Αφιέρωμα στον λαϊκοβυζαντινό Φώτη Κόντογλου

Ο Φώτης Κόντογλου ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες αγιογράφους, που καταξιωθηκε επίσης στους τομείς της κοσμικής ζωγραφικής αλλά και της λογοτεχνίας.

Τα πρώτα χρόνια

Γεννήθηκε στο Αϊβαλί της μικρός Ασίας το 1895 και πέθανε σαν σήμερα το 1965. Το πατρικό του επίθετο ηταν Αποστολέλλης, ωστόσο ίδιος αργότερα έλαβε το επίθετο της μητέρας του, καθώς έχασε τον πατέρα του σε νηπιακή ηλικία και κηδεμόνας του έγινε ο θείος του, ο ιερομόναχος Στέφανος Κόντογλου. Η αγάπη του για τη ζωγραφική και τη συγγραφή φάνηκε από πολύ νωρίς, καθώς ως μαθητής συμμετείχε στην ομάδα έκδοσης του περιοδικού “Μέλισσα”, στο γυμνάσιο όπου φοιτούσε. Συμμαθητής, συνεργάτης και φίλος του ήταν ο λογοτέχνης Στρατής Δούκας.

Σπουδές

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, ο Φώτης Κόντογλου γράφτηκε στη σχολή καλών τεχνών της Αθήνας (1913). Δεν αποφοίτησε, ωστόσο, καθώς εγκατέλειψε αυτές τις σπουδές διαφωνώντας με το ακαδημαϊκό στυλ του Μονάχου, το οποίο υπηρετούσε η Σχολή. Το προσωπικό του στυλ ήταν έντονα θρησκευτικό και επηρεασμένο από τη μικρασιατική παράδοση. Έτσι έφυγε για τη Μαδρίτη και ύστερα για το Παρίσι. Στο Παρίσι άρχισε η διεθνής αναγνώριση του Κόντογλου. Βραβεύθηκε για την εικονογράφηση του βιβλίου “Η πείνα” (Συγγραφέας ο Κνουτ Χάμσουν) και συνεργάστηκε με τον γλύπτη Ογκίστ Ροντέν. Το βιβλίο που έγραψε εκείνη την εποχή, “Πέδρο Καζάς” ήταν η εκκίνηση της καταξίωσής του και ως λογοτέχνη.

Η επιστροφή στη Μικρά Ασία και η προσφυγιά

Το 1919 ο Κόντογλου επιστρέφει στην πατρίδα. Διδάσκει στο Αϊβαλί γαλλικά και ιστορία της τέχνης, ενώ ιδρύει από κοινού με τον Ηλία Βενέζη και τον Στρατήγημα Δούκα τον πνευματικό σύλλογο “Νέοι Άνθρωποι”. Η μικρασιατική εκστρατεία ξεκινά και εκείνος κατατάσσεται. Μετά την καταστροφή, θα διαφύγει ως πρόσφυγας στη Λεσβο και ακολούθως στην Αθήνα. Οι δραστηριότητές του εφεξής θα είναι η ζωγραφική, η αγιογραφία, η συγγραφή μια η συντήρηση έργων τέχνης.

Μεσοπόλεμος και Κατοχή

Το 1923, ο Κόντογλου πραγματοποιεί την πρώτη του έκθεση ζωγραφικής στην Ελλάδα, στη Μυτιλήνη συγκεκριμένα, μαζί με τον Κωνσταντίνο Μαλέα. Τον ίδιο χρόνο θα μεταφέρει την έκθεση στην Αθήνα , στο Λύκειο των Ελληνίδων. Περίπου μία δεκαετία αργότερα χτίζει το σπίτι του στα Πατήσια, έχοντας παντρευτεί και αποκτήσει μια κόρη. Μαζί με τους μαθητές του, Γιάννη Τσαρούχη και Νίκο Εγγονόπουλο θα φιλοτεχνήσουν ένα δωμάτιο με νωπογραφίες. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, ωστόσο, ο ζωγραφος θα αναγκαστεί να το πουλήσει για ένα σακί αλεύρι και ο νέος ιδιοκτήτης θα καλύψει τις νωπογραφιες με λαδομπογιά. Το ’33 λαμβάνει τελικά το πτυχίο του από την Καλών Τεχνών, με βαθμό Λίαν καλώς, ώστε να μπορέσει να διδάξει στο Κολλαγιο Αθηνών ζωγραφική και ιστορία της τέχνης. Εργάζεται ακόμη στο Βυζαντινό μουσείο (ζωγράφισε το συντριβάνι του), στο Μουσείο Κέρκυρας, συμμετέχοντας στη ίδρυση βυζαντινού τμήματος εκεί, στο Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο, καθώς και στο Μυστρά.

Κατά την περίοδο της κατοχής συνεργάζεται με το ελληνόφωνο ιταλικό προπαγανδιστικό περιοδικό Κουαδρίβιο. Έχοντας βρεθεί σε μεγάλη δυσμένεια, πουλά το σπίτι του και μετακομίζει συνεχώς, με τελική κατοικία ένα γκαράζ στο Παγκράτι. Κατά τα επόμενα χρόνια θα αρθρογραφήσει για τα περιοδικά “Φιλολογική Κυριακή”, “Ορίζοντες” και “Γράμματα”. Μετά την απελευθέρωση και μέχρι το τέλος της ζωής του αρθρογραφεί στην “Ελευθερία”.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του

Το 1963 ο Φώτης Κόντογλου τραυματίζεται σοβαρά σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα , μαζί με τη γυναίκα του. Δυο χρόνια αργότερα, οι επιπλοκες από μια εγχείρηση στον ήδη καταπονημένο οργανισμό του θα αποβούν μοιραίες. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στο μοναστήρι Νέας Μάκρης.

Κληρονομιά

Ο Φώτης Κόντογλου άφησε πίσω του σπουδαίο ζωγραφικό και συγγραφικό έργο. Στο εργαστήρι του μαθήτευσαν μερικοί από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους, όπως ο Ν. Εγγονόπουλος , ο Γ. Τσαρούχης και ο Σπύρος Βασιλείου. Οι αγιογραφίες του κόσμησαν πολλές Μητροπόλεις και εκκλησίες όπως η Καπνικαρέα, η Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω, ο Άγιος Ανδρέας Πατησίων, η Ζωοδόχος Πηγή και η Αγία Παρασκευή Παιανίας, ο Ευαγγελισμός Ρόδου, ο Άγιος Χαράλαμπος Πολυγώνου, ο Άγιος Γεώργιος Κυψέλης κ.α. Το ύφος του θυμίζει ευρωπαϊκό εξπρεσιονισμό, καταργώντας την προοπτική, σε ένα ιδιότυπο λαικοβυζαντινό στύλ.

Ως συγγραφέας δεν ασχολήθηκε μόνο με τη λογοτεχνία, αλλά με τη διασκευή ιστοριών, με την αρθρογραφία, τη δοκιμιογραφία και τα θρησκευτικά κείμενα. Η γλώσσα του περιέχει στοιχεία κοσμοπολίτικα, και εκφράσεις από τη θρησκευτική και ναυτική ζωή.

Το Αρχείο Φώτη Κόντογλου διατηρήθηκε για πολλά χρόνια από την κόρη και το γαμπρό του και το 2014 χωρίστηκε από τους δυο εγγονούς του, Παναγιώτη και Φώτη Μαρτίνο στο Βυζαντινό Μουσείο.

Η προσφορά του στην τέχνη

Η πολυσήμαντη προσφορά του Φώτη Κόντογλου στη Νεοελληνική Ζωγραφική θα μπορούσε να συνοψιστεί σε τρεις εκφάνσεις. Στο δημιουργικό ζωγραφικό του έργο, που βασιζότανε στη βυζαντινή τεχνική· στο αγιογραφικό του έργο, που ξαναέφερνε την ορθόδοξη ζωγραφική στις εκκλησίες μας· στο διδακτικό, τέλος, έργο του είτε άμεσο, είτε κυρίως έμμεσο, που υπήρξε από τους ισχυρότερους μοχλούς της στροφής της πορείας της Νεοελληνικής Ζωγραφικής στην ανακάλυψη των ζωγραφικών, αλλά και ουσιαστικότερων πνευματικών αξιών της ελληνικής παράδοσης.

Όταν ο Φώτης Κόντογλου έκαμε με το συγγραφικό κυρίως και το ζωγραφικό έργο του τη θυελλώδη είσοδό του στην καλλιτεχνική ζωή της Ελλάδος, η κατάσταση της Νεοελληνικής Ζωγραφικής είχε αλλάξει. Η Σχολή του Μονάχου υποχωρούσε χωρίς να έχει τελείως εκλείψει. Οι μοντέρνες ζωγραφικές αντιλήψεις έκαμαν την εμφάνισή τους με τον Παρθένη, το Μαλέα κ.ά., που άνοιγαν καινούργιους δρόμους, οδηγημένοι από την επαναστατική λάμψη του Παρισιού, όπου τώρα έστρεφαν τα βλέμματά τους για να σπουδάσουν οι νεώτεροι καλλιτέχνες.

Έτσι ουσιαστικά το κίνητρο της αλλαγής πορείας της Νεοελληνικής Ζωγραφικής ήταν πάλι εξωτερικό και όχι εσωτερικό. Μόνο που τώρα η εξωτερική αυτή πηγή της τέχνης μας δεν ήταν η συντηρητική, ξεπερασμένη Σχολή, της ασήμαντης καλλιτεχνικά την εποχή αυτή, Βαυαρίας, αλλά η μήτρα της επαναστατικής μοντέρνας τέχνης. Η στροφή από το Μόναχο στο Παρίσι, παρά τα πολλά πλεονεκτήματα, όχι μόνο του συγχρονισμού, αλλά κυρίως το ότι έδινε στους νέους καλλιτέχνες δυνατότητα μελέτης των αληθινών προβλημάτων της ζωγραφικής και τους λευτέρωνε από τον απονευρωμένο ακαδημαϊσμό και την ξώπετση ανεκδοτολογική θεματολογία, είχε και τα μειονεκτήματα που παρουσίαζε και η πρώτη φάση της Νεοελληνικής Ζωγραφικής: τη μίμηση, την απρόσωπη ένταξη, που μέσα της ελλοχεύει ο κίνδυνος της απώλειας της προσωπικότητας.

Ο Φώτης Κόντογλου με το έργο του αγνόησε και τις δυο αυτές ξενοκίνητες τάσεις και στράφηκε προς την ξεχασμένη, για περισσότερο από ένα αιώνα, ζωγραφική παράδοση του τόπου. Αν και είχε ξεκινήσει, κατά τη μαρτυρία του Στρατή Δούκα (Αιολικά Γράμματα, τεύχος 61, 1971, σελ. 491), από τα εργαστήρια των δασκάλων της σχολής του Μονάχου (Ιακωβίδη, Γερανιώτη, Βικάτου, Ροϊλού) και έπειτα από την απότομη διακοπή των σπουδών του έφυγε για το Παρίσι, όπου έμεινε για αρκετά χρόνια, αγνόησε και τις δυο δεσπόζουσες αυτές τάσεις, για να βαδίσει το δικό του δρόμο. Στο δρόμο αυτόν οδηγείται αρχικά ίσως από ένα ευρωπαϊκό κίνημα επιστροφής στις αξίες του εθνικού παρελθόντος, με το οποίον όμως συνταιριάζεται απόλυτα και αβίαστα η ατόφια ρωμέϊκη ιδιοσυγκρασία του καθώς και η ανατολική καταγωγή του, όπου ελληνική Παράδοση και ορθόδοξη πίστη είχαν ζυμωθεί σε μια αδιάσπαστη ένωση, χρωματισμένη από την έντονη αντίθεση προς τη Δύση, την αλλόδοξη Δύση, την εχθρική με φιλική επικάλυψη Δύση.

Η τραγωδία της Ελληνικής Μικρασίας λειτουργεί συγκλονιστικά εντός του, διαφορίζοντάς τον ριζικά αφ’ ενός από τη Δύση, αφ’ ετέρου δίνοντάς του το αίσθημα της ευθύνης για τη συνέχιση, έστω σε άλλον χώρο μιας μακραίωνης παράδοσης, που ενώ άντεξε την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και επιβίωσε για τέσσερες αιώνες, κινδύνευε τώρα οριστικά να χαθεί, καθώς ξεριζωνότανε από τον τόπο της, ενώ παράλληλα στο λεύτερο ελλαδικό χώρο είχε εξοβελιστεί από τη λαχανιαστή εισβολή της Δυτικής αντίληψης για την τέχνη, τη ζωή κι ακόμα και γι’ αυτήν την θρησκεία.

Μετά την καταστροφή πηγαίνει στο Αγιον Όρος (προσκυνητής; μελετητής; αναχωρητής;). Είχε προηγηθεί ο Στρατής Δούκας στο προσκύνημα αυτό και γυρίζοντας είχε φέρει μαζί του το μύθο του, «που έμελλε να επηρεάσει τον Φ. Κόντογλου, τον Παπαλουκά, τον Βέλμο και πολλούς άλλους» όπως σημειώνει ο ίδιος ο αγαπημένος του Κόντογλου συγγραφέας. Πάντως το ταξίδι αυτό του άνοιξε και του ξεκαθάρισε το δρόμο προς τη Βυζαντινή Ζωγραφική. Πρέπει όμως, η γη που έπεφτε ο σπόρος, νάταν αγαθή και ετοιμασμένη. Γιατί και από ιδιοσυγκρασία και από ένα είδος ρομαντικού εξωτισμού, αλλά και από ένα ισχυρό ζωγραφικό ένστικτο οδηγημένος είχε ήδη αρχίσει να αναζητά την ζωγραφική του έκφραση στη παραδοσιακή τέχνη του Βυζαντίου.

Στο ταξίδι του όμως αυτό έρχεται σε αμεσότερη και ουσιαστικότερη επαφή με την εκκλησιαστική μας Ζωγραφική και κυρίως με τη μεταβυζαντινή τέχνη της Κρητικής Σχολής.

Στο Άγιον Όρος μελετάει και αντιγράφει φορητές εικόνες και τοιχογραφίες κυρίως του 16ου αι., του Θεοφάνη και του Φράγκου Κατελάνου. Τα αντίγραφά του αυτά εκθέτει στη Μυτιλήνη μαζί με το Μαλέα.

Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε από που διδάχθηκε τη «βυζαντινή» τέχνη ο Κόντογλου, γιατί αυτό ερμηνεύει νομίζω και την κατοπινή πορεία της αγιογραφικής τέχνης του και γενικότερα τη στάση απέναντι στη Βυζαντινή Ζωγραφική. Σπούδασε ουσιαστικά, λοιπόν, στην Κρητική Σχολή και κατά κάποιον τρόπο αυτήν θεώρησε ως την αρτιότερη ή τουλάχιστον χρονολογικά προσιτότερη παράδοση ν’ ακολουθήσει. Άλλωστε στην εποχή εκείνη τα μεγάλα έργα της Μακεδονικής Σχολής, όπως οι τοιχογραφίες του Πανσέληνου στο Πρωτάτο, ήταν σε κακή κατάσταση και τα άλλα άγνωστα. Κι είναι χαρακτηριστικό, ότι όταν αργότερα δούλεψε σαν συντηρητής σε τοιχογραφίες της κυρίας βυζαντινής εποχής, πάλι έτυχε να εργαστεί στην Περίβλεπτο του Μυστρά, το προδρομικό αυτό έργο της Κρητικής Σχολής. Ο μεγάλος του πάντως δάσκαλος ήταν ο Θεοφάνης της Λαύρας κι από κοντά ο Κατελάνος κι οι άλλοι Κρητικοί κι ακόμη αργότερα, από θεωρητικές θέσεις κινούμενος, θα θεωρήσει σαν τα «πιο γνήσια έργα της Χριστιανικής Αγιογραφίας» τις αγιογραφίες των τελευταίων αιώνων της Τουρκοκρατίας, όταν οι τεχνίτες δούλευαν «με την πίστη μονάχα, δίχως να ανακατευθεί καθόλου το μυαλό». Μ’ αυτόν τον θεωρητικό οπλισμό κι όταν θα γνωρίσει την Μακεδονική Ζωγραφική, θα μείνει κλειστός και επιφυλακτικός αν όχι προκατειλημμένος.

Στα χρόνια που ακολουθούν πλουταίνει τη γνώση του καθώς εργάζεται σαν συντηρητής σε διάφορες βυζαντινές εκκλησίες και Μουσεία (Βυζαντινό Μουσείο 1931-32, Μουσείο Καΐρου 1935, Μουσείο Κερκύρας).

Γνώστης πια της παραδοσιακής μας Ζωγραφικής, όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου (1939 και μετά) δίνει το σημαντικότερο έργο του σε κοσμική ζωγραφική: τις τοιχογραφίες στο Δημαρχιακό Μέγαρο των Αθηνών. (Δυστυχώς είναι και το μόνο μεγάλο έργο του που έχει μέχρι σήμερα σωθεί. Γιατί οι τοιχογραφίες που είχε ζωγραφίσει στο σπίτι του απεικονίζοντας την οικογένεια του καταστράφηκαν, σώζονται όμως μερικοί πίνακες με αρχαία θέματα όπως ο Λαοκόων της Δημοτικής Πινακοθήκης Αθηνών, ο Βρούτος κ.ά.).

Στο Δημαρχείο ζωγράφισε τέσσερις συνθέσεις στις δυο αίθουσες του ισογείου, ζωφόρους, μέσα στην λευκή ορθομαρμάρωση, με θέματα κυρίως από την ιστορία της Αθήνας και ιστόρησε τους τέσσερις τοίχους του Γραφείου του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου. Τους τοίχους αυτούς χώρισε σε ζώνες, που στην ανώτερη ζωγράφισε ολόσωμους, μετωπικούς τους κυριότερους ήρωες του Ελληνισμού από τους μυθικούς χρόνους μέχρι την Επανάσταση του 1821. Ανάμεσα σ’ αυτές περιλαμβάνονται και μορφές αρχαίων ηρώων και ημιθέων αλλά και αγίων σαν τον Ιωάννη, το Χρυσόστομο ή ποιητών σαν το Σολωμό. Στη χαμηλότερη ζώνη έχουν ιστορηθεί σκηνές, μάχες κ.λπ. από διάφορες περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας.

Στις τοιχογραφίες αυτές είχε πολλά προβλήματα να αντιμετωπίσει. Προηγούμενοί του ζωγράφοι μυθολογικών σκηνών και ιστορικών γεγονότων της κλασικής εποχής είχαν δημιουργήσει για τα θέματα, με τα οποία θα δούλευε, μια εικονογραφία καθώς και μια ζωγραφική τεχνοτροπία βασισμένη κυρίως στο ρεαλισμό και κλασικισμό, που κατά τη γνώμη τους βρισκόντανε πλησιέστερα στο κλίμα και τη μορφή των εικονιζόμενων γεγονότων.

Ο Κόντογλου αγνόησε και την εικονογραφία, αλλά κυρίως εκείνο που τόλμησε ήταν ν’ αγνοήσει την «κλασική» τεχνοτροπία. Διάλεξε τη γλώσσα της Βυζαντινής Ζωγραφικής, που την πλούτισε σε ορισμένες περιπτώσεις με τη γνώση της ανατομίας, και την πλαστική απόδοση των μορφών. Η τεχνοτροπία του βασιζότανε στην Βυζαντινή Παράδοση, όπως μάλιστα την αισθανότανε ο ζωγράφος, με τις στενές κυρίως φόρμες, τη μικρή κλίμακα, το αυστηρό περίγραμμα, τα σεμνά και μουντά χρώματα, από τα οποία λείπει κάθε φωναχτός τόνος ή συμπληρωματική χρήση των χρωμάτων, με προτίμηση στα γεώδη, τα καστανά, τα σκοτωμένα μπλε, σε μια θαυμαστή όμως ενότητα. Μοιάζει ουσιαστικά σαν να βλέπεις συνθέσεις που κυριαρχεί ένα χρώμα με τις παραλλαγές του. Την χρωματική ενότητα συμπληρώνει η μετρημένη και ισόρροπη σύνθεση.

Στην εικονογραφία ξεκινά από την αρχή (κάποια εικονογραφικά στοιχεία βυζαντινών χειρογράφων, που ιστορούν κοσμικές σκηνές και περιορισμένης κλίμακος είναι και αμφίβολο φαίνεται να τα ήξερε ο Φ. Κόντογλου) και βάζει όλη την πλούσια αφηγηματική φαντασία του να συλλάβει και πραγματώσει τόσο μεγάλο έργο. Μελέτη των τοιχογραφιών αυτών θα εύρισκε ίσως πηγές εικονογραφικές και τεχνοτροπικές ακόμη, γιατί πολλές φορές παρουσιάζεται από σύνθεση σε σύνθεση διαφοροποίηση στην τεχνοτροπία. Στην ζωφόρο π.χ. της Νοτίας αίθουσας του ισογείου, όπου εικονίζεται η πάλη του Ερεχθέα με τον Εύμολπο, καθώς και οι προσωποποιήσεις του Υμηττού και της Πεντέλης, ο ζωγράφος χρησιμοποιεί μεν την τεχνική της βυζαντινής Παράδοσης, για να αποδώσει όμως τους μυθικούς ήρωες με ομορφοπλασμένα γυμνά κορμιά άψογης ανατομίας και ροδαλής επιδερμίδας που θυμίζουν Πομπηϊνά πρότυπα. Στην απέναντι, μέσα στην ίδια αίθουσα, σύνθεση με τις προσωποποιήσεις των πόλεων, κυριαρχεί η ηρεμία και η επιπεδική παράσταση των σεμνόχρωμων γυναικείων μορφών.

Άλλο χαρακτήρα, κοντυνότερο στη δισδιάστατη Βυζαντινή Ζωγραφική, παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες με τις μεγάλες μάχες των Μακεδόνων βασιλέων στο Γραφείο του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου. Γιατί διάλεξε όμως την εκκλησιαστική τεχνοτροπία ο Κόντογλου για να ιστορήσει κοσμικά, παγανιστικά θέματα; Μήπως τούτο ήταν ιεροσυλία; Μήπως είχε παρασυρθεί από ένα βυζαντινίζον κλίμα της εποχής του, που ήθελε την Βυζαντινή Τέχνη, εκλεκτή των κύκλων των διανοουμένων; Μήπως από εκζήτηση και αναζήτηση πρωτοτυπίας; Νομίζω πως για κανένα απ’ αυτούς τους λόγους. Ο Φ. Κόντογλου πίστευε στην παράδοση. Όχι θεωρητικά, διανοουμενίστικα. Αλλά στην παράδοση σαν συνέχεια ζωής. Και αυτήν τη συνέχεια ήθελε να διαιωνίσει με την τέχνη. Να ιστορήσει, τον απόμακρο κόσμο του ελληνικού μύθου και της Ιστορίας, με τον πλησιέστερο όμως ντόπιο εκφραστικό τρόπο· τη ζωγραφική γλώσσα του μεσαιωνικού Ελληνισμού. Έτσι ένωνε την αρχαία παράδοση με το Βυζάντιο, αυτός ο σημερινός Μικρασιάτης, πετυχαίνοντας τη συνέχεια που ζητούσε. Έφερνε τους απόμακρους ήρωες από τα σκονισμένα βιβλία των λογίων στον οικείο χώρο και τη μορφή των αγίων της Εκκλησίας, με τους οποίους ήταν μαθημένος να συζεί ο απλός, ο ανόθευτος από τη δυτική επίπλαστη παιδεία, λαός. Και δεν ήταν ιεροσυλία αυτό που έκαμε. Γιατί οι παλαιότεροί του αγιογράφοι είχαν τολμήσει να ζωγραφίσουν, μέσα μάλιστα στους νάρθηκες των μοναστηριακών εκκλησιών, τους αρχαίους Έλληνες Φιλοσόφους, τον Μεγαλέξανδρο και τους άλλους ήρωες (Μονή Φιλανθρωπινών, Μ. Γόλας, εκκλησίες Καστοριάς κλπ).

Οι τοιχογραφίες του Δημαρχείου ίσως είναι το πιο προσωπικό του και το πιο ολοκληρωμένο έργο της ζωγραφικής του και η σημαντικότερη προσφορά στην Ιστορία της Νεοελληνικής Ζωγραφικής. Δεν έχει ακόμη ιδιαίτερα μελετηθεί (έκτος από το μεγάλο άρθρο του Άγγ. Προκοπίου στην Αγγλοελληνική Επιθεώρηση του 1947), ώστε να προσδιοριστεί ακριβέστερα ο ρόλος του στην πορεία της Νεοελληνικής Ζωγραφικής. Κι ακόμη αξίζει να παρουσιαστεί ξανά στο ευρύτερο ελληνικό κοινό που κοντεύει να το ξεχάσει.

***

Η συμβολή όμως του Φώτη Κόντογλου στη Νεοελληνική Ζωγραφική δεν τελειώνει με το έργο του αυτό, που καλύπτει την δημιουργικότητά του στη δεκαετία πριν από τον πόλεμο. Το ζωγραφικό κήρυγμα για την επιστροφή στη ζωγραφική παράδοση του τόπου και την απαλλαγή από την κηδεμονία και άμεση εξάρτηση της τέχνης από τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Δύσης, έδωσε αγλαότατους καρπούς.

Αυτός ο Ανατολίτης που έζησε στο Παρίσι για αρκετό καιρό, που γνώρισε προσωπικά μάλιστα τον Ροντέν, όπως αναφέρει σε κάποιο γραφτό του, ούτε ξιπάστηκε από τη λαμπερή επιφάνεια της μοντέρνας παριζιάνικης ζωής, ούτε θαμπώθηκε από την εκεί επανάσταση της τέχνης. Ίσως μόνο μια έμμεση επίδραση να δέχθηκε, δηλαδή τη στροφή προς το μεσαιωνικό παρελθόν. Πιστότατος στη μορφοπλαστική παράδοση της τέχνης της Ελλάδος, ζήτησε να βρει την άμεση ανανέωση στην τέχνη του τόπου του κι όχι στον τόπο της φιλοξενίας του.

Σιγά-σιγά άλλωστε αυτή η ανάγκη γινότανε συνείδηση ολοένα και σε περισσότερους ευαίσθητους δέκτες. Ζωγράφοι, αισθητικοί, και ιστορικοί της τέχνης άρχιζαν να στρέφονται προς τις πηγές και τις ρίζες της παράδοσης σαν άμεσης όμως συνέχειας. Το φαινόμενο φυσικά αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά γενικότερο ευρωπαϊκό κίνημα, από το οποίο αρδεύεται και το ελληνικό. Ουσιαστικά πρόκειται για τη βαθύτερη έννοια του ρομαντισμού. Οι προσπάθειες όμως στην αρχή είναι μεμονωμένες και συχνά καιρικές στη ζωή και στο έργο των ζωγράφων.

Ο Φ. Κόντογλου αντίθετα γίνεται ο διαπρύσιος κήρυκας αυτής της επιστροφής με την απολυτότητα και το πάθος του οδηγητή και πρωτοπόρου. Έχει άλλωστε και το τάλαντο του γραφτού λόγου, που τον βοηθά σ’ αυτήν την αποστολή. Στο κήρυγμα και στο εργαστήρι του φοιτούν άμεσα μερικοί νέοι τότε ζωγράφοι, σαν τον Γιάννη Τσαρούχη και το Νίκο Εγγονόπουλο, που αργότερα θα ακολουθήσουν διάφορους δρόμους και από τον δάσκαλο και ανάμεσά τους, αλλά τα βασικά διδάγματά του θα επηρεάσουν σύμφωνα με την προσωπικότητα τού καθενός το έργο τους. Έκτος όμως απ’ αυτούς άμεσα θα ακούσουν το μάθημά του μια ολόκληρη γενιά ζωγράφων, μια γενιά που προσδίδει στη Νεοελληνική Τέχνη την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της, η λεγομένη γενιά του ’30. Παρ’ όλο το εύρος των ζωγραφικών επιτευγμάτων τους και την ιδιοτυπία των δημιουργών της, οφείλει πολλά το ξεκίνημά της στην παρουσία και το έργο του Φ. Κόντογλου.

Βέβαια το κήρυγμα του Κόντογλου ήταν επιστροφή στη Βυζαντινή Ζωγραφική, όπως άλλωστε το εφάρμοσε ο ίδιος στις τοιχογραφίες του Δημαρχείου. Και στον τομέα αυτόν τον ακολούθησαν μερικοί ζωγράφοι της γενιάς του ’30 σύμφωνα πάντα με την καλλιτεχνική προσωπικότητά του ο καθένας, για ορισμένη φάση του έργου τους τουλάχιστον, ενώ και στη μεταπολεμική γενιά υπάρχουν ζωγράφοι σαν τον Π. Κοψίδη, τον Μ. Βατζιά κ.ά. που εκφράζουν τους παλμούς της εποχής (π.χ. τα γεγονότα του Πολυτεχνείου από τον Βατζιά), με μακρινή Βάση τη βυζαντινή τεχνική, έστω κι αν και το υλικό ακόμη έχει αλλάξει καθώς την αυγοτέμπερα ή το φρέσκο αντικατέστησαν τα πλαστικά χρώματα.

Το μάθημα όμως του Κόντογλου το πλατύτερο, που καλούσε στη διερεύνηση των αυτοχθόνων ζωγραφικών στοιχείων είτε στη Βυζαντινή τέχνη όπως πίστευε ο ίδιος, είτε στη λαϊκή, όπως πίστευαν άλλοι, είτε και στην αρχαία ζωγραφική, όπως εύρισκαν μερικοί, είχε μεγάλη απήχηση σε σημαντικό αριθμό ζωγράφων που πάσχιζαν να βρουν και να εκφράσουν στην τέχνη τους το αληθινό πρόσωπο του τόπου μας, όχι μόνο θεματογραφικά, αλλά κυρίως μορφολογικά, καθώς πιστεύανε ότι η συνένωση της μορφής και του περιεχομένου είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιομορφίας. Η αναζήτηση αυτή της «Ελληνικότητας», που έγινε το κύριο αίτημα της γενιάς του ’30, χρωστάει το βλάστημά της και στο σπόρο που αδιάκοπα και με αλύγιστο ζήλο έριχνε ο Φ. Κόντογλου.

Ο Κόντογλου όμως υπήρξε πρώτα απ’ όλα αγιογράφος. Ζωγράφος της λειτουργικής τέχνης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ζωγράφος που είχε συνείδηση του θεολογικού χαρακτήρα της Ζωγραφικής μέσα στο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου. Και σ’ αυτό το σημείο, νομίζω, θα πρέπει να προσδιοριστεί κυρίως η προσφορά του Κόντογλου στην εκκλησιαστική τέχνη: στην επίγνωση της μεγάλης διακονίας της ζωγραφικής στη λατρευτική και λειτουργική σύναξη του λαού του Θεού, του Σώματος του Χριστού, την Εκκλησία.

Ο Φ. Κόντογλου πίστευε πως η αγιογραφία δεν είναι πάρεργο ή έστω μια κάποια παρενθετική απασχόληση, αλλά υψηλή αποστολή, ιερουργία. Και πίστευε απόλυτα ότι η Βυζαντινή Ζωγραφική είναι η μοναδική έκφραση που αρμόζει στον υψηλό αυτό στόχο. Αυτή ακριβώς η επίγνωση είναι που τον έκανε ικανό και άξιο να αλλάξει τον ξεστρατισμένο δρόμο της νεοελληνικής αγιογραφίας και να τον στρέψει προς τις ζωηφόρες πηγές της Παράδοσης. Χωρίς ίσως να είναι ο πρώτος ή ο μόνος που αγιογραφεί σε βυζαντινή τεχνοτροπία, είναι ο πρώτος που απόλυτα πιστεύει στην αξία της διά βίου, όχι κάποια στιγμή ή περίοδο επηρεασμένος από εξωτερικούς παράγοντες και μόδες.

Και εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Για πολλά χρόνια αυτός ο κήρυκας της επιστροφής στη Βυζαντινή τέχνη δεν έχει εικονογραφήσει μια ολόκληρη εκκλησία στην Αθήνα, όπως άλλοι που ανήκουν στην κατηγορία των αγιογράφων που προαναφέραμε. Παρ’ όλα όμως αυτά είναι ο κύριος αφυπνιστής των ορθοδόξων συνειδήσεων για να απαλλαγεί ο χώρος της Εκκλησίας από ανούσια ζωγραφικά και αθεολόγητα τοιχογραφήματα. Γνωρίζοντας τη σημασία που δίνει η Ορθόδοξη Εκκλησία στη Ζωγραφική, μπορούμε να καταλάβουμε και τη σημασία που έχει η ορθή, η γνήσια Ορθόδοξη ζωγραφική μέσα στην Εκκλησία. Και τη συνείδηση αυτής της σημασίας αγωνίζεται ο Κόντογλου να ξυπνήσει.

Ο Φ. Κόντογλου ζωγράφισε και φορητές εικόνες και τοιχογραφίες. Παλαιότερες νομίζω ότι είναι οι φορητές εικόνες. Είναι όμως πολύ επικίνδυνο να εκφράσει κανείς συμπεράσματα γι’ αυτόν τον τομέα της τέχνης του· μιας και οι εικόνες του είναι διάσπαρτες σε διάφορα μέρη της Ελλάδος και έτσι δεν είναι εύκολο νάχη κανείς πλήρη εποπτεία και κατά συνέπεια σωστή κρίση. Οι εικόνες όμως που έχουμε συναντήσει, φαίνεται να ακολουθούν τα διδάγματα της Κρητικής Σχολής, σε γενικές γραμμές, με έντονο όμως το προσωπικό στοιχείο. Σχέδιο σίγουρο και καθαρό, φόρμες κατά κανόνα κλειστές. Σκούρος καστανόχρωμος προπλασμός για τα πρόσωπα και τα χέρια. Και στα ενδύματα προτιμά, τουλάχιστο στα παλαιότερα έργα του, τους ήσυχους τόνους, που δένουν με το πρόσωπο και τα γυμνά μέρη (π.χ. οι εικόνες του Τέμπλου του Αγ. Νικολάου Πατησίων του 1947, εικόνα Τριών Ιεραρχών στην Καπνικαρέα του 1934 κ.ά.)

Και για τις τοιχογραφίες στις εκκλησίες δεν είναι πολύ εύκολη η αποτίμηση και η μελέτη για διαφορετικό όμως λόγο. Ο Φ. Κόντογλου δούλευε μαζί με τους μαθητές του και πολλές φορές είναι δύσκολη η διάκριση στο κυρίως προσωπικό του έργο και στην εργασία των μαθητών. Από τις παλαιότερες τοιχογραφίες είναι η εκκλησία ή ακριβέστερα μέρος των τοιχογραφιών της εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής στο Λιόπεσι, που ιστορήθηκε από το Φ. Κόντογλου και το μαθητή του Τερζή στα 1946. Οι στρατιωτικοί Άγιοι στα μέτωπα των ανατολικών πεσσών του τρούλλου (Άγ. Θεόδωρος, Γεώργιος, Δημήτριος, Μερκούρης κ.ά.) είναι από τα καλύτερα δείγματα της αγιογραφίας του Φ. Κόντογλου. Μορφές ρωμαλέες, πλασμένες με τη Βυζαντινή τεχνική, αλλά και με έντονη την προσωπική τεχνική του Φ. Κόντογλου, ποτισμένη από τη λαϊκή παράδοση. Οι Άγιοι εικονίζονται αληθινά σαν παλληκάρια και πρωταθλητές της πίστεως. Στα έργα αυτά βρίσκουμε το πιο προσωπικό -μέσα πάντα στα εκκλησιολογικά πλαίσια της Ορθόδοξης Παράδοσης- αγιογραφικό έργο του Κόντογλου. Βάση του είναι η Κρητική Σχολή, αλλά το χρώμα του και το σχέδιο τρέφονται από χυμούς μιας ζωντανής και δημιουργικής, όχι αντιγραφικής μιμητικής ζωγραφικής. Όπως άλλωστε γινότανε σε κάθε δημιουργική εποχή της μακραίωνης βυζαντινής τέχνης, οι τεχνίτες, έμεναν πιστοί στην παραδοσιακή τεχνική και κυρίως στον εσώτατο πυρήνα της, που εξέφραζε την ανάλλαχτη αλήθεια της αποκαλυμμένης πίστης. Επειδή όμως οι ίδιοι ήσαν εκφραστές και συνεχιστές αυτής της πίστης, μπορούσαν να εκφράζουν ταπεινά και ειλικρινά τον εαυτό τους και τον καιρό τους και γινότανε αυτή η σύζευξη του αιωνίου με το καιρικό χωρίς σύγχυση και χωρίς το ένα να κυριαρχεί σε βάρος του άλλου. Αυτό προσπάθησε ο Κόντογλου στις τοιχογραφίες της εκκλησίας στο Λιόπεσι. Αργότερα όμως μοιάζει να περιόρισε αυτή την αρχική φιλοδοξία. Λεπτομερέστερη μελέτη θα μπορούσε να δείξει αν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, καθώς και τις αιτίες που την δημιούργησαν. Στις τοιχογραφίες της δεκαετίας του 1950 και μετά (Καπνικαρέα, Άγ. Γεώργιος Κυψέλης, Άγ. Νικόλαος Πατησίων), τα αξιολογότερα τμήματα είναι εκείνα όπου ο ζωγράφος ακολουθεί τα κρητικά πρότυπα. Χαρακτηριστικό δείγμα, οι τοιχογραφημένες δεσποτικές εικόνες του κτιστού τέμπλου του Αγ. Χαραλάμπους Πολυγώνου, ζωγραφισμένες στα 1955. Δουλεμένες σε κρητική τεχνοτροπία με σοβαρούς γενικά χρωματικούς τόνους, μαύρο χρώμα για φόντο και καστανόχρωμο προπλασμό, πάνω στο οποίο αναπτύσσονται σε ανοιχτότερο τόνο τα φώτα ή γράφονται με λευκές πινελιές, δείχνουν με το σφιχτό σχέδιο, την κλειστή, στιβαρή φόρμα, την χρωματική ενότητα και το εσωτερικό ήθος, στον άξιο τεχνίτη στο κλίμα του.

Σημειώσαμε πιο πάνω για τη συμβολή του Κόντογλου σαν δασκάλου. Περισσότερο ίσως με την έννοια του καθοδηγητή και εμπνευστή παρά του ακαδημαϊκού καθηγητή. Αν τούτος όμως ο τίτλος του αξίζει για την κοσμική νεοελληνική ζωγραφική, για την αγιογραφία ο ρόλος του υπήρξε απτός, άμεσος και ιδιαίτερα παραγωγικός. Βέβαια πριν απ’ αυτόν ή παράλληλα εργάζονται αγιογράφοι όπως ο Δ. Πελεκάσης, ο Άγγ. Αστεριάδης, ο Σπ. Βασιλείου στη βυζαντινή τεχνοτροπία. Όμως δάσκαλος φλογερός που γύρω του μαζεύονται όσοι θέλουν να σπουδάσουν την ιερή τέχνη, είναι μόνον ο Φ. Κόντογλου. Σε μια εποχή μάλιστα που η βυζαντινή αγιογραφία δεν διδάσκεται επίσημα καθόλου στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, (μέχρι σήμερα άλλωστε δεν υπάρχει ειδική έδρα, αλλά η αγιογραφία και το φρέσκο διδάσκονται από επιμελητή), οι ζηλωτές νέοι τεχνητές φοιτούν στο εργαστήρι και στη σκαλωσιά του Κόντογλου. Οι μαθητές του Ράλλης Κοψίδης, Πέτρος Βαμπούλης, Γεωργακόπουλος, Παπανικολάου, Τερζής Ιωάννης, ακολουθούν διάφορο δρόμο ο καθένας. Άλλοι στρέφονται προς τη λαϊκή έκφραση, με την οποία ενώνουν τη Βυζαντινή Παράδοση, άλλος προς τη Μακεδονική Σχολή, ανάλογα ο καθένας με την προσωπικότητά του. Έτσι, ενώ δεν δημιούργησε με την στενή έννοια σχολή, έφτιαξε αυτή την ομάδα που ιστορεί όλους τους τοίχους των εκκλησιών με τη Βυζαντινή τεχνοτροπία.

Στο διδακτικό έργο του θα πρέπει να περιληφθεί και η συγγραφή του βιβλίου του «Έκφρασις» ήτοι «Ιστόρησις της παντίμου ορθοδόξου αγιογραφίας, της και λειτουργικής καλούμενης, περιέχουσα την τεχνολογίαν και εικονογραφίαν της ειρηνοχύτου ταύτης τέχνης, ήτοι τήν έρμηνείαν τών τεχνικών τρόπων καί τους ιερούς τύπους των εικόνων, καθώς και εξήγηση περί της λεπτότητος και του πνευματικού κάλλους και της τιμής αυτής». Βασισμένος στην προγενέστερη συγγραφική παράδοση της «Ερμηνείας της ζωγραφικής», του Διονυσίου του εκ Φουρνά, καθώς και στη δική του γνώση, καταγράφει την πείρα του ολάκερη, ώστε να είναι χρήσιμη γι’ αυτούς, που θα θελήσουν να συνεχίσουν την «Ειρηνόχυτον» λειτουργική τέχνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η συνέχιση άλλωστε της Παράδοσης ήταν και το μεγάλο μεράκι του χαρισματούχου αυτού ανθρώπου. Σ’ αυτήν πρόσφερε όλη τη δύναμη και όλα τα τάλαντα, που πλούσια βέβαια του είχε εμπιστευθεί ο Κύριος και στη δόξα του οποίου τελικά τα αφιέρωσε.

Πηγές: Μνήμη Κόντογλου εκδοτικός οίκος Αστήρ, Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1975

Ο Φώτης Κόντογλου και η Νεοελληνική Ζωγραφική

Ο καινοτόμος Γιαν βαν Αϊκ

Ο Γιαν βαν Αϊκ είναι ένας από τους

μεγάλους ζωγράφους της ιστορίας της δυτικής τέχνης, για τη θαυμαστή του τεχνική, για τη δημιουργική του ικανότητα, στην οποία ξεχωρίζει η αντίληψή του για το τοπίο και την προσωπογραφία, για τη μόρφωση και την αυτοεκτίμησή του, η οποία, ωστόσο, δεν κατάφερε να αλλάξει την αντίληψη για τους ζωγράφους, οι οποίοι θεωρούνταν ακόμα απλοί τεχνίτες, και όχι καλλιτέχνες. Στην υπηρεσία της αριστοκρατίας της Βουργουνδίας και του περιβάλλοντός της, ήταν όμως και ένας καλλιτέχνης τον οποίο εκτιμούσαν ιδιαίτερα οι Ιταλοί έμποροι που κατοικούσαν στη Βρύγη και σε άλλες φλαμανδικές πόλεις.

Παρόλο που διαθέτουμε αρκετά ντοκουμέντα σχετικά με τα χρόνια της καλλιτεχνικής ωριμότητας του Βαν Αϊκ -επισημαίνει στο κείμενο της Μονογραφίας η Federica Armiraglio- η ανασύσταση της υπόλοιπης ζωής του δεν είναι πάντα εύκολη. Η χρονολογία της γέννησής του είναι άγνωστη, τοποθετείται όμως κατά πάσα πιθανότητα ανάμεσα στο 1390 και το 1395. Ο τόπος όπου γεννήθηκε είναι επίσης άγνωστος.

Η πρώτη επίσημη αναφορά στο όνομα του Βαν Αϊκ γίνεται στο βιβλίο λογαριασμών του Ιωάννη (της Βαυαρίας). Ανάμεσα στο 1422 και το 1424, ο καλλιτέχνης βρισκόταν στην υπηρεσία του Ιωάννη της Βαυαρίας, κόμη της Ολλανδίας, με την ιδιότητα του ακόλουθου, αλλά και του ζωγράφου της αυλής της Χάγης. Αν και υπάρχει ένα μικρό ποσοστό αμφιβολίας, είναι ωστόσο πολύ πιθανό η σταδιοδρομία του Γιαν βαν Αϊκ να ξεκίνησε από τη μικρογραφία, είδος το οποίο εγκατέλειψε εν συνεχεία, για να αφοσιωθεί στη ζωγραφική σε ξύλο.

Τον Ιανουάριο του 1425, ο Γιαν πέρασε στην υπηρεσία του δούκα της Βουργουνδίας, του Φίλιππου του Καλού. Οπως με τον Ιωάννη της Βαυαρίας, έτσι και σε αυτή την περίπτωση δεν γνωρίζουμε ποιες ακριβώς ήταν οι υπηρεσίες που πρόσφερε ο Βαν Αϊκ στον Φίλιππο τον Καλό.

Οταν εγκατέλειψε τη Χάγη, ο Γιαν βαν Αϊκ έζησε αρχικά στη Λιλ, όπου τον είχε καλέσει ο δούκας, αλλά εν συνεχεία πήγε στη Βρύγη, πόλη στην οποία έμεινε από το 1432 μέχρι τον θάνατό του, το 1441. Το 1432 αποτελεί ορόσημο, καθώς τότε άρχισε να υπογράφει τα έργα του, συνήθεια που διατήρησε για περίοδο περίπου δέκα χρόνων, μέχρι τον θάνατό του. Τη χρονιά αυτή η υπογραφή του εμφανίζεται στο πλαίσιο του «Πολύπτυχου της Γάνδης», το οποίο προοριζόταν για τον καθεδρικό ναό του Αγίου Μπαβόν, όπου και φυλάσσεται μέχρι σήμερα.

Η προσωπογραφία ήταν ένα από τα είδη τα οποία ο Βαν Αϊκ ανανέωσε ριζικά -σημειώνει η Armiraglio-, θέτοντας τις βάσεις μιας σύγχρονης απεικόνισης της ανθρώπινης μορφής, μακριά από κάθε εξιδανίκευση.

Ο Γιαν βαν Αϊκ ήταν επίσης ένας από τους εμπνευστές, μαζί με τον Ρομπέρ Καμπέν, του λεγόμενου Andachtsbild, του έργου λατρευτικού χαρακτήρα, το οποίο θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία και άνθηση στη φλαμανδική ζωγραφική. Η ονομασία αυτή αποδίδεται σε έργα με θρησκευτικά θέματα που κυριαρχούνται από σιωπηλή και στοχαστική ατμόσφαιρα, η οποία καλεί σε διαλογισμό. Ο ρόλος του παραγγελιοδοτών, οι οποίοι απο τον Μεσαίωνα και μετά εμφανίζονταν συχνά στα έργα με θρησκευτικά θέματα, αλλάζει ριζικά. Γίνονται βασικό μέρος της σύνθεσης, σαν να ήταν πραγματικά παρόντες στη θεϊκή εμφάνιση.

Ο Γιαν βαν Αϊκ ήταν επίσης σημαντικός ανανεωτής στο τεχνικό πεδίο, χάρη στο γεγονός ότι κατείχε τέλεια την τεχνική της ελαιογραφίας, με την οποία δίνει στους πίνακές του τη διάφανη και λαμπερή όψη που τους χαρακτηρίζει. Με διαδοχικές και λεπτές στρώσεις χρώματος, επιτυγχάνει ετνυπωσιακά βαθμό φωτεινότητας και λάμψης, ο οποίος από την αρχή προκάλεσε τον θαυμασμό των συγχρόνων του, εκτρέφοντας τον μύθο ότι επρόκειτο για τον «πατέρα» αυτής της τεχνικής.

Οι μελετητές προσπάθησαν να αποσυνδέσουν τη μορφή του Βαν Αϊκ από τις πιο μυθοποιημένες πτυχές της -παρατηρεί η Armiraglio- ξεκινώντας από την υποτιθέμενη λογιοσύνη του. Ομως, ενώ είναι σίγουρα υπερβολή να μετατρέψουμε τον Φλαμανδό ζωγράφο σε ουμανιστή λόγιο, από την άλλη είναι αναμφισβήτητο ότι τα επαναλαμβανόμενα δείγματα εκτίμησης από πλευράς του Φίλιππου του Καλού, και ακόμα περισσότερο τα ίδια του τα προσόντα, που ξεπερνούν κατά πολύ την απλή τεχνική δεξιότητα, φτάνοντας σε υψηλά επίπεδα σύλληψης και εκτέλεσης. Η ζωγραφική του Βαν Αϊκ δεν είναι καινοτόμος μόνο για τον εκπληκτικό ρεαλισμό της, την ανακάλυψη του χώρου που διαμορφώνεται από το φως ή την καθιέρωση της ελαιογραφίας, αλλά και για όσα κρύβονται πίσω της, και ειδικότερα τον θεωρητικό στοχασμό για τον ρόλο των εικαστικών τεχνών, που τόσο χώρο καταλαμβάνει στα κείμενα της ιταλικής Αναγέννησης. Ο Βαν Αϊκ αποδεικνύεται ότι είχε μελετήσει αυτά τα ζητήματα.

Ο Βαν Άικ οφείλει την επιτυχία του κυρίως στην – όπως αναφέραμε παραπάνω καινοτόμα για την εποχή του- τεχνική της ελαιογραφίας. Αυτός την εφεύρε, αλλά και στα πιο καθημερινά έργα που επιχείρησε να δημιουργήσει.

Το 1425, μετά τον θάνατο του Ιωάννη της Βαυαρίας, ο βαν Άικ εντάσσεται στο καλλιτεχνικό δυναμικό του Φιλίππου του Καλού, στην υπηρεσία του οποίου θα παραμείνει για το υπόλοιπο της ζωής του.
Ως «ιδιαίτερος του βασιλέα» αναλαμβάνει διάφορες καλλιτεχνικές παραγγελίες της Αυλής της Βουργουνδίας, για τις οποίες και πληρώνεται αδρά. Η αμοιβή του με τα χρόνια αυξάνει θεαματικά, δείκτης της σπουδαιότητας της θέσης του· Σε έγγραφο του 1435 αναφέρεται ότι πρέπει να επισπευσθεί η πληρωμή του ζωγράφου, ειδάλλως υπάρχει ο κίνδυνος να φύγει και να χάσουν έναν απαράμιλλο ποιητή “τέχνης και επιστήμης”. Ο Δούκας Φίλιππος του έτρεφε μεγάλη εκτίμηση, βαπτίζοντας τα παιδιά του, αλλά και χρηματοδοτώντας τη χήρα του μετά τον θάνατό του καθώς και προικοδοτώντας μια κόρη του.
Αντίθετα με το σύνηθες της εποχής του, ο Βαν Άικ συχνά υπέγραφε τα έργα του και χρονολογούσε τις κορνίζες τους.· Πίνακας και κορνίζα, αμφότερα ήταν αδιαίρετα έργα τέχνης και παρότι η κορνίζα ήταν προϊόν διαφορετικού τεχνίτη, συχνά θεωρούνταν ισότιμης τέχνης ως προς το ζωγραφικό έργο.

Η υπογραφή του “ALS IK KAN” (όπως μπορώ) προέρχεται από τη φλαμανδική ρήση όπως μπορώ, όχι όπως θα μπορούσα· σ’ αυτήν οφείλεται εν πολλοίς η φήμη του, αλλά και η σχετικά αδιαμφισβήτητη ταυτότητα των έργων του, μεταξύ των καλλιτεχνών της λεγόμενης Φλαμανδικής Σχολής.


Δεν κινήθηκε μόνο στην εκκλησιαστική ζωγραφική, ούτε στις μορφές, στα χρώματα ακόμα και στην τεχνική που οι προκάτοχοί του μας είχαν συνηθίσει. Και για αυτό ακριβώς ξεχώρισε και έμεινε στην ιστορία, κάνοντας αυτό το βήμα προς τα μπροστά.

Ο Σκεπτόμενος, το πιο διάσημο γλυπτό του Ροντέν

«Ο Σκεπτόμενος» είναι από τα γνωστότερα και δημοφιλέστερα γλυπτά του: είναι η απεικόνιση του ανθρώπου που διαλογίζεται στο πεπρωμένο του.

Το γλυπτό δείχνει μια μεγάλη γυμνή αρσενική φιγούρα που κάθεται πάνω σε ένα βράχο με το πηγούνι να στηρίζεται στο ένα χέρι σαν να έχει βαθιά σκέψη και χρησιμοποιείται συχνά ως εικόνα για να αντιπροσωπεύει τη φιλοσοφία. Υπάρχουν πολλές εκδοχές πλήρους μεγέθους, τα οποία είναι περίπου 186 εκατοστά (73 ίντσες) ψηλά, αν και δεν έγιναν όλα έγιναν κατά τη διάρκεια ζωής του Ροντέν και υπό την επίβλεψή του. Υπάρχουν επίσης και άλλες εκδοχές διαφορετικού μεγέθους που δημιουργήθηκαν αργότερα. Το πρώτο γλυπτό υπολογίζεται ότι δημιουργήθηκε περίπου το 1884.

Το έργο που απεικονίζει έναν γυμνό άνδρα να στέκεται φιλοτεχνήθηκε από τον γάλλο καλλιτέχνη Auguste Rodin, ένα από τα πιο γνωστά του ίδιου. Πολλές μαρμάρινες και χάλκινες εκδόσεις σε διάφορα μεγέθη φιλοτεχνήθηκαν στην διάρκεια της ζωής του Ροντέν και μετά, αλλά η πιο διάσημη έκδοση είναι το χάλκινο άγαλμα των 6 ποδιών (που ονομάζεται συνήθως μνημειώδης) το 1904 που κάθεται στους κήπους του Ροντέν Μουσείο στο Παρίσι. Η μεγάλη μυϊκή φιγούρα έχει αιχμαλωτίσει το κοινό για δεκαετίες στη στιγμή της συγκεντρωμένης ενδοσκόπησης.

Το γλυπτό ονομάστηκε αρχικά ο ποιητής και σχεδιάστηκε ως μέρος των πύλων της κόλασης, αρχικά μιας επιτροπής (1880) για ένα ζευγάρι χάλκινων θυρών σε ένα προγραμματισμένο μουσείο διακοσμητικών τεχνών στο Παρίσι. Ο Ροντέν επέλεξε για το θέμα του το Δαίηνο του Δάντη από τη Θεία Κωμωδία (περ. 1308-21) και μοντελοποίησε μια σειρά από μικρές φιγούρες από πηλό που αντιπροσώπευαν μερικούς από τους βασανισμένους χαρακτήρες του ποιήματος. Το μουσείο, ωστόσο, δεν κατασκευάστηκε ποτέ, και οι πύλες δεν χυτήθηκαν ποτέ κατά τη διάρκεια της ζωής του Ροντέν. Κάποια πρόταση του οράματός του μπορεί να βρεθεί στον αρχικό γύψο που εκτίθεται στο Musée d’Orsay και στις πόρτες που έγιναν μεταθανάτια. Στα παραδείγματα αυτά, ένας ποιητής 27,5 ιντσών (70 cm) εμφανίζεται στο τύμπανο πάνω από τις πόρτες. Η γυμνή μορφή είναι καθισμένη πάνω σε ένα βράχο, η πλάτη του κρέμεται προς τα εμπρός, τα φρύδια ανοιγμένα, το πηγούνι στηρίζεται στο χαλαρό του χέρι και το στόμα ωθείται στις αρθρώσεις του. Ακόμα και σκεπτόμενος, παρατηρεί τις στρεφόμενες μορφές εκείνων που υποφέρουν στους κύκλους της Κόλασης παρακάτω. Μερικοί μελετητές υποδηλώνουν ότι ο ποιητής αρχικά είχε την πρόθεση να αντιπροσωπεύσει τον Δάντη, αλλά η μυώδης και ογκώδης μορφή έρχεται σε αντίθεση με τα τυπικά γλυπτά που απεικονίζουν τον ποιητή τόσο λεπτό και λυπηρό.

Μετά την μη ανέγερση του προτεινόμενου μουσείου, ο Ροντέν συνέχισε να αναπαράγει πολλές από τις φιγούρες από τις πύλες, χρησιμοποιώντας μερικούς νέους τρόπους και εκθέτοντας άλλους μεμονωμένα. Τελικά μετονομάστηκε ο ποιητής σε σκεπτόμενος και το εξέθεσε μόνος του το 1888 και έπειτα το διεύρυνε χάλκινο στις αρχές του 1900. Οι διευρύνσεις των αρχικών πηλίκων του Ροντέν εκτελέστηκαν κυρίως από τους βοηθούς του στούντιο, κυρίως τον Henri Lebossé, στα εργαστήριά του. Για να κάνουν αντίγραφα μεγέθους διαφορετικού μεγέθους, χρησιμοποίησαν μια μηχανή Collas, η οποία βασιζόταν σε ένα σύστημα παντογράφου και έμοιαζε με ένα τόρνο. Ο μνημειώδης σκεπτόμενος υπερνίκησε τις ημιτελή επιφάνειες που προτιμά ο Rodin – τα μαλλιά της γλυπτικής, που έχουν περικοπεί, αποκαλύπτουν ιδιαίτερα την τραχεία μοντελοποίηση του μοντέλου του αργίλου με τις πτυχές και τις εσοχές του. Ο Rodin παρουσίασε το γλυπτό στο Salon του 1904, μια ετήσια έκθεση γαλλικής τέχνης, όπου το μεγαλύτερο μέγεθος από το σκεπτόμενο και η απομόνωση από το τις πύλες της κολάσεως απέδωσαν μεγαλύτερη προσοχή από το μικρότερο αντίστοιχο. Μετά από μια δημόσια αναφορά, η γαλλική κυβέρνηση αγόρασε το γλυπτό και το εγκατέστησε έξω από το πάνθεον το 1906 ως δώρο στην πόλη του Παρισιού. Μεταφέρθηκε στους κήπους του Μουσείου Ροντέν το 1922.

Ο Ροντέν, φανερά επηρεασμένος από τις αξίες της ελληνορωμαϊκής παράδοσης, αλλά και από τον Μανιερισμό και το Μπαρόκ (ταξίδι στην Ιταλία το 1875-1876), προσφέροντας μας την ευκαιρία να αντικρύσουμε τα γλυπτικά του έργα από μια ξεχωριστή οπτική γωνία, θα θέσει τις βάσεις για αυτό που αργότερα θα αποκαλέσουν Μοντέρνα Γλυπτική. Ίσως για τον Ροντέν, αυτό που πραγματικά έχει σημασία στην τέχνη της γλυπτικής, είναι ο κορμός ως αυτόνομη μορφή.Τα περισσότερα έργα του διακατέχονται από μια συνεχή κίνηση.Όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος κάποτε: ”Η αναπαράσταση της απόλυτης ακινησίας είναι πολύ σπάνια στα έργα μου. Πάντοτε προσπάθησα να δείξω τη ζωή της ψυχής, μέσα από την κίνηση των μυών”

Πηγές:

http://anaskaptontas.blogspot.com/2014/05/rodin-francois-auguste-rene-rodin-12.html?m=1

https://www.nea-acropoli-athens.gr/arthra/esoterismos/1096-auguste-rodin-skeptomenos

https://www.britannica.com/topic/The-Thinker-sculpture-by-Rodin

Ο καλλιτεχνικός ακτιβισμός του Banksy

Ο Banksy είναι γνωστός Βρετανός καλλιτέχνης του γκραφίτι, πολιτικός ακτιβιστής και σκηνοθέτης ταινιών, ανεπιβεβαίωτης ακόμα ταυτότητας.Τα έργα του είναι συνήθως σατιρικά, σχολιάζοντας ζητήματα πολιτικής και κουλτούρας, με επιγράμματα που συνδυάζουν το μαύρο χιούμορ με γκραφίτι, τα οποία εκτελούνται με μια ιδιαίτερη τεχνική στένσιλ. Τα πολιτικού και κοινωνικού σχολιασμού έργα του έχουν εμφανισθεί σε δρόμους, τοίχους και γέφυρες πόλεων σε όλο τον κόσμ. Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά όμως τι πρεσβεύει και τι πετυχαίνει:

1. Ένας σπουδαίος καλλιτέχνης του δρόμου

Στους δρόμους αρκετών πόλεων της Αγγλίας, στη Νέα Υόρκη και τελευταία στο τείχος των Ισραηλινών στην Παλαιστίνη, ο Banksy έχει βάλει την υπογραφή του σε ευφάνταστα σκίτσα που εκπέμπουν πολιτικά και κοινωνικά μηνύματα ή ευαισθητοποιούν. Δημιουργεί εικόνες απλώνοντας με επιδεξιότητα το σπρέι σε τοίχους κτηρίων ή μάντρες, όπου μπορεί να υπάρχουν ζημιές, όπως πεσμένοι σοβάδες ή αντικείμενα. Αυτές οι επιφάνειες είναι ο καμβάς επάνω στον οποίο συμπληρώνει τα ατελή σχήματα και δημιουργεί παραστάσεις με νόημα.

Σε κάποια περίοδο κυκλοφόρησε η φήμη ότι συνελήφθη στη Νέα Υόρκη, οι οποίες όμως διαψεύστηκαν με την ανάρτηση του τελευταίου του έργου μέσα από την ιστοσελίδα του (banksy.co.uk). Πρόκειται για μια απομίμηση του έργου «το κορίτσι με το μαργαριτάρι στο αυτί», του Ολλανδού ζωγράφου Γιοχάνες Βέερνερ. Στο γκράφιτι τον ρόλο του μαργαριταριού υποδύεται ένας συναγερμός.

Μεγάλη εντύπωση είχε προκαλέσει πρόσφατα ένα έργο του Banksy σε μια πόλη κοντά στο Έσεξ. Απεικονίζει ένα σμήνος περιστέρια που διώχνουν ένα πολύχρωμο πουλί και του λένε να επιστρέψει στην Αφρική. Το Έσεξ είναι μια πόλη που συγκεντρώνει υψηλά ποσοστά το εθνικιστικό κόμμα UCIP και ο στόχος του γκράφιτι είναι να στείλει ένα μήνυμα κατά του ρατσισμού. Ο Δήμος έστειλε ένα συνεργείο να καθαρίσει τον τοίχο, αλλά συγχρόνως κάλεσε τον Banksy να ζωγραφίσει ένα έργο σε κάποια από τις προκυμαίες της παραθαλάσσια τουριστικής πόλης.

Ο καλλιτέχνης είναι διάσημος και τα σχέδια του γίνονται αμέσως τουριστική ατραξιόν, γι΄ αυτό και είναι αποδεκτά από τους δήμους που κανονικά τιμωρούν αυτό που ονομάζουν «βεβήλωση του δημόσιου χώρου». Το τίμημα της διασημότητας για τον Βρετανό καλλιτέχνη είναι η αποδοχή, στοιχείο που τον καθιστά αντιπαθή σε ένα κύκλο των συναδέλφων του.

Ο Banksy λέει ότι επηρεάστηκε επίσης από τον «3D», κατά κόσμο Robert Del Naja, ο οποίος είχε αφήσει το στίγμα του στα γκράφιτι προτού γίνει γνωστός ως ιδρυτικός μέλος του συγκροτήματος των Massive Attack. Λέγεται επίσης, γιατί κυκλοφορούν διάφορες φήμες γύρω από τα βιογραφικά του στοιχεία, ότι ο Bansky γεννήθηκε στο Μπρίστολ το 1974 και άρχισε να ασχολείται με το γκράφιτι το 1992, ως μέλος μια ομάδας με τους Kato και Tes, με κοινά ενδιαφέροντα και την υπογραφή «DryBreadZ Crew (DBZ)». Η ομάδα αυτή δεν ήταν η μόνη και συχνά ξεσπούσαν «πόλεμοι» μεταξύ των παιδιών που έκαναν γκράφιτι. Η μία ομάδα έσβηνε ή έγραφε πάνω στα σχέδια της άλλης.

Ο Banksy δεν κάνει μόνο γκράφιτι. Ζωγραφίζει επίσης και φτιάχνει ταινίες. Πολλά από τα έργα του έχει εκθέσει ο φωτογράφος Steve Lazarides με τον οποίο γνωρίστηκε στο Μπρίστολ. Ο ίδιος μπορεί να μην εμφανίζεται να πουλάει έργα του, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο με οίκους δημοπρασιών που έχουν δημοπρατήσει δουλειές του Banksy έναντι μεγάλων χρηματικών ποσών. Πολύ απλά, τα κλέβουν. Ξεκολλούν τα γκράφιτι μαζί με τον σοβά του τοίχου και τα πωλούν ή τα βγάζουν δημοπρασία. Αριστερά:το «Kissing Cappers», έξω από την παμπ. Δεξιά: στην έκθεση Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του έργου «Kissing Coppers» του Bansky που κοσμούσε από το 2004 τον τοίχο της παμπ Prince Albert. Το 2011 ο ιδιοκτήτης της παμπ το ξήλωσε προσεκτικά και το πούλησε σε δημοπρασία στο Μαϊάμι έναντι 420.000 ευρώ. Και δεν είναι το μόνο. Φέτος, οι New York Times έγραψαν ότι μια εταιρεία πήρε επτά έργα του Banksy χωρίς τη συγκατάθεσή του και τα παρουσίασε στην έκθεση «Stealing Banksy», κοστολογώντας τα 1,5 εκατ. δολάρια! Ο Banksy ανακοίνωσε στην ιστοσελίδα του ότι η έκθεση και η δημοπρασία έγιναν χωρίς τα συγκατάθεσή του τονίζοντας: «δεν έχω καμία σχέση με αυτό. Αυτή η έκθεση ανήκει σε σιχαμένους ανθρώπους, που τους αφήνουν να κλέβουν έργα από τους δρόμους».

Ο Banksy είναι ένα από τα ηχηρά παραδείγματα για το πως κινείται η διεθνής αγορά, κυρίως της σύγχρονης τέχνης, στην οποία τα κριτήρια διαμορφώνονται ανάλογα με τους αγοραστές που επενδύουν σ’αυτή.

Γεννιούνται λοιπόν ερωτήματα όπως: Είναι η σύγχρονη τέχνη υπερτιμημένη; Και σε ποιους απευθύνεται; Μόνο σε διάσημους και πλούσιους που μπορούν να την αποκτήσουν; Και ποια είναι η πραγματική τιμή ενός έργου; Τα 60 δολάρια ή το μισό εκατομμύριο δολάρια που έδωσε η Αντζελίνα Τζολί για να αποκτήσει ένα έργο του Banksy; Έχει σημασία ποιος είναι ο καλλιτέχνης; Παίζει ενεργό ρόλο ο ίδιος ή η αγορά κινείται αυτόνομα;

Και βέβαια πως είναι δυνατόν, όταν θέλεις να κάνεις τέχνη που θεωρείται αντικομφορμιστική, και παράνομη, να μην έχεις αντίρρηση στο να σου εξασφαλίζει μια ιδιαίτερη οικονομική άνεση; Αυτό σημαίνει πως “ξεπουλάς” την τέχνη σου ή είναι δίκαιο να την πουλάς εκεί, όπου μπορούν να την αγοράσουν, δηλαδή στις γκαλερί και τις δημοπρασίες;

Όσον αφορά βέβαια τον Banksy, και τη θέση του απέναντι στη σύγχρονη τέχνη, εκείνος θα έλεγε… “το γκραφίτι είναι ένα από τα λίγα εργαλεία που έχετε, όταν στην πραγματικότητα δεν έχετε τίποτα! Αν δεν καταλήξετε σε μια ζωγραφιά,, η οποία θα βάλει τέλος στην παγκόσμια φτώχεια, μπορεί – ποτέ δεν ξέρεις – να καταφέρετε να κάνετε έναν άνθρωπο να χαμογελάσει, ενώ θα έχει τρυπώσει σε κάποιο στενό για να κατουρήσει”.

2. Η αρχή του Banksy στο ΗΒ

Η περιοχή Barton Hill του Μπρίστολ ήταν ένα τρομακτικό μέρος το 1980. Στην περιοχή κατοικούσαν κατά κύριο λόγο λευκοί που ανήκαν στην εργατική τάξη και δεν συμπαθούσαν τους ξένους. Όταν ο Banksy αποφάσισε να φτιάξει το πρώτο του έργο στην περιοχή ήταν πολύ αγχωμένος. «Ο πατέρας μου είχε ξυλοκοπηθεί άσχημα εκεί όταν ήταν παιδί», είχε εξομολογηθεί στον γκραφίστα Felix Braun. Άρχισε να δοκιμάζει διάφορα ονόματα, υπογράφοντας μερικές φορές ως Robin Banx, ωστόσο κατέληξε στο ψευδώνυμο Banksy. Αυτό το νέο και μικρότερο ψευδώνυμο ήταν εύκολο να το γράψεις γρήγορα στον τοίχο και δεν ξεχνιόταν από κάποιον που το συναντούσε.
Όταν ήταν 18 ετών ζωγράφιζε ένα βαγόνι με μία ομάδα καλλιτεχνών και η αστυνομία τους ανακάλυψε. Όλοι τρέξανε και κατάφεραν να φτάσουν στο αμάξι, ο Banksy όμως όχι. «Έμεινα κρυμμένος πάνω από μία ώρα σε μία νταλίκα. Όπως καθόμουν εκεί και άκουγα τους αστυνομικούς, συνειδητοποίησα πως πρέπει να ζωγραφίζω σε λιγότερο χρόνο». Έτσι, αποφάσισε να χρησιμοποιεί την τεχνική στένσιλ, όπου κόβεις το περίγραμμα του έργου και το περνάς από πάνω με σπρέι. «Μόλις έκοψα το πρώτο μου στέλνσιλ ένιωσα μία ιδιαίτερη δύναμη μέσα μου. Επίσης μου άρεσε η πολιτική του χροιά. Όλα τα γκράφιτι είναι μία διαμαρτυρία, ωστόσο τα στένσιλ έχουν ένα ιδιαίτερο συμβολισμό. Έχουν χρησιμοποιηθεί για να ξεκινούν επαναστάσεις και να σταματούν πολέμους», είχε δηλώσει στον φίλο του και συγγραφέα, Tristan Manco, δίνοντας και άλλους λόγους που καταστάλαξε στην συγκεκριμένη τεχνική. To 1999, άρχισε να ζωγραφίζει στο Λονδίνο. Καθώς, τα γκράφιτι του κατέκλυζαν τους δρόμους της Μεγάλης Βρετανίας, φιλότεχνοι και ιστορικοί άρχισαν να το συγκρίνουν με τον Jean-Michel Basquiat και τον Keith Haring. Ενώ ήταν στο Λονδίνο ο Banksy εξέλιξε τις πολιτικές του ιδέες σχετικά με την παγκοσμιοποίηση και την απληστία των εταιρειών. Οι πολιτικές αναφορές στο έργο του έγιναν πιο εμφανείς . Η κοσμοθεωρία των νέων έργων του βασιζόταν στην ιδέα του «Brandalism» – ένας συνδυασμός «μάρκας» και «βανδαλισμού» που δανείστηκε από την αμερικανική πανκ κουλτούρα. Αντιγράφοντας τις τεχνικές και τη γλώσσα της διαφήμισης μέσω συνθημάτων και απλών εικόνων, το έργο του Banksy εμφανίστηκε σε δημόσιες τοποθεσίες και επιτέθηκε σε μάρκες, όπως η Tesco και η Nike. Κάθε νέα του δουλειά τραβούσε την διασημότητα, καθώς αποτελούσε μια αστική «γιορτή».

Ο μύθος του Banksy ως ένας μασκοφόρος, ανώνυμος χαρακτήρας σαν τον Ρομπέν των Δασών, άρχισε να αναδύεται.

3. Stencil art: το έργο του Banksy μέσα από τα μάτια των ειδικών

Σύμφωνα με την Αλεξάνδρα Κολλάρου, Art Promoter, Συγγραφέα του βιβλίου «Η Ελληνική Τέχνη από το Α έως το Ω», ο Banksy είναι κάτι σαν Ρομπέν των δασών του καλλιτεχνικού κόσμου. Παρότι τα έργα του πιάνουν εκατοντάδες χιλιάδες στις δημοπρασίες, ο ίδιος τα προσφέρει δωρεάν στο κοινό μέσα από τις τοιχογραφίες του ή στήνει δράσεις μέσα από τις οποίες (πάντα με ένα βαθμό δυσκολίας) μπορεί κάποιος να τα αποκτήσει έναντι ελάχιστου αντίτιμου.

Εδώ και αρκετά χρόνια έχει πάρει τις αποστάσεις του από το επίσημο σύστημα της τέχνης. Δεν εκπροσωπείται από κάποια γκαλερί, ούτε συμμετέχει σε εκθέσεις. Αντίθετα, διοργανώνει τις δικές του δράσεις, που έχουν σχεδόν πάντα “κομάντο” χαρακτήρα και υψηλό wow factor (όπως το δυστοπικό θεματικό πάρκο Dismaland ή το εκκεντρικό ξενοδοχείο Walled off Hotel που έχει ανοίξει στην Παλαιστίνη) και, με εξαίρεση τη γενέτειρα του το Bristol, αποφεύγει τις συνεργασίες με επίσημους φορείς. Περιορίζεται απλώς στο να τους «τρολλάρει» με ευρηματικούς τρόπους (βλ. Sotheby’s, British Museum). Η πλειοψηφία των εκθέσεων του, σε παγκόσμια κλίμακα, γίνονται χωρίς την άδεια του και συχνά δεν έχουν καν σχέση με την αυθεντική δουλειά του.

Από τεχνικής άποψης το στυλ του δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο – πρόκειται για βασικά στένσιλς που οποιοσδήποτε με στοιχειώδεις γνώσεις σχετικά με την τεχνική μπορεί να αναπαράγει (γι’ αυτό και οι απομιμήσεις δίνουν και παίρνουν). Η μαγεία στη δουλειά του βρίσκεται κυρίως το μήνυμα και στο timing. Οι δημόσιες παρεμβάσεις του είναι πάντα επίκαιρες και ουσιαστικές.

Ολοι οι συνεργάτες του μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τον καλλιτέχνη. Ταυτόχρονα όπως υπάρχει ένα είδος ταμπού γύρω από την περίπτωση του – δεν θα μάθεις ποτέ κάτι ιδιαίτερο και ούτε επιτρέπεται να ρωτήσεις κάτι παραπάνω, είναι κάτι σαν κοινωνικό faux pas στον κόσμο της street art. Καθώς δεν έχει προκύψει να επιβεβαιώσω την ύπαρξη του δια ζώσης, είμαι επιφυλακτική για την ταυτότητα του. Οποιαδήποτε από τις εικασίες που κατά καιρούς ανακυκλώνονται θα μπορούσε να ισχύει. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια ομάδα καλλιτεχνών. Όπως και να έχει, πρόκειται για μοναδική περίπτωση.

Για τους θιασώτες,λέει ο Πάρις Ξυνταριανός Τσιροπινάς, Street Artist, Υποψήφιος Διδάκτωρ του Τμήματος Μηχανικών Σχεδίασης Προϊόντων και Συστημάτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου, τα έργα του δρόμου είναι σημεία έμπνευσης και θαυμασμού, μία νότα χαρούμενη που χαϊδεύει το μπετόν, μια χρωματιστή ανάσα, παλίμψηστα τοιχογραφιών, μια μορφή αντίστασης, κοινωνικός προβληματισμός ή ακόμα και ακτιβισμός (όπως στα έργα του πασίγνωστου Banksy), όμως πάνω απ’ όλα για τους ίδιους του δημιουργούς τους, είναι ίσως η τελευταία εναπομείνασα ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση.

Η λέξη «ελεύθερη» δεν αναφέρεται μόνο για να προσδώσει έναν χαρακτήρα αντίδρασης στην καταπίεση (πράγμα που φυσικά και συμβαίνει με την τέχνη του δρόμου). Σημαίνει επίσης ότι όλες οι εκφάνσεις της τέχνης του δρόμου, από τις ταγκιές μέχρι τα αυτοκόλλητα έως τα μεγάλης κλίμακας murals, παρέχονται χωρίς αντίτιμο στον θεατή τους, αποτελώντας μία ευχάριστη – ή και δυσάρεστη – έκπληξη στην καθημερινότητά του.

Τα έργα αυτά δεν λογοκρίνονται ούτε φιλτράρονται, αλλά ωστόσο μπορούν να κριτικάρουν και να σατιρίσουν και ενώ δεν ανήκουν σε μία γλώσσα ή σε ένα ήδη υπάρχον κίνημα τέχνης, δημιουργούν μόνα τους μια νέα, πολυδιάστατη και πολυμορφική κουλτούρα ανοικτή προς όλες τις ηλικίες και τις κοινωνικές τάξεις. Επιπλέον, οι δημιουργοί τους είναι ως επί το πλείστο άνθρωποι λαϊκοί, συνήθως χωρίς ακαδημαϊκή κατάρτιση, παιδιά, έφηβοι και νέοι ενήλικες, που συνομιλούν με την κοινωνία, με όλους μας, μέσα από τα πινέλα και τα spray τους χωρίς να φοβούνται.

Ο συγγραφέας Lee Bofkin εκτιμά ότι οι ενεργοί καλλιτέχνες του δρόμου στις μέρες μας είναι τόσο πολλοί και η ποσότητα των έργων γκράφιτι και τέχνης του δρόμου που παράγονται κάθε Σαββατοκύριακο τόσο μεγάλη, που θα μπορούσε να γεμίζει όλες τις γκαλερί του πλανήτη τουλάχιστον μία φορά κάθε εβδομάδα. Δεν έχεις πλέον καμία δικαιολογία: βγες στον δρόμο· αυτή η τέχνη σε περιμένει!

Ο Banksy, παρατηρεί ένας Street artist, είναι ότι πιο επαναστατικό υπάρχει στην τέχνη σήμερα. Η ιδιοφυΐα και το ταλέντο που τον διακατέχουν δημιουργούν έργα τέχνης που αντικατοπτρίζουν την αλήθεια του κόσμου. Συγκεκριμένα, κρατώντας την ανωνυμία του οδηγεί τον δέκτη στο να μην σκέφτεται το πρόσωπο του αλλά το μήνυμα που θέλει να στείλει μέσα από τα έργα του.

Ο Παυσανίας Καραθανάσης, Διδάκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας, ειδικεύεται στους αστικούς πολιτισμούς μιλάει για το Stencil graffiti: εικονιστική παρέμβαση στο δρόμο»: Το έργο του Banksy, στο οποίο γίνεται κατά κύριο λόγο χρήση της τεχνικής στένσιλ, αναδεικνύει με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο ακριβώς αυτή τη δύναμη και την ιδιαιτερότητα της εικονιστικής παρέμβασης, ενώ η επιτυχία του ως καλλιτέχνη-ακτιβιστή κατάφερε να διαδώσει την τεχνική διατηρώντας, όμως, ως βασικό της συστατικό την πολιτική παρέμβαση. Ωστόσο, όταν έργα πολιτικής παρέμβασης στο δρόμο αποκόπτονται από το δημόσιο χώρο για να εκτεθούν σε μουσιακά περιβάλλοντα, ακόμα και αν διατηρείται η δύναμη της εικόνας, χάνουν σίγουρα μέρος της δυναμικής τους, την οποία αντλούν ακριβώς μέσα από την οργανική σχέση με το κτισμένο περιβάλλον και το δρόμο.

Ο Κώστας Θεολόγου, Καθηγητής Ιστορίας και Φιλοσοφίας του Πολιτισμού στο ΕΜΠ και καθηγητής σύμβουλος Ανθρωπογεωγραφίας και Υλικού Πολιτισμού της Ευρώπης στο ΕΑΠ, προσθέτει: Οι απαρχές της street art συνδέονται με τους καλλιτέχνες του γκράφιτι και όσων εμπνεύσθηκαν κυρίως από αυτό. Αυτοί οι «γκραφιτάδες» όπως ο Κηθ Χέιρινγκ (1958-1990) και ο πιο γνωστός ποιητής, μουσικός και παιδί-θαύμα του γκράφιτι, ο Ζαν Μισέλ Μπασκιά (1960-1988), άρχισαν να κάνουν εκθέσεις στις γκαλερί και σε καλλιτεχνικά ιδρύματα στις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Η δουλειά τους που υπάρχει σε τοίχους του αστικού χώρου, σε γκαλερί και σε μουσεία, επηρέασε σημαντικά τις επόμενες γενεές καλλιτεχνών, όπως ο Banksy.

Ορισμένοι συγκαιρινοί μας, πασίγνωστοι καλλιτέχνες του δρόμου, κατασκεύασαν τη φήμη τους όντως στον… δρόμο. Ο JR, ο Banksy, ο Shepard Fairey, έχουν τις ρίζες τους στην παρανομία με χαρακτηριστική στόχευση την οιονεί ανατροπή και κοινωνικοπολιτική δράση, διατηρώντας μιαν ανέκαθεν ταραχώδη σχέση με τον κατεστημένο καλλιτεχνικό κόσμο.

Εντάξει, ο Banksy έχει γίνει παγκόσμιο πολιτισμικό φαινόμενο. Από έφηβος tagger έγινε γνωστός πολυεκατομμυριούχος καλλιτέχνης. Το καλλιτεχνικό ύφος και το μήνυμα είναι ασμένως αποδεκτά από τη μερίδα ή την κατηγορία των ανθρώπων που «προσβάλλει» αξιακά. Ο Banksy δημιουργεί μια street art που τη χαρακτηρίζει η «πνευματώδης ασέβεια», διογκωμένη από την εντέλει απολύτως διακριτή επώνυμη ανωνυμία του. Ο Banksy ισχυρίζεται πως η τηλεόραση διέλυσε το θέατρο και πως η φωτογραφία σκότωσε τη ζωγραφική, αλλά το γκράφιτι παραμένει αναλλοίωτο και αλώβητο από την πρόοδο.

Πολύ απλοϊκός ο ισχυρισμός του σε σχέση με την εννοιολόγηση της προόδου. Είναι αντισυμβατικός και τον εξαίρουν άπαντες. Τι σημαίνει όμως αντισυμβατικός και πολυεκατομμυριούχος; Το γκράφιτι είναι αντεξουσιαστικό και ταυτίζεται μάλλον με τη φωνή του καταπιεσμένου και όχι με την «κριτική» έκφραση του κατεστημένου.

Διότι, κακά τα ψέματα, ο Banksy είναι κατεστημένο(ς), πώς αλλιώς να τον ερμηνεύσεις, όταν οι τοπικές αρχές διατηρούν ως κόρην οφθαλμού τα έργα του, ενώ κατά κανόνα τα «ασπρίζουν»; Στο καπιταλιστικό μάρκετινγκ καλή είναι ακόμη και η κακή διαφήμιση και αυτό το γνωρίζει ο αξιακός ή επιχειρηματικός μηχανισμός του Banksy… Όσο μεγεθύνεται ο θόρυβος και οι αντιδικίες γύρω από το όνομά του εξίσου ευθέως ανάλογα πληθαίνουν και τα σημεία της τέχνης του δρόμου που φέρουν την υπογραφή του παντού στον κόσμο.

Η Κωνσταντίνα – Μαρία Κωνσταντίνου είναι Κοινωνιολόγος – ΜΔΕ Εγκληματολογίας – Δημιουργός & Συντονίστρια του Street Art Project που πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του «Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος – ΚΕ.Μ.Ε.» αναλύει: Η «Street Art» παραμένει ένας όρος που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των διαδίκων προς εξακρίβωση, αναλόγως του εννόμου συμφέροντός τους επί της ιδιοκτησίας ή του έργου αντίστοιχα. Από νομικής σκοπιάς, λοιπόν, δε φαίνεται να διακρίνονται οι διαφορές μεταξύ των αισθητικών μεθόδων και των καλλιτεχνικών μέσων παρά ο νόμος επικεντρώνεται στο κριτήριο που καθορίζει τη νομιμότητα ή μη του έργου. Ειδικότερα, η «Street Art» απασχολεί τη νομική επιστήμη εστιάζοντας κυρίως σε δύο βασικούς πυλώνες: 1. το δικαίωμα επί της ιδιοκτησίας και 2. η προστασία και η συντήρηση / διατήρηση έργων πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο ποινικός νόμος της Βρετανίας φαίνεται να αντιμετωπίζει τα έργα του Banksy με το δεύτερο σκεπτικό.

Κι εδώ έρχεται να συμπληρώσει η κοινωνιολογική – εγκληματολογική οπτική. Ως δημιουργός της τεχνικής «stencil» παγκοσμίως συγγενεύοντας με τον Black Le Rat στη Γαλλία με το πέρασμα των χρόνων και των απομυθοποιήσεων περί μεμονωμένου «καταστρεπτικού βανδαλισμού» έχει καταρρίψει την ετικέτα της ιδιότητας του καλλιτέχνη εντός των αστικών αυλών και με τον ακτιβιστικό τρόπο ζωής του με μέσο την τέχνη του και έχει πιέσει, κατά καιρούς, τους αρμόδιους των πολιτικών αποφάσεων προς την κατεύθυνση αλλαγής. Όμως, απ’ όσο μπορεί να αντιληφθεί κανείς, το οξύμωρο της επιθυμίας του ίδιου να διαφέρει με έναν αντιδραστικό σκοπό από τους υπόλοιπους Άλλους, είναι η ακραία εμπορευματοποίηση των έργων του απο galleries, από τοπικούς φορείς και άλλους. Παρά ταύτα, σε αρκετές περιπτώσεις των έργων του με πολιτικό χαρακτήρα, έχει καταφέρει όσο κανείς άλλος street artist να στρέψει όλα τα βλέμματα του κοινωνικού συνόλου στις, ανά περιόδους, εγκληματικές ενέργειες που υφίστανται μερίδες πληθυσμού που κατατάσσονται στις «ευπαθείς», «ειδικές», κοινωνικές ομάδες που βρίσκονται αντιμέτωπες με τη βία του επίσημου κοινωνικού ελέγχου ευρύτερα (αρχές, εργασιακούς εργοδότες κ.ά.). Με το ιδιαίτερο καυστικό χιούμορ του, η ερμηνεία των έργων του γίνεται αντιληπτή στον καθένα και αυτό κρίνεται συνεχώς απαραίτητο για το κίνημα προκειμένου να επιτευχθεί ο λόγος της ύπαρξής του στη δημόσια σφαίρα.

Πηγές:
https://www.documentonews.gr/article/o-kosmos-toy-banksy-mhn-akoympas-ston-toixo-einai-freskobammenos

Banksy: Ο Νο1 καταζητούμενος εικαστικός για βανδαλισμό!

Γιατί φιλιούνται οι αστυνομικοί; Τα γκράφιτι που ομορφαίνουν τις πόλεις και στέλνουν μηνύματα. Η άγρια κόντρα του Banksy και του Robbo

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Banksy

Νεφερτίτη: Η πανέμορφη προτομή μιας ισχυρής γυναίκας

Όταν σκεφτόμαστε τα αθάνατα πρόσωπα της αρχαίας Αιγύπτου, είναι το πιο εύκολο ίσως να φανταστούμε τις επιχρυσωμένες ταφικές μάσκες που κάλυπταν τις μούμιες των Φαραώ, όπως ο Τουταγχαμών. Υπάρχει ένα άλλο πρόσωπο, ωστόσο, που είναι εξίσου όμορφο αλλά πιο ρεαλιστικό. Η προτομή της Νεφερτίτης είναι ένα από τα πιο διάσημα έργα της αρχαίας αιγυπτιακής τέχνης, λειτουργώντας ως εικόνα της διαχρονικής ομορφιάς από τότε που αποκαλύφθηκε από γερμανούς αρχαιολόγους το 1912. Είναι ένα αριστούργημα του αιγυπτιακού πολιτισμού.

Ποια ήταν όμως η Νεφερτίτη;

Για να κατανοήσουμε τη διάσημη προτομή (ένα γλυπτό πορτρέτο των ώμων, του λαιμού και του κεφαλιού), πρέπει πρώτα να καταλάβουμε το θέμα της. Η Νεφερτίτη ήταν βασίλισσα της Αιγύπτου, σύζυγος του φαραώ Ακενατόν. Ο Ακενατόν αποφασίζει ως ο Φαραώ να εγκαταλείψει τις παραδόσεις της Αιγύπτου και να καθιερώσει την πρώτη μονοθεϊστική θρησκεία τους, αφιερωμένη σε μια μοναδική θεότητα ηλίου γνωστή ως Ατόν ή Ατέν. Μετακόμισε επίσης το παλάτι του από τις παραδοσιακές πρωτεύουσες των αιγυπτιακών βασιλιάδων και έχτισε μια νέα βασιλική πόλη στην Αμάρνα.

Γνωρίζουμε ελάχιστα για τη ζωή της Νεφερτίτης πριν από το γάμο της με τον Ακενατόν. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι ήταν από μια οικογένεια ευγενών στην βασιλική πρωτεύουσα των Θηβών, ενώ μερικοί υποστηρίζουν ότι ήταν αυτή που εισήγαγε τον σύζυγό της στη μονοθεϊστική λατρεία του Ατόν. Το μόνο που ξέρουμε είναι σίγουρα ότι ανήλθε στην εξουσία ως μια πολύ ισχυρή γυναίκα, η οποία κυβέρνησε μαζί με το σύζυγό της μέχρι το θάνατό του.

Η Νεφερτίτη ήταν επίσης γνωστή στην Αίγυπτο για την ομορφιά της. Ήταν περήφανη για το μακρύ λαιμό της. Το όνομά της σημαίνει «έφτασε η όμορφη».

Είχε πολλούς τίτλους. Για παράδειγμα, στο χώρο λατρείας Καρνάκ βρέθηκαν οι επιγραφές: “η Κληρονόμος”, “η Αγαπητή”, “Κυρά της Άνω και Κάτω Αιγύπτου”, “Σύζυγος του Μεγάλου Βασιλιά”, “Κυρά των Δύο Χωρών” και άλλες.

Μερικοί λόγιοι υποστηρίζουν πως η Νεφερτίτη κυβέρνησε για μια σύντομη περίοδο μεταξύ του θανάτου του συζύγου της και την ενθρόνιση του Τουταγχαμών με το όνομα Ανχκεπρούρε Νεφερνεφερουάτεν. Πρόσφατες έρευνες θέτουν υπό αμφιβολία αυτόν τον ισχυρισμό. Υπάρχει επίσης σύγχυση σε σχέση με τον συμβασιλέα γνωστό ως Σμενχκάρε ο οποίος ως ενθρονισμένος είχε το όνομα Ανχκεπρούρε Σμενχκάρε.

Η σημασία της προτομής

Η προτομή της Νεφερτίτης δημιουργήθηκε πιθανότατα γύρω στο 1340 π.Χ., κοντά στο ζενίθ της εξουσίας του Ακενατόν. Είναι 44 κιλά και ζωτικής σημασίας, σκαλισμένη από ένα ενιαίο τεμάχιο ασβεστόλιθου. Η έννοια του βασιλικού πορτρέτου δεν ήταν τίποτα ασυνήθιστο στην αρχαία αιγυπτιακή κοινωνία. Οι ναοί και τα παλάτια της Αιγύπτου είναι γεμάτα από τέτοιου είδους έργα τέχνης. Αυτό που κάνει αυτό το πορτρέτο μοναδικό είναι η απεικόνιση της βασίλισσας.

Ενώ γνωρίζουμε τα αστραφτερά και στερεά μνημειώδη πορτρέτα αιγυπτιακών ηγεμόνων, η προτομή της Νεφερτίτης μοιάζει πολύ διαφορετική. Όχι μόνο το πρόσωπο είναι χαραγμένο με μαλακά καμπύλα ζυγωματικά, ισχυρό πηγούνι και αιχμηρή μύτη, αλλά ο πυρήνας ασβεστόλιθου καλύπτεται από γύψο , το οποίο στη συνέχεια ζωγραφίστηκε. Το αποτέλεσμα είναι μια απίστευτα ζωντανή απεικόνιση της βασίλισσας. Η προτομή της Νεφερτίτη είναι χρωματισμένη με χρυσαφένιο δέρμα, κόκκινα χείλη, χρωματιστά κοσμήματα και στέμμα. Τα μάτια φτιάχνονται με κρύσταλλο, ενώ η ίριδα τους με μαύρο κερί. Το άλλο μάτι δεν τελείωσε ποτέ.

Η κατασκευή της προτομής δείχνει χαρακτηριστικά την κατανόηση που είχαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι για τις διαστάσεις του ανθρώπινου προσώπου.

Ο καλλιτέχνης

Έτσι, ποιος δημιούργησε αυτό το αριστούργημα; Η καλύτερη ένδειξη προέρχεται από την τοποθεσία όπου βρέθηκε η προτομή. Η προτομή της Νεφερτίτη δεν αποκαλύφθηκε σε τάφο ή παλάτι αλλά σε εργαστήριο. Συγκεκριμένα, βρισκόταν στο εργαστήριο του Τούθμωσι, του επίσημου γλύπτη του δικαστηρίου και του αγαπημένου καλλιτέχνη του Ακενατόν.

Το γεγονός ότι αυτή η προτομή βρέθηκε στο στούντιο Τούθμωσι στην Αμάρνα μας λέει κάτι: αυτή η προτομή ήταν πιθανώς απλώς ένα μοντέλο. Φαίνεται πιθανό ότι ο γλύπτης το δημιούργησε ως αναφορά για να έχει την ομοιότητα της βασίλισσας μαζί του, ενώ σχεδίαζε άλλα βασιλικά και πιθανώς μνημειώδη πορτρέτα.

Άντι Γουόρχολ, ο πατέρας της επαναστατικής Pop Art

Ιδιοφυΐα ή υπερεκτιμημένος; Ο Άντι Γουόρχολ έχει κατακριθεί και εκθειαστεί ίσως περισσότερο από κάθε άλλον καλλιτέχνη. Εάν χρειαζόταν να συντάξουμε μια λίστα με τους πιο εμβληματικούς καλλιτέχνες του 20ου αιώνα, σίγουρα θα συμπεριλαμβανόταν στις υψηλότερες θέσεις της κατάταξης.

Υπήρξε ένας πολυποίκιλος καλλιτέχνης, με το έργο του να αποτελεί κράμα διαφορετικών τεχνών. Ήταν ζωγράφος, γλύπτης, σκηνοθέτης, κινηματογραφιστής, συγγραφέας και συλλέκτης. Δημιούργησε έργα πρωτότυπα και ενίοτε προκλητικά, ενώ ήταν αυτός που εισήγαγε την Pop Art στην δεκαετία του 1960. Συνένωσε την εμπορική και την υψηλή τέχνη, δύο έννοιες μέχρι πρότινος διαμετρικά αντίθετες. Ήταν ιδιαίτερα εκκεντρικός στη ζωή του, μια ζωή που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί γεμάτη φρενίτιδα, αλλά και μανία για δημιουργία.

Γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου 1928 από φτωχούς Σλοβάκους μετανάστες στο Πίτσμπουργκ της Πενσυλβανίας. Μικρός ήταν πολύ ασθενικό παιδί. Στα 13 του χρόνια ο πατέρας του, εργάτης στις οικοδομές, πέθανε σε δυστύχημα. Αναγνωρίζοντας όμως τις ικανότητες του γιου του είχε βάλει στην άκρη κεφάλαιο για τις σπουδές του στο κολέγιο. Από το 1945 έως το 1949 ο Γουόρχολ σπούδασε εικονογραφικό σχέδιο στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Κάρνεγκι στο Πίτσμπουργκ και ακολούθως μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Εκεί δούλεψε ως εικονογράφος σε περιοδικά μόδας όπως το Βογκ και Χάρπερς Μπαζάρ, παρήγαγε διαφημίσεις καθώς και διακοσμήσεις βιτρινών. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 έγινε ένας από τους πιο επιτυχημένους εμπορικούς εικονογράφους της Νέας Υόρκης. Στο μεταξύ, είχε αρχίσει να ζωγραφίζει και το 1952 πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στη Γκαλερί Χιούγκο της Νέας Υόρκης. Έφυγε από τη ζωή αιφνιδίως σαν σήμερα, στις 22 Φεβρουαρίου, το 1987, μετά από εισαγωγή του στο νοσοκομείο για μια εγχείριση ρουτίνας για αφαίρεσης χολής.


Όταν πεθάνω δεν θέλω να μείνει κανένα ίχνος μου. Δεν θέλω να αφήσω τίποτα πίσω. Θέλω ο «μηχανισμός» μου να σβήσει.

Ο Άντι Γουόρχολ σχετικά με το θάνατο

Ο Άντι Γουόρχολ εργάστηκε σκληρά για να καθιερωθεί ως σοβαρός ζωγράφος. Στους πρώτους Ποπ Αρτ πίνακες του, από το 1960, χρησιμοποίησε εικόνες κινουμένων σχεδίων και διαφημίσεων ως παρωδία των ενσυνείδητων πινελιών των Αφηρημένων Εξπρεσιονιστών. Σύντομα όμως, μεταπήδησε σε μια ανέκφραστη μέθοδο εκτέλεσης. Καθιέρωσε θέματα από τη μαζική κουλτούρα, τις εφημερίδες και τα καταναλωτικά προϊόντα, υιοθετώντας ένα μη εκφραστικό, απλό στυλ το οποίο προκάλεσε αμφισβήτηση για το τι είναι τέχνη. Το 1962, εκθέτοντας πίνακες που απεικόνιζαν σειρές από κονσέρβες σούπας Κάμπελ και μπουκάλια αναψυκτικών Κόκα-Κόλα ο Γουόρχολ πέτυχε τη φήμη που επιδίωκε. Σχετικά με το έργο του “Campbell’s Soup Cans” λέγεται πως την πρώτη φορά που ζωγράφισε τα τενεκεδένια κουτάκια, είχε προηγηθεί επίσκεψή του σε ένα μικρό μπακάλικο, απ’ όπου προμηθεύτηκε 31 συσκευασίες με όλες τις γεύσεις της σούπας. Τις λάτρευε, ειδικά μάλιστα τη ντοματόσουπα, διότι του την έφτιαχνε και η μητέρα του. Όπως τόνιζε, αυτές οι κονσέρβες αποτελούσαν το φαγητό της ζωής, ένα τετράγωνο φαγητό στο οποίο μπορείς να βασιστείς .

Coca Cola Bottles, 1962


«Το υπέροχο με αυτή τη χώρα, είναι ότι η Αμερική ξεκίνησε την παράδοση όπου οι πλούσιοι καταναλωτές αγοράζουν ουσιαστικά τα ίδια προϊόντα όπως και οι φτωχότεροι. Παρακολουθείτε τηλεόραση και βλέπετε την Κόκα-Κόλα και γνωρίζετε ότι ο Πρόεδρος πίνει Κόκα-Κόλα, η Λιζ Τέιλορ πίνει Κόκα-Κόλα και απλά σκέφτεστε ότι και εσείς επίσης, μπορείτε να πιείτε Κόκα-Κόλα.»

Campbell’s Soup Cans, 1962

Το 1963, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της μεταξοτυπίας, έφτιαξε 23 πορτρέτα της Μέριλιν Μονρό σε 200 επαναλήψεις, πάνω σε τέσσερα μέτρα μουσαμά. Εκείνη τη χρονιά πέθανε η ίδια, οπότε το έργο του αυτό ήταν φόρος τιμής. Παράλληλα, θεωρήθηκε και κριτική απέναντι στη λαμπερή κοινωνία και στη διασημότητα. Η γυναίκα παρουσιάζονταν όμορφη και γοητευτική, συνάμα δε τετριμμένη ως εμπορικό προϊόν. Τότε ξεκίνησε να αποκτά και ο ίδιος μεγάλη φήμη, μολονότι στην αρχή της καριέρας του η ενασχόληση με τη διαφήμιση οδηγούσε τους εκπροσώπους της τέχνης να έχουν σκεπτικιστική στάση απέναντί του.

Το 1962 ο Γουόρχολ δημιούργησε το Φάκτορι, όπου εκεί θα μπορούσε να απεικονίζει μαζικά σειρές προϊόντων χρησιμοποιώντας μαζικής παραγωγής μεταξοτυπίες. Σ΄αυτό το στούντιο τέχνης, βοηθοί πραγματοποιούσαν το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς κάτω από την εποπτεία του, απομακρύνοντας τον περισσότερο από τον παραδοσιακό ρόλο του καλλιτέχνη. Από το 1963 ο Γουόρχολ άρχισε να πειραματίζεται με τον κινηματογράφο και μέχρι το 1968 είχε δημιουργήσει περισσότερες από 60 ταινίες και ακόμα 500 ή και περισσότερες μαυρόασπρες λήψεις μικρού μήκους, πορτρέτων επισκεπτών στο Φάκτορι. Τέτοιες ‘ανατρεπτικές’ δουλειές όπως το “Empire” (1964) παρουσιάζουν την πλήξη ως μια ακραία αισθητική εμπειρία (διαρκεί οκτώ ώρες). Η απρόσωπη προσέγγιση του Γουόρχολ εκτείνεται και στις ταινίες, οι οποίες στερούνται γενικά πλοκής και χρησιμοποιούν ποικιλοτρόπως αυτοσχέδιο διάλογο, προβάλλουν πολλαπλές εικόνες και καταγράφουν ερωτικές πράξεις.

Jackie, 1964

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1960 και 1970, ο Γουόρχολ δημιούργησε εκτυπώσεις προσωπογραφιών Χολιγουντιανών διασημοτήτων, ροκ σταρ, σχεδιαστών μόδας, καλλιτεχνών και πολιτικών αρχηγών, μεταξύ των οποίων ο Μικ Τζάγκερ, η Μπριζίτ Μπαρντό, ο Μαν Ρέι και ο Μάο Τσε Τουνγκ.

Marylin, 1964

Ανάμεσα στα πιο πειραματικά του τολμήματα είναι δύο από τα τελευταία του έργα εικονικής αφαίρεσης. Οι “Σκιές” (1979) είναι μια ακολουθία 102 μεταξοτυπιών μιας εξαιρετικά μεγεθυμένης φωτογραφίας διαγώνιας σκιάς από ένα πίνακα στο στούντιο του Γουόρχολ. Τοποθετημένες δίπλα η μια στην άλλη στον εκθεσιακό χώρο, με μαύρους τομείς κόντρα σε φλογερά χρώματα, δίνουν την αίσθηση των καρέ των φιλμς. Περισσότερο ριζική στην εκτέλεση της ήταν η συλλογή “Οξείδωση” (1978). Ο Γουόρχολ και οι βοηθοί του προετοίμασαν τους καμβάδες καλύπτοντας την επιφάνεια με χάλκινη μπογιά και ακολούθως ούρησαν πάνω τους σχηματίζοντας καλαίσθητα ιριδίζοντα σχήματα σε κίτρινους, πορτοκαλί και πράσινους χρωματισμούς. Ίσως να ήταν μια παρωδία της τεχνικής του σταξίματος (ντρίπινγκ) που χρησιμοποιούσαν οι Αφηρημένοι Εξπρεσιονιστές, όπως ο Τζάκσον Πόλοκ.

“Σκιές”
“Οξείδωση”

Ο Γουόρχολ διεύθυνε δύο τηλεοπτικά προγράμματα τη δεκαετία του 1980 και συνεργάστηκε με διάφορους νέους Αμερικανούς και Ευρωπαίους καλλιτέχνες. Ξαναρχίζοντας τη ζωγραφική με το χέρι, μια διαδικασία που δεν είχε χρησιμοποιήσει από τη δεκαετία του 1960, ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση να δημιουργήσει το “Μυστικό Δείπνο”. Ξεκίνησε τη συλλογή με το θέμα, το 1984 και δημιούργησε πάνω από 100 εντυπωσιακά ισχυρά έργα και πολλαπλές προσωπογραφίες του Χριστού σε φιμέ εκδόσεις του ροζ, κίτρινου και μπλε, μέχρι μεγάλους καμβάδες όπου ο Χριστός και οι μαθητές του παρουσιάζονται πίσω από εμπορικές επωνυμίες, περιστέρια και μοτοσυκλέτες. Ως αφοσιωμένος Βυζαντινός Καθολικός, ο Γουόρχολ ήταν διαποτισμένος με τις εικόνες της εκκλησίας. Είναι διφορούμενο κατά πόσον οι καμβάδες του ήταν ιερόσυλοι, ειρωνικά αποσπασμένοι ή εάν προσπαθούσε να αφομοιώσει την πίστη του σε ένα υλικό κόσμο.

Υπήρξε μια μοναδική προσωπικότητα που άσκησε έντονη κριτική στην κοινωνία του θεάματος, της οποίας φυσικά ήταν μέλος. Καυτηρίασε το lifestyle και ας το έζησε εκ των έσω. Είχε πει πως στο μέλλον όλοι θα είναι διάσημοι για 15 λεπτά και πως μόδα θα είναι να είσαι ίδιος με όλους τους άλλους. Στον 21ο αιώνα της ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης και της παγκοσμιοποίησης, τα λόγια αυτά μοιάζουν πιο ταιριαστά από ποτέ. Όταν ερωτήθη σε μια συνέντευξή του, το 1963, τι είναι η Pop Art, αυτός απάντησε αβίαστα: Το να μοιάζουν όλα. Ο Άντι Γουόρχολ τελικά παραμένει σήμερα τραγικά επίκαιρος.

ΠΗΓΕΣ: http://www.kathimerini.gr/843616/article/politismos/eikastika/ti-kryvetai-pisw-apo-ton-goyorxol , https://www.lifo.gr/articles/san_simera/155012/zoyme-akomi-stin-epoxi-toy-anti-goyorxol , https://www.maxmag.gr/afieromata/anti-goyorchol-o-nochelikos-epanastatis-tis-pop-art/ , https://frapress.gr/2017/08/o-konservopiimenos-polychromos-kosmos-tou-anti-gouorchol/ , https://kikitriantafylli.wordpress.com/2012/08/06/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9-%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%8C%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BB-%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CF%80-%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%AC/