Το τρομοκρατημένο παιδί από τη Συρία

Το 2015 το ίντερνετ κατακλύστηκε από την παραπάνω φωτογραφία. Η φωτογραφία είχε αναρτηθεί από τη φωτορεπόρτερ Nadia Abu Shaban. Πολλοί υποστήριξαν ότι η φωτογραφία είναι σκηνοθετημένη, ενώ ρώτησαν γιατί δεν εμφανίζεται το όνομα του πρακτορείου ή του φωτογράφου και η Shabam παραδέχτηκε ότι δεν ήταν εκείνη που την τράβηξε, δεν γνώριζε όμως ούτε το πότε, το πώς ή το ποιος.

To βρετανικό δίκτυο BBC κατάφερε να ανακαλύψει την πηγή της φωτογραφίας. Ο Τούρκος φωτορεπόρτερ Osman Sağırlı έχει τραβήξει την επίμαχη εικόνα με την τετράχρονη Hudea τον Δεκέμβριο του 2014 σε ένα καταυλισμό προσφύγων της Συρίας, μόλις 10 χιλιόμετρα μακριά από τα σύνορα με την Τουρκία.

«Χρησιμοποιούσα τηλεφακό και η μικρή νόμισε ότι ήταν όπλο. Συνειδητοποίησα ότι ήταν τρομοκρατημένη αφού είδα την εικόνα που τράβηξα. Βλέποντας τα σφιγμένα χείλη και τα χέρια που είχε σηκώσει ψηλά. Συνήθως τα παιδιά τρέχουν μακριά, κρύβουν το πρόσωπο τους ή χαμογελούν όταν βλέπουν κάμερα» δηλώνει ο φωτογράφος. Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2015 στην τουρκική εφημερίδα Turkiye.

Πηγή: bbc

Ο φάρος στον βράχο των ερωτικών απογοητεύσεων

Ο φάρος της φωτογραφίας είναι ο φάρος Δουκάτο. Ο επιβλητικός αυτός φάρος δεσπόζει στο ακρωτήρι Λευκάτας, στο νοτιότερο σημείο του νησιού της Λευκάδας. Το συγκεκριμένο ακρωτήριο ονομάζεται και Κάβος της Κυράς (ή της Νηράς). 

Το ακρωτήρι είναι ένας από τους πιο γνωστούς βράχους της αρχαιότητας, πιθανότατα η ομηρική “Λευκάς Πέτρη”, με άσπρα βράχια με ύψος 60 μέτρα πάνω από τα κύματα του Ιουνίου πελάγους. Περίπου το 1.200 π.Χ. λέγεται πως οι Φοίνικες θυσίαζαν από τον βράχο αυτό ανθρώπους για να κατευνάσουν την οργή των θεών και να γαληνεύει η θάλασσα. Οι Φοίνικες στεκόντουσαν στο ύψος του βράχου και πετούσαν νέους στο γκρεμό για να μπορέσουν να πλεύσουν στη θάλασσα χωρίς τρικυμία.

Αργότερα, το 400 π.Χ αντικατέστησαν τα θύματα με κατάδικους δίνοντας τους όμως πιθανότητες σωτηρίας. Πριν τους ρίξουν στο βράχο, τους έδεναν γύρω από το σώμα τους πουλιά και φτερά για ομαλότερη προσγείωση. Αν ο κατάδικος γλίτωνε, του χάριζαν τη ζωή.

Στην θέση του σημερινού φάρου βρίσκονταν τα απομεινάρια ενός αρχαιοελληνικού ναού. Οι τετράγωνοι λίθοι όπου βρέθηκαν στο σημείο, σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Γουλιέλμο Δαίρπφελδ, ανήκουν σε ναό που ήταν αφιερωμένος στον θεό Απόλλωνα. Στον Απόλλωνα αποδίδεται το πήδημα από το βράχο σαν μέσο ενάντια στο βασανιστικό ερωτικό πάθος.

Σύμφωνα με τον μύθο η Σαπφώ, η λυρική ποιήτρια από τη Λέσβο, ερωτεύτηκε ένα θαλάσσιο δαίμονα και ακόλουθο της Αφροδίτης, τον Φάωντα, ο οποίος χάρη στην Αφροδίτη ομόρφυνε και έγινε ελκυστικός στις γυναίκες. Ανάμεσα σε εκείνες που δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στην ομορφιά του ήταν και η Σαπφώ, η οποία τον ερωτεύτηκε και έγιναν εραστές. Κάποια στιγμή ο Φάων δυσαρεστήθηκε μαζί της και την εγκατέλειψε. Η Σαπφώ από τη θλίψη της ανέβηκε στα απόκρημνα βράχια της Λευκάδας και έπεσε στη θάλασσα.

Συνολικά, σύμφωνα με τον Πτολεμαίο Ηφαιστείων, από τον βράχο Λευκάτα έπεσαν επτά θνητοί ανάμεσα τους η Βασίλισσα της Καρίας, η Αρτεμισία που ήταν ερωτευμένη με κάποιο Δάρδανο από την Άβυδο.

Ο φάρος «Δουκάτο», στο σημείο αυτό, ξεκίνησε να λειτουργεί το 1890 με πετρέλαιο. Κατά τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο παρέμεινε σβηστός και λειτούργησε ξανά το 1945 και πάλι με πετρέλαιο. Το 1950 καταστράφηκε από σεισμό και λειτούργησε προσωρινά ως αυτόματος πυρσός ασετυλίνης μέχρι το 1956 οπότε και επισκευάστηκε. Το 1986 αντικαταστάθηκαν τα μηχανήματα πετρελαίου και ξεκίνησε να λειτουργεί πλέον με ηλεκτρικό ρεύμα.

Πηγές: wondergreece, μηχανή του χρόνου, πρώτο θέμα

Η δύναμη της αγκαλιάς

Το 1995 οι δίδυμες Brielle και Κyrie Jackson απο την Μασαχουσέτη γεννήθηκαν πρόωρα. Ετσι τις τοποθέτησαν σε ξεχωριστές θερμοκοιτίδες.Αν και η Kyrie έπαιρνε βάρος και μεγάλωνε κανονικα, δεν συνέβαινε το ίδιο και με την Brielle. Μία μέρα μάλιστα η μικρή Brielle δεν μπορούσε να αναπνεύσει σωστά, και η χτύποι της καρδιάς της είχαν μειωθεί σημαντικά. Οι γιατροί προσπαθούσαν να την επαναφέρουν, αλλά μάταια. Τότε, η νοσοκόμα Gayle Kasparian προσπάθησε με την σειρά της να την ηρεμήσει, χωρίς κάποιο αποτέλεσμα. Έτσι η νοσοκόμα χρησιμοποίησε μια διαδικασία που είχε γίνει στην Ευρώπη αλλά ήταν σχεδόν άγνωστη στην Αμερική. Έτσι σπάζοντας κάθε πρωτόκολλο έβαλε την Brielle στην θερμοκοιτίδα μαζί με την αδερφή της. Σχεδόν αμέσως, η Kyrie αγκάλιασε την Brielle. Τα επίπεδα οξυγόνου της, τα οποία ήταν τρομακτικά χαμηλά, αυξήθηκαν, άρχισε να αναπνέει πιο εύκολα και η θερμοκρασία της έπεσε. Το δυνατό κλάμα σταμάτησε και το χρώμα της επέστρεψε γρήγορα στα φυσιολογικά. Τις επόμενες εβδομάδες, η υγεία της βελτιώθηκε προς το καλύτερο.

Αν και είναι αδύνατο η ανάκαμψη της Brielle να οφειλόταν εξ ολοκλήρου σε αυτην την κίνηση ,είναι σίγουρο ότι βοήθησε σημαντικά. Τα κορίτσια επέζησαν, και με τον καιρό επέστρεψαν στο σπίτι με τη μητέρα και τον πατέρα τους. Οι γονείς τους τις τοποθέτησαν στο ίδιο κρεβάτι όπου συνέχισαν να μεγαλώνουν. Μάλιστα δεν τους έκαναν εντύπωση ότι μέχρι 5 χρονών κοιμόντουσαν μαζί και αγκαλιασμένες!

Πηγή: littlethings.com

Όταν παίζει μουσική στην εμπόλεμη Συρία

Οι θλιβερές εικόνες από την εμπόλεμη ζώνη της Συρίας είναι χιλιάδες και καταφέρνουν να καταγράψουν τον όλεθρο, τον πόνο και την απώλεια με τόσους διαφορετικούς τρόπους.

Μια από αυτές τις φωτογραφίες είναι και η παραπάνω. Μια φωτογραφία τόσο μοναδική και ξεχωριστή, που γεννά τόσα συναισθήματα, καθώς συνδιάζει τον πολιτισμό με την καταστροφή.

Δείχνει έναν ηλικιωμένο άνδρα να κάθεται σε ένα κρεβάτι ανάμεσα στα συντρίμμια. Κάθεται μπροστά από ένα παράθυρο με θέα την κατεστραμμένη πόλη που πέρασε μια ολόκληρη ζωή προτού οι εχθροπραξίες την ερημώσουν.

Ο Mohammed Mohiedin Anis είναι 70 ετών και ένας από τους λίγους που αρνήθηκαν να φύγουν από το Χαλέπι πριν αρχίσει το τελευταίο κύμα σφοδρών βομβαρδισμών που σχεδόν ισοπέδωσε την πόλη.

Δίπλα του έχει ένα παλιό γραμμόφωνο και στο στόμα του την σπασμένη του πίπα. Είναι πλέον δύο από τα λίγα του υπάρχοντα που δεν καταστράφηκαν. Είναι η συντροφιά του καθώς αγναντεύει γαλήνιος από το παράθυρο.

Η φωτογραφία τραβήχτηκε από τον Joseph Eid, φωτορεπόρτερ του γαλλικού πρακτορείου από το Λίβανο που έχει καλύψει τον πόλεμο στη Συρία. Ο Anis δέχτηκε να βγει φωτογραφία και να βάλει ένα δίσκο με μουσική, αλλά πρώτα είπε πως ήθελε να ανάψει την πίπα του. «Ποτέ δεν ακούω μουσική αν δεν ανάψω πρώτα την πίπα μου» του είπε.

Αργότερα, ο φωτογράφος δήλωσε: «Φύσηξε τον καπνό από την πίπα του. Φάνηκε σα να βρίσκεται και κάπου αλλού την ίδια στιγμή. Σα να ξέχασε πως ήμουν εκεί. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και είχε την όψη του ανθρώπου που βλέπει ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα. Καθόταν εκεί ξεφυσώντας καπνό από την σπασμένη του πίπα και το βλέμμα του ταξίδευε καθώς η μουσική απλώνονταν πάνω στα ερείπια του σπιτιού του και έξω στην πόλη… Μετά από έξι χρόνια πολέμου, οι Σύροι θέλουν πίσω τη ζωή τους. Θέλουν απλά να αφήσουν τη μουσική να παίξει…»

Πηγή: Lifo

Η αγάπη προς την μητέρα εν μέσω κορονοϊού

Ο Jihad Al-Suwaiti είναι ένας 30χρονος άντρας που κατάγεται από την πόλη Χεβρών, που βρίσκεται στην Παλαιστίνη, πιο συγκεκριμένα στην δυτική όχθη. Η συγκεκριμένη πόλη, όπως και συνολικά η περιοχή δίνει μεγάλη μάχη ώστε να αποφύγει ένα δεύτερο κύμα κορονοϊού.

Η μητέρα του συγκεκριμένου άντρα, που ονομάζεται Rasma Salama, έχει διαγνωστεί με λευχαιμία και διατρέχει μεγάλο κίνδυνο από μια πιθανή έκθεσή της στον ιό. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν επιτρεπόταν στον γιο της να την επισκεφτεί. Αυτός όμως δεν μπορούσε να αντέξει την ιδέα, ότι η μητέρα του είναι ολομόναχη. Έτσι, όπως βλέπουμε και στις φωτογραφίες, κατάφερε σκαρφαλώνοντας τον τοίχο να φτάσει στο παράθυρό της, και να της κάνει παρέα από εκεί, χωρίς να κινδυνεύει η ίδια.

«Περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας εκεί, παρατηρώντας την κατάσταση της μητέρας του από το παράθυρο, και κατέβαινε μόνο όταν εκείνη είχε κοιμηθεί» δήλωσε εκπρόσωπος του νοσοκομείου. Μέχρι που δυστυχώς η μητέρα του έχασε την μάχη και απεβίωσε.

Η σπαρακτική εικόνα του Jihad καθισμένου έξω από το παράθυρο του νοσοκομείου έχει κάνει από τότε τον γύρο του διαδικτύου, και έχει εμπνεύσει συγκινητικά post όπως αυτό που ανέβηκε πρόσφατα στο Twitter και θα δείτε παρακάτω.

Πηγή: metro.co.uk

Η τελευταία φωτογραφία του Κώστα Καρυωτάκη

Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιος του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την Χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.

Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς. Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921.

Το 1920 ο Κώστας Καρυωτάκης γνωρίζεται με την επίσης χαρισματική αλλά και «καταραμένη» ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη (1/4/1902 – 29/4/1930). Η ίδια σε επιστολή της σε φίλη της αναφέρει για τον Καρυωτάκη: «Στο κάτω-κάτω εγώ αγάπησα έναν ποιητή. Δεν αγάπησα έναν ήρωα. Αν ήθελα ήρωα, θα αγαπούσα τον Ανδρούτσο». Πληροφορίες λένε πως η Πολυδούρη τού είχε προτείνει γάμο, αλλά αυτός αρνήθηκε με τη αιτιολογία ότι «πάσχει από ανίατο αφροδίσιο νόσημα και δεν θέλει να πάρει στο λαιμό του καμιά γυναίκα». Τη νόσο την περιγράφει ο Καρυωτάκης χαρακτηριστικά στο ποίημά του Ωχρά Σπειροχαίτη, που είναι το όνομα του μικροβίου που προκαλεί τη σύφιλη.

Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».

Το Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας.

Οι συνθήκες της αυτοκτονίας του και κυρίως η αφορμή που τον οδήγησε σε αυτή την πράξη θα παραμείνουν πάντα ένα μυστήριο. Γιατί σύμφωνα με τη σύγχρονη έρευνα ο Καρυωτάκης δεν αυτοκτόνησε από κατάθλιψη, ούτε εξαιτίας της μετάθεσής του στην Πρέβεζα, παρόλο που και οι δύο αυτοί λόγοι οπωσδήποτε επηρέασαν σοβαρά την ψυχική του διάθεση. Ο ποιητής βρίσκεται αντιμέτωπος με μια απειλητική κατηγορία να τον βαραίνει. Η αποχαιρετιστήρια επιστολή του προβλημάτισε και συζητήθηκε σχεδόν όσο κανένα άλλο κείμενο Έλληνα λογοτέχνη.

Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί.

Την επόμενη ημέρα, 21 Ιουλίου 1928, 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης ξαπλώνει κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτονεί με μια σφαίρα στην καρδιά. Στο σημείο που άφησε την τελευταία του πνοή βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού. Μια μαρμάρινη επιγραφή γράφει  «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης»

Πηγή: sansimera, lifo

Η αυτοπυρπόληση ενός βουδιστή μοναχού

Ο Θικ Κουάνγκ Ντουκ  γεννήθηκε το 1897 ως Λαμ Βαν Τουκ. Ήταν Βιετναμέζος μαχαγιάνα βουδιστής μοναχός ο οποίος έθεσε τέρμα στην ζωή του με αυτοπυρπόληση στην Σαϊγκόν στις 11 Ιουνίου του 1963, ως διαμαρτυρία για την καταδίωξη των βουδιστών μοναχών από την νοτιοβιετναμέζικη κυβέρνηση του Νγκο Ντιν Ντιέμ. Οι φωτογραφίες της αυτοπυρπόλησης του κυκλοφόρησαν ευρέως διεθνώς και έφεραν τις πρακτικές της κυβέρνησης του Ντιέμ στο επίκεντρο. Ο φωτογράφος του συμβάντος, Μάλκολμ Μπράουν, κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ για την φωτογραφία αυτή.

Πιο συγκεκριμένα, στις 11 Ιουνίου του 1963, σε κεντρικό σημείο της Σαϊγκόν και στα πλαίσια πορείας διαμαρτυρίας των βουδιστών για τις διακρίσεις εναντίον τους, ο Ντουκ εμφανίστηκε βγαίνοντας από αυτοκίνητο μαζί με άλλους δύο μοναχούς. Ο ένας από τους μοναχούς τοποθέτησε ένα μαξιλάρι πάνω στο δρόμο, ενώ ο άλλος άνοιξε το πορτ μπαγκάζ και έβγαλε ένα μεγάλο μπιτόνι βενζίνης. Ο Ντουκ κατόπιν κάθισε ήρεμα πάνω στο μαξιλάρι στην μέση του δρόμου και άρχισε να διαλογίζεται. Ο μοναχός που είχε το μπιτόνι άρχισε να περιλούζει τον Ντουκ με την βενζίνη και κατόπιν απομακρύνθηκε, άναψε ένα σπίρτο, και το πέταξε στο ίχνος της βενζίνης που οδηγούσε στον Ντουκ. Ο Ντουκ άρχισε αμέσως να καίγεται και να βγαίνει μαύρος καπνός. Καθώς καιγόταν δεν κινήθηκε ούτε και φώναξε, και παρέμεινε σε καθιστή στάση.

Τα τελευταία λόγια του ο Ντουκ τα είχε γράψει σε γράμμα λίγο πριν τον θάνατο του:

Πριν κλείσω τα μάτια μου και μετακινηθώ προς το όραμα του Βούδα, απευθύνω παράκληση με σεβασμό προς τον Πρόεδρο να αισθανθεί συμπόνοια προς τους ανθρώπους του έθνους και να προχωρήσει σε θρησκευτική ισότητα για την διατήρηση της ισχύος της μητέρας πατρίδος αιωνίως. Καλώ τους σεβάσμιους, αιδεσιμότατους, μέλη της σάνγκα και τους απλούς Βουδιστές να οργανωθούν με πνεύμα συμπαράστασης και να κάνουν θυσίες για την προστασία του Βουδισμού.

Οι φωτογραφίες του συμβάντος κυκλοφόρησαν ευρέως σε όλο τον κόσμο και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων διεθνώς. Το συμβάν αυτό θεωρείται πως συνέβαλε καθοριστικά στην μετέπειτα κατάρρευση του καθεστώτος του Ντιέμ, τον οποίο οι ΗΠΑ έβρισκαν πλέον ιδιαίτερα δύσκολο να υποστηρίξουν μετά την γενική κατακραυγή. Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος Τζον Κέννεντι ανέφερε σχετικά με την φωτογραφία πως καμιά φωτογραφία στην ιστορία δεν προκάλεσε τόσο συναίσθημα παγκοσμίως όσο η συγκεκριμένη.

Στην Ευρώπη οι φωτογραφίες όπου καίγονταν πωλούνταν στους δρόμους ως καρτ ποστάλ κατά την δεκαετία του 1960, ενώ οι αρχές της κομμουνιστικής Κίνας διένειμαν στον πληθυσμό εκατομμύρια αντίτυπα ως απόδειξη του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Το σώμα του Ντουκ αποτεφρώθηκε ξανά για τους σκοπούς της κηδείας, όμως η καρδιά του παρέμεινε άθικτη και δεν κάηκε. Φυλάχτηκε ως ιερό κειμήλιο και ως σύμβολο συμπόνοιας, ενώ ο ίδιος θεωρείται από τους Βουδιστές ως μποντισάτβα, δηλαδή πεφωτισμένος.

Πηγή: Wikipedia

Ο άνθρωπος με την κουκούλα

Ο αγνώστων στοιχείων κρατούμενος φορά μια μαύρη κουκούλα που του εμποδίζει την όραση. Του έχουν φορέσει ένα ριχτό ύφασμα και τα χέρια του είναι τεντωμένα στην στάση του σταυρωμένου. Στα δάκτυλα του είναι περασμένα ηλεκτρικά καλώδια. Ο Ιβάν Φρέντερικ, ένας από τους λοχίες των φυλακών Αμπού Γκράιμπ στο Ιράκ κατά τους τελευταίους μήνες του 2003, ήταν αυτός που έβγαλε τη διάσημη πλέον φωτογραφία του «ανθρώπου με την κουκούλα». Το συγκεκριμένο στιγμιότυπο αποτελεί μια λιγότερο σαφή εικόνα των βασανιστηρίων που υπέστησαν πάνω από 7.000 κρατούμενοι στη διάρκεια του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας». Για περισσότερο από ένα έτος, αμερικανοί στρατιώτες υπέβαλλαν τους έγκλειστους σε φρικτά βασανιστήρια, μεταξύ των οποίων ξυλοδαρμούς, σοδομισμό, απειλές με την παρουσία όπλου και  σκύλων και ψυχολογικό πόλεμο.

Η φυλακή Αμπού Γκράιμπ, στην ομώνυμη πόλη, μερικά χιλιόμετρα μακριά από τη Βαγδάτη, υπήρξε μια από τις πιο διαβόητες φυλακές κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης του Σαντάμ Χουσεΐν. Στη φυλακή κρατούνταν περίπου 50.000 άνδρες και γυναίκες κάτω από άθλιες συνθήκες και υπό καθημερινούς βασανισμούς. Μετά την πτώση του Χουσεΐν, η φυλακή έκλεισε προσωρινά. Όταν όμως το 2003 ξέσπασε ο «Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας» και αμερικανικά στρατεύματα εισέβαλαν στο Ιράκ, ο στρατός των ΗΠΑ επαναλειτούργησε τη φυλακή και την μετέτρεψε σε στρατιωτικό κρατητήριο. Η φήμη της φυλακής ως συνώνυμο του τρόμου συνεχίστηκε.

Τον Ιανουάριο του 2004, μετά από συνεχόμενες καταγγελίες των ιρακινών κρατουμένων για κακομεταχείριση από αμερικανούς στρατιώτες, ανατέθηκε στον αντιστράτηγο Αντόνιο Ταγκούπα, διεξαγωγή έρευνας για τις πραγματικές συνθήκες των φυλακισμένων. Το πόρισμα, μεταξύ άλλων, μιλούσε για «πολλά περιστατικά σαδιστικής, ωμής και ανεύθυνα εγκληματικής κακομεταχείρισης». Ο Ταγκούμπα εντόπισε ως αρχιβασανιστές δύο στρατιωτικούς και δύο μέλη του πολιτικού προσωπικού της φυλακής. Παράλληλα, ανέφερε πως πολλοί αξιωματικοί ενθάρρυναν τους στρατιώτες να κακοποιούν τους κρατούμενους, με σκοπό να τους προετοιμάζουν για την επικείμενη ανάκρισή τους. Το πόρισμα, αλλά και φωτογραφίες μέσα από το κολαστήριο διέρρευσαν στον αμερικανικό Τύπο και το θέμα πήρε τεράστιες διαστάσεις. Ο δημοσιογράφος Σέιμουρ Χερς του «Νew Yorker» ήταν από τους πρώτους που απέσπασε από τον Ταγκούμπα πληροφορίες και φωτογραφίες. Ακολούθησε η «Washinghton Post» και το τηλεοπτικό «CBS». Οι φωτογραφίες και τα βίντεο ανήκαν όλα στο στρατιωτικό προσωπικό των φυλακών. Καθώς βασάνιζαν τα θύματά τους, τραβούσαν φωτογραφίες ή βίντεο και στη συνέχεια μοίραζαν μεταξύ τους το αποθηκευμένο υλικό.

Ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, δήλωσε «αποτροπιασμένος» από τις αποκαλύψεις και τις φωτογραφίες και επισήμανε ότι επρόκειτο για μεμονωμένα περιστατικά στρατιωτών που προχώρησαν σε βασανισμό κρατουμένων. Οι δηλώσεις του δεν έπεισαν πολλούς κι η κυβέρνηση του δέχτηκε διεθνή κατακραυγή όταν τα ντοκουμέντα έκαναν τον γύρο του κόσμου. Τα καταγεγραμμένα στοιχεία έλεγαν πως η κακοποίηση εγκλείστων ήταν παγιωμένη τακτική στα στρατιωτικά κρατητήρια του Ιράκ, του Αφγανιστάν και του Γκουαντάναμο στην Κούβα. Όσο κι αν διακήρυσσε η Αμερική ότι η εισβολή στο Ιράκ είχε απώτερο σκοπό τη σταθεροποίηση της δημοκρατίας  στη χώρα μετά την πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν, οι φωτογραφίες έδειχναν ακριβώς το αντίθετο.

Αν και συνελήφθησαν αρκετοί στρατιώτες που υπηρετούσαν στην Αμπού Γκράιμπ εκείνη την περίοδο, η αμερικανική δικαιοσύνη τους αντιμετώπισε με επιείκεια. Έντεκα στρατιώτες εξέτισαν ολιγόμηνη ποινή φυλάκισης, τρεις απαλλάχθηκαν εντελώς από τις κατηγορίες και κανείς δεν κατηγορήθηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Ο αντιστράτηγος Αντόνιο Ταγκούπα, ο οποίος ασχολήθηκε με την έρευνα των βασανιστηρίων, καθαιρέθηκε λίγο αργότερα. Οι φυλακές της Αμπού Γκράιμπ, έκλεισαν οριστικά στις 15 Απριλίου 2014.

Πηγή: μηχανή του χρόνου

Η πιο “όμορφη” αυτοκτονία

Στις 10.40 το πρωί της 1ης Μαΐου του 1947, ο αστυνομικός Τζον Μόρισεϊ παρατήρησε ένα λευκό μαντήλι να αιωρείται γύρω απ’ το Empire State Building της Νέας Υόρκης. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα άκουσε ένα φοβερό κρότο και είδε κόσμο να συγκεντρώνεται στο πεζοδρόμιο κάτω απ’ το ψηλότερο κτίριο της πόλης. Έτρεξε προς το σημείο και είδε το άψυχο σώμα μιας κοπέλας, ξαπλωμένο πάνω σε μια κατεστραμμένη κάντιλακ. Την σκηνή απαθανάτισε ένας νεαρός φωτογράφος, ο Ρόμπερτ Γουάιλς, ο οποίος έτυχε να περνάει από εκεί. Η φωτογραφία ονομάστηκε «η πιο όμορφη αυτοκτονία» και δημοσιεύτηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού Life.

Η όμορφη αυτόχειρας ήταν η 23χρονη Έβελιν Μακχέιλ. Πριν πηδήξει στο κενό απ’ την κορυφή του Empire State Building, είχε βγάλει το γκρίζο παλτό της και το είχε αφήσει δίπλα στην τσάντα της. Μέσα στη τσάντα είχε μερικά καλλυντικά, λίγα δολάρια, οικογενειακές φωτογραφίες και ένα σημείωμα.

Έγραφε: «Δε θέλω κανείς, ούτε η οικογένειά μου, να με δει. Μπορείτε να κάψετε το σώμα μου; Ικετεύω εσάς και την οικογένειά μου – μην με κηδέψετε και μη κάνετε κανένα μνημόσυνο. Ο μνηστήρας μου, μου ζήτησε να τον παντρευτώ τον Ιούνιο. Δεν νομίζω ότι θα ήμουν καλή σύζυγος. Είναι πολύ καλύτερα χωρίς εμένα. Πείτε στον πατέρα μου ότι έχω κληρονομήσει πάρα πολλές απ’ τις συνήθειες της μητέρας μου».

Είχε διαγράψει τις τρεις προτάσεις που αναφέρονταν στο μνηστήρα της. Η άσημη Έβελιν άθελα της κατάφερε να γίνει διάσημη και ο κόσμος να μάθει λεπτομέρειες για τη ζωή της.

Η μητέρα της εγκατέλειψε την οικογένεια πολύ νωρίς και ο πατέρας της, Βίνσεντ, μεγάλωσε την Έβελιν και τα 6 αδέρφια της. Λίγα χρόνια μετά, μετακόμισαν στη Νέα Υόρκη. Μετά το λύκειο, κατατάχτηκε στο γυναικείο στρατό της Αμερικής. Όταν έληξε η θητεία της, έκαψε τη στολή της. Επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και αρραβωνιάστηκε τον στρατιωτικό Μπάρι Ρόουντς. Η Έβελιν ήταν παράνυμφος της αδερφής του Ρόουντς και όταν τελείωσε ο γάμος, έκαψε το φόρεμά της όπως είχε κάνει και με τη στρατιωτική στολή. Στις 30 Απριλίου του 1947 αποφάσισαν με τον Ρόουντς να παντρευτούν τον Ιούνιο. Την επόμενη μέρα, η Έβελιν πήρε το τρένο για να επιστρέψει στο σπίτι του αδερφού της, όπου έμενε. Ο Ρόουντς δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι πριν φύγει, τη φίλησε και του φαινόταν, «ευτυχισμένη όπως κάθε κοπέλα που πρόκειται να παντρευτεί».

Στις 10.30 το πρωί της 1ης Μαΐου, η Έβελιν έβγαλε εισιτήριο για τον 86ο όροφο του Empire State Building. Δέκα λεπτά μετά, ήταν νεκρή. Η σορός της αποτεφρώθηκε, όπως ακριβώς είχε ζητήσει. Όμως δεν κατάφερε να περάσει απαρατήρητη όπως ήλπιζε. Η φωτογραφία του θανάτου της έκανε τον γύρο του κόσμου και ενέπνευσε καλλιτέχνες, όπως ο  Άντι Γουόρχολ. Ο φωτογράφος, που απαθανάτισε την στιγμή, δεν δημοσίευσε ποτέ ξανά φωτογραφία.

Έχουν περάσει 71 χρόνια απ’ το θάνατό της και δεν έχει γίνει κανένα μνημόσυνο, αλλά ο κόσμος τη θυμάται ακόμα για τον λάθος λόγο. Επειδή αυτοκτόνησε.

Πηγή: μηχανή του χρόνου

Ο διαδηλωτής που σώζει τον ακροδεξιό

Μια εικόνα που ενδέχεται να αποτελέσει την φωτογραφία της χρονιάς, τραβηγμένη από τον Dylan Martinez.

Πηγή εικόνας: Reuters

Μια φωτογραφία που δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ. Μια στιγμή που περνάει στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Στο Λονδίνο, κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας του κινήματος #BlackLivesMatter, ο συγκεντρωμένος κόσμος εντοπίζει έναν λευκό ακροδεξιό άντρα να έχει παρεισφρήσει στη διαδήλωση. Το πλήθος τον περικυκλώνει και του επιτίθεται. Το λιντσάρισμα λαμβάνει τέλος όταν μέλη του αντιρατσιστικού κινήματος τρέχουν να τον βοηθήσουν. Ανάμεσά τους, ο Πάτρικ Χάτσινσον, ένας μεγαλόσωμος μαύρος άντρας που θα κουβαλήσει στην πλάτη αυτόν που τον θεωρεί κατώτερό του και θα του σώσει τη ζωή.

“Θέλω να δω ισότητα για όλους. Είμαι πατέρας αλλά και παππούς. Θα μου άρεσε πολύ να δω τα νέα παιδιά, τα εγγόνια μου τα ανήψια μου να έχουν έναν καλύτερο κόσμο για να ζήσουν. Ο κόσμος που εγώ ζω είναι καλύτερος από αυτόν των παππούδων μου, νομίζω ότι μπορούμε να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε μέχρι να εξασφαλιστεί η ισότητα για τους πάντες”δήλωσε ο Βρετανός για τον οποίο αποδεδειγμένα όλες οι ζωές έχουν αξία.

Ο διαδηλωτής του Black Lives Matter, Πάτρικ Χάτσινσον, σε αντιρατσιστική πορεία τον Λονδίνο, κουβαλά στους ώμους του τον τραυματισμένο ακροδεξιό διαδηλωτή για να τον σώσει από το πλήθος και τον πάει τρέχοντας για ιατρική βοήθεια.

Περιγράφοντας την απόφασή του ο Πάτρικ είπε: “Η ζωή του απειλήθηκε, οπότε μόλις πήγα κάτω, τον έβαλα, τον έβαλα στους ώμους μου και άρχισα να βαδίζω προς την αστυνομία μαζί του” .
Αντιπαρέβαλε δε, την παρέμβαση με την έλλειψη δράσης των αστυνομικών της Μινεάπολης που “συμμετείχαν” στον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ. Πιθανώς ήθελε να αποδείξει ότι παρά την βία που παρατηρείται στις διαδηλώσεις σε όλη την Αμερική, οι συμμετέχοντες παραμένουν άνθρωποι.

“Εάν οι άλλοι τρεις αστυνομικοί που στέκονταν γύρω όταν δολοφονήθηκε ο Φλόιντ, είχαν σκεφτεί να παρέμβουν και να σταματήσουν τον συνάδελφό τους να κάνει αυτό που έκανε, όπως κάναμε, ο Τζορτζ Φλόιντ θα ήταν ζωντανός σήμερα. Θέλω απλώς ισότητα, ισότητα για όλους μας… και θέλω απλώς τα πράγματα να είναι δίκαια για τα παιδιά και τα εγγόνια μου. ” Με αυτά τα λόγια δικαιολόγησε την ηρωική και ουμανιστική του πράξη.

Ο Ντέιβιντ Λάμι, βουλευτής του Εργατικού Κόμματος είπε:
“Ο Πάτρικ Χάτσινσον μεταφέρει έναν τραυματισμένο άγνωστο κατά τη διάρκεια των χθεσινών διαδηλώσεων. Είναι εύκολο να εστιάσετε στα χειρότερα ένστικτα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αλλά είναι ζωτικής σημασίας να γιορτάζουμε επίσης τα καλύτερα. ” Ας το κάνουμε και εμείς αυτό λοιπόν! #blacklivesmatter

Πηγή:www.fractalart.gr

Guardian