Παγκόσμια Ημέρα Ζώων σήμερα, μια εξαιρετική αφορμή να θυμηθούμε αγαπημένες μουσικές που αντλούν θεματολογία από τα πλάσματα της φύσης. Η σχέση του ανθρώπου με τα ζώα είναι- ή σωστότερα, όσον αφορά τη σύγχρονη εποχή θα έπρεπε να είναι – μια σχέση συμβιωτική. Έχουμε πολλά να μάθουμε από τα ζώα και η ανθρώπινη συνείδηση έχει αποδείξει -στην πορεία της Ιστορίας- ότι το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, δημιουργώντας τραγούδια, μύθους, παραμύθια, τραγούδια, ποιήματα, ιστορίες, ακόμα και μυθιστορήματα για εκείνα. Στο πλαίσιο του αφιερώματός μας στην σημαντική αυτή ημέρα και τονίζοντας ότι δεν αρκεί να θυμόμαστε τον σεβασμό, τη στοργή και την φροντίδα που πρέπει να δείχνουμε στα ζώα για μια Παγκόσμια Ημέρα το χρόνο, ας ακούσουμε μερικά τραγούδιααπό διάφορες εποχές και ρεύματα, που είναι αφιερωμένα στα ζώα.
Μια κλασική νότα
Το ταξίδι μας θα αρχίσει με επιλογές κλασικής μουσικής, με αφετηρία τη Μπαρόκ εποχή, γύρω στο 1735, όποτε ο Λουι Κλωντ Ντακέν, Γάλλος συνθέτης, τσεμπαλίστας και οργανίστας, γράφει το πιο γνωστό κομμάτι του, το περίφημο “Le coucou” (Ο Κούκος), ένα έργο για τσέμπαλο, με μοτίβο που μιμείται το τραγούδι του πουλιού.
Συνεχίζουμε με ένα απόσπασμα από το «Καρναβάλι των ζώων», έργο Ρομαντικής εποχής , του συνθέτη Camille Saint-Saëns, σε 14 μέρη, το καθένα από τα οποία περιγράφει ένα ζώο. Το Καρναβάλι των ζώων κυκλοφόρησε αποσπασματικα, μετά από επιλογή του συνθέτη, ο οποίος το θεωρούσε ένα έργο ανώριμο και απλοϊκό. Τελικά, ωστόσο καταξιώθηκε από το ενήλικο κοινό και θεωρείται από τις πιο εμβληματικές συνθέσεις του Γάλλου μουσικού. Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι «Το ενυδρείο».
Φτανοντας στον 20ο αιώνα, από τη λίστα μας δε θα μπορούσε να λείπει το «Πέταγμα της μέλισσας», του Ρώσου συνθέτη Νικολάι Ρίμσκυ Κόρσακοφ. Το έργο μπορεί να χαρακτηριστεί προγραμματικό, ο τίτλος του δηλαδή περιγράφει το περιεχόμενο του, και από τεχνικής άποψης ιδιαίτερα δεξιοτεχνικό.
Αφήνουμε την κλασική μουσική με ένα φανταστικό ζώο από το μπαλέτο «Το πουλί της φωτιάς» , σε μουσική του μοντέρνου συνθέτη Ιγκορ Στραβίνσκι, ενός από τους πιο πρωτοποριακούς της εποχής του. Το έργο αυτό σηματοδότησε την αρχή της παγκόσμιας αναγνώρισης του Στραβίνσκι, καθώς και τη συνεργασία του με τα διάσημα μπαλέτα Ντιάγκιλεφ, που οδήγησε στην δημιουργία ιστορικών για τη σύγχρονη μουσική και το σύγχρονο χορό, παραγωγών.
New century jazzing
Μεταφερόμαστε στην Αμερική της δεκαετίας του ‘20, ακούγοντας μπάντζο στο κομμάτι «The cat and the dog” γραμμένο από τον Harry Reser, έναν από τους γνωστότερους ερμηνευτές και συνθέτες για το Μπάντζο.
Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς τίτλους τζαζ μουσικής που έχει εμπνευστεί από τα ζώα είναι το “Tiger rag”, του διάσημου τρομπετίστα Λούις Άρμστρονγκ. Το κομμάτι αυτό κυκλοφόρησε το 1917 και είναι ένα από τα πιο πολυ-ηχογραφημένα τζαζ μουσικά έργα.
https://youtu.be/5YbzC6EEyy4
Ροκ και όχι μόνο…
Αφήνοντας μερικές δεκαετίες, αφού είναι αδύνατο να καλύψουμε με λεπτομέρεια όλη την πορεία της μουσικής σε ένα άρθρο, ας σταθούμε στη δεκαετία του ‘60 και ‘70 σε τίτλους Ροκ, τεράστια κατηγορία με τραγούδια που αποδεικνύουν τη διαχρονικότητα τους στο πέρασμα των χρόνων, αλλά και Χέβι Μέταλ κομμάτια που καταξιώσαν τους δημιουργούς τους.
Για αρχή ένα κομμάτι των Beatles, όχι αποκλειστικά ροκ, αλλά και με τέτοια στοιχεία, αφού το συγκρότημα συνδύασε διαφορα είδη στη μουσική του. Ακούμε το Blackbird, του 1968.
Συνεχίζουμε με τους Black Sabbath και το «War pigs”, ένα κομμάτι με εκπληκτική σόλο κιθάρα, που αξιολογήθηκε ως ένα από τα καλύτερα καθαριστικά σόλο της ροκ μουσικής και έντονα αντιπολεμικό μήνυμα. Το «War pigs” οποίο θεωρείται ένα από τα τρία καλύτερα τραγούδια του συγκροτήματος.
Κλείνουμε το κομμάτι της ροκ, πριν προχωρήσουμε στην ελληνική μουσική, που αξίξει την ιδιαίτερη προσοχή μας, με το γνωστό και μη εξαιρετέο “Eye of the tiger”, των Survivor. Βρισκόμαστε πλέον στη δεκαετία του ‘80, συγκεκριμένα το 1982. Το τραγούδι κυκλοφορεί ως single μια μέρα μετά την ταινία Rocky 3 και γίνεται πλατινένιος δίσκος.
Στην Ελλάδα…
Τελευταίος σταθμός μας η Ελλάδα της δεκαετίας του ‘60 και έπειτα. Κινηματογράφος, τραγούδια πολιτικά και ελληνική ροκ ή έντεχνη μουσική….
«Ένα χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα», 1960, αντικατοπτρίζει μια ολόκληρη εποχή, αφού γράφτηκε από τον μεγάλο Χατζιδακι για τον ελληνικό κινηματογράφο στην περίοδο της άνθισής του, για την ταινία «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος» και τραγουδήθηκε από τη Τζένη Καρέζη και τον Ντίνα Ηλιόπουλο.
Προχωρώντας σταματάμε στο 1974, μια χρόνια που η πολιτική κατάσταση της χώρας «βράζει». Ο Μάνος Λοΐζος , ένας καλλιτέχνης που δε φοβήθηκε να μιλήσει ανοικτά για τις ιδέες του σε καιρό λογοκρισίας και φίμωσης της τέχνης, γράφει το «Μέρμηγκα», ένα τραγούδι-αλληγορία της πολιτικής κατάστασης της χώρας.
Ένα χρόνο αργότερα θα κυκλοφορήσει ένα ακόμη τραγούδι με θέμα τα ζώα, επίσης χαρακτηριστικό της δεκαετίας του ‘70, γραμμένο από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», λαϊκό και αγαπημένο, με στίχους λυρικούς, συγκεντρώνει την απογοήτευση δυο γενεών.
Φτάνοντας στο τέλος του 20ου αιώνα , το ελληνικό έντεχνο τραγούδι έχει εδώ και αρκετά χρόνια μια σταθερή παρουσία, με φωνές δουλεμένες και μοναδικές χροιές. Οι στίχοι και η μουσική γράφονται από ονόματα που έχουν θέσει σταθερές βάσεις και συνεχίζουν να ανοίγουν δρόμους στην ελληνική μουσική παραγωγή. Ένας από τους αγαπημένους μας καλλιτέχνες είναι ο Μίλτος Πασχαλίδης, γι αυτό και σας αφιερώνουμε το τραγούδι «Ο Παπαγάλος», μια μελοποίηση του ποιήματος του Ζαχαρία Παπαντωνίου.
Κλείνουμε το μουσικό αφιέρωμά μας στην Παγκόσμια Ημέρα των ζώων με Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, έναν σπουδαίο μουσικό που χάσαμε νωρίς και πρόσφατα, ο οποίος μας άφησε ωστόσο τραγούδια αγαπημένα, με ποιότητα και νόημα, για όλες τις περιστάσεις, που έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι των ακουσμάτων μας! Ας ακούσουμε το «Ένας Τούρκος στο Παρίσι»…
Σαν σήμερα βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του ο Νικόλας Άσιμος που έθεσε τέλοςστη ζωή του με απαγχονισμό το 1988. Νικόλας Άσιμος. Ουχί Νίκος ουδέ Νικόλαος. Νικόλας και το “Άσιμος” με γιώτα…”- Ουδεμίαν σχέσιν έχω με τον Ισαάκ Ασίμοφ. Τώρα θα μου πεις, γιατί το «Άσιμος» με γιώτα. Γιατί όταν λέμε «ο τάδε είναι άσημος τραγουδιστής. . .», η λέξη «άσημος» παίζει το ρόλο επιθετικού προσδιορισμού στη λέξη «τραγουδιστής» και γράφεται με ήτα. Ενώ το «Άσιμος» είναι όνομα ή καλύτερα επώνυμο και ουχί ο επιθετικός προσδιορισμός του εαυτού μου». «Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως, θ’ ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις. Αλλά δε θα ‘μαι πια … Έτσι ξεκινάει την αυτοβιογραφία του ο Νικόλας Άσιμος και το τέλος το δίνουμε εμείς. Νικήθηκε από τον ίδιο του τον εαυτό καθώς βρέθηκε κρεμασμένος από σωλήνα ύδρευσης στο «Χώρο Προετοιμασίας» όπως αποκαλούσε το τελευταίο μαγαζόσπιτό του στην οδό Καλλιδρομίου 55 στα Εξάρχεια. Για να αφηγηθούμε όσο το δυνατόν πληρέστερα σε λίγες σειρές μια επεισοδιακή ζωή για έναν προκλητικό καλλιτέχνη.
Γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1949 και τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην Κοζάνη. Το κανονικό του όνομα ήταν Νικόλαος Ασημόπουλος και ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης καταστήματος γενικού εμπορίου, ενώ η μητέρα του είχε προσφυγική καταγωγή. Υπήρξε μέτριος μαθητής, ωστόσο στην εφηβεία του αγάπησε τα ποιήματα του Γιώργου Σουρή. Ακόμη διασκέδαζε τους συμμαθητές του σκαρώνοντας στιχάκια κατά κύριο λόγο πάνω σε ξένες επιτυχίες της εποχής. Ένα από τα τραγούδια που μετέτρεψε ήταν το γαλλικό τραγούδι Monsieur Cannibale του 1966 που τραγούδησε ο Sacha Distel. Μάλιστα έστειλε το συγκεκριμένο στιχούργημά του σε στήλη για τη νεολαία που διατηρούσε ο δημοσιογράφος Νίκος Μαστοράκης στην εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος. Τότε χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το ψευδώνυμο «’Άσιμος». Το 1967 εισήχθη στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ., όπου ασχολήθηκε με το φοιτητικό θέατρο, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα στην ιδιωτική Δραματική Σχολή του Κυριαζή Χαρατσάρη, χωρίς ωστόσο να αποφοιτήσει. Στη Θεσσαλονίκη αγόρασε την πρώτη του κιθάρα και ξεκίνησε να παίζει ως αυτοδίδακτος και να συνθέτει τα πρώτα του τραγούδια.
Η πρώτη του εμφάνιση στο κοινό ως τραγουδοποιός και ως ηθοποιός έγινε τον Δεκέμβριο του 1972. Εκείνη την περίοδο ερμήνευε το μονόπρακτο «Το Πανηγύρι» του Ζαν Κοκτώ στο δώμα του Λευκού Πύργου, το οποίο είχε μετατραπεί σε μπουάτ. Εκεί προέκυψαν για πρώτη φορά διαφωνίες και ρήξεις με συνεργάτες του, ένα φαινόμενο που τον ακολούθησε σε όλη την καλλιτεχνική διαδρομή του. Τον Μάιο του 1973 εγκατέλειψε τις σπουδές του, έφυγε από τη Θεσσαλονίκη και κατέβηκε στην Αθήνα. Τότε ξεκίνησε να ασχολείται όλο και περισσότερο με τη μουσική, περιλαμβάνοντας όμως πάντα θεατρικά στοιχεία στις εμφανίσεις του. Στις μπουάτ της Πλάκας συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με καλλιτέχνες όπως ο Πάνος Τζαβέλας, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Σάκης Μπουλάς, ο Θάνος Αδριανός, ο Περικλής Χαρβάς, η Μαριάννα Τόλη και το ντουέτο Λήδα-Σπύρος. Το 1974 δε, σκηνοθέτησε μία βραχύβια μουσικοθεατρική παράσταση στη μπουάτ «Εντεκάτη Εντολή», χωρίς όμως την αναμενόμενη ανταπόκριση από το κοινό.
Το 1975 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη δισκογραφία με ένα δίσκο 45 στροφών που περιείχε τα τραγούδια «Ο Μηχανισμός» (Α’ πλευρά) και «Ο Ρωμιός» (Β’ πλευρά) σε ενορχήστρωση του Γιώργου Στεφανάκη. Ωστόσο έπεσε θύμα λογοκρισίας καθώς δεν μπορούσε να μεταδοθεί από την δημόσια ραδιοτηλεόραση. Ωστόσο μπορούσε κάποιος να τον αγοράσει από τα δισκοπωλεία. Την ίδια χρονιά συμμετείχε στο πρόγραμμα του Μουσικού Καφενείου «Σούσουρο» (υπόγειο στην οδό Αδριανού 134 στην Πλάκα), ενός, κατά κάποιον τρόπο, πολιτικού καμπαρέ της Μεταπολίτευσης. Το 1976 απέκτησε μία κόρη από την εκτός γάμου σχέση του με την αναρχοφεμινίστρια Λίλιαν Χαριτάκη.
Λίγο πριν τις εκλογές του 1977 προσήχθη και προφυλακίστηκε στις φυλακές της Αίγινας μαζί με πέντε εκδότες πολιτικών εντύπων (τέσσερις αναρχικούς και έναν αριστεριστή), γιατί παρουσιάστηκαν από την Αστυνομία σαν «ηθικοί αυτουργοί» ταραχών που ξέσπασαν στην Αθήνα κατά τη διάρκεια αντιγερμανικών διαδηλώσεων, με αφορμή τους θανάτους μελών της ένοπλης οργάνωσης «Φράξια Κόκκινος Στρατός» («RAF») στα «λευκά κελιά» των φυλακών Σταμχάιμ στη Δυτική Γερμανία. Ωστόσο μετά από λίγες εβδομάδες αφέθηκε ελεύθερος. Το 1978 ξεκινά η περιπέτειά του για να αποφύγει την στράτευση. Πήρε απαλλαγή καθώς προσποιήθηκε ότι ήταν ψυχοπαθής και κατάφερε να του αναγνωριστεί ότι πάσχει από σχιζοειδή ψύχωση. Όπως περιγράφει στο βιβλίο του «Αναζητώντας Κροκάνθρωπους», ιδιωτική έκδοση με πλήθος αυτοβιογραφικών στοιχείων, την οποία τύπωσε το 1980 και διακινούσε ο ίδιος, υιοθέτησε αυτή την συμπεριφορά γιατί ήταν αντίθετος προς τη στράτευση.
Από τον Σεπτέμβριο του 1978 μέχρι και το 1987 κυκλοφόρησε οκτώ παράνομες κασέτες με, λιγότερο ή περισσότερο, πρόχειρες ηχογραφήσεις τραγουδιών του. Τις διακινούσε κυρίως ο ίδιος, στα κάγκελα του Πολυτεχνείου στην οδό Πατησίων, τριγυρνώντας σε μαγαζιά, νυχτερινά κέντρα και μπαρ, ή στα «μαγαζόσπιτα» όπου ζούσε κατά καιρούς, με πιο χαρακτηριστικό το ημιυπόγειο επί της οδού Αραχώβης 41 στα Εξάρχεια. (Ήταν η περίφημη «υπόγα» του ‘Ασιμου, εκεί όπου διέμεινε από το φθινόπωρο του 1978 έως την άνοιξη του 1983).
Ο Νικόλας Άσιμος, ο μεγάλος Κροκάνθρωπος, που έγινε χαμογελαστός Ονειροβάτης, στην σκάλα της Ουτοπίας. Είναι Νοέμβρης του 1981, έξω από την κατάληψη της Βαλτετσίου (Εξάρχεια). Με την ακροβατική αυτή περφόρμανς, ο Άσιμος έδειχνε με σημειολογικό τρόπο, τις διαθέσεις του:
Εμπρός να ανεβούμε εδώ και τώρα, έστω και αν αυτό το ανέβασμα δεν οδηγεί πουθενά. Είκοσι μέρες μετά την νίκη του ΠΑΣΟΚ (18 Οκτ 1981) και την άνοδό του στην εξουσία, έγινε η κατάληψη σε διώροφο κτίριο της οδού Βαλτετσίου 42, στα Εξάρχεια. Άτομα του ελευθεριακού χώρου πήγαν εκεί, με σκοπό να δημιουργήσουν το δικό τους σπίτι – κοινόβιο, έξω από τα κοινωνικά πρότυπα που ένιωθαν να τους πνίγουν. Πρώτος και καλύτερος ο Νικόλας Άσιμος.
Νεαροί καλλιτέχνες γέμισαν τους τοίχους με ζωγραφιές και συνθήματα. Ζητούσαν «να ξεφύγουμε από την μιζέρια του περιθώριου», «Φαντασία στη ζωή», «Λίγο γέλιο – αξίζει όσο χίλιες λέξεις». Ζητούσαν ακόμη στέγη για άστεγους, απελευθέρωση της ομοφυλόφιλης επιθυμίας, ανθρώπινες σχέσεις και εργασία που δεν θα έμοιαζε με καταναγκαστικά έργα.
Η Κατάληψη προκάλεσε ηθικό πανικό. Οι εφημερίδες τους παρουσίαζαν περιθωριακούς, αργόσχολους και αλήτες. Οι περίοικοι ξεσηκώθηκαν και ζήτησαν την κρατική προστασία. Ακολούθησε πόλεμος ανακοινώση και τελικά, στις 11 Ιανουαρίου 1982, δυνάμεις των ΜΕΑ και ΜΑΤ έκαναν έφοδο και έσπασαν την κατάληψη. Το όνειρο τελείωσε.Ήταν αναμενόμενο, η ελληνική κοινωνία μπορούσε να ανεχτεί μπορδέλα και χαρτοπαικτικές λέσχες, όμως της ήταν αδύνατον να δεχθεί να υπάρχει εστία νεανικής Ουτοπίας.
Ο Νικόλας Άσιμος σαν ένας προφήτης, το ήξερε αυτό και το είχε πει, συμβολικά, ανεβασμένος στην σκάλα. Ήταν ωραίο αυτό το ανέβασμα, αλλά δεν οδηγούσε πουθενά. Ο κόσμος δεν ήταν ακόμα έτοιμος για να αλλάξει. Αλλά ούτε και να δεχτεί τον ίδιο και αυτό που αντιπροσώπευε.
Η δεκαετία του 1980, όμως, ήταν πολύ δύσκολη για τον Νικόλα. Η εμμονή του στο έργο του Αμερικανού ανθρωπολόγου Κάρολος Καστανιέδα τον έκανε να πιστεύει ότι διέθετε ικανότητες σαμάνου και πειραματίζοντας την αθανασία σκότωνε άτυχα ζώα και προσπαθούσε να τα αναστήσει. Προφανώς χωρίς επιτυχία. Έπαθε νευρική κρίση και χρειαζόταν νοσηλεία. Οι φίλοι του κινητοποιήθηκαν προκειμένου να μην εγκλειστεί σε ίδρυμα, ωστόσο ο ψυχικός τραυματισμός τουυπήρξε ανεπανόρθωτος. Όλο αυτό ήρθε να επιδεινώσει η κατηγορία από μια φοιτήτρια για βιασμό που συγκλόνησε τόσο τον καλλιτεχνικό κόσμο, όσο και την κοινή γνώμη. Η νεαρή κοπέλα που τον κατηγόρησε ήταν επίσης ασταθούς πνευματικής κατάστασης. Τον είχε ακολουθήσει στο διαμέρισμά του, διότι της είχε υποσχεθεί να την μυήσει σε μια θρησκεία πο ο ίδιος είχε επινοήσει. Κατάφερε να αποφυλακιστεί με εγγύηση, ωστόσο η δίκη δεν ολοκληρωθηκε ποτέ. Ο στιγματισμός και η βαριά κατηγοιρία επιβάρυναν τον ευαίσθητο ψυχισμό του και απετέλεσαν την αρχή του τέλους του. Μόνος του, δίχως φίλους ή συνεργάτες στο πλευρό του, έμεινε να παλεύει με τους δαίμονές του, ώσπου παραδόθηκε σε αυτούς. Τηλεφώνησε σε έναν από τους λιγοστούς που του είχαν απομείνει, τον Νίκο Ζέρβα για να τον πληροφορήσει για τις προθέσεις του, αλλά εκείνος δεν τον πίστεψε μέχρι την επομένη, όταν έφτασε στα αυτιά του η δυσάρεστη είδηση.
Στο σπίτι του, η αστυνομία θα βρει 6 χειρόγραφα σημειώματα του Νικόλα, στα οποία εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Στα γράμματα αυτά έδινε οδηγίες και για διάφορες άλλες εκκρεμότητες που άφηνε πίσω του καθώς και κάποια μηνύματα όπως: «Θάψτε με κάπου αν γίνεται ήσυχα ή καλύτερα κάψτε με και σκορπίστε με». Η αστυνομία βρήκε οκτώ χειρόγραφα αλλά μόνο έξι από αυτά φαίνεται να έγραψε ο Νικόλας. Όσον αφορά τα επιπρόσθετα δύο χειρόγραφα το ένα είναι γραμμένο από την Λίτσα Περράκη και το άλλο είναι αμφιβόλου πατρότητας καθότι ο γραφικός χαρακτήρας διαφέρει από αυτόν του Άσιμου.
Παρακάτω παραθέτουμε το τελευταίο γράμμα που ο ίδιος απέστειλε στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, λίγο καιρό πριν την αυτοκτονία του. Το γράμμα αυτό κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι στη Θεσσαλονίκη:
Μήνυμα προς όλους, για όλα.
Μία είναι η βόλτα, μόνο μία, αυτή θα μας λευτερώσει.
Δε σταματάει αυτή η βόλτα, ούτε ποτέ της έχει αρχίσει.
Magic Theater fur fur.
Το μεγαλύτερο θέατρο στην ιστορία που καταργεί την ιστορία.
Εγώ που το έχω ξεκινήσει, έχω αναλάβει την ευθύνη.
Με ξέρουν όλοι οι σοφοί του κόσμου, κι όλοι οι καλλιτέχνες του πλανήτη. Στην αρχή υπήρξα μονάχος μου, τώρα υπάρχουν κι άλλοι πολλοί που μπήκανε στο θέατρό μας.
Ανθρώπους ψάχνουμε, όχι ιδεολογίες.
Ανθρώπους να χουν θάρρος, αγάπη, καλοσύνη.
Ανθρώπους που δεν είναι ψεύτες, ρηχοί και βολεμένοι, και ξέρουν να δίνουνε, όχι να ρουφάν και να εκμεταλλεύονται τους γύρω.
Ανθρώπους έστω με καρδιά.
Ας είναι δικηγόροι, παπάδες κι αστυνόμοι.
Ας είναι και χαφιέδες, κομμουνιστές, αναρχικοί, αρκεί να έχουν τόλμη να κρατήσουν ένα λόγο και να πούνε την αλήθεια.
Αν δε καταλαβαίνετε το θέατρό μας και μας κοροϊδεύετε ακόμα, δε φταίμε εμείς. Εμείς έχουμε τη γνώση. Αυτή που δεν έχουν όλοι μαζί οι κυβερνήτες, οι δικαστές και οι γιατροί.
Σας κολλάμε στον τοίχο μ’ ένα σελοτέιπ.
Είμαστε καθαροί γι’ αυτό ζούμε μέσα στις υπόγες και χαρίζουμε. Δίνουμε παραστάσεις στην πλατεία και χαίρονται τα παιδάκια και δεν έχουμε λεφτά. Είμαστε αυτόδουλοι της καλοσύνης, ξέρουμε να δημιουργούμε και όχι να καταστρέφουμε. Ξενυχτάμε μέρα νύχτα και φτιάχνουμε μονάχοι τα όργανά μας. Οι άλλοι σπάνε λάμπες και μπουκάλια, εμείς τα καθαρίζουμε με σκούπες.
Οι σκουπιδιάρηδες είναι μαζί μας και όλοι άνθρωποι του πλανήτη.
Ρωτήστε στην περιοχή των Εξαρχείων που μας ξέρει. Μας αγαπάνε όλοι. Ρωτήστε αν χρωστάμε τίποτα και σε κανέναν. Σε άλλους έχουμε δώσει παραπάνω.
Μπακάληδες, ψιλικατζήδες, περιπτεράδες, ταβερνιάρηδες μας εκτιμάνε.
Χαρίζουμε το γέλιο, αγάπη και ευτυχία.
Κάναμε τους γέρους να αισθάνονται παιδιά. Τα πρεζόνια να κόψουνε την άσπρη και να γελάνε.
Εγώ που το ‘χω ξεκινήσει δεν έδειρα ποτέ και πουθενά κανέναν. Με έχουν περάσει απ όλα τα μπουντρούμια και το κορμί μου είναι γεμάτο πληγές. Τα όπλα μου είναι πιστολάκια και νταούλια απ’ αυτά που παίζουν τα παιδάκια, παίζει κι η μικρή μου κόρη.
Όταν όλοι εσείς κολλάτε αφίσες και γεμίζετε σκουπίδια την Αθήνα, εγώ σας πολεμάω με μια ζωγραφιά στο τοίχο του σπιτιού μου.
Εκεί που ήταν βόθρος και μπάζα και ουρλιάζανε τα κομπρεσέρ.
Εκεί μένω τώρα, τρία χρόνια μαζί με τη μικρή μου κόρη, φιλοξενώντας κι άλλους που δεν είχανε να φάνε ή που να κοιμηθούνε.
Και δε φοβάμαι να δώσω τη διεύθυνσή μου, την ξέρουν όλοι: ΑΡΑΧΩΒΗΣ 41, ΕΞΑΡΧΕΙΑ.
Τώρα είμαι υποχρεωμένος να έχω παράπονα, να καταγγείλω κάτι προς όλους και για όλα. Έμαθα πως συνεχίζονται οι διώξεις εναντίον μου. Πως βάλανε εισαγγελέα για να με βάλουνε ξανά στο ψυχιατρείο και να μου κάνουν ίσως και λοβοτομή. Είμαι υποχρεωμένος να με σώσω, καταγγέλω λοιπόν δημόσια.
Στις 6 Οκτωβρίου με πιάσανε έξω απ’ τον δρόμο του σπιτιού μου να παίζω θέατρο του δρόμου. Με σύρανε με τη μία στο αστυνομικό τμήμα, με δέσανε με χειροπέδες, μου σπάσαν τα πλευρά μου, με πήγαν στο Αιγινίτειο ψυχιατρείο, με είχανε δεμένο.
Εγώ τους έλεγα αλήθειες που δεν τις λένε τα βιβλία κι αυτοί με βγάλανε τρελό.’Εκανα ακόμη κι αυτούς που με χτύπησαν να γελάνε.
Αντί να τηρήσουν ένα λόγο ότι πια δε θα μ’ αγγίξουν, με σύρανε δεμένο στο Δαφνί. Στο χειρότερο μπουντρούμι με ξάπλωσαν, με ξαναχτύπησαν και μου κάνανε ενέσεις απ’ αυτές που σκοτώνουνε βουβάλια, παρ’ όλο που πάλι μου δώσανε λόγο ότι δε θα μ’ αγγίξουν και με πάτησαν στο χαλάκι και με βάλανε με τις χειρότερες ρουφήχτρες.
Τους αρρώστους που προσπάθησαν να μου πάρουν το ρολόι και ότι άλλο είχα πάνω μου, ακόμη και το τελευταίο μου τσιγάρο.
Όλοι οι γιατροί του κόσμου δε τήρησαν ένα λόγο. Αλλά εγώ κατάφερα και βγήκα και είμαι ζωντανός.
Σε λιγότερο από δυο μέρες κι απ’ το χειρότερο μπουντρούμι.
Ας έρθουν οι ψυχίατροι μια βόλτα μαζί μου και θα τους δείξω. Γιατί εγώ δεν είμαι τρελός. Ξέρω να θεραπεύω τους πάντες και τα πάντα, μ’ ένα τραγούδι, με μια καραμούζα, με ένα κουτί σπίρτα και με αγάπη.
Ευχαριστώ την Κατερίνα Γώγου που παράτησε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ήρθε. Ιδίως τον Διονύση τον Σαββόπουλο καθώς και τον φίλο μου ψυχίατρο, τον Δημήτρη Μαντούβαλο. Πήγα χθες μονάχος στο αστυνομικό τμήμα, ρώτησα αν κατά λάθος άγγιξα κανέναν, μου είπαν όλο όχι. Τους ζήτησα να μου δώσουν πίσω ένα μενταγιόν και μια καρφίτσα ανεκτίμητης αξίας (μου είναι χαρισμένα). Κάνανε ότι δε ξέρουνε και ούτε το σπασμένο χέρι μου δε τόλμησαν να μου σφίξουν. Ας μου τα δώσουν όλα πίσω και τους συγχωρώ όλους. Αρκεί να σταματήσουν αμέσως τις ψεύτικες διώξεις. Αλλιώς θα εμφανιστώ μονάχος και θα σας προκαλέσω να με εκτελέσετε δημόσια σε μια πλατεία. Το προτιμάω, παρά το ψέμα, σταυρό ή κρεμάλα.
Τώρα εγώ βρίσκομαι αποσυρμένος στο προσωπικό μου νησάκι όπου κανείς δε μπορεί να πλησιάσει. Εδώ βλέπω και τη νύχτα και χρειάζεται να ξεκουραστώ και να θεραπεύσω και το πληγωμένο μου κορμί. Ταχυδρομώ αυτό το γράμμα στον πληρεξούσιό μου δικηγόρο, προς όλους και για όλα. Ακόμη και στους ψυχιάτρους και τον τυχόντα εισαγγελέα. Βοηθήστε με να επανέλθω στο κόσμο και να παίξω τη μουσική που δεν έπαιξα ακόμη. Κι ας μου σπάσανε τις κιθάρες και τα μηχανήματά μου. Δε ζητάω αποζημίωση, ένα μονάχα συγνώμη, εγώ ζήτησα χιλιάδες. Καλώ τους φίλους δημοσιογράφους που με ξέρουν όλοι. Τώρα που κινδυνεύω να δημοσιεύσουν το γράμμα, όλο, χωρίς περικοπές. Τόσες συναυλίες έχω δώσει και δε γράφτηκε γραμμή.
Κάντε το τώρα και σας συγχωράω. Πολεμήστε την αλήθεια, είναι αυτό που έχετε ξεχάσει.
Το μήνυμα της βόλτας είναι για όλους και για όλα.
Για όσους δε καταλαβαίνουν και με θεώρησαν τρελό, ας κάνουν το κόπο να μελετήσουν βιβλία. Όπως το “1984” του Όργουελ, “τον λύκο της στέπας” του Έρμαν Έσσε, τις “ιστορίες δύναμης” του Δόν Χουάν, τον Ευριπίδη, τον Αισχύλο, τον Αριστοφάνη, την Αρχαία Ελληνική Μυθολογία για τον Διόνυσο, τον Πάνα, τον Ιάσονα και άλλους. Τη “δολοφονία του Χριστού” του Βιλχεμ Ράιχ, την Αποκάλυψη του Ιωάννη, τον Διγενή με το φανάρι, τη κατσαρίδα που έμαθε να πετάει.
Ή ας διαβάσουν το βιβλίο μου “Αναζητώντας Κροκάνθρωπους” και πολλά άλλα, Ζεν και Γιόγκα, ακόμη και τον Αϊνστάην.
Εγώ τα κάνω πράξη κάθε μέρα και στον δρόμο .Ενεργοποιηθείτε και θα σας αθωώσω. Αλλιώς ο άγγελος του κόσμου το είπε και θα το κάνει. Θα φύγει και θα σας αφήσει να περπατάτε μπουσουλώντας ή θα σας κολλήσω τη χειρότερη βρισιά που λέω: ΕΙΣΤΕ ΜΠΟΥΜΠΟΥΝΕΣ.
Καλώ και τον Μίνω Βολανάκη να έρθει και να μας σφίξει το χέρι. Εμείς κάνουμε συμβάντα και χάπενινγκ και όχι αυτός στα Βραχιά.
Ευχαριστώ μετά τιμής
Και όλο το magic theater fur fur
Υ.Γ. Ξεκουνηθείτε όμως αμέσως ή αλλιώς πάτε μια βόλτα μέχρι το Πολυτεχνείο που εκεί είναι εκείνο το κεφάλι που προσκυνάτε όλοι.
Κάντε τον κόπο και σκύψτε να διαβάσετε:
“Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία”
Κάτω δεξιά είναι γραμμένο. Του Ανδρέα Κάλβου είναι.
Ή πάτε μια βόλτα μέχρι τον τάφο του Νίκου Καντζατζάκη, κάτι γράφει:
”Δεν έχω τίποτα να χάσω. Είμαι ελεύθερος”
Ναι αυτός είμαι. Είμαι τα πάντα και τίποτα δεν είμαι.
ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ
Ένα αστέρι, διαφορετικό από τα άλλα έσβησε στο ουράνιο στερέωμα της μουσικής, αλλά το έργο του συνεχίζει να υπάρχει, να ακούγεται, να εμπνέει. Ο Άσιμος δεν υπήρξε αναρχικός με την έννοια που χρησιμοποιείται η λέξη σήμερα, αλλά ήταν ένας καλλιτέχνης αντισυμβατικός που δεν προσάρμοσε στις ανθρώπινες απαιτήσεις τα όνειρα του και αφέθηκε στην τρέλα του και μιαν ονειροπόληση δίχως τέλος. Και όμως αυτή η άρνηση του στην κενή και ρηχή πραγματικότητα που βαφτίστηκε αντιεξουσιασμός και παράνοια ήταν η πιο υγιής στάση ενός ανθρώπου που δεν εγκαταλείπει τις ιδέες του και τις επιθυμίες του, ούτε τις θυσιάζει. Αυτή είναι η αληθινή αναρχική φύση ενός μη αναρχικού που έφυγε άδικα, ξεχασμένος και παραγκωνισμένος, θύμα της εκμετάλλευσης της βιομηχανίας και ενός κόσμου που δεν μπορεί να αποδεχθεί το αποκλίνον και το διαφορετικό και άφησε πίσω του γενεές να καπηλεύονται με τρόπο που σίγουρα δε θα ενέκρινε το έργο και τη στάση ζωής του…
6 Μαρτίου του 1853 ήταν όταν έκανε πρεμιέρα η πασίγνωστη όπερα του Τζουζέπε Βέρντι, η Τραβιάτα, κι εμείς συγκεντρώσαμε 5 – συν ένα bonus – ενδιαφέροντα στοιχεία για το αγαπημένο αυτό έργο.
Η κυρία με τις Καμέλιες
Η Τραβιάτα βασίστηκε στο επίσης πολύ γνωστό έργο του Αλεξάνδρου Δουμά υιού, “Η Κυρία με τις Καμέλιες”. Το βιβλίο εκείνο γράφτηκε το 1848, με τον συγγραφέα να εμπνέεται από την ιστορία της Μαρί Ντι Πλεσσί, που ήταν διάσημη εταίρα εκείνης της εποχής στο Παρίσι και είχε πεθάνει ένα χρόνο νωρίτερα. Το λιμπρέτο της όπερας δημιούργησε ο Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε, συνεργάτης του Βέρντι σε πολλές όπερες.
Μια υπόθεση μακριά από το χαρούμενο και λυτρωτικό τέλος
Η Τραβιάτα διαδραματίζεται στις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι η τραγική ιστορία του έρωτα ανάμεσα σε μία διάσημη εταίρα και έναν αριστοκράτη. Οι δυο τους γνωρίζονται σε μία γιορτή που οργανώνει η κεντρική ηρωίδα, η Βιολέτα και ο Αλφρέντο, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, της εξομολογείται την ίδια μέρα ότι την έχει ερωτευτεί. Η Βιολέτα βρίσκεται σε δίλημμα: από τη μία θέλει να ζει χωρίς δεσμεύσεις, να χαίρεται τις απολαύσεις της ζωής, αλλά από την άλλη τα λόγια του Αλφρέντο τη βάζουν σε δεύτερες σκέψεις για την αξία της αληθινής αγάπης. Ο Αλφρέντο με τη Βιολέτα, η οποία πάσχει από φυματίωση για πολλά χρόνια, τελικά καταφέρνουν να συζήσουν σε μία εξοχική κατοικία, αφήνοντας πίσω τη ζωή που έκαναν στο παρελθόν. Τα οικονομικά προβλήματα όλο και μεγαλώνουν, όπως και η επικριτική στάση της οικογένειας του Αλφρέντο. Η οριστική τροπή της ιστορίας έρχεται όταν καταφθάνει στη βίλα ο πατέρας του Αλφρέντο. Η Βιολέτα μαθαίνει από εκείνον ότι η σχέση τους εμποδίζει την ευημερία της οικογένειας και αποφασίζει να φύγει, χωρίς να εξηγήσει στον αγαπημένο της το λόγο. Δεν συναντά ξανά τον Αλφρέντο, παρά μόνο σε ένα χορό, όπου αρνείται να γυρίσει κοντά του και εκείνος εξοργίζεται. Η κατάσταση της υγείας της χειροτερεύει όλο και πιο γρήγορα. Ζει απομονωμένη σε ένα μικρό φτωχικό δωμάτιο, γνωρίζοντας ότι ο θάνατος είναι κοντά. Έχει χάσει κάθε ελπίδα, όταν πληροφορείται από τον πατέρα του Αλφρέντο ότι ο γιος του έχει μάθει πλέον την αλήθεια και σύντομα θα βρίσκεται κοντά της. Ο Αλφρέντο βρίσκει τη Βιολέτα, όμως η ευτυχία τους θα κρατήσει για λίγες μόνο στιγμές, καθώς εκείνη πεθαίνει στην αγκαλιά του, κάνοντας όνειρα για μια ευτυχισμένη ζωή.
Finale, Maria Callas, 1953
“Η Τραβιάτα ήταν ένα φιάσκο, μην ψάχνεις να βρεις δικαιολογία, απλώς έτσι είναι“
Τζ. Βέρντι , σε επιστολή του στον εκδότη του, Τ. Ρικόρντι.
Στις 6 Μαρτίου 1853, στο θέατρο “Φενίτσε” (Ο Φοίνικας) λαμβάνει χώρα η παγκόσμια πρεμιέρα της Τραβιάτα. Η παράσταση χαρακτηρίζεται μία από τις μεγαλύτερες αποτυχίες στην ιστορία της όπερας. Το κοινό, ενώ χειροκροτεί το πρώτο μέρος αρχίζει να δυσανασχετεί έντονα στη συνέχεια. Η κακή επικοινωνία ανάμεσα στο θέατρο και τον Βέρντι, που οδήγησε στο να μην ληφθούν υπόψη οι ανησυχίες και οι επισημάνσεις του σχετικά με τη διανομή του πρωταγωνιστικού ρόλου και ορισμένες σκηνοθετικές οδηγίες, όπως τα κοστούμια, ενδέχεται να οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα. Επίσης, το ίδιο το θέμα της όπερας ήταν αρκετά τολημερό για την εποχή του. Τον επόμενο χρόνο, το 1854, η Τραβιάτα ανεβαίνει ξανά, αυτή τη φορά στο θέατρο “Σαν Μπενεντέτο”, με μαέστρο τον ίδιο το Βέρντι, έχοντας υποστεί μικρές αλλαγές σε ορισμένα σημεία, και γνωρίζει τεράστια επιτυχία.
Ο τίτλος που παρέμεινε αμετάφραστος
La traviata σημαίνει στα ιταλικά “Η παραστρατημένη”. Ο αρχικός τίτλος που είχε δοθεί στο έργο ήταν “Violetta”, από το όνομα της πρωταγωνίστριας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τραβιάτα, στις παγκόσμιες παραστάσεις της δε μεταφράστηκε ποτέ στον τίτλο, ενώ στις πρώτες διεθνείς παραστάσεις, το έργο ανέβηκε λογοκριμένο, εξαιτίας του θέματός του, που άγγιζε τα όρια των τύπων της εποχής. Το όνομα της όπερας κατέληξε, επομένως να καθιερωθεί αμετάφραστο σε όλες τις γλώσσες.
Τα κοστούμια “Περασμένου αιώνα”
Μία από τις διαφωνίες μεταξύ του θεάτρου “Φενίτσε” και του Τζουζέπε Βέρντι και του λιμπρετίστα του, Φρεντσέσκο Πιάβε, αφορούσε στο ενδυματολογικό ζήτημα. Οι δύο τελευταίοι ήθελαν τα κοστούμια των ερμηνευτών να είναι σύγχρονες ενδυμασίες (19ου αιώνα) κατ’ αναλογία με την υπόθεση του έργου. Ωστόσο, οι θεατρικοί παραγωγοί επέμειναν μέχρι τέλους και επέτυχαν να δοθούν στους ηθοποιούς κοστούμια 17ου αιώνα. Η όπερα, λοιπόν, ερμηνευόταν με κοστούμια “περασμένου αιώνα” μέχρι το 1780 περίπου, οπότε ο Βέρντι κατόρθωσε να καθιερώσει την σύγχρονη ενδυμασία στους ηθοποιούς.
Η Τραβιάτα από την ΕΛΣ, 2015
Η Τραβιάτα στην Ελλάδα
Η πρώτη παράσταση της Τραβιάτας στον ελλαδικό χώρο δόθηκε πριν από την ένωση των Επτανήσων με τη χώρα, το 1855 και έλαβε χώρα στην Κέρκυρα. Δύο χρόνια αργότερα (31 Οκτωβρίου 1857) ανέβηκε και η πρώτη παράσταση στην Αθήνα. Στις ελληνικές παραγωγές της Τραβιάτα έχουν σημειωθεί συνεργασίες ιστορικής σημασίας, καθώς έχουν συμμετάσχει κορυφαίες προσωπικότητες του ελληνικού καλλιτεχνικού χώρου όπως ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Αντίοχος Ευαγγελάτος ως συντελεστές.
Η Μαρία Κάλλας στην Τραβιάτα
Γιάννης Τσαρούχης, φόρεμα για τη Μαρία Κάλλας ως Βιολέτα, 1955
Η Τραβιάτα είναι μία όπερα που προσφέρει στο κοινό μία ολοκληρωμένη μουσική και θεατρική εμπειρία. Η υπόθεση μεταβαίνει ομαλά προς την κορύφωσή της και το δραματικό τέλος, με τη μουσική να συνοδεύει και να αναδεικνύει τον υφολογικό πλούτο του έργου, από το εορταστικό κλίμα της δεξίωσης και τις εκδηλώσεις αγάπης, προς το μοναχικό δωμάτιο όπου η άρρωστη Βιολέτα αναπολεί τη ζωή της. Οι μελωδίες χαράσσονται στη μνήμη του ακροατή, χωρίς να κουράζουν. Είναι τραγουδίσιμες, έχουν μία μουσικότητα που συγκινεί και τον πιο απαιτητικό ακροατή και σίγουρα μαρτυρούν με τη ζωντάνια τους την ιταλική καταγωγή του Βέρντι. Εξάλλου,όπως έλεγε ο ίδιος, “Τέχνη χωρίς αμεσότητα, φυσικότητα και απλότητα, δεν είναι τέχνη”.
Ο Αντόνιο Βιβάλντι γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου, 1678. Ήταν βιρτουόζος βιολιστής, συνθέτης και ιερέας. Η μουσική του εισήγαγε πρωτοπορίες στον τρόπο σύνθεσης της εποχής του και επηρέασε πολλούς σημαντικούς σύγχρονούς του, όπως ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Ας δούμε μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία για τη ζωή του.
Η βιαστική βάφτιση
Φημολογείται ότι ο συνθέτης βαπτίστηκε ανεπίσημα την ημέρα της γέννησής του. Ο λόγος ήταν ένας ελαφρύς τραυματισμός του, μετά από σεισμό που σημειώθηκε εκείνη την ημέρα, που οδήγησε τους οικείους του να ανησυχήσουν για τη ζωή του.
Το χρόνιο άσθμα
Ήδη από τη γέννησή του εμφάνιζε συμπτώματα “σφιξίματος στο στήθος”, γεγονός που παραπέμπει στο συναίσθημα ότι έπασχε από μία μορφή άσθματος. Το άσθμα ήταν και ο λόγος απαλλαγής του από την τέλεση της Θείας Λειτουργίας, σε μικρό χρονικό διάστημα αφότου χειροτονήθηκε, χωρίς αυτό να σημαίνει τη συνολική απαλλαγή από τα ιερατικά του καθήκοντα.
Κοντσέρτο για 2 βιολιά σε Λα ελάσσονα
Ο κόκκινος παπάς
Το 1703, όταν ήταν 25 ετών ο Αντόνιο Βιβάλντι χειροτονήθηκε ιερέας, έχοντας ξεκινήσει τη μελέτη του για τη χειροτονία σε ηλικία 15 ετών. Τα κόκκινα μαλλιά του έγιναν η αιτία να του δοθεί το υποκοριστικό “Il Prete Rosso”, δηλαδή “Ο κόκκινος παπάς”.
Stabat Mater
Βιρτουόζος βιολιστής
Ο Βιβάλντι ήταν εξαιρετικός βιολιστής. Φαίνεται ότι δάσκαλός του υπήρξε ο πατέρας του, Giovanni Battista Vivaldi. Η πρώτη του εμφάνιση έγινε το 1696, δίπλα στον πατέρα του, ο οποίος ήταν βιολιστής στον καθεδρικό της Βενετίας και κατόπιν περιόδευσε μαζί του στη Βενετία. Το ταλέντο και οι γνώσεις του είχαν ως αποτέλεσμα να προσληφθεί ως καθηγητής βιολιού στο Ospedalle della Pieta, ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα στο οποία βασιζόταν η μία από τις τέσσερις σημαντικότερες μουσικές σχολές της Βενετίας, σε ηλικία 24 ετών.
Κοντσέρτο για 4 βιολιά, σε Σι ελάσσονα
Στο Ospedalle della Pieta
Ο Βιβάλντι εργάστηκε στο ορφανοτροφείο αυτό για το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του. Πέρασε από διάφορες θέσεις, όπως καθηγητής βιολιού και βιόλας, δάσκαλος χορωδίας και διευθυντής του μουσικού τμήματος του ορφανοτροφείου. Συνέθεσε ένα μεγάλο μέρος των έργων στο πλαίσιο του Ospedalle, μάλιστα για μια περίοδο συνέθετε ένα ορατόριο ανά γιορτή , ενώ από το 1718 το ορφανοτροφείο του έδινε αμοιβή ώστε να γράφει δύο κοντσέρτα το μήνα για την ορχήστρα του, τα οποία θα πρόβαρε όσο βρισκόταν στη Βενετία (ο Βιβάλντι τότε ζούσε στη Μάντουα). Με τη δική του συμβολή, τα μουσικά σχήματα του Ospedalle άρχιζαν να αποκτούν όλο και μεγαλύτερη φήμη και ο Βιβάλντι συνέθεσε πολλά κομμάτια θρησκευτικής μουσικής για φωνητικά σύνολα .
The Floria, σε Ρε μείζονα, χορωδιακό
Η πλούσια μουσική του παραγωγή
Ο Βιβάλντι έγραψε περίπου 500 κοντσέρτα, εκ των οποίων πάνω από 230 κοντσέρτα είναι για βιολί, ενώ άλλα είναι σόλο κοντσέρτα για όργανα όπως το φαγκότο, το τσέλο, το όμποε κ.α.. Ακόμη, ασχολήθηκε με συνθέσεις στη μουσική δωματίου και τη φωνητική μουσική. Επίσης, συνέθεσε πάνω από 50 όπερες, εκ των οποίων διασώζονται ολόκληρες σήμερα οι 16.
Κοντσέρτο για μαντολίνο σε Ντο μείζονα
Οι 4 εποχές
Κατά τη δεκαετία του 1720, ο Βιβάλντι δούλεψε ως Μαέστρος στην αυλή του πρίγκηπα Φιλίπππου, κυβερνήτη της Μάντουα. Η εξοχή της Μάντουα πιθανώς τον ενέπνευσε ώστε να συνθέσει και να εκδόσει, το 1725, τις τέσσερις εποχές, το πιο εμβληματικό έργο του. Οι 4 εποχές που αποτυπώνουν εικόνες και ήχους της φύσης και της καθημερινής ζωής ανάλογα με την περίοδο του έτους, είναι ενδεχομένως το πρώτο απόλυτα περιγραφικό και προγραμματικό έργο στην ιστορία της δυτικής μουσικής. Συνοδεύονται από τέσσερα σονέτα, που εισάγουν στο κλίμα κάθε εποχής, συντεθειμένα από τον ίδιο τον Βιβάλντι (εξ ου και ο προγραμματικός χαρακτήρας του έργου) .
Οι 4 εποχές, κοντσέρτο
1720 vs 1730
Κατά τη δεκαετία του 1720, η καριέρα του Βιβάλντι έφτασε στο απόγειό της. Έγραψε πέντε συλλογές κοντσέρτων, και ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη για να παραδώσει όπερες και άλλες συνθέσεις συνθέσεις κατά παραγγελία. Επίσης δούλεψε ως μουσικός διευθυντής στη Βενετία και σε άλλες Ιταλικές πόλεις. Σε πλήρη αντίθεση με την επιτυχημένη αυτή δεκαετία θα έλθει η επόμενη, η δεκαετία του 1730. Η μουσική του Βιβάλντι άρχισε να θεωρείται παρωχημένη, ενώ οι παραγωγές του άρχισαν να αποτυγχάνουν. Ο συνθέτης σταμάτησε να εκδίδει τα έργα του και παρέδιδε χειρόγραφα αντίγραφα, καθώς ήταν οικονομικά συμφορότερο.
Καντάτα: “Cessate, omai cessate”
Τα ερωτηματικά γύρω από το θάνατό του
Ο Βιβάλντι πέθανε σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας στη Βιέννη τον Ιούλιο του 1741, παρά την ευρεία αναγνώριση της μουσικής του καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ο θάνατός του σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, δεδομένης της φήμης του, είναι γεγονός άξιο απορίας και διερευνάται από τους ιστορικούς. Ένα πιθανό σενάριο είναι ότι είχε μετοικήσει εκεί, καθώς στόχευε σε μία μόνιμη θέση μουσικού, ωστόσο σύντομα μετά από την εγκατάστασή του ο αυτοκράτορας πέθανε. Επίσης αναφέρεται ότι η οικονομική του κατάσταση ήρθε ως αποτέλεσμα οικονομικής απερισκεψίας.
Η μουσική του Αντόνιο Βιβάλντι για πολλά χρόνια ύστερα από το θάνατό του παρέμεινε στο περιθώριο, καθώς η μελέτη εστιαζόταν στους Μπαχ και Χαίντελ. Επανήλθε όμως κατά τον 20ο αιώνα και έκτοτε κατέχει σημαντική θέση στο σόλο και ομαδικό ρεπερτόριο των μουσικών. Η λάμψη της, το μοναδικό ηχόχρωμα, λεπτό, άλλοτε ευαίσθητο και ελαφρώς μελαγχολικό, άλλοτε αισιόδοξο και γεμάτο δυναμισμό συγκινεί και θα εξακολουθεί να επηρεάζει γενιές μουσικών και ακροατών.
O Φρεντερίκ Φρανσουά Σοπέν γεννήθηκε σαν σήμερα, 1η Μαρτίου, σε μία πόλη κοντά στη Βαρσοβία της Πολωνίας, τη Ζελαζόβα Βόλα, το 1810. Υπήρξε βιρτουόζος πιανίστας και ίσως ο μεγαλύτερος ρομαντικός συνθέτης, με έργα που έμειναν στην ιστορία ως αριστουργήματα.
Βαρκαρόλα, ένα από τα πιο όμορφα έργα του Σοπέν
Ο Γαλλοπολωνός συνθέτης μεγάλωσε στη Βαρσοβία. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση σε ηλικία 8 ετών και δημοσίευσε τα πρώτα του έργα στα 15 του έτη. Μετά από επιτυχημένες δημόσιες εμφανίσεις στη Βιέννη, το 1831 έφυγε για το Παρίσι, την κοιτίδα του νέου Ρομαντισμού, της διανόησης και της καλλιτεχνικής άνθισης της εποχής, όπου προσωπικότητες όπως ο Μπαλζάκ, ο Ουγκώ, ο Ντελακρουά και ο Ροσίνι έγραφαν ιστορία. Στο Παρίσι ο Σοπέν έφτασε στο αποκορύφωμα της καλλιτεχνικής του δημιουργίας. Παράλληλα με τη σύνθεση παρέδιδε και μαθήματα πιάνου. Σύχναζε συχνά στους αριστοκρατικούς κύκλος και ήρθε σε επαφή με τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της εποχής. Μέσα από τον κύκλο του γνώρισε και τη βαρόνη Ωρώρ Ντυντεβών, η οποία χρησιμοποιούσε το καλλιτεχνικό όνομα “Γεωργία Σάνδη” και ήταν σημαντική μυθιστοριογράφος, μια γυναίκα με νεωτερικές ιδέες και αντισυμβατική προσωπικότητα. Η σχέση τους κράτησε οκτώ χρόνια.
Σε ο,τι αφορά τη σολιστική καριέρα του Σοπέν, οι εμφανίσεις του ήταν περιορισμένες, γεγονός στο οποίο συντέλεσε και η ευαίσθητη υγεία του – έπασχε από φυματίωση -. Οι μελετητές υποθέτουν ότι πρωτοπαρουσίαζε ο ίδιος τα έργα του στο κοινό, ενώ τις εκτελέσεις αναλάμβαναν κορυφαίοι ερμηνευτές, όπως ο Λιστ και η Κλάρα Βικ, η μετέπειτα σύζυγος του Σούμαν.
Κοντσέρτο για πιάνο σε Μι ελάσσονα, ένα πρωτοποριακό έργο
Αυτό που προκαλεί σήμερα εντύπωση είναι το γεγονός ότι τα έργα του Σοπέν αντιμετωπίζονταν από το κοινό ως επί το πλείστον, όσο ο ίδιος ζούσε, ως μια μουσική “του σαλονιού”, χωρίς να τους αποδίδεται η βαρύτητα με την οποία αντιμετωπίζονταν έργα των κλασσικών, όπως ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν. Αυτό αντικατοπτριζόταν συχνά και στην ερμηνεία τους, η οποία γινόταν πολλές φορές με υπερβολές, για να αποδοθεί μία ρομαντικότητα κάπως επιφανειακή. Η συστηματική μελέτη, η ερμηνεία και η αναγνώριση του εκφραστικού πλούτου και της αριστοτεχνικής σύνθεσης των έργων του Σοπέν ξεκίνησε μετά το θάνατό του, από τον 19ο αιώνα και έπειτα.
Μπαλάντα No 1, σε Σολ ελάσσονα
Ο Σοπέν δεν επέστρεψε ποτέ στην Πολωνία, γεγονός που οφείλεται και στην πολιτική αστάθεια της χώρας του εκείνη την εποχή. Πέθανε σε ηλικία 39 ετών στο Παρίσι, μετά από χρόνια πάλη με τη φυματίωση. Η εξιδανίκευση της πατρίδας του και η νοσταλγία του γι’ αυτή είναι φανερή σε πολλές συνθέσεις του.
Τα έργα του είναι κυρίως πιανιστικά. Ο ίδιος διερεύνησε και αξιοποίησε τις δυνατότητες του πιάνου – και του πιανίστα – στο έπακρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σε ορχηστρικές συνθέσεις δίνει στο πιάνο καίριο ρόλο. Ο Σοπέν ασχολήθηκε με διάφορα είδη σύνθεσης, ενσωματώνοντας σε αυτά όχι μόνο στοιχεία του ρομαντικού κινήματος, αλλά και εικόνες και μελωδίες από την πατρίδα του. Το αποτέλεσμα πολλές φορές ήταν πρωτοποριακό. Έγραψε κοντσέρτα για πιάνο και ορχήστρα, Μπαλάντες, Νυκτερινά, βαλς, μαζούρκες (με έμπνευση από τον παραδοσιακό Πολωνικό χορό) και πολλά ακόμη είδη.
Σκέρτσο Νο 3, ένα έργο δεξιοτεχνικό, από τα πιο δύσκολα (τεχνικά) του Σοπέν
Η μουσική του περιέχει ένα πλούτο συναισθημάτων, που ξετυλίγεται μέσα από μια συνεχώς κινούμενη μελωδία. Συχνά η σύνθεση είναι τέτοια ώστε μεταδίδεται ένα ύφος αυτοσχεδιαστικό. Ο Σοπέν χρησιμοποιεί όλο το εύρος του κλαβιέ στο πιάνο, με γρήγορες επαναλαμβανόμενες νότες και περάσματα, και συχνά επιλέγει αντιθετικά σχήματα ανάμεσα στο δεξί και το αριστερό χέρι (βλ. ρυθμικά σχήματα στο “Fantaisie Impromptu”, τρίηχα vs τετράηχα, εξάηχα vs οκτάηχα). Ο ρυθμός στα έργα του αποκτά ευελιξία, καθώς σε καίρια σημεία μπορεί “χαλαρώνει” χάριν ερμηνείας, να επιβραδύνεται ή να επιταχύνεται για ορισμένα μέτρα όπως επίσης και να συνδυάζει σύντομες εναλλαγές στην ταχύτητα, προσδίδοντας μια χορευτική διάθεση (tempo rubato, όπως στις Μαζούρκες και στην Πολονέζ του).
Fantaisie Impromptu
Όπως ο άνθρωπος ποτέ δεν αισθάνεται μόνο ένα πράγμα, έτσι και σε κάθε κομμάτι του Σοπέν υπάρχουν αποχρώσεις, εντάσεις και εναλλαγές, μοτίβα και κλιμακώσεις. Οι τεχνικές απαιτήσεις, η δεξιοτεχνία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη μουσική έκφραση, καθιστώντας τον μεγάλο ρομαντικό “ποιητή του πιάνου”.
Ηρωική Πολονέζ, tempo rubato
ΠΗΓΕΣ:
CD “Η μεγάλη μουσική βήμα προς βήμα”, Σοπέν, Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα Νο 1, Πρελούδια, Βαρκαρόλα, Scherzo, Μάρθα Αργκέριχ/Κλαούντιο Αμπάντο (συνοδευτικό έντυπο), Deutsche Grammophon, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 1995
J. Machlis, Kr. Forney, H απόλαυση της μουσικής, εκδ. fagotto, μτφρ. Δ. Πυργιώτης
Σαν σήμερα, το 1933 στη βόρεια Καρολίνα, γεννιέται η Νίνα Σιμόν, η πιανίστρια – συνθέτης – ερμηνεύτρια με τη χαρακτηριστική κοντράλτο φωνή, που αποκαλείται “Αρχιέρεια της Σόουλ”. Παρακάτω θα βρείτε ορισμένα ενδιαφέροντα στοιχεία για τη ζωή της, εμπλουτισμένα με μπόλικη, φυσικά, μουσική!
N. Simone – I put a spell on you
H Nίνα Σιμόν ξεκίνησε να παίζει πιάνο στην ηλικία των 3 ετών. Στην πρώτη της συναυλία, όταν ήταν δέκα ετών, οι γονείς της, που κάθονταν στην πρώτη σειρά, υποχρεώθηκαν με τη βία να μετακινηθούν, για να καθίσουν στα πρώτα καθίσματα λευκοί.
Όταν τελείωσε το Λύκειο η κοινότητά της της χορήγησε υποτροφία ώστε να σπουδάσει πιάνο στην μουσική σχολή Julliard. Σκόπευε να συνεχίσει τις σπουδές της στο Ινστιτούτο Curtis της Φιλαδέλφειας , ωστόσο δεν έγινε δεκτή. Η ίδια υποστήριζε ότι υπήρξε θύμα ρατσισμού.
https://www.youtube.com/watch?v=i68eoUASuUI
N. Simone, Instrumental
Το πραγματικό της όνομα ήταν Γιουνίς Κάθλιν Γουέιμον (Eunice Kathleen Waymon) . Το Νίνα προήλθε από το ισπανικό Nina , που σημαίνει μικρούλα, μικρό κορίτσι, και το Σιμόν από το όνομα μιας ηθοποιού σε μία αφίσα (ίσως τη Simone Signoret).
Η μουσική της είχε ποικίλες επιρροές. Στις συναυλίες της συνδύαζε διάφορα είδη, όπως τζαζ και σόουλ, με κλασσική μουσική (ιδιαίτερα Μπαχ), γκόσπελ, ακόμα και λαϊκά παιδικά τραγούδια.
N. Simone – Central Park Blues
Αρχικά δεν επιθυμούσε να τραγουδάει στις παραστάσεις της, ωστόσο ξεκίνησε μετά από παρότρυνση των ιδιοκτητών του κλαμπ όπου δούλευε αρχικά.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκτελέσεις της είναι αυτή του τραγουδιού “My Baby Just Cares For Me” , το οποίο γνώρισε παγκόσμια επιτυχία και αργότερα (’80) χρησιμοποιήθηκε από τον οίκο Σανέλ για να διαφημίσει το άρωμα Νο 5.
N. Simone – My baby just cares for me
Το πρώτο σινγκλ που κυκλοφόρησε η Νίνα Σιμόν, το “I loves you Porgy”, από το έργο Porgy and Bess του George Gershwin ήταν και το μόνο που έφτασε στο τοπ 40 των Η.Π.Α.
N. Simone – I loves you Porgy
Το πρώτο της άλμπουμ, το “Little girl blue” ήταν επίσης ιδιαίτερα επιτυχημένο, αλλά η ίδια δεν επωφελήθηκε, χάνοντας με αυτό τον τρόπο περίπου 1 εκατομμύριο δολάρια, καθώς είχε πουλήσει τα πνευματικά δικαιώματα για 3.000 δολάρια
N. Simone – Little girl blue
Η Νίνα Σιμόν είχε πολυτάραχη προσωπική ζωή. Όταν δεν έγινε δεκτή στο ινστιτούτο Curtis αφοσιώθηκε στη συνεχή εξάσκηση και απομονώθηκε μελετώντας ασταμάτητα. Αργότερα έκανε δύο γάμους. Είχε υπάρξει θύμα συζυγικής βίας.
Η Σιμόν επιτέλεσε και κοινωνικό έργο, όντας ιδιαίτερα ενεργή στο κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών, των δικαιωμάτων των γυναικών και έγραψε πλήθος σχετικών τραγουδιών. Το πρώτο από τα τραγούδια αυτά ήταν το Mississipi Goddam, το οποίο μποϋκόταραν ορισμένες από τις νότιες πολιτείες.
N. Simone – Mississipi Goddam
Συνεργάτες της κατά το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας της υπήρξαν ο ντράμερ Leopoldo Fleming και ο κιθαρίστας Al Schackman.
Κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής της είχε ήδη πουλήσει πάνω από ένα εκατομμύριο δίσκους, με πάνω από 40 άλμπουμ στο σύνολο.
N. Simone – Don’t let m ebe misunderstood
Η Νίνα Σιμόν πέθανε στις 21 Απριλίου του 2003, έπειτα από μάχη με τον καρκίνο του μαστού. Η υπέροχη φωνή της μαγεύει τους λάτρεις της τζαζ, της σόουλ – και όχι μόνο! – μέχρι σήμερα.
20 Φεβρουαρίου ήταν όταν έκανε πρεμιέρα η πασίγνωστη όπερα του Τζοακίνο Ροσσίνι “Ο Κουρέας της Σεβίλλης” στη Ρώμη. Μια κωμική όπερα, με υπόθεση ανάλαφρη, γεμάτη παρεξηγήσεις κι απροσδόκητες τροπές, που έκανε ένα ομολογουμένως επεισοδιακό άνοιγμα στη σκηνή. Ας ρίξουμε μια πιο κοντινή ματιά.
Τι είναι η κωμική όπερα;
Μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα περίπου το κυρίαρχο είδος όπερας ήταν η σοβαρή/τραγική ιταλική όπερα (opera seria), η οποία απευθυνόταν κυρίως στα αριστοκρατικά στρώματα. Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, όμως, αρχίζει να ανέρχεται η αστική κωμική όπερα, στην Ιταλία με το όνομα opera buffa. Ήταν ένα είδος προσιτό στο ευρύ κοινό, από διάφορες απόψεις. Η θεματολογία του προερχόταν από σκηνές της καθημερινής ζωής στη γλώσσα του ακροατηρίου και όχι αποκλειστικά στα Ιταλικά, όπως ίσχυε ως τότε. Μια κωμική όπερα είναι γεμάτη κωμικές σκηνές, απρόοπτα και παρεξηγήσεις, περιέχει μελωδίες γνώριμες στο κοινό. Ξεχωρίζει ο χαρακτήρας-καρικατούρα του μπούφου – προερχόμενου από το θέατρο των παλιάτσων – , που συνομιλεί με το κοινό, σχολιάζει και είναι ιδιαίτερα εκφραστικός. Οι πράξεις τελειώνουν με ζωντάνια, με όλους τους χαρακτήρες να τραγουδούν μαζί.
Από πού εμπνεύστηκε την όπερα ο Ροσσίνι;
Gioachino Rossini
Ο Ροσίνι έγραψε τον “Κουρέα της Σεβίλλης” σε ηλικία 24 ετών -μάλιστα είχε γράψει άλλες 16 όπερες ως τότε! – , πιθανώς σε διάστημα μικρότερο των τριών εβδομάδων! Το λιμπρέτο ήταν βασισμένο στο πρώτο μέρος της θεταρικής τριλογίας του Γάλλου συγγραφέα Pierre Beaumarchais, που αφορούσε την περιπετειώδη ζωή ενός νεαρού κουρέα, του Φίγκαρο. Το αρχικό όνομα της όπερας ήταν Αλμαβίβα (από το όνομα του ενός πρωταγωνιστή της). Στην ίδια τριλογία είχε βασιστεί και ο Μότσαρτ, όταν έγραψε τους γάμους του Φίγκαρο.
Ποια είναι η υπόθεση του έργου;
Metropolitan Opera, Νοέμβριος 2006
Το έργο διαδραματίζεται, όπως μαρτυρά και ο τίτλος του, στη Σεβίλλη της Ισπανίας (18ος α.). Ο νεαρός κόμης Αλμαβίβα αγαπά τη Ροζίνα και θέλει να την παντρευτεί. Ωστόσο, η κοπέλα είναι προστατευόμενη ενός μεγαλύτερου σε ηλικία άνδρα, του Δρ Μπαρτόλο, ο οποίος σχεδιάζει να την κάνει ο ίδιος γυναίκα του. Ο κόμης προσπαθεί να κερδίσει την καρδιά της, αλλά έπειτα από μια αποτυχημένη καντάδα ζητά τη βοήθεια του Φίγκαρο, ενός νέου κουρέα, που έχει προσληφθεί στο σπίτι του Μπαρτόλο. Μαζί πετυχαίνουν να τραβήξουν το ενδιαφέρον της Ροζίνα, όμως ο γάμος της πλησιάζει, οπότε αποφασίζουν να μπουν στο σπίτι, αφού ο νεαρός κόμης μεταμφιεστεί. Ο κόμης Αλμαβίβα συναντά τη Ροζίνα, ωστόσο ο Δρ Μπαρτόλο μαθαίνει για το τέχνασμα και προσπαθεί να επισπεύσει το γάμο. Η ιστορία έχει αίσιο τέλος με τον Φίγκαρο να ξεγελά τον συμβολαιογράφο ώστε να παντρέψει (εν αγνοία του!) τον κόμη με τη Ροζίνα. ο Δρ Μπαρτόλο δεν έχει άλλη επιλογή από το να δώσει πια την ευχή του στο νέο ζευγάρι.
Ο Φίγκαρο
Γιατί “επεισοδιακή” η πρεμιέρα;
Η πρεμιέρα του έργου κάθε άλλο παρά επιτυχημένη ήταν. Πηγές αναφέρουν ότι δεν είχε γίνει επαρκής προετοιμασία για το ξεκίνημα των παραστάσεων, ωστόσο στο αρνητικό κλίμα συνέβαλε και ένα ακόμη στοιχείο. Στο κοινό εκείνη την ημέρα βρίσκονταν υποστηρικτές ενός διάσημου συνθέτη, του Giovanni Paisiello, ο οποίος είχε γράψει πριν από 30 χρόνια μια όπερα με το όνομα “Ο Κουρέας της Σεβίλλης” και καθώς θεώρησε ως προσβλητική την απόπειρα του Ροσσίνι να ανεβάσει μια όπερα με ακριβώς το ίδιο θέμα. Αυτοί όξυναν το ήδη τεταμένο κλίμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ροσσίνι δεν παρευρέθηκε στη δεύτερη παράσταση, που όμως αυτή τη φορά άφησε το κοινό ενθουσιασμένο.
Παρά την αρχική αρνητική αντιμετώπιση, ο “Κουρέας της Σεβίλλης” γρήγορα αγαπήθηκε από το κοινό και άρχισε να παίζεται σε διεθνές επίπεδο. Η ζωντάνια και η μελωδικότητα της μουσικής, που συνταιριάζεται άψογα με το διασκεδαστικό και εύθυμο λιμπρέτο, κερδίζουν ακόμα και τους πιο απαιτητικούς ακροατές ως σήμερα, 200 χρόνια αργότερα. Ο Ροσσίνι άφησε τη δική του ιστορία στην κωμική όπερα και ο “Κουρέας της Σεβίλλης” αποτελεί ένα από τα ωραιότερα έργα του.
14 Φεβρουαρίου σήμερα και λαμβάνουμε τη μέρα ως αφορμή για να ακούσουμε 10 τραγούδια για την αληθινή αγάπη, που μιλούν στην καρδιά μας. Σε αντίθεση με την επιφανειακότητα που οι περισσότεροι συμφωνούμε πως χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη μέρα, η τέχνη είναι αυθεντική, εκφράζει όνειρα και ιδανικά, φέρνει αναμνήσεις, μας επιτρέπει να ταυτιστούμε, να αφήσουμε τον εαυτό μας ελεύθερο και να σκεφτούμε. Θελήσαμε να μοιραστούμε μαζί σας τέτοια έργα τέχνης, εδώ τραγούδια, που εκφράζουν –κατά τη γνώμη μας – την αγάπη και τον έρωτα με τρόπο αληθινό.
Η αγάπη, λοιπόν, και ο έρωτας μέσα από τα τραγούδια…
Μια σφιχτή αγκαλιά
Hold me close and hold me fast The magic spell you cast This is la vie en rose
“La vie en rose” Edith Piaf (1947), Louis Armstrong
Πάθος
When a man loves a woman I give you everything I’ve got (yeah) Trying to hold on To your precious love
“When a man loves a woman”, Michael Bolton, 1991
Sole sono le parole Ma se vanno scritte tutto può cambiare Senza più timore te lo voglio urlare questo grande amore […] Amore, solo amore è quello che sento
(Μόνες τους οι λέξεις Μα αν ήταν να γραφτούν θα άλλαζαν τα πάντα Χωρίς φόβο θέλω να φωνάξω αυτή τη μεγάλη αγάπη …Αγάπη, μόνο αγάπη είναι αυτό που νοίωθω)
“Grande amore”, Il Volo, 2015
Ένα ταξίδι
Φίλα με, σαλπάρω και χάνομαι Κοίτα με, πετώ να σε βρω. Στην καρδιά, τον πόνο να σβήσεις, εδώ. Φίλα με, να δεις πως αισθάνομαι Κοίτα με, με πόθο να ζω Στο κορμί σημάδια ν’ αφήσεις, εδώ.
“Φίλα με”, Σταμάτης Κραουνάκης, 2013
Con te partirò su navi per mari che, io lo so, no, no, non esistono più, con te io li rivivrò.
(Μαζί σου θα φύγω Με πλοία πάνω από θάλασσες Γνωστές Που οχι, όχι δεν υπάρχουν πια Μαζί σου θα φύγω)
“Con te partiro” , Andrea Bocelli,
Μια μοναδική ιστορία
Δωσ’ μου τα φιλιά που μου κρατάς, εκείνα Τα εφηβικά τα γιασεμιά, τα κρίνα Πέρασα πολλά για να ‘ρθω ως εσένα Φίλα με δίπλα σού τα ‘χω φυλαγμένα
“Πόσο σ’ αγαπώ”, Σταμάτης Κραουνάκης, 2007
Es la Historia De Un Amor Como no hay otro igual Que me hizo comprender Todo el bien, todo el mal (Είναι η ιστορία μιας αγάπης Που όμοιά της δεν υπάρχει άλλη Που με έκανε να καταλάβω Όλα τα όμορφα και τα άσχημα)
“La historia de un amor”, Luz Casal, 2007
Μία μουσική, ένας χορός
Dance me to your beauty with a burning violin Dance me through the panic ’til I’m gathered safely in Lift me like an olive branch and be my homeward dove Dance me to the end of love
“Dance me to the end of love”, Leonard Cohen, 1984
Όνειρα
Να κοιμηθούμε αγκαλιά να μπερδευτούν τα όνειρά μας και στων φιλιών τη μουσική ρυθμό να δίνει η καρδιά μας
Σαν σήμερα γεννιέται ο μεγάλος βιεννέζος μουσικοσυνθέτης Φράντς Σούμπερτ. Ο Σούμπερτ καλλιτεχνικά τοποθετείται ανάμεσα σε δύο ρεύματα, μεταξύ κλασικών και ρομαντικών. Ξεχώρισε από μικρός για το ταλέντο του στη μουσική και ήξερε να παίζει βιολί και πιάνο. Εγκατέλειψε σύντομα την προσπάθεια να γίνει δάσκαλος, όπως και ο πατέρας του και αφοσιώθηκε στη σύνθεση. Ασχολήθηκε με διάφορα είδη μουσικής και συνέθεσε πλήθος έργων τα οποία ωστόσο δεν έλαβαν την αναγνώριση που τους άξιζε όσο ο ίδιος ζούσε. Τα λήντερ (τραγούδια), που έγραψε, για παράδειγμα τα έπαιζε κατά κύριο λόγο στις «Σουμπερτιάδες», σε συγκεντρώσεις, δηλαδή του κύκλου του, όπου οι παρευρισκόμενοι παρουσίαζαν μεταξύ τους έργα τέχνης που είχαν δημιουργήσει (συνθέσεις, ποιήματα, τραγούδια..). Ο Σούμπερτ πέθανε πολύ νέος, σε ηλικία 31 ετών. Άφησε, ωστόσο πίσω του αριστουργηματικά έργα, τα οποία συνδέουν δύο εποχές και ιδεολογίες, το κλασικό πνεύμα της «τελειότητας», με το πάθος και τον συναισθηματικό πλούτο του Ρομαντισμού.
Ένα εξαίρετο δείγμα του ρομαντικού πνεύματος του Σούμπερτ
είναι το έργο «Ο Βασιλιάς των Ξωτικών», που ανήκει στην κατηγορία των
τραγουδιών (Λήντερ). Το Ληντ είναι έντεχνο τραγούδι, το οποίο ως είδος άνθισε
στις αρχές του 19ου αιώνα. Οι Ρομαντικοί δημιουργούσαν μεμονωμένα
τραγούδια ή κύκλους τραγουδιών, με κοινό θέμα, τα οποία αποτελούσαν ένα συνδυασμό
ποίησης και μουσικής, για φωνή και πιάνο συνήθως. Το σημερινό έντεχνο τραγούδι
αποτελεί απόγονο των Λήντερ. Για τα Λήντερ αξιοποιήθηκε η λυρική ποίηση
δημιουργών όπως ο Γκαίτε, ο Χάινε, ο Μπάυρον και ο Σελλεϋ. Ως θεματολογία το
Ληντ ασχολείται με την αγάπη, τη φυσιολατρεία και τις μεταστροφές της
ανθρώπινης τύχης.
Ο Βασιλιάς των ξωτικών (Εrlkönig)
Ο Σούμπερτ έγραψε τον «Βασιλιά των Ξωτικών» σε ηλικία 18
ετών. Οι στίχοι προέρχονται από την
ομώνυμη μπαλάντα του Γκαίτε, η οποία βασίζεται στο θρύλο του Βασιλιά των
ξωτικών. Σύμφωνα με αυτόν, όποιος αισθανθεί το άγγιγμα του βασιλιά των ξωτικών
πεθαίνει. Η μπαλάντα του Γκαίτε μας μεταφέρει σε μια θυελλώδη νύχτα. Ένας
πατέρας, καβάλα στο άλογό του προσπαθεί να φτάσει στον προορισμό του, κρατώντας
σφιχτά τον άρρωστο γιό του. Το παιδί
είναι πολύ άρρωστο και ο πατέρας αγωνιά. Όπως καλπάζουν, το μικρό αγόρι βλέπει
και ακούει τον Βασιλιά των Ξωτικών, να το καλεί κοντά του. Ο πατέρας του
προσπαθεί διαρκώς να το καθησυχάσει και να το ζεστάνει. Οι προσπάθειές του όμως
είναι μάταιες, καθώς μόλις φθάνουν, συνειδητοποιεί ότι το αγόρι έχει πεθάνει.
Η μουσική του «Βασιλιά των Ξωτικών» είναι υποβλητική. Το πιάνο, με γρήγορο ρυθμό και ένα χαρακτηριστικό μοτίβο μιμείται τον γοργό καλπασμό του αλόγου μέσα στη νύχτα και δημιουργεί μία ατμόσφαιρα αγωνίας. Τα αφηγηματικά πρόσωπα είναι τέσσερα, τραγουδιούνται από τον ίδιο ερμηνευτή με υφολογικές αλλαγές: έχουμε τον αφηγητή, που τραγουδά σε μεσαίους τόνους και περιγράφει τα καίρια σημεία. Επίσης διακρίνεται ο πατέρας, σε μπάσες συχνότητες, με ύφος καθησυχαστικό, σε πλήρη αντίθεση με το τρομαγμένο μικρό αγόρι, ο ρόλος του οποίου βρίσκεται σε υψηλές συχνότητες. Τέλος, σε πλήρη αντίθεση έρχεται ο Βασιλιάς των Ξωτικών, η προσωποποίηση του θανάτου. Καθώς ο ίδιος καλεί κοντά του το μικρό αγόρι, η μελωδία του είναι χαρούμενη, με ύφος κολακευτικό αρχικά και ύστερα επίμονο. Το κομμάτι τελειώνει όταν ο πατέρας φθάνει στον προορισμό του, το άλογο σταματάει να καλπάζει και κατ’ αναλογία σταματάει βαθμιαία η γεμάτη ένταση συνοδεία του πιάνου· επικρατεί μια στιγμή σιωπής και διαπιστώνει στον τελευταίο στίχο πως ο γιός του έχει πεθάνει.
ΠΗΓΕΣ:
J. Machlis, Kr. Forney, H απόλαυση της μουσικής, εκδ. fagotto, μτφρ. Δ. Πυργιώτης
Σαν σήμερα, 27/01, γεννιέται ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες στην ιστορία της μουσικής, ίσως ο πιο γνωστός όλων των εποχών, ο Βόλφγκαγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Πολλά έχουν γραφτεί για τη ζωή του, η οποία ήταν γεμάτη ανατροπές, ταξίδια και σύνθεση, παρόλο που πέθανε πολύ νέος, σε ηλικία 33 ετών. Ήταν ένας άνθρωπος που πέρασε τα 2/3 της ταξιδεύοντας, που άλλαξε 13 μόνιμα σπίτια , ήταν ο άνθρωπος ο οποίος έγραψε την ουβερτούρα (εισαγωγή) για την όπερα «Don Giovanni» το πρωί της πρεμιέρας της. Κυρίως, όμως αποτελούσε μια ιδιοφυϊα που άφησε τεράστια κληρονομιά και άσκησε τεράστια επιρροή στα μετέπειτα μουσικά ρεύματα. Αυτός είναι και ο λόγος που το σημερινό μας αφιέρωμα θα εστιάσει στη μουσική.
Ο Μότσαρτ ανήκει στους κλασικιστές, σε μία εποχή (μέσα 18ου
– αρχές 19ου αιώνα) κατά την οποία η τέχνη αναβίωνε τις αξίες της
κλασικής αρχαιότητας: το μέτρο, το ρυθμό , την αρμονία, την ισορροπία. Μετά το
πάθος του Μπαρόκ και την υπερβολή -όπως θεωρούνταν από πολλούς- του Ροκοκό, οι
καλλιτέχνες αναζήτησαν μια μουσική πιο ανάλαφρη, η οποία να είναι εύληπτη και
ευχάριστη στο άκουσμα.
Τι κρύβεται, ωστόσο, πίσω από την τελειότητα των έργων του
Μότσαρτ; Γιατί η μουσική του είναι τόσο προσιτή και αγαπητή από μουσικούς και
μη; Ζητήσαμε από αναγνώστες μας να σκεφθούν το Μότσαρτ και τη μουσική του και
να μοιραστούν με λίγες λέξεις τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Ας
συζητήσουμε μερικές από τις πολύ ενδιαφέρουσες απαντήσεις που πήραμε, με βοηθό
λίγη ιστορία της μουσικής.
«Βιέννη»
Ο Μότσαρτ μαζί με τους Χάυντν, Μπετόβεν και Σούμπερτ αποτέλεσαν μια ιδιαίτερη μουσική σχολή, τη Σχολή της Βιέννης, η οποία κληροδότησε αριστουργηματικά πρότυπα σύνθεσης στις επόμενες γενιές. Επίσης έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στη Βιέννη. Οι συνθέτες της σχολής της Βιέννης. η «τετράδα της Βιέννης», ήταν πρωτοπόροι, αναζήτησαν την τελειότητα στις συνθέσεις τους, πειραματίζονταν και εξελίσσονταν διαρκώς.
Σε σχέση με τη σονάτα, ο Μότσαρτ δημιούργησε σονάτες στην τελειοποιημένη μορφή τους, με πλούσια ενορχήστρωση. Τα όργανα συνδυάζονται προσεκτικά, ώστε να δίνουν ποικιλία ηχοχρωμάτων και δραματικότητα, αλλά ταυτόχρονα να διατηρείται η ισορροπία στη μουσική. Η σονάτα είναι μια μουσική μορφή αποτελούμενη από τρία ή τέσσερα αντιτιθέμενα μέρη (ενίοτε και δύο). Ανάλογα με τον αριθμό και το ρόλο των μουσικών οργάνων που συμμετέχουν στον «κύκλο σονάτα», το κάθε έργο λαμβάνει χαρακτηριστικές ονομασίες, όπως κοντσέρτο, συμφωνία κ.ο.κ. Ως μουσικό είδος η σονάτα επιτρέπει στον καλλιτέχνη να εκφράσει πλούτο ιδεών και μουσικών χρωμάτων σε ένα ολοκληρωμένο, συνεκτικό έργο.
Mozart, Sonata no 8, σε Λα ελάσσονα
«Χαρά, ανεμελιά, ελευθερία και γαλήνη» και «ηρεμία, πληρότητα, αισιοδοξία»
Η μουσική του Μότσαρτ βασίζεται σε απλές, κομψές μελωδίες. Επηρεασμένος φανερά από τους παραδοσιακούς χορούς της πατρίδας του, ενσωματώνει στα έργα του παραδοσιακά λαϊκά στοιχεία. Η μελωδία του γίνεται «τραγουδίσιμη» και όπως παρατηρούμε σε πλήθος κομματιών, έχει τη ζωντάνια και την ανέμελη ενέργεια ενός παραδοσιακού αυστριακού χορού.
Ταυτόχρονα, οι μελωδίες είναι συμμετρικές, διαδέχονται η μία
την άλλη χωρίς απροσδόκητα σχήματα, που να προκαλούν σύγχυση. Βασίζονται σε
σύντομες φράσεις, σαφώς διαχωρισμένες, ενώ επίσης υπάρχουν μοτίβα, σε
παραλλαγές και επαναλήψεις. Ο τρόπος σύνθεσής τους είναι αριστοτεχνικός μέσα
στην απλότητά του. Κατ’ αναλογία, οι χρωματισμοί, τα σημεία δυναμικής του έργου,
ακολουθούν τη ροή της μελωδίας, δεν έχουν απότομες – όπως κάνει ο Μπετόβεν – αλλά
βαθμιαίες κορυφώσεις και εναλλαγές. Με αυτό τον τρόπο η μουσική γίνεται εύληπτη
από τον ακροατή, δίνει την αίσθηση της ισορροπίας , της πληρότητας και της διαύγειας.
«Ευχαριστεί» το αυτί, μένει στη μνήμη και συγκινεί.
Ο ρυθμός και η ανάπτυξη του υλικού θα μπορούσαν να είναι τα στοιχεία που μεταφράζει ο ακροατής ως
«ελευθερία και ανεμελιά». Η κλασική μουσική έχει μετρική (ρυθμό) που παραμένει
αμετάβλητη από την αρχή ως το τέλος του κομματιού – συνήθως σε μέτρα τεσσάρων
χρονοδεικτών (χωρισμένα στα 4: 2/4, 3/4, 4/4, 6/8 ) – . Μέσα σε αυτό τον σταθερό
ρυθμό οι μουσικές φράσεις αναπτύσσονται προοδευτικά, ώστε να υπάρχει διαρκής
κίνηση και να γίνεται αρμονική μετάβαση από το ένα μέρος του κομματιού στο
επόμενο
«απόλυτη συγκέντρωση»
Ο Μότσαρτ με την αδελφή και τον πατέρα του
Η εκτέλεση σε ένα έργο του Μότσαρτ απαιτεί δεξιοτεχνία και καθαρότητα στο παίξιμο. Μπορεί η μελωδία να χαρακτηρίζεται απλή, αλλά η απόδοσή της χρειάζεται να γίνεται με ακρίβεια, αλλά όχι βεβιασμένα, με άνεση, ώστε να επιτυγχάνεται η ροή της μουσικής και η εκφραστικότητα . Τα έργα του Μότσαρτ αναδεικνύουν τη μουσικότητα του εκτελεστή.
«θεραπεία, ίαση»
Οι συνθέσεις του Μότσαρτ, εκτός από την τέρψη του ακροατή δείχνουν να έχουν και θεραπευτικό χαρακτήρα. Μελέτες έχουν δείξει ότι νεογνά, τα οποία βρίσκονται στη θερμοκοιτίδα ωφελούνται από τη μουσική του Μότσαρτ, καθώς μετά την ακρόασή της εμφανίζουν μικρότερες ενεργειακές δαπάνες. Αυτό πρακτικά συνδέεται με ευκολότερη πρόσληψη βάρους, γεγονός που βελτιώνει το ανοσοποιητικό σύστημα των νεογνών, ώστε να αποδεσμεύονται γρηγορότερα από τη θερμοκοιτίδα. Η επιστημονική υπόθεση είναι ότι η επαναληπτικότητα και τα μοτίβα στη μουσική του Μότσαρτ επηρεάζουν τα οργανωτικά κέντρα του εγκεφαλικού φλοιού. Τα νεογνά ηρεμούν και έχουν λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν ανησυχία.
«συγκίνηση»
Πέρα από κάθε
ανάλυση, η μουσική αγγίζει την ψυχή με έναν τρόπο μοναδικό, ξεχωριστό για τον
κάθε άνθρωπο. Και είναι κάποιες συνθέσεις που συγκινούν σε κάθε εποχή και
πλαίσιο, που ξεπερνούν το χρόνο, που «κερδίζουν» και το πιο απαιτητικό ακροατήριο.
Είναι μουσικές που ο καθένας μπορεί να ταυτιστεί, με τις οποίες μπορεί να δώσει
όχι χρώμα, αλλά μελωδία στη ζωή του, να αφήσει τη σκέψη του να ταξιδέψει και
την καρδιά του να γεμίσει συναίσθημα. Ο Μότσαρτ λοιπόν μας χάρισε αυτή ακριβώς
τη μουσική..
ΠΗΓΕΣ:
J. Machlis, Kr. Forney, H απόλαυση της μουσικής, εκδ. fagotto, μτφρ. Δ. Πυργιώτης