“Ο Γυάλινος κώδων”: Το μοναδικό μυθιστόρημα της Σύλβια Πλαθ αποτελεί ένα συγκλονιστικό σκιαγράφημα του ψυχισμού της

“Ήταν ένα περίεργο, αποπνικτικό καλοκαίρι, το καλοκαίρι που οι Ρόζενμπεργκ οδηγήθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα κι εγώ ούτε που ήξερα τι γύρευα στη Νέα Υόρκη. Τα χάνω με τις εκτελέσεις. Η ιδέα της θανάτωσης με ηλεκτροπληξία με αρρωσταίνει κι ήταν το μόνο πράγμα για το οποίο έγραφαν οι εφημερίδες – οι επικεφαλίδες με κοιτούσαν επίμονα σαν γουρλωμένα μάτια στη γωνιά κάθε δρόμου και στις μουχλιασμένες εξόδους του μετρό που μύριζαν φιστίκια. Δεν είχε καμία σχέση με μένα, μα δεν μπορούσα να σταματήσω να αναρωτιέμαι πώς θα ήταν να καίγεσαι ζωντανός, η φωτιά να διατρέχει όλα σου τα νεύρα. Σκεφτόμουν ότι δεν πρέπει να υπάρχει χειρότερο πράγμα στον κόσμο.” Αυτή είναι η πρώτη παράγραφος από τον “Γυάλινο Κώδων”, το μοναδικό μυθιστόρημα της Σύλβια Πλαθ, ίσως της πιο πρωτοπόρας ποιήτριας της «εξομολογητικής ποίησης», πιο γνωστή για τις διάσημες ποιητικές της συλλογές «Άριελ» και «Ο Κολοσσός και άλλα ποιήματα», για το οποίο κέρδισε βραβείο Πούλιτζερ, μένοντας έτσι στην ιστορία ως ο πρώτος άνθρωπος που κέρδισε Πούλιτζερ μετά θάνατον.

“Ο Γυάλινος Κώδων” (The Bell Jar) αποτελεί ένα ημιαυτοβιογραφικό έργο, εμπνευσμένο από τις αυτοκτονικές τάσεις της Αμερικανίδας συγγραφέως και από την εισαγωγή της σε διαφόρων μορφών ψυχιατρικά κέντρα αλλά και από τις ‘πρωτοποριακές’ θεραπείες που υπέστη. Ένα μυθιστόρημα που συγκλόνισε και στοίχειωσε τον κόσμο, καθώς σχεδόν ένα μήνα μετά την έκδοση του ακολουθησε η αυτοκτονία της Πλαθ. Ξεχώρισε για την ένταση και τη ζωντάνια της πρόζας του και την υπέρβαση των υφιστάμενων ορίων μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας και συνέβαλε στο να καταστήσει την Πλαθ ένα διαχρονικό φεμινιστικό ίνδαλμα.  Πρωτοεκδόθηκε με ψευδώνυμο τον Ιανουάριο του 1963, μερικές εβδομάδες πριν από την αυτοκτονία της, ενώ το 1966 εκδόθηκε ξανά, με το όνομα της Πλαθ αυτή τη φορά, και γνώρισε τεράστια επιτυχία.

Η Σύλβια Πλαθ μέσα από την πλοκή και τα γεγονότα του βιβλίου συνθέτει το ψυχογράφημα ενός καταθλιπτικού ατόμου και την στάση ζωής μια άλλης Αμερικής, λίγο πιο αρρωστημένης, λίγο πιο απόμακρης και μοναχικής. Η ηρωίδα της, η Έστερ, αναζητά με οδυνηρό και επίμονο τρόπο την ταυτότητά της σε μία θυελλώδη για την Αμερική εποχή γεμάτη συνεχείς αλλαγές και αντιθέσεις. Το πρώτο καλοκαίρι που περνά μακριά από την οικογένειά της στη Νέα Υόρκη όπου και εργάζεται ως επιμελήτρια γυναικείου περιοδικού, ανάμεσα σε άλλα νεαρά κορίτσια που επιδίδονται στο επιφανειακό φλερτ και στη βελτίωση της εξωτερικής εμφάνισής τους, η Έστερ θέλει να μάθει που ανήκει και τι είδους ζωή θα ακολουθήσει. Με αγωνία σκέφτεται τις προοπτικές. Δεν μπορεί να δει άλλες εναλλακτικές για μια γυναίκα πέρα από αυτή της μητέρας και συζύγου ή της μοναχικής και πετυχημένης επαγγελματία και νιώθει στο κέντρο δυο αντικρουόμενων δυνάμεων που τη διεκδικούν: της επιθυμίας της να καλλιεργηθεί και να γράψει και της πίεσης να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Κι ενώ κατορθώνει με τις πνευματικές ικανότητες της να αποσπά βραβεία, υποτροφίες και σεβασμό, πολλοί θεωρούν πως οφείλει να κυνηγήσει κι εκείνη αυτό που θέλουν όλες οι γυναίκες: γάμο και οικογένεια.

Τα κορίτσια την περιγελούν για τη φιλομάθεια και την εργατικότητα της και αρχίζουν να τη σέβονται μονάχα όταν αρχίζει να βγαίνει με ένα αποδεκτό αγόρι. Η σχέση της με τον Μπάντι, έναν φοιτητή ιατρικής με τον οποίο διατηρεί πλατωνική σχέση, αποσπά την αποδοχή της μητέρας της και όλοι περιμένουν να τον παντρευτεί. Η Έστερ δεν μπορεί να φανταστεί πως αυτά τα δυο, μητέρα και ποιήτρια, μπορεί να συνδυαστούν και αισθάνεται πως πρέπει ταχύτατα να επιλέξει. Οι ασφυκτικά περιορισμένες επιλογές, την οδηγούν σε συναισθηματικό αδιέξοδο, βιώνει δραματικά την παραμικρή απόρριψη και οι απαιτήσεις από τον εαυτό της γίνονται όλο και πιο μεγαλύτερες εως ότου καταλήγουν αβάσταχτες και την οδηγούν στην αυτοκαταστροφή της.

«Η σιωπή με κατέθλιψε. Δεν ήταν η σιωπή της σιωπής. Ήταν η δική μου σιωπή»

Σύλβια Πλαθ, Ο γυάλινος κώδων, μετάφραση Ελένη Ηλιοπούλου

Η Έστερ έχει μια τάση να αρνείται τη θετική σκοπιά των καταστάσεων. Βάζει τα δυνατά της να παραλληλίζει τις καθημερινές εικόνες της με νεκρά έμβρυα στη φορμόλη κι άλλα μακάβρια τοπία που την εντυπωσιάζουν. Η θέση της στο περιοδικό, αλλά και οι διάφορες περιστασιακές φιλίες μόνο απέχθεια της δημιουργούν. Τα φώτα και η λάμψη της κοσμικής καθημερινότητας, τη ζαλίζουν. Τα μοντέρνα πρότυπα και η πολυτέλεια, τη καταθλίβουν. Κοινωνικά στερεότυπα και προβληματισμοί καταλήγουν να γίνουν οι πιο μεγάλες εμμονές της, οι πιο μεγάλοι εφιάλτες της σε ένα κόσμο που σιχαίνεται και μισεί. Η μέγιστη, μα και παράλληλα αμφίρροπη προσπάθεια της να περάσει στην αντίπερα όχθη, με τρόπο που ακόμα και η ίδια δεν έχει αποφασίσει, φαίνεται να είναι μη μόνη λύση σε κάποιο πλαίσιο σκοτεινό, προκαθορισμένο και μάλλον μονοδιάστατο.

Ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα του μυθιστορήματος της Πλαθ είναι η απόλυτη αφοσίωσή του στην αλήθεια. Παρά το γεγονός ότι το μυθιστόρημα έχει όλη τη δύναμη και τον έλεγχο της καλύτερης ποίησης του Plath, δεν στρέφει ή μεταμορφώνει λογοτεχνικα τις εμπειρίες της ασθένειά της. Το “Bell Jar” μεταφέρει τον αναγνώστη στην εμπειρία μίας σοβαρής ψυχικής ασθένειας, όπως πολύ λίγα βιβλία πριν ή μετά. Όταν η Esther σκέφτεται την αυτοκτονία, κοιτάζει στον καθρέφτη και καταφέρνει να δει τον εαυτό της ως εντελώς ξεχωριστό άτομο. Αισθάνεται αποσυνδεδεμένη από τον κόσμο και από τον εαυτό της. Η Πλαθ αναφέρεται σε αυτά τα συναισθήματα ως παγιδευμένα μέσα στο “κουδούνι” ως σύμβολο για τα συναισθήματα της αποξένωσης. Το συναίσθημα γίνεται τόσο δυνατό σε ένα σημείο που σταματά να λειτουργεί, σε ένα σημείο αρνείται ακόμη και να κάνει μπάνιο. Το “κουδούνι” την αποτρέπει από το να φτάσει την ευτυχία της.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το όνομα του βιβλίου. Ο γυάλινος κώδων είναι ένα γυάλινο δοχείο σε σχήμα κουδουνιού με συμπιεσμένο αέρα, χρησιμοποιείται ως εργαλείο εργαστηρίου για την απόδειξη πως για τη μετάδοση του ήχου απαραίτητη είναι η μεσολάβηση του αέρα. Αποκομμένος κανείς από τον έξω κόσμο και ασφυκτιώντας εσώκλειστος στη γυάλα σαν πειραματόζωο, ενώ μπορεί να δει από τη διαφάνεια την πραγματικότητα, αδυνατεί να συμμετάσχει σε αυτήν καθώς η δική του φωνή αλλά και οι φωνές των άλλων, εμποδισμένες όλες από το γυαλί, μοιάζουν με φιμωμένα στόματα σε παιχνίδι παντομίμας.

«Πώς ήξερα ότι κάποια μέρα -στο κολέγιο, στην Ευρώπη, κάπου οπουδήποτε- ο γυάλινος κώδων, με τις ασφυκτικές του παραμορφώσεις, δεν θα μ’ έκλεινε ξανά μέσα του;» 

Σύλβια Πλαθ, Ο γυάλινος κώδων, μετάφραση Ελένη Ηλιοπούλου

Στη πραγματικότητα, η Έστερ ψάχνει για την ευτυχία της, την αναζητά παντού. Το πρόβλημα και το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι δε μπορεί να τη βρει πουθενά. Στο μυαλό της υπάρχει μια πενιχρή θεματολογία που της απαγορεύει να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο. Να φανταστεί ένα μέλλον έστω απτό και κοντινό.

 Η Σύλβια Πλαθ απαθανατίζει όλη την εσωτερικότητα και την πηγαία, γεμάτη αλληγορικές παραστάσεις, ψυχοσύνθεση της πρωταγωνίστριας της (και κατ’επέκτασην της δικής της). Τοποθετώντας τον εαυτό της στο επίκεντρο, η Έστερ δε διστάζει να ξεσκεπάσει την απόκοσμη κατάσταση που επικρατεί μέσα σε ιδρύματα και ψυχιατρικά άσυλα, καταρρίπτωντας έτσι ένα μύθο που η κοινωνιοπαθής Τέχνη της Αμερικής στήριξε και αγάπησε, είτε αυτή άφησε το στίγμα της στη λογοτεχνία, είτε στη ζωγραφική, είτε στο κινηματογράφο. Ολόκληρο το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, μετά την απόπειρα αυτοκτονίας, όπου η ηρωίδα οδηγείται σε διάφορες κλινικές, αποτελεί μια οξύτατη κριτική του ψυχιατρικού συστήματος και των μεθόδων θεραπείας, οι οποίες αντί να λειτουργούν θεραπευτικά, ενισχύουν την όποια αδυναμία και τη βαπτίζουν ψυχοπάθεια. Η κριτική της Πλαθ απευθύνεται στην αλαζονεία των γιατρών, στα τραυματικά και επιβλαβή για τον εγκέφαλο ηλεκτροσόκ, την άγνοια και αδιαφορία των νοσοκόμων και την σκληρότητα των μεθόδων τους που μπορεί να συνθλίψουν οριστικά έναν νέο άνθρωπο.

«Πήρα μια βαθιά ανάσα κι αφουγκράστηκα τον παλιό κομπασμό της καρδιάς μου. Υπάρχω, υπάρχω, υπάρχω» 

Σύλβια Πλαθ, Ο γυάλινος κώδων, μετάφραση Ελένη Ηλιοπούλου

Ο «γυάλινος κώδων», παρά τη θεματική του, παραμένει ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης μιας νεαρής γυναίκας που οδεύει προς την αυτογνωσία και την ωριμότητα, περιφρονώντας, ωστόσο, όλους σχεδόν τους συμβατικούς τρόπους. Αντί η πορεία της να ακολουθήσει μια προοδευτική εξέλιξη η Έστερ δοκιμάζεται από την τρέλα και την ξεπερνάει. Οι εμπειρίες που συνήθως αλλάζουν και επηρεάζουν τα νεαρά άτομα με θετικό τρόπο, όπως οι πρώτοι έρωτες, η σεξουαλική αφύπνιση, σπουδές και η επαφή με τον κόσμο, εκείνη την αναστατώνουν και την αποπροσανατολίζουν. Αντί να ανακαλύψει το καινούργιο νόημα στη ζωή, η Έστερ θέλει να δώσει τέλος σε όλα αυτά που τη διχάζουν και στην αδυναμία της να εκπληρώσει τη σφοδρότερη επιθυμία της: να γράψει καλά. Ο αγώνας και οι μικρές κατακτήσεις της, η απόρριψη του παραδοσιακού μοντέλου θηλυκότητας, είναι πράξεις σχεδόν ηρωικές. Κάποια στιγμή αρχίζει να κατανοεί κι η ίδια τη δύναμη της, αυτή τη δύναμη που τη βοήθησε να επιζήσει και αρχίζει πλέον να εμπιστεύεται περισσότερο το σκεπτικισμό της και την απαξίωσή της κενότητας του περιβάλλοντός της.

Η Πλαθ, στον «γυάλινο κώδωνα», όπως και στα ποιήματά της, εκτίθεται. Είναι από τις πρώτες γυναίκες συγγραφείς που επέτρεψαν στον αναγνώστη να διαπεράσει όχι μόνο το μυαλό της αλλά και το κορμί της. Πολλοί λειτούργησαν ως ηδονοβλεψίες άλλοι ως ανατόμοι και άλλοι ερμήνευσαν το έργο της σύμφωνα με τη μυθολογία που ακολούθησε την αυτοκτονία της και τη σχέση της με τον Χιούζ. Η ίδια πλήρωσε το τίμημα με τη ζωή της. Τώρα, χρειάζεται να ακούσουμε τη φωνή που αναδύεται μέσα από το ίδιο το έργο. Η Πλαθ πρέπει να ξαναδιαβαστεί, αλλά όχι ως μια «εξομολογητική» ποιήτρια, μάρτυρας και θύμα της εποχής και της τελειοθηρίας της. Η Πλαθ πρέπει να διαβαστεί, αφήνοντας στην άκρη την προσωπική της μυθολογία, έχοντας κατά νου πως ακόμα και ο πλέον αυτοβιογραφικός ποιητής χρησιμοποιεί τις λέξεις και οι λέξεις είναι μάσκες που πίσω τους κρύβονται αυτά που ο κάθε αναγνώστης ξεχωριστά, είναι σε θέση να ανακαλύψει.

«Γι` αυτόν που βρίσκεται μέσα στο γυάλινο κώδωνα, άδειος κι ακινητοποιημένος σαν νεκρό μωρό, ο ίδιος ο κόσμος είναι το κακό όνειρο»

Σύλβια Πλαθ, Ο γυάλινος κώδων, μετάφραση Ελένη Ηλιοπούλου

Πηγές:

https://amantoglou.gr/sylvia-plath/

https://www.greelane.com/el/%ce%ba%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%bc%ce%b5%ce%bb%ce%ad%cf%84%ce%b5%cf%82/%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b1/the-bell-jar-review-738783/

https://www.monopoli.gr/2021/02/11/istories/san-simera/452452/i-sylvia-plath-gia-ti-zoi-ton-erota-kai-to-thanato/

https://www.politeianet.gr/books/9789608309982-plath-sylvia-melani-o-gualinos-kodon-199641

Ο σκοτεινός και μελαγχολικός συμβολισμός του Λεόν Σπίλιερτ

Απεικονίζοντας νυχτερινά τοπία, ανεμοδαρμένες σκηνές παραλίας και εξωγήινα πορτρέτα, το έργο του Λεόν Σπίλιερτ (Léon Spilliaert, 1881–1946) είναι συνδεδεμένο με την μελαγχολική γοητεία και με τον εσωτερικό συναισθηματικό κόσμο του. Όλο το έργο του χαρακτηρίζεται από συνταρακτικές σκοτεινές προοπτικές και μια υπερβολικά ήσυχη φωτεινότητα δηλώνοντας την εσωτερική του μοναξιά του. Καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο Βέλγος καλλιτέχνης έδωσε έμφαση στις κρυφές πτυχές της γενέτειρας του, Οστάνδης, με πάνω από 80 δημιουργίες σε χαρτί που αποτυπώνουν τους σκοτεινούς δρόμους και την εντυπωσιακή ακτή της. Τα μυστηριώδη, συμβολιστικά έργα του αποδίδουν με απίστευτη συναισθηματική και τεχνική δεξιοτεχνία τις νυχτερινές αγωνίες και δραματικές εικόνες που αγκάλιαζαν το μυαλό και τύλιγαν τις σκέψεις και την ύπαρξη του.

Γεννημένος σε μια οικογένεια που διατηρούσε στο λιμάνι της βελγικής ακτής στη Βόρεια Θάλασσα μια πολυτελή επιχείρηση αρωμάτων -η οποία τροφοδοτούσε με τα προϊόντα της και τη βελγική βασιλική οικογένεια-, προοριζόταν να συμμετάσχει στην οικογενειακή επιχείρηση. Από την παιδική του ηλικία όμως έδειξε ενδιαφέρον για την τέχνη και το σχέδιο και ήταν παραγωγικός σκιτσογράφος. Περνούσε πολύ χρόνο σκιαγραφώντας αφηρημένα σκηνές της καθημερινής ζωής και της υπαίθρου στην όμορφη φλαμανδική περιοχή της Οστάνδης.

Πάντα βυθιζόταν σε ένα βιβλίο και διάβαζε έντονα και με πάθος λογοτεχνία και φιλοσοφία. Ηταν μεγάλος θαυμαστής του Φρίντριχ Νίτσε (1844-1900). Ο Γερμανός φιλόσοφος, ποιητής, συνθέτης και φιλόλογος επηρέασε καταλυτικά τον τρόπο σκέψης του καθοδηγώντας τις υπαρξιακές αναζητήσεις των 17 χρόνων του. Έτσι, η πρώιμη δουλειά του έχει ήδη αποκτήσει ένα συμβολικό στιλ που σφυρηλάτησε την καλλιτεχνική του ταυτότητα, η οποία διαμορφώθηκε από τη σχέση που ένιωθε με τους αγαπημένους τουσυγγραφείς, στοχαστές και καλλιτέχνες, καθώς μελέτησε επισταμένως το έργο τους οριοθετώντας με μαεστρία το δικό του προσωπικό στιλ.

Continue reading “Ο σκοτεινός και μελαγχολικός συμβολισμός του Λεόν Σπίλιερτ”

“Η Γυναίκα που Έφυγε”: Αυθεντικές ανθρώπινες σχέσεις και πολύπλοκοι γυναικείοι χαρακτήρες στο κέντρο της νέας ταινίας του Χονγκ Σανγκ-σου

O νοτιοκορεάτης Χονγκ Σανγκ-σου έχει σκηνοθετήσει μόνο την τελευταία δεκαετία 14 ταινίες, υπογράφοντας παράλληλα το σενάριό τους (σύνολο 25 ταινίες σε 24 χρόνια). Αξιοζήλευτο επίτευγμα για ένα δημιουργό ο οποίος καταφέρνει να διατηρεί πάντα το ενδιαφέρον του αυστηρά σινεφίλ κοινού και του καλλιτεχνικού κυκλώματος, έχοντας βραβευτεί σε όλα τα μεγάλα διεθνή φεστιβάλ, με τελευταίο βραβείο την Αργυρή Άρκτο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ του Βερολίνου 2020, το οποίο απέσπασε η πιο πρόσφατη και θα τολμούσαμε να πούμε η καλύτερη του ταινία, η «Γυναίκα που Έφυγε».

Το θέμα της ταινίας είναι τόσο απλό και όμως αποκαλύπτει μεγάλες αλήθειες περί ζωής και λοιπών θεμάτων. Χωρισμένη νοητά σε τρία μέρη, η νέα του ταινία ακολουθεί την αφοπλιστική (σύντροφο στη ζωή, μούσα και πρωταγωνίστρια στις τελευταίες επτά ταινίες του) Κιμ Μινχί καθώς υποδύεται την Γκαμχί, μια παντρεμένη γυναίκα που επισκέπτεται παλιές της φίλες, για πρώτη φορά χωρίς τον άντρα της. Στο πρώτο μέρος επισκέπτεται μια παλιά της φίλη που ζει έξω από τη Σεούλ και αρνείται να υποκύψει στις απαιτήσεις του γείτονά της να σταματήσει να ταίζει τις γάτες της γειτονιάς, στο δεύτερο επισκέπτεται μια εκπαιδεύτρια γιόγκα που την κυνηγά ένας ποιητής με τον οποίο έκανε ένα one night stand και στο τρίτο μέρος επισκέπτεται την Γουτίν, μια γυναίκα που έχει παντρευτεί έναν συγγραφέα, με τον οποιό η Γκαμχί είχε κάποτε σχέσεις.

Continue reading ““Η Γυναίκα που Έφυγε”: Αυθεντικές ανθρώπινες σχέσεις και πολύπλοκοι γυναικείοι χαρακτήρες στο κέντρο της νέας ταινίας του Χονγκ Σανγκ-σου”

Είναι τα graphic novels το μέλλον του κλασικού βιβλίου;

Μέχρι και τη δεκαετία του 1970 τα κόμικς ήταν περισσότερο γνωστά ως «μικιμάου» (φθηνές εκδόσεις που διάβαζαν παιδιά). Ταυτισμένα με την παραλογοτεχνία, συχνά θεωρούνταν ότι ασκούσαν αρνητική επιρροή στους νέους. Τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 το κλίμα άλλαξε. Είναι η εποχή που μεσουρανούσαν τα περιοδικά «Βαβέλ» και «Παρά Πέντε». Τη συζήτηση για τα κόμικς στον Τύπο της εποχής την απασχολεί το ερώτημα: «Είναι τα κόμικς τέχνη;». Από τότε έως τις μέρες μας σημαντικά έργα της διεθνούς σκηνής κόμικς μεταφράστηκαν στα ελληνικά, ενώ οι έλληνες δημιουργοί εκπλήσσουν με την καλλιτεχνική και την αφηγηματική τους εξέλιξη. Πληθαίνουν τα φεστιβάλ που αφορούν την 9η τέχνη, τα πανεπιστήμια ασχολούνται με τα κόμικς, το κοινό τους αργά, αλλά σταθερά, μεγαλώνει και έχουν καταξιωθεί στη συνείδηση των αναγνωστών.

Μάλιστα, τον τελευταίο καιρό εκδίδονται όλο και περισσότερα graphic novels, βασισμένα σε εμβληματικά έργα της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι αυτή η καινούργια μόδα ανοίγει νέες πόρτες. Για πρώτη φορά, έργα κλασικής λογοτεχνίας έχουν την ευκαιρία να ξανασυστηθούν στο αναγνωστικό κοινό κάθε ηλικίας μέ ένα μοντέρνο, φρέσκο και διασκεδαστικό τρόπο.

Εδώ θα σας παρουσιάσουμε, λοιπόν, 10 εξαιρετικά graphic novels που θα σας αποδείξουν ότι η κλασική λογοτεχνία έχει πολλά πρόσωπα και μπορεί να απευθυνθεί σε κάθε λογής αναγνώστες.

Continue reading “Είναι τα graphic novels το μέλλον του κλασικού βιβλίου;”

Μία Τετάρτη του Μαΐου: Μία ειλικρινής ματιά στην καρδιά της Ιρανικής κοινωνίας

Το Ιρανικό σινεμά με πρόσωπα-σύμβολα τους Ασγκάρ Φαραντί, Αμπάς Κιαροστάμι, και Τζαφάρ Παναχί παραμένει για τρεις δεκαετίες γεμάτο ζωντάνια και ιδέες που διανθίζουν την εθνική κινηματογραφία της χώρας. Ο Βαχίντ Τζαλιλβάντ πατά σε αυτήν την παράδοσή, επιχειρώντας να ακτινογραφήσει την υποδόρια πραγματικότητα μιας χώρας με αναχρονιστικά ιδανικά, ισχυρές αντιθέσεις και διαχρονικά διλήμματα. Το εξαιρετικό σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ιρανού κινηματογραφιστή (που το ελληνικό κοινό γνώρισε με το φιλμ «Περίπτωση συνείδησης») έγινε το 2015 με την ταινία «Μια Τετάρτη του Μαΐου» (“Chaharshanbeh, 19 Ordibehesht”) και κέρδισε το βραβείο της FIPRESCI στο φεστιβάλ της Βενετίας στο τμήμα Ορίζοντες. Μετά από 6 ολόκληρα χρόνια έρχεται και στην χώρα μας σε κανονική διανομή, από την Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου.

Βρισκόμαστε στο Ιράν, στην Τεχεράνη, την Τετάρτη 9 Μαΐου. Ο Τζαλάλ, ένας μεσήλικας, κομψός, θλιμμένος άντρας, αν κι όχι πάμπλουτος, βάζει μια πρωτοφανή αγγελία στην εφημερίδα: θα δωρίσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό σε όποιον ή όποια από τους αιτούντες θεωρήσει ότι το έχει μεγαλύτερη ανάγκη. Πολυάριθμοι άντρες αλλά κυρίως γυναίκες θα περάσουν την πόρτα του γραφείου και ο Τζαλάλ θα ακούσει τις δραματικές ιστορίες τους, έχοντας σαν στόχο να επιλέξει έναν από όσους έχει δει και να του δώσει τα χρήματα. Από τις χιλιάδες αιτήσεις που, φυσικά, προκύπτουν, το «δώρο» τελικά διεκδικούν δυο άγνωστες μεταξύ τους γυναίκες. Η Λεϊλά, μητέρα ενός μικρού κοριτσιού, που χρειάζεται τα χρήματα για να χειρουργηθεί ο ανάπηρος σύζυγός της και να επανέλθει η ζωή τους στο κανονικό. Και η Σεταρέχ, που θέλει να πληρώσει το «φόρο αίματος» στην οικογένειά της και να βγάλει από τη φυλακή τον άντρα της και πατέρα του αγέννητου παιδιού της. Ο Τζαλάλ θα χρειαστεί να διαλέξει μία από τις δύο, ενώ ταυτόχρονα, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις δικές του ενοχές απέναντι στη ζωή.

Continue reading “Μία Τετάρτη του Μαΐου: Μία ειλικρινής ματιά στην καρδιά της Ιρανικής κοινωνίας”

Μαθήματα Περσικών: Μία ακόμα ταινία για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων ή κάτι παραπάνω;

Βασισμένη στο διήγημα «Εφεύρεση μιας Γλώσσας» του Γερμανού συγγραφέα Βόλφγκανγκ Κόλχασε, το οποίο είναι εμπνευσμένο σε πραγματικό περιστατικό που συνέβη στην διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, η νέα γαλλική ταινία του Βαντίμ Πέρελμαν που σκηνοθετεί τους Ναχουέλ Περέζ Μπισκαγιάρ και Λαρς Αΐντιγκερ σε μια ιστορία επιβίωσης και ελπίδας που η οποία εξελίσσεται αργά και μεθοδικά σε ένα λιτό δράμα με τρομερή υπόγεια ένταση που παρουσιάζει τη φρίκη των ναζιστικών στρατοπέδων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου από μια διαφορετική οπτική γωνία.

Είναι 1942, η Γαλλία βρίσκεται υπό ναζιστική κατοχή και ο Ζιλ συλλαμβάνεται μαζί με άλλους Εβραίους και οδηγείται για εκτέλεση στο δάσος. Εκεί καταρρέει, κραδαίνοντας ένα περσικό βιβλίο που μόλις έχει ανταλλάξει με μισό σάντουιτς, φωνάζοντας ότι δεν είναι Εβραίος αλλά Πέρσης. Το ψέμα του τον σώζει προσωρινά, αλλά τότε έρχεται αντιμέτωπος με τον διοικητή του στρατοπέδου συγκέντρωσης, τον Κοχ, ο οποίος θέλει να μάθει Farsi, διότι έχει όνειρο να ανοίξει εστιατόριο στο Ιράν, μόλις τελειώσει ο πόλεμος. Θα του σώσει την ζωή, με αντάλλαγμα να του μάθει την γλώσσα, μια γλώσσα την οποία ο Ζιλ δεν γνωρίζει και έτσι πρέπει να δημιουργήσει μια δική του. Χάρις σε αυτό το ευφυές τέχνασμα ο Ζιλ κατορθώνει να επιβιώσει επινοώντας λέξεις στα «Φαρσί» που καθημερινά διδάσκει στον Κοχ. Όμως, η ξεχωριστή σχέση των δύο αντρών πυροδοτεί την ζήλεια άλλων αιχμαλώτων αλλά και των στρατιωτών. Καθώς οι μέρες περνούν, οι υποψίες ότι δεν είναι στ’ αλήθεια Πέρσης μεγαλώνουν και ο Ζιλ καταλαβαίνει ότι το μυστικό του δεν θα μείνει κρυφό για πολύ ακόμα.

Continue reading “Μαθήματα Περσικών: Μία ακόμα ταινία για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων ή κάτι παραπάνω;”

Maus: Το πρώτο graphic novel στην ιστορία που κέρδισε Πούλιτζερ

Το είδος του graphic novel είναι ευρέως γνωστό και πολύ δημοφιλές- ειδικά μετά την έλευση του 21ου αιώνα. Οι περισσότεροι το γνωρίζουν από τις πιο ανάλαφρες ιστορίες ηρώων και σούπερ-ηρώων… Όμως, ίσως είναι το πλέον κατάλληλο είδος για να αποδώσει περίπλοκα έργα όπως βιογραφίες, ιστορικά έργα – ακόμη και ιστορία κάποιας τέχνης, με ενδιαφέρον και διασκεδαστικό τρόπο. Ο όρος graphic novel χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1964 από τον σκιτσογράφο Ρίτσαρντ Κάιλ. Σήμερα, περιγράφει ένα είδος κειμένου που συνδυάζει λέξεις και εικόνες, αλλά πιο πλήρες και πιο μεγάλο σε μέγεθος από τα κόμικ. Πολλοί θεωρούν το A  Contract with God, and Other Tenement Stories (1978) του Eisner ως το νωρίτερο παράδειγμα του είδους στις ΗΠΑ. Ακολούθησαν τα The Dark Knight Returns (1986) του Frank Miller και το  Watchmen (1986-1987) του Alan Moore.

Το 1991 ήταν χρονιά σταθμός για ην ιστορία των graphic novels καθώς ολοκληρώθηκε η έκδοση ενός από τα πιο χαρακτηριστικά και καθοριστικά για την Ένατη Τέχνη έργα, του graphic novel “Maus: A Survivor’s Tale” του Αρτ Σπίγκελμαν, ή πιο συγκεκριμένα η έκδοση των δύο τόμων στους οποίους είναι χωρισμένο. Ο πρώτος τόμος, ονομάζεται «Ο πατέρας μου αιμορραγεί την ιστορία» και σε αυτόν αφηγείται την ιστορία του πατέρα του, ο οποίος επιβίωσε από το ολοκαύτωμα. Στο δεύτερο τόμο, με τίτλο «Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματα μου», παρουσιάζεται η συνέχεια της ιστορίας ενώ θίγονται πολλές καταστάσεις σχετικά με τα βασανιστήρια που υπέστησαν όλοι οι κρατούμενοι την περίοδο αυτή.

Continue reading “Maus: Το πρώτο graphic novel στην ιστορία που κέρδισε Πούλιτζερ”

Η Παγίδα του Ρομπέρ Τομά: Ένα σκηνικό παιχνίδι συγκινήσεων και ανατροπών

Ο Ρομπέρ Τομά ήταν Γάλλος συγγραφέας, ηθοποιός και κινηματογραφικός σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στο Γκαπ της Γαλλίας το 1927 και σε ηλικία 17 ετών εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Από νωρίς αρχίζει να ασχολείται με το θέατρο, ως ηθοποιός πρώτα, ερμηνεύοντας μικρούς ρόλους, ενώ παράλληλα γράφει και προσπαθεί να προωθήσει τα θεατρικά του έργα, τα οποία ακολουθούσαν αστυνομική πλοκή, καθώς αγαπούσε ιδιαίτερα αυτό το είδος. Όταν ήταν 18 ετών, ισχυρίστηκε ότι είχε διαβάσει κάθε έργο που δημοσιεύθηκε στα γαλλικά από το 1900.

Ως συγγραφέας, σχεδόν από την αρχή, γοητεύτηκε από ένα περίεργο είδος το οποίο και βοήθησε να επινοηθεί: το comédie policière ή το θρίλερ κωμωδίας. Το 1960 ο Τομά σημείωσε εξαιρετική επιτυχία με τo “Man Trap”, ένα χιουμοριστικό μυστήριο δολοφονίας που έγινε επιτυχία στο Παρίσι μέσα σε μια νύχτα. Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ αγόρασε τα δικαιώματα και το έργο καθιέρωσε τον Τομά ως συγγραφέα δραμάτων ψυχολογικού εγκλήματος με μια ξεχωριστή γαλλική κωμική συστροφή. Ένα χρόνο αργότερα, με το γνωστότερο θεατρικό του έργο, «Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται» (1961), ο Τομά τιμάται με το βραβείο «Quai des Οrfevres».

Continue reading “Η Παγίδα του Ρομπέρ Τομά: Ένα σκηνικό παιχνίδι συγκινήσεων και ανατροπών”

Bacurau: Η συλλόγική επανάσταση μίας κοινωνίας απέναντι στην απειλή του αφανισμού

«Μπακουράου» (“Bacurau”) ονομάζουν στη Βραζιλία ένα είδος νυκτόβιου πτηνού, το οποίο έχει την ικανότητα να καμουφλάρεται για να μη γίνεται εύκολα αντιληπτό. «Μπακουράου» είναι και το όνομα της νέας ταινίας των Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου και Ζουλιάνο Ντορνέλες. Στην ταινία βραζιλιάνικης παραγωγής κόστους 2 εκατομμυρίων δολαρίων, που κέρδισε το Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών το 2019, το επαναστατικό πνεύμα σμίγει με τον τρόμο και την επιστημονική φαντασία, σε ένα κινηματογραφικά ανένταχτο και αιχμηρό φιλμ, το οποίο διεκδικεί δυναμικά την αισθητική ανανέωση στη μεγάλη οθόνη και την πολιτική αλλαγή στην κοινωνία.

Στο κοντινό μέλλον, σε ένα απομονωμένο σημείο στα βόρεια της βραζιλιάνικης επαρχίας, βρίσκεται ένας οικισμός, το χωριό Bacurau, ξεχασμένος από τον έξω κόσμο και τον πολιτισμό. Οι κάτοικοί του ζουν ενωμένοι, αγκαλιάζουν τη μητριαρχία ως μοναδική εξουσία του τόπου και έχουν προ καιρού γυρίσει επιδεικτικά την πλάτη στα βρώμικα παιχνίδια του διεφθαρμένου δημάρχου της περιοχής. Όπως γίνεται αντιληπτό από την αρχή, όμως, ένας αδιόρατος κίνδυνος καραδοκεί όχι πολύ μακριά από το φιλήσυχο χωριό: μια δυσδιάκριτη απειλή η οποία αρχίζει και παίρνει σαφέστερο σχήμα όταν η περιοχή σβήνεται μυστηριωδώς από τους ηλεκτρονικούς χάρτες, το σήμα χάνεται αιφνίδια από τα κινητά τηλέφωνα, παράξενοι επισκέπτες κάνουν την εμφάνισή τους και ένα μυστηριώδες drone που μοιάζει με ιπτάμενο δίσκο περιπολεί τους ουρανούς. Τα πράγματα εξελίσσονται ραγδαία και η αυτοοργανωμένη κοινότητα δέχεται ένοπλες επιθέσεις από αγνώστους με απροσδιόριστες προθέσεις, ώσπου οι κάτοικοι αποφασίζουν να προστατεύσουν όλα όσα έχουν χτίσει με κάθε κόστος.

Continue reading “Bacurau: Η συλλόγική επανάσταση μίας κοινωνίας απέναντι στην απειλή του αφανισμού”

“Sweat”, το αποκαλυπτικό πορτρέτο μίας influencer: H ματαιοδοξία, η μοναξιά και ο χαοτικός κόσμος των social media

Η ταινία “Sweat” («Ιδρώτας») είναι η δεύτερη ταινία του Σουηδού σκηνοθέτη Μάγκνους Φον Χορν και αποτελεί μια αιχμηρή και ταυτόχρονα γεμάτη τρυφερότητα ματιά στον λαμπερό όσο και απατηλό εικονικό κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, στο κυνήγι της επιτυχίας και της ευτυχίας σε έναν απόλυτα γνώριμο κόσμο, τον δικό μας, όπου η εικόνα μοιάζει να κυριαρχεί απόλυτα πάνω στην πραγματικότητα. Η ταινία, συμπαραγωγή Πολωνίας – Σουηδίας, αποτέλεσε επίσημη επιλογή στο Φεστιβάλ Καννών το 2020, και στη συνέχεια θριάμβευσε σε πολλά φεστιβάλ, με αποκορύφωμα το Φεστιβάλ της Τεργέστης όπου κέρδισε το Βραβείο Cineuropa ενώ κέρδισε και το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ του Σικάγο. Στην Πολωνία, στο Φεστιβάλ Gdynia κέρδισε τον Αργυρό Λέοντα, αλλά και τα Βραβεία Σκηνοθεσίας, Ερμηνείας, Ερμηνείας Β’ Ρόλου, Μοντάζ και Φωτογραφίας.

H υπόθεση εκτυλίσσσεται γύρω από την ζωή της 30χρονης Σύλβια, μίας διάσημης στα social media Πολωνής γυμνάστριας που μοιάζει να τα έχει όλα. Είναι μία επιτυχημένη influencer με 600.000 followers, που πληρώνεται αδρά από χορηγούς για να προωθεί τα προϊόντα τους με συνεχή βίντεο ασκήσεων και διατροφής από την καθημερινότητά της. Το κινητό της είναι η προέκταση του εαυτού της και μοιράζεται τα πάντα με τους θαυμαστές της. Οταν όμως αποφασίζει να μαγνητοσκοπήσει ένα βίντεο όπου τσαλακώνεται και ομολογεί την μοναξιά της, οι σπόνσορες της αγανακτούν. Κι αυτό γίνεται η αφορμή να ραγίσει το γυαλί της φαινομενικά τέλειας ζωής της και να αναγκαστεί να κοιτάξει τον αντικατοπτρισμό της κατάματα. Τόση αγάπη και καμία οικειότητα. Τόσοι θαυμαστές και κανένας φίλος. Ολοι την ξέρουν, όμως κανένας πραγματικά. Εκείνη μοιράζεται κάθε λεπτομέρεια της ζωής της και κανείς δεν την περιμένει όταν γυρίζει σπίτι. Ολοι την ποθούν, αλλά κανείς δεν την πλησιάζει. Παρά ένας μοναχικός, θλιβερός stalker που παρκάρει κάθε μέρα κάτω από το σπίτι της. Έτσι, αυτή η ανάγκη της για ουσιαστική ανθρώπινη επαφή θα την φέρει αντιμέτωπη με μια σειρά από επώδυνες καταστάσεις που θα δοκιμάσουν τα σωματικά και ψυχολογικά τις όρια.

Continue reading ““Sweat”, το αποκαλυπτικό πορτρέτο μίας influencer: H ματαιοδοξία, η μοναξιά και ο χαοτικός κόσμος των social media”