεύματος, οι απόψεις των οποίων αξίζει να μελετηθούν. Εμείς επιχείρησαμε εν συντομία να παρουσιάσουμε την οπτική τους πάνω σε ζήτημα που ταλανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο και να σας αποδείξουμε ότι ένα έργο πολυδιάστατο σαν το δικό τους πρέπει να εξευρενηθεί από τον πραγματικό αναζητητή της αλήθειας.

Η συνεισφορά τους προφανώς ξεκινά από τη θεολογική με φιλοσοφικές προεκτάσεις προσέγγισή τους. Ο Αριστοτέλης στο έργο του “Περί Ψυχής” περιγράφει τα δύο στάδια της ανθρώπινης διανόησης και στο πρώτο, σε εκείνο που κυριαρχούν τα φυσικά πάθη δίνει το όνομα “αίσθησις”, ενώ το μετέπειτα, όπου επικρατεί έναντι των πάθων και του αλόγου μέρους της ψυχής ο ορθός λόγος, δηλαδή η λογική” το ονομάζει” νόησις”. Οι 3 Ιεράρχες, έχοντας μελετήσει τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και εντρυφήσει σε αυτούς προσθέτουν το στάδιο που επεκτείνεται πέραν του εξορθολογισμού και αγγίζει τα όρια του υπέρλογου, αυτό της πίστης. Μέσω αυτής της “επανάστασης της διανόησης” συντελείται η πεμπτουσία της επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό. Και το στάδιο αυτό δεν είναι το παράλογο, όπως αφοριστικά θα έλεγε κάποιος, αλλά το υπερβατικό που δεν συναντάμε στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Η διαδικασία αυτή ξεκινά με την ταπείνωση του ανθρώπου, όχι εκείνη την ταπείνωση που τον καθιστά ανίσχυρο πιόνι στη σκακιέρα του ισχυρού και τιμωρού Θεού και άθυρμα της βούλησης του, αλλά την ταπεινότητα που προκύπτει πηγαία από την αυτογνωσία, από την αίσθηση που του δημιουργείται ότι δεν μπορεί να κυβερνά και να ελέγχει τα πάντα εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Οι 3 Ιεράρχες δεν πίστευαν στην αποθέωση του ανθρώπου, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν επικίνδυνο για την ισορροπία του κόσμου. Ήδη τέτοιες απόπειρες θεοποίησης έχουν κοστίσει στην ανθρωπότητα χιλιάδες απώλειες.. Αντιθέτως, πίστευαν στον εξανθρωπισμό του Θεού, που θα επιτυγχανόταν μέσα από την ελεύθερη και προσωπική προσπάθεια κάθε ανθρώπου που “πλάστηκε” κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση να ανακαλύψει την ουσία της ύπαρξης του.

Μη θέλεις να με πείσεις με τα λόγια, αλλά με τα έργα. Μισώ τη διδασκαλία που είναι αντίθετη με τον τρόπο ζωής.

-Γρηγόριος Θεολόγος

Προχωρώντας πέρα από αυτούς τους συλλογισμούς, οι πατέρες της Εκκλησίας εντόπισαν τις αιτίες της ηθικής κρίσης που εκδηλωνόταν στα χρόνια τους και συνεχίζεται να εκδηλώνεται στις μέρες μας. Όπως χαρακτηριστικά θα πει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τον άνθρωπο καταδυναστεύει η σαρκολατρεία και η υλιστική μανία. Επιδιώκοντας να δώσει νόημα στο εγώ του καταφεύγει στον εξουσιασμό των συνανθρώπων του είτε σαρκικά είτε υλικά. Είναι άμοιρος των πάθων του, έρμαιο των χρημάτων και των αγαθών που επιθυμεί πάση θυσία και με κάθε κόστος να αποκτήσει και να επαυξήσει. Έτσι, καταλήγει να εκμεταλλεύεται, να καταδυναστεύει τον πλησίον, να του επιβάλλεται και να τον περιχαρακώνει. Φυσικά και οι 3 Ιεράρχες δεν ήταν κατά του θεσμού της ιδιοκτησίας, ήταν όμως κατά της κατάχρησης της, του λεγόμενου ius abutendi που υπήρχε στο ρωμαϊκό δίκαιο, το οποίο και οι ίδιοι σπούδασαν. Για αυτό το λόγο, υποστήριζαν ότι υγιές ήταν το λελογισμένο και ότι εν τέλει καμία σημασία δεν έχει να συγκεντρωθεί ο πλούτος στα χέρια λίγων, όταν οι υπόλοιποι άνθρωποι βυθίζονται στην φτώχεια… Η αφθονία δεν είναι αυτοσκοπός και δε θα έπρεπε κατά τους ίδιους να είναι. Αν αυτός ο συλλογισμός γεννιόταν στο μυαλό των υπηρετών της υπερκατανάλωσης, όπως αποκαλεί τους εθισμένους στο “έχειν” και όχι στο “είναι” ο Έριχ Φρομ, ο κόσμος μας θα ήταν πολύ διαφορετικός..

Όσον αφορά και τον τομέα της εκπαίδευσης, τα λόγια τους είναι μεστά σοφίας. Το σημαντικό, λένε οι 3 πατέρες, δεν είναι μόνο η παροχή στείρων γνώσεων στους διδασκομένους, η παίδευση, αλλά η μόρφωση, η διαμόρφωση δηλαδή του χαρακτήρα τους, η ηθική και πνευματική διάπλασή τους, ώστε να μην καταλήξουν τεχνοκράτες, αλλά άνθρωποι που να συνδυάζουν την οξυδέρκεια και την πνευματική διαύγεια με το βάθος και την καθαρότητα του χαρακτήρα. Δυστυχώς, μάλλον προς την αντίθετη κατεύθυνση κινείται το εκπαιδευτικό σύστημα που εξοβελίζει την ανθρωπιστική εκπαίδευση και τη θυσιάζει στο βωμό της χρησιμοθηρείας.

Από την μνήμη των παρελθόντων και από την πείρα των παρόντων διδασκόμαστε για το μέλλον.

-Μέγας Βασίλειος

Μπορεί να ήταν άνθρωποι της διανόησης, αλλά οι 3 Ιεράρχες δεν υπήρξαν ποτέ μακριά από την κοινωνία. Πέραν του αδιαμφισβήτου φιλανθρωπικού έργου τους, για το οποίο πληροφορούμαστε από τις πηγές της εποχής, η πολιτική και κοινωνική διάσταση είναι εμφανής στη φιλοσοφία τους. Είναι εκείνοι που εισήγαγαν και υποστήριξαν βαθύτατα το κράτος πρόνοιας, ένα θεσμό που στη χώρα μας παραμελήθηκε όσο κανείς άλλος. Γιατί; Ίσως γιατί όταν ο άνθρωπος δεν μαθαίνει να αγαπά σωστά τον εαυτό του, προσκολλάται με έναν αρρωστημένο τρόπο στο εγώ του και ξέχνα το συνάνθρωπό του, παύει να αγωνίζεται για αυτόν και τις δικές του ανάγκες και έτσι το κράτος πρόνοιας εγκαταλείπεται και παραπέει.

Πλην όλων των παραπάνω, η πολιτική τους άποψη ήταν πάντοτε ακριβής και στις μέρες μας απόλυτα αναγκαίο να ακουστεί. Μέσα από επιστολές στον έπαρχό τους και από άλλα κείμενα τους βλέπουμε την άποψη τους για τη σχέση Εκκλησίας- Κράτους. Θεωρούν, λοιπόν, ότι οι δύο αυτοί θεσμοί είναι διακριτοί, αλλά όχι αδιαίρετοι, με την έννοια ότι ούτε η Εκκλησία δύναται να επεμβαίνει στα πολιτικά πράγματα πλέον του δέοντος, ούτε όμως το κράτος να καταργεί το Αυτοκέφαλο. Επομένως, ούτε η θεοκρατία ούτε ο κρατικισμός είναι αποδεκτά. Στον αντίποδα, μεταξύ των δύο δει να υπάρχει μια συναλληλία, το κράτος να λειτουργεί σαν το σώμα και η Εκκλησία σαν την ψυχή, το κράτος να λαμβάνει τον εκτελεστικό του ρόλο και η Εκκλησία τον πνευματικό σε όσους επιθυμούν να καταστούν κοινωνοί της.

Ως προς τα χρήματα επαινούμε εκείνους που δεν χρωστούν τίποτε, ενώ ως προς την αγάπη μακαρίζουμε αυτούς που διαρκώς οφείλουν.

-Ιωάννης Χρυσόστομος

Συνοπτικά θέλαμε να σας παρουσιάσουμε τα βασικά σημεία των σκέψεων Του Αγ. Ιωάννη Χρυσοστόμου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Μεγάλου Βασιλείου, των Φωστήρων της Τρισηλίου Θεότητος που ακούγονται επίκαιρα στην εποχή μας, όπως και σε κάθε εποχή. Ποιός μαθητής δεν θαυμάζει τις σπουδές του; Ποιός δάσκαλος το πνεύμα τους; Ποιός ηγέτης την παρρησία και την επαναστατικότητά τους που καμιά εξορία δεν κατάφερε να φυμώσει; Ας ρίξουμε μια φορά το τείχος μας γύρω από τον καταδίκη οτιδήποτε άπτεται στους κόλπους της Εκκλησίας και ας αναγνωρίσουμε πως οι 3 Ιεράρχες ήταν αληθινοί καθοδηγητές στη φώτιση.