Η μαστροπός του Χανς Φον Άαχεν

Σαν σήμερα πέθανε ο Γερμανός ζωγράφος Χανς Φον Άαχεν. Ο Άαχεν γεννήθηκε το 1552 στην Κολωνία και σπούδασε στη Φλωρεντία και στη Ρώμη. Ακολούθησε το ρεύμα του μανιερισμού. Το όνομά του το απέκτησε, λόγω της γενέτειρας του πατέρα του, το Άαχεν.Κατόπιν, αφού διορίστηκε από τον Ροδόλφο Β’ αυλικός ζωγράφος στην Πράγα το 1592, εγκαταστάθηκε εκεί το 1597. Συνεισέφερε επίσης και σε διπλωματικό επίπεδο. Όταν πέθανε ο Ροδόλφος Β’, ο Άαχεν συνέχισε να εργάζεται και για τον διάδοχό του, το Ματθία.

Τα έργα του έχουν διάφορα θέματα όπως: μυθολογικά, θρησκευτικά, αλληγορικά και (υπό την κάλυψιν όλων των προηγουμένων) ερωτικά. Ασχολήθηκε επίσης και με τη χαρακτική.

Ο πίνακας που διαλέξαμε να σας παρουσιάσουμε σαν έργο τέχνης της ημέρας είναι η “Μαστροπός”, που τη δημιούργησε μεταξύ 1605-10 και πλέον φιλοξενείται στη Βιέννη στο Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης.

Στο πρώτο πλάνο του έργου αυτού, το φως μας τονίζει τρεις μορφές, δύο γυναίκες και έναν άντρα. Ωστόσο, ως κεντρική φιγούρα αναδεικνύεται η νεαρή γυναίκα. Αυτή, με το κάτασπρο δέρμα, το λάγνο βλέμμα και τα εκτεθιμένα στο φως λαιμό και στερνό της τραβά σαν μαγνήτης τον θεατή που σαγηνεύεται από τη γοητεία της. Πρόκειται αναμφίβολα για την εκδιδόμενη. Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και στον άντρα που στέκεται πίσω της και κοίτα αποσβολωμένος τα μέρη του σώματος που έχει αφήσει ακάλυπτα στο έλεος τωμ ματιών του. Αυτός είναι ο πελάτης, αυτός που επιχειρεί να εξαγοράσει τον έρωτά της. Στην άλλη άκρη υπό ένα διαφορετικό, πιο κιτρινωπό φως διακρίνεται μια άλλη μορφή, η βασική πρωταγωνίστρια, από την οποία πήρε το όνομα και ο πίνακας, η μαστροπός. Παρά την προχωρημένη της ηλικία, ο τρόπος ντυσίματος μαρτυρά πως και η ίδια ίσως ασκούσε το επάγγελμα της εκδιδόμενης στο παρελθόν. Ωστόσο τώρα προσπαθεί να δελεάσει με δόλωμα την νεανική ομορφιά το πλούσιο θήραμά της και να του αποσπάσει πλούτο. Ήδη φαίνεται να το έχει καταφέρει αφού κράτα κάτι που μοιάζει με πολύτιμο κόσμημα. Μπροστά από τις μορφές υπάρχουν χαρτιά τράπουλας, χρήματα που δείχνουν τον Ρήγα, σύμβολο του άντρα και καρδιές, σύμβολο του έρωτα, καθώς και ένα δείγμα φύσης.

Στο βάθος του πίνακα, όπου το φως ρέει άφθονο, φαίνονται λίγες μορφές ανδρών και γυναικών να πίνουν ακόλαστα. Η εύθυμη αυτή κατάσταση έρχεται σε αντίθεση με τη σκοτεινή δοσοληψία του πρώτου πλάνου. Σε αυτή ο καλλιτέχνης ήθελε να αποδώσει μια νότα μυστικιστική και το κατόρθωσε.

Το έργο απεικονίζει μια εικόνα ερωτική προερχόμενη όμως από την καθημερινότητα. Η τεχνοτροπία αν και μοιάζει με αυτή της Αναγέννησης, δεν ταυτίζεται κιόλας. Τα χρώματα αλλάζουν. Το ίδιο και οι μορφές. Πλησιάζουν σε αυτές του μανιερισμού, αν και εδώ λείπει η λεπτότητα και το μάκρος των άκρων που δίνουν την αίσθηση του υπερβατικού. Αντιθέτως, ιδίως όσον αφορά την εικόνα με τις τρεις μορφές οι χρωματικές επιλογές θυμίζουν περισσότερο το μεταγενέστερο μπαρόκ, ενώ η εικόνα του βάθους με τα έντονα χρώματα γέρνει προς την Αναγέννηση.

Σε κάθε περίπτωση, η “Μαστροπός” είναι ένα έργο ζωντανό, όμορφο και ιδιαίτερο, γεμάτο αντιθέσεις, χρωματικές, τονικές και περιεχομένου που προσδίδουν στον πίνακα μια δόση μυστηρίου και ερωτισμού διάχυτου. Σίγουρα, αποτελεί ένα από τα καλύτερα καλλιτεχνήματα του Χανς Φον Άαχεν.

Πηγή: Wikipedia

Το καρναβάλι του Γύζη

Σαν χθες, 1η Μαρτίου 1842, γεννήθηκε στο Σκλαβοχώρι της Τήνου ο Νικόλαος Γύζης. Ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου». Διακρίθηκε σε όλα τα χρόνια των σπουδών του και πήρε τα πρώτα βραβεία στην ξυλογραφία, τη ζωγραφική και τη χαλκογραφία.

Ως γνήσιο τέκνο της Σχολής του Μονάχου ο Γύζης ασχολήθηκε με την ηθογραφία, τη νεκρή φύση και το πορτρέτο, όμως ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1880 θα στραφεί προς τα ιδεαλιστικά – αλληγορικά θέματα επηρεασμένος από τον ευρωπαϊκό Συμβολισμό, εκφράζοντας με τον δικό του, ιδιαίτερο, τρόπο το νέο πνεύμα της εποχής.

Το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο ζήτησε το 1887 από τον Γύζη αλλά και από τον Ιακωβίδη με την ίδια ακριβώς επιστολή να σχεδιάσουν τη σημαία του. Ο Γύζης αναλαμβάνει το έργο, φροντίζοντας να συζητήσει τα σχέδιά του με τον Ιακωβίδη, τον οποίο εκτιμά ιδιαίτερα. Το λάβαρο, που είναι επηρεασμένο από τα γλυπτά του ναού της Αφαίας, δε θα αρέσει σε όλους: «χονδροειδές εικόνισμα» και «ακαλαίσθητο κακοτέχνημα» είναι κάποιοι από τους χαρακτηρισμούς που ο ζωγράφος θα αντιγράψει στις σημειώσεις του.

Το 1888 το έργο του «Πνεύμα της Τέχνης» χρησιμοποιείται σαν διαφημιστική αφίσα του Καλλιτεχνικού Συνδέσμου του Μονάχου, ενώ το 1892 κερδίζει χρυσά μετάλλια στη Διεθνή Έκθεση του Μονάχου και στη Μαδρίτη. Το 1895 επισκέπτεται για τελευταία φορά την Ελλάδα, όπου όλοι τον αντιμετωπίζουν με δέος και το 1896 σχεδιάζει το Δίπλωμα των Ολυμπιακών Αγώνων.

Από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της «Σχολής του Μονάχου», ο Νικόλαος Γύζης δεν επηρέασε μόνο την πορεία της ελληνικής τέχνης αλλά κατέχει σημαντική θέση και στη γερμανική ιστορία της τέχνης του 19ου αιώνα. Οι ηθογραφίες του υπερβαίνουν την απλή διήγηση, το ιδεαλιστικό, αλληγορικό και θρησκευτικό του έργο, ωστόσο, είναι εκείνο που αναδεικνύει το διαμέτρημά του.

Λάτρης της μουσικής, συνήθιζε να ζωγραφίζει υπό τους ήχους της και η επίδρασή της είναι ορατή σε έργα όπως η «Εαρινή Συμφωνία» και ο «Χορός Των Μουσών». «Όταν ο Πήγασος μου θέλη καμμία φορά να ξεκουρασθή επιστρέφει τις τον Όλυμπον. Eκεί είδα πολλούς· όχι μόνον τους θεούς της Eλλάδος αλλά όλους τους εξόχους άνδρας (…). Kαι το μεγαλοπρεπέστερον, εις υψηλότερον μέρος καθήμενος ο Beethoven έπαιζεν εις όργανον την χιλιοστήν συμφωνίαν του», γράφει.

Το έργο του υπήρξε πολύπλευρο, στο επίκεντρο ωστόσο πάντα βρισκόταν ο άνθρωπος. Η οικογένεια και τα βιώματά της είναι το κύριο θέμα των ηθογραφιών του, ενώ ιδιαίτερη σημασία ο ζωγράφος έδινε στην απόδοση των παιδιών. Λιγοστοί είναι οι πίνακες που απεικονίζουν περιθωριακούς τύπους της κοινωνίας, καθώς και εκείνοι που αναφέρονται στην Τουρκοκρατία, με το «Κρυφό Σχολειό» να κυριαρχεί ανάμεσά τους –πολεμικά γεγονότα ο Γύζης δε ζωγράφισε ποτέ. Επιδιώκοντας να ανανεώσει την ηθογραφία χρησιμοποίησε αρχαιοελληνικά θέματα με τις Νύμφες, τους Κενταύρους, τους Σάτυρους και τους ερωτιδείς να πρωταγωνιστούν.

Στα ιδεαλιστικά του έργα κατοικούν μυστηριώδεις γυναικείες μορφές που φέρουν τα ονόματα Τέχνη, Μουσική, Άνοιξη, Αρμονία, Ιστορία, Φήμη, ενώ τα θρησκευτικά του οράματα είναι δηλωτικά της υπαρξιακής του αγωνίας και εικονογραφούν την πάλη του Καλού με το Κακό. Αν και γνώρισε την αναγνώριση και τη δόξα, ο Νικόλαος Γύζης διατήρησε τη σεμνότητά του, μαζί με μια αίσθηση καλλιτεχνικής ανεπάρκειας, που συνδέεται με τη μεγάλη του αγάπη για τη μουσική: «Πόσον πτωχός είναι ο ζωγράφος απέναντι του ποιητού! Αν ξαναγεννηθώ θα γίνω ποιητής και μουσικός», δήλωνε στο Νικόλαο Νάζο το 1875.

Το έργο του που επιλέξαμε σήμερα, ώστε να συνάδει με το πνεύμα των ημερών είναι το “Καρναβάλι”.
Απεικόνιση σχεδόν φωτογραφική. Φως ζεστό, μαγικό, που ξεπηδά από εκεί που ο ζωγράφος επιλέγει και με τρόπο που μόνο εκείνος ήξερε να διαχειριστεί και φωτίζει ανεπιτήδευτα όλες τις μορφές του έργου ώστε να αποκρυσταλλωθούν με την πιο φυσική μέθοδο οι εκφράσεις τους.

Τα πρόσωπα γεμάτα ένταση. Η χαρά που αναβλύζει από τους χαρακτήρες του έργου, ανόθευτη. Η αίσθηση της ένωσης και του μοιράσματος με αφορμή μια παραδοσιακή γιορτή, δυνατή πολύ.

Άνδρες και γυναίκες, καλικάντζαροι, νέοι και πιο ηλικιωμένοι, έπιπλα και σκεύη σκορπισμένα, μάσκες, ρούχα, ξάφνιασμα, λάγνα βλέμματα, ανάμεικτα συναισθήματα και διάθεση που παραπέμπουν σε γιορτή. Ή όπως ακριβώς το ονόμασε κι εκείνος, ένα «Καρναβάλι στην Αθήνα».

Κι όλα αυτά να διαδραματίζονται σε ένα χώρο που φαντάζει μάλλον φτωχικός.

«Πρόκειται για ελαιογραφία σε μουσαμά που ολοκληρώθηκε το 1892 μετά από τουλάχιστον μία δεκαετία πειραματισμών και έρευνας πάνω στην σύνθεση και την λειτουργία του φωτός στο έργο», αναφέρει ο διευθυντής του Μουσείου Στέφανος Καβαλλιεράκης. Στο εσωτερικό ενός φτωχικού σπιτιού, στα μέσα του 19ου αιώνα, μία οικογένεια καθισμένη γύρω από το τραπέζι, διασκεδάζει με το έθιμο των μασκαράδων όταν αυτοί εισβάλουν για να τρομάξουν τα παιδιά. Η σκηνή, λουσμένη σε ένα ζεστό φως που μπαίνει από το παράθυρο, ανακατεύεται με τη μυρωδιά του γαλακτομπούρεκου, τον καπνό απ’ το τσιγάρο και τις αγκαλιές των παιδιών. Οι αισθήσεις και τα συναισθήματα κυριαρχούν σε αυτό το αριστουργηματικό έργο που αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα καλύτερα του κορυφαίου.Η αντιπαράθεση του διονυσιακού και του απολλώνιου στοιχείου, η αναμέτρηση του φωτός και της σκιάς, της οικογενειακής ζωής και των εκστασιασμένων καρναβαλιστών ως ένα είδος δαιμόνων – όλα αυτά δημιουργούν ένα έργο εξαίσιο που ξεφεύγει από την παγίδα τού να αποτελεί ένα απλό, άκακο και αφελές βουκολικό ενσταντανέ».

Είναι κι αυτό ένα έργο της ωριμότητάς του, που ξεκάθαρα υπογραμμίζει τη νοσταλγία του για την πατρίδα. Το ίδιο συναίσθημα γέννα και στο θεατή που τον ταξιδεύει σε εποχές που δεν απέχουν χρονικά της δικής μας αλλά απέχουν σε αυθεντικότητα και συναισθήματα. Ευχόμαστε και οι δικές σας απόκριες να έχουν αυτή τη μαγεία και την ομορφιά του πίνακα.

Πηγή: LiFO

Το μικρό εκκλησάκι της Κεφαλονιάς – Κ. Παρθένης

Το μικρό εκκλησάκι της Κεφαλονιάς, Κ. Παρθένης (περ.1920-1925)

Για σήμερα θα παρατηρήσουμε έναν υπέροχο πίνακα του Αλεξανδρινού ζωγράφου Κωνσταντίνου Παρθένη, το «Μικρό εκκλησάκι της Κεφαλονιάς».

Κωνσταντίνος Παρθένης

Ο Παρθένης θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές της σύγχρονης ελληνικής ζωγραφικής. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1878 και πέθανε στην Αθήνα το 1967. Ήταν ένας ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος, γνώριζε πέντε γλώσσες και μουσική, ενώ ζωγραφική  σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης, κέντρο νεωτερισμού της εποχής, κοντά στον Καρλ Ντίφενμπαχ. Με μητέρα Ιταλίδα και έχοντας ζήσει στη Βιέννη, το Παρίσι, την Αλεξάνδρεια , την Κέρκυρα και την Αθήνα, οι καλλιτεχνικές του επιρροές υπήρξαν ποικίλες.

Στα έργα κατά την περίοδο της πρώτης διαμονής του στην Ελλάδα (μέχρι το 1907 περίπου), είναι εμφανείς οι επιρροές του Συμβολισμόυ (κυρίως από τον Κλιμτ) και της Αρ Νουβώ. Τα χρώματά του είναι ψυχρά, ο ορίζοντας ενιαίος, χωρίς ουρανό, οι παραστάσεις σχηματοποιούνται (διακοσμητική σχηματοποίηση) και χρησιμοποιείται η στιγμογραφία.

Μετά τη διαμονή του στο Παρίσι, ύστερα από το 1910, το ύφος του διαφοροποιείται ελαφρώς, με εμφανείς τις νεωτερικές επιρροές του μεταϊμπρεσσιονισμού, αλλά και των Γάλλων Συμβολιστών. Είναι η πιο ώριμη περίοδος του ζωγράφου. Συγχρόνως, ο Παρθένης ασχολείται με την αγιογραφία. Μελετά τους  βυζαντινούς αγιογράφους, το Δομίνικο Θεοτοκόπουλο, ενώ ασχολείται και με το ρεύμα του Κυβισμού. Όλα αυτά τα ρεύματα και οι ιδέες εναρμονίζονται στο μοναδικό προσωπικό του ύφος. Δημιουργεί αγιογραφίες, και πίνακες εμπνευσμένους από τα ελληνικά τοπία, τη νεότερη ιστορία, αλλά και τη μυθολογία. Η ζωγραφική του διαπνέεται από μέτρο και αρμονία. Τα χρώματα είναι πιο ζωηρά, για να αποδοθεί η φωτεινότητα του ελληνικού τοπίου. Τα σχέδια σα να βγαίνουν από τον κόσμο της ψυχής, εξιδανικευμένα και εξαϋλωμένα. Η ζωγραφική του Παρθένη μεταφέρει τον παρατηρητή σε έναν πλατωνικό κόσμο, όπου η ύλη γίνεται ιδέα  και απαλάσσεται από το βάρος της, μεταστοιχειώνεται.

Ο πίνακας «Το μικρό εκκλησάκι της Κεφαλονιάς» αποτελεί έργο της ώριμης περιόδου του ζωγράφου. Δημιουργήθηκε μεταξύ 1920- 1925. Αναπαριστά τοπίο, από λάδι και μολύβι σε μουσαμά, με ένα εκκλησάκι σε ορεινό νησιωτικό τοπίο. Στο συγκεκριμένο πίνακα βρίσκονται συγκεντρωμένα τα χαρακτηριστικά του ιδιαίτερου ύφους του Παρθένη. Το τοπίο είναι φωτεινό, οι παραστάσεις «τείνουν προς τα άνω» και οι αποχρώσεις βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία.

Ο Παρθένης έλαβε πλήθος εθνικών και διεθνών διακρίσεων. Κοντά του μαθήτευσαν σπουδαίοι νεοέλληνες ζωγράφοι, όπως ο Τσαρούχης και ο Εγγονόπουλος. Υπήρξε, όμως επίσης ένα καλλιτέχνης που πολεμήθηκε στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο και βρέθηκε συχνά αντιμέτωπος με το συντηρητισμό των συναδέλφων του, γεγονός που οδήγησε και στην παραίτησή του από τη Σχολή Καλών Τεχνών . Ο ζωγράφος απομονώθηκε στην οικογένεια και την τέχνη του, ωστόσο λόγω παράλυσης προς το τέλος της ζωής του διέκοψε κάθε δραστηριότητα. Ο Κωνσταντίνος Παρθένης πέθανε απομονωμένος, σε συνθήκες ένδειας, τον Ιούλιο 1967, αφήνοντας, ωστόσο, τεράστια κληρονομιά στην καλλιτεχνική ιστορία της χώρας μας.


«Ο Παρθένης άνοιξε τα μάτια μας σε μια ακόμη -έως τότε άγνωστη- μορφή του τόπου μας. Απεκάλυψε μια κρυμμένη έκφρασή της. Άλλαξε την πορεία της καλλιτεχνικής μας όρασης. Σφράγισε με την προσωπικότητά του μια κρίσιμη εποχή».

Μαρίνος Καλλιγάς (διευθ. Εθνικής Πινακοθήκης), Από τον επικήδειο του Κων/νου Παρθένη

ΠΗΓΕΣ:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B7%CF%82

https://www.nationalgallery.gr/el/zographikh-monimi-ekthesi/painting/mesopolemos/konstantinos-parthenis/to-mikro-ekklisaki-tis-kephalonias.html

www.elculture.gr

http://www.kathimerini.gr/760189/article/proswpa/proskhnio/kwnstantinos-par8enhs-prwtoporos-toy-monternismoy-sthn-ellada

10 Άγνωστες Πτυχές του Τζάκσον Πόλοκ

Μια μέρα σαν σήμερα, 107 χρόνια πριν γεννήθηκε στο Κόντι του Ουαϊόμινγκ το νεότερο από τα πέντε παιδιά της Στέλλα Μέι (ΚακΚλούρ) και του Λίροι Πόλοκ, ο Τζάκσον που έμελλε να χαρακτεί στον τύμβο των μεγάλων καλλιτεχνών του 20ου αιώνα. Σίγουρα έχει τύχει να δούμε πίνακες του ή έστω να ακούσουμε σχόλια για την τρέλα που κρύβουν μέσα οι δυσνόητες δημιουργίες του. Συγκεντρώσαμε, ωστόσο, για εσάς 10 στοιχεία για τον ίδιο και το έργο του που δεν τα είχατε φανταστεί.

1. Ας ξεκινήσουμε χρονολογικά με την αποβολή του από το γυμνάσιο Καλών Τεχνών του Λος Άντζελες αλλά και από ένα ακόμη γυμνάσιο το 1928. Γι’ αυτή την τροπή υποθέτουμε πως θα έφταιγε ο ασταθής χαρακτήρας του.

2. Αποτέλεσε τον εμπνευστή της τεχνικής «drip color» ή «dripping». Ζωγράφιζε χορεύοντας γύρω από τους πίνακες του ένα χώρο που θύμιζε στις κινήσεις και στην ελευθερία τους αυτό των Ινδιάνων αυτόχθονων της Αμερικής. Η αφηρημένης τέχνης προέκυπτε ως αποτέλεσμα αυτής της εκστατικής μεθόδου που όπως έλεγε και ο ίδιος δε ζωγραφίζεις αλλά γίνεσαι μέρος του πίνακα.

3. Όντας εθισμένος στο αλκοόλ χρειάστηκε να παρακολουθήσει ψυχοθεραπευτή για τέσσερα χρόνια, από το 1938 ως το 1942, χωρίς βέβαια εξαιρετικά αποτελέσματα.

4. Το 1950 κάλεσε στο στούντιο όπου ζωγράφιζε τους ιδιαίτερους πίνακες του το νεαρό φωτογράφο Χανς Νάμουθ που επεδίωκε να αποτυπώσει στο φακό την περίεργη τεχνική του. Προς μεγάλη του έκπληξη, όμως, με το που έφτασε, ο Πόλοκ ζήτησε συγνώμη καθώς δεν τον περίμενε και είχε τελειώσει το πίνακα.

5. Φιλοξενήθηκε το 1956 στο περιοδικό «Time» του απέδωσε τον τίτλο που τον ακολούθησε από τότε στην εικαστική του ζωή «Jack the Dripper» λόγω της πρωτότυπης τεχνικής του.

6. Το περιοδικό Life κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1949 ένα αφιέρωμα με τον τίτλο «Είναι αυτός ο μεγαλύτερος εν ζωή ζωγράφος των ΗΠΑ;» Η ευρεία δημοσιότητα που έλαβε οδήγησε τον Πόλοκ να εγκαταλείψει απότομα τη μέθοδό του.

7. Στις 11 Αυγούστου 1956 ο Τζάκσον Πόλοκ πέθανε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα που προκάλεσε εκείνος υπό την επήρεια αλκοόλ. Σε αυτό σκοτώθηκε άλλη μια συνεπιβάτης, ενώ η ερωμένη του κατάφερε να επιβιώσει.

8. 60 χρόνια μετά το θάνατό του εμφανίστηκε πίνακας αφιερωμένος στην ερωμένη του, για τον οποίο οι ειδικοί δε μπορούν να πουν με σιγουριά ότι ανήκει στον Πόλοκ, όπως και για άλλους πίνακες που έχουν εμφανιστεί κατά καιρούς και οι ιδιοκτήτες τους ισχυρίζονται πως τους έχουν αγοράσει από τον ίδιο σε πολύ χαμηλές τιμές.

9. Οι ψυχίατροι Ρίτσαρντ Τέιλορ, Μίχολιτς και Τζόνας μελέτησαν βαθιά το έργο του Πόλοκ και κατέληξανότι αρκετοί από τους πίνακες βασίζονται σε μαθηματικές πράξεις. Η μέθοδος του δεν φάνηκε τόσο τυχαία όσο την παρουσιάζε, καθώς οι πίνακες παρουσίαζαν μια τρομερή συμμετρία. Άλλοι μελετητές του έχουν καταλήξειστο συμπέρασμα ότι ο καλλιτέχνης ήταν δυνατό να πάσχει από ένα είδος διπολικής διαταραχής.

10. Το έργο του έχει αμφισβητηθεί από πολλούς και δεν έχει λάβει και τις καλύτερες κριτικές. Μια χαρακτηριστική είναι αυτή της κυριακάτικης βρετανικήε εφημερίδας «Reynold’s News» που κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο «Αυτό δε είναι τέχνη, είναι ένα κακόγουστο αστείο».

Όπως και να έχει, οποία και να είναι η αλήθεια πίσω από την τεχνική, τους πίνακες και την προσωπικότητα του, εμείς αγαπάμε τον Πόλοκ για την ιδιαιτερότητά του και κυρίως για τη δύναμη να την αποτυπώσει στους πίνακές του και να την καταστήσει γνωστή στο ευρύ κοινό. Αποτέλεσε έμπνευση για την γενιά ακολούθων του και για όλους εμάς που θαύμαζουμε την αρμονία στη δυσαρμονία των πινάκων του.

Πηγή:https://www.clickatlife.gr/culture/story/24917