Όχι μια από τα ίδια της Σοφίας Πολίτου-Βερβέρη

Όχι μια από τα ίδια

Καθόμασταν, λέει, σε μια πεζούλα
ανάπηροι, με τα πόδια κομμένα
και αγναντεύαμε τη θάλασσα.
Μη με ρωτάς πώς φτάσαμε ως εκεί,
δεν ξέρω. Μπορεί εκεί να ήμαστε από πάντα.
Κι εκεί που αγναντεύαμε, γυρίζεις και με ρωτάς,
γράφουμε τα ίδια; γράφουμε τα διαφορετικά;
και όχι, σου απαντώ, δεν είναι ίδια τα μοτίβα,
παρά οι πόνοι και οι πόθοι των ανθρώπων.

Και είπαμε να φύγουμε, μα πουθενά δεν πήγαμε.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Λουτήρες, Εκδόσεις Έναστρον, 2019

Ακούστε το ποίημα εδώ:

Ο τρελός Αδάμ της Μάργκαρετ Άτγουντ

Όταν τα γουρούνια γίνουν οργούνια και οι άνθρωποι μπλε, ο Τζίμυ θα τριγυρνά σα ναυαγός…

Μελετώντας έναν από τους όχι και τόσο χιμαιρικούς κόσμους της Μάργκαρετ Άτγουντ

Είναι πολύ σπάνιο, έως κι αδύνατο ένας αναγνώστης να έχει την ανάγκη να ζήσει σε κοινωνίες εξωφρενικές, ζοφερές. Είναι όμως σίγουρο πως στους κόσμους που πλάθει με την πένα και τον νου της η Μάργκαρετ Άτγουντ, ο καθένας θα ήθελε να ζήσει, έστω και για λίγο, μόνο και μόνο ώστε να του φύγει η περιέργεια, να καταλήξει στο συμπέρασμα πως εμείς οι άνθρωποι είμαστε ικανοί για το χειρότερο, όμως και για το καλύτερο.

Ποιος δε θα ήθελε να γνωρίσει τη θαρραλέα πορφυρή δούλη που ανήκει στην οικία των Γούοτερφορντ, τη μυστηριώδη και καυστική Ζένια, τη γοητευτική Όρυξ, την όχι και τόσο αφελή Σαρμέιν, την κλώσα Ευρύκλεια και την ξεπεταγμένη Ελένη της Τροίας, την επικίνδυνη Γκρέις; Ποιος δε θα ήθελε να περάσει ένα απόγευμα με τον Τζίμυ τον Χιονάνθρωπο και τον οξυδερκή Κρέικ; Με άλλα λόγια, ποιος δε θα ήθελε να συνομιλήσει με τους χαρακτήρες της Άτγουντ;

Εδώ ακριβώς έγκειται και η πραγματική επιτυχία της συγγραφέως. Καθώς περιγράφει κόσμους και κοινωνίες αλλοιωμένες και νοσηρές, στο παρελθόν, στο παρόν, αλλά και στο μέλλον, καταφέρει να παρουσιάσει χαρακτήρες ανθρώπινους, γεμάτους ελαττώματα, όμως η γραφή της είναι ικανή να εντρυφήσει μέσα τους και να τους παρουσιάσει ευάλωτους, σκληρούς, ευαίσθητους και τρυφερούς.

Επίσης, ποιος μπορεί να μην ανατριχιάσει στην παρουσίαση της απολυταρχικής δημοκρατίας της Γίλεαδ ή στην πόλη της Χρονοκράτησης; Ποιος δε θα εξαγριωνόταν με τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και της φύσης, όπως διαπράττονται στην τριλόγια Madaddam; Ποιος δε θα συμφωνούσε με την άποψη που διατυπώνει στην Πηνελοπιάδα, ότι οι θεραπαινίδες στο παλάτι της Ιθάκης, υπέφεραν στα χέρια των μνηστήρων και δε θα αγανακτούσε με τον Οδυσσέα που ουσιαστικά δεν τις λυτρώνει, αλλά τις τιμωρεί;

Το βιβλίο της Μάργκαρετ Άτγουντ «Όρυξ και Κρέικ» αποτελεί μια σημαντική παρακαταθήκη για όσους αγαπούν να διαβάζουν για το μέλλον. Τι γίνεται όμως, όταν το μέλλον είναι δυσοίωνο; Πόσο εύκολο είναι να γράψει κάποιος ένα βιβλίο που πραγματεύεται τόσο σκοτεινά θέματα, όπως η κλωνοποίηση, η παιδική κακοποίηση, η καταστροφή του κόσμου και με το λεπτό και ειρωνικό χιούμορ, να κατορθώνει να κάνει αρεστά και θελκτικά τα θέματα αυτά και τους ατελείς χαρακτήρες του;

Η Άτγουντ παρουσιάζει μια κοινωνία του μέλλοντος, στην οποία κυρίαρχη είναι η νοσηρότητα στις ζωές των ανθρώπων. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του έργου, η συγγραφέας αποδεικνύει πως ο κόσμος αυτός, που με αναμνήσεις του πρωταγωνιστή θα ξετυλίγεται, στάθηκε αδύνατο να αντέξει και παρήκμασε. Δεν υπάρχουν άνθρωποι, παρά μόνο ο Τζίμυ ο Χιονάνθρωπος, ο οποίος συνομιλεί με μια ομάδα απόκοσμων ανθρωποειδών πλασμάτων, δημιουργημάτων των επιστημόνων σε ειδικά εργαστήρια. Όμως δεν είναι μόνο με αυτούς. Στο μυαλό του συνέχεια υπάρχει μια συνομιλία με μια γυναίκα.

Ο Τζίμυ, παίρνοντας την απόφαση να επιστρέψει στο συγκρότημα όπου ζούσε, ώστε να βρει εφόδια, καθώς έχει απομείνει μόνος και τίποτα πλέον δε λειτουργεί, εγκαταλείπει τους ανθρώπους που πλάστηκαν κατ’ εικόνα ανθρώπου και ξεκινά ένα ταξίδι κυρίως αναθυμήσεων μιας ζωής που είναι αδύνατο να υπάρξει πάλι.

Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τον Τζίμυ από μικρό παιδί, να μεγαλώνει και να ανδρώνεται, με αλλαγές να συντελούνται τόσο στην ψυχή και το σώμα του, όσο και γύρω του. Οι επιστήμονες κάνουν άλματα, δημιουργώντας νέα είδη ζώων στα εργαστήριά τους, νέα φάρμακα, νέες βιταμίνες, νέες τροφές, ενώ υπάρχουν κι αυτοί που αντιτάσσονται στην τάση της εποχής που θέλει την τεχνολογία κυρίαρχη της φύσης και των κανόνων της γης, ώστε προκύπτουν δύο αντίπαλα στρατόπεδα τα οποία προσπαθούν να υπερισχύσουν.

Ο Τζίμυ δεν αργεί να γνωρίσει τον χαρισματικό Κρέικ και μαζί μυούνται στον ηλεκτρονικό κόσμο των υπολογιστών και του διαδικτύου, παράλληλα με την ανέλιξη των σπουδών τους. Έτσι, ανακαλύπτουν σκοτεινές πτυχές που μαστίζουν τις κοινωνίες, όπως οι εκτελέσεις, οι αποπλανήσεις και οι παραπλανήσεις ανηλίκων, μέχρι και οι στυγνοί βιασμοί. Έτσι θα γνωρίσουν την Όρυξ, ένα κορίτσι το οποίο θα τους στιγματίσει κι ο ρόλος της θα είναι κομβικός στην εξέλιξη της ιστορίας.

Όσο τα χρόνια προχωρούν, ο Κρέικ γίνεται κι ο ίδιος μέλος των επιστημόνων, ενώ ο Τζίμυ στέκεται στο πλευρό του και τον παρατηρεί να μεγαλουργεί επινοώντας νέα πλάσματα και κάνοντας πλήθος τεχνολογικών καινοτομιών. Ο αναγνώστης δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι πάει στραβά μέχρι το τέλος του βιβλίου, όμως αυτό που αποδεικνύεται μέσα από τις εξωφρενικές ανακαλύψεις και πειράματα είναι πως ο άνθρωπος δεν είναι παντοδύναμος και οι παρεμβάσεις του στον πλανήτη και τα όντα του είναι σχεδόν σίγουρο πως θα αποβούν μοιραίες για όλους.

Πέραν της εξωπραγματικής, αλλά και τολμηρής τεχνολογικής εξέλιξη της κοινωνίας που παρουσιάζει η Άτγουντ, η συγγραφέας προσφέρει τρεις χαρακτήρες γεμάτους πάθη και μυστήριο, που βρίθουν από σκέψεις που προκαλούν και πράξεις που ταράσσουν. Ο Τζίμυ, είναι ένα αγόρι που μεγαλώνει σ’ έναν κόσμο με μελανά σημεία και προσπαθεί να διατηρήσει τα λογικά του, όταν ο κόσμος αυτός που γνωρίζει στον οποίο όμως δεν ταιριάζει η ψυχή του, διαλύεται. Μέσα από τα μάτια του, γνωρίζουμε τον ευφυέστατο Κρέικ, έναν νέο που δείχνει ψυχρός και υπολογιστικός, αρκετά χειριστικός, ικανός να ανέλθει με το μυαλό του και μόνο. Όμως όσον αφορά τη φιλία του με τον Τζίμυ, η οποία στοιχειώνει τον τελευταίο, αφού πρώτα τον καθορίζει, τα πράγματα εισέρχονται σε μια γκρίζα ζώνη, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και ποτέ ο αναγνώστης μπορεί να είναι σίγουρος για το αν είναι αληθινή. Τέλος, η Όρυξ, μια κοπέλα που οι δύο νέοι γνωρίζουν μέσα από βίντεο στο διαδίκτυο, αποτελεί τη λυδία λίθο για τη σχέση μεταξύ του Τζίμυ και του Κρέικ, καθιστώντας την ουσιαστικά τον πιο βασικό χαρακτήρα, εκείνη που καθορίζει τις πιο σκληρές αποφάσεις των ηρώων.

Το «Όρυξ και Κρέικ» πρόκειται για ένα αριστούργημα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Ο δυστοπικός κόσμος που γνωρίζουν οι αναγνώστες θα μπορούσε να γίνει η πραγματικότητα και η καθημερινότητα μόλις σε λίγα χρόνια. Είναι ένα βιβλίο που δείχνει πώς μπορεί να εκπέσει το ανθρώπινο γένος και πως η προσωπική ηθική είναι αυτή που μπορεί να σώσει τα άτομα από τον ίδιο τους τον εαυτό και το μυαλό τους. Δεν υπάρχει αγάπη πραγματική, οι χαρακτήρες δε μεγαλώνουν με αγάπη και ίσως αυτό τους στοιχίζει την ψυχική τους γαλήνη μέχρι το τέλος, με απόρροια να χάνουν την ελπίδα για το μέλλον.

Όμως η ζωή ποτέ δεν τελειώνει, ο Τζίμυ εξακολουθεί να υπάρχει, η γη εξακολουθεί να γυρίζει. Κι ενώ όλα δείχνουν μάταια, πάντα θα υπάρχει μια χαραμάδα φως. Μια ελπίδα πως δεν είμαστε μόνοι. Και μια ελπίδα πως όσοι θα συναντήσουμε, δεν είναι χειρότεροι απ’ όσους συναντήσαμε.

Χάρης Μποϊντάς

“Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντος”: η αριστουργηματική απεικόνιση της θείας δίκης

“Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντος” είναι αριστουργηματικό μαρμάρινο γλυπτό της ύστερης ελληνιστικής περιόδου, το οποίο βρίσκεται στην Αυλή του Μπελβεντέρε στα Μουσεία του Βατικανού (Museo Pio-Clementino) στη Ρώμη. Δεν έχει εξακριβωθεί αν πρόκειται για πρωτότυπο έργο ή αντίγραφο παλαιότερου γλυπτού, με την επικρατέστερη άποψη να είναι πως οι Αγήσανδρος ο Ρόδιος, Αθηνόδωρος και Πολύδωρος, οι τρεις Ρόδιοι καλλιτέχνες που το φιλοτέχνησαν κατά τον 1ο π.Χ. αιώνα, ήταν πιθανότατα αντιγραφείς ενός ορειχάλκινου αγάλματος από την Πέργαμο, που δημιουργήθηκε γύρω στο 200 π.Χ.

Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Ρωμαίος συγγραφέας από τους επιδραστικότερους στην εποχή του, έγραφε ότι το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα είναι «το σπουδαιότερο από όλα τα έργα ζωγραφικής και γλυπτικής έως σήμερα».

Ο μύθος του Λαοκόοντα έχει γίνει θέμα χαμένης τραγωδίας του Σοφοκλή. Αναφέρεται επίσης από άλλους Έλληνες συγγραφείς. Ο Λαοκόων θανατώθηκε, μετά την απόπειρά του να αποκαλύψει, με χτύπημα ακοντίου, το τέχνασμα του Δούρειου Ίππου. Τα φίδια που έπνιξαν αυτόν και τους γιους του είχαν σταλεί από τη θεά Αθηνά και η επέμβασή τους ερμηνεύτηκε από τους Τρώες ως απόδειξη της ιερότητας του Δουρείου Ίππου. Η πιο φημισμένη περιγραφή αυτών των γεγονότων βρίσκεται στο δεύτερο βιβλίο της Αινειάδας του Βιργιλίου (ο Βιργίλιος βάζει τον Λαοκόοντα να λέει: Equo ne credite, Teucri / Quidquid id est, timeo Danaos et dona ferentes, δηλαδή «Μην εμπιστεύεστε το άλογο, Τρώες. / Οτιδήποτε κι αν είναι, φοβάμαι τους Έλληνες ακόμα κι όταν φέρνουν δώρα».) , όμως το κείμενο εκείνο πιθανότατα χρονολογείται μετά τη δημιουργία του γλυπτού.

Για το άγαλμα έχουν προταθεί διάφορες χρονολογίες, ξεκινώντας από το 160 π.Χ. μέχρι το 20 π.Χ.  Το άγαλμα πιθανώς παραγγέλθηκε για να κοσμήσει την κατοικία κάποιου πλούσιου Ρωμαίου. Αποκαλύφθηκε το 1506, κοντά στη θέση του Χρυσού Παλατιού (Domus aurea) του Νέρωνα, σε ένα αμπελώνα. Μόλις το έμαθε ο Πάπας Ιούλιος Β΄, ο οποίος ήταν ενθουσιώδης κλασικιστής, το αγόρασε και το τοποθέτησε στον κήπο Μπελβεντέρε (τώρα μέρος των Μουσείων του Βατικανού). Το 1799, ο Ναπολέων Α΄ Βοναπάρτης, με την κατάκτηση της Ιταλίας, μετέφερε το άγαλμα στο Παρίσι και το εγκατέστησε σε τιμητική θέση στο Μουσείο Ναπολέοντα στο Λούβρο. Μετά την πτώση του Ναπολέοντα, οι Βρετανοί το επέστρεψαν στο Βατικανό, το 1816.

Όλοι αποφάνθηκαν πως ήταν το περιβόητο σύμπλεγμα που περιέγραφε ο Πλίνιος, μόνο που έλειπε το δεξί χέρι του Λαοκόοντος μαζί με μέρος της παλάμης του ενός παιδιού και το δεξί χέρι του άλλου. Η αναπαράσταση αυτών των απολεσθέντων τμημάτων αποτέλεσε αντικείμενο διαφωνίας καλλιτεχνών και τεχνοκριτικών. Οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες της Ιταλίας, από τον Μιχαήλ Άγγελο μέχρι τον Ραφαήλ, είχαν τώρα τις δικές τους εκδοχές για τη στάση του χαμένου χεριού: κάποιοι έλεγαν πως το χέρι λύγιζε προς τα πίσω (μαζί τους και ο Μιχαήλ Άγγελος), ενώ κάποιοι άλλοι το ήθελαν να εκτείνεται ηρωικά προς τα έξω (υπέρμαχος αυτής της άποψης και ο Ραφαήλ).

https://d1inegp6v2yuxm.cloudfront.net/royal-academy/image/upload/c_limit,cs_tinysrgb,dn_72,f_auto,fl_progressive.keep_iptc,w_1200/s61nojgcwswd3orba5qp.jpeg
Πίνακας του Henry Singleton (1766 – 1839), που απεικονίζει την Βασιλική Ακαδημία Τεχνών του Λονδίνου με αντίγραφο του συμπλέγματος με τη λανθασμένη αποκατάσταση (The Royal Academicians in General Assembly, 1795 / Πηγή: Royal Academy of Arts)

Ο Πάπας αναγκάστηκε να κηρύξει διαγωνισμό γλυπτικής το 1510 για την αποκατάσταση του χαμένου χεριού και ξέρουμε πως ο τελικός κριτής ήταν ο ίδιος ο Ραφαήλ. Η επιτροπή έκρινε τελικά πως η εκδοχή της έκτασης του χεριού προς τα έξω ήταν η σωστή, κι έτσι ακριβώς αποκαταστάθηκε το κατεστραμμένο τμήμα.

Το έργο της αποκατάστασης ανατέθηκε στον έμπιστο του Ραφαήλ, γλύπτη Γιάκοπο Σανσοβίνο, ο οποίος χάρισε στον Λαοκόοντα ένα χέρι που εκτεινόταν προς τα έξω. Για λόγους πάντως που μας διαφεύγουν ιστορικά, αυτό το χέρι δεν προσαρμόστηκε στο άγαλμα. Μια ακόμα πιο ευθεία εκδοχή του χεριού φιλοτεχνήθηκε το 1532 από τον πρώην μαθητή του Μιχαήλ Αγγέλου, Τζιοβάνι Μοντορσόλι, η οποία κολλήθηκε στο άγαλμα κι έτσι πέρασε το σύμπλεγμα στους αιώνες που ακολούθησαν.

Όλα αυτά μέχρι το 1906, όταν ένας αρχαιολόγος ονόματι Λούντβιχ Πόλακ ανακάλυψε το πραγματικό χέρι του Λαοκόοντος στην αυλή ενός λιθοξόου. Θεωρώντας πως ήταν το χαμένο μέλος του αγάλματος, το οποίο μετά τη βόλτα του στο Λούβρο από τον Μέγα Ναπολέοντα είχε επιστρέψει ξανά στο Βατικανό, ο Πόλακ το πήρε παραμάσχαλα και το πήγε στην έδρα του ρωμαιοκαθολικισμού.

Ο αρχαιολόγος είχε δίκιο, καθώς το χέρι ταίριαζε γάντι με το σύμπλεγμα. Και φυσικά το χέρι λύγιζε προς τα πίσω, όπως ακριβώς είχε υποθέσει δηλαδή ο Μιχαήλ Άγγελος. Κάτι που σήμαινε τώρα πως η εκδοχή του Ραφαήλ και το χέρι του Μοντορσόλι ήταν ολότελα λάθος. Ένα λάθος για την αποκατάσταση του οποίου θα έπρεπε να περιμένει η ιστορία της τέχνης κοντά 400 χρόνια!

Μετά την αποκατάσταση βέβαια του αρχικού συμπλέγματος, οι τεχνοκρίτες ήρθαν αντιμέτωποι με ένα νέο πρόβλημα: ο Λαοκόων είχε αντιγραφεί μαζικά και πάμπολλα αντίγραφά του κοσμούσαν μουσεία και συλλογές τέχνης στα μήκη και τα πλάτη της οικουμένης. Και όλα τους είχαν φυσικά το λάθος χέρι του Τρώα ιερέα. Όπως ακριβώς το προτιμούσε ο Ραφαήλ…

Υπάρχουν πολλά αντίγραφα του αγάλματος, τα οποία δείχνουν το χέρι του Λαοκόοντα στην παλιότερη μορφή αποκατάστασης, ενώ ένα από τα γνωστότερα αντίγραφα είναι αυτό στο ανάκτορο του Μεγάλου Μαγίστρου των Ιπποτών της Ρόδου, το οποίο ακολουθεί τη διορθωμένη σημερινή μορφή.

Διορθωμένο αντίγραφο του (ορθά αποκατεστημένου) συμπλέγματος του Λαοκόοντα στο Παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου (Φωτογραφία Νίκος Πράσσος)

Η ανακάλυψη του Λαοκόοντα δημιούργησε μεγάλη εντύπωση στους Ιταλούς γλύπτες και επηρέασε σημαντικά την πορεία της τέχνης της ιταλικής Αναγέννησης. Είναι γνωστό ότι ο Μιχαήλ Άγγελος εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από τη μεγάλη κλίμακα του έργου και και τον αισθησιασμό της ελληνιστικής αισθητικής του, καθώς και από την αναπαράσταση των ανδρικών μορφών. Η επίδραση του Λαοκόοντα είναι εμφανής σε πολλά από τα κατοπινά έργα του Μιχαήλ Άγγελου, όπως τα “Επαναστάτης σκλάβος” και “Θνήσκων σκλάβος”, που δημιουργήθηκαν για τον τάφο του Πάπα Ιουλίου Β’, αλλά και στο έργο μεταγενέστερων καλλιτεχνών. Δεν είναι, άλλωστε, διόλου τυχαίο που το σπουδαίο αυτό γλυπτό σύμπλεγμα εξακολουθεί να εμπνέει μέχρι και σήμερα την τέχνη.

Στα αριστερά Laocoon (1996) του Richard Deacon C και στα δεξιά Bust of Laocoon (1758) του Joseph Wilton από την έκθεση Towards a Newer Laocoön του 2012 (Πηγή: Ίδρυμα Henry Moore)

ΠΗΓΕΣ: https://www.elculture.gr/blog/article/to-syblegma-tou-laokoonta-mia-theiki-timoria-pou-gennise-aristourgimata-tis-technis/, https://paspartou.gr/nikos-prassos/symplegma-toy-laokoontos-apo-tin-arhaiotita-os-simera, https://www.fractalart.gr/ta-20-pio-emvlimatika-glypta-olon-ton-epochon/, https://www.newsbeast.gr/world/arthro/2627300/pos-ke-giati-to-perifimo-agalma-tou-laokoontos-iche-lathos-cheri-gia-tesseris-eones, https://www.iefimerida.gr/news/453139/pos-tha-mporoyse-na-itan-diasimo-elliniko-glypto-symplegma-toy-laokoontos-eihe-ftiahtei

“Παιδικά Χρόνια” του Αρθούρου Ρεμπώ

ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης

ΙΙΙ


Είναι κάποιο πουλί στο δάσος που σαν τ’ ακούς να κελαηδά, στέκεις και κοκκινίζεις απ’ το σάστισμά σου.
Είν’ ένα εκκρεμές που δε σημαίνει πια τις ώρες.
Είναι, βαθιά στο χώμα, τρυπωμένη μια φωλιά γιομάτη κάτασπρα ζωάκια.
Είναι μια εκκλησιά που πάει τον κατήφορο και μια λίμνη που όλο ανηφορά.
Είν’ ένα καροτσάκι παρατημένο μες στα δέντρα ή που το βλέπεις καταστόλιστο μ’ ένα σωρό κορδέλες, να κατρακυλάει το μονοπάτι κάτου.
Είν’ ένας θίασος μικρά παιδιά μασκαρεμένα, που τα θωρείς ανάμεσ’ απ’ τ’ ανάρια δέντρα, να περπατάν στη δημοσιά.
Είναι, τέλος, κάποιος, που αν τύχει και πεινάς είτε διψάς, σε διώχνει.

Δεύτερη Γραφή, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1980, σελ. 19.

Ακούστε το ποίημα εδώ:

«Η Αρχή του Αρχιμήδη» ταράζει τα νερά στήνοντας στον τοίχο προκαταλήψεις

Από την θεατρική παράσταση στο Θέατρο Skrow (2018-2020)

Διαβάζοντας το θεατρικό έργο του βραβευμένου συγγραφέα Ζουζέπ Μαρία Μιρό, «Η Αρχή του Αρχιμήδη», αναρωτιόμαστε, όπως αναφέρει και η μεταφράστρια Μαρία Χατζηεμμανουήλ, «για το αν φτάσαμε στην εποχή που ο όχλος, στο όνομα της οποιασδήποτε «ασφάλειας», πραγματικής ή φανταστικής, εκτοπίζει και αντικαθιστά το σκεπτόμενο άτομο; Φτάσαμε στην εποχή του εκφασισμού των δημοκρατικών κοινωνιών μας;»

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο Ζουζέπ Μαρία Μιρό είναι απόφοιτος του τμήματος Σκηνοθεσίας και Δραματουργίας του Institut del Teatre (Ινστιτούτο Θεάτρου) της Βαρκελώνης και του τμήματος Δημοσιογραφίας του UAB (Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης). Έχει γράψει, μεταξύ άλλων, τα έργα Καπνός, Nerium Park, Η αρχή του Αρχιμήδη, Gang Bang και Η γυναίκα που έχανε όλα τα αεροπλάνα.

Έχει βραβευθεί πάνω από δέκα φορές για τα έργα του, ενώ έχει τιμηθεί δύο φορές και με το σπουδαίο Βραβείο Born. Τα έργα του έχουν ανέβει σε αρκετές χώρες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η Αργεντινή, το Μεξικό, η Αγγλία, η Ρωσία, η Κροατία, το Πουέρτο Ρίκο, η Ελλάδα και η Κύπρος, ενώ έχουν διαβαστεί υπό τη μορφή θεατρικού αναλογίου στην Ιταλία, στη Γαλλία (Παρίσι, Νορμανδία, Φεστιβάλ Mousson d’Eté και La Comédie Française), στη Ρωσία και στην Ελλάδα (4ο Ιβηροαμερικανικό Φεστιβάλ Θεατρικών Αναλογίων). Επιπλέον, έχει υπογράψει τη δραματουργική επεξεργασία πολλών έργων.

Επίσης, ο Μιρό έχει σκηνοθετήσει δικά του έργα, ενώ έχει διατελέσει βοηθός σκηνοθέτη δίπλα σε ονόματα όπως ο Ξαβιέ Αλμπερτί, ο Ξαβιέ Πουζολράς και η χορογράφος Ζερμάνα Σιβέρα. Από το 2013, είναι μέλος της επιτροπής ανάγνωσης του Εθνικού Θεάτρου της Καταλονίας (TNC).

«Η Αρχή του Αρχιμήδη»

Από την θεατρική παράσταση στο Θέατρο Skrow (2018-2020)

Ένας δάσκαλος κολύμβησης, ο Τζόρντι, που έχει αναλάβει τους Ιππόκαμπους, τους μικρότερους σε ηλικία επίδοξους κολυμβητές, έρχεται αντιμέτωπος με μια σοβαρή κατηγορία: πως στην προσπάθειά του να καθησυχάσει έναν μαθητή που φοβόταν να μπει στην πισίνα χωρίς σωσίβιο, τον φίλησε στο στόμα. Ένα κοριτσάκι λέει στη μαμά του ότι τον είδε να φιλάει στο στόμα ένα αγοράκι και η «είδηση» αναρτάται από τη μητέρα του κοριτσιού σε σελίδα των γονιών στο facebook με τη λασπολογία του ονόματος του προπονητή να παίρνει τεράστιες διαστάσεις. Τις καταγγελίες των γονιών μεταφέρει στον Τζόρντι η διευθύντρια του κολυμβητηρίου προσπαθώντας να ανιχνεύσει την αλήθεια. Ο ίδιος ισχυρίζεται πως όντως φίλησε το παιδί, αλλά στο μάγουλο, και η κίνησή του ήταν απλά μια τρυφερή κίνηση για να το ηρεμήσει. Καθώς η πλοκή εξελίσσεται, φωτίζονται όλες οι αντιμαχόμενες πλευρές, προβάλλονται όλες οι απόψεις, χωρίς να διαφαίνεται πού τελειώνει η αλήθεια και πού αρχίζει το ψέμα. Όλα είναι ρευστά και είναι θέμα οπτικής. Ο θεατής προβληματίζεται, ανασκαλεύει μέσα του όσα είδε και άκουσε και βγάζει τα συμπεράσματά του. 

Η εξιστόρηση των γεγονότων δεν ακολουθεί την αναμενόμενη χρονική ακολουθία και το στοιχείο αυτό προσφέρει ένταση, μυστήριο, αγωνία ανεβάζοντας την αδρεναλίνη με γεωμετρική πρόοδο στα ύψη καθώς το φινάλε πλησιάζει. Κάθε σκηνή διακόπτεται από σκοτάδι και έπειτα μια παιδική φωνούλα αναγγέλλει την ώρα ώστε να μπορέσεις να καταλάβεις αν η σκηνή που θα ακολουθήσει συνέβη λίγο νωρίτερα ή λίγο αργότερα. Αυτές οι χρονικές εναλλαγές διαμορφώνουν ουσιαστικά και το έδαφος για να κατανοήσεις, να σκεφτείς, να παρατηρήσεις τις λεπτομέρειες και να αποσαφηνίσεις τις καταστάσεις.

Από την θεατρική παράσταση στο Θέατρο Skrow (2018-2020)

2018. Θέατρο Skrow. Η σκηνή στη μέση της αίθουσας. Αριστερά και δεξιά καθίσματα για τους θεατές. Δίνουν την εντύπωση εδράνων όπου οι ένορκοι παίρνουν τις θέσεις τους και είναι έτοιμοι να δουν, να ακούσουν και να βγάλουν ετυμηγορία. Αθώος ή ένοχος. Το σκηνικό, ένας χώρος αποδυτηρίων. Με φωριαμούς, παιχνίδια για το νερό, πίνακες ανακοινώσεων, σωσίβια, ένα φαρμακείο πρώτων βοηθειών. Ό,τι είναι απαραίτητο. Οι λάμπες φθορίου προσδίδουν μια ψυχρή νότα και παραπέμπουν σε μια ανακριτική ατμόσφαιρα. Τα φώτα σβήνουν και το σκοτάδι διαταράσσεται από τους ήχους των παφλασμών στην πισίνα και μια παιδική φωνούλα που λέει την ακριβή ώρα που ξεκινάει η υπόθεση του έργου. Και η ιστορία αρχίζει…

Από την θεατρική παράσταση στο Θέατρο Skrow (2018-2020)

Το λιτό σκηνικό διαδραματίζει εξίσου σημαίνοντα ρόλο στη συναρπαστική απόδοση του κειμένου. Αντιστρέφεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και οι ηθοποιοί εμφανίζονται από την αντίθετη πλευρά από εκεί που τους άφησες την τελευταία φορά που παρακολούθησες το επίμαχο καρέ. Σαν να περιστρέφεται η σκηνή κατά 180 μοίρες. Και ουσιαστικά είναι σαν να βλέπεις την αντίθετη πλευρά της αλήθειας. Σαν να σου παρουσιάζεται η άλλη οπτική. Σαν να σε προκαλεί να δεις την άλλη όψη του νομίσματος. Επιπλέον, η σκηνογραφική δωρικότητα που χαρακτηρίζει το σκηνικό, προσφέρει τη δυνατότητα στους ηθοποιούς της παράστασης να προβάλλουν τις συναισθηματικές συγκρούσεις των ηρώων, να ξετυλίξουν την υποκριτική τους δεινότητα και να προκαλέσουν τον θεατή να ταυτιστεί με τους χαρακτήρες, να παθιαστεί, να νιώσει τον θυμό να τον κατακλύζει και να πάρει θέση.

Από την θεατρική παράσταση στο Θέατρο Skrow (2018-2020)

Ο ταλαντούχος και χαρισματικός Μιχάλης Συριόπουλος στο ρόλο του Τζόρντι πέτυχε το ακατόρθωτο: να σμιλεύσει τον Τζόρντι και να γίνει ένα με αυτόν. Να βυθιστεί στον ψυχισμό του και να αποδώσει κάθε αδρή λεπτομέρεια της προσωπικότητάς του και τη σταδιακή κατάρρευσή της καθώς οι αμφιβολίες για το πρόσωπό του θεριεύουν. Γέλιο και δάκρυ γίνονταν πηλός στα χέρια του καθώς μπορούσε να συγχρονίζει κινήσεις, εκφράσεις προσώπου, γλώσσα σώματος με απίστευτη ευελιξία και ευκολία προς χάριν των συναισθηματικών μεταπτώσεων του ήρωά του. Τον άφηνε να βουλιάξει στα απύθμενα νερά της κοινωνικής κατακραυγής και σπίλωσης και το επόμενο λεπτό τον τράβαγε έξω για να πάρει ανάσα, να μαζέψει τα κομμάτια του, να συνειδητοποιήσει αν έκανε κάτι λάθος. Η ερμηνεία του σε έκανε να ανατριχιάζεις, να κρατάς την αναπνοή σου, να περιμένεις άφωνος τι θα συμβεί το επόμενο δευτερόλεπτο. Με απόλυτη συναίσθηση των ορίων που δεν έπρεπε να περάσει, ο Μιχάλης Συριόπουλος απέδειξε πως ηθοποιός σημαίνει όντως φως.

Από την θεατρική παράσταση στο Θέατρο Skrow (2018-2020)

Η Μαρία Φιλίνη ενσάρκωνε την διευθύντρια του κολυμβητηρίου, έναν ρόλο που παλεύει να διαχειριστεί τις αντιδράσεις των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, να συμμεριστεί τις ανησυχίες τους, να προσπαθήσει να ξεχωρίσει την υπερβολή από την αλήθεια, να υπερασπιστεί τις αρχές της και τα πιστεύω της. Έναν ρόλο που απαιτεί αρτιότητα και μετρημένες αντιδράσεις, συγκεκριμένο ύφος, λιτή προσέγγιση. Και η Μαρία Φιλίνη το πέτυχε αποδομώντας την κατάλληλη στιγμή το σκληρό προσωπείο που φορά.

Από την θεατρική παράσταση στο Θέατρο Skrow (2018-2020)

Ο Άγγελος Μπούρας υποδύθηκε τον άλλο προπονητή του έργου, ενώ ο Σεραφείμ Ράδης τον πατέρα ενός μαθητή. Και οι δύο ήταν μετρημένοι στις ερμηνείες τους, δίνοντας την κατάλληλη ώθηση στην εξέλιξη της πλοκής και προσφέροντας δύο νόρμες ανθρώπων που σίγουρα έχεις συναντήσει στην καθημερινότητά σου. Χωρίς υπερβολές, διαχειρίζονταν σωστά τις λεπτές εκφάνσεις των ρόλων τους και πυροδοτούσαν τις εξελίξεις.

Από την θεατρική παράσταση στο Θέατρο Skrow (2018-2020)

«Η αρχή του Αρχιμήδη» είναι το δίχως άλλο ένα σύγχρονο έργο που κινείται με επιδεξιότητα πάνω στις διαχωριστικές γραμμές που καθορίζουν οι κοινωνικές συμβάσεις, τα στερεότυπα που υπάρχουν σε κάθε κοινωνία, οι ανασφάλειες και οι ενοχές των γονιών, η καταλυτική επίδραση των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η απανταχού διαστρέβλωση κάθε είδους πληροφορίας στο διαδίκτυο, και όχι μόνο. Ο συγγραφέας του έργου, Ζουζέπ Μαρία Μιρό, δεν επιδιώκει να κουνήσει το δάχτυλο στον θεατή, ούτε να τον νουθετήσει. Κατορθώνει να ισορροπήσει με απόλυτη επιτυχία σε ένα τεντωμένο σκοινί πάνω από τα ευαίσθητα θέματα που αγγίζει η πένα του, χωρίς να παίρνει θέση. Και αυτό είναι ένα τεράστιο ατού που ο σκηνοθέτης Βασίλης Μαυρογεωργίου εκμεταλλεύτηκε δημιουργώντας μια εξαιρετική παράσταση, αυτή των θεατρικών σεζόν 2018-2020 στο θέατρο Skrow. Από εκείνες που νιώθεις να σε συστήνουν ξανά στη μαγεία του θεάτρου και που σε ακολουθούν για ώρες αφότου κλείσουν τα φώτα στη σκηνή. Αυτό ακριβώς νιώσαμε και εμείς, όταν παρακολουθήσαμε την παράσταση το Νοέμβριο του 2019.

Ο συγγραφέας δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις στην «Η Αρχή του Αρχιμήδη», αλλά μας καλεί να πάρουμε θέσεις και να αναλογιστούμε σε τι είδους κοινωνία θέλουμε να ζούμε, αναδιατυπώνοντας μια σύγχρονη Αρχή του Αρχιμήδη: Κάθε σώμα που βυθίζεται στη λάσπη των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, χάνει από την ελευθερία του τόση, όση επιθυμεί η κοινή γνώμη που την εκτοπίζει.

Από την θεατρική παράσταση στο Θέατρο Skrow (2018-2020)

«Η Αρχή του Αρχιμήδη» είναι ένα άρτιο σύγχρονο έργο που μιλάει τη γλώσσα της σύγχρονης κοινωνίας, πάλλεται από τις αγωνίες της εποχής, στήνει στον τοίχο προκαταλήψεις και σου δίνει το ερέθισμα να σκεφτείς και να αποφασίσεις ποια είναι η δική σου αλήθεια.

5 λεπτά του Κώστα Μοναστήρα

«5 λεπτά» του Κώστα Μοναστήρα

Δώσε μου 5 λεπτά
για έρωτα
τόσο λίγα
ούτε ένα καρβέλι ψωμί,
μηδέ ένα ποτήρι κρασί,
μήτε ένα κατέβασμα
του “κουλοχέρη”,
για να γυρίσει η τύχη μου.
Ίσως φτάνουν για ένα φίλημα
5 λεπτά στο χέρι μου,
τόσο λίγα,
τόσα πολλά
για ν’ ακουμπήσω τα χέρια μου
στα χείλη σου μόνο
για το ανέβασμα.

ΠΗΓΗ: Κώστας Μοναστήρα, Υέτιος Στίχος, εκδόσεις Έναστρον

Ακούστε το εδώ:

«Αύγουστος»: το γλαφυρό πορτραίτο μιας βαθιά δυσλειτουργικής και βιτριολικής οικογένειας

Από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα (σε σκηνοθεσία Κ. Μαρκουλάκη, 2016-2018)

Το βραβευμένο με Πούλιτζερ θεατρικό έργο «Αύγουστος» (πρωτότυπος τίτλος: “August: Osage County”, 2007) του αμερικανού ηθοποιού και θεατρικού συγγραφέα Tracy Letts είναι μια από τις μεγαλύτερες θεατρικές επιτυχίες στην Αμερική και την Αγγλία αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, καθώς έχει παρουσιαστεί σε πάνω από 30 χώρες.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο συγγραφέας του έργου, Tracy Letts, γεννήθηκε το 1965 στην Οκλαχόμα των ΗΠΑ. Οι γονείς του ήταν ιδιαίτερα καλλιεργημένοι, ο πατέρας του καθηγητής πανεπιστημίου αλλά και ηθοποιός και η μητέρα του συγγραφέας. Ο ένας από τους αδελφούς του είναι συνθέτης και μουσικός της τζαζ.
Ο Tracy Letts ξεκίνησε την καριέρα του ως ηθοποιός την οποία και συνεχίζει με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Έχει γράψει θεατρικά έργα και σενάρια κινηματογραφικών ταινιών. Το έργο «Αύγουστος», ο αγγλικός τίτλος «August Osage County», έχει βραβευθεί με το βραβείο Pulitzer το 2008 ενώ ο ίδιος έχει πάρει το βραβείο Tony για τον ρόλο του στο έργο «Who’s Afraid of Virginia Woolf» το 2013. Έργα του έχουν κερδίσει υποψηφιότητες για διάφορα βραβεία.

«Αύγουστος»

Από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα (σε σκηνοθεσία Κ. Μαρκουλάκη, 2016-2018)

Ο «Αύγουστος» αποτελεί δείγμα κλασσικού αμερικανικού θεάτρου που θυμίζει σε μεγάλο βαθμό πολύ γνωστά έργα (πχ. «Μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα», «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γούλφ» και άλλα). Ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχεται πως έχει επηρεαστεί από τους: Eugene O’Neill, Tennessee Williams, Edward Albee, William Faulkner και άλλα ιερά τέρατα του αμερικάνικου θεάτρου αλλά και του παγκόσμιου. Πράγματι, στο έργο πνέει ένας αέρας από όλους αυτούς τους συγγραφείς.

Το έργο ξεκινά με τον αλκοολικό ποιητή Μπέβερλι Γουέστον να αφηγείται τις μέρες του μαζί με την καρκινοπαθή γυναίκα του, Βάιολετ. «Η γυναίκα μου παίρνει χάπια και εγώ πίνω», μονολογεί στην Ινδιάνα υπηρέτρια που τον ακούει προσεκτικά, δίνοντας μας τα πρώτα στοιχεία που μέλλει να καθορίσουν την εξέλιξη της παράστασης. Η πλοκή ξεκινά όταν, μια μέρα του Αυγούστου, ο Μπέβερλι εξαφανίζεται. Έντρομες μια-μια οι κόρες του ζεύγους επιστρέφουν στο σπίτι μαζί με τις δικές τους δυσλειτουργικές οικογένειες. Η Άιβ που ζούσε χρόνια με τους γονείς της, δεχόμενη συστηματικά τις επικρίσεις της μητέρας της. Η Μπάρμπαρα, μια δυναμική καθηγήτρια που μοιάζει διαβολικά στη συμπεριφορά με την μητέρα της και τέλος, η Κάρεν που μοιάζει  ως η «λιγότερο σημαντική» της οικογένειας, αφού λόγω της αφέλειάς της κανείς δε της δίνει ιδιαίτερη σημασία . Όλες κουβαλούν μαζί τους τα μυστικά μιας ολόκληρης ζωής.

Από την κινηματογραφική μεταφορά του έργου (2013)

Η απαρχή του δράματος γίνεται με την αποκάλυψη της αυτοκτονίας του πατέρα που οδηγεί τις οικογενειακές σχέσεις στα άκρα. Η Βάιολετ όμως, δεν είναι από τις γυναίκες που αφήνουν κάποιον άλλο να τους κάνει κουμάντο, καθώς η σοβαρή αρρώστια της και η εξάρτησή της από τα χάπια ενισχύουν τα βιτριολικά της ξεσπάσματα προς τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Σε ένα κρεσέντο κυνισμού ξεσπά εναντίον των παιδιών της που «ποτέ τους δεν είχαν πραγματικά προβλήματα». Μετά το ξέσπασμα, η Μπάρμπαρα σαν άλλη Βάιολετ (μέχρι και τα ίδια ρούχα φορούν από ένα σημείο και πέρα) αναλαμβάνει με αυταρχικότητα και μεγαλομανία τα ηνία του σπιτιού, ως τη στιγμή που όλα τα οικογενειακά πάθη θα έρθουν στην επιφάνεια.

Αυτόπτες μάρτυρες της μοναδικής ικανότητας των Γουέστον να αλληλοκατασπαράζονται, η νεαρή ινδιάνα οικονόμος, Τζόνα και η αδερφή της Βάιολετ, η Μάττυ Φέη – η οποία κατέχει εξίσου καλά την τέχνη της σκληρότητας –  και που καταφτάνει με την δική της οικογένεια.

Από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα (σε σκηνοθεσία Κ. Μαρκουλάκη, 2016-2018)

Το οικογενειακό τραπέζι στρώνεται, η οικογένεια συγκεντρώνεται και η μάχη αρχίζει: καλά κρυμμένα μυστικά αποκαλύπτονται, ανομολόγητα πάθη αναζωπυρώνονται, παλιές έχθρες βγαίνουν στην επιφάνεια, προσβολές ανταλλάσσονται και απειλές εκτοξεύονται. Ένα τυπικό οικογενειακό τραπέζι στο σπίτι των Γουέστον.

Ο «Αύγουστος» έχει κερδίσει το βραβείο Pulitzer, 3 βραβεία Tony, 2 Drama Desk Awards και έχει συγκεντρώσει διθυραμβικές κριτικές από τον ξένο Τύπο που επαίνεσε την ικανότητα του Tracy Letts να ισορροπεί ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία. Ο καταιγισμός αστείων διαλόγων, η εξαιρετική σκιαγράφηση των βιτριολικών χαρακτήρων και η εκρηκτική παρουσίαση των οικογενειακών συναισθηματικών συγκρούσεων επιβεβαιώνουν την άποψη των New York Times ότι, «καμιά οικογένεια δεν υπήρξε τόσο δυστυχισμένη για τόσους διαφορετικούς λόγους και με τόσο διασκεδαστικό τρόπο, όσο οι Γουέστον στον “Αύγουστο”».

Από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα (σε σκηνοθεσία Κ. Μαρκουλάκη, 2016-2018)

Την ίδια επιτυχία γνώρισε και η κινηματογραφική μεταφορά του έργου, με πρωταγωνιστές τους Meryl Streep, Julia Roberts, Ewan McGregor, Benedict Cumberbatch, Juliette Lewis κ.α.  το 2013, που έφτασε μέχρι τα Όσκαρ.

Η παράσταση ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τα Αθηναϊκά Θέατρα την θεατρική σεζόν 2016-17 και 2017-18 και σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη και με πρωταγωνιστές την -έμιδα Μπαζάκα, Μαρία Πρωτόπαππα, Βίκυ Βολιώτη, Μάνο Βακούση κ.ά. Ιδιαίτερα, η Θέμις Μπαζάκα υπήρξε εξαιρετική στον ρόλο της Βάιολετ. Με την πείρα και τη γνώση που διαθέτει κατόρθωσε να ζωντανέψει πάρα πολύ σωστά την κεντρική ηρωίδα του έργου.

Θέμις Μπαζάκα, από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα (σε σκηνοθεσία Κ. Μαρκουλάκη, 2016-2018)

Το έργο του Tracy Letts αφορά την πάλη του ανθρώπου εσωτερική και εξωτερική στο πλαίσιο της οικογένειας. Κατά συνέπεια, την ψυχική αγωνία και προσωπική φθορά, τα ξεσπάσματα και τις αλληλοκατηγορίες, τα καλά κρυμμένα μυστικά, τα πάθη, τις έχθρες, τις ίντριγκες. Όλα μέσω της διάδρασης των μελών της οικογένειας μεταξύ τους. Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε επί σκηνής τους ηθοποιούς να φωνάζουν και να φέρονται ο ένας εναντίον του άλλου. Ο λόγος και οι αντιδράσεις της Βάιολετ, ίσως φαίνονται λίγο υπερβολικοί στα πρώτα λεπτά του έργου, ωστόσο γρήγορα γίνεται αντιληπτό πως ο ρόλος της είναι τέτοιας φύσεως που επιβάλλει ένταση. Ο ρόλος της Μπάρμπαρα κινούμενος στο ίδιο μήκος κύματος με εκείνον της Βάιολετ, ενώ οι ρόλοι της Άιβ και της Κάρεν είναι σαφώς πιο «ήπιοι», χωρίς στοιχεία δυναμισμού ή αυταρχικότητας.

Εξαρτησιογόνες ουσίες, απιστία, παιδεραστία, αλκοολισμός, αυτοχειρία, όλα υπάρχουν σε αυτό το αποτυχημένο μοντέλο της αμερικανικής οικογένειας, του αμερικάνικου ονείρου, που θέλει να δείξει ο συγγραφέας.

Από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα (σε σκηνοθεσία Κ. Μαρκουλάκη, 2016-2018)

Συνολικά, ο «Αύγουστος» αποτελεί το γλαφυρό πορτρέτο μιας βαθιά δυσλειτουργικής οικογένειας. Ένα έργο σκληρό αλλά και αστείο, πικρόχολο αλλά και τρυφερό, δραματικό αλλά συγχρόνως διασκεδαστικό. Σχοινοβατώντας ανάμεσα στη τραγωδία και το μαύρο χιούμορ, ο «Αύγουστος» συνιστά μια απόπειρα απόλυτα ρεαλιστικής ψυχογράφησης μιας κλασικής οικογένειας του αμερικανικού νότου που δοκιμάζεται από τις σχέσεις μάνας με κόρη, αδελφής με αδελφή, γυναίκας με σύζυγο.

Παρακάτω μπορείτε να παρακολουθήσετε το τρέιλερ από την κινηματογραφική μεταφορά του έργου το 2013:

ΠΗΓΕΣ: http://www.mixgrill.gr/ar55792el-aygoystos-i-istoria-mias-oikogeneiakis-tragwdias.html , https://www.mytheatro.gr/aygoustos-tou-tracy-letts-kritiki/ , https://www.news247.gr/psixagogia/theatro/to-aristoyrgimatiko-theatriko-ergo-aygoystos-toy-tracy-letts-synechizetai-gia-2i-chronia-sto-theatro-dimitris-chorn.6518357.html

Μήπως ζούμε στην περίοδο του θανάτου του κινηματογράφου;

Η νέα πραγματικότητα των τελευταίων μηνών, την οποία βιώνουμε, έχει επηρεάσει τη ζωή μας σε όλα τα επίπεδα και έχει φέρει τα πάνω κάτω. Η έξαρση του κορωνοϊού έχει αλλάξει εντελώς τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, ζούμε και διασκεδάζουμε. Έχει αλλάξει εντελώς τις συνήθειες μας, τα σχέδιά μας και τις επιλογές μας. Σαφώς και αυτή η θλιβερή κατάσταση, όμως, δεν έχει επηρεάσει μόνο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά έχει διαφοροποιήσει και τον τρόπο με τον οποίο εργάζονται και προγραμματίζουν το μέλλον τους οι επιχειρήσεις κάθε λογής. Μία από τις επιχειρήσεις αυτές είναι ο κόσμος της παραγωγής ταινιών. Είναι πλέον εμφανές ότι ολόκληρη η βιομηχανία τραντάχτηκε σε μεγάλο βαθμό από την πανδημία και παρόλο που βρήκε τρόπο να προσαρμοστεί στις νέες εξελίξεις, αυτό δεν ήρθε χωρίς συνέπειες.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, όταν πριν από περίπου 8 μήνες ξεκίνησαν τα lockdown σε πολλές χώρες και μπήκαν τα περιοριστικά μέτρα, τα οποία μέχρι και τώρα ισχύουν, οι κινηματογράφοι, ως ο κατεξοχήν χώρος απόλαυσης μιας ταινίας, ήλπιζαν πως όλο αυτό μέχρι το χειμώνα θα είχε τελειώσει. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι όλες οι ταινίες που ήταν να προβληθούν την άνοιξη, αναβλήθηκαν αρχικά για τον χειμώνα. Ο κορονοϊός όμως συνέχισε να καλπάζει και τελικά η συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών που ήταν να κυκλοφορήσουν φέτος, έστω και με αυτή τη μικρή καθυστέρηση, τελικά θα κυκλοφορήσουν του χρόνου. Προφανώς και οι σκηνοθέτες και οι εταιρίες παραγωγής δεν θέλουν να χάσουν το κέρδος που αποφέρει το σινεμά μεν, αλλά και οι ίδιοι οι δημιουργοί επιθυμούν –και λογικό- να προβληθούν οι ταινίες τους στον κινηματογράφο με όσα πλεονεκτήματα αυτός προσφέρει στον θεατή, ώστε να την απολαύσει περισσότερο.

Η αλήθεια είναι ότι έγινε μια προσπάθεια με το Tenet του Nolan και με τη Mulan, να σωθούν οι κινηματογράφοι, αλλά τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Για αυτόν τον λόγο και όλες σχεδόν οι ταινίες ακυρώθηκαν για του χρόνου. Το ανησυχητικό όμως δεν είναι μονάχα αυτό. Το ανησυχητικό είναι πως τα συμπεράσματα που μπορούμε να εξάγουμε από τις παραπάνω 2 ταινίες, καθώς και οι εξελίξεις που αναπόφευκτα διαδραματίζονταν και διαδραματίζονται σε αυτόν τον τομέα της ψυχαγωγίας τα τελευταία χρόνια, έχουν θέσει το μέλλον του κινηματογράφου σε μεγάλο κίνδυνο. Όταν τα σινεμά, οι κριτικοί και όλοι όσοι εργάζονται στον χώρο των ταινιών χρησιμοποιούσαν το ρήμα «σώζω» και ήλπιζαν πως το Tenet θα «σώσει» το σινεμά, ήταν απόλυτα κυριολεκτικοί.

Από εδώ και πέρα λοιπόν θα αναλύσω σύντομα τις πρόσφατες εξελίξεις, θα εξάγω τα συμπεράσματα μου και θα παραθέσω την άποψη μου, ως ένας άνθρωπος που τρέφει μεγάλη αγάπη για τον κινηματογράφο.

Box Office και Disney Plus

Όπως λοιπόν ανέφερα πριν από λίγο, ο Nolan εν μέσω πανδημίας αποφάσισε να κάνει τη γενναία κίνηση να βγάλει τη ταινία του στον κινηματογράφο, για να δώσει οικονομική ανακούφιση στον κλάδο. Εννοείται πως θα αρνούταν να εκδώσει μια τόσο ακριβή και φιλόδοξη παραγωγή σε streaming υπηρεσία, αφού έτσι ο θεατής θα έχανε μεγάλο μέρος του οπτικού και ακουστικού παράγοντα, που ιδίως στις ταινίες του Nolan είναι κομβικός.

Το Tenet, λοιπόν, κόστισε περίπου 205 εκατομμύρια, κάτι που το κατέστησε ως μια από τις πιο ακριβές παραγωγές του σκηνοθέτη (ολόκληρο αεροπλάνο διέλυσε ο άνθρωπος, εξάλλου, για τις ανάγκες του έργου) και έβγαλε συνολικά 341 εκατομμύρια παγκοσμίως. Το νούμερο ίσως φαίνεται καλό από μόνο του, αλλά στη πραγματικότητα δεν είναι ούτε το αναμενόμενο, ούτε το επαρκές για να δώσει ανάσες στη βιομηχανία του κινηματογράφου, ούτε ικανοποιεί του συντελεστές που πήραν την απόφαση και το ρίσκο να το βγάλουν στις αίθουσες εν μέσω πανδημίας. Καταρχάς ας διασαφηνιστεί, ότι τα χρήματα αυτά δεν θα πάνε ολοκληρωτικά στα σινεμά. Αντιθέτως, κλασικά θα μοιραστούν μεταξύ των σινεμά και της εταιρείας παραγωγής. Για να γίνει τώρα φανερό το απογοητευτικό του πράγματος, καλό θα ήταν να δούμε τι έκαναν μερικές από τις άλλες ταινίες του σκηνοθέτη στο Box Office.

Το Dunkirk έβγαλε περίπου 525 εκατομμύρια παγκοσμίως και είχε κόστος παραγωγής γύρω στα 125 εκατομμύρια. Το Interstellar έβγαλε περίπου 700 εκατομμύρια παγκοσμίως και είχε κόστος παραγωγής γύρω στα 165 εκατομμύρια. Το The dark knight rises είχε εισπράξεις περίπου 1 δισεκατομμύριο και κόστισε 250, ενώ το Inception έβγαλε περίπου 830 εκατομμύρια και κόστισε γύρω στα 160.

Το Tenet, στη προ κορονοϊού εποχή, υπολόγιζε ότι θα βγάλει από 625-825 εκατομμύρια. Τελικά έβγαλε μόλις 341 και έπαιζε σχεδόν μόνο του στις αίθουσες. Αυτό αν συμπεριλάβουμε το κόστος παραγωγής, δυστυχώς είναι απογοητευτικό. Γιατί όμως έβγαλε λιγότερα από όσα θα ήθελε; Ξεκάθαρα ο νούμερο 1 λόγος είναι η πανδημία και ο φόβος των ανθρώπων να εκθέσουν την υγεία τους, ενώ μετά θα μπορούσαμε να παραθέσουμε πως η ταινία έλαβε διχασμένες κριτικές και πως οι κινηματογράφοι δεν είχαν γεμάτη πληρότητα στις θέσεις λόγω των μέτρων.

Η Mulan, από την άλλη, κόστισε επίσης περίπου 200 εκατομμύρια και ενώ στο Box Office είχε μονάχα 66 εκατομμύρια σε εισπράξεις και παρά το γεγονός ότι τη «σνόμπαρε» η αγορά της Κίνας (λόγω των γεγονότων που σχετίζονται με το που γυρίστηκε, κάτι για το οποίο δεν θα γίνει λόγος εδώ, διότι δεν αφορά τον σκοπό του άρθρου), στο Disney Plus έβγαλε γύρω στα 260 εκατομμύρια. Ουσιαστικά περίπου 9 εκατομμύρια συνδρομητές του Disney Plus έδωσαν από 30 ευρώ (το ποσό φαντάζει τεράστιο και όντως είναι) για να δουν τη ταινία. Τα πήγε τέλεια; Όχι. Έδωσε ανάσα στο σινεμά; Όχι. Το τι συνέβη με τη συνδρομητική υπηρεσία είναι αποκαλυπτικό για τη πορεία της βιομηχανίας; Ναι.

Και αφού σας κούρασα με τα νούμερα –πράγμα απαραίτητο-, τώρα θα μπούμε στο ζουμί του άρθρου, οπότε μην το κλείσετε ακόμα.

Το μέλλον είναι δυσοίωνο

Ήδη αρκετοί σκηνοθέτες, αλλά και εταιρείες παραγωγής (βλ. Warner που δήλωσε απογοητευμένη από τα έσοδα του Tenet), έχουν εκφράσει την απαισιοδοξία τους για το μέλλον του κινηματογράφου. Η πικρή αλήθεια είναι πως έχουν δίκιο και με βάση όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, ουσιαστικά υπάρχουν δύο παράγοντες που καθιστούν δύσκολη την επιβίωση του σινεμά: Ο καθαρά οικονομικός και οι streaming υπηρεσίες.

Ξεκινώντας από τον οικονομικό παράγοντα, το σίγουρο είναι ότι πολλά τοπικά σινεμαδάκια θα κλείσουν. Τα σινεμά αυτά έχουν μια συγκεκριμένη μερίδα κόσμου, που τα κρατάει ζωντανά τόσα χρόνια και αυτή η μερίδα κόσμου είναι όσοι διαμένουν στις περιοχές όπου αυτά έχουν κτιστεί. Ναι, δεν είχαν χρήματα να φέρουν όλες τις ταινίες και ίσως τις έφερναν και καθυστερημένα. Ωστόσο ήταν μια πολύ καλή επιλογή εάν κάποιος δεν ήθελε να κάνει τεράστια απόσταση για να απολαύσει τις ανέσεις της αίθουσας. Το εισόδημά τους προφανώς και δεν ήταν τεράστιο, ήταν όμως το απαραίτητο για να μπορούν να λειτουργήσουν. Τους τελευταίους μήνες όμως τα έσοδα τους έχουν μειωθεί δραματικά και η πανδημία δεν έχει ακόμα τελειώσει. Όχι μόνο δεν βγαίνουν νέες ταινίες που θα προσέλκυαν κόσμο, αλλά και ο φόβος και τα περιοριστικά μέσα κάνουν δύσκολη τη πρόσβαση και την διασκέδαση που μπορούσε κάποιος να αποκτήσει από τον χώρο. Ουσιαστικά, εάν δεν δοθεί οικονομική ενίσχυση, δεν βλέπω πως θα μπορέσουν να μείνουν ενεργοί αυτοί οι κινηματογράφοι.

Από την άλλη, τα μεγάλα σινεμά που αποτελούν αλυσίδες, είναι σχεδόν βέβαιο –εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- πως θα τα καταφέρουν. Ωστόσο εδώ έρχεται ο παράγοντας νούμερο δύο, δηλαδή οι streaming υπηρεσίες.

«Αν θες να το δεις υπάρχει στο Netflix»· Πόσες φορές άραγε χρησιμοποιούμε τη λέξη Netflix καθημερινά, πόσο συχνά μπαίνουμε στη πλατφόρμα να παρακολουθήσουμε κάτι; Η ερώτηση είναι σαφώς ρητορική, μιας και η απάντηση είναι αυτονόητη. Ήδη πριν από την έξαρση του κορονοϊού, οι streaming υπηρεσίες είχαν αρχίσει να κερδίζουν έδαφος με την τρομερή απήχηση του κοινού που προσέλκυαν· Τεράστιο περιεχόμενο σε ταινίες και σειρές, νέες αφίξεις, χαμηλές τιμές. Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που βγάζουν εκατομμύρια κάθε χρόνο. Το Netflix, μάλιστα, είχε τέτοια επιτυχία, που κάθε μεγάλη εταιρεία ξεκίνησε να ανοίγει ανάλογες υπηρεσίες. Μερικά παραδείγματα είναι η Amazon, η Apple, η Disney κ.α. Όλες αυτές οι επιχειρήσεις, έχουν επενδύσει και επενδύουν πολλά στο marketing, στην ποιότητα των προγραμμάτων τους και στη δυναμική τους, ώστε να αποκτήσουν κοινό. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα πάνε πολύ καλά. Διέκριναν ότι το μέλλον κρύβεται σε αυτές τις πλατφόρμες και έκαναν τις επενδύσεις τους. Πλέον, όμως, και ειδικά τον τελευταίο χρόνο, δεν υπάρχει απλά τεράστιο περιεχόμενο, αλλά και μεγάλη ποιότητα. Σκηνοθέτες και ηθοποιοί κλείνουν συνεχώς συμφωνίες να προβάλλουν τις ταινίες τους σε αυτές τις υπηρεσίες και να κάνουν περιορισμένη διανομή στους κινηματογράφους. Μέχρι και ο Scorsese έκλεισε συμφωνίες με το Netflix και την Apple TV, ενώ σιγά σιγά βλέπουμε και άλλα μεγάλα ονόματα να κάνουν συμβόλαια, όπως ο Aaron Sorkin, ο Chris Evans, ο Ryan Reynolds, ο Jake Gyllenhaal, ο David Fincher και η λίστα δεν έχει τελειωμό.

Σε αυτές τις εξελίξεις, όμως, δεν ευθύνεται ο κορονοϊός, αλλά περισσότερο η δύναμη του streaming και οι προτιμήσεις του κοινού. Από τη μία, οι πλατφόρμες αυτές δίνουν το πάτημα σε λαμπρούς δημιουργούς να δείξουν τη δουλειά τους, με αποτέλεσμα να υπάρχουν indie διαμαντάκια στο ρεπερτόριό τους, ενώ ταυτόχρονα έχει αλλάξει και η αντίληψη του θεατή, που δεν θεωρεί πως είναι ανάγκη να δει κάτι στο σινεμά και να πληρώσει 8 ευρώ, εάν αυτό το κάτι δεν έχει πολύ εφέ, εκρήξεις και επικές μάχες. Δεν θεωρεί ότι αξίζει να πληρώσει για να δει ένα δράμα, αφού οπτικά δεν πιστεύει πως μπορεί να του προσφέρει περισσότερα από μια καλή τηλεόραση. Φυσικά δεν παραβλέπουμε και τα τεράστια χρηματικά οφέλη που προσφέρουν οι συνδρομητικές υπηρεσίες στις μέρες μας στον κάθε δημιουργό.

Θα μπορούσαμε με λίγα λόγια να φτάσουμε στο συμπέρασμα πως η εξουσία που έχει επιβάλλει το streaming και η απογοήτευση των δημιουργών από τη μονομέρεια των προτιμήσεων των θεατών, έχουν ήδη ρίξει μια βαριά σκιά πάνω από τον κινηματογράφο.

Συμπεράσματα

Πρέπει να αρχίσουμε να παίρνουμε απόφαση πως βιώνουμε ήδη τον αργό και βασανιστικό θάνατο του κινηματογράφου. Το μέσο βρίσκεται ήδη στο χείλος του γκρεμού και μέχρι το τέλος της πανδημίας η κατάσταση μπορεί να μην δύναται να διορθωθεί. Εκείνο που πολλοί δεν λαμβάνουν υπόψη τους είναι πως αν τελικά υπάρξει μια ολοκληρωτική στροφή προς το streaming, δεν θα αλλάξει μόνο ο τρόπος που απολαμβάνουμε τις ταινίες. Θα αλλάξει και το περιεχόμενο, οι αφηγήσεις και ο τρόπος παραγωγής τους εν γένει. Δεν θα έχουμε την ίδια εμπειρία ως προς αυτό που βλέπουμε.

Όλοι όσοι έχουν πάει σινεμά γνωρίζουν πως σαφώς η παρακολούθηση μιας ταινίας εκεί είναι μια ολοκληρωτικά διαφορετική εμπειρία όσον αφορά τη ποιότητα. Η έξοδος στο σινεμά όμως δεν ήταν ποτέ μόνο κάτι που ταυτιζόταν με την ποιότητα παρακολούθησης. Ήταν κάτι που ταυτιζόταν με την ατμόσφαιρα, την αίσθηση του μεγαλείου, το στοιχείο του ρομαντικού και το στοιχείο του συναισθήματος που σου προσφέρει η τέχνη. Ήταν η έξοδος με τους φίλους σου, την οικογένειά σου, την κοπέλα σου ή το αγόρι σου. Ήταν η παρέα. Αλλά ακόμα και αν πήγαινες μόνος σου, ήταν η ηρεμία, η χαλάρωση, η αλλαγή παραστάσεων, η απόλαυση και η πιο αποτελεσματική βύθιση σε έναν άλλο κόσμο (μη ξεχνάμε ότι κάποιες ταινίες είναι καλύτερο να τις βιώσεις μόνος σου). Όλο αυτό άλλαξε τώρα που η ασφάλεια και η υγεία απειλούνται. Το σινεμά δεν είναι διασκέδαση. Είναι ένας τόπος εχθρικός, ένα μετα-αποκαλυπτικό σύμπαν που χάνει ό,τι πρόσφερε.

Δεν θέλω καν να φαντάζομαι έναν κόσμο που η τέχνη χάνει έναν από τους πιο ουσιώδεις τρόπους έκφρασής της. Σε κάτι τέτοιες στιγμές μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια του Γερμανού σκηνοθέτη Wolfgang Petersen και διατηρώ μια ελπίδα ότι αυτή η πανέμορφη εμπειρία θα συνεχίζει να υπάρχει και με αυτά θα ήθελα να κλείσω· «Τα σινεμά θα συνεχίσουν να υπάρχουν για πάντα και θα τα πηγαίνουν καλά. Με τους υπολογιστές και την τεχνολογία, γινόμαστε όλο και περισσότερο απομονωμένοι ο ένας από τον άλλον. Ο κινηματογράφος, λοιπόν, είναι ένα από τα τελευταία μέρη, όπου ακόμα μπορούμε να μαζευόμαστε και να βιώνουμε κάτι μαζί. Δεν νομίζω ότι η επιθυμία για αυτού του είδους τη μαγεία θα μας αποχαιρετίσει ποτέ».

Βαγγέλης Φραγκούλης

Απόκρυφο της Σύλβια Πλαθ

«Απόκρυφο» της Σύλβια Πλαθ

Ο αέρας είναι ένας μύλος από αγκίστρια—
Ερωτήσεις χωρίς απάντηση,
Λαμπερές και μεθυσμένες σα μύγες
Που του φιλιού τους το κεντρί είναι αβάσταχτο
Μέσα στις δυσώδεις μήτρες του μαύρου αγέρα κάτω απ` τα πεύκα το καλοκαίρι.

Θυμάμαι
Τη νεκρή μυρωδιά του ήλιου στις ξύλινες καμπίνες ,
Την ακαμψία των ιστίων , τα μακριά αλατισμένα σάβανα.
Αν έχεις αντικρίσει μια φορά το Θεό , ποια είναι η γιατρειά;
Αν έχεις μια φορά κατακτηθεί

Χωρίς να μείνει ούτ’ ένα κομμάτι,
Ούτε καν ένα δάχτυλο, και αναλωθεί,
Αναλωθεί απόλυτα, στην πυρκαγιά του ήλιου,
Μέσα στο φως από βιτρώ αρχαίων καθεδρικών
Ποια είναι η γιατρειά;

Η όστια της μετάληψης;
Το βάδισμα πλάι σε ακύμαντα νερά; Η μνήμη ;
Ή να διακρίνεις τα λαμπρά ίχνη
Του Χριστού στα πρόσωπα των τρωκτικών,
Των δειλών λουλουδοφάγων, εκείνων

Που έχουν τόσο ταπεινές ελπίδες, ώστε αισθάνονται άνετα-
Καμπουριασμένη στο παστρικό σπιτάκι της
Κάτω από τις ακτίνες της αγράμπελης.
Άραγε δεν υπάρχει μεγάλος έρωτας, μόνο τρυφερότητα;
Θυμάται η θάλασσα

Εκείνον που βάδισε πάνω της;
Το νόημα διαρρέει από τα μόρια.
Οι καμινάδες της πόλης αναπνέουν, το παράθυρο ιδρώνει,
Τα παιδιά σκιρτούν στα κρεβάτια τους.
Ο ήλιος ανθίζει, είναι ένα γεράνι.

Η καρδιά δεν έχει σταματήσει.

Ακούστε το εδώ:

Ο δραματουργός Νίκος Καζαντζάκης (τραγική τριλογία “Προμηθέας”)

«Ο Καζαντζάκης δραματουργός. Θέμα ανεξάντλητο και μαζί εξαντλητικό. Ανεξάντλητο σε δύναμη φαντασίας, εξαντλητικό για κάθε μας προσπάθεια να υποτάξουμε την ορμή του σε θεατρική πράξη.

Από όλους τους νεοέλληνες θεατρικούς δημιουργούς, ο Καζαντζάκης είναι ο πιο αισχυλικός. Τιτάνας στ’ αγκαλιάσματα της ύλης, γίγαντας στ’ άπλωμα της δράσης, Κύκλωπας στο πελέκημα της κάθε του φράσης, αδιαφορεί για τους κοινούς τόπους και τρόπους, πλάθει, ονειρεύεται, προφητεύει. Αν στις τρεις δεκαετίες που δούλευε τα έργα του το θέατρό μας δεν ήταν προσηλωμένο στην ηθογραφία και τη φαρσοκωμωδία, ο Καζαντζάκης θα είχε σταθεί ο πραγματικός πατέρας της δραματουργίας μας ή, πιο σωστά, η πρωτόγονη δημιουργική της θεότητα. Μα δεν τ’ αξιωθήκαμε. Μήτε κι εκείνος γνώρισε τη χαρά […]Από το 1950 κι εδώθε -αφού πια ο Καζαντζάκης είχε ανακηρυχθεί στην ξενιτειά μεγάλος- η δεισιδαιμονία διαλύθηκε και το θεατρικό μας κοινό αγάπησε τη Μέλισσα, τον Ιουλιανό, τον Κολόμβο, το Βούδα, τον Καποδίστρια και, σαν όπερες του Καλομοίρη, τον Παλαιολόγο και τον Πρωτομάστορα.

Μα ακόμα και σήμερα μερικοί χολερικοί -παλαιού και νέου κύματος- τον διαγράφουν από το ελληνικό θεατρικό στερέωμα. Ίσως γιατί εκείνος δεν θέλησε ποτέ να κυνηγήσει την εύκολη επιτυχία, ακολουθώντας τα ρεύματα, τις μόδες και το Zeitgeist. Επαναστάτης από τις φασκιές του, αναρχικός, προοδευτικός, ήρωας, μάρτυρας, ελεύθερος πολιορκημένος του κομμουνισμού, χριστιανός σε παγκόσμια συμπόνοια κι Έλληνας σε παλμό ψυχής, ο Καζαντζάκης δεν βολεύτηκε ποτές του με συμβιβασμούς.
Το θέατρο ήταν γι’ αυτόν ένα αλώνι ελεύθερης αναμέτρησης Διγενή και Χάροντα, ένας δίχως υποκρισία, δίχως καπηλεία αγώνας εξόντωσης και διαιώνισης, μια τίμια ισορροπία -καθώς λέει ο ίδιος- ανάμεσα στο γκρεμό του ανθρώπου και το γκρεμό του Θεού.»

Αλέξης Σολομός (από το βιβλίο της Κυριακής Πετράκου “Ο Καζαντζάκης και το θέατρο”)

Ο Καζαντζάκης πράγματι φιλοδοξούσε να μείνει στην ιστορία ως μεγάλος θεατρικός συγγραφέας, κάτι το οποίο τελικά δεν κατάφερε. Η διεθνοποίησή του επήλθε μέσω των σπουδαίων μυθιστορημάτων του, όπως το “Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”, μυθιστορήματα που έθιγαν ζητήματα πανανθρώπινα με πρώτιστο το θέμα της ελευθερίας. Είναι γεγονός ότι τα θεατρικά εργα του Καζαντζάκη είχαν έντονη ποιητικότητα κι ήταν επομένως καταλληλότερα για ανάγνωση. Παρόλο που τον ενδιέφερε η καταξίωση μέσω του θεάτρου, εν τέλει αυτή ήρθε μέσω της πεζογραφίας που έγινε η δίαυλος επικοινωνίας του μεγάλου αυτού λογοτέχνη με το πλατύ ευρωπαϊκό κοινό.

Το καλοκαίρι τού 1943 ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει στην Αίγινα την τραγική τριλογία: “Προμηθέας Πυρφόρος”, “Δεσμώτης”, “Λυόμενος”. Το 1945 ο “Προμηθέας Πυρφόρος” δημοσιεύεται στο περιοδικό “Καλλιτεχνική Ελλάδα” του Στρατή Μυριβήλη με αφιέρωση στον Ι. Θ. Κακριδή. Το 1948 μεταφράζεται στη γαλλική γλώσσα από τον ίδιο το συγγραφέα. Το 1955 ο “Δίφρος” εκδίδει στην Αθήνα με επιμέλεια Ε. Χ. Κάσδαγλη τον πρώτο τόμο του Θεάτρου του Καζαντζάκη, που περιλαμβάνει τραγωδίες με αρχαία θέματα: τον Προμηθέα, τον Κούρο, τον Οδυσσέα και τη Μέλισσα.

Η τριλογία του Καζαντζάκη είναι αντίστοιχη με την αρχαία τριλογία. Έχουν μάλιστα και οι δυο ίδιους τίτλους: Πυρφόρος, Δεσμώτης, Λυόμενος. Ο Καζαντζάκης ολοκλήρωσε την τριλογία του στο διάστημα Αυγούστου-Σεπτέμβρη 1943 στην Αίγινα.

«Όπως κάνει και με άλλα του θέματα, ο συγγραφέας δανείζεται ένα γνωστό μύθο ή πραγματικό γεγονός ή ακόμα μια μυθική ή λογοτεχνική μορφή και εννοιολογικά μετασχηματίζοντάς τη την κάνει κατάλληλη για την έκφραση του προσωπικού του μηνύματος. […]»

(Από το άρθρο του Θόδωρου Γραμματά «Ξαναδιαβάζοντας το έργο τού Νίκου Καζαντζάκη».)

«Ο συγγραφέας δανείζεται το γνωστό μύθο για να εκφράσει τις ιδέες του, τη μεταφυσική αγωνία του.

Ο Προμηθέας φέρνει την φωτιά στο ανθρώπινο γένος (Heinrich Füger)

»Ο Προμηθέας βοηθάει τους θεούς να καταστείλουν την επανάσταση των Τιτάνων, ζητώντας ως αντάλλαγμα να μην πειράξουν τους ανθρώπους. Ωστόσο οι θεοί, παραβαίνοντας την υπόσχεσή τους, σκότωσαν τους ανθρώπους, γιατί οδηγούσαν τους τυφλούς Τιτάνες στα απάτητα μονοπάτια τού Ολύμπου. Ο Προμηθέας επαναστατεί, όταν τους βλέπει κατακεραυνωμένους. […]

»Οι άνθρωποι έχουν χαθεί. Ο Προμηθέας συγκρούεται με τους θεούς του Ολύμπου, μοιράζεται μαζί τους τον κόσμο. Παίρνει τη γης. […]

»Από το χώμα πλάθει καινούριους ανθρώπους. Δυο πήλινα αγάλματα στέκονται ασάλευτα ανάμεσα στους βράχους: ένας νέος και μια κοπέλα. Μέσα στα σπλάχνα τους έχει σφηνώσει την άγρια περηφάνια και το πείσμα. 

»Αγωνίζεται να δώσει ζωή στη λάσπη, “ζωή και λευτεριά στης γης το χώμα”. Ο Σειληνός του αποκαλύπτει το μυστικό: μόνο ο κεραυνός μπορεί και τον πηλό να ζωντανέψει. Αλίμονο όμως σ’ εκείνον που θα απλώσει το χέρι του στη θεία φλόγα. Αιώνες θα μουγκρίζει κρεμασμένος πάνω στην άβυσσο.

Το μαρτύριο του Προμηθέα (Salvator Rosa)


»Ο Προμηθέας” με λαγαρό σκληρό μυαλό διαλέγει τη φοβερή τής λευτεριάς τη στράτα”.»Βροντή τρομερή ακούγεται, ένας κεραυνός πέφτει κι η αγριελιά μπροστά από τη σπηλιά παίρνει φωτιά. Ο Προμηθέας χυμάει και παίρνει ένα κλαρί αναμμένο. Στήνουν πέτρες, σωριάζουν ξύλα και χώνουν τον κεραυνό με προσοχή να μη σβήσει. Ο Προμηθέας αρπάζει ένα δαυλό, τρέχει στα πήλινα αγάλματα, τα αλείφει με τις φλόγες. “Τα κοιτάζει με αγωνία. Σιγά σιγά ζωντανεύουν, παίρνουν αναπνοή, αναστενάζουν, παίζουν τα βλέφαρα, κουνούν τα χέρια, κάνουν τρεκλίζοντας ένα βήμα”. Το θάμα έγινε. Η λάσπη πήρε ψυχή. Περικυκλώνουν με χαρά τους καινούριους ανθρώπους, τους αγκαλιάζουν, τους μαθαίνουν να περπατούν, να γελούν, να ζουν, να αγωνίζονται.
»Ο “Προμηθέας Πυρφόρος”, γράφει ο Βρεττάκος, “δείχνει περισσότερο από κάθε άλλο του έργο την πρωτεϊκή απασχόληση της σκέψης του Καζαντζάκη. Την αγωνία του να ανοίξει ένα δρόμο σ’ αυτό που νομίζει σκοτάδι, την αναδίπλωσή του στις ρίζες, την εμπιστοσύνη του στα τραχιά πολεμικά κορμιά, στη φυσική δύναμη, κι όλα αυτά βέβαια σε έναν αιώνα που τα ξεπέρασε το πνεύμα κι οι δυνάμεις του ανεβάσματος του ανθρώπου έχουν μετατεθεί”.»

(Από το βιβλίο τής Θεοδώρας Παπαχατζάκη-Κατσαράκη Το Θεατρικό Έργο τού Νίκου Καζαντζάκη.)

Υπόθεση των έργων της τριλογίας

Προμηθέας Πυρφόρος

Μετά την Τιτανομαχία, ο Δίας απαιτεί την υποταγή του Προμηθέα στην εξουσία του, λησμονώντας ότι κατάφερε να νικήσει χάρη στη δική του βοήθεια.   

Αγανακτισμένος επειδή ο Δίας παραβίασε τους όρκους του και κατέστρεψε τους ανθρώπους, ο Προμηθέας αρνείται. Πλάθει με πηλό έναν άντρα και μια γυναίκα και τους δίνει ψυχή μ’ ένα κλαδί που είχε ανάψει από τον κεραυνό του Δία. Οι πήλινες μορφές ζωνταντεύουν και η Πανδώρα γίνεται για λίγο το μήλο της έριδος ανάμεσα στον Προμηθέα και τον αδερφό του, Επιμηθέα. Αν και η γυναίκα προτιμά τον ανυπότακτο Προμηθέα, ε-κείνος την παροτρύνει να παντρευτεί τον Επιμηθέα. Οι γιορτές του γάμου σκιάζονται από την προσδοκία της τρομερής εκδίκησης του Δία.

Προμηθέας Δεσμώτης

Πολλά χρόνια αργότερα, ο ασπρομάλλης Προμηθέας εξακολουθεί να διδάσκει τους ανθρώπους, αλλά αισθάνεται ότι ο χρόνος του τελειώνει. Πράγματι, ο Επιμηθέας τον προδίδει και οι δύο εκτελεστές του Δία, ο Θυμός και η Βία, τον καρφώνουν στον Καύκασο. Ο Προμηθέας παραμένει ανυπόκτακτος και αρνείται τις προτάσεις της Πανδώρας να μεσολαβήσει για χάρη του στον Δία. Ενώ τον συντροφεύουν οι Ωκεανίδες, έρχεται μια χωριατοπούλα κρατώντας ένα ομοίωμα παιδιού, και του ζητά να την ευλογήσει για ν’ αποκτήσει γιο από έναν άγνωστο γκριζομάλλη άντρα. Αργότερα, τον επισκέπτεται η Αθηνά, που αποκαλύπτεται ότι είναι κόρη δική του και όχι του Δία. Του προτείνει να ξεχάσει τα πάντα και να ανέβει μαζί της στον Όλυμπο, διαβεβαιώνοντάς τον ότι ο Δίας δεν έχει πάψει να τον αγαπάει. Σε όραμα, του δείχνει την ακμή και την παρακμή του ανθρώπινου πολιτισμού και στο τέλος του λέει αι-νιγματικά ότι η ίδια, όπως και ο Δίας, είναι δέσμιοι μιας ακόμη μεγαλύτερης δύναμης, την οποία όμως δεν ονομάζει. Ο Προμηθέας απορρίπτει την προσφορά.

Προμηθέας Λυόμενος

Ακόμη πιο γερασμένος, ο Προμηθέας εξακολουθεί να βρίσκεται καρφωμένος στον Καύκασο και περιμένει τις Ωκεανίδες να του φέρουν τα νέα για την έλευση του Λυτρωτή γιου του. Όταν εκείνες έρχονται, βλέπουν με έκπληξη πως έχει ανθίσει το ακάνθινο στεφάνι που φορεί στο κεφάλι του. Επικρατεί αναταραχή. Τρομαγμένοι Τιτάνες φτάνουν με μήνυμα συμφιλίωσης από τον Δία, αλλά ο Προμηθέας δηλώνει ότι λυτρώθηκε μόνος του και είναι εκείνος που θα σώσει τον Δία. Ακολουθούν ο Σιληνός μ’ ένα νέο θεό, τον Βάκχο, ένα πλήθος Γερόντων κυνηγημένων από ένα μυστηριώδη ανθρώπινο-λιονταρίσιο ίσκιο, και ο Επιμηθέας. Δεν αργεί να εμφανιστεί ο Ηρακλής – ο «Λυτρωτής-γιος», που απελευθερώνει τον Προμηθέα. Η Αθηνά καλεί τον Ηρακλή να ανέβει στον Όλυμπο, αλλά ο Προμηθέας, προσπαθώντας να τον εμποδίσει, τον αγκαλιάζει και χάνεται μέσα του. Τώρα πια, ο αντάρτης Τιτάνας ζει «σα στοχασμός» στο σώμα του Ηρακλή, που αποφασίζει να μείνει στη γη και να βοηθήσει στον αγώνα της.

ΠΗΓΕΣ: https://totheatro.blogspot.com/2013/10/kazantzakis-theatro.html , https://totheatro.blogspot.com/2013/10/kazantzakis-promitheas.html