Η Black Friday σε μία εικόνα

Η Black Friday 2019 πλησιάζει και έρχεται και φέτος γεμάτη μεγάλες προσφορές για τους καταναλωτές. Πρόκειται επί της ουσίας για την τελευταία Παρασκευή του Νοεμβρίου που κάθε χρόνο οι καταναλωτές έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν τις αγορές προϊόντων σε πολύ μεγάλες εκπτώσεις και προσφορές. Από πού όμως προέρχεται το όνομα της; Ποία είναι η ιστορία της;

Η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε ο όρος Black Friday, ήταν στις 24 Σεπτεμβρίου 1869 για να περιγράψει μια από τις χειρότερες ημέρες του αμερικανικού χρηματιστηρίου. Υπεύθυνοι για το οικονομικό σκάνδαλο που προκλήθηκε και οδήγησε δεκάδες εταιρείες στη χρεοκοπία ήταν δύο κερδοσκόποι: ο Τζέι Γκουλντ και ο Τζέιμς Φισκ, ιδιοκτήτες της σιδηροδρομικής γραμμής Errie. Οι δυο εκατομμυριούχοι της Γουόλ Στρητ προσπάθησαν να αγοράσουν όσο περισσότερο χρυσό μπορούσαν για να ανέβει η τιμή του και μετά να το πουλήσουν σε αστρονομικό ποσό. Όμως, η σκευωρία αποκαλύφθηκε, με αποτέλεσμα η τιμή του χρυσού να πέσει κατά 30 μονάδες και η αγορά να χρεοκοπήσει. Χιλιάδες επενδυτές καταστράφηκαν οικονομικά και τουλάχιστον ένας αυτοκτόνησε. Η οικονομία υπέστη τεράστια ζημιά.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 τα λογιστικά φύλλα και οι αποδείξεις ήταν βεβαίως χειρόγραφα και τα καταστήματα είχαν δύο χρώματα μελανιού για να καταγράφουν τα στοιχεία. Με κόκκινο γράφονταν οι ημέρες με αρνητικό ισολογισμό πωλήσεων και με μαύρο οι ημέρες με θετικό απολογισμό. Καθιερώθηκε λοιπόν η τελευταία Παρασκευή του Νοέμβρη ως η πρώτη ημέρα των πωλήσεων της χριστουγεννιάτικης περιόδου, με σημαντικά αυξημένους τζίρους, εξ’ ου και η ονομασία Black Friday.

Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τους αστυνομικούς της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ για περιγράψει την κυκλοφοριακή συμφόρηση από αυτοκίνητα και πεζούς, που προκαλούνταν εξαιτίας των προσφορών της χριστουγεννιάτικης περιόδου. Λόγω της κίνησης γίνονταν περισσότερα ατυχήματα στους δρόμους και συνήθως εκείνη την ημέρα οι αστυνομικοί εργάζονταν υπερωρίες για να διαχειριστούν την κατάσταση.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 υπήρχε μια προσπάθεια να δοθεί θετικός όρος στην ημέρα. Δοκιμάστηκε το Big Friday αλλά τελικά δεν επικράτησε. Έμεινε όμως η θετική έννοια του όρου, που πλέον έχει συνδεθεί με τις προσφορές και το μαύρο μελάνι που βλέπουν τα καταστήματα από τις αυξημένες πωλήσεις.

Δυστυχώς, δεν είναι λίγες οι φορές που από την τεράστια πολυκοσμία και τη μανία των καταναλωτών σημειώθηκαν ατυχήματα που θα μείνουν στην ιστορία. Υπάρχουν άνθρωποι που πέθαναν από ασφυξία, ακόμα και κάποιοι που ποδοπατήθηκαν. Ίσως το πιο γνωστό περιστατικό είναι όταν το 2008 ένας 34χρονος εργάτης της Wal-Mart έχασε τη ζωή του, όταν κυριολεκτικά ποδοπατήθηκε από 200 περίπου καταναλωτές. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα blackfridaydeathcount.com, έχουν χάσει την ζωή τους 12 άνθρωποι, ενώ έχουν τραυματιστεί 117.

Προφανώς είναι αποδεκτό και πολύ λογικό ο καθένας να αναζητά την καλύτερη τιμή όταν θέλει να αγοράσει κάτι. Το πιο σημαντικό όμως είναι να μην γινόμαστε έρμαια του καταναλωτισμού και να μην πέφτουμε θύματα της μανίας για να προλάβουμε κάποια προσφορά και κάποιο προϊόν, ειδικά όταν στην χώρα μας είναι λίγο αμφισβητήσιμο το μέγεθος των προσφορών αυτών.

Πηγές: mixanitouxronou, huffingtonpost

Η φωτογραφία σύμβολο του πολέμου στο Βιετνάμ

Ο Huynh Cong Ut, ή αλλιώς, Νick Ut όπως συνήθιζε να τον αποκαλεί ο καλύτερος του φίλος, ήταν το ενδέκατο από τα δώδεκα παιδιά της οικογένειας. Το “μικρόβιο” που ώθησε τον Ut στην φωτογραφία ήταν αυτό που λίγο πριν είχε σκοτώσει τον μεγαλύτερο αδελφό του, Huynh Thanh My, ο οποίος τραβούσε πολεμικά στιγμιότυπα για το Associated Press, όταν αντάρτες της Βιετκόνγκ επιτέθηκαν σε αυτόν και σε στρατιώτες στο μέτωπο και τους σκότωσαν. Ο 15χρονος τότε Ut αποφάσισε να ασχοληθεί με τη φωτογραφία. Στη κηδεία του αδερφού του, ζήτησε δουλειά από τον συνεργάτη του αδερφού του, Horst Faas αλλά εκείνος αρνήθηκε διότι δεν ήθελε η οικογένεια να στερηθεί ένα ακόμη μέλος της. Ωστόσο, μετά από πολλή πίεση, τον Ιανουάριο του 1966, τον προσέλαβε υπό τον όρο ότι δεν θα κρατούσε φωτογραφική μηχανή σε εμπόλεμη ζώνη.

Έτσι, τα επόμενα χρόνια, περιοριζόταν σε φωτογραφήσεις γύρω από την Σαϊγκόν, μέχρι τον Ιανουάριο του 1968, όπου ξέσπασε ο πόλεμος.

8 Ιουνίου 1972. Είναι η ημερομηνία που οι βόμβες ναπάλμ ισοπέδωναν το χωριό Trang Bang, σκορπώντας φρίκη και θάνατο. Είναι η ημερομηνία που έμελλε να αλλάξει τη ζωή του 21χρονου τότε φωτογράφου. Ένα καρέ που αποτύπωνε τη θηριωδία, με τη φιγούρα ενός γυμνού κοριτσιού να τρέχει για να γλιτώσει από τις φλόγες που τύλιξαν το χωριό του. Τα γεμάτα τρόμο μάτια του χαράχτηκαν στη παγκόσμια μνήμη και η φωτογραφία “κατέστη” συνώνυμο της λέξης πόλεμος, σε σημείο που αν κάποιος την πληκτρολογήσει, η φωτογραφία εμφανίζεται στην επιλογή εικόνων της Google.

Η Kim Phuc και η οικογένειά της έμεναν στο χωριό Trang Bang, στο Νότιο Βιετνάμ, όταν τα αμερικανικά πολεμικά αεροπλάνα άρχισαν να βομβαρδίζουν την περιοχή με βόμβες ναπάλμ. Η Kim ήταν μόλις 9 ετών και στην προσπάθειά της να ξεφύγει άρχισε να τρέχει γυμνή για να σωθεί.

Σχεδόν ολοσχερώς καμένη και με τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν, έχασε τις αισθήσεις της. Τότε, ο σωτήρας της Nick Ut, την πήρε στα χέρια του και τη μετέφερε στο νοσοκομείο. Λίγα λεπτά πριν είχε απαθανατίσει τη στιγμή, που έμελλε να αλλάξει τον κόσμο.

Ο φωτογράφος κέρδισε το βραβείο Pulitzer. «Έκλαιγα όταν την είδα να τρέχει. Αν δε τη βοηθούσα, αν κάτι συνέβαινε και πέθαινε, νομίζω ότι θα αυτοκτονούσα» δήλωσε αργότερα.

Η μικρή Kim παρά τον σοβαρότατο τραυματισμό της, κατάφερε να επιζήσει. Έγινε γιατρός και το πρόσωπό της χρησιμοποιήθηκε ως προπαγάνδα από το κομμουνιστικό καθεστώς. Μετά από χρόνια θυμήθηκε ότι αυτό που φώναζε, όπως φαίνεται στη φωτογραφία ήταν η φράση «Nóng quá, nóng quá», που σημαίνει «πολύ καυτό, πολύ καυτό».

Αδιαμφισβήτητα, τόσο η ζωή του Nick Ut όσο και της Kim Phuc καθορίστηκαν από τη στιγμή που το τρομαγμένο κοριτσάκι είχε συναντηθεί, μέσα από το φακό, με το αγωνιώδες βλέμμα του φωτογράφου. Η “κραυγή” της φωτογραφίας είχε τέτοιο διεθνή αντίκτυπο που, όπως πολλοί εκτιμούν, επηρέασε την εξέλιξη του πολέμου και επίσπευσε την απεμπλοκή των Αμερικανών από το πόλεμο. “Από τη πρώτη στιγμή ήξερα ότι αυτή η φωτογραφία θα σταματήσει τον πόλεμο. Αμερικανοί στρατιώτες μου έλεγαν τότε γεμάτοι χαρά ότι θα επιστρέψουν στο σπίτι τους χάρη σε μένα”, θυμάται με συγκίνηση ο Ut, ενώ προσθέτει πως όταν επισκέπτεται σήμερα το Βιετνάμ ακόμα του λένε πως: “είμαστε ζωντανοί χάρη στη φωτογραφία σου”. Το 1973, τα αμερικανικά στρατεύματα ξεκίνησαν σταδιακά να αποχωρούν από το Βιετνάμ.

Σήμερα, η Kim Phuc ζει με την οικογένεια της στο Καναδά και παραμένουν ακόμη δύο πολύ καλοί φίλοι.

Γκρεμίζοντας το τείχος

Το Τείχος του Βερολίνου, γνωστό ως «τείχος της ντροπής» για τους Γερμανούς της δύσης και επισήμως αποκαλούμενο από την ανατολικογερμανική κυβέρνηση ως «αντιφασιστικό τείχος προστασίας», ανεγέρθηκε στην καρδιά του Βερολίνου με αφετηρία το βράδυ μεταξύ της 12ης και της 13ης Αυγούστου του 1961 από τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία επιχείρησε με αυτό τον τρόπο να θέσει ένα τέλος στην ολοένα και αυξανόμενη φυγή των κατοίκων της προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το τείχος αποτελούσε το σύνορο μεταξύ του Ανατολικού Βερολίνου και του Δυτικού Βερολίνου για διάστημα άνω των 28 ετών.

Το τείχος του Βερολίνου κατέρρευσε στις 9 Νοεμβρίου του 1989, πέντε μέρες αφότου μισό εκατομμύριο άνθρωποι είχαν ξεχυθεί στους δρόμους του Ανατολικού Βερολίνου. Οι ηγέτες της Ανατολικής Γερμανίας, σε μία προσπάθεια να κατευνάσουν τα πνεύματα, χαλάρωναν τα σύνορα για να διευκολύνουν τους Ανατολικογερμανούς να ταξιδεύουν στη Δύση. Πρόθεσή τους ωστόσο δεν ήταν σίγουρα να ανοίξουν τελείως τα σύνορα. Οι αλλαγές επρόκειτο να είναι μικρές, ο τρόπος όμως που ανακοινώθηκαν είχε σημαντικές συνέπειες. Ένα χρόνο αργότερα, στις 3 Οκτωβρίου 1990, η Γερμανία επανενώθηκε.

Στη διάρκεια των 28 χρόνων της ύπαρξης του Τείχους, τουλάχιστον 136 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να διαφύγουν στη Δύση. Το πρώτο θύμα υπήρξε η 58χρονη νοσοκόμα Ίντα Ζίκμαν, η οποία σκοτώθηκε στις 22 Αυγούστου 1961 στην προσπάθειά της να διαφύγει στο Δυτικό Βερολίνο, όπου ζούσε η αδελφή της. Τελευταίος χρονολογικά στη μακάβρια λίστα ήταν ο 33χρονος άνεργος ηλεκτρολόγος Βίνφριντ Φρόιντενμπεργκ, ο οποίος κατάφερε μ’ ένα αυτοσχέδιο αερόστατο να περάσει στο Δυτικό Βερολίνο, αλλά για κακή του τύχη αυτό κατέπεσε και συνετρίβη, με αποτέλεσμα να βρει ακαριαίο θάνατο.

Το τείχος έπεσε, και η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων άλλαξε. Το παιδί της φωτογραφίας δεν μπορούσε να ρίξει μόνο του το τείχος της ντροπής, όμως προσέφερε ότι μπορούσε. Πρακτικά η βοήθεια του δεν ήταν τόσο μεγάλη, αλλά τι καλύτερο από το να βλέπεις κάποιον να παλεύει για αυτά που πιστεύει;

Πόσο δύσκολη είναι η αποδοχή της απώλειας;

Ο πόλεμος του Κοσόβου ήταν η ένοπλη σύγκρουση στο Κοσσυφοπέδιο που διήρκεσε από τις 28 Φεβρουαρίου 1998 μέχρι τις 11 Ιουνίου 1999. Τα αντίπαλα στρατόπεδα ήταν οι δυνάμεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, που τότε περιλάμβανε το Μαυροβούνιο και τη Σερβία, που έλεγχε το Κοσσυφοπέδιο πριν από τον πόλεμο, και της αλβανικής οργάνωσης, γνωστής ως Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσόβου (UCK), με αεροπορική υποστήριξη από το ΝΑΤΟ από τις 24 Μαρτίου 1999 και χερσαία από τον Αλβανικό Στρατό.

Μια ηλικιωμένη κυρία από την Αλβανία, δειπνεί με τον νεκρό σύζυγό της και τα παιδιά της που σκοτώθηκαν το 1999 κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Κοσσυφοπέδιο.

Η φωτογραφία αυτή λήφθηκε στην πόλη Gjakova η οποία ήταν μια από τις πιο κατεστραμμένες πόλεις κατά τη διάρκεια του πολέμου αυτού. Ο σύζυγός της και τα τέσσερα παιδιά της είχαν απαχθεί στις 27 Μαρτίου 1999 σε μια στρατιωτική επιδρομή όπου θα χωρίζονταν οι άνδρες από τις γυναίκες. Οι πλειοψηφία των ανδρών θα σκοτώνονταν και θα θάβονταν σε τεράστιους τάφους. Σε έναν τέτοιο τάφο αργότερα βρέθηκαν δύο από τα παιδιά της και ο σύζυγός της. Τα άλλα δύο παιδιά εξακολουθούν να αγνοούνται. Ο νεότερος ήταν 14 ετών. Πραγματοποιείται προσπάθεια για να αποκαλυφθούν όλοι οι τεράστιοι αυτοί τάφοι στη Σερβία, όμως η διαδικασία δεν είναι ιδιαίτερα γρήγορη.

Αυτή η εικόνα τραβήχτηκε αφού ο φωτογράφος Artan Korenica άκουσε για την ιστορία ότι η κυρία αυτή έχει συντηρήσει τα πάντα στο σπίτι και το άφησε άθικτο από τότε που είχαν απαχθεί. Για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μαγειρεύει και σερβίρει κανονικά το δείπνο για όλους τους, με την ελπίδα πως θα επιστρέψουν.

Ήμουν ευτυχισμένος! Απλά την πλησίασα και τη φίλησα. Δεν ανταλλάξαμε ούτε λέξη.

Ο Alfred Eisenstaed ήταν Αμερικανός φωτογράφος και φωτορεπόρτερ, που γεννήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου του 1898 στην Γερμανία, και πέθανε στην Αμερική το 1995. Ξεκίνησε την καριέρα του πριν την έναρξη του 2ου παγκοσμίου πολέμου, αν και έγινε γνωστός κατά την διάρκεια αυτού, με την εργασία του για το περιοδικό LIFE.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τελειώσει και οι στρατιώτες στις 14 Αυγούστου 1945 επέστρεφαν στα σπίτια τους. Μέσα στο γενικότερο κλίμα ευφορίας, το φιλί του ναύτη Glenn McDuffie με την άγνωστή του τότε νοσοκόμα Edith Shain προέκυψε αυθόρμητα στη μέση του δρόμου στην Times Square. Η στιγμή απαθανατίστηκε από τον Alfred Eisenstaedt και έμεινε στην ιστορία ως “το φιλί του ναύτη”, συμβολίζοντας το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στις 27 Αυγούστου του 1945 η ασπρόμαυρη φωτογραφία έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό LIFE περνώντας στην αιωνιότητα.

” Ήμουν ευτυχισμένος! Άρχισα να τρέχω στους δρόμους και τότε είδα τη νοσοκόμα. Με είδε και αυτή να είμαι χαμογελαστός… Απλά την πλησίασα και τη φίλησα. Δεν ανταλλάξαμε ούτε λέξη. Στη συνέχεια μπήκα στον σταθμό του τρένου και κατευθύνθηκα στο Μπρούκλιν”.

Με τον φωτογράφο να μην έχει κρατήσει τα στοιχεία τους, χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια έως ότου αναγνωριστούν τα πρόσωπα της εμβληματικής φωτογραφίας. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που θέλησαν να θέσουν εαυτούς ως τους πρωταγωνιστές της διάσημης φωτογραφίας. Η Eith Shain έστειλε επιστολή στον Alfred Eisenstaedt προς το τέλος της δεκαετίας του 1970 ισχυριζόμενη πως είναι εκείνη που απεικονίζεται στη φωτογραφία. Περιγράφοντας το περιστατικό σημείωνε πως δεν θα μπορούσε να μην του επιτρέψει να τη φιλήσει από τη στιγμή που είχε πολεμήσει και για εκείνη στον πόλεμο.

Από τη στιγμή που η πρωταγωνίστρια είχε αποκαλυφθεί, το περιοδικό LIFE στο τεύχος Αυγούστου του 1980 κάλεσε τον ναύτη να βγει επίσης μπροστά, αποκαλύπτοντας την ταυτότητά του. Την πατρότητα του πρωταγωνιστή διεκδίκησαν αρκετοί άνδρες και μόλις το 2008, στα 81 του χρόνια, αποδόθηκε στον Glenn McDuffie.

Έδινε μάλιστα μια άλλη διάσταση στο διάσημο φιλί, σημειώνοντας πως ήταν ενθουσιασμένος, καθώς με τη λήξη του πολέμου θα απελευθερωνόταν ο αδερφός του που κρατούνταν αιχμάλωτος από τους Γιαπωνέζους. Σε αντίθεση μάλιστα και από τους ισχυρισμούς του φωτογράφου, σημείωνε πως παρέτεινε το φιλί για να έχει τη δυνατότητα να τους απαθανατίσει. ” Είδα έναν άνδρα να τρέχει προς το μέρος μας. Φοβήθηκα πως μπορεί να είναι κάποιος θυμωμένος σύζυγος ή φίλος που ερχόταν για να με χτυπήσει. Κοίταξα και είδα πως μας έβγαζε φωτογραφία και έτσι παρέτεινα το φιλί για να έχει τη λήψη”.










Οι δυο αυτοί άνθρωποι, μετά από αυτό το φιλί που έμεινε στην ιστορία, δεν είχαν καμία επαφή. Ο Glenn McDuffie έζησε την ζωή του μετά τον πόλεμο στο Χιούστον, πέθανε το 2014 και κηδεύτηκε από την κόρη του και τα δύο του εγγόνια σε νεκροταφείο βετεράνων πολέμου στο Ντάλας. Από την άλλη πλευρά, η Eith Shain έζησε στο Λος Άντζελες, απέκτησε 3 γιους, 6 εγγόνια και 8 δισέγγονα, και πέθανε από καρκίνο στα 91 της.

Πηγές: Wikipedia, News247, Telegraph, Reuters

Πήρε τα πόδια μου, αλλά δεν με διέλυσε. Απλά με έκανε αυτό που είμαι σήμερα.

Ο Μαραθώνιος της Βοστώνης αποτελεί την πιο παλαιά διοργάνωση Μαραθωνίου δρόμου, εξαιρουμένου φυσικά αυτού των Ολυμπιακών Αγώνων. Διεξάγεται κάθε χρόνο την τρίτη Δευτέρα του Απριλίου στη Βοστώνη και αποτελεί την πιο προβεβλημένη εκδήλωση της Ημέρας των Πατριωτών, που γιορτάζεται στην πολιτεία της Μασαχουσέτης, σε ανάμνηση των δύο πρώτων μαχών του πολέμου της αμερικανικής ανεξαρτησίας.

Ο πρώτος Μαραθώνιος της Βοστώνης έγινε στις 19 Απριλίου 1897, με σκοπό να συνδέσει τον αγώνα των αρχαίων Αθηναίων και των Αμερικανών για την ελευθερία. Συμμετείχαν 18 αθλητές και νικητής αναδείχθηκε ο ιρλανδοαμερικανός Τζον Μακ Ντέρμοτ με χρόνο 2:55:10. Με την πάροδο του χρόνου η διοργάνωση γιγαντώθηκε και διεθνοποιήθηκε. Στις ημέρες μας, οι συμμετέχοντες (επαγγελματίες και ερασιτέχνες) ξεπερνούν τις 30.000 και οι θεατές τις 500.000 χιλιάδες.

Η μελανότερη σελίδα στην ιστορία της διοργάνωσης γράφτηκε στις 15 Απριλίου 2013.  Στις 2 και 49 το μεσημέρι τοπική ώρα, τρεις ώρες περίπου μετά των τερματισμό των νικητών, και ενώ συνέχιζαν να τερματίζουν οι συμμετέχοντες, εξερράγησαν με διαφορά δεκατριών δευτερολέπτων δύο βόμβες, στην Boylston Street, κοντά στην Copley Square, λίγα μέτρα πριν τη γραμμή του τερματισμού. Για τον ένα εκρηκτικό μηχανισμό πιστεύεται ότι χρησιμοποιήθηκε μια χύτρα ταχύτητας ενώ ο δεύτερος είχε τοποθετηθεί μέσα σε ένα μεταλλικό κουτί. Επρόκειτο για αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς που αποτελούνταν από εκρηκτικά, κομμάτια μετάλλου και μεταλλικά σφαιρίδια και ήταν τοποθετημένοι σε μαύρες νάυλον σακούλες ή σακίδια πλάτης.

Ως αποτέλεσμα των δύο αυτών εκρήξεων, τρεις θεατές, η Κρισλ Κάμπελ, 29 ετών, η Κινέζα Λου Λινγκζί, 23 ετών και ο 8χρονος Μάρτιν Ρίτσαρντ έχασαν την ζωή τους. Επίσης 183 άνθρωποι τραυματίστηκαν, ενώ δυστυχώς αρκετοί εξ αυτών ακρωτηριάστηκαν. Ως δράστες της επίθεσης αναγνωρίστηκαν τα αδέλφια Τσαρνάεφ, τσετσενικής καταγωγής, που ζούσαν στις ΗΠΑ. Ο 27χρονος Ταμερλάν σκοτώθηκε από πυρά αστυνομικού, ενώ ο 19χρονος Τζοχάρ συνελήφθη και καταδικάσθηκε σε θάνατο.

Ο Τζεφ Μπάουμαν περίμενε την κοπέλα του στην γραμμή του τερματισμού. Χωρίς να το καταλάβει είδε τον έναν από τους δράστες που θα άλλαζε για πάντα όχι μόνο τη δική του ζωή αλλά και αρκετών ανθρώπων ακόμα. Ο Τζοκάρ Τσαρνάεβ τοποθέτησε τη βόμβα δίπλα ακριβώς από εκείνον. Ακρωτηριάστηκαν και τα δύο του πόδια. Όπως δηλώνει και ο ίδιος «Είδα τον βομβιστή. Πήρε τα πόδια μου, αλλά δεν με διέλυσε. Απλά με έκανε αυτό που είμαι σήμερα».

Ο Μπάουμαν έγινε σύμβολο του αιματηρού Μαραθωνίου της Βοστώνης. Αποτελεί υποκείμενο πολλών φωτογραφιών με θέμα την τρομοκρατική επίθεση στον μαραθώνιο της Βοστώνης, και η ζωή του έχει γίνει ταινία. Έχει παντρευτεί την τότε κοπέλα του, και έχουν αποκτήσει ένα παιδί.

Migrant Mother, η προσωποποίηση της Μεγάλης Ύφεσης

Η παγκόσμια οικονομική ύφεση του 1929 ήταν μια κατάσταση διεθνούς οικονομικής ύφεσης που διήρκεσε από ένα μέχρι δέκα χρόνια σε διάφορες χώρες του κόσμου. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη οικονομική ύφεση της σύγχρονης ιστορίας και χρησιμοποιείται στον 21ο αιώνα ως παράδειγμα για το πόσο οδυνηρή μπορεί να είναι μια οικονομική καταστροφή. Η “Μεγάλη Ύφεση”, όπως χαρακτηρίστηκε στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τους αναλυτές προκλήθηκε μετά από το χρηματιστηριακό κραχ, που ξεκίνησε στις 24 Οκτωβρίου του 1929. Το τέρμα της κρίσης στις ΗΠΑ ταυτίστηκε με το έναυσμα της πολεμικής οικονομίας του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου γύρω στο 1939.

Η Dorothea Lange, που γεννήθηκε το 1895 και απεβίωσε το 1965, ήταν Αμερικανή φωτογράφος φωτορεπόρτερ, γνωστή για τη δουλειά της κατά την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης στην Αμερική. Γεννήθηκε στο New Jersey από Γερμανούς μετανάστες δεύτερης γενιάς. Στην αρχή της καριέρας της τραβούσε πορτρέτα από την ελίτ του σαν Φρανσίσκο, όμως την περίοδο της μεγάλης ύφεσης βγήκε από το στούντιο της στους δρόμους.

Ένα από τα πιο γνωστά και αναγνωρισμένα της έργα ήταν το Migrant Mother. Στη φωτογραφία βλέπουμε τη Florence Owens Thompson, μητέρα επτά παιδιών η οποία ζούσε στα πρόθυρα της πείνας και της εξαθλίωσης σε μία σκηνή. Ήταν εργάτης σε ένα χωράφι με φασόλια, και λόγω της κακής σοδειάς, όλοι οι εργαζόμενοι, ανάμεσα τους και η Florence, να δοκιμάζονται από την πείνα. Σύμφωνα με την φωτογράφο, η οικογένεια τρεφόταν με παγωμένα φασόλια από το χωράφι και πουλιά που σκότωναν τα παιδιά. Δεν υπήρχαν προμήθειες, δεν υπήρχε δουλειά, δεν υπήρχε ελπίδα.

Στην φωτογραφία διακρίνουμε την μητέρα, με την αγωνία και την αβεβαιότητα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της! Τα δύο της παιδιά έχουν κρυφτεί πίσω από την μητέρας τους, δείχνοντας το πόσο πολύ στηρίζονται σε αυτη, ενώ το μωρό της που κρατάει στην αγκαλιά της δείχνει εξίσου το ποσό εξαρτάται από αυτή.

Μετά τη δημοσιοποίηση της φωτογραφίας στις εφημερίδες η κυβέρνηση αποφάσισε να στείλει προμήθειες στο συγκεκριμένο χωράφι όπου έμεναν πολλοί άνθρωποι χωρίς καθόλου φαγητό και από άθλιες συνθήκες. Παρόλα αυτά η Florence και η οικογένειά της είχαν ήδη φύγει.

Η φωτογραφία αποτέλεσε χαρακτηριστική εικόνα της μεγάλης ύφεσης. Παρόλα αυτά η ταυτότητα της εικονιζόμενη έμενε ένα μυστήριο για το κοινό για πολλές δεκαετίες, καθώς η Lange δεν είχε ρωτήσει καν το όνομά της. Στα τέλη της δεκαετίας του 70 ένας δημοσιογράφος βρήκε την Florence. Άσκησε δριμεία κριτική στη φωτογράφο, η οποία είχε πεθάνει το 1965, τονίζοντας ότι ένιωσε εκτεθειμένη από τη φωτογραφία και θα ευχόταν να μην είχε τραβήξει. Επίσης μετανιώνει το γεγονός ότι δεν είχε κάποιο κέρδος από αυτή. Η Florence Owens Thompson πέθανε το 1983. Το 1998, η υπογεγραμμένη φωτογραφία από την Lange πωλήθηκε 244.500 $ σε έναν πλειστηριασμό.

Περίμενα να δω φόβο στα μάτια του, αλλά αντ΄αυτού είδα αγάπη

Το ημερολόγιο λέει 16 Οκτωβρίου 1968. Είναι η πέμπτη ημέρα των ολυμπιακών αγώνων στο Μεξικό, των πρώτων που πραγματοποιούνται σε χώρα της Λατινικής Αμερικής. Ο αγώνας των 200 μέτρων ολοκληρώνεται με τον Αμερικανό Τόμι Σμιθ να καταρρίπτει το παγκόσμιο ρεκόρ και να παίρνει το χρυσό. Στην δεύτερη θέση ο Αυστραλός Πίτερ Νόρμαν με χρόνο 20.06, κάνοντας εθνικό ρεκόρ που μέχρι σήμερα δεν έχει καταρριφθεί, και τρίτος ήρθε ο, επίσης Αμερικανός, Τζον Κάρλος. Όμως αυτό που θα ακολουθούσε θα ήταν πολύ σημαντικότερο από κάθε μετάλλιο και κάθε ρεκόρ.

Οι δυο αμερικανοί εμφανίστηκαν στην απονομή χωρίς παπούτσια, φορώντας μαύρες κάλτσες θέλοντας να αναδείξουν την φτώχεια των μαύρων. Ο Σμιθ φορούσε ένα μαντήλι-σύμβολο της μαύρης περηφάνιας, ενώ ο Κάρλος είχε ξεκούμπωτο το πάνω μέρος της φόρμας του, τιμώντας όλους τους Αμερικανούς εργάτες και φορώντας ένα κολιέ με χάντρες “ αφιερωμένο σε όλους τους νεκρούς, από λιντσάρισμα ή κρέμασμα, για τους οποίους κανείς δεν προσευχήθηκε”.

Ο Πίτερ Νόρμαν, όχι μόνο ήταν ενήμερος για τη διαμαρτυρία των συναθλητών του, αλλά φορούσε και ο ίδιος μια κονκάρδα της ολυμπιακής οργάνωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όπως έλεγε αργότερα ο Κάρλος “Περίμενα να δω φόβο στα μάτια του αλλά αντ΄αυτού είδα αγάπη“.

Κατά την διάρκεια του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ, οι δυο μαύροι αθλητές σήκωσαν ψηλά τις γροθιές τους, κατέβασαν το κεφάλι και έμειναν σιωπηλοί. Ο Σμιθ δήλωσε αμέσως μετά: “Αν νικήσω θα είμαι ένας Αμερικανός και όχι μαύρος. Αν κάνω κάτι κακό, θα βγουν και θα πουν ότι είμαι ένας νέγρος. Είμαστε μαύροι και είμαστε περήφανοι γι αυτό.”

Στο στάδιο επικράτησε σιωπή. Η τιμωρία δεν άργησε να έρθει αν και ήδη είχαν γίνει αντιρατσιστικά σύμβολα. Ο επικεφαλής της αμερικανικής αποστολής είπε οτι οι αθλητές θα πληρώσουν αυτό που έκαναν για όλη τους ζωή κι ότι η πράξη τους δεν είχε καμία σχέση με τον αθλητισμό. Ο Κάρλος κι ο Σμιθ αμέσως αποβλήθηκαν από την αμερικανική ολυμπιακή ομάδα κι εκδιώχθηκαν από το ολυμπιακό χωριό. Μόλις γύρισαν στην πατρίδα τους, ήρθαν αντιμέτωποι ακόμη και με απειλές για τη ζωή τους όμως με το πέρασμα του χρόνου και σχετικά γρήγορα αποδείχθηκε ότι έκαναν το σωστό κι έγιναν «πρωταθλητές» στον αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Τα πράγματα για τον Νόρμαν ήταν διαφορετικά. Το 1972 οι Αυστραλοί δεν τον έστειλαν στους Ολυμπιακούς του Μονάχου αν και είχε κερδίσει την πρόκριση. Οι συμπατριώτες του του συμπεριφέρθηκαν σαν να ήταν ξένος. Η οικογένειά του απομονώθηκε κι ο ίδιος δεν μπορούσε να βρει δουλειά. Για κάποιο διάστημα δούλεψε σαν γυμναστής και άλλες φορές δούλευε σε κρεοπωλείο. Δεν σταμάτησε ποτέ όμως να μάχεται για την ισότητα. Απογοητευμένος, συνέχισε να τρέχει σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Ένας σοβαρός τραυματισμός όμως τον οδήγησε στην κατάθλιψη και τον αλκοολισμό.

Για πολλά χρόνια ο Νόρμαν είχε μόνο μία ελπίδα να ανακάμψει. Τον καλούσαν να καταδικάσει την πράξη των συναθλητών του και σε αντάλλαγμα θα έπαιρνε μια χάρη από το σύστημα που τον είχε εξοστρακίσει. Μία χάρη που θα του επέτρεπε να βρει μια σταθερή δουλειά στην αυστραλιανή Ολυμπιακή Επιτροπή και να πάρει μέρος στη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του Σύδνεϋ το 2000. Ο Νόρμαν δεν ενέδωσε ποτέ. Αν και υπήρξε ο μεγαλύτερος Αυστραλός σπρίντερ στην ιστορία της χώρας και ο κάτοχος του ρεκόρ των 200 μέτρων δεν εκλήθη ποτέ στους Ολυμπιακούς του Σύδνεϋ.

Ο Νόρμαν πέθανε ξαφνικά από ανακοπή το 2006, χωρίς να ακούσει ούτε μια τυπική συγγνώμη. Στην κηδεία του ο Τόμι Σμιθ και ο Τζον Κάρλος, φίλοι του από τότε, ήταν αυτοί που κράτησαν το φέρετρο αποχαιρετώντας τον ως ήρωα. «Ο Πίτερ ήταν ένας μοναχικός στρατιώτης. Επέλεξε εσκεμμένα να θυσιαστεί για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δεν υπάρχει άλλος εκτός από αυτόν που η Αυστραλία θα έπρεπε να αναγνωρίζει και να τιμά. Πλήρωσε το αντίτιμο της επιλογής του. Δεν ήταν απλά μία κίνηση για να μας βοηθήσει, ήταν ο αγώνας του. Ήταν ένας λευκός Αυστραλός ανάμεσα σε δύο έγχρωμους που στάθηκαν μαζί τη στιγμή της νίκης, ενωμένοι για τον ίδιο αγώνα» έλεγε ο Τζον Κάρλος.

Μόλις το 2012 το Αυστραλιανό κοινοβούλιο ζήτησε επισήμως συγγνώμη στον Νόρμαν με την ακόλουθη δήλωση: “Αυτή η Βουλή αναγνωρίζει τις εξαιρετικές αθλητικές επιδόσεις που Πίτερ Νόρμαν που κέρδισε το ασημένιο μετάλλιο στα 200μ. το 1968 στους Ολυμπιακούς του Μεξικού με χρόνο 20.06 το οποίο δεν έχει καταρριφθεί ακόμα στη χώρα μας. Αναγνωρίζει την γενναιότητα του Πίτερ Νόρμαν να φορέσει την κονκάρδα για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο βάθρο, σε αλληλεγγύη με τους Αφροαμερικανούς αθλητές Τόμι Σμιθ και Τζον Κάρλος που χαιρέτησαν με την γροθιά της Μαύρης Δύναμης. Ζητάει συγγνώμη από τον Πίτερ Νόρμαν για το λάθος που έγινε από την Αυστραλία με τον να μην τον στείλει το 1972 στους Ολυμπιακούς του Μονάχου αν και ήταν ικανός και αναγνωρίζει τον δυναμικό ρόλο που ο Πίτερ Νόρμαν έπαιξε στην αντιμετώπιση του ρατσισμού”

Σε μία περίοδο που τόσο ο αθλητισμός, όσο και η κοινωνία γενικότερα μαστίζεται από φαινόμενα ρατσισμού, είναι το λιγότερο συγκινητικό να υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν τα πάντα και θυσιάζουν τον εαυτό τους για έναν καλύτερο κόσμο.

Πηγές: Μηχανή του χρόνου, sport24, wikipedia

Μία όψη της προσφυγιάς

Ο Endre Ernő Friedmann, γνωστός ως Ρόμπερτ Κάπα ήταν Ούγγρος πολεμικός φωτογράφος και φωτορεπόρτερ που κάλυψε πέντε διαφορετικούς πολέμους: τον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, τον Β΄ Σινοϊαπωνικό πόλεμο, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε όλη την Ευρώπη, τον Αραβο-Ισραηλινό πόλεμο του 1948, και τον Πρώτο Πόλεμο της Ινδοκίνας. Οι φωτογραφίες του απεικονίζουν τη βία του πολέμου με μοναδικό τρόπο. Το 1947, ο Κάπα ίδρυσε με άλλους φωτογράφους το Magnum Photos, έναν οργανισμό που αποτελούσε το πρώτο συνεργατικό πρακτορείο για ανεξάρτητους φωτογράφους σε παγκόσμια κλίμακα.

Με το όρο Aliyah χαρακτηρίζουμε την μετανάστευση του Εβραϊκού λαού από την διασπορά πίσω στο Ισραήλ. Με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948, παραπάνω από 3 εκατομμύρια Εβραίοι μετανάστευσαν στο νεοσύστατο κράτος. Η παραπάνω φωτογραφία τραβήχτηκε από τον Κάπα το 1950. Ο ίδιος στο διάστημα 1948-1950 ταξίδεψε πολλές φορές στο Ισραήλ, ώστε να καταγράψει τον τρόπο ζωής και τις συνθήκες διαβίωσης στα στρατόπεδα διαμετακόμισης προσφύγων. Στην φωτογραφία φαίνεται η αμεσότητα και η ζεστασιά του φωτογράφου απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους, καθώς δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος από αυτά που βιώνουν.

Σχεδόν 70 χρόνια μετά οι φωτογραφίες που τραβάμε είναι έγχρωμες. Έχει αλλάξει όμως τίποτα άλλο;