Σ’ αγαπώ για όλες τις γυναίκες που δε γνώρισα σ’ αγαπώ για όλες τις εποχές που δεν έζησα για το άρωμα της απεραντοσύνης και το άρωμα του ζεστού ψωμιού για το χιόνι που λιώνει, για τα πρώτα λουλούδια για τα αγνά ζώα που δε φοβίζει ο άνθρωπος σ’ αγαπώ για ν’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ για όλες τις γυναίκες που δεν αγαπώ.
Ποιος με αντανακλά αν όχι εσύ η ίδια, βλέπω τον εαυτό μου τόσο λίγο χωρίς εσένα δε βλέπω τίποτε άλλο παρά μια απέραντη έρημο ανάμεσα στο άλλοτε και το σήμερα. Υπήρξαν όλοι αυτοί οι θάνατοι που ξεπέρασα πάνω στ’ άχυρα δεν μπόρεσα να περάσω το τείχος του καθρέφτη μου χρειάστηκε να μάθω λέξη προς λέξη τη ζωή Όπως τη λήθη.
Σ’ αγαπώ για τη σύνεση που έχεις σε αντίθεση με μένα για την ευεξία. Σ’ αγαπώ κόντρα σ’ όλες τις ψευδαισθήσεις γι’ αυτήν την αθάνατη καρδιά που δε φυλακίζω. Νομίζεις πως είσαι η αμφιβολία ενώ είσαι η λογική είσαι ο μεγάλος ήλιος που ανατέλλει στο κεφάλι μου όταν είμαι βέβαιος για μένα.
Τα πρόσωπα των παιδιών είναι πατρίδες φερμένες εδώ απ’ τα τέσσερα σημεία της γης για ένα διάλογο αγάπης. Κοινό το χορτάρι κι ο ήλιος και τα χέρια που παίζουνε. Βλέπετε αυτά τα παιδιά που τα μάτια τους είναι γιομάτα ουρανό και αθωότητα; Είναι οι ίδιοι αυτοί που σκοτώθηκαν στους πολέμους· που εξωσμένοι απ’ του κόσμου αυτού την αδιαίρετη σκηνή επαιτήσανε το δικαίωμα να χαρούνε τη γη που τους γέννησε: Να κάθονται πάνω της ή να πορεύονται, να μαζεύουν λουλούδια, να ψαρεύουν στις λίμνες, να σκάφτουν, να χτίζουν, να θαυμάζουν τον κόσμο μες απ’ των άσπρων τους σπιτιών τα παράθυρα δίχως φόβο· ασφαλείς και ισότιμοι απέναντι στη βροχή. Οι ίδιοι που πάλαιψαν γενναία το αδυσώπητο σκοτάδι και πέσανε· που έκαμαν όμορφα όνειρα. Δεν ήτανε διαφορετικά το γέλιο, τα χέρια, οι κινήσεις τους, κι όμως σκοτώθηκαν. Τα μάτια τους ίδια το φως που ζητούσανε. Κάθε πρωί που βγαίνει ο ήλιος στην πόλη του Τρόγγεν, στο χωριό Πεσταλότσι, τα πράγματα είναι το ίδιο απλά, όπως άλλωστε ήταν πάντοτε σε τούτο τον κόσμο. Μονάχα πως τα πρόσωπα εδώ των παιδιών είναι πατρίδες. Κάθε πρωί, με το ίδιο τραγούδι και κάτω απ’ την ίδια υπόσχεση αγάπης όλα μαζί είναι η Υδρόγειος που προσεύχεται.
Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, Τρία φύλλα, Αθήνα 1981, σ. 280-281
Ακούστε το εδώ:
Η φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι έργο του καλλιτέχνη Banksy.
Τρυφερή, ανθρώπινη, μαχητική, συγκινητικά αληθινή, σκληρά πραγματική. Η «Αγγέλα» (1957) του Γιώργου Σεβαστίκογλου είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της νεοελληνικής δραματουργίας.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου τροφοδότησε το νεοελληνικό θέατρο με σημαντικό συγγραφικό, μεταφραστικό, σκηνοθετικό και παιδαγωγικό έργο. Υπηρέτησε το θέατρο, συνδυάζοντας πάντα την καλλιτεχνική δημιουργία με την κοινωνική ευθύνη. Η θεατρική του διαδρομή ανακαλεί, συχνά, δραματικές ιστορικές μνήμες της νεότερης Ελλάδας, που διαποτίζουν κάθε πτυχή της πνευματικής του κατάθεσης και σφραγίζουν τις αναζητήσεις της καλλιτεχνικής του πορείας. Συμμετείχε στον ιδρυτικό πυρήνα του «Θεάτρου Τέχνης», για το οποίο μετέφρασε πληθώρα θεατρικών έργων.
Στη διάρκεια του Εμφυλίου ήταν, μαζί με τον Μάνο Ζαχαρία, υπεύθυνος του κινηματογραφικού συνεργείου του ΔΣΕ. Με την υποχώρηση του ΔΣΕ, βρέθηκε στην Τασκένδη. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1965 αλλά με το απριλιανό πραξικόπημα, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Από το 1981 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, όπου μετέφρασε και σκηνοθέτησε για το Εθνικό Θέατρο και άλλους θιάσους. Σύντροφος της ζωής του, από το 1945, υπήρξε η γνωστή συγγραφέας Άλκη Ζέη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Πέθανε στην Αθήνα, την 1η του Δεκέμβρη 1990.
Έγραψε τα θεατρικά έργα: Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, Κωνσταντίνου και Ελένης , Να λευτερώσουμε τους Αλυσσομένους, Η Μαρούσω η Βαγγέλαινα, Σε Μαρμαρένια Αλώνια, Αγγέλα, Ο Θάνατος Βασιλικού Επίτροπου.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ
Αθήνα. Δεκαετία του ’50. Η Αγγέλα ένα ορφανό κορίτσι έρχεται από το χωριό της στο “μεγάλο κόσμο” της πρωτεύουσας αναζητώντας δουλειά, εκεί αντικαθιστά μια υπηρέτρια που έχει αυτοκτονήσει κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Στον σκοτεινό και περίπλοκο αυτό κόσμο θα συναντήσει τις άλλες υπηρέτριες, θα αφουγκραστεί τους καημούς τους, θα ανακαλύψει τα μυστικά τους, θ’ αποκτήσει φίλους κι εχθρούς. Πολύ σύντομα όμως, ο ερχομός του Λάμπρου, αδερφού της προκατόχου της, θα ανατρέψει κάθε ισορροπία, όταν η αγωνιώδης αναζήτησή του για τους πραγματικούς λόγους της αυτοκτονίας θα φέρει όλους τους ήρωες αντιμέτωπους με τα ηθικά τους διλήμματα και θα τους αναγκάσει να “πάρουν θέση”. Αγγέλα και Λάμπρος μοιραία εμπλέκονται σ’ ένα επικίνδυνο αλλά και γοητευτικό ταξίδι προς την αλήθεια τον έρωτα και τη ζωή, ένα ταξίδι που αποδεικνύεται εξίσου επώδυνο και ανατρεπτικό με απρόβλεπτες συνέπειες για τους ίδιους αλλά και όσους τους περιτριγυρίζουν…
Μνήμες της επαρχίας, έρωτες, όνειρα αλλά και ένας μυστηριώδης θάνατος μπερδεύονται, με φόντο μια Ελλάδα τραυματισμένη από τον Εμφύλιο, όπου κυριαρχούν η φτώχεια, η εκμετάλλευση, η αστυνομία, το όνειρο της φυγής, η μετανάστευση στην Αμερική.
Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου έγραψε την «Αγγέλα» το 1957 στη Μόσχα. Εκεί κατέφυγαν αυτός και η σύζυγός του Άλκη Ζέη, κυνηγημένοι για τις ιδέες τους. Το έργο μεταφράστηκε αμέσως στα ρωσικά και αργότερα και σε πολλές άλλες γλώσσες. Ανέβηκε σε πολλές σκηνές της Ελλάδας και του εξωτερικού. Αποτελεί, αναμφίβολα, μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της νεοελληνικής δραματουργίας. Μια λαϊκή τραγωδία μεταξύ ποίησης και ρεαλισμού, η «Αγγέλα» ανέβηκε ξανά το 2016 είκοσι χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή της στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Παλούμπη. Ιδιαίτερα επιτυχημένη ήταν και η παράσταση των θεατρικών σεζόν 2016-2019 στο θέατρο Altera Pars σε σκηνοθεσία Πέτρου Νάκου. Την παράσταση αυτή είχαμε την χαρά να παρακολουθήσουμε και εμείς τον Ιανουάριο του 2019.
Ο Σεβαστίκογλου συνθέτει ένα σπαρακτικό πορτρέτο της Μετεμφυλιακής Ελλάδας της μετανάστευσης και του ταραγμένου πολιτικού σκηνικού, με επίκεντρο τον μικρόκοσμο των κοριτσιών που δουλεύουν ως υπηρέτριες κι έρχονται αντιμέτωπες καθημερινά με την καταπίεση, την βία και την εκμετάλλευση. Οι ηρωίδες του Σεβαστίκογλου συμβιβάζονται με τη σκληρή τους μοίρα και παραδίδονται άνευ όρων στον αγώνα για την επιβίωση αλλά δεν παύουν να ελπίζουν, να ονειρεύονται και να παραμένουν βαθιά αισιόδοξες. Όλα τα πρόσωπα του έργου, με τις αδυναμίες τους, τα πάθη τους, τα θέλω τους και τα διλήμματα τους, συμπληρώνουν ένα πολυσύνθετο ψηφιδωτό της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης ανεξαρτήτως εποχής, φυλής και καταγωγής. Η Αγγέλα είναι πάνω απ’ όλα, ένα έργο πανανθρώπινο.
Μέσα από την πορεία για την ανακάλυψη της αλήθειας, το έργο παρακολουθεί και αναδεικνύει την ηθική και ψυχική δοκιμασία των ηρώων, που διεκδικούν απεγνωσμένα το δικαίωμα τους για μια καλύτερη ζωή, γι’ αυτά τα “λίγα” και “απλά πράματα”:
μία πόρτα, ἕν᾿ἄστρο, ἕνα σκαμνὶ ἕνα χαρούμενο δρόμο τὸ πρωὶ ἕνα ἤρεμο ὄνειρο τὸ βράδι. Ἕναν ἔρωτα ποὺ νὰ μὴ μᾶς τὸν λερώνουν ἕνα τραγούδι που νὰ μποροῦμε νὰ τραγουδᾶμε…
Το ίδιο το έργο δεν αποτελεί ένα δράμα για τις υπηρέτριες, αλλά απομονώνει και φωτίζει τη λεπτομέρεια ενός μεγάλου πίνακα όπου αποτυπώνεται η διαχρονικότητα ενός μηχανισμού ηθικής διάβρωσης και διαφθοράς που συντηρείται απ τους ισχυρούς . Ο μηχανισμός αυτός κυριαρχεί δραματουργικά στο στήσιμο της πλοκής, και γίνεται η αφορμή για την τελική αποκάλυψη της λειτουργίας του ίδιου του συστήματος.
Αναρριχήθηκες σε μένα μέσα από το όνειρο ή μήπως μέσα από τον λήθαργο; Είσαι η παιδούλα μου η χαμένη ή μήπως η ανέφικτη γυναίκα; Μια γυναίκα που τον χρόνο της σκορπά με τους περαστικούς των δρόμων; Σε σένα ήρθα ο σπιλωμένος, ο κενός, εγώ ο πάντα προδομένος. Με λήστεψαν..
Μες τη ζωή μου εφορμάς, σφραγίζεις πίσω σου τη μνήμη. Γυναίκα, γυμνώσου απ των λόγων σου την τέφρα και πλησίασε στου δρόμου την άκρη σε προσμένω. Το συναπάντημά μας, η ολοκλήρωση της σκοτεινιάς και η θανή του χρόνου. Βυθίζει τα χέρια της στη μνήμη μου και με ξεπλένει από τα σαπισμένα πλάσματα από τη σκόνη, από τον καιρό. από τον ίδιο μου τον εαυτό με αποκαθαίρει. Με σκεπάζουν τα χέρια της κι αυτά αποκαλύπτουν την καρδιά μου. Ατσάλι! Μια ιστορία το κορμί μου, τα μέλη μου άνυδροι αγροί. ποτέ νερό δεν τα ποτίζει, ούτε η λησμονιά.
Rifaat Salam, Παγιδευμένοι σε μια συνάντηση, Ανθολογία Σύγχρονης Αραβικής ποίησης (μτφρ. Πέρσα Κουμούτση), εκδ. ΑΩ, 2016
Κάποιες συναντήσεις αλλάζουν ζωές. Κάποιες άλλες σώζουν ζωές.
Το “Η Ζωή Μπροστά σου” βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του 1975 από τον Γάλλο λογοτέχνη Ρομέν Γκαρί (με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Εμίλ Αζάρ, που αποκαλύφθηκε μετά την αυτοκτονία του το 1981) και είναι η νέα πολυσυζητημένη άφιξη στο Netflix. Στο “Η Ζωή Μπροστά σου” (που είχε μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη και το 1977 από το Μοσέ Μισραχί) επιστρέφει μετά από δεκαετή αποχή από τον κινηματογράφο η θρυλική Ιταλίδα ηθοποιός Σοφία Λόρεν, με σκηνοθέτη και συν-σεναριογράφο τον γιό της, Εντοάρντο Πόντι.
Η ιστορία ακολουθεί την επιζήσασα του Ολοκαυτώματος Μαντάμ Ρόζα, η οποία φροντίζει τα παιδιά των ιερόδουλων. Η Ρόζα θα συναντήσει στο Μπάρι της ιταλικής επαρχίας Πούλια, τον Μόμο (Ιμπραχίμα Γκεγέ), ένα 12χρονο ορφανό από τη Σενεγάλη και θα αναπτύξουν μια συγκινητική και ιδιαίτερη φιλία. Ο Πόντι μετέφερε την ιστορία από το Παρίσι (όπου διαδραματιζόταν στο μυθιστόρημα του Γκαρί) στην Πούλια, για να τιμήσει τις ναπολιτάνικες ρίζες της μητέρας του.
Η Λόρεν χαρακτήρισε το μυθιστόρημα, «μια θλιβερή ιστορία αγάπης και φιλίας ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που τους χωρίζουν η θρησκεία, η φυλή, η ηλικία και η κουλτούρα». Όπως αναφέρει, «οι χαρακτήρες του Γκάρι αποτελούν δυο διαφορετικές πλευρές του ίδιου νομίσματος, καθώς επέζησαν και οι δύο». Η ηθοποιός πιστεύει ότι το κοινό θα βρει σημεία που σχετίζονται με την καθημερινότητά του, μέσα από αυτή την απίθανη ένωση των δύο ανθρώπων. «Ζούμε σε τόσο πολωμένο κόσμο. Αυτή η ιστορία μιλάει για τη σημασία του να είμαστε ορατοί και να ακουγόμαστε, ώστε αν μόνο μάθουμε να δεχόμαστε τις διαφορές μας, οι συνδέσεις που μπορούμε να δημιουργήσουμε, δεν έχουν όρια».
Χαμένη στις σκέψεις τρόμου από το Άουσβιτς, που ξυπνούν απροειδοποίητα, η Ρόζα της Σοφία Λόρεν είναι μια γυναίκα με θέρμη και πόζα, ιδανικός ρόλος για μια ηθοποιό που δεν έχει χάσει τη μοναδική επαφή που ανέκαθεν είχε με την κάμερα, ειδικά στα δακρύβρεχτα κοντινά, όταν ενθαρρύνει τον μικρό ή ζητά τη βοήθειά του για να μην ξεψυχήσει μόνη της σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Στα μάτια της Λόρεν καθρεφτίζεται η παιδική της ηλικία, το φιλόδοξο ξεκίνημά και η ταπεινή ρίζα που δεν ξέχασε ποτέ.
Ο ρόλος της Μαντάμ Ρόζα αποτελεί μια ιδιαίτερη εμπειρία για τη Λόρεν, έναν κύκλο που έκλεισε. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Γκεγέ στο ρόλο του Μόμο έχει περίπου την ίδια ηλικία με τη Λόρεν όταν εκείνη ξεκίνησε την υποκριτική. Ο Πόντι είπε ότι η μητέρα του αναγνώρισε οικεία χαρακτηριστικά στον Γκεγέ. «Στα 15 της χρόνια, η μητέρα μου ήταν ήδη πολύ προετοιμασμένη και πρόθυμη να κάνει τη δουλειά σωστά, πολύ προσεκτική και πολύ υπεύθυνη. Και ο Ιμπραχίμα είχε την ίδια αίσθηση του καθήκοντος να προετοιμαστεί, να σιγουρευτεί ότι όλα ήταν σωστά, να ακολουθήσει τη συμβουλή του σκηνοθέτη, να σιγουρευτεί ότι βρίσκεται στο σωστό σημείο. Πήρε το ρόλο πολύ σοβαρά και νομίζω ότι αυτό ήταν που η μητέρα μου θαύμασε σ’εκείνον».
Ο χαρακτήρας της ηλικιωμένης επιζήσασας των στρατοπέδων συγκέντρωσης και πρώην πόρνης Μαντάμ Ρόζα παραμένει ίδιος, αλλά το νεαρό αγόρι που παίρνει υπό την προστασία της είναι τώρα όχι από την Αλγερία όπως στο βιβλίο και το φιλμ του 77, αλλά από την Σομαλία, έχοντας φτάσει στην Ιταλία διασχίζοντας την Μεσόγειο. Μερικά πράγματα όμως δεν αλλάζουν όσα χρόνια κι αν περάσουν κι ανάμεσα σε αυτά μετράμε τις τύχες των κατατρεγμένων αλλά και την θεραπευτική δύναμη της αποδοχής, της κατανόησης και της αγάπης. Το φιλμ του Πόντι μιλάει ακριβώς για αυτά μέσα από μια απολύτως στρωτή και γραμμική αφήγηση, αλλά ακολουθώντας με προσοχή και σεβασμό τους μηχανισμούς ενός γλυκόπικρου δράματος δίχως ποτέ να βυθίζεται στον υπερβολικό μελοδραματισμό. Ακόμη, μια σειρά από καλογραμμένους -και καλοκάγαθους- χαρακτήρες συμπληρώνουν το παζλ μιας ταινίας, στην οποία οι συναισθηματικές εντάσεις και οι αφηγηματικές αγωνίες ανεβοκατεβαίνουν με τρόπο αναμενόμενο, αλλά όχι ενοχλητικό.
Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν στην Ιταλία, με τον σκηνοθέτη να ξεκαθαρίζει πως η δική του μεταφορά έχει πολλές διαφορές με το φιλμ του 1978, ενώ δήλωνε χαρούμενος για την τρίτη φορά που του δίνεται η ευκαιρία να σκηνοθετήσει τη μητέρα του: «Θέλει να βάλει όλες της τις δυνάμεις για μια ταινία γεμάτη με σωματικές και συναισθηματικές προκλήσεις. Η ενέργεια και το πάθος που βάζει σε κάθε σκηνή είναι πραγματικά ένα υπέροχο θέαμα». Αντίστοιχα, η Λόρεν ανέφερε: «Ο γιος μου με ξέρει πολύ καλά. Ξέρει κάθε εκατοστό του προσώπου, της καρδιάς μου και της ψυχής μου. Θα προχωρήσει στο επόμενο πλάνο μόνο όταν ξέρει ότι έδωσα τον καλύτερό μου εαυτό.»
Η Σοφία Λόρεν σε παλαιότερη εμφάνισή της με τον γιο της, Εντοάρντο Πόντι
Η ταινία “Η Ζωή μπροστά σου” του Πόντι είναι καλοφτιαγμένη και είναι και κινηματογραφική, έχει τον αέρα ενός κλασικού δράματος με θετικό κοινωνικό πρόσημο και μοιάζει φτιαγμένη για να αρέσει σε όσο το δυνατόν περισσότερους θεατές. Μια ταινία που μπορεί να μην φέρνει κάτι καινούργιο στο σινεμά του τώρα μα που είναι καλοδεχούμενη και γιατί όχι χρήσιμη σε έναν κόσμο, όπου η αποδοχή και η αγάπη για τον άλλο δοκιμάζεται συχνά.
Χριστέ μου, δόστου τη χαρά, τη μόνη που μπορούσε να σου ζητήση απάνω εκεί νοσταλγικά η ψυχή του. κάνε το θάμμα κι άσε τον να ζήση όπως εζούσε σε μια μεριά που, τάχατες, να μοιάζη το νησί του. Νάναι τα βράχια στο γκρεμό βαθιά κουφαλιασμένα, νάχη σωριάσει η θάλασσα στην αμμουδιά τα φύκια, κι αράδα-αράδα στο γιαλό δεμένα, αποσταμένα, να σιγοτρίζουν τα φτωχά σκιαθίτικα καΐκια. Νάναι οι νησιώτισσες οι γριές, κ’ οι νιες, οι πεθαμένες αυτές που τις θλιμμένες τους μας έλεγε ιστορίες – να γνέθουν το λινάρι οι γριές στην πόρτα καθισμένες, και δίπλα στα παράθυρα ν’ ανθίζουν οι γαζίες. Κ’ ύστερα ακόμα νάναι ελιές, και νάναι κυπαρίσσια, σκυμμένα νάναι και το φώς τ’ αχνό να προσκυνάνε, να τονε περιμένουνε στον κάμπο τα ξωκκλήσια Και την καμπάνα τους μακρυά οι αγγέλοι να χτυπάνε. Δόστου, Χριστέ μου, τη στερνή χαρά να ιδή και πάλι τη γνώριμή του τη ζωή κοντά στ’ ακροθαλάσσι! Αχ, έτσι αθώα, κ’ έτσι απλά κι αγνά την είχε ψάλει, που της αξίζει εκεί ψηλά μαζί μ’ αυτόν ν’ άγιάση!
Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή κόψ’ τη φωνή σου σώπασε επιτέλους κι αν ο λόγος είναι άργυρος η σιωπή είναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε: «σώπα».
Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή, μου λέγανε: «εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!»
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε: «κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ….σώπα!»
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε. Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο, «Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε, «θα βρεις το μπελά σου, σώπα».
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι «Μη χώνεις τη μύτη σου παντού, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα».
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και ήξερε να σωπαίνει. Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε «Σώπα».
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε: «Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα». Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμίες ζηλευτές, με τους γείτονες, μας ένωνε, όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω, σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο. Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι. Κατάπιαμε τη γλώσσά μας. Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε. Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα». και μαζευτήκαμε πολλοί μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα, τα πάντα κι όλα πολύ. Εύκολα, μόνο με το Σώπα. Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».
Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου και κάν’ την να σωπάσει. Κόψ’ την σύρριζα. Πέτα την στα σκυλιά. Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες. Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς , χωρίς να μιλάς να λές «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς». Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.
Και δεν θα μιλάς, θα γίνεις φαφλατάς, θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’ την αμέσως. Δεν έχεις περιθώρια. Γίνε μουγκός. Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσά σου.
Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου, γιατί νομίζω πως θα’ ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο , με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λέει: ΜΙΛΑ!
Με εξέπληξε ιδιαίτερα που γνώρισα ένα έργο, όπου η δική μου αντίληψη για τον έρωτα –ως πολεμικό όπλο που εκπορεύεται από το θανάσιμο μίσος ανάμεσα στα φύλα– εκφράζεται μεγαλειωδώς».
Από επιστολή του Νίτσε στον Στρίντμπεργκ
Ο «Πατέρας» (1887) είναι ένα έργο που γεννήθηκε από τις πραγματικές ανησυχίες που βασάνιζαν τον Στρίντμπεργκ την εποχή που το έγραφε. Τόσο η πατρότητα, όσο και το μεγάλο, αιώνιο, χάσμα ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, αλλά κυρίως η πολύ κακή σχέση που είχε με την γυναίκα του εκείνη την περίοδο, στάθηκαν η αφορμή για να το γράψει. Μπορεί κανείς να ονομάσει τον «Πατέρα» μια αυτοβιογραφία πάνω στη συγκεκριμένη αγωνία, αγωνία που διακατείχε συνέχεια τον Στρίντμπεργκ και που μεταφέρει στον ήρωα του έργου προσπαθώντας να κρατήσει το δικαίωμα της απόλυτης ευθύνης πάνω στο παιδί του από τη μια -επικρατούσα άποψη της εποχής- και από την άλλη, στην προσπάθεια της γυναίκας του να έχει κι αυτή δικαίωμα πάνω στην ανατροφή της κόρης της. Αρχή των δικαιωμάτων των γυναικών, αρχή του φεμινισμού, τα δύο φύλα συγκρούονται.
Από την παρουσίαση του έργου στο θέατρο Αποθήκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη (Αθήνα, 2019)
Είναι άλλωστε γνωστό ότι όταν μιλάει κανείς για τον Αύγουστο Στρίντμπεργκ, αναφέρεται στον κατεξοχήν μετρ της ψυχολογικής ανάλυσης, σ’ έναν συγγραφέα που αντιλαμβανόταν τη μάχη των φύλων ως ένα από τα σημαντικότερα θέματα για να δημιουργηθεί ένα σύγχρονο δραματικό έργο. Όπως έγραψε χαρακτηριστικά σε ένα θεατρικό του σημείωμα ο Άγγελος Τερζάκης “η γυναίκα θα ασκήσει πάνω στη ζωή του Στρίντμπεργκ μια αλλόκοτη και αντιφατική έλξη. Έβλεπε στην πάλη άντρα-γυναίκας μια στοιχειακή αναμέτρηση, η οποία παίρνει διαστάσεις φυσικού νόμου”. Το έργο αυτό αποτελεί μία θανάσιμη αναμέτρηση ανάμεσα στον Ίλαρχο, στρατιωτικό και σεβαστό επιστήμονα, και τη σύζυγό του, σχετικά με την ανατροφή και μόρφωση της κόρης τους. Η υπόθεση, ωστόσο, θα πάρει μια ιδιαίτερα σοβαρή τροπή όταν η γυναίκα υπαινίσσεται στον άντρα της ότι μπορεί να μην είναι αυτός ο φυσικός πατέρας. Μέσα στη επακόλουθη δίνη της αμφιβολίας και του πάθους, ο πατέρας νικημένος, οδηγείται στην παραφροσύνη. Όλο το δράμα ξετυλίγεται στο σπίτι του Ιλάρχου, στο οποίο βασιλεύει η γυναικοκρατία υπό τη μορφή μιας κρυφής διακυβέρνησης από τη γυναίκα. Στον Πατέρα, ο συγγραφέας σκιαγραφεί με ψυχογραφική μαεστρία τη σύγκρουση των φύλων. Άλλωστε, η γυναίκα άσκησε και στη ζωή του Στρίντμπεργκ μία αντιφατικά μαγνητική έλξη. Μάλιστα, ο Σουηδός συγγραφέας θεωρήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις – από κοινό και κριτικούς – μισογύνης με τον ίδιο να ομολογεί ότι “αυτή είναι η άλλη όψη της έντρομης έλξης που νιώθω για το αντίθετο φύλο”.
Γραμμένο το 1887, δέκα χρόνια σχεδόν μετά το Κουκλόσπιτο του Ίψεν, όπου πρώτη φορά εκφραζόταν τόσο τολμηρά στο σύγχρονο θέατρο η διεκδίκηση της γυναικείας ταυτότητας, και η χειραφέτησή της από τα δεσμά του παραδοσιακού της ρόλου, ο «Πατέρας» (ακόμα και η επιλογή του τίτλου είναι ενδεικτική της θέσης που υιοθετεί ο συγγραφέας) αμφισβητεί ξεκάθαρα το νόημα μιας τέτοιας χειραφέτησης – που παρουσιάζει ως, ούτως ή άλλως, «κεκτημένη»: «δεν έχεις παρά να βάλεις χαλινάρι στις γυναίκες του σπιτιού σου», νουθετεί ο Πάστορας τον πατέρα που παραπονιέται ότι ζει σε «κλουβί με άγρια θηρία» περικυκλωμένος από «υπολογιστικά» και «ύπουλα» θηλυκά, με τη μητέρα να παραχαράσσει ανενδοίαστα την αλήθεια και να συνωμοτεί μεφιστοφελικά εναντίον του.
Από την παρουσίαση του έργου στο θέατρο Αποθήκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη (Αθήνα, 2019)
Αυτή η τάση «αυτονόμησης» της συζύγου, μοιάζει να λέει ο συγγραφέας, είναι κάτι εξόχως επικίνδυνο, αφού μπορεί να θίξει το κυριότερο διακύβευμα της αντρικής ταυτότητας και κυριαρχίας, την πατρότητα. Εξάλλου, ήδη από την αρχή του έργου καταλαβαίνουμε ότι αυτό ακριβώς είναι που κυρίως τον απασχολεί. Καθώς μας εισάγει στο ζοφερό οικογενειακό σύμπαν με τη στιχομυθία γύρω από την ιστορία μιας υπηρέτριας την οποία ένας στρατιώτης έχει αφήσει έγκυο αλλά αρνείται να παντρευτεί, προφασιζόμενος ότι το παιδί μπορεί να μην είναι δικό του. Και διαμείβονται τρομακτικά πράγματα μεταξύ των αντρών που συμμετέχουν στην κουβέντα, τον Ίλαρχο (τον πατέρα), τον Πάστορα και τον Στρατιώτη: Περιληπτικά μεταξύ άλλων, ότι «αν μια γυναίκα δε θέλει, τίποτα δε γίνεται», ότι «δεν είναι μικρό πράγμα να χαραμίσεις τη ζωή σου για ένα παιδί που δεν είναι καν δικό σου». Και ακόμη, ότι ίσως ο στρατιώτης «να μην είναι εντελώς αθώος, αλλά δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος. Το μόνο για το οποίο μπορεί κανείς να είναι σίγουρος είναι ότι η κοπέλα είναι ένοχη. Ήταν όμως άραγε ατύχημα ή όχι;» Όχι μόνο λοιπόν είναι έγκλημα η εγκυμοσύνη εκτός γάμου, αλλά μπορεί και να είναι έγκλημα εκ προθέσεως… που υπακούει σε χίλια δυο ταπεινά γυναικεία σχέδια και υπολογισμούς…
ΙΛΑΡΧΟΣ Η Βέρθα είναι ακόμα παιδί. Δεν έχει τη δική μας πείρα για να ξέρει ποιά είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένα κορίτσι της ηλικίας της. ΛΑΟΥΡΑ Ναι, αλλ’ αφού εμείς διαφωνούμε – καλύτερα ν’ αφήσουμε τη Βέρθα ν’ αποφασίσει. ΙΛΑΡΧΟΣ Όχι! Δε θ’ αφήσω κανέναν – ούτε γυναίκα, ούτε παιδί – να με υποκαταστήσει στα δικαιώματά μου! Βέρθα, πήγαινε μέσα! (Η Βέρθα βγαίνει) ΛΑΟΥΡΑ Δεν την άφησες να μιλήσει, γιατί φοβήθηκες ότι θα ‘ρθεί με το μέρος μου.
Στη διαμάχη λοιπόν του Ίλαρχου με την γυναίκα του σχετικά με την ανατροφή της κόρης τους, η μητέρα, προκειμένου να εμποδίσει τον πατέρα να επιβάλει τη δική του απόφαση, παίζει με τον ισχυρότερο φόβο του επικαλούμενη το ύστατο, αλλά ψευδές σ’ αυτή την περίπτωση, επιχείρημα: ότι το παιδί δεν είναι δικό του. Σπέρνοντας έτσι το δηλητήριο της αμφιβολίας στον ήδη κλονισμένο σύζυγο που, απομονωμένος λόγω των χειρισμών της και χάνοντας την κυριαρχία του στην «ψυχή» του παιδιού, εξωθείται στην τρέλα και στην καταστροφή.
Από την παρουσίαση του έργου στο θέατρο Αποθήκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη (Αθήνα, 2019)
Το ταραγμένο μυαλό του Στρίντμπεργκ και σε προέκταση του ήρωά του, του Ίλαρχου Άντολφ– δεν μπορεί να ηρεμήσει την ψυχή του, που από εκείνη τη στιγμή βασανίζεται από την υποψία. Μια υποψία που θα τον οδηγήσει σε ακρότητες προκειμένου να μάθει την αλήθεια που θα του στηρίξει την αξιοπρέπεια, τον ανδρισμό, αλλά κυρίως την σιγουριά της κυριαρχίας του μέσα στο σπίτι. Από την άλλη μεριά, η σύζυγος, η γυναίκα που τής είναι πλέον αδιανόητη αυτή η κυριαρχία του άντρα, θα τραβήξει το σκοινί μέχρι να σπάσει. Θα επηρεάσει τη γνώμη της κόρης τους εναντίον του πατέρα της, θα κατηγορήσει τον άντρα της, στο γιατρό και στον διοικητή του, σαν τρελό και θα οργανώσει μέσα στο σπίτι όποια συνωμοσία κρίνει απαραίτητη προκειμένου, όχι τόσο να μεγαλώσει η κόρη τους όπως κρίνει αυτή, αλλά για να κερδίσει αυτόν τον αδυσώπητο αγώνα με το αρσενικό. Και θα νικήσει επειδή το επιχείρημά της είναι ατράνταχτο.
Η γραφή του έργου, αδιαμφισβήτητα δραστική από την πένα ενός μεγάλου δραματουργού, ακτινογραφεί την οικογένεια, υπό το πρίσμα μιας «νομοτελειακής» ασφυξίας του αρσενικού απ’ το θηλυκό και της απόγνωσης του ελεύθερου πνεύματος που συνθλίβεται απ’ τα δεσμά του συντηρητισμού και της προκατάληψης. Αλλά εντυπωσιάζει ακόμα για τις βαθιά ριζωμένες πατριαρχικές αντιλήψεις που αποτυπώνει, όπως αναπαράγονται σε αρκετούς χώρους ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης μέχρι και σήμερα, και οι οποίες εντοπίζονται στη σκιαγράφηση τόσο των αντρών, όσο, κι ακόμα περισσότερο, των γυναικών: Ο πατέρας – πνεύμα εμφανίζεται πιο προοδευτικός καθώς είναι ο μόνος που αντιλαμβάνεται τη σημασία της μόρφωσης για την κόρη του, της απομάκρυνσής της από το σπίτι και της ανεξαρτησίας της. («Δεν θέλω εγώ να γίνω προαγωγός της κόρης μου και να την προετοιμάσω αποκλειστικά για γάμο (…) Θέλω να γίνει δασκάλα. Αν μείνει ανύπαντρη, θα μπορεί να συντηρεί τον εαυτό της (…) αν παντρευτεί, θα μπορέσει να αξιοποιήσει τις γνώσεις της στην εκπαίδευση των παιδιών της».) Δεν διαφαίνεται όμως καθόλου πίσω απ’ αυτή την ορθολογική θέση μια κάποια αναγνώριση της αυτοδιάθεσης του παιδιού. Αντίθετα, ο γάμος προβάλλει ως σταθμός ανυπέρβλητος: η ζωή του κοριτσιού ορίζεται από το αν θα παντρευτεί ή όχι.
Από την παρουσίαση του έργου στο θέατρο Αποθήκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη (Αθήνα, 2019)
Από την άλλη, η μητέρα είναι φύση και μάλιστα, φύση εκδικητική. Η μητρότητα προβάλλει ως τιμωρία αμφότερων, γυναίκας και παιδιού. Ασφυκτική, υστερόβουλη, βαμπιρική, η μητέρα θυσιάζεται και, ως ανταμοιβή, θέλει το παιδί για τον εαυτό της. Ταυτόχρονα, καθαγιάζεται όταν υποκαθιστά τον έρωτα στη σχέση με το άλλο φύλο («Θυμάσαι, λέει η Λώρα στον άντρα της, όταν μπήκα στη ζωή σου, ήμουν για σένα σαν δεύτερη μάνα. Σ’ αγαπούσα σαν παιδί μου».)
σο κι αν έχει περιγραφεί ως νατουραλιστικό δράμα, ο Πατέρας του Στρίντμπεργκ δεν εντάσσεται άνετα σε μια κατηγορία. Είναι ένα κείμενο τόσο παραληρηματικό, τόσο πυρετώδες, τόσο εμμονικό. Σπάει αυτομάτως τα δεσμά του, σαν τρομαγμένο ζώο που εκτινάσσεται από τα βάθη του ασυνειδήτου, ορμάει για να δαγκώσει, γρυλίζει πληγωμένο και χάνεται κραυγάζοντας στο σκοτάδι.
Στην Ελλάδα το έργο έχει παρουσιαστεί αρκετές φορές. Το 1988 ανέβηκε στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου με τον Αλέξη Μινωτή στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ το 2019 ανέβηκε στο θέατρο Αποθήκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη, μια παράσταση που κέρδισε κοινό και κριτικούς.
Από την παρουσίαση του έργου στο θέατρο Αποθήκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη (Αθήνα, 2019)
Πολλές φορές σε ζήτησα το απόγευμα: Όταν με βρήκε πίσω απ’ το παράθυρο να προφητεύω τις συνεχείς σιωπές σου. Όταν μια βίαιη σκηνή εκτυλίχτηκε σ’ εμένα ανάμεσα και στο τετελεσμένο. Όταν προχώρησα στο διπλανό δωμάτιο κι αυτό το εκάλεσα «φυγή». Κι άλλες επίμονες φορές σε φώναξε μεσ’ από έξι λαϊκά τραγούδια για πιάνο και για δύσκολο απόγευμα. Κι ακόμα τρεις θρηνητικές μορφές όταν τα θέματα σουρούπωναν κι ονόμασα τα μάτια σου «καθημερινά απογεύματα» κι όλον εσένα Κυριακή που είναι πάντα δύσκολη.