Ο ποιητής και στιχουργός Ιάκωβος Καμπανέλλης

Μια σύντομη βιογραφία

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, γεννήτορας του ελληνικού μεταπολεμικού θεάτρου, όπως έχει χαρακτηριστεί, γεννήθηκε στη Νάξο στις 2 Δεκεμβρίου 1921. Θα δηλώσει αργότερα: «[..]καμαρώνω πάρα πολύ που είμαι Ελληνας. Και έχουμε μια μεγάλη περιουσία, την οποία δεν διαχειριζόμαστε καλά. Σκεφθείτε το εξής: πηγαίνεις στο τελευταίο χωριό της Ελλάδας και βλέπεις την αγράμματη κυρούλα, να πηγαίνει την Κυριακή στην εκκλησία, να ακούει τα Ευαγγέλια που γράφτηκαν τον πρώτο αιώνα μετά Χριστόν και να καταλαβαίνει. Πόσοι λαοί σ’ αυτό τον πλανήτη έχουν το χάρισμα αυτής της κυρούλας; Λοιπόν, αυτή τη σπουδαία γλώσσα μιλάμε, αλλά δυστυχώς την αφήνουμε να κακοποιείται – είτε μέσα από τη λανθασμένη χρήση της, είτε μέσα από το περιορισμένο λεξιλόγιο, είτε ακόμη και χρησιμοποιώντας ξένες λέξεις στη θέση των ελληνικών. Είναι σαν να μην καμαρώνεις επειδή ο μπαμπάς σου ήταν κάποιος σπουδαίος άνθρωπος. Το ταλέντο δεν επαρκεί».

Το 1934, η οικογένειά του μετακόμισε, λόγω οικονομικών προβλημάτων, στην Αθήνα και ο Καμπανέλλης αναγκάστηκε να εργάζεται την ημέρα και να σπουδάζει σε μια νυχτερινή Τεχνική Σχολή.

Διψασμένος για γνώση, νοίκιαζε βιβλία από τα παλαιοβιβλιοπωλεία και μέχρι να τελειώσει το γυμνάσιο είχε γνωρίσει όλους τους ευρωπαίους κλασικούς. Εκείνος θα πει: «Εξωσχολικά βιβλία δεν είχαμε ως παιδιά – το πολύ πολύ να ξαναδιαβάζαμε το βιβλίο της Ιστορίας ή των Θρησκευτικών. Οταν ήμουν περίπου 11 ετών, κάποια οικογένεια με παιδιά –ακροσυγγενείς μας– ήρθε να παραθερίσει στη Νάξο και τα παιδιά κουβάλησαν ολόκληρη παιδική βιβλιοθήκη μαζί τους: Πηνελόπη Δέλτα, Ιούλιο Βερν, Διάπλαση των Παίδων… τέτοια. Δανείστηκα μερικά, μου χάρισαν και κάποια φεύγοντας. Τα τρία ή τέσσερα βιβλία που απέκτησα τότε ήταν θησαυρός!»

Το 1942 συνελήφθη από τους Γερμανούς και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως Μαουτχάουζεν. Ήταν ένας από τους ελάχιστους επιζήσαντες, και επέστρεψε το 1945. Την εμπειρία του αυτή την κατέγραψε στο μοναδικό του πεζογράφημα, Μαουτχάουζεν (1963).

Όταν γυρίζει στην Αθήνα, εντυπωσιάζεται από μια παράσταση του Θεάτρου Τέχνης και αποφασίζει να ασχοληθεί με το θέατρο. Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1950 με το έργο Χορός πάνω στα στάχυα (Θίασος Λεμού), αλλά γνωστός έγινε με τα επόμενα έργα του, που ανέβηκαν από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και το Εθνικό Θέατρο. Το έργο σταθμός στη σταδιοδρομία του θεωρείται Η αυλή των θαυμάτων (1957). Στο επίκεντρο του έργου του βρίσκεται ο προβληματισμός για τα κοινωνικά δρώμενα και τον αντίκτυπο που έχουν στη ζωή των ανθρώπων και, κυρίως, η σχέση της ταραγμένης νεότερης ελληνικής ιστορίας με τη συγκρότηση της νεοελληνικής ψυχολογίας. Για την προσφορά του στο ελληνικό θέατρο του απονεμήθηκαν οι τίτλοι: επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου, επίτιμος Διδάκτωρ της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, επίτιμος Διδάκτωρ της Θεατρολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εξελέγη παμψηφεί τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με την απονομή ανωτάτου παρασήμου. Ήταν μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Έργα του έχουν παρουσιαστεί σε πολλές χώρες (Αγγλία, Αυστρία, Σουηδία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Σοβιετική Ένωση, Γερμανία).

Πολύ σημαντική είναι επίσης η δουλειά του ως σεναριογράφου, η οποία άσκησε τεράστια επίδραση στους σύγχρονους και τους μεταγενέστερούς του. Έγραψε τα σενάρια σε πολλές ταινίες σταθμούς του ελληνικού κινηματογράφου («Στέλλα» του Μ. Κακογιάννη, «Δράκος» του Ν. Κούνδουρου, «Η Αρπαγή της Περσεφόνης» του Γ. Γρηγορίου), ενώ σκηνοθέτησε ο ίδιος, σε δικό του σενάριο, την ταινία «Το κανόνι και το αηδόνι», το 1968. Αξιοσημείωτη είναι και η εξαιρετική του επίδοση στη στιχουργία, αφού το «Παραμύθι χωρίς όνομα» (μουσ. Μάνου Χατζιδάκη), το «Μαουτχάουζεν» (μουσ. Μίκη Θεοδωράκη), το «Μεγάλο μας Τσίρκο» (μουσ. Σταύρου Ξαρχάκου) και άλλα σημαντικά έργα της ελληνικής μουσικής φέρουν την υπογραφή του.

Παρά το σπουδαίο του έργο έδινε πάντα βάση στην ευτυχία του ιδιωτικού του βίου: «Αυτή τη στιγμή, αν μου έλεγαν τι θέλεις, τον Καμπανέλλη οικοδόμο-σχεδιαστή ­ όπως είχα σπουδάσει στη Σιβιτανίδειο ­ και την εγγονή ή τον Καμπανέλλη συγγραφέα χωρίς την εγγονή, θα έλεγα τον οικοδόμο-σχεδιαστή με την εγγονή. Οι βαθιές ευτυχίες δεν είναι γιατί πέτυχες σε αυτό που κάνεις. Οι στιγμές ευτυχίας βρίσκονται στον ιδιωτικό μας βίο [..] (Η δημιουργία είναι ευτυχία).Είναι ευτυχία ο χρόνος που γράφεται ένα έργο. Αλλά η εγγονή μου, η οικογένειά μου, είναι η ευτυχία μου». Θα φύγει από την ζωή στις 29 Μαρτίου 2011.

Τα έργα του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος.

Η ποιητική του

Η ώρα που εκφράζεται κάποιος είναι η ώρα της ελευθερίας του.
Είναι η μόνη ώρα όσης δυνατής ελευθερίας μπορεί να έχει ένα άτομο.

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης είχε μια μακροχρόνια σχέση με τον εύρυθμο λόγο, το τραγούδι γενικά. Πρώτ’ απ’ όλα με τα τραγούδια που άκουγε στο σπίτι του και στο νησί του, τη Νάξο, αλλά και μετά, κυρίως με το έντεχνο λαϊκό, που άκουγε όταν το 1932 ήρθε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Έναν συνδυασμό αυτών των δύο υπηρέτησε με συνέπεια για πενήντα περίπου χρόνια.

«(Δάσκαλοί μου υπήρξαν) οι κλασικοί, ο Αριστοφάνης, είναι αυτονόητο. Δάσκαλός μου ήταν ο Ιψεν. Από εκεί και πέρα ποιος δεν μαθήτευσε στον Τσέχοφ ή στον Πιραντέλο; Περισσότερο με επηρέασε η φιλοσοφική κοσμοθεωρία τους, η στάση τους απέναντι στα πράγματα. Αλλά μαθήτευσα και στη ρεαλιστική αμερικανική σχολή. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν μου αρέσει και το σουρεαλιστικό κίνημα. Δεν γίνεται. Παίρνεις από παντού. Τι σχέση έχω εγώ με το παράλογο; Κι όμως με έχει επηρεάσει. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι δεν υπάρχει παρθενογένεση. Ολα προϋπήρχαν στους τραγικούς, στον Αριστοφάνη, στον Σαίξπηρ».

«Γράφω μόνο όταν αυτό που γράφω με συναρπάζει» έλεγε και «μόνο εφόσον η συναρπαγή εξακολουθεί μέχρι τέλους και το παραδίδω για παράσταση μόνο εάν πιστεύω στο αποτέλεσμα. Πριν πιάσω μολύβι και χαρτί και αρχίζω να γράφω, χρειάζομαι να πιστεύω ότι ξέρω τα πρόσωπα του έργου τόσο καλά, όσο κάποιους πολύ γνωστούς μου ανθρώπους, που έχω στενές σχέσεις μαζί τους επί χρόνια. Από τα πρώτα χρόνια που καταπιάστηκα με το θέατρο ήθελα η σχέση μου με τα πρόσωπα που θα κατοικήσουν στα έργα μου να είναι ίδια με αυτό που μας συμβαίνει στη ζωή, όταν κάποιος δικός μας, μας κοιτάζει στα μάτια και μας λέει «έχω ανάγκη να σου εκμυστηρευτώ τι μου συμβαίνει». Φυσικά έγραφα και γράφω πάντα «θέατρο χαρακτήρων» […]. Η θέση μου αυτή ήταν μοιραία αφού κατάγομαι από την ματωμένη εποχή του πολέμου, της κατοχής, των στρατοπέδων συγκεντρώσεως, των εμφυλίων συγκρούσεων. Εποχή που η ζωή, ο άνθρωπος και οι αξίες τους είχαν διασυρθεί, εκμηδενιστεί, σκορπιστεί στους πέντε ανέμους».

Στο επίκεντρο του έργου του βρίσκεται ο προβληματισμός για τα κοινωνικά δρώμενα και τον αντίκτυπο που έχουν στη ζωή των ανθρώπων. Και κυρίως, η σχέση της ταραγμένης νεότερης ελληνικής ιστορίας με τη συγκρότηση της νεοελληνικής ψυχολογίας. «Όσα έργα και αν γράψουμε ένα είναι αυτό που επιχειρούμε να γράψουμε και απλώς το κυκλοφέρνουμε, επειδή αντιληφθήκαμε μια άλλη όψη του, επειδή οι εξελίξεις –και η προσωπική μας μαζί- το φανέρωσαν αλλιώς ή βαθύτερα» έλεγε ο συγγραφέας.

«Νομίζω ότι ο κάθε άνθρωπος μπορεί να την επηρεάσει. Να αλλάξει τον κόσμο, αποκλείεται. Σκεφθείτε ότι τόσοι, σπουδαίοι άνθρωποι πέρασαν από την ανθρωπότητα, αλλά ο κόσμος δεν άλλαξε. Μην έχουμε, όμως, πάντα στο μυαλό μας τον «μεγάλο ζωγράφο» ή τον «μεγάλο μουσικό». Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει κάτι.» Ο ίδιος προσθέτει:«Η θεματολογία μου ήταν πάντα κοινωνικοπολιτική αλλά ποτέ δεν ήταν εξειδικευμένη. Οποιοδήποτε παρελθόν, εφόσον το είχα ανάγκη, το ρούφηξα σαν μαθητευόμενος».

Λαμβάνοντας υπόψιν όλα αυτά, είναι πασιφανές πως ο Καμπανέλλης είναι ένας καλλιτέχνης πολυεπίπεδος, ένας ποιητής των απλών ανθρώπων, ένας στιχουργός της καθημερινότητας των προηγούμενων δεκαετιών. Πολλοί έχουμε σιγοτραγουδήσει τους στίχους του, έχουμε δει κάποιο έργο του στην θεατρική σκηνή, έχουμε ακούσει μια μελοποίησή του. Ίσως να μην ξέραμε πως πίσω από αυτήν κρυβόταν ο Καμπανέλλης και ίσως ήρθε η ώρα να το μάθουμε! Πώς θα το πετύχουμε;

Η ποιητική συλλογή

Η συγκεντρωτική συλλογή Άκουσε τη φωνή μου κι έλα που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Κέδρος περιλαμβάνει, για πρώτη φορά, όλα τα ποιήματα και τα τραγούδια του, που πολλά μάλιστα ακούμε και τραγουδάμε μέχρι σήμερα και μας και μας παρουσιάζει μια διαφορετική όψη ενός καλλιτέχνη που οι περισσότεροι είχαμε αναπόφευκτα συνδυάσει με το θέατρο ή την πεζογραφία παρά με την ποίηση και την στιχουργική. Μας αποδεικνύει, ωστόσο, πως μπορεί να φέρει εις πέρας όλους αυτούς τους ρόλους και εξίσου καλά, θα προσθέσουμε εμείς.

H πολύ όμορφη εξωτερική όψη του βιβλίου αναμφίβολα προσελκύει τον αναγνώστη. Σκληρόδετο, με προσεγμένη γραμματοσειρά και ένα μυρωδάτο χαρτί που σε παρασέρνει! Τα ποιήματα είναι οργανωμένα με χρονολογική σειρά, ενώ όσα συμπεριλαμβάνονται σε θεατρικά του έργα αναδημοσιεύονται στην αυτοτελή μορφή τους, δεδομένου ότι αρκετά από αυτά δεν έχουν μελοποιηθεί, παρά μόνο κάποιες στροφές ή ενίοτε κάποιοι στίχοι τους, περιμένοντας τον συνθέτη που θα τα μελοποιήσει ολόκληρα. Σε αυτό το μοναδικό έργο θα βρει κανείς και ανέκδοτα ποιήματα του Καμπανέλλη, καθώς και σχέδιά του, φιλοτεχνημένα στη δεκαετία του 1960. Τη συλλογή συνοδεύουν χαιρετισμός του Μίκη Θεοδωράκη, χαιρετισμός του Σταύρου Ξαρχάκου, πρόλογος, επίμετρο και σημειώσεις του θεατρολόγου Θάνου Φωσκαρίνη, εκτενές βιογραφικό, δισκογραφία και εργογραφία του Iάκωβου Καμπανέλλη. Έτσι, ο αναγνώστης έχει την τύχη να γνωρίσει σφαιρικά τον ποιητή. Ίσως και να συνοδεύσει την ανάγνωσή του αυτή με ακρόαση των μελοποιημένων αυτών ποιημάτων. Μας εξέπληξε το γεγονός πως ορισμένα από αυτά είχαν ακουστεί στην μεγάλη οθόνη, πως είχαν ερμηνευτεί από γνωστούς και μεγάλους τραγουδιστές, όπως ο Μπιθικώτσης ή ο Κόκοτας και είχαν μελοποιηθεί τους μεγαλύτερους Έλληνες συνθέτες.

Αν, επομένως, θέλετε να γνωρίσετε όλο αυτό το σπουδαίο έργο, κάτι για το οποίο σας προτρέπουμε, δεν πρέπει να χάσετε αυτή την συλλογή! Ακούστε λοιπόν την φωνή του ποιητή και ακολουθήστε την!

Πηγές:

Συνέντευξη του Ιάκωβου Καμπανέλλη, στο περιδοικό “Κ” της Καθημερινής και την Βασιλική Χρυσοστομίδου, 03/04/2011

Συνέντευξη του Ιάκωβου Καμπανέλλη, στο ΒΗΜΑ και την Μυρτώ Λοβερίδου, 6 Δεκεμβρίου 1998


Συνέντευξή του Ιάκωβου Καμπανέλλη στο περιοδικό Διαβάζω, τ.12, Αθήνα 1978 (Μάιος- Ιούνιος), σ. 23

http://www.kambanellis.gr/

https://www.lifo.gr/team/sansimera/34106

https://dromospoihshs.home.blog/2019/03/28/iak-kampanellis/?fbclid=IwAR3kaF2Khjva8edHMwup7JRKtHtaboMCic2jWpwXxh8uhLTG7rtHPO2BGHI

https://www.kedros.gr/author/187/kampanellis-iakwbos.html

Μια πανοραμική ανθολογία της νεωτερικής ελληνικής ποίησης από τον Μανόλη Αναγνωστάκη

Μια ανθολογία ξεχωριστή από άλλες γνωρίσαμε αυτήν την εβδομάδα. Και αυτό που την κάνει ξεχωριστή δεν είναι απλώς το γεγονός πως σε λίγες σελίδες φώλιασε η σύγχρονη ποίηση από τον Παπατσώνη μέχρι τον Ρίτσο και τον Γκάτσο, αλλά πως αυτές τις σελίδες συγκέντρωσε ένας από τους κορυφαίους της γενιάς του και αγαπημένος μας ποιητής, ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Ο τελευταίος, με σημαντικότατο ποιητικό και δοκιμιακό έργο, παραμερίζει την προσωπική του λογοτεχνική παραγωγή και μας συστήνει 22 ποιητές. Αφορμή για αυτήν την πρωτότυπη και ποικιλόμορφη γνωριμία απετέλεσε η εκπομπή του στον ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου. Το 1987 ξεκινά διαβάζοντας ποιήματα ελασσόνων ποιητών της προπολεμικής περιόδου, ποιήματα, όπως τα έλεγε ο ίδιος, «λυρικά μιας εποχής στους παλιούς ρυθμούς». Η επιλογή αυτή κυκλοφόρησε το 1990 με τίτλο «Η χαμηλή φωνή» από τη Νεφέλη. Αυτήν έρχεται να συμπληρώσει η ανθολογία αυτή, η οποία δημοσιεύεται πρώτη φορά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, ενώ εντός συναντά κανείς και τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Αναγνωστάκης στον Γιώργο Ζεβελάκη. Το άξιο αναφοράς στοιχείο είναι πως συνοδεύεται από ηχητικό ντοκουμέντο, στο οποίο οι αναγνώστες έχουν πρόσβαση σκανάροντας το QR code που θα βρουν στο βιβλίο.

Ο Αναγνωστάκης προετοίμαζε μια σειρά είκοσι δεκαπενταλέπτων με θέμα την πρώτη νεωτερική ποιητική γενιά στην Ελλάδα. Ο ποιητής διαλέγει να την αποκαλέσει «νεωτερική», αντί για «μοντέρνα» ή «σύγχρονη ποίηση», αξιοποιώντας έναν όρο καθιερωμένο από τον Αλέξανδρο Αργυρίου. Μιλά για τον διαφορετικό τρόπου «κατασκευής» των ποιημάτων, εστιάζοντας στα σημεία της διαφοράς, στους κανόνες που ακολουθούσε ο παλιότερος ποιητής, από τους οποίους ο νεωτερικός επιλέγει να αποστήσει. Για εκείνον, ο ελεύθερος στίχος λειτουργεί σαν μια απελευθέρωση. Αυτή η μοναδική αίσθηση ελευθερίας αντανακλάται το δίχως άλλο και στην κατάργηση της προσωδίας και την μη επιβολή του προσωπικού κώδικα του κάθε ποιητή στον αναγνώστη του. Έτσι, δεν κάνουμε λόγο μονάχα για μια τυπική διαφοροποίηση, για μια αλλαγή που αφορά αποκλειστικά την μορφή αλλά για μια ουσιώδη μεταστροφή της ποίησης. Σε όλα αυτά συνέβαλε χωρίς αμφιβολία η «καταλυτική εμπειρία του υπερρεαλισμού», που επέτρεψε την συμπόρευση του πεζού και του ποιητικού λόγου, του κατακλεισμού της ποιητικής δημιουργίας από τον γλωσσικό πλούτο του συνόλου της ελληνικής γλώσσας και όχι αποκλειστικά από καλλωπισμένες «ποιητικές λέξεις». Μας καλεί να απαγκιστρωθούμε από συντηρητικότερες τάσεις που χαρακτήριζαν την παραδοσιακή ποίηση και να αφεθούμε σε πιο ακραίες ή ενίοτε ακόμα και προκλητικές τάσεις για την εποχή στην οποία εμφανίστηκαν. Πια όλες αυτές οι οπισθοδρομικές αντιλήψεις προσπεράστηκαν και οι ποιητές συγκαταλέχθηκαν δικαίως στους κλασικούς της δικής μας μετανεωτερικής εποχής. Στην ανθολογία του δεν καθοδηγείται από τις προσωπικές του προτιμήσεις και, μιας και επιδιώκει να είναι αντικειμενικός, φρόντισε να μην παραλείψει κανέναν καταξιωμένο στην κοινή συνείδηση ποιητή, χαρίζοντάς μας κυριολεκτικά ένα πανόραμα της «νεωτερικής ποίησης».

Πιάνοντας κανείς στο βιβλίο στα χέρια του μαγεύεται από το διαπεραστικό του χρώμα, ενα χρώμα που ταιριάζει και στο έργο και την ποιητική προσωπικότητα του Αναγνωστάκη. Με το μεγάλο του σχήμα και τις προσεγμένες εναλλαγές μεταξύ των ανθολογούμενων ποιητών σύντομα σε προσκαλεί να ανακύψει το ακόμα πιο ενδιαφέρον περιεχόμενό του.

Η ευαίσθητη ματιά του Αναγνωστάκη, η βαθιά του επαφή με τα ελληνικά γράμματα αποκρυσταλλώνεται έντονα στις επιλογές του. Χωρίς να παραλείψει κανέναν ποιητή μας βυθίζει σε μια θάλασσα δημιουργίας. Σε αυτήν την θάλασσα απολήγουν πολλοί διαφορετικοί μεταξύ τους ποταμοί. Άλλοι έχουν ορμητικά υπερρεαλιστικά κύματα, άλλοι έχουν πηγές στην ελληνική παράδοση, άλλοι έχουν τάσεις συμβολιστικές και άλλοι έχουν επάλξεις σε λογοτεχνικά έργα ξένων καλλιτεχνών. Πάντως όλα έχουν μια κοινή πορεία, η φωνή που γεννιέται από μέσα τους είναι αδιακόσμητη, είναι πρωτόγονη, είναι ελεύθερη, έρχεται σε ρήξη με αυτά που η ποίηση στον ελλαδικό χώρο είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Η ανθολογία είναι σίγουρα μια πολύ καλή ευκαιρία να πάρουμε μια γεύση από τους ποιητές και αν κάποιος μας τραβήξει έντονα το ενδιαφέρον να εμβαθύνουμε αργότερα στο έργο του. Εμείς χαρήκαμε που ξαναθυμηθήκαμε σε αυτό το ποιητικό ταξίδι αγαπημένους μας συνοδοιπόρους και ήρθαμε σε επαφή με κάποιους που δεν είχαμε γνωρίσει ποιητικά. Για αυτό τον λόγο την προτείνουμε σε όλους εκείνους τους ακόρεστους αναζητητές της ομορφιάς και της νεωτερικότητας, στους φανατικούς αναγνώστες του Αναγνωστάκη που μέσα από τις επιλογές του αποκαλύπτει πτυχές της προσωπικότητάς του αλλά και σε όλους εσάς που όπως εμείς αγαπάτε την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή.

«Ο παλαιότερος ποιητής και ο πρώτος που θ’ ανοίξει τη σειρά είναι ο Τάκης Παπατσώνης… Αφιερώνουμε τρεις εκπομπές στον Σεφέρη και από δύο στον Ρίτσο, στον Ελύτη και στον Εγγονόπουλο. Θ’ ακουστούν ποιήματα του Αναστάσιου Δρίβα, του Γιώργου Σαραντάρη, του Ζήση Οικονόμου, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νικήτα Ράντου, του Θεόδωρου Ντόρρου, του Νικηφόρου Βρεττάκου, του Αλέξανδρου Μπάρα, του Γιώργου Θέμελη, του Νίκου Γκάτσου, του Δημήτρη Αντωνίου, του Αλέξανδρου Μάτσα, του Τάκη Βαρβιτσιώτη, του Γιώργου Βαφόπουλου, της Ζωής Καρέλλη και των δύο Ηρακλειωτών ποιητών Μηνά Δημάκη και Άρη Δικταίου, που είναι και οι νεότεροι —αλλά και τόσο πρόωρα χαμένοι— της σειράς αυτής, ποιητές ενός μεταίχμιου θα λέγαμε, με το ένα πόδι στη γενιά του ’30, που αποτελεί τον κύριο κορμό, και το άλλο στην αμέσως νεότερη, τη λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική γενιά». – Μανόλης Αναγνωστάκης

Οι ποιητές που θα συναντήσετε:

Τάκης Βαρβιτσιώτης

Θεόδωρος Ντόρρος

Αναστάσιος Δρίβας

Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Σεφέρης

Ανδρέας Εμπειρίκος

Ζωή Καρέλλη

Γεώργιος Βαφόπουλος

Δημήτρης Αντωνίου

Αλέξανδρος Μπάρας

Νίκος Εγγονόπουλος

Νικήτας Ράντος

Γιώργος Σαραντάρης

Ζήσης Οικονόμου

Γιάννης Ρίτσος

Νίκος Γκάτσος

Οδυσσέας Ελύτης

Αλέξανδρος Μάτσας

Νικηφόρος Βρεττάκος

Μηνάς Δημάκης

Τάκης Βαρβιτσιώτης

Άρης Δικταίος

Πηγές:

https://diastixo.gr/kritikes/poihsh/14416-manolis-anagnostakis

https://www.ogdoo.gr/politismos/vivlio/o-manolis-anagnostakis-anthologei-poiimata-tou-ellinikoy-monternismoy

Η ποιητική φύση του πεζογράφου Αντώνη Σαμαράκη

Αντί προλόγου

Όλοι γνωρίζουμε τον Αντώνη Σαμαράκη για το συγκλονιστικό πεζογραφικό του έργο που δικαίως τον κατέταξε μεταξύ των πιο διακεκριμένων Ελλήνων συγγραφέων του 20ου αιώνα. Ωστόσο, το πεζογραφικό σώμα του έργου του έρχεται να ρίξει και να αναταράξει η μετατόπισή του στην ποίηση, όπως την γνωρίσαμε μέσα από την συλλογή ποιημάτων του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Ο πεζογράφος φόρεσε τον μανδύα του ποιητή με εξαιρετική επιδεξιότητα, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλους τους μεγάλους λογοτέχνες που με άνεση ενδύονται διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Ή μήπως ο νέος ποιητής εξελίχθηκε σε έναν ολοκληρωμένο ποιητικό πεζογράφο; Αυτό επαφίεται στην δική σας πρόσληψη και γνώμη.

Ποιήματα, Αντώνης Σαμαράκης, εκδόσεις Ψυχογιός
Λίγα λόγια για το περιεχόμενο και την ποιητική

Η εφηβική εκδοχή του Σαμαράκη ζει και στιχουργεί σε μια εποχή ζοφερή. Γύρω στα 14 του έστειλε στο περιοδικό «Ξεκίνημα» τους στίχους του και το Μάη του 1944 η διεύθυνση του περιοδικού στη στήλη της αλληλογραφίας του απάντησε ως εξής : «Οι στίχοι σας είναι πολύ καλύτεροι από αυτούς που μας είχατε ξαναστείλει. Δουλέψτε επίμονα και προσεχτικά, χωρίς να παραλείψετε να διαβάζετε πολύ. Προσέξτε να μπείτε σ’ έναν καλό δρόμο, τώρα που είσθε ακόμη τόσο νέος. Ελάτε να σας δούμε».Ένα χρόνο πριν είχε γράψει ένα ποίημα που το μελοποίησε ο καθηγητής του της μουσικής στο Βαρβάκειο Ιωάννης Μαργαζιώτης και, όπως σημειώνει με καμάρι στη κάτω μέρος του χειρογράφου, «το τραγουδούσε η χορωδία του σχολείου». Η γραφή είναι μεν βέβαια σχολική και άρα πρωτόλεια, μεστή όμως από μια καρυωτακική ευαισθησία και λύπη. Πολλά έργα του έχουν θρησκευτική πνοή αναφερόμενα στα πρόσωπα του Ιησού. Τα περισσότερα είναι επηρεασμένα από τον Παλαμικό ρυθμό της εποχής που ανάδειξε το ποίημα- τραγούδι ή σωστότερα παιάνας. Τα πρώτα αυτά ποιήματα γράφτηκαν, με το ψευδώνυμο «Ιωσήφ Κυπριανός» στα περιοδικά «Νέα Εστία», «Ακτίνες», «Ξεκίνημα».

Ο λογοτέχνης Αντώνης Σαμαράκης

Οι λέξεις του στοιχειώνονται σταδιακά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Γερμανική Κατοχή και ο πεζογραφικός τόνος αρχίζει να κυριεύει τον ποιητικό του λόγο που πυκνός μα συνάμα απλός εκφράζει τις προσωπικές αγωνίες του ποιητή. Ο Σαμαράκης δεν μένει. όμως παγιδευμένος στον δικό του μικρόκοσμο, αλλά διογκώνει τους προβληματισμούς του- κοινωνικούς και ηθικούς- τους εξαπλώνει. Έτσι από το πρόσωπο, γίνεται αργότερα λόγος για την αυλή, για την γειτονιά μέχρι να καταλήξουμε στην ελληνική κοινωνία και τον κόσμο. Όλα αυτά γίνονται ο καμβάς του πάνω στον οποίο ζωγραφίζει τις ανησυχίες, το άγχος, τα διλήμματα. Έτσι μεταβαίνει από τον μικρόκοσμο στον μακρόκοσμο και έτσι από μια απλή έκφραση προσωπικών ιδεών το έργο του γίνεται πανανθρώπινο και οικουμενικό. Η ποιητική της ταπεινής ζωής, η καθημερινότητα που αγιάζεται στην πεζογραφία του Σαμαράκη, και ταυτόχρονα η εξέγερσης, στοιχείο που σφραγίζει τα κατοπινά, πεζά έργα του συγγραφέα, συμφύρονται ήδη στα ποιήματα της πρώιμης δημιουργικής του περιόδου. Μπορεί εν τέλει το λιμάνι που προσαράζει το καράβι της δημιουργίας του να είναι η πεζογραφία στην οποία αποκρυσταλλώνεται και η ωριμότητά του, όμως η ποιητική δημιουργία βρίθει νιότης, αγνότητας, ελπίδας, μιας ωραιότητας ασύγκριτης και ανεπανάληπτης. Αξεδίψαστο συναισθημάτων και αχόρταγο κοινωνικών αναταραχών το έργο του, που ακροβατεί μεταξύ του σύγχρονου και του παλιού, του συμβολισμού και ενός πρώιμου υπερρεαλισμού, είναι χωρίς αμφιβολία μια μοναδική ποιητική εμπειρία.

Τα λόγια του  Θανάση Νιάρχου έπονται προς επίρρωση όσων σας αναφέραμε παραπάνω: «Οι ανησυχίες και τα θέματά του, τα ενδιαφέροντα και η προβληματική του, ελάχιστα διαφέρουν στην ποίηση και τη πεζογραφία του. Μπορεί ο Χριστιανός Σαμαράκης να εξελίσσεται σ ‘ένα οικουμενικού προβληματισμού πεζογράφο, μπορεί ο προστατευτικός τόνος για μια ηθική ανύψωση, που θεωρείται ευκταία, να αντικαθίσταται από την τρυφερά απαισιόδοξη ενατένιση των ανθρωπίνων, ο ήχος του εμβατηρίου να αδυνατίζει και να περισσεύει η κραυγή, τα θέματά του όμως παραμένουν συγκινητικά τα ίδια : Ο Σαμαράκης είναι ο μικρόκοσμος, η αυλή, η γειτονιά, με τα καθημερινά βάσανα και, ταυτόχρονα, ο μακρόκοσμος, με τις ανησυχίες και τα ηθικά διλήμματα, τους κλυδωνισμούς και την σκοτεινή του προοπτική».

Αντί επιλόγου

Η ποίηση του Σαμαράκη ατενίζει το μέλλον και αναθεματίζει μια ανθρωπότητα που διαρκώς επιλέγει να κοιτάζει πίσω. Μας δίνει την απάντηση στο σκοτάδι της εποχής, γιατί μας μεταλαμπαδεύει το φως της αγάπης που είναι η λύση σε όλα τα προβλήματα, η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις. Είναι μια ποίηση ελληνικότατη και συγχρόνως παγκόσμια. Μια ποίηση του παρελθόντος και του μέλλοντος, επίκαιρη και νοσταλγική. Είναι μια ποίηση που δεν προσπερνάς. Για αυτό με την πρώτη ευκαιρία σας καλούμε να αναζητήσετε το ποιητικό έργο του Αντώνη Σαμαράκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Διαβάστε ένα ποίημα από την συλλογή εδώ και ακούστε το εδώ.

Πηγές:

Το Literature.gr προτείνει: «Ποιήματα» του Αντώνη Σαμαράκη

Τα ποιήματα του έφηβου Αντώνη Σαμαράκη

https://www.matia.gr/books/vivlia-piisi-ke-stichi/piimata-antonis-samarakis.html

60 χρόνια ποίησης στο έργο του Γιώργη Παυλόπουλου

Ο Γιώργης Παυλόπουλος γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1924. Εκεί τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο. Ξεκίνησε τις σπουδές του στην Νομική Σχολή Αθηνών, τις οποίες αργότερα εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην ποίηση. Για να καλύψει, ωστόσο, βιοποριστικές ανάγκες εργάστηκε για πολλά χρόνια ως λογιστής και γραμματέας στα ΚΤΕΛ Ηλείας. Οι πρώτες δημοσιεύσεις του έγιναν το 1943 στο περιοδικό “Οδυσσέας” που εξέδιδε με τους φίλους του στην γενέτειρά του. Υπήρξε στενός φίλος του Τάκη Σινόπουλου, με τον οποίο συνεργάστηκαν και στην πειραματική γραφή από κοινού ποιημάτων, τα οποία συμπεριελήφθησαν στο έργο του τελευταίου. Διατηρούσε, επίσης, στενές σχέσεις με τους πεζογράφους Νίκο Καχτίτση και Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο, αλλά και με τον ποιητή Γεώργιο Σεφέρη.

Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Με μόλις έξι βιβλία σε μια ποιητική διαδρομή εξήντα χρόνων γίνεται αντιληπτό ότι ο ποιητής υπήρξε ολιγόγραφος. Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες ενώ συμπεριλήφθηκαν σε σχολικά εγχειρίδια. Συμμετείχε ενεργά σε συνέδρια και παρουσιάσεις ποιητών στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων. Πέρα από την ποίηση ασχολήθηκε και ερασιτεχνικά μεν με την ζωγραφική. Με τη φροντίδα κάποιων φίλων του, πίνακές του εκτέθηκαν στην ΙΘ’ Έκθεση ζωγραφικής το 1977.

Τα ποιήματά του, όλα σε ελεύθερο στίχο, έχουν έντονα βιωματικό χαρακτήρα. «Αυτό που γράφω το έχω ζήσει», είχε πει ο ίδιος. Στα πρώτα του ποιήματα σκιαγραφούνται οι τραυματικές εμπειρίες της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στα τελευταία του ποιήματα, ο λόγος του επικεντρώνεται στις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου: τον έρωτα και το θάνατο. Χαρακτηρίζεται για την αγωνιστική του διάθεση, την καταγραφή γεγονότων του πολέμου και του εμφυλίου αλλά και τον ενθουσιασμό του για έναν καλύτερο κόσμο.

Όπως οι άλλοι ποιητές της γενιάς του, έτσι κι εκείνος αντλεί τα θέματά του από ένα οδυνηρό βιωματικό υπόστρωμα, συγκροτημένο από κοινές μνήμες της μετακατοχικής εμφυλιακής περιόδου, που υπήρξε καθοριστική για την διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας. Το έργο του συνιστά προϊόν κατεργασίας του προσωπικού βιώματος με εντονότατες ιστορικοκοινωνικές διαστάσεις και ηθικές- υπαρξιακές προεκτάσεις, με γνώμονα την ιδιαίτερη ευαισθησία του ποιητή σχετικά με τον ρόλο και τους μηχανισμούς της ποιητικής τέχνης.

Η ποίηση βγαίνει κατευθείαν από το ζόφο του μεσοπολέμου. Έγραψε ποιήματα, τα οποία συντονίζονται κυρίως με αλγεινά βιώματα από τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο της Αντίστασης και τον Εμφύλιο του αδελφοκτόνου αίματος. Τα θέματά του είναι μικρά πένθη για τους νεκρούς αντάρτες και μεγάλες ελεγείες για το αδικαίωτο όραμα της Αριστεράς. Έχει πει ο ίδιος: “Περιμέναμε μια δικαιώση των αγώνων της Αντίστασης στο γενικό σκοτάδι που ερχόταν και το βλέπαμε εκείνα τα χρόνια. Πάντα απειλεί ένα σκοτάδι τον κόσμο. Σήμερα δεν βλέπω από πουθενά φως.”

Επιλέγει να καταθέτει την μαρτυρία του μέσα από έναν μύθο, δίχως ευθεία αναφορά σε τόπο και χρόνο. Ο ποιητικός του κόσμος είναι ονειρικός, αλλά συντίθεται από πραγματικά υλικά. Διακρίνεται από ήπια δραματικότητα, διαποτίζεται από αισθησιασμό. Η άμεση, λιτή επικοινωνιακή γλώσσα που κατέκτησε περίοπτη θέση στα ελληνικά γράμματα χωρίς ποτέ να απομακρυνθεί από τον ξεχωριστό του τόπο.

Ξεφυλλίζοντας την ξεχωριστή συλλογή των ποιημάτων του “Ποιήματα 1943-2008” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη μεταφέρεται σε ένα σύμπαν στο οποίο κυριαρχεί το όνειρο και η αίσθηση του ανικανοποίητου. Σε όλα αυτά υπάρχει μια δραματικότητα που δεν καταλήγει ευτυχώς σε μελοδραματισμό. Παντού είναι έκδηλη η φιλοσοφική διάθεση, ενώ ο λόγος είναι αλληγορικός, συμβολικός με μια διάχυτη υπαινικτικότητα. Χρησιμοποίει εν γένει καθημερινό λεξιλόγιο, χωρίς βερμπαλισμούς και αφύσικες πομφόλυγες. Λιτός, απλός, σαφής οδηγείται αναπόφευκτα σε έναν τόνο εξομολογητικό που θυμίζει περισσότερο πεζογράφημα παρά ποίημα. Το ύφος του είναι επί το πλείστον κουβεντιαστό και η σκέψη του αποδίδεται ιδιαίτερα παραστατικά.

Θα έλεγε κανείς πως πλην του εμφύλιου σπαραγμού, την ποίησή του διατρέχει ένα διαχρονικό δημιουργικό ταξίδι, μια προσπάθεια συνομιλίας με το άπιαστο ποιητικό φαινόμενο, μια αέναη προσέγγιση της ποιητικής τέχνης. Πολλές φορές χρήζει πρωταγωνιστή τον επίδοξο δημιουργού, στο πρόσωπο του οποίου πιθανολογούμε ότι αντανακλάται ο ίδιος ο ποιητής. Ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να συμμετάσχει σε αυτή την επιχείρηση διαλόγου και να προβάλλει πάνω στο ποιητικό υποκείμενο τις δικές του σκέψεις και αμφιβολίες.

Μας απαντά μέσα από τα ποιήματά του τι είναι εν τέλει η ποίηση. Μια πόρτα ανοιχτή; Ένα άγαλμα; Μια πράξη ερωτική; Αυτό θα το επιλέξει ο αναγνώστης. Ας πάρουμε, όμως, μια ιδέα μέσα από τα λόγια του ποιητή: «Ἂν ἕνα πουλὶ μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ ἀκρίβεια τί τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ κάνει νὰ τραγουδάει, δὲν θὰ τραγούδαγε». […] Παραλλάζοντας αὐτὴ τὴ σημείωση τοῦ Πὼλ Βαλερύ, ἡ ὁποία παραπέμπει ἀμέσως στὸν Ποιητὴ καὶ στὴν Ποίηση, θὰ λέγαμε: «Ἂν ἕνας ποιητὴς μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ ἀκρίβεια τί γράφει, γιατί γράφει καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν κάνει νὰ γράφει, δὲν θὰ ἔγραφε».

Κι ἐγὼ τώρα δὲν ξέρω νὰ σᾶς πῶ τί εἶναι Ποίηση καὶ γιατί γράφω ποιήματα. Πολὺ περισσότερο δὲν ξέρω νὰ σᾶς πῶ σὲ τί μᾶς βοηθάει ἡ Ποίηση καὶ ποιὸς εἶναι ὁ σκοπός της.

Τὸ μόνο ποὺ ξέρω εἶναι πῶς ὁ Ποιητὴς ἦταν πάντα ἕνας ἀφοσιωμένος τῆς Ζωῆς. Εἴτε τὸν γεμίζει χαρά, εἴτε τὸν θλίβει ἡ Ζωή, εἴτε τὸν πάει στὸν Οὐρανό, εἴτε τὸν κατεβάζει στὴν Κόλαση, αὐτὸς μένει πάντα ὁ ἀφοσιωμένος της.

Τὴ μυστήρια ἀγάπη του γιὰ τὴ Ζωὴ δὲν ἔχει ἄλλο τρόπο νὰ τὴν ἐκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ὅτι προσπαθεῖ νὰ ἐκφράσει κυρίως αὐτὸ ποὺ κρύβει ἡ ζωή. Ὅπως ὁ ἔρωτας κρύβει αὐτὸ ποὺ μᾶς κάνει ἐρωτευμένους.

Ἡ Ποίηση λοιπὸν εἶναι πράξη ἐρωτική; Ἢ μήπως πράξη ἀπόγνωσης; Ἢ μήπως καὶ τὰ δυό; Πράξη ἐρωτικὴ καὶ συνάμα πράξη ἀπόγνωσης.

Γιὰ τὴν ποιητικὴ πράξη ἔχουν γραφτεῖ πολλὰ καὶ διάφορα. Καὶ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς τεχνῖτες καὶ ἀπὸ τοὺς θεωρητικούς. Πολλὲς φορὲς οἱ Ποιητὲς προσπάθησαν νὰ διατυπώσουν τὸν ἀνύπαρκτο ὁρισμὸ τῆς Ποίησης, σὰν νὰ κοίταζαν σ᾿ ἕναν καθρέφτη ὅπου δὲν ἔβλεπαν τὸ πρόσωπό τους, ἀλλὰ τὸ ἀπόλυτο κενό. »

Αν θέλετε να γίνετε και εσείς μέλος αυτής της ποιητικής εμπειρίας δεν έχετε παρά να αναζητήσετε αυτή την ποιητική συλλογή! Εμείς σας την προτείνουμε ανεπιφύλακτα!

Πηγές:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%82_%CE%A0%CE%B1%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/giwrghs_paylopoylos_ti_einai_poihsh.htm

«Ιππότης, θάνατος, διάβολος» του Χόφμανσταλ

Λίγα λόγια για τον ποιητή

Ο Hugo Von Hofmannsthal γεννήθηκε την 1η Φεβρουαρίου 1874 στη Βιέννη. Γόνος μεγαλοαστικής αυστριακής οικογένειας, σπούδασε νομικά στη γενέτειρά του, αλλά αφοσιώθηκε από νωρίς στη λογοτεχνία. Συνδέθηκε με την αβανγκάρντ ομάδα Jung Wien και έγραφε ποιήματα. Η γνωριμία του με τον Ρίχαρντ Στράους, το 1900, απέφερε μια γόνιμη συνεργασία, με τον Χόφμαννσταλ να υπογράφει το λιμπρέτο σε αρκετές από τις όπερες του συνθέτη (“Ηλέκτρα”, “Η Αριάδνη στη Νάξο”, “Η γυναίκα δίχως σκιά”, “Ο ιππότης με το ρόδο”, κ.ά.). Στα έργα του αποτύπωσε βιωματικά την κρίση των αρχών του 20ού αιώνα. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου έγραφε προπαγανδιστικούς κυβερνητικούς λόγους και μεταπολεμικά στράφηκε σε πιο θρησκευτικά θέματα. Υπήρξε ένας από τους τρεις μεγάλους ποιητές, μαζί με τον Rilke και τον Stefan George, που ανανέωσαν τη γερμανική λογοτεχνία επηρεαζόμενοι από το γαλλικό Συμβολισμό και Ιμπρεσιονισμό. Τη ίδια εποχή, μάλιστα, αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για την Αγγλική Λογοτεχνία (κυρίως για τον Keats και τον Oscar Wilde), όπως και για το έπος σε τερτσίνες του Δάντη, Θεία Κωμωδία – πιθανότατα από εκεί πήρε το ερέθισμα ο Hofmannsthal για τις δικές του Τερτσίνες και την Μπαλάντα της εξωτερικής ζωής (επίσης το 1896). Οι κεντρικοί άξονες του έργου του, όπως τους συγκέντρωσε σε ένα άλλο ποίημά του, είναι η ζωή, το όνειρο και ο θάνατος («Leben, Traum und Tod»), που αλληλεπιδρούν και «υφαίνουν» την ανθρώπινη ύπαρξη. Οι Τερτσίνες υπ’ αριθμόν 3 δανείζονται ένα στίχο από την σαιξπηρική Τρικυμία (The Tempest, 1611): «We are such stuff/ As dreams are made on» (4η Πράξη, 1η Σκηνή), ενώ και το δεκατετράστιχο Ο κήπος μου αναπολεί την παιδική αθωότητα με παρόμοιο τρόπο, σαν ένα όνειρο που πέρασε. Στις 13 Ιουλίου 1929 αυτοκτόνησε ο γιος του και δύο μέρες αργότερα έφυγε και ο ίδιος από τη ζωή, από έμφραγμα. Σημαντική προσφορά του θεωρείται και η ίδρυση του θεατρικού φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ (1922), από κοινού με τον σκηνοθέτη Μαξ Ράινχαρντ.


Λίγα λόγια για την συλλογή


Η Ανθολογία φέρει την υπογραφή της ποιήτριας Αγγελικής Κορρέ στην επιλογή, τη μετάφραση και το επίμετρο. Τα περισσότερα ποιήματα μεταφράζονται πρώτη φορά στα ελληνικά, ενώ η έκδοση περιλαμβάνει επίσης δύο μονόπρακτα του Χόφμανσταλ, το «Ειδύλλιο» (Idylle) και το «Ο Μώρος και ο Μόρος» (Der Tor und der Tod), των οποίων η συμβολική συνομιλεί με τα ποιήματα.

Ο Χόφμανσταλ του «Ιππότης, θάνατος, διάβολος», όπως διαπιστώνει η μεταφράστρια, δεν είναι ο συγγραφέας της Επιστολής του Λόρδου Τσάντος ούτε ο συνεργάτης του Στράους, αλλά ένας άλλος, πιο μυστηριακός, ένας έφηβος κρυμμένος πίσω από το όνομα του ώριμου εαυτού του. «Ας επαναληφθεί λοιπόν το αμήχανο συμπέρασμα: Έχει πιο πολλά να πει κανείς για τον Χόφμανσταλ ως δραματουργό, αλλά πιο πολλά να θαυμάσει στον Χόφμανσταλ ως ποιητή. Πράγματι, με όρους λογοτεχνίας το δράμα αργά ή γρήγορα επισκιάζει την ποίηση, οι ζυμώσεις είναι στραμμένες εκεί, η εποχή το αναζητάει βιαστικά και λαίμαργα, η Ιστορία το κατακλύζει. Η ποίηση όμως, η ποίηση του Ούγκο Φον Χόφμανσταλ, δεν έχει τελικά άλλον συνομιλητή πέρα από τη ζωγραφική, την οποία ο ποιητής ανακάλυψε στο μέλλον του, σαν το πεπρωμένο του να του το φύλαγε για να διασώσει το παρελθόν του. Ο χρόνος για τον Χόφμανσταλ είναι εμπειρία, η πραγματικότητα είναι εμπειρία, ο χρόνος εντός της πραγματικότητας είναι εμπειρία και η πραγματικότητα εντός του χρόνου. Αυτό που βλέπει τον συναρπάζει περισσότερο από καθετί, όπως τον περιηγητή, όπως τον περιπλανώμενο. Όργανά του το βιούμενο και το δυναμικό. Να ο τρόπος με τον οποίον ο Χόφμανσταλ κατέκτησε τη ζωή• δανδής έστω, αστός, ξένος κι αυτόχθων μαζί στην Αυστρία, ξένος κι αυτόχθων μαζί στη Γερμανία, στο εννοιακό χρέος της γερμανικής γλώσσας και στην παρασιτική -γι’ αυτό και χρειαζούμενη για τη διατήρηση των πραγμάτων- ελληνικότητα. Αλλά δεν βγαίνει αλώβητος κανείς από τη ζωή, συνεπώς δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο μ’ αυτήν παρά να την κατακτήσει».
Η συναρμογή δύο αλληγοριών, του περιπλανώμενου Ιππότη του Άλμπρεχτ Ντύρερ και του περιπλανώμενου Πρίγκιπα του Χέρμαν Μπροχ, υπήρξε έναυσμα επανεξέτασης της πρωτόλειας ποιητικής του Ούγκο φον Χόφμανσταλ, πλέον παραγκωνισμένης από την ίδια τη δραματουργική πορεία του Αυστριακού δημιουργού, την οποία θα σφράγιζε η συνεργασία του με τον Ρίχαρντ Στράους.
Η δυναμική των έργων του Χόφμανσταλ επισφραγίζεται από την προσπάθεια να απαλλάξει την τέχνη του από το βαρύ ένδυμα του Αισθητισμού, συνοδευμένο από έντονο επιφανειακό συναισθηματικό αρχαϊσμό και εκλεπτυσμένο στόμφο. Στα έργα του ο θάνατος ελλοχεύει: εμφανίζεται ξαφνικά, σημαδεύει τα πρόσωπα και αποχωρεί αθόρυβα. Μέσα σε αυτό τον κόσμο η αφοσίωση, ο χαμένος αγώνας της μνήμης απέναντι στην λήθη, η ασφυξία του εγκλεισμού στον πυρήνα της οικογένειας, η δεινότητα του ισχυρού, η βίαιη επιβολή της αρμονίας και του μέτρου, είναι θέματα τα οποία έρχονται και ξανάρχονται στην επιφάνεια.

Όποιοι γνώριζαν τον Χόφμανσταλ μόνο ως θεατρικό συγγραφέα, μετά από την μελέτη αυτής της συλλογής, θα πρέπει ίσως να αναθεωρήσουν! Η ποιητική του διάσταση είναι μεν μυστήρια αλλά αρκετά ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη. Έχει μια πρωτόγνωρη θεατρικότητα, μια παραστατικότητα. Στην υπέροχη αναγνωστική εμπειρία συμβάλλει τόσο η εξαιρετική απόδοση στα ελληνικά όσο και η αισθητική που αποπνέει το βιβλίο αυτό καθ΄ αυτό, κάτι διόλου πρωτότυπο για τις εκδόσεις Κείμενα. Αν θέλετε να το προμηθευτείτε, μπορείτε να το βρείτε εδώ. Υπάρχει διαθέσιμο και online στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας των εκδόσεων να το καταστήσουν προσβάσιμο στο αναγνωστικό κοινό κατά τη διάρκεια του ανοιξιάτικου εγκλεισμού. Όποια μορφή και αν επιλέξετε μην χάσετε αυτό το βιβλίο!

Μπορείτε να ακούσετε ένα δείγμα διαβασμένο από εμάς:

Πηγές:
https://www.poiein.gr/2018/12/18/hugo-von-hofmannsthal-%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81/
https://www.lifo.gr/team/sansimera/35738

Ο άγνωστος μεταφραστής και πεζογράφος Καρυωτάκης

Εκτός από το γνωστό και αγαπημένο ποιητικό έργο, ο Καρυωτάκης άφησε και πεζά κείμενα και εξαιρετικές μεταφράσεις, τις οποίες φιλοξενούμε στην ποιητική συλλογή αυτής της εβδομάδας!

Ο μεταφραστής


Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης είναι ένας ποιητής που μας δίνει τη δυνατότητα να συγκρίνουμε την ποίησή του με το έργο άλλων λογοτεχνών χωρίς να περιοριζόμαστε στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση. Οι αναγνώσεις του, η σχέση του με την ξένη λογοτεχνία και οι επιδράσεις που δέχθηκε από λογοτεχνικά ρεύματα αποδεικνύουν ότι ο Καρυωτάκης είναι ένας συγγραφέας με πολλές όψεις και με εκλεκτικές συγγένειες με συγγραφείς σημαντικούς στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ρομαντικά και συμβολιστικά στοιχεία στην ποίησή του μας κάνουν να καταλάβουμε ότι δεν είχαν ξεπεραστεί και έπρεπε να αντιμετωπιστούν ξανά με διαφορετικούς όρους για να προετοιμάσουν τον μοντερνισμό και την ρήξη με την παράδοση. Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης υπήρξε συστηματικός αναγνώστης, μετέφρασε ποιήματα ξένων λογοτεχνών και διαμόρφωσε τη δική του γενεαλογία. Είναι γνωστό ότι οι μεταφραστικές επιλογές των συγγραφέων αποκαλύπτουν τον δικό τους τρόπο πρόσληψης ενός έργου και μ’ αυτό τον τρόπο μπορούμε να ερμηνεύσουμε τις επιλογές του Καρυωτάκη. Τα ποιήματα αυτά δεν χαρακτηρίζονται από εξάρσεις, είναι χαμηλόφωνα, δηλώνουν τη μελαγχολία και την απογοήτευση.

Κατά τη διάρκεια του όποιου μεταφραστικού ενεργήματος ο Καρυωτάκης, όπως κάθε μεταφραστής, είναι πρωτίστως αναγνώστης. Καθώς όμως δεν βαδίζει σε μια μεταφραστική terra incognita, ο Καρυωτάκης είναι συγχρόνως και αναγνώστης μεταφράσεων άλλων μεταφραστών και μάλιστα μια σύνθετη περίπτωση αναγνώστη· ως αναγνώστης λογοτέχνης διαφοροποιείται από τον κοινό αναγνώστη, έχοντας επιπλέον δυνατότητα ανάγνωσης του πρωτοτύπου. Αν η ανάγνωση κάθε μεταφραστή αποβλέπει στη μετάφραση, είναι επομένως μια προμετάφραση (pretraduction), η ανάγνωση του αναγνώστη της μετάφρασης-λογοτέχνη θα μπορούσε να θεωρηθεί μια μετα-μετάφραση , τα ίχνη της οποίας ενδέχεται να αποτυπώνονται στη γραφή του. Η γραφή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Καρυωτάκη, απολήγει σε νέα μετάφραση ή σε πρωτότυπο ποίημα. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται ουσιαστικά για αναμετάφραση, δηλαδή για νέα μετάφραση «στην ίδια γλώσσα, ενός κειμένου ήδη μεταφρασμένου, στο σύνολο του ή εν μέρει». Μια αναμετάφραση, όταν είναι ενεργητική, όταν αναπτύσσει διακειμενικό διάλογο με προηγηθείσες μεταφράσεις, λειτουργεί ερμηνευτικά ως προς το πρωτότυπο όσο και ως προς τη μετάφραση ή τις (ανα)μεταφράσεις του. Και από τη στιγμή που κάθε μετάφραση είναι ερμηνευτική ανάγνωση, η αναμετάφραση συνιστά διπλή ερμηνεία, ερμηνεία της ερμηνείας.

Ο Καρυωτάκης ως μεταφραστής προξενεί αληθινή κατάπληξη κι εμπνέει το θαυμασμό. Και τούτο, γιατί δε διστάζει μπροστά σε καμιά δυσκολία. Πιάνει λ.χ. την περίφημη «Μπαλλάντα των κυριών του παλαιού καιρού» του Villon και τη χύνει, με τον πιο άνετο τρόπο, σε νεοελληνικούς στίχους, κρατώντας τα περισσότερα που θα μπορούσε να κρατήσει απ’ το πρωτότυπο, και προπαντός χωρίς να θυσιάσει τίποτα απ’ τη νοσταλγία και το αίσθημα του ποιήματος. Όλο του το μέλημα είναι να μη προδώσει καθόλου τον ποιητή, γι’ αυτό, κι όταν αναγκάζεται για λόγους στιχουργικούς να κάνει μια προσθήκη, η προσθήκη αυτή όχι μόνο δεν μοιάζει παρείσακτη μέσα στο αυθεντικό υλικό του ποιητή, μα τουναντίον θα υπέθετε κανείς ότι πρόκειται για ένα υπόλειμμα από το υλικό που είχε στη διάθεσή του ο ίδιος ο Villon, και που λόγοι οικονομίας στη φόρμα τον ανάγκασαν να το αφήσει έξω. Αυτό ακριβώς το αμεταχείριστο υλικό το δανείζεται, θα έλεγε κανείς, νοερά ο έλληνας μεταφραστής και το μεταχειρίζεται αξιοθαύμαστα, ίσως για να μιλήσει ιδιαίτερα στη φαντασία του έλληνα αναγνώστη του. Κι αλήθεια, μέσα σ’ όλες εκείνες τις θρυλικές καλλονές, που ο γάλλος ποιητής αναπολεί για να μας υποβάλει τον πόνο του για τη φθορά, τι φυσικότερο από το να παρελάσει κι η εμορφιά της σπαρτιάτισσας Ελένης, που αυτή δα κι αν αναστάτωσε τον κόσμο στα χρόνια τα παλιά; Την προσθήκην αυτή του Καρυωτάκη τη θεωρώ λεπτότατο πραγματικά εύρημα συγγενικής διαθέσεως, μια απ’ τις αντιστοιχίες για τις οποίες μίλησα πιο πριν. Για πολλές απ’ τις μεταφράσεις του Καρυωτάκη θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι τα ίδια τα πρωτότυπα ή και μια άλλη τους μορφή παραπλήσια, που προηγείται κάποτε της τελειωτικής.

Ο Καρυωτάκης µεταφράζει Francis Viele – Griffin, Paul Verlaine, Heinrich Heine, Comtesse Mathieu de Noailles, Paul – Jean Toulet, Andre – Spire, Laurent Tailhade, Jean Moréas, Francis Carco, Mathurin Régnier, François Villon, Nicolaus Lenau, Charles Baudelaire, Tristan Corbière, Frédéric Mistral, Charles Guérin, Marie von Ebner – Eschenbach, Emile Despax, Georges Rodenbach (Καρυωτάκης, 2008 και Καρυωτάκης, 2009). Ο Καίσαρ Εµµανουήλ µεταφράζει έργα των Edgar Allan Poe, Paul Valéry, Arthur Rimbaud, Stéphane Mallarmé (Εµµανουήλ, 1981), Bliven Bruce, Castor Henry, Chandon G., Crane Stephen, Daco Pierre, Dickens Charles, Gunther John, Guthrie A. B., Hawthorne Nathaniel, Kelly Regina, Kingsley Charles, Krumgold Joseph, McCann Kevin, Merimée Prosper, Pyle Haward, Real Pierre, Reid Mayne, Rilly R., Shakespeare William, Sperry Armstrong, Stevenson Robert, Swift Jonathan, Verne Jules, Winwar Frances, Zola Emile. Ο Κώστας Ουράνης µεταφράζει Edgar Allan Poe, Mark Twain.

Ο πεζογράφος

Το πεζογραφικό του έργο είναι περιορισμένο σε έκταση, αλλά και η πλειονότητα των πεζών που έγραψε ξεφεύγουν από τα τυπικά γνωρίσματα της πεζογραφικής γραφής και πλησιάζουν στην ποιητική πρόζα. Το σημαντικότερο ίσως από όλα τα πεζά του, «Τρεις μεγάλες χάρες», το συναντάμε σε όλες τις ανθολογίες πεζογραφίας. Το πεζογραφικό έργο του Κ. Καρυωτάκη εκτείνεται σε δυο ενότητες: Η πρώτη με τον τίτλο «Τρεις Μεγάλες Χαρές», περιέχει τα αφηγήματα «Καλός Υπάλληλος», «Ένας Πρακτικός Θάνατος» και το «Δεσποινίς Μποβαρύ». Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει τα αφηγήματα «Ο Κήπος της Αχαριστίας» και το «Κάθαρσις». Τα κείμενα αυτά δεν ανήκουν σε καμιά από τις γνωστές μορφές πεζογραφίας (το διήγημα π.χ.). Μοιάζουν περισσότερο με λυρικές-ποιητικές αποτυπώσεις και ελλειπτικές εικόνες, και ως αντιδράσεις-προεκτάσεις της αισθητικής του και της ποιητικής του Κ. Καρυωτάκη με τον ελεγειακό σαρκασμό και τη διάχυτη προβληματική που τα χαρακτηρίζουν. Η πεζογραφία του Κ. Κ. όπως βγαίνει από τα κείμενα αυτά, και η κατ’ αυτό τον τρόπο άρθρωσή τους ως προς το μύθο και τη δομή, την υπερλογικότητα και την υπερπραγματικότητά τους, θα πρέπει να θεωρηθεί πρωτοποριακή, όπως εκτιμά ο ίδιος. Ενώ για τη σχέση της αντίληψης αυτής με το ποιητικό του έργο εκτιμά επίσης ότι: «Και στα πεζά αυτά που μοιάζουν με σπαράγματα δημιουργικής αγωνίας και καλλιτεχνικής διεξόδου, υπάρχει η συνέχεια του δρόμου προς τη διαμαρτυρία, τις αποκαλύψεις, την καταγγελία ενός αδιέξοδου κόσμου, όπως και η συνέχεια του ποιητή που υπερασπίζεται τους αρχικούς του στόχους, αυτούς που έθεσε στο επίκεντρο της ποιητικής του δημιουργίας».

Ο συνοδευτικός στίχος του Σολωμού «όμορφος κόσμος ηθικός αγγελικά πλασμένος» στην ενότητα «Τρεις Μεγάλες Χαρές» είναι χαρακτηριστικός για να υπογραμμίσει με τον γνωστό ελεγειακό σαρκασμό του ο ποιητής, ανεστραμμένα, τις τρεις περιπτώσεις «χαράς» των ηρώων του, αντίστοιχες ματαιώσεις και συμβιβασμούς, και υποκαταστάσεις του θρήνου από την παράλογη χαρά. Το βούλιαγμα του υπαλληλάκου εξάλλου στη γραφειοκρατία, την ιεραρχία και την καθημερινότητα, τα πεθαμένα όνειρα, οι καθημερινές ματαιώσεις, τα αδιέξοδα, η φυγή σε μια ψευδαίσθηση ζωής («Καλός Υπάλληλος»), η Χήρα Αρμένισσα πρόσφυγας με τα έξι παιδιά, όπου ο θάνατος ενός παιδιού της είναι μια «ευλογία» και μια «λύτρωση», (« Ένας Πρακτικός Θάνατος»), το αυτομαστίγωμα του ερωτικού αδιεξόδου της εποχής, ο διασπαραγμός του ερωτικού «αντικειμένου» σαν φαντασίωση («Δεσποινίς Μποβαρύ»), είναι το κλίμα μέσα στο οποίο κινείται η πεζογραφία του Κ. Καρυωτάκη. Ακραίες συλλήψεις, με έντονο το στοιχείο της καταγγελίας και τον αυτοσαρκασμό, ιδιαίτερα στο «Κάθαρσις», όπου φαίνεται να αυτοσχεδιάζει παραληρώντας. Υιοθετώντας κανείς προφανώς την κοινωνική διάσταση της τέχνης, «βλέπει» τον ποιητή να δημιουργεί σε άμεση σχέση και συνάρτηση με τις κοινωνικοϊστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει, να βιώνει και να καθρεφτίζει την εποχή του.

Αυτές τις δύο λιγότερο γνωστές πτυχές του Καρυωτάκη, που είναι εξίσου ενδιαφέρουσες με την ποιητική ιδιότητα και αξίζει να τις ανακαλύψετε όλοι εσείς που όπως εμείς αγαπάτε τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη! Θα βρείτε λοιπόν τα κείμενα και τις μεταφράσεις στο στο έργο του Πεζά και Μεταφράσεις που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις αλεξάνδρεια.

Πηγές:

  • https://periodikodentro.wordpress.com/2013/06/02/%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE%CE%B5-%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%85%CF%89%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%AC/
  • Ο Κ. Γ. Καρυωτάκης ως μεταφραστής και ως αναγνώστης μεταφράσεων, Ζητήματα Νεοελληνικής Φιλολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2016
  • Η µεταφραστική δραστηριότητα της « γενιάς του 1920 » : µεταγγίζοντας όψεις πολιτισµού στην ελληνική κοινωνία, Βάλια Τσάιτα – Τσιλιµένη
  • Ο Καρυωτάκης Πεζογράφος, δρ. Επαμεινώνδας Γ. Μπαλούμης

Εν αμφιβολία ποιητές, Κύκλος Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών

Αντί Προλόγου

Εγκαινιάζουμε την στήλη μας «Ποιητική Συλλογή της Εβδομάδας» με το Ανθολόγιο Ποίησης του Κύκλου Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών που αν και τιτλοφορείται «Εν αμφιβολία ποιητές» είναι αδιαμφισβήτητα ένα αξιόλογο  ποιητικό έργο ή άλλως μια απόδειξη πως η λογοτεχνία μπορεί να συμπορευθεί με το δικαστικό λειτούργημα. Ας βυθιστούμε όμως σε αυτόν τον συλλογικό τόμο που κυκλοφορεί από τις αγαπημένες μας Εκδόσεις Ελκυστής.

Λίγα λόγια για τον ΚΕΛΔ

Ο Κύκλος Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών είναι ο πρώτος στην Ελλάδα και την Ευρώπη αμιγώς δικαστικός λογοτεχνικός σύλλογος που έχει έδρα του την Αθήνα και συνίσταται από εν ενεργεία και σε σύνταξη δικαστικούς λειτουργούς όλων των κλάδων και των βαθμίδων της Δικαιοσύνης. Γεννήθηκε πρόσφατα και αποτελεί πρωτότυπη έμπνευση και πνευματική αφετηρία, που αφορά τη λογοτεχνία στο δικαστικό κόσμο. Ένα κόσμο που χαρακτηρίζεται από υψηλή επιστημονική και πνευματική στάθμη, με θεμελιώδη πολυεπίπεδη συμβολή στην Πολιτεία. Συστάθηκε το 2016 και μέσα σε 4 χρόνια από την ίδρυσή του έχει να επιδείξει πλήθος ποιοτικών εκδηλώσεων σε όλη την χώρα και δύο ανθολόγια που συνιστούν δείγματα γραφής των μελών του. Στο πρώτο εξ αυτών συμμετείχαν 12 δικαστικοί λειτουργοί, ενώ στο δεύτερο ο αριθμός τους αυξήθηκε σε 26. Επίτιμα, εξάλλου, μέλη είναι ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Μάνης κ.κ. Χρυσόστομος Γ’, ο κ. Βασίλης Βασιλικός και ο κ. Τίτος Πατρίκιος. Αξίζει να αναφέρουμε πως το λογοτεχνικό αυτό σωματείο αποτελεί μια πρωτοβουλία σε ευρωπαϊκό αλλά και σε παγκόσμιο, θα μπορούσε κανείς να πει, επίπεδο, διότι τα μέλη του φέρουν δύο ιδιότητες, αυτή του ποιητή και πεζογράφου και αυτή του δικαστικού λειτουργού. Στην παρούσα ανθολογία που είχαμε την χαρά να μελετήσουμε συμμετέχουν οι ακόλουθοι:

  1. Ανδρονίκη Αθανασιάδη (Εφέτης)
  2. Σταμάτης Γιακουμής (Εφέτης)
  3. Φραντζέσκα Γιαννακού (Σύμβουλος)
  4. Ευγένιος Γιαρένης (Στρατιωτικός Δικαστής Α’)
  5. Αθανάσιος Δαββέτας (Πρόεδρος Εφετών)
  6. Γιάννης Ευαγγελάτος (Πρόεδρος Πρωτοδικών)
  7. Βάια Ζαρχανή (Εφέτης)
  8. Λίτσα Καποπούλου
  9. Δομνίκη Λασπά (Εφέτης)
  10. Σοφία Λιγνού (Εφέτης)
  11. Αντώνιος Μελισσινός (Εφέτης)
  12. Γεώργιος Μικρούδης (Εφέτης)
  13. Φώτης Μουζάκης (Πρόεδρος Εφετών)
  14. Στέλλα Μπλέτα (Εφέτης)
  15. Ευαγγελή Μπράμη (Εφέτης)
  16. Αθανάσιος Νικολόπουλος (Εφέτης)
  17. Δημήτρης Ορφανίδης (Εφέτης)
  18. Μαριάνθη Παγουτέλη (Αεροπαγίτης)
  19. Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος (Εισαγγελέας Εφετών)
  20. Γεώργιος Παπαγεωργίου (Πρόεδρος Εφετών)
  21. Βασίλης Παπακώστας (Ειρηνοδίκης)
  22. Αλέξανδρος Σάββας (Πρόεδρος Εφετών)
  23. Ελένη Σκριβάνου (Εφέτης)
  24. Μαρίζα Σουκαρά- Κατσικάδη (Αντιεισαγγελέας Εφετών)
  25. Οδυσσέας Σπαχής (Εφέτης)
  26. Βασιλική Χριστούλη (Εισαγγελέας Εφετών)

Λίγα λόγια για το ανθολόγιο

Είναι πράγματι μια ιδιαίτερη διαδικασία η ανάγνωση συλλογών που περιλαμβάνουν έργα διαφορετικών λογοτεχνών. Η μετάβαση από τον έναν λογοτεχνικό κόσμο που αρχίζει και προσεγγίζει ο αναγνώστης σε έναν άλλο είναι απαιτητική και συνιστά μια πρόκληση. Ιδίως όταν πρόκειται για έργο ποιητικό. Ωστόσο, ακριβώς η δυσκολία αυτή κατέστησε την ανάγνωση του ανθολογίου  «Εν αμφιβολία ποιητές» μια εμπειρία μαγευτική και εποικοδομητική. Αφού παίρναμε μια γεύση από ένα ποιητικό σύμπαν είχαμε την ευκαιρία να ταξιδέψουμε αμέσως σε ένα άλλο. Έτσι, στο τέλος, το ταξίδι φάνταζε περισσότερο γεμάτο, αφού οι προορισμοί του υπήρξαν ποικίλοι μα εξίσου εκλεκτοί.

Ποιήματα, πεζογραφήματα, διηγήματα, ιστορίες, από το χθες, το σήμερα και το αύριο. Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο διαρκώς άλλοτε διαβάζαμε ομοιοκατάληκτα ποιήματα και άλλοτε με ελεύθερο στίχο, αισιόδοξα είτε απαισιόδοξα, ρομαντικά και κοινωνικά διάφορων λογοτεχνικών ρευμάτων. Συναντούσαμε ιστορίες που έμοιαζαν βιογραφικές, αλλά και αφηγήσεις ιστορικές, λαογραφικές. Το υλικό ήταν πλούσιο και ξεχωριστό. Κάθε σελίδα έκρυβε κάτι άλλο και μας εξέπληττε ευχάριστα.  Ο ρομαντισμός συμπορευόταν τόσο αρμονικά με την κοινωνική κριτική και η περιπέτεια με την ιστοριογραφία. Θα το προτείναμε ανεπιφύλακτα σε όποιον επιθυμεί να δει μια άψογη συμπόρευση του δικαίου και της λογοτεχνίας αλλά και όλων αυτών των λογοτεχνικών ειδών που αναφέραμε!

Κατά την διάρκεια αυτής της περιήγησης εμείς προβληματιστήκαμε με την “Νέα τάξιν” (Νέα Τάξις, Δημήτρης Ορφανίδης), νιώσαμε την “δύναμη της αγάπης” (ομότιτλο, Ευαγγελή Μπράμη), ακούσαμε “Ψιθύρους (Ψίθυροι Ανδρονίκη Αθανασιάδη). Συμμετείχαμε σε μια συζήτηση ενός Ρώσου και ενός Ιάπωνα (Κοινωνία Διαδικτύου, Σταμάτης Γιακουμής). Περάσαμε, από το “Κάιρο”, την “Αλεξάνδρεια” (ομότιτλα ποιήματα, Φραντζέσκα Γιαννακού), τον “Μυστικό Κήπο” (ομότιτλο ποίημα, Ευγένιος Γιαρένης), την “Μαγική Σιένα” (ομότιτλο απόσπασμα από το μυθιστόρημα, Λίτσα Καποπούλου και Βασίλης Παπακώστα), την “Μικρά Ασία των αρχών του 20ου αιώνα” (Το Μετέωρο Βήμα στηΜικρασία, Γεώργιος Μικρούδης), το Σορόκι (Μελετήματα του Ξηρόμερου, Αλέξανδρος Σάββας). Είσαμε τους “ανεμοδείκτες” (Η θέαση των ανεμοδιεκτών, Φώτιος Μουζάκης). “Μόνο έρωτας” (ομότιτλο  ποίημα της Στέλλας Μπλέτα) φωνάξαμε! “Θυμάσαι;” (ομότιτλο ποίημα, Μαριάνθη Παγουτέλη). Στο “Μουσείο της Δικαιοσύνης” (Επίσκεψη στο Μουσείο της Δικαιοσύνης, Αθανάσιος Δαββέτας) ξεναγηθήκαμε. Χορέψαμε στο “καρναβάλι” (ομότιτλο απόσπασμα, Βάια Ζαρχανή).  Εκεί, “στον σταθμό” (ομότιτλο ποίημα, Οδυσσέας Σπαχής) πέσαμε “αθώα θύματα” (ομότιτλο ποίημα, Σοφία Λιγνού) “απάτης” (ομότιτλο ποίημα, Δομνίκης Λασπά).Δεν επηρεαστήκαμε όμως από τις “αιφνίδιες επιδρομές” (ομότιτλο ποίημα, Αθανάσιος Νικολόπουλος). Κάναμε έναν “αγώνα” (Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος) και έγινε ο “πόνος- μέλι” (Γεώργιος Παπαγεωργίου). “Όσοι και αν έφυγαν” (ομότιτλο ποίημα του Βασίλη Παπακώστα), εμείς μείναμε! Η “αναγέννηση” (ομότιτλο ποίημα, Ελένη Σκριβανού) ήταν κοντά! Και στην “επιστροφή”  (ομότιτλο ποίημα, Αντώνης Μελισσινός) ακόμα και “αν γύριζε ο χρόνος” (ομότιτλο ποίημα Μαρίζα Σουκαρά- Κατσικάδη) καταλήξαμε πως “τα ωραίοτερα ταξίδια δεν τα κάναμε ακόμα” (ομότιτλο, Γιάννης Ευαγγελάτου). Οπότε προσμένουμε έναν τρίτο τόμο… στην απέναντι όχθη (ομότιτλο ποίημα της Βασιλικής Χριστούλη)!

Η δική μας πάντως απόφαση για το ανθολόγιο «Εν αμφιβολία ποιητές» δεν μας αφήνει καμία αμφιβολία για την ποιητική ευθύνη των γραφόντων!

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελκυστής.