Όλοι γνωρίζουμε τον Αντώνη Σαμαράκη για το συγκλονιστικό πεζογραφικό του έργο που δικαίως τον κατέταξε μεταξύ των πιο διακεκριμένων Ελλήνων συγγραφέων του 20ου αιώνα. Ωστόσο, το πεζογραφικό σώμα του έργου του έρχεται να ρίξει και να αναταράξει η μετατόπισή του στην ποίηση, όπως την γνωρίσαμε μέσα από την συλλογή ποιημάτων του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Ο πεζογράφος φόρεσε τον μανδύα του ποιητή με εξαιρετική επιδεξιότητα, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλους τους μεγάλους λογοτέχνες που με άνεση ενδύονται διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Ή μήπως ο νέος ποιητής εξελίχθηκε σε έναν ολοκληρωμένο ποιητικό πεζογράφο; Αυτό επαφίεται στην δική σας πρόσληψη και γνώμη.
Ποιήματα, Αντώνης Σαμαράκης, εκδόσεις Ψυχογιός
Λίγα λόγια για το περιεχόμενο και την ποιητική
Η εφηβική εκδοχή του Σαμαράκη ζει και στιχουργεί σε μια εποχή ζοφερή. Γύρω στα 14 του έστειλε στο περιοδικό «Ξεκίνημα» τους στίχους του και το Μάη του 1944 η διεύθυνση του περιοδικού στη στήλη της αλληλογραφίας του απάντησε ως εξής : «Οι στίχοι σας είναι πολύ καλύτεροι από αυτούς που μας είχατε ξαναστείλει. Δουλέψτε επίμονα και προσεχτικά, χωρίς να παραλείψετε να διαβάζετε πολύ. Προσέξτε να μπείτε σ’ έναν καλό δρόμο, τώρα που είσθε ακόμη τόσο νέος. Ελάτε να σας δούμε».Ένα χρόνο πριν είχε γράψει ένα ποίημα που το μελοποίησε ο καθηγητής του της μουσικής στο Βαρβάκειο Ιωάννης Μαργαζιώτης και, όπως σημειώνει με καμάρι στη κάτω μέρος του χειρογράφου, «το τραγουδούσε η χορωδία του σχολείου». Η γραφή είναι μεν βέβαια σχολική και άρα πρωτόλεια, μεστή όμως από μια καρυωτακική ευαισθησία και λύπη. Πολλά έργα του έχουν θρησκευτική πνοή αναφερόμενα στα πρόσωπα του Ιησού. Τα περισσότερα είναι επηρεασμένα από τον Παλαμικό ρυθμό της εποχής που ανάδειξε το ποίημα- τραγούδι ή σωστότερα παιάνας. Τα πρώτα αυτά ποιήματα γράφτηκαν, με το ψευδώνυμο «Ιωσήφ Κυπριανός» στα περιοδικά «Νέα Εστία», «Ακτίνες», «Ξεκίνημα».
Ο λογοτέχνης Αντώνης Σαμαράκης
Οι λέξεις του στοιχειώνονται σταδιακά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Γερμανική Κατοχή και ο πεζογραφικός τόνος αρχίζει να κυριεύει τον ποιητικό του λόγο που πυκνός μα συνάμα απλός εκφράζει τις προσωπικές αγωνίες του ποιητή. Ο Σαμαράκης δεν μένει. όμως παγιδευμένος στον δικό του μικρόκοσμο, αλλά διογκώνει τους προβληματισμούς του- κοινωνικούς και ηθικούς- τους εξαπλώνει. Έτσι από το πρόσωπο, γίνεται αργότερα λόγος για την αυλή, για την γειτονιά μέχρι να καταλήξουμε στην ελληνική κοινωνία και τον κόσμο. Όλα αυτά γίνονται ο καμβάς του πάνω στον οποίο ζωγραφίζει τις ανησυχίες, το άγχος, τα διλήμματα. Έτσι μεταβαίνει από τον μικρόκοσμο στον μακρόκοσμο και έτσι από μια απλή έκφραση προσωπικών ιδεών το έργο του γίνεται πανανθρώπινο και οικουμενικό. Η ποιητική της ταπεινής ζωής, η καθημερινότητα που αγιάζεται στην πεζογραφία του Σαμαράκη, και ταυτόχρονα η εξέγερσης, στοιχείο που σφραγίζει τα κατοπινά, πεζά έργα του συγγραφέα, συμφύρονται ήδη στα ποιήματα της πρώιμης δημιουργικής του περιόδου. Μπορεί εν τέλει το λιμάνι που προσαράζει το καράβι της δημιουργίας του να είναι η πεζογραφία στην οποία αποκρυσταλλώνεται και η ωριμότητά του, όμως η ποιητική δημιουργία βρίθει νιότης, αγνότητας, ελπίδας, μιας ωραιότητας ασύγκριτης και ανεπανάληπτης. Αξεδίψαστο συναισθημάτων και αχόρταγο κοινωνικών αναταραχών το έργο του, που ακροβατεί μεταξύ του σύγχρονου και του παλιού, του συμβολισμού και ενός πρώιμου υπερρεαλισμού, είναι χωρίς αμφιβολία μια μοναδική ποιητική εμπειρία.
Τα λόγια του Θανάση Νιάρχου έπονται προς επίρρωση όσων σας αναφέραμε παραπάνω: «Οι ανησυχίες και τα θέματά του, τα ενδιαφέροντα και η προβληματική του, ελάχιστα διαφέρουν στην ποίηση και τη πεζογραφία του. Μπορεί ο Χριστιανός Σαμαράκης να εξελίσσεται σ ‘ένα οικουμενικού προβληματισμού πεζογράφο, μπορεί ο προστατευτικός τόνος για μια ηθική ανύψωση, που θεωρείται ευκταία, να αντικαθίσταται από την τρυφερά απαισιόδοξη ενατένιση των ανθρωπίνων, ο ήχος του εμβατηρίου να αδυνατίζει και να περισσεύει η κραυγή, τα θέματά του όμως παραμένουν συγκινητικά τα ίδια : Ο Σαμαράκης είναι ο μικρόκοσμος, η αυλή, η γειτονιά, με τα καθημερινά βάσανα και, ταυτόχρονα, ο μακρόκοσμος, με τις ανησυχίες και τα ηθικά διλήμματα, τους κλυδωνισμούς και την σκοτεινή του προοπτική».
Αντί επιλόγου
Η ποίηση του Σαμαράκη ατενίζει το μέλλον και αναθεματίζει μια ανθρωπότητα που διαρκώς επιλέγει να κοιτάζει πίσω. Μας δίνει την απάντηση στο σκοτάδι της εποχής, γιατί μας μεταλαμπαδεύει το φως της αγάπης που είναι η λύση σε όλα τα προβλήματα, η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις. Είναι μια ποίηση ελληνικότατη και συγχρόνως παγκόσμια. Μια ποίηση του παρελθόντος και του μέλλοντος, επίκαιρη και νοσταλγική. Είναι μια ποίηση που δεν προσπερνάς. Για αυτό με την πρώτη ευκαιρία σας καλούμε να αναζητήσετε το ποιητικό έργο του Αντώνη Σαμαράκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
Διαβάστε ένα ποίημα από την συλλογή εδώ και ακούστε το εδώ.
Ο συμβολαιογράφος είναι γραμμένος στην καθαρεύουσα, ενώ o συγγραφέας χρησιμοποιεί πλήθος λέξεων από την κεφαλλονίτικη και την επτανησιακή διάλεκτο κυρίως ιταλικής προέλευσης. Η κατανόηση του έργου δεν είναι ιδιαιτέρα δύσκολη και κάποιες άγνωστες λέξεις μπορούν και να παραληφθούν αφού το νόημα βγαίνει εύκολα από τα συμφραζόμενα. Η έκταση του βιβλίου είναι μικρή, τα νοήματα και η πλοκή ξεκάθαρη, τα πρόσωπα λίγα ενώ το μυστήριο και η αγωνία βοηθούν ώστε ο αναγνώστης να κρατηθεί κοντά στο βιβλίο και να μην τον απομακρύνει η παράξενη ειδικά για τους πιο νέους διάλεκτος. Η αίσθηση που αφήνει η καθαρεύουσα είναι μεγαλοπρεπής, περιγραφική και πιο σύνθετη στην απόδοση εικόνων και συναισθημάτων. Σε δώδεκα μικρά και κοφτά κεφάλαια, τύπου νουάρ, θα παρακολουθήσουμε το χρονικό μίας δολοφονίας ενός πλούσιου γέροντα και την αναζήτηση του δολοφόνου ανάμεσα στους κληρονόμους με κύριο άξονα τις δράσεις ενός παράξενου συμβολαιογράφου του σιορ Τάπα. Αν και δεν μπορεί κανείς να πει ότι οι ανατροπές και οι πρωτοτυπία χαρακτηρίζουν το διήγημα εντούτοις, ο Ραγκαβής καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον αμείωτο μέχρι το τέλος και να βάλει τον αναγνώστη για τα καλά μέσα στην πλοκή και την ζωή των ηρώων κυρίως με την άψογη μετάδοση των συναισθημάτων.
Έτσι, ο «Συμβολαιογράφος», που δεν έχει χαρακτηριστεί τυχαία ως ένα από τα πρώτα αστυνομικά μυθιστορήματα που γράφτηκαν (μόλις το 1850), στηρίζεται σε ένα κατεξοχήν χαρακτηριστικό του αστυνομικού είδους, δηλαδή στον εγκλωβισμό ενός αθώου σε μια πλεκτάνη την οποία γνωρίζουν οι θεατές. Κεντρικό πρόσωπο είναι ο αντιήρωας Σιορ Τάπας, ο συμβολαιογράφος που κινεί παρασκηνιακά τα νήματα σε μια ιστορία κληρονομιάς, για να επιτύχει το καλύτερο για την ευτυχία της κόρης του, και ο οποίος θα καταλήξει τελικά να γίνει ένα πρόσωπο «τραγικό», μια και θα τιμωρηθεί για τη δράση του από την ίδια τη συνείδησή του. Όλα αυτά δοσμένα μέσα από ζωηρά σκιαγραφημένους χαρακτήρες διαφορετικού ηθικού αναστήματος, με το επτανησιακό ιδίωμα, καθώς η ιστορία διαδραματίζεται στην Κεφαλονιά, να επιβάλλεται με τον πλούτο του. Το πλήθος και η ποικιλομορφία των χαρακτήρων είναι ακριβώς τα στοιχεία εκείνα που ευνοούν την θεατρική τους απόδοση.
Αργοστόλι 1882: Ο κόντες Ναννέτος, ένας από τους πιο αξιοσέβαστους τοπικούς άρχοντες της Κεφαλονιάς βρίσκεται δολοφονημένος στην κάμαρά του. Καθώς οι αρχές ψάχνουν να βρουν τον ένοχο, τα πράγματα περιπλέκονται όταν εμφανίζονται δύο διαθήκες του κόντε. Η μία, γραμμένη ανεπίσημα, αφήνει γενικό κληρονόμο τον νεαρό Ροδίνη που δούλευε ως γραμματικός δίπλα στον κόντε ενώ στη δεύτερη, αυτή που εμφανίζει ο συμβολαιογράφος Τάπας, φαίνεται ως γενικός κληρονόμος ο ανιψιός του, Γεράσιμος Ναννέτος. Το παράδοξο είναι πως και οι δύο διαθήκες φέρουν την υπογραφή του κόντε Ναννέτου. Ποια είναι όμως η πραγματική διαθήκη;
Ο Ραγκαβής έγραψε αρκετά θεατρικά έργα, τραγικά και κωμικά, τα οποία όμως δεν γνώρισαν μεγάλη σκηνική επιτυχία κυρίως επειδή ήταν απρόσφορα για σκηνική παρουσίαση. Τα δραματικά του έργα είναι εμπνευσμένα από την ελληνική ιστορία, από την αρχαιότητα (Οι τριάκοντα), το βυζάντιο (Δούκας) ώς την ελληνική επανάσταση (Η παραμονή). Στα κωμικά του έργα, το πιο γνωστό από τα οποία είναι Του Κουτρούλη ο γάμος, επιχείρησε την μορφολογική αναγέννηση της κλασικής αριστοφανικής κωμωδίας, με χρήση αρχαϊκών μέτρων, χορικών και παράβασης. Παράλληλα ο Ραγκαβής έπαιξε μεγάλο ρόλο και στην οργάνωση της θεατρικής ζωής της χώρας και συμμετείχε στις πρώτες προσπάθειες δημιουργίας θεατρικών φορέων και επιχειρήσεων (Φιλοδραματική Εταιρεία, Εταιρεία του εν Αθήναις Θεάτρου). Συχνά δίδασκε ηθοποιούς και επέβλεπε την προετοιμασία παραστάσεων και διοργάνωνε και ερασιτεχνικές παραστάσεις έργων με φοιτητές του Πανεπιστημίου. Μπορεί να μην είναι από τις προσωπικότητες που απασχολούν τη σύγχρονη θεατρική πραγματικότητα, ακόμη και τώρα που οι σκηνικές μεταφορές της λογοτεχνίας πληθαίνουν και αναγνωρίζονται πλέον ως μία από τις κυρίαρχες τάσεις του ελληνικού θεάτρου. Μπορεί το ίδιο έργο να γνώρισε τεράστια επιτυχία όταν μεταφέρθηκε στην τηλεόραση τη δεκαετία του ’70, με ένα αληθινά αξιομνημόνευτο καστ, όμως αυτό ανήκει στη σφαίρα του μακρινού παρελθόντος.
Στο πιο πρόσφατο παρελθόν μια ενδιαφέρουσα απόδοση του έργο έλαβε χώρα πέρυσι στο θέατρο “Χώρα” με πρωτοβουλία του Πέτρου Ζούλια. Παρά την μη εντυπωσιακή παραγωγή η σκηνοθεσία ήταν ατμοσφαιρική και οι ερμηνείες των ηθοποιών αξιόλογες.
Το έργο «Όφις και Κρίνο» είναι το πρώτο έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Φέρεται να γράφτηκε γύρω στο 1905, ενώ δημοσιεύτηκε την επόμενη χρονιά. Το γεγονός ότι ως έτος κυκλοφορίας αναγράφεται το 1907 οφείλεται σε μια παλιά συνήθεια, σύμφωνα με την οποία όσα βιβλία τυπώνονταν στο τέλος ενός έτους έφεραν την ημερομηνία του ερχόμενου. Εκείνη την περίοδο, ο Καζαντζάκης τελείωσε τις νομικές σπουδές του λαμβάνοντας και διδακτορικό τίτλο με άριστα. Δεν κυκλοφόρησε βέβαια με το όνομά του, αλλά με το ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε, δηλαδή Κάρμας Νιρβασάμης. Εκτός από αυτό υπέγραφε ως Ακρίτας ή ως Ν..
Το βιβλίο γραμμένο σαν ημερολόγιο αφηγείται έναν ολόκληρο σχεδόν χρόνο ενός ερωτευμένου καλλιτέχνη που πάλλεται ανάμεσα στην αγάπη και το σαρκικό πάθος. Τι δίπολο που ανάγεται στο κεντρικό θέμα του έργου αποτυπώνεται ήδη στον τίτλο του. Περιττό να αναφερθούν οι επιμέρους συμβολισμοί. Το πλατωνικό, παρθενικό συναίσθημα αντιπαραβάλλεται με την λαγνεία, τη ηδονολατρεία όπως και η ζωή με τον θάνατο. Κι όλα αυτά συμβαίνουν στα πλαίσια μιας προσωπικής εξομολόγησης που θα έμοιαζε και με ερωτική επιστολή, με προσευχή ή με ιεροτελεστία. Ο λόγος γλαφυρός, άλλοτε στάζει μέλι άλλοτε φαρμάκι με ελάχιστο κρητικό ιδίωμα. Οι λεκτικοί συνδυασμοί που αξιοποιεί ο συγγραφέας είναι μοναδικοί, αξεπέραστοι και από την αρχή κατακτούν τον αναγνώστη, πετυχαίνοντας να τον μεταφέρουν στα άδυτα του ανθρώπινου ψυχισμού. Σ’ όλο το ανάγνωσμα είναι εμφανέστατη η ευρυμάθεια του Καζαντζάκη που απλώνεται από την ελληνική μυθολογία εώς την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, την ελληνική παράδοση αλλά και μυθολογίες άλλων χωρών (χαρακτηριστική η αναφορά της Λορελάης, πλάσματος της γερμανικής μυθολογικής παράδοσης που ο Χάινριχ Χάινε σε ένα ποίημα του μεταφέρει στον λογοτεχνικό κόσμο).
Οι περιγραφές είναι συγκλονιστικές και από την αρχή κιόλας ο αναγνώστης παρασύρεται από τον ερωτικό χείμαρρο και μαγεύεται από την διάχυτα παθιασμένη ατμόσφαιρα. Άλλωστε, το βιβλίο προσφέρεται για αυτούς τους λόγους και δεν προσιδιάζει το μεταγενέστερο συγγραφικό έργο του Καζαντζάκη. Ήδη κανείς , βέβαια, σε κάποια σημεία διακρίνει πρώιμα στίγματα της φιλοσοφίας του, αλλά όχι ιδιαίτερα ευαγή. Αν και ο ίδιος είχε κάψει όσα αντίτυπα διατηρούσε από το βιβλίο αυτό, ζητώντας προηγουμένως την μεταφορά τους από την Αίγινα στην Νότια Γαλλία, όπου ζούσε, το συμπεριέλαβε στην λίστα που υπέβαλε στα βραβεία Νόμπελ όσο και στην Ακαδημία Αθηνών. Μάλιστα, το βιβλίο αυτό είχε δωρίσει τόσο στον Παλαμά όσο και στον Ψυχάρη, ο οποίος το είχε μελετήσει σε βάθος, όπως διακρίνει κανείς από τις σημειώσεις του.
Μυστήριο μένει η γυναίκα στην οποία είναι αφιερωμένο το έργο, διότι η αφιέρωση «Στη Τοτώ μου» δεν αρκούσε για να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Πολλοί, επηρεασμένοι από την αναφορά στην θεά Γαλάτεια, πίστεψαν πως αφορούσε την πρώτη σύζυγό του. Ωστόσο, κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο, αφού κατά τη συγγραφή του δεν είχαν ακόμα γνωριστεί και ακόμα και να είχαν, δεν είχαν συνάψει ερωτικές σχέσεις, αφού η Γαλάτεια ήταν σε αρκετά νεαρή ηλικία. Επικρατέστερη είναι η εικασία που κάνει λόγο για μια Ιρλανδή ονόματι Kathleen Fordbild, δασκάλα Αγγλικών στο Ηράκλειο και κόρη πάστορα, με την οποία ο συγγραφέας είχε σχέσεις από το καλοκαίρι προτού ξεκινήσει τις σπουδές του εώς ένα καλοκαίρι πριν αποφοιτήσει, ήτοι για τέσσερα περίπου έτη. Οι υποθέσεις αυτές βασίζονται και σε όσα ο ίδιος εκμυστηρεύεται στην «Αναφορά στον Γκρέκο». Το τέλος της σχέσης του μένει άγνωστο. Κατά μια άποψη, εκείνη φαίνεται να εξαφανίστηκε. Κατά άλλη, αυτός τερμάτισε την επαφή τους. Σε κάθε περίπτωση, ένας έρωτας τέτοιος μας χάρισε αυτό το μικρό αριστούργημα που αν και δεν ανήκει στα κορυφαία έργα του Κρητικού, έχει σίγουρα την δική του λογοτεχνική αξία.
Διαβάζεται εύκολα, γρήγορα και σε οδηγεί να ερωτευτείς την ιδέα του έρωτα είτε αυτή συνεπάγεται την δημιουργία είτε την αυτοκαταστροφή. Αν δεν το έχετε στα αναγνωριστικά πλάνα σας, είναι καιρός να το εντάξετε!
Ποιήματά του ἔχουν βραβευθεῖ σὲ ποιητικοὺς διαγωνισμοὺς καὶ ἔχουν δημοσιευθεῖ στὴν Μεγάλη Ἐγκυκλοπαίδεια τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας Χάρη Πάτση τὸ 2014, 2015 καὶ 2017. Ἔχει ἐκδώσει τὸ 2014, στὶς Ἐπίλεκτες Ψηφιακὲς Ἐκδόσεις «24grammata» καὶ σὲ ἔντυπη αὐτοέκδοση τὴν ποιητικὴ συλλογὴ «Δασυνόμενον Ἔψιλον», ἐνῶ ἐπίκειται ἡ ἔκδοση τοῦ δοκιμίου του « Ὁ 21ος Αἰώνας τοῦ Κ.Π.Καβάφη – Μία Discipline De Vie ».
Μιλᾶ ἀγγλικά, γερμανικά, γαλλικὰ καὶ ρωσικά.
Η συνέντευξη έλαβε χώρα ενόψει της κυκλοφορίας του ανθολογίου «Εν αμφιβολία ποιητές» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελκυστής λόγω της ιδιότητας του κ. Ορφανίδη ως προέδρου του Κύκλου Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών.
1.- Μιλήστε μας με λίγα λόγια για τον Κύκλο Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών. Πώς προέκυψε η σύλληψη του; Ποιες είναι οι δράσεις του και τι είναι αυτό που συνέχει τα μέλη του;
Ο Κύκλος Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών [ΚΕΛΔ] είναι το μοναδικό σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, αν όχι και παγκοσμίως, λογοτεχνικό σωματείο, του οποίου τα μέλη είναι δικαστές και εισαγγελείς όλων των κλάδων και βαθμίδων, εν ενεργεία και συνταξιούχων, οι οποίοι είναι οι ίδιοι ποιητές και λογοτέχνες. Υπήρξε ιδέα του Εφέτη Αθηνών κ. Αντωνίου Μελισσσινού, ο οποίος μου την γνωστοποίησε και εγώ την μετέφερα σε άλλους συναδέλφους, οι οποίοι απαρτίζουν και το ΔΣ του ΚΕΛΔ σήμερα. Γενική Γραμματέας αυτού είναι η Εφέτης Αθηνών κ. Σοφία Λιγνού, Αντιπρόεδρος ο Εισαγγελέας Εφετών κ. Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος, Έφορος ο επί τιμή Ειρηνοδίκης κ. Βασίλειος Παπακώστας, Ταμίας η επί τιμή Πταισματοδίκης κ. Λίτσα Καποπούλου, Κοσμήτορας ο κ. Μελισσινός, Μέλος ο Εφέτης Αθηνών κ. Αθανάσιος Νικολόπουλος και Πρόεδρος ο υποφαινόμενος. Ο ΚΕΛΔ δραστηριοποιείται από τον Μάιο του 2018 και έχει μέχρι σήμερα διοργανώσει σχεδόν τριάντα (30) εκδηλώσεις και προβεί σε πολιτιστικές πρωτοβουλίες, εμβληματικότερες των οποίων είναι: Δύο λογοτεχνικοί διαγωνισμοί Νέων Κρατουμένων Καταστήματος Αυλώνα, ενώ, διοργανώνουμε τώρα τον τρίτο, λογοτεχνικός διαγωνισμός για τα τέκνα των συναδέλφων, ο οποίος θα ανακοινωθεί σύντομα, η μεγάλη εκδήλωση στην Παλαιά Βουλή, στις 17.3.2019, για τους Φιλέλληνες Ποιητές και Λογοτέχνες, όπου η Ελληνική Πολιτεία-μέσω του ΚΕΛΔ-τίμησε για πρώτη φορά τη Δημοκρατία της Αϊτής, την πρώτη χώρα που αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Ελλάδος, το 1823. Τον Απρίλιο του 2019 μεταβήκαμε στο Κίεβο, στη Σχολή Νέας Ελληνικής Γλώσσας, όπου ο υποφαινόμενος έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη και τον Ελύτη. Αν δεν είχε εγκύψει η πανδημία, το 2020 θα είχαμε μεταβεί, κατόπιν σχετικών προσκλήσεων, στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, στο πλαίσιο ημερίδος με θέμα «Δίκαιο και Λογοτεχνία», καθώς και στην Ακαδημία Γραμμάτων και Τεχνών στη Γρανάδα, στο πλαίσιο εκδηλώσεως για τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Υπό την αιγίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και σε συνεργασία με τον Σύνδεσμο Γραμμάτων και Τεχνών Θεσσαλίας, με τήρηση όλων των απαραιτήτων μέτρων ασφαλείας και προ του δεύτερου κύματος της πανδημίας, διοργανώσαμε λογοτεχνικό συμπόσιο στη Λάρισα τον Οκτώβριο του 2020. Μπορεί κανείς να επισκεφθεί την ιστοσελίδα μας και να πληροφορηθεί αναλυτικότερα τη δραστηριότητά μας [www.keld.gr]. Πρέπει δε να σας πω ότι ο ΚΕΛΔ έχει μέσα σε τρία μόλις χρόνια δράσεως εκδώσει και δύο ανθολόγια ποίησης και πεζογραφίας, με δείγματα γραφής των μελών του. Το πρώτο φέρει τίτλο «Ποιητική Αδεία» εκδόσεις Ανάτυπο και το δεύτερο, άρτι εκδοθέν, «Εν αμφιβολία ποιητές», εκδόσεις Ελκυστής. Επίτιμα μέλη μας είναι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μάνης κ.κ. Χρυσόστομος Γ΄, ο Βασίλης Βασιλικός και ο Τίτος Πατρίκιος. Αυτό που συνέχει τα μέλη μας είναι η έγνοια για τη γλώσσα μας και για τον πολιτισμό μας και την ιστορία μας.
2.- Από ποια ηλικία ξεκινήσατε την λογοτεχνική παραγωγή και με ποια αφορμή; Τι σας δίνει έμπνευση;
Τα πρώτα παιδαριώδη ποιητικά μου σκαριφήματα ανάγονται στην ηλικία των οκτώ περίπου ετών, τα πρωτόλειά μου αρχές με μέσα εφηβείας. Έχω ανάγκη να γράφω. Αυτό μόνο ξέρω και λέω. Έμπνευση μου δίνει η συνείδηση.
3.- Λογοτεχνία και δίκαιο. Νομίζω είστε η απόδειξη πως οι έννοιες αυτές δεν είναι αντίρροπες. Ποια είναι, για εσάς, η κοινή συνισταμένη τους;
Κοινή συνισταμένη δικαίου και λογοτεχνίας είναι η δικαιοσύνη ή η συνείδηση αν προτιμάτε.
4.- Ποια είναι η ταυτότητα που σας καθορίζει περισσότερο αυτή του δικαστικού λειτουργού ή αυτή του λογοτέχνη και για ποιο λόγο;
Προσπαθώ να με καθορίζει η ταυτότητα του ανθρώπου. Αυτό, αν το καταφέρνω, επιτυγχάνω και ως δικαστής και ως ποιητής.
5.- Ο Νίκος Εγγονόπουλος έγραφε «Η τέχνη και η ποίηση δε μας βοηθούν να ζήσουμε. Η τέχνη και η ποίηση μας βοηθάνε να πεθάνουμε». Ποιον σκοπό επιτελεί για εσάς η τέχνη σε υπαρξιακό και κοινωνικό επίπεδο;
Η τέχνη και η ποίηση μας βοηθούν και να ζήσουμε και να πεθάνουμε. Προτού πεθάνουμε πρέπει να ζήσουμε. Προσωπικώς η απάντηση που δίνω στο υπαρξιακό ερώτημα της ζωής και του θανάτου είναι η αξιοπρέπεια. Η αξιοπρέπεια μπορεί να επιτευχθεί και σε ατομικό και σε κοινωνικό επίπεδο. Η ποίηση καλό είναι να σε βοηθά να πας προς τα εκεί.
6.- Ποιο λογοτεχνικό έργο σας έχει επηρεάσει βαθύτατα, εφόσον υπάρχει κάποιο τέτοιο.
Σε αυτό το ερώτημα αμέσως γεννάται ο πειρασμός να δωθεί μία εντυπωσιακή απάντηση, για να πείσεις ότι είσαι βαθιά μορφωμένος. Νοιώθω ένας ημιμαθής που, όμως, έντιμα προσπαθεί να περιορίσει την ημιμάθειά του. Δεν έχω διαβάσει όλα τα μεγάλα έργα, το ομολογώ. Συχνά θυμάμαι τις Ιστορίες του κ. Κόυνερ. Αλλά θεωρώ τη διάνοια του Καβάφη εφάμιλλη της διάνοιας των αρχαίων Ελλήνων.
7.- Υπάρχει χρέος των πνευματικών ανθρώπων απέναντι στην κοινωνία και αν ναι, ποιο πιστεύετε ότι είναι αυτό;
Η Τέχνη, η Λογοτεχνία, είναι δημιουργία• και στα ελληνικά «δημιουργία» σημαίνει έργο που απευθύνεται στον δήμο, είτε το αποδέχεται αυτό ο δημιουργός, είτε όχι. Κατά την άποψή μου, ναι, υπάρχει χρέος και αυτό έχει να κάνει με τις απαντήσεις μου στο τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ερώτημά σας.
8.- Πώς βλέπετε την παρουσία της λογοτεχνίας στην Ελλάδα; Είστε αισιόδοξος για το μέλλον της;
Η παρουσία της λογοτεχνίας στην Ελλάδα δεν διαφέρει από αυτήν σε όλον τον κόσμο. Υπάρχουν, δηλαδή, και εδώ και παντού, αξιόλογοι άνθρωποι, με ταλέντο, που μία πανδημία αδιαφορίας μας τους αποκρύβει. Το μέλλον από μόνο του ούτε αισιόδοξο, ούτε απαισιόδοξο είναι. Ο ΚΕΛΔ επιδιώκει, όσο μπορεί, να υπάρξει ένα μέλλον καλύτερο.
9.-Σαν άλλος Ράινερ Μαρία Ρίλκε τι συμβουλές θα δύναται σε έναν νέο ποιητή;
Να γράφει μόνο αν έχει να πει πραγματικά κάτι αξιόλογο. Να επεξεργάζεται το κείμενό του. Να διαβάζει. Να χαίρεται τη ζωή και να παραμένει αξιοπρεπής μέσα από τις δοκιμασίες και τα λάθη του.
10.- Είναι η ποίηση «το καταφύγιο που φθονούμε», ιδίως εποχές σαν αυτή της πανδημίας, του εγκλεισμού και του φόβου του θανάτου;
Για μένα η ποίηση είναι φως. Λέω σέ ένα μου ποίημα περίπου αυτό «Οι δυσκολίες στη ζωή/Κόλπα είναι του θανάτου/Για να αλλαξοπιστήσουμε».
Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Δημήτρη Ορφανίδη για τα λόγια που μοιράστηκε μαζί μας, καθώς και τις εκδόσεις Ελκυστής για την εξαιρετική συνεργασία. Περισσότερες πληροφορίες για τον ΚΕΛΔ μπορείτε να βρείτε εδώ.
Ο Γιώργης Παυλόπουλος γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1924. Εκεί τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο. Ξεκίνησε τις σπουδές του στην Νομική Σχολή Αθηνών, τις οποίες αργότερα εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην ποίηση. Για να καλύψει, ωστόσο, βιοποριστικές ανάγκες εργάστηκε για πολλά χρόνια ως λογιστής και γραμματέας στα ΚΤΕΛ Ηλείας. Οι πρώτες δημοσιεύσεις του έγιναν το 1943 στο περιοδικό “Οδυσσέας” που εξέδιδε με τους φίλους του στην γενέτειρά του. Υπήρξε στενός φίλος του Τάκη Σινόπουλου, με τον οποίο συνεργάστηκαν και στην πειραματική γραφή από κοινού ποιημάτων, τα οποία συμπεριελήφθησαν στο έργο του τελευταίου. Διατηρούσε, επίσης, στενές σχέσεις με τους πεζογράφους Νίκο Καχτίτση και Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο, αλλά και με τον ποιητή Γεώργιο Σεφέρη.
Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Με μόλις έξι βιβλία σε μια ποιητική διαδρομή εξήντα χρόνων γίνεται αντιληπτό ότι ο ποιητής υπήρξε ολιγόγραφος. Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες ενώ συμπεριλήφθηκαν σε σχολικά εγχειρίδια. Συμμετείχε ενεργά σε συνέδρια και παρουσιάσεις ποιητών στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων. Πέρα από την ποίηση ασχολήθηκε και ερασιτεχνικά μεν με την ζωγραφική. Με τη φροντίδα κάποιων φίλων του, πίνακές του εκτέθηκαν στην ΙΘ’ Έκθεση ζωγραφικής το 1977.
Τα ποιήματά του, όλα σε ελεύθερο στίχο, έχουν έντονα βιωματικό χαρακτήρα. «Αυτό που γράφω το έχω ζήσει», είχε πει ο ίδιος. Στα πρώτα του ποιήματα σκιαγραφούνται οι τραυματικές εμπειρίες της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στα τελευταία του ποιήματα, ο λόγος του επικεντρώνεται στις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου: τον έρωτα και το θάνατο. Χαρακτηρίζεται για την αγωνιστική του διάθεση, την καταγραφή γεγονότων του πολέμου και του εμφυλίου αλλά και τον ενθουσιασμό του για έναν καλύτερο κόσμο.
Όπως οι άλλοι ποιητές της γενιάς του, έτσι κι εκείνος αντλεί τα θέματά του από ένα οδυνηρό βιωματικό υπόστρωμα, συγκροτημένο από κοινές μνήμες της μετακατοχικής εμφυλιακής περιόδου, που υπήρξε καθοριστική για την διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας. Το έργο του συνιστά προϊόν κατεργασίας του προσωπικού βιώματος με εντονότατες ιστορικοκοινωνικές διαστάσεις και ηθικές- υπαρξιακές προεκτάσεις, με γνώμονα την ιδιαίτερη ευαισθησία του ποιητή σχετικά με τον ρόλο και τους μηχανισμούς της ποιητικής τέχνης.
Η ποίηση βγαίνει κατευθείαν από το ζόφο του μεσοπολέμου. Έγραψε ποιήματα, τα οποία συντονίζονται κυρίως με αλγεινά βιώματα από τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο της Αντίστασης και τον Εμφύλιο του αδελφοκτόνου αίματος. Τα θέματά του είναι μικρά πένθη για τους νεκρούς αντάρτες και μεγάλες ελεγείες για το αδικαίωτο όραμα της Αριστεράς. Έχει πει ο ίδιος: “Περιμέναμε μια δικαιώση των αγώνων της Αντίστασης στο γενικό σκοτάδι που ερχόταν και το βλέπαμε εκείνα τα χρόνια. Πάντα απειλεί ένα σκοτάδι τον κόσμο. Σήμερα δεν βλέπω από πουθενά φως.”
Επιλέγει να καταθέτει την μαρτυρία του μέσα από έναν μύθο, δίχως ευθεία αναφορά σε τόπο και χρόνο. Ο ποιητικός του κόσμος είναι ονειρικός, αλλά συντίθεται από πραγματικά υλικά. Διακρίνεται από ήπια δραματικότητα, διαποτίζεται από αισθησιασμό. Η άμεση, λιτή επικοινωνιακή γλώσσα που κατέκτησε περίοπτη θέση στα ελληνικά γράμματα χωρίς ποτέ να απομακρυνθεί από τον ξεχωριστό του τόπο.
Ξεφυλλίζοντας την ξεχωριστή συλλογή των ποιημάτων του “Ποιήματα 1943-2008” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη μεταφέρεται σε ένα σύμπαν στο οποίο κυριαρχεί το όνειρο και η αίσθηση του ανικανοποίητου. Σε όλα αυτά υπάρχει μια δραματικότητα που δεν καταλήγει ευτυχώς σε μελοδραματισμό. Παντού είναι έκδηλη η φιλοσοφική διάθεση, ενώ ο λόγος είναι αλληγορικός, συμβολικός με μια διάχυτη υπαινικτικότητα. Χρησιμοποίει εν γένει καθημερινό λεξιλόγιο, χωρίς βερμπαλισμούς και αφύσικες πομφόλυγες. Λιτός, απλός, σαφής οδηγείται αναπόφευκτα σε έναν τόνο εξομολογητικό που θυμίζει περισσότερο πεζογράφημα παρά ποίημα. Το ύφος του είναι επί το πλείστον κουβεντιαστό και η σκέψη του αποδίδεται ιδιαίτερα παραστατικά.
Θα έλεγε κανείς πως πλην του εμφύλιου σπαραγμού, την ποίησή του διατρέχει ένα διαχρονικό δημιουργικό ταξίδι, μια προσπάθεια συνομιλίας με το άπιαστο ποιητικό φαινόμενο, μια αέναη προσέγγιση της ποιητικής τέχνης. Πολλές φορές χρήζει πρωταγωνιστή τον επίδοξο δημιουργού, στο πρόσωπο του οποίου πιθανολογούμε ότι αντανακλάται ο ίδιος ο ποιητής. Ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να συμμετάσχει σε αυτή την επιχείρηση διαλόγου και να προβάλλει πάνω στο ποιητικό υποκείμενο τις δικές του σκέψεις και αμφιβολίες.
Μας απαντά μέσα από τα ποιήματά του τι είναι εν τέλει η ποίηση. Μια πόρτα ανοιχτή; Ένα άγαλμα; Μια πράξη ερωτική; Αυτό θα το επιλέξει ο αναγνώστης. Ας πάρουμε, όμως, μια ιδέα μέσα από τα λόγια του ποιητή: «Ἂν ἕνα πουλὶ μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ ἀκρίβεια τί τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ κάνει νὰ τραγουδάει, δὲν θὰ τραγούδαγε». […] Παραλλάζοντας αὐτὴ τὴ σημείωση τοῦ Πὼλ Βαλερύ, ἡ ὁποία παραπέμπει ἀμέσως στὸν Ποιητὴ καὶ στὴν Ποίηση, θὰ λέγαμε: «Ἂν ἕνας ποιητὴς μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ ἀκρίβεια τί γράφει, γιατί γράφει καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν κάνει νὰ γράφει, δὲν θὰ ἔγραφε».
Κι ἐγὼ τώρα δὲν ξέρω νὰ σᾶς πῶ τί εἶναι Ποίηση καὶ γιατί γράφω ποιήματα. Πολὺ περισσότερο δὲν ξέρω νὰ σᾶς πῶ σὲ τί μᾶς βοηθάει ἡ Ποίηση καὶ ποιὸς εἶναι ὁ σκοπός της.
Τὸ μόνο ποὺ ξέρω εἶναι πῶς ὁ Ποιητὴς ἦταν πάντα ἕνας ἀφοσιωμένος τῆς Ζωῆς. Εἴτε τὸν γεμίζει χαρά, εἴτε τὸν θλίβει ἡ Ζωή, εἴτε τὸν πάει στὸν Οὐρανό, εἴτε τὸν κατεβάζει στὴν Κόλαση, αὐτὸς μένει πάντα ὁ ἀφοσιωμένος της.
Τὴ μυστήρια ἀγάπη του γιὰ τὴ Ζωὴ δὲν ἔχει ἄλλο τρόπο νὰ τὴν ἐκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ὅτι προσπαθεῖ νὰ ἐκφράσει κυρίως αὐτὸ ποὺ κρύβει ἡ ζωή. Ὅπως ὁ ἔρωτας κρύβει αὐτὸ ποὺ μᾶς κάνει ἐρωτευμένους.
Αν θέλετε να γίνετε και εσείς μέλος αυτής της ποιητικής εμπειρίας δεν έχετε παρά να αναζητήσετε αυτή την ποιητική συλλογή! Εμείς σας την προτείνουμε ανεπιφύλακτα!
Είναι ευρέως αποδεκτό πως στην περίοδο αυτή που διανύουμε, της πανδημίας και του καθολικού εγκλεισμού εκτός από την σωματική υγεία των ανθρώπων βάλλεται διαρκώς και η ψυχική. Ίσως και ο περιορισμός της κυκλοφορίας να αναγκάζει πολλούς από εμάς να περνούν περισσότερο χρόνο με τον εαυτό τους, κάτι που μπορεί για μερικούς να είναι ευχής έργον αλλά για άλλους κατάρα. Σε τέτοιες εποχές, με τον φόβο του θανάτου και το άγχος να ελλοχεύουν σε στιγμές της καθημερινότητας είναι επόμενη η γέννηση υπαρξιακών ερωτημάτων που αν γενικευτούν και κυριαρχήσουν ενδέχεται να μετατραπούν σε κρίσεις. Επίσης, προκύπτει και το ζήτημα της ευθύνης (της πολυσυζητημένης ατομικής ευθύνης) απέναντι στο κοινωνικό σύνολο που πλην των άλλων καταδεικνύει πως ο άνθρωπος είναι πρωτίστως κοινωνικό ον. Προς αντιμετώπιση αυτού του καταιγισμού συναισθημάτων και συλλογισμών υπάρχει πάντα ένα βιβλίο. Μπορεί δύσκολα να αντικαθίσταται ένας φιλόσοφος ή ένας ψυχολόγος από ένα χάρτινο κατασκεύασμα, θα έλεγε κανείς. Ωστόσο, μετά από την ανάγνωση του «Η μέθοδος του Αριστοτέλη, Δημιουργώντας την Καλή Ζωή» του James O’ Toole που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ θα άλλαζε σίγουρα γνώμη.
Αναμφίβολα, είναι δύσκολο να διαβάσει κανείς απευθείας έργα ενός αρχαίου φιλοσόφου, με υπαρξιακές ιδίως διαστάσεις, δίχως να έχει μια καθοδήγηση στο εγχείρημά του αυτό. Μα, ακόμα και αν κατορθώσει να το αναγνώσει, σίγουρα κατά την διαδικασία της ερμηνείας και της αφομοίωσης εννοιών και ιδεών έχει ανάγκη μια πυξίδα. Τις δυο αυτές ιδιότητες συγκεντρώνει το βιβλίο αυτό. Γνωρίζοντας ορισμένα βιογραφικά στοιχεία του Αριστοτέλη και με μόνη επαφή την σχολική μελέτη των έργων του «Ηθικά Νικομάχεια» και «Πολιτικά» αλλά και ευρισκόμενη σε όλο αυτό το γενικευμένο κλίμα που περιέγραψα παραπάνω, το παρόν έργο ήρθε σαν από μηχανής θεός. Μέσα σε σχεδόν 500 σελίδες (είναι ιδιαίτερα εκτενές, αλλά ο λόγος και οι ιδέες ρέεουν και διαβάζεται αρκετά εύκολα) αποτυπώθηκαν με εύληπτο τρόπο και σύγχρονο ύφος οι απαντήσεις που έδωσε πριν από χιλιάδες χρόνια ο Έλληνας φιλόσοφος σε ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο κάθε ηλικίας και εποχής. Τι σημαίνει το ευ ζην; Ποια είναι η αληθινή ευτυχία και από τι συνίσταται; Ποια είναι η προσωπική αρετή και πως φθάνει κανείς σε αυτήν; Έχει κάποια σχέση η προσωπική ευτυχία με την κοινωνική; Μετά από ένα σύντομο, αλλά περιεκτικό βιογραφικό του φιλοσόφου, στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου αναλύονται και αξιολογούνται όλες εκείνες οι μέθοδοι με τις οποίες οι άνθρωποι πασχίζουν να κατακτήσουν την πολυπόθητη ευτυχία, προσπαθώντας να επιβεβαιώσουν ή να απορρίψουν το συμπέρασμα του Αριστοτέλη πως αυτό που λείπει από την ζωή των ενηλίκων είναι η πραγμάτωση των δυνατοτήτων τους. Αφού εξαντληθεί η κριτική προσέγγιση των μέσων αυτών τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η εναλλακτική μέθοδος του Αριστοτέλη μπορεί να οδηγήσει στην ευτυχία. Υποθέτοντας πως η απάντηση στην ερώτηση αυτή είναι καταφατική, ο συγγραφέας προχωρά σε μια επί του πρακτέου εφαρμογή των αριστοτελικών θεωριών στην ζωή μας. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω ασκήσεων που είχε θέσει ο ίδιος ο Αριστοτέλης. Έτσι, μπαίνει κανείς σε μια διαδικασία επαναπροσδιορισμού των στόχων του, πραγματοποιεί μια επισκόπηση του τρόπου δράσης του και αναζητά τις μακροπρόθεσμες συνέπειες που θα έχει στον ίδιο και στην κοινωνία, στην οποία εντάσσεται. Αρχίζει να αναζητά την έννοια της ευδαιμονίας στα κατάλληλα μέρη. Όλα αυτά αποσκοπούν στην κατάστρωση ενός σχεδίου δράσης που ίσως καταφέρει να έχει σαν τελικό προορισμό του την επιτυχία, την ευτυχία, την προσωπική ολοκλήρωση.
Μελετώντας αυτό το έργο, εκτός του ότι κατάφερα να γνωρίσω καλύτερα τις θεμελιώδεις έννοιες της αριστοτελικής φιλοσοφίας με αρκετά απλοποιημένο τρόπο, μπόρεσα να γνωρίσω τρόπους ένταξής τους στην καθημερινότητά μου. Σίγουρα το δεύτερο εγχείρημα είναι πολύ πιο δύσκολο από το πρώτο και δεν επιτυγχάνεται απλώς με την ανάγνωση ενός βιβλίου, αλλά με μια ριζική αλλαγή της στάσης απέναντι στις καταστάσεις, τα πράγματα και τους ανθρώπους. Κάτι τέτοιο, ειδικά όσο μεγαλώνει κανείς, δεν είναι καθόλου εύκολο, καθώς η αλλαγή είναι μια επίπονη διαδικασία. Παρ’ όλα αυτά, μια αρχή που διαπνέει το βιβλίο είναι πως η στασιμότητα είναι ακόμα πιο βλαβερή. Νομίζω πως μια αναθεώρηση σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο είναι αναγκαία για την επίτευξη της ευτυχίας αλλά και κατ’ επέκταση της ομόνοιας. Όλοι προς τούτο χρειαζόμαστε έναν πρακτικό οδηγό καλής ζωής. Και γιατί να μην επιλέξουμε ο οδηγός αυτός να έχει αναφορές στην αρχαιοελληνική φιλοσοφία και δη την αριστοτελική. Ακόμα και για αυτούς που δεν συμμερίζονται την τετραγωνισμένη λογική του φιλοσόφου και αγαπούν την πλατωνική θεώρηση της ζωής, είναι πολύ τυχεροί, διότι κυκλοφορεί και το έργο «Η μέθοδος του Σωκράτη» του Ρόναλντ Γκρος επίσης από τις εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ, στο οποίο δεν έχουμε βέβαια εντρυφήσει ακόμα.
Σε κάθε περίπτωση για όσους αναζητούν ένα βιβλίο αυτοβελτίωσης, έναν δρομοδείκτη στην ευτυχία σε αυτούς του χαλεπούς καιρούς, χωρίς δεύτερη σκέψη σας προτείνουμε το βιβλίο «Η μέθοδος του Αριστοτέλη» του James O’ Toole σε μετάφραση της Θεοδώρας Δαρβίρη.
Ο Hugo Von Hofmannsthal γεννήθηκε την 1η Φεβρουαρίου 1874 στη Βιέννη. Γόνος μεγαλοαστικής αυστριακής οικογένειας, σπούδασε νομικά στη γενέτειρά του, αλλά αφοσιώθηκε από νωρίς στη λογοτεχνία. Συνδέθηκε με την αβανγκάρντ ομάδα Jung Wien και έγραφε ποιήματα. Η γνωριμία του με τον Ρίχαρντ Στράους, το 1900, απέφερε μια γόνιμη συνεργασία, με τον Χόφμαννσταλ να υπογράφει το λιμπρέτο σε αρκετές από τις όπερες του συνθέτη (“Ηλέκτρα”, “Η Αριάδνη στη Νάξο”, “Η γυναίκα δίχως σκιά”, “Ο ιππότης με το ρόδο”, κ.ά.). Στα έργα του αποτύπωσε βιωματικά την κρίση των αρχών του 20ού αιώνα. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου έγραφε προπαγανδιστικούς κυβερνητικούς λόγους και μεταπολεμικά στράφηκε σε πιο θρησκευτικά θέματα. Υπήρξε ένας από τους τρεις μεγάλους ποιητές, μαζί με τον Rilke και τον Stefan George, που ανανέωσαν τη γερμανική λογοτεχνία επηρεαζόμενοι από το γαλλικό Συμβολισμό και Ιμπρεσιονισμό. Τη ίδια εποχή, μάλιστα, αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για την Αγγλική Λογοτεχνία (κυρίως για τον Keats και τον Oscar Wilde), όπως και για το έπος σε τερτσίνες του Δάντη, Θεία Κωμωδία – πιθανότατα από εκεί πήρε το ερέθισμα ο Hofmannsthal για τις δικές του Τερτσίνες και την Μπαλάντα της εξωτερικής ζωής (επίσης το 1896). Οι κεντρικοί άξονες του έργου του, όπως τους συγκέντρωσε σε ένα άλλο ποίημά του, είναι η ζωή, το όνειρο και ο θάνατος («Leben, Traum und Tod»), που αλληλεπιδρούν και «υφαίνουν» την ανθρώπινη ύπαρξη. Οι Τερτσίνες υπ’ αριθμόν 3 δανείζονται ένα στίχο από την σαιξπηρική Τρικυμία (The Tempest, 1611): «We are such stuff/ As dreams are made on» (4η Πράξη, 1η Σκηνή), ενώ και το δεκατετράστιχο Ο κήπος μου αναπολεί την παιδική αθωότητα με παρόμοιο τρόπο, σαν ένα όνειρο που πέρασε. Στις 13 Ιουλίου 1929 αυτοκτόνησε ο γιος του και δύο μέρες αργότερα έφυγε και ο ίδιος από τη ζωή, από έμφραγμα. Σημαντική προσφορά του θεωρείται και η ίδρυση του θεατρικού φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ (1922), από κοινού με τον σκηνοθέτη Μαξ Ράινχαρντ.
Λίγα λόγια για την συλλογή
Η Ανθολογία φέρει την υπογραφή της ποιήτριας Αγγελικής Κορρέ στην επιλογή, τη μετάφραση και το επίμετρο. Τα περισσότερα ποιήματα μεταφράζονται πρώτη φορά στα ελληνικά, ενώ η έκδοση περιλαμβάνει επίσης δύο μονόπρακτα του Χόφμανσταλ, το «Ειδύλλιο» (Idylle) και το «Ο Μώρος και ο Μόρος» (Der Tor und der Tod), των οποίων η συμβολική συνομιλεί με τα ποιήματα.
Ο Χόφμανσταλ του «Ιππότης, θάνατος, διάβολος», όπως διαπιστώνει η μεταφράστρια, δεν είναι ο συγγραφέας της Επιστολής του Λόρδου Τσάντος ούτε ο συνεργάτης του Στράους, αλλά ένας άλλος, πιο μυστηριακός, ένας έφηβος κρυμμένος πίσω από το όνομα του ώριμου εαυτού του. «Ας επαναληφθεί λοιπόν το αμήχανο συμπέρασμα: Έχει πιο πολλά να πει κανείς για τον Χόφμανσταλ ως δραματουργό, αλλά πιο πολλά να θαυμάσει στον Χόφμανσταλ ως ποιητή. Πράγματι, με όρους λογοτεχνίας το δράμα αργά ή γρήγορα επισκιάζει την ποίηση, οι ζυμώσεις είναι στραμμένες εκεί, η εποχή το αναζητάει βιαστικά και λαίμαργα, η Ιστορία το κατακλύζει. Η ποίηση όμως, η ποίηση του Ούγκο Φον Χόφμανσταλ, δεν έχει τελικά άλλον συνομιλητή πέρα από τη ζωγραφική, την οποία ο ποιητής ανακάλυψε στο μέλλον του, σαν το πεπρωμένο του να του το φύλαγε για να διασώσει το παρελθόν του. Ο χρόνος για τον Χόφμανσταλ είναι εμπειρία, η πραγματικότητα είναι εμπειρία, ο χρόνος εντός της πραγματικότητας είναι εμπειρία και η πραγματικότητα εντός του χρόνου. Αυτό που βλέπει τον συναρπάζει περισσότερο από καθετί, όπως τον περιηγητή, όπως τον περιπλανώμενο. Όργανά του το βιούμενο και το δυναμικό. Να ο τρόπος με τον οποίον ο Χόφμανσταλ κατέκτησε τη ζωή• δανδής έστω, αστός, ξένος κι αυτόχθων μαζί στην Αυστρία, ξένος κι αυτόχθων μαζί στη Γερμανία, στο εννοιακό χρέος της γερμανικής γλώσσας και στην παρασιτική -γι’ αυτό και χρειαζούμενη για τη διατήρηση των πραγμάτων- ελληνικότητα. Αλλά δεν βγαίνει αλώβητος κανείς από τη ζωή, συνεπώς δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο μ’ αυτήν παρά να την κατακτήσει». Η συναρμογή δύο αλληγοριών, του περιπλανώμενου Ιππότη του Άλμπρεχτ Ντύρερ και του περιπλανώμενου Πρίγκιπα του Χέρμαν Μπροχ, υπήρξε έναυσμα επανεξέτασης της πρωτόλειας ποιητικής του Ούγκο φον Χόφμανσταλ, πλέον παραγκωνισμένης από την ίδια τη δραματουργική πορεία του Αυστριακού δημιουργού, την οποία θα σφράγιζε η συνεργασία του με τον Ρίχαρντ Στράους. Η δυναμική των έργων του Χόφμανσταλ επισφραγίζεται από την προσπάθεια να απαλλάξει την τέχνη του από το βαρύ ένδυμα του Αισθητισμού, συνοδευμένο από έντονο επιφανειακό συναισθηματικό αρχαϊσμό και εκλεπτυσμένο στόμφο. Στα έργα του ο θάνατος ελλοχεύει: εμφανίζεται ξαφνικά, σημαδεύει τα πρόσωπα και αποχωρεί αθόρυβα. Μέσα σε αυτό τον κόσμο η αφοσίωση, ο χαμένος αγώνας της μνήμης απέναντι στην λήθη, η ασφυξία του εγκλεισμού στον πυρήνα της οικογένειας, η δεινότητα του ισχυρού, η βίαιη επιβολή της αρμονίας και του μέτρου, είναι θέματα τα οποία έρχονται και ξανάρχονται στην επιφάνεια.
Όποιοι γνώριζαν τον Χόφμανσταλ μόνο ως θεατρικό συγγραφέα, μετά από την μελέτη αυτής της συλλογής, θα πρέπει ίσως να αναθεωρήσουν! Η ποιητική του διάσταση είναι μεν μυστήρια αλλά αρκετά ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη. Έχει μια πρωτόγνωρη θεατρικότητα, μια παραστατικότητα. Στην υπέροχη αναγνωστική εμπειρία συμβάλλει τόσο η εξαιρετική απόδοση στα ελληνικά όσο και η αισθητική που αποπνέει το βιβλίο αυτό καθ΄ αυτό, κάτι διόλου πρωτότυπο για τις εκδόσεις Κείμενα. Αν θέλετε να το προμηθευτείτε, μπορείτε να το βρείτε εδώ. Υπάρχει διαθέσιμο και online στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας των εκδόσεων να το καταστήσουν προσβάσιμο στο αναγνωστικό κοινό κατά τη διάρκεια του ανοιξιάτικου εγκλεισμού. Όποια μορφή και αν επιλέξετε μην χάσετε αυτό το βιβλίο!
Μπορείτε να ακούσετε ένα δείγμα διαβασμένο από εμάς:
Σε μια μακρινή επαρχία της Τσαρικής Ρωσίας, ο διοικητικός μηχανισμός του κράτους λυμαίνεται αχαλίνωτα την τοπική κοινωνία. Οι κρατικοί υπάλληλοι, ξεκινώντας από τον επικεφαλής τους, τον Έπαρχο, συμπεριφέρονται ως δυνάστες του λαού, με κύρια και ουσιαστική τους ασχολία την κατάχρηση εξουσίας με απάτες, εκβιασμούς και εκφοβισμό όσων ζουν στην επαρχιακή αυτή πόλη. Μίζες, δωροδοκίες, διαπλοκή, μία διαβρωμένη εξουσία που καταβροχθίζει ανενόχλητη όσα μπορεί να της προσφέρει μια κοινωνία που έχει με τη σειρά της κι αυτή εθιστεί στην αναξιοπρέπεια, στην κολακεία, στο «λάδωμα».
Όμως, αυτή η ιδεατή κατάσταση για τους ανθρώπους της τοπικής διοίκησης διαταράσσεται ξαφνικά από την είδηση ότι επίκειται η «ινκόγκνιτο» άφιξη ενός υψηλόβαθμου Κρατικού Γενικού Επιθεωρητή από την πρωτεύουσα, ο οποίος έχει σκοπό να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους και να επιβάλει κυρώσεις σε εκείνους που δεν τα ασκούν όπως πρέπει…
Έντρομος ο Έπαρχος δίνει οδηγίες σε όλους τους τοπικούς ανώτερους υπαλλήλους, τον ένα πιο διεφθαρμένο από τον άλλο, να «εξωραΐσουν» και να «καλλωπίσουν» όλες τις παρανομίες και ατασθαλίες τους στο χώρο δικαιοδοσίας τους. Η αγωνία όλων κορυφώνεται και στην μικρή κωμόπολη επικρατεί πανικός, κυρίως λόγω της μυστικότητας και της απόκρυψης ταυτότητας του εν λόγω Επιθεωρητού. Ποιος μπορεί να είναι; Διάφορες εικασίες και συνειρμοί οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Επιθεωρητής έχει ήδη καταφθάσει, διαμένει σ’ ένα πανδοχείο της κωμόπολης και ονομάζεται Χλεστιακώφ. Αλλά ο «Επιθεωρητής» δεν είναι Επιθεωρητής. Είναι ένας σπάταλος και γι’ αυτό απένταρος, πεινασμένος, κατώτερος χαμηλόβαθμος δημόσιος υπάλληλος από την πρωτεύουσα, την Πετρούπολη, που ταξιδεύει με τελικό προορισμό την πατρική του κατοικία στο Σαράτοβ, έχοντας χάσει και το τελευταίο του ρούβλι χαρτοπαίζοντας. Στο πρόσωπό του, όμως, οι κάτοικοι της πόλης βλέπουν έναν μεγάλο σωτήρα και οραματίζονται ένα σπουδαίο μέλλον.
Η μοιραία αυτή παρεξήγηση γίνεται η αιτία ενός καταιγισμού συναρπαστικών ξεκαρδιστικών τραγελαφικών καταστάσεων, με τον Χλεστιακώφ να γίνεται ακούσιος μάρτυρας όλης της διαφθοράς αλλά και της γελοιότητας και βλακείας που κυριαρχούν στην τοπική κοινωνία. Από τον Έπαρχο και τους τοπικούς κρατικούς παράγοντες ως τους εμπόρους, εργολάβους, προμηθευτές δημοσίου, που παρουσιάζονται μπροστά του έτοιμοι να κολακέψουν, να δωροδοκήσουν, να κατηγορήσουν ο ένας τον άλλο, σ’ έναν ασύλληπτο ανταγωνισμό προσπάθειας να αποκτήσουν την εύνοια εκείνου που θεωρούν ανώτερό τους. Ο «Επιθεωρητής», συνειδητοποιώντας ότι τον περνούν για κάποιον ανώτερο κρατικό λειτουργό και απένταρος καθώς είναι, θα εκμεταλλευτεί τον πανικό τους και θα «αφεθεί» να του προσφέρουν φιλοξενία, χρήμα, έρωτα και ότι άλλο… μπορεί να του προσφέρει η επαρχιακή αυτή πόλη και θα το σκάσει… για να αποδειχθεί πόσο γελοία βλάκες μπορεί να είναι όσοι θεωρούν τον εαυτό τους έξυπνο, πονηρό και καταφερτζή!
Όσο για τον Χλεστιακώφ, πρόκειται για έναν χαρακτήρα για τον οποίο η φαντασία και η πραγματικότητα έχουν αναμιχθεί σε ένα τρελό μείγμα ψευδαίσθησης. Μέσα από την προσπάθειά του να εκθέσει και να εκμεταλλευτεί τη γελοιότητα των άλλων, καταφέρνει να γίνει κι ο ίδιος γελοίος με την έπαρση, μεγαλομανία, επιδειξιμανία σ’ ένα παραλήρημα φαντασιοπληξίας σχετικά με την «ταυτότητά του», η οποία και βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με την κοινωνική αλλά και οικονομική πραγματικότητά του!
Ο Γκόγκολ δημιουργεί για όλους αυτούς τους τύπους χαρακτήρων ένα κωμικοτραγικό καθαρτήριο όπου μέσα από την τιμωρία τους, ίσως, βρουν τη λύτρωση. Για μία ημέρα και οι δύο πλευρές ζουν ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα· και είναι η αγάπη αυτή για την αναζήτηση της προσωπικής αλήθειας που δημιουργεί τη συμφιλίωση με την ψευδαίσθηση που φέρνει μαζί του ο “Επιθεωρητής”. “Τώρα καταλαβαίνω τι σημαίνει να είσαι κωμωδιογράφος. Την παραμικρή αλήθεια -ακόμη και ίχνος αυτής της αλήθειας- αν πεις, έχεις να αναμετρηθείς όχι μονάχα με άτομα, αλλά με ολόκληρες τάξεις” γράφει στο φίλο του Στσέπκιν ο Ν. Γκόγκολ.
Από την πρώτη στιγμή που ανεβαίνει το θεατρικό έργο Ο επιθεωρητής, το 1836, προκαλεί πανικό. Η ριζοσπαστική του σάτιρα χώρισε το κοινό που παρακολούθησε το θεατρικό έργο στα δύο. Χρειάστηκε η επέμβαση του ίδιου του Τσάρου Νικολάου Α΄ για να ανέβει. Τελικά το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο «Θέατρο της Αυλής» στη Μόσχα, παρουσία του Τσάρου το 1836. Ο ίδιος ο Γκόγκολ έγραψε σε φίλο του: «Η αστυνομία είναι εναντίον μου, οι έμποροι είναι εναντίον μου, οι διανοούμενοι είναι εναντίον μου. Με βρίζουν και μετά τρέχουν να δουν το έργο μου. Είναι αδύνατον να βρεις εισιτήρια». Μέσα από την γελοιοποίηση χαρακτήρων και καταστάσεων αναδεικνύει όλες τις κοινωνικές παθογένειες-σε όποια χώρα και ιστορική περίοδο κι αν τις συναντάμε- μεταμορφώνοντας έτσι το επίκαιρο σε αιώνιο, το ηθογραφικό σε παγκόσμιο. Με αλάνθαστη τεχνική από την αρχή μέχρι το τέλος, πλάθει αληθινούς χαρακτήρες, στους οποίους ο θεατής αναγνωρίζει άτομα του κοινωνικού περιβάλλοντός του ή ακόμα-ανάλογα με το βαθμό αυτογνωσίας του-και… τον ίδιο τον εαυτό του.
Τι ήταν όμως αυτό που έκανε το έργο να έχει επιτυχία και να θεωρηθεί αριστούργημα; Μια εύθυμη σάτιρα για τη φιλαργυρία και την ηλιθιότητα των γραφειοκρατών ανώτερων υπαλλήλων, μια φαρσοκωμωδία που θεωρείται από πολλούς κριτικούς ως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα στη ρωσική λογοτεχνία. Αφορά τους τοπικούς ανώτερους υπαλλήλους μιας μικρής πόλης, που μπερδεύουν έναν νέο ταξιδιώτη μ’ έναν αναμενόμενο κυβερνητικό επιθεωρητή και του προσφέρουν εξευμενιστικές δωροδοκίες, για να τον πείσουν ν’ αγνοήσει την αρχικά κακή μεταχείρισή του απ’ αυτούς.
Το έργο θεωρείται κλασικό και παίζεται συνεχώς στις θεατρικές σκηνές. Είναι μια αγαπημένη σάτιρα, που κάνει τον θεατή να συμμετέχει στην υπόθεση, να αντιλαμβάνεται τη διαφθορά εκείνης της εποχής και να κάνει ανάλογες συγκρίσεις με τη σημερινή κοινωνία. Θεωρείται από πολλούς κριτικούς ως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της ρωσικής λογοτεχνίας και ως μια από τις κορυφαίες κλασικές κοινωνικές σάτιρες του παγκόσμιου δραματολογίου.
Πρόκειται για μια ανελέητη καταγγελία εναντίον της διαφθοράς και της διαπλοκής. Το καυστικό χιούμορ και οι ακραίες κωμικές καταστάσεις ξεδιπλώνουν ολοζώντανα μπροστά στα μάτια των θεατών την ασυδοσία της εξουσίας-πολιτικής, δικαστικής, διοικητικής, συνδικαλιστικής, Τύπου-και των μηχανισμών της, με την καθοριστική συμμετοχή των πολιτών-όλων των τάξεων και επαγγελμάτων-σ’ αυτό το αίσχος πολιτικής και κοινωνικής σήψης μέσω «εξαγοράς» της αξιοπρέπειας και της συνειδήσεώς τους, προκειμένου να εξασφαλίσουν χρήμα και «κοινωνική καταξίωση». Ένα απίστευτο γαϊτανάκι φτιαγμένο από γραφειοκρατία, μίζες, ρουσφέτια, διορισμούς, εκβιασμούς, απάτες, συκοφαντίες, προδοσίες, κολακείες, δωροδοκίες… Όλα στο βωμό του κέρδους και της ανθρώπινης απληστίας!
Η ανηθικότητα-διαχρονική αξία- διαπερνά όλη την κοινωνική πυραμίδα, από κάτω προς τα πάνω και από πάνω προς τα κάτω, συντηρώντας έτσι έναν γενικευμένο χυδαίο φαύλο κύκλο κοινωνικής αποσάθρωσης!
Το ειρωνικό της υπόθεσης είναι ότι ο ίδιος ο Γκόγκολ βρέθηκε στα 24 του, το 1833, χάρη στη μεσολάβηση φίλων, υφηγητής Παγκόσμιας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης. Ο Τουργκένιεφ στα Απομνημονεύματά του (μας πληροφορεί ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος στο «Πέντε Ρώσοι κλασικοί», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006) έγραψε ότι «από Ιστορία δεν γνώριζε τίποτα» και ότι η αξιολύπητη εμφάνισή του στην καθηγητική έδρα δεν είχε καμία σχέση με την εικόνα που είχαν σχηματίσει ο ίδιος και οι άλλοι φοιτητές από τον λογοτέχνη Γκόγκολ. Παραιτήθηκε, βέβαια, την ίδια χρονιά, αλλά λέγοντας ότι δεν αναγνωρίστηκαν οι ικανότητές του, γράφει σκωπτικά ο Τουργκένιεφ.
Το αναφέρω γιατί ένα είδος «τραγικής» ειρωνείας ακολουθεί τη μικρή, αλλά εξαιρετικά πυκνή, διαδρομή του Γκόγκολ στα ρωσικά γράμματα. Αυτός ο μέγας σατιρικός, που εισήγαγε τον ρεαλισμό στη ρωσική λογοτεχνία, προτού επισήμως γεννηθεί ως κίνημα στην προηγμένη Δύση από τον Ζολά, είχε περιορισμένων δυνατοτήτων κριτική σκέψη. Υπέφερε από έντονη αγωνία προσφοράς στην πατρίδα και τους ανθρώπους της (που πίστευε ότι έπρεπε ν’ αλλάξει εκ βάθρων αλλά εντός του… υφιστάμενου πολιτικού και πολιτιστικού πλαισίου – του τσαρικού καθεστώτος και της Ορθοδοξίας) και τελικά βυθίστηκε στη παράνοια: πέθανε από εξάντληση, γονατιστός μπροστά στα εικονίσματα, αρνούμενος τροφή. Λίγες μέρες πριν είχε κάψει το δεύτερο τόμο των «Νεκρών Ψυχών». Στον πρώτο τόμο αυτού του μυθιστορήματος, που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, και πάλι εστιάζει στο βαθιά διεφθαρμένο σύστημα των κρατικών λειτουργών και των Ρώσων φεουδαρχών, αλλά υπό ένα πρίσμα που ώθησε τον μέγα κριτικό της εποχής, Βησαρρίωνα Μπελίνσκι, να γράψει για τον Γκόγκολ ότι ήταν κήρυκας του κνούτου, απόστολος της αμάθειας, πρόμαχος της καθυστέρησης και του σκοταδισμού!
Το «Εμβατήριο Ραντέτσκυ» του Γιόζεφ Ροτ είναι ένα οικογενειακό έπος που εκτείνεται σε τρεις γενιές της οικογένειας Τρόττα, μιας οικογένειας που αναπόφευκτα χαράζει μια πορεία παράλληλη με εκείνη της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και τον αυτοκράτορά της Φραγκίσκου Ιωσήφ σε μια εποχή που γίνεται έκδηλη η παρακμή της. Μέσα στο πολυσέλιδο έργο που διαβάζεται ιδιαίτερα γρήγορα γινόμαστε και εμείς κομμάτι μιας ιστορίας που δεν είναι ιδιαίτερα γνώριμη σε εμάς.
Τα πρόσωπα
Η αφήγηση αρχίζει με μια μάχη. Τη μάχη του Σολφερίνο. Εκεί ο Λοχαγός Τρόττα σώζει το 1859 στην μάχη του Σολφερίνο τον νεαρό και άσκεφτο αυτοκράτορα. Για αυτήν του την πράξη θα παρασημοφορηθεί και θα πάρει τον τίτλο του βαρόνου. Το κεντρικό επεισόδιο στη ζωή του παππού Τρόττα, δηλαδή η ηρωική αυτή διάκριση όταν έσωσε τον αυτοκράτορα στη μάχη του Σολφερίνο, επηρεάζει όλη του τη σταδιοδρομία, όχι μόνο γιατί του δόθηκε ένα μη ευκαταφρόνητο ποσόν και του επέτρεψε να ανέλθει κοινωνικά ( ο πλήρης τίτλος πλέον είναι: Γιόζεφ Τρόττα, βαρόνος φον Σιπόλιε) αλλά και γιατί τον σημαδεύει με πολλούς τρόπους σ’ όλη του τη ζωή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παραχάραξη της ιστορίας στο αναγνωσματάριο του δημοτικού, όπου ο ήρωας παρουσιάζεται εσφαλμένα ότι… πέθανε ως Ιππότης καρφωμένος μ’ ένα δόρυ εχθρικό, πράγμα που φυσικά προκαλεί την έγγραφη διαμαρτυρία του ήρωα στο Υπουργείο Παιδείας. Όπως όμως τον συμβουλεύει ο συμβολαιογράφος, τα ιστορικά γεγονότα παρουσιάζονται πάντα αλλαγμένα στις σχολικές αίθουσες. Κι έτσι πρέπει, κατά τη γνώμη μου. Τα παιδιά χρειάζονται παραδείγματα κατανοητά, παραδείγματα που θα μείνουν χαραγμένα στο μυαλό τους. Όσο για την πραγματική αλήθεια, αυτή θα τη μάθουν αργότερα! Φυσικά, και η απάντηση του Υπουργείου δεν απέχει πολύ: το εν προκειμένω κεφάλαιον, το έχει ελέγξει αυτοπροσώπως ο ίδιος ο Υπουργός, ο οποίος και το ενέκρινε. Η πρόθεσις του υπουργείου είναι η διδαχή των μεγαλύτερων αλλά και των μικρότερων μαθητών της Μοναρχίας, καθώς επίσης και ο παραδειγματισμός τους. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να παρουσιάσουμε τις ηρωικές πράξεις των στρατιωτικών της πατρίδος μας με τρόπο ανταποκρινόμενο στο χαρακτήρα, τη φύση και τη φαντασία των παιδιών, έτσι ώστε να καλλιεργήσουμε, να υποστηρίξουμε και να ενισχύσουμε τα πατριωτικά αισθήματα των ερχόμενων γενεών. Για το σκοπό αυτό δεν αλλοιώνουμε, βεβαίως την ιστορική αλήθεια. Αλλά προσπαθούμε να την αφηγηθούμε όσο το δυνατόν πιο γλαφυρά, έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε την προσοχή, και να θέλξουμε τη φαντασία των μικρών μαθητών. Ο Τρόττα δέχτηκε τα δώρα κατηφής κι ενοχλημένος, σα να ήταν προσβολές. Υπέβαλε την παραίτησή του κι αποστρατεύτηκε με τον τίτλο του ταγματάρχη, ενώ αποσύρθηκε πικραμένος γιατί είχε χάσει τον παράδεισο της απλής πίστης στον αυτοκράτορα, στην αρετή, στην αλήθεια και στη δικαιοσύνη.
Ο γιός του Γιόζεφ Τρόττα, ο Φραντς, με την παραίνεση του πατέρα του, γίνεται νομικός και ορίζεται ως Περιφερειακός Επίτροπος στη Σιλεσία. Είναι ένας άνθρωπος άκαμπτος, προσκολλημένος στην παράδοση και τη ρουτίνα του που δεν επιτρέπει να φανούν τα συναισθήματά του ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Εργάζεται μεθοδικά και αφοσιωμένα και δεν αφήνει περιθώριο σε κανένα εξωτερικό παράγοντα να διαπεράσει το κέλυφος που έχει φτιάξει γύρω του. Μεγαλώνει το γιό του Καρλ Γιόζεφ με αυστηρότητα φορτώνοντάς τον αμείλικτα με το βάρος της ιστορίας της οικογένειας και τον πατριωτισμό που εκείνη συνεπάγεται. Η σχέση του Καρλ Γιόζεφ με τον πατέρα του είναι κατά βάσιν καθήκον και όχι μια σχέση βαθιά με το συναίσθημα και την απλότητα που απαιτείται. Είχε δίκιο ο κριτικός και συγγραφέας J. M. Coetzee που παρατήρησε πως ο Φραντς είναι η πιο τραγική φυσιογνωμία του μυθιστορήματος, παρόλο που ο συγγραφέας του αφιερώνει λίγες σελίδες, και παρόλο που τον γνωρίζουμε κυρίως μέσα από τον πατρικό του ρόλο. Είναι τραγικός, γιατί είναι αναγκασμένος, μέσα από τις αποτυχίες του γιου του αλλά κυρίως λόγω των κοινωνικών και ιστορικών μεταβολών, να δει και να αποδεχτεί την αλλαγή του κόσμου των αξιών στις οποίες πίστεψε. Μεγαλώνει το γιο του με απίστευτη τυπικότητα και αυστηρότητα, τόση που θα περίμενε κανείς αμφισβήτηση, επανάσταση, ή έστω μίσος από τη μεριά του γιου. Όμως όχι, υπήρξε τυφλή στρατιωτική πειθαρχία, σεβασμός, αποδοχή, και, καθώς ο Καρλ μεγάλωνε, συγκρατημένες εκδηλώσεις βαθιάς αγάπης.
Ο εγγονός Τρόττα, ο Καρλ αποκλίνει από το ιδεώδες του αφοσιωμένου και πειθαρχημένου στρατιώτη. Παρακολουθούμε τη ζωή του που, ακολουθώντας την παρακμή της μοναρχίας, καταλήγει αργά και σταδιακά σε πλήρη κατάρρευση: συνάπτει φλογερή παράνομη σχέση με τη γυναίκα του χωροφύλακα, η οποία όμως πεθαίνει. Βιώνει την παρακμή της στρατιωτικής ζωής, εφόσον οι συνάδελφοί του το μόνο που σκέφτονται είναι η βότκα και τις «εύθυμες» επισκέψεις στο σαλόνι της κυρίας Ρέζι. Εξαιτίας του, από τραγική παρεξήγηση, γίνεται μονομαχία όπου σκοτώνεται ο μοναδικός του φίλος, ο γιατρός Ντέμαντ (συγκλονιστικές οι τελευταίες συζητήσεις που μοιράζεται με τον Καρλ: «Είμαι βλάκας αγαπητέ μου φίλε! Θα έπρεπε να έχω χωρίσει από καιρό την Εύα. Τώρα δεν έχω τη δύναμη να ξεφύγω απ’ αυτήν την ανόητη μονομαχία. Θα γίνω ήρωας από βλακεία, σύμφωνα με τον κώδικα της τιμής και τους κανονισμούς του στρατεύματος. Ήρωας!» Γέλασε και το γέλιο του αντήχησε κούφιο μέσα στη νύχτα). Δεν έχει περιθώριο πια, όχι μόνο για λόγους τιμής, να παραμείνει στο Ιππικό. Τον καιρό εκείνο, όπως γράφει κι ο συγγραφέας, πριν από τον μεγάλο πόλεμο, δεν ήταν ακόμα ασήμαντο και αδιάφορο πράγμα ο θάνατος ενός ανθρώπου. Η συμπεριφορά όλης της κοινωνίας απέναντί του αλλάζει. Εννοείται ότι θα έφευγε από το τάγμα και θα ζητούσε μετάθεση γι’ αλλού. Αυτός όμως αναζητούσε κάτι δύσκολο, κάτι σχεδόν ακατόρθωτο για να το αναλάβει. Αναζητούσε μέσα του μια εθελοντική τιμωρία. Η τραγική σύγκρουση μέσα του τον κάνει να διστάζει να γράψει γράμμα στον πατέρα του, αλλά, όταν πια το αποφασίζει, εκείνος του συμπαραστέκεται με αξιοθαύμαστο τρόπο, παρόλο που δε συμφώνησε με την άποψη του γιου του να μετατεθεί στη Σλοβενία∙ ήταν και ένιωθε Αυστριακός, υπηρέτης και υπάλληλος των Αψβούργων. Έτσι, ο Καρλ μετατίθεται στο Πεζικό και η σχέση πατέρα- γιου μεταλλάσσεται, αποκτώντας ιδιαίτερο ψυχολογικό ενδιαφέρον. Παρόλη όμως την ισχυρή παρουσία του πατέρα και του ηρωικού πνεύματος του παππού, ο Καρλ περιμένοντας έναν… πόλεμο, που θα τον αναδείξει ως ήρωα και θα δικαιώσει τον τίτλο του, αρχίζει να παίρνει την κατρακύλα. Πρώτα πρώτα, πίνει, γιατί η ζωή γίνεται πολύ πιο εύκολη, μόλις κατέβαζε κανείς τα πρώτα ποτηράκια. Ξημεροβραδιάζεται στο καζίνο της μικρής πόλης όπου μετατέθηκε (στα σύνορα της αυστροουγγρικής μοναρχίας), και ξοδεύει όλα του τα λεφτά στον τζόγο. Ο Κάρλ Γιόζεφ είναι ένας χαρακτήρας ρομαντικός και μοναχικός και επιπλέον είναι ένας απρόθυμος στρατιώτης. Τραυματισμένος ψυχικά από το θάνατο μιας γυναίκας – της πρώτης του ερωμένης – αλλά και το θάνατο σε μονομαχία του μοναδικού φίλου που είχε ποτέ, ακολουθεί τους κανόνες που του έχουν επιβληθεί προσπαθώντας να βρει παρηγοριά στο ποτό και τον τζόγο. Η νοσταλγία και η μελαγχολία που είναι και τα κυρίαρχα θέματα σε ολόκληρο το βιβλίο, απεικονίζονται με το πέρασμα του χρόνου καθώς και με τις ρομαντικές και πλατωνικές σχέσεις του Κάρλ Γιόζεφ που αργότερα αναπολεί. Ένας αδύναμος απόγονος ισχυρών ανδρών που η μοίρα του επιφύλαξε και ένα άδοξο τέλος.
Η πλοκή
Ο Γιόζεφ Ροτ, ο δηλωμένος νοσταλγός της χαμένης αυτοκρατορίας, δίνει μ’ ένα τόσο εσωτερικό τρόπο τη διάλυση αυτού του ιδεώδους, που αναρωτιέται κανείς ποια είναι πράγματι η ιδεολογία του συγγραφέα. Το «Εμβατήριο Ραντέτσκυ» αποτελεί την απάντηση του συγγραφέα στην κοσμοθεωρία της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων και σ’ αυτή που ανέτειλε σε αντικατάστασή της. Τοποθετεί για αυτόν τον σκοπό έντεχνα τον Φραντς Τρόττα, ώστε να μην έχει χάσει την πίστη του στη μοναρχία και τον τρόπο ζωής που αυτή υπαγορεύει απέναντι στον Κάρλ Γιόζεφ που έρχεται αντιμέτωπος με τα μηνύματα της εποχής άδικα προσπαθεί να αντλήσει δύναμη από την ένδοξη ιστορία της οικογένειάς του για να ενταχθεί στη νέα τάξη πραγμάτων.
Αυτό που εξυψώνει τούτο το μυθιστόρημα είναι ο αριστουργηματικός τρόπος που η Ιστορία μπλέκεται στην πλοκή, η ύπουλη εισβολή της στην πεζή καθημερινότητα των ηρώων, το πέρασμα από μια κραταιά αυτοκρατορία τη πανσπερμίας των λαών, στην παρακμή, την εποχή των εξεγέρσεων, το ξύπνημα της εθνικής μνήμης, που αρχίζει και διαχωρίζει όλους αυτούς που κάποτε ήταν περήφανοι να είναι μέλη αυτού του κράτους. Το βιβλίο φτάνει στα όρια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και ενώ δεν μας μιλά ποτέ ανοιχτά, ξέρουμε πως η Αυτοκρατορία δεν έχει τύχη. Το βασικό σύμβολο, τον Αυτοκράτορα, ο παππούς Τρόττα τον σώζει δια ζώσης, ο μπαμπάς Τρόττα τον βλέπει παντού σαν πορτρέτο, ο εγγονός τον σώζει, μόνο ως εικόνα, από ένα μπορντέλο. Από την άλλη, αυτές οι «χαμένες» ζωές που ζουν οι Τρόττα, οι προδιαγεγραμμένες από τον μπαμπά, τον παππού, την θέση τους ή ένα τυχαίο γεγονός που τους κάνει ήρωες, θυμίζουν πολύ το πώς περνά η ζωή όλων των ανθρώπων, και των σημερινών. Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ (1932)είναι, όπως το χαρακτήρισε ο Στέφαν Τσβάιχ, ένα βιβλίο αποχαιρετισμού για την αυτοκρατορία.
Ο συγγραφέας
Ο Μόζες Γιόζεφ Ροτ γεννήθηκε το 1894 στο Μπρόντυ της Γαλικίας (σημερινής Ουκρανίας), υπήκοος της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας. Περισσότεροι από πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι (κάτοικοι μέρους ή όλου των χωρών που σήμερα αποκαλούμε Αυστρία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Σλοβενία, Κροατία, Πολωνία, Ουκρανία, Σλοβακία, Δημοκρατία της Τσεχίας και Ιταλία), από τους οποίους ούτε ένας στους τέσσερις δεν είχε μητρική γλώσσα τα γερμανικά. Για πολλούς από τους υπηκόους της, η ετερογένεια της αυτοκρατορίας αυτής ήταν και η δόξα της. Σύμφωνα με την «Αυστριακή Ιδέα», η Αυστροουγγαρία δεν ήταν τόσο πολυεθνική, όσο υπερεθνική – ένα είδος πλατωνικού μορφώματος που συνένωνε με αρμονία και σταθερότητα τις ελάσσονες φυλετικές και εθνικές πραγματικότητες. Σε αυτό το περιβάλλον, ενισχυμένο με ένα πατριωτικό ιδεώδες που ευνοούσε το κύρος και το μέγεθος της τότε αυτοκρατορίας έζησε και μεγάλωσε ο Ροτ. Μέσα στα έργα του απηχούν όλες αυτές οι προσδοκίες, οι αντιλήψεις, οι ιδεολογίες που καλλιεργούνταν την περίοδο εκείνη στους υπήκοους της αυτοκρατορίας. Το ζήτημα είναι πως ο Ροτ τιε διαχειρίζεται κριτικά. Δεν κοντοφθαλμεί, γίνεται μάρτυρας μιας αυτοκρατορίας που παρακμάζει, ενός ηγέτη που φθίνει, μιας χώρας που συρρικνώνεται. Είναι φυσικό όλο αυτό να τον θλίβει. Ωστόσο, μεταχειρίζεται την απογοήτευση αυτή δημιουργικά, ποτίζοντας το έργο του με σταγόνες της πικρίας που γεύτηκε αυτός και οι συμπατριώτες του. Ο Γιόζεφ Ροτ έχει την ικανότητα γράφοντας απόμακρα, σχεδόν σκληρά, να σε βάλει πλαγίως στην ζωή των ηρώων του και να την συνταιριάζει με την ροή της ιστορίας, μιας ιστορίας κατά γενική ομολογία άγνωστη σε εμάς που μέσα από το έργο του είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε με τον καλύτερο πιθανό τρόπο. Μπορεί να μην πρόκειται αυστηρά για μια βιογραφία ή για ένα ιστορικό αφήγημα, ωστόσο το «Εμβατήριο Ραντέτσκυ» είναι πολλά περισσότερα, είναι μια συγκινητική αφήγηση της πτώσης μιας αυτοκρατορίας και μαζί με αυτήν των ανθρώπων της! Αξίζει να το διαβάσετε! Την προτροπή μας ενισχύει και η εξαιρετική μετάφραση του Δημήτρη Δημοκίδη.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις PRiNTA και Ροές
Εγκαινιάζουμε την στήλη μας «Ποιητική Συλλογή της Εβδομάδας» με το Ανθολόγιο Ποίησης του Κύκλου Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών που αν και τιτλοφορείται «Εν αμφιβολία ποιητές» είναι αδιαμφισβήτητα ένα αξιόλογο ποιητικό έργο ή άλλως μια απόδειξη πως η λογοτεχνία μπορεί να συμπορευθεί με το δικαστικό λειτούργημα. Ας βυθιστούμε όμως σε αυτόν τον συλλογικό τόμο που κυκλοφορεί από τις αγαπημένες μας Εκδόσεις Ελκυστής.
Λίγα λόγια για τον ΚΕΛΔ
Ο Κύκλος Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών είναι ο πρώτος στην Ελλάδα και την Ευρώπη αμιγώς δικαστικός λογοτεχνικός σύλλογος που έχει έδρα του την Αθήνα και συνίσταται από εν ενεργεία και σε σύνταξη δικαστικούς λειτουργούς όλων των κλάδων και των βαθμίδων της Δικαιοσύνης. Γεννήθηκε πρόσφατα και αποτελεί πρωτότυπη έμπνευση και πνευματική αφετηρία, που αφορά τη λογοτεχνία στο δικαστικό κόσμο. Ένα κόσμο που χαρακτηρίζεται από υψηλή επιστημονική και πνευματική στάθμη, με θεμελιώδη πολυεπίπεδη συμβολή στην Πολιτεία. Συστάθηκε το 2016 και μέσα σε 4 χρόνια από την ίδρυσή του έχει να επιδείξει πλήθος ποιοτικών εκδηλώσεων σε όλη την χώρα και δύο ανθολόγια που συνιστούν δείγματα γραφής των μελών του. Στο πρώτο εξ αυτών συμμετείχαν 12 δικαστικοί λειτουργοί, ενώ στο δεύτερο ο αριθμός τους αυξήθηκε σε 26. Επίτιμα, εξάλλου, μέλη είναι ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Μάνης κ.κ. Χρυσόστομος Γ’, ο κ. Βασίλης Βασιλικός και ο κ. Τίτος Πατρίκιος. Αξίζει να αναφέρουμε πως το λογοτεχνικό αυτό σωματείο αποτελεί μια πρωτοβουλία σε ευρωπαϊκό αλλά και σε παγκόσμιο, θα μπορούσε κανείς να πει, επίπεδο, διότι τα μέλη του φέρουν δύο ιδιότητες, αυτή του ποιητή και πεζογράφου και αυτή του δικαστικού λειτουργού. Στην παρούσα ανθολογία που είχαμε την χαρά να μελετήσουμε συμμετέχουν οι ακόλουθοι:
Είναι πράγματι μια ιδιαίτερη διαδικασία η ανάγνωση συλλογών που περιλαμβάνουν έργα διαφορετικών λογοτεχνών. Η μετάβαση από τον έναν λογοτεχνικό κόσμο που αρχίζει και προσεγγίζει ο αναγνώστης σε έναν άλλο είναι απαιτητική και συνιστά μια πρόκληση. Ιδίως όταν πρόκειται για έργο ποιητικό. Ωστόσο, ακριβώς η δυσκολία αυτή κατέστησε την ανάγνωση του ανθολογίου «Εν αμφιβολία ποιητές» μια εμπειρία μαγευτική και εποικοδομητική. Αφού παίρναμε μια γεύση από ένα ποιητικό σύμπαν είχαμε την ευκαιρία να ταξιδέψουμε αμέσως σε ένα άλλο. Έτσι, στο τέλος, το ταξίδι φάνταζε περισσότερο γεμάτο, αφού οι προορισμοί του υπήρξαν ποικίλοι μα εξίσου εκλεκτοί.
Ποιήματα, πεζογραφήματα, διηγήματα, ιστορίες, από το χθες, το σήμερα και το αύριο. Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο διαρκώς άλλοτε διαβάζαμε ομοιοκατάληκτα ποιήματα και άλλοτε με ελεύθερο στίχο, αισιόδοξα είτε απαισιόδοξα, ρομαντικά και κοινωνικά διάφορων λογοτεχνικών ρευμάτων. Συναντούσαμε ιστορίες που έμοιαζαν βιογραφικές, αλλά και αφηγήσεις ιστορικές, λαογραφικές. Το υλικό ήταν πλούσιο και ξεχωριστό. Κάθε σελίδα έκρυβε κάτι άλλο και μας εξέπληττε ευχάριστα. Ο ρομαντισμός συμπορευόταν τόσο αρμονικά με την κοινωνική κριτική και η περιπέτεια με την ιστοριογραφία. Θα το προτείναμε ανεπιφύλακτα σε όποιον επιθυμεί να δει μια άψογη συμπόρευση του δικαίου και της λογοτεχνίας αλλά και όλων αυτών των λογοτεχνικών ειδών που αναφέραμε!
Κατά την διάρκεια αυτής της περιήγησης εμείς προβληματιστήκαμε με την “Νέα τάξιν” (Νέα Τάξις, Δημήτρης Ορφανίδης), νιώσαμε την “δύναμη της αγάπης” (ομότιτλο, Ευαγγελή Μπράμη), ακούσαμε “Ψιθύρους (Ψίθυροι Ανδρονίκη Αθανασιάδη). Συμμετείχαμε σε μια συζήτηση ενός Ρώσου και ενός Ιάπωνα (Κοινωνία Διαδικτύου, Σταμάτης Γιακουμής). Περάσαμε, από το “Κάιρο”, την “Αλεξάνδρεια” (ομότιτλα ποιήματα, Φραντζέσκα Γιαννακού), τον “Μυστικό Κήπο” (ομότιτλο ποίημα, Ευγένιος Γιαρένης), την “Μαγική Σιένα” (ομότιτλο απόσπασμα από το μυθιστόρημα, Λίτσα Καποπούλου και Βασίλης Παπακώστα), την “Μικρά Ασία των αρχών του 20ου αιώνα” (Το Μετέωρο Βήμα στηΜικρασία, Γεώργιος Μικρούδης), το Σορόκι (Μελετήματα του Ξηρόμερου, Αλέξανδρος Σάββας). Είσαμε τους “ανεμοδείκτες” (Η θέαση των ανεμοδιεκτών, Φώτιος Μουζάκης). “Μόνο έρωτας” (ομότιτλο ποίημα της Στέλλας Μπλέτα) φωνάξαμε! “Θυμάσαι;” (ομότιτλο ποίημα, Μαριάνθη Παγουτέλη). Στο “Μουσείο της Δικαιοσύνης” (Επίσκεψη στο Μουσείο της Δικαιοσύνης, Αθανάσιος Δαββέτας) ξεναγηθήκαμε. Χορέψαμε στο “καρναβάλι” (ομότιτλο απόσπασμα, Βάια Ζαρχανή). Εκεί, “στον σταθμό” (ομότιτλο ποίημα, Οδυσσέας Σπαχής) πέσαμε “αθώα θύματα” (ομότιτλο ποίημα, Σοφία Λιγνού) “απάτης” (ομότιτλο ποίημα, Δομνίκης Λασπά).Δεν επηρεαστήκαμε όμως από τις “αιφνίδιες επιδρομές” (ομότιτλο ποίημα, Αθανάσιος Νικολόπουλος). Κάναμε έναν “αγώνα” (Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος) και έγινε ο “πόνος- μέλι” (Γεώργιος Παπαγεωργίου). “Όσοι και αν έφυγαν” (ομότιτλο ποίημα του Βασίλη Παπακώστα), εμείς μείναμε! Η “αναγέννηση” (ομότιτλο ποίημα, Ελένη Σκριβανού) ήταν κοντά! Και στην “επιστροφή” (ομότιτλο ποίημα, Αντώνης Μελισσινός) ακόμα και “αν γύριζε ο χρόνος” (ομότιτλο ποίημα Μαρίζα Σουκαρά- Κατσικάδη) καταλήξαμε πως “τα ωραίοτερα ταξίδια δεν τα κάναμε ακόμα” (ομότιτλο, Γιάννης Ευαγγελάτου). Οπότε προσμένουμε έναν τρίτο τόμο… στην απέναντι όχθη (ομότιτλο ποίημα της Βασιλικής Χριστούλη)!
Η δική μας πάντως απόφαση για το ανθολόγιο «Εν αμφιβολία ποιητές» δεν μας αφήνει καμία αμφιβολία για την ποιητική ευθύνη των γραφόντων!