Υπερηφάνεια και προκατάληψη της Τζέην Ώστεν

Το Σαββατοκύριακο αυτό αποφάσισα να ξαναδιαβάσω ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία της βικτωριανής (και όχι μόνο) λογοτεχνίας την Υπερηφάνεια και Προκατάληψη της καυστικής αλλά και ρομαντικής Τζέην Ώστεν. Ακόμα και αν έχει κανείς εξαντλήσει τις κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές της ιστορίας αυτούσια ή με παραλλαγές, ποτέ δεν κουράζεται από την ειλικρίνεια των χαρακτήρων, την διείσδυση σε μια κοινωνία που αν και μακρινή δεν απάδει της δικής μας και το ευρηματικό χιούμορ της συγγραφέως.

Η συγγραφέας

Η Τζέην Ώστεν, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αγγλικής και εν γένει αγγλόφωνης λογοτεχνίας, γεννήθηκε το 1775 στο Στήβεντον, ένα χωριό στο Χάμσερ, και πέθανε στο Γουίντεστερ το 1817. Πήρε τα πρώτα της μαθήματα στην Οξφόρδη και έπειτα στο Αβαείο του Ρήτινγκ. Στη συνέχεια την εκπαίδευση της ανέλαβε ο πατέρας της, Τζωρτζ Ώστεν, αιδεσιμότατος και λόγιος. Το οικογενειακό της περιβάλλον ευνόησε την ανάδειξη του χαρίσματος της ως μυθιστοριογράφου.

Έζησε μια ήσυχη ζωή, περιτριγυρισμένη από ανθρώπους συνηθισμένους, όπως άλλωστε και οι χαρακτήρες που περιγράφονται στα έργα της. Είναι άνθρωποι καθημερινοί, ρεαλιστικά δοσμένοι, πράγμα που αποτελεί ίσως την μεγαλύτερη προσφορά της Ώστεν στην αγγλική και την παγκόσμια, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, λογοτεχνία. Τα έργα της σηματοδοτούν τη στροφή της λογοτεχνίας στον ρεαλισμό, καθώς είναι απαλλαγμένα από τον βαρύ ρομαντισμό που ως τότε κυριαρχούσε. Αντιμετωπίζει με κριτική ματιά τους κατεστημένους θεσμούς της εποχής, επί παραδείγματι τον γάμο, παρότι η ίδια επέλεξε να μην παντρευτεί ποτέ. Κύριος άξονας του έργου της είναι ένα από τα αιώνια θέματα της λογοτεχνίας, ο έρωτας. Δεν σκιαγραφεί με λεπτομέρεια μόνο την κοινωνία της εποχής, αλλά και ψυχογραφεί με βαθιά διεισδυτικότητα και κριτική διάθεση τους  χαρακτήρες της. Ως σκηνικό επιλέγει συνήθως την αγγλική επαρχία που υπήρξε γνώριμη σε εκείνη, με τους κατοίκους, τον κληρικό της, τους κτηματίες με τους τιμητικούς τίτλους. Δεν είναι με βεβαιότητα γνωστό αν εντός των ιστοριών αυτών εντοπίζονται προσωπικά βιώματα, διότι η μεγαλύτερη αδελφή της Κασσάνδρα φρόντισε μετά τον θάνατό της να καούν όλες οι προσωπικές της επιστολές. Έτσι χάσαμε, αφενός ένα πιθανό λογοτεχνικό έργο, αλλά και αφετέρου μια ευκαιρία να εμβαθύνουμε σε μια προσωπικότητα που επηρέασε και συνεχίζει και στις μέρες μας να επηρεάζει τους αναγνώστες της.

Η Ώστεν συνθέτει μια κωμωδία των ηθών, μια παρωδία. Πίσω όμως από τη διακωμώδιση αυτή και από τους γεμάτους σαρκασμούς διαλόγους της, ελλοχεύει μια αυστηρή κριτική για την γυναίκα και την μοίρα της, για τον έρωτα και τις απογοητεύσεις του, για την ελπίδα και τις διαψεύσεις της. Μέσα από “οικογενειακά” μυθιστορήματα, όπως χαρακτηρίζουν πολλοί τα έργα της, καταφέρνει να αποδώσει την τραγικότητα της ύπαρξης και την ουσία των ανθρωπίνων σχέσεων. Αυτός είναι μάλλον και ο λόγος που δυο αιώνες μετά τον θάνατό της, τα βιβλία της διαβάζονται με την ίδια ζέση και το έντονο ενδιαφέρον. Τα σημαντικότερα μεταξύ αυτών είναι τα εξής: “Λογική και Ευαισθησία”, “Μάνσφηλντ Παρκ”, “Έμμα“, “Αβαείο του Νόρθχανγκερ”, “Πειθώ”, “Λαίδη Σούζαν” . Έχει γράψει και αρκετά διηγήματα.

Υπερηφάνεια και Προκατάληψη

Τα πρόσωπα

Από όλα αυτά τα έργα της, το αναγνωστικό της κοινό μοιάζει να έχει ξεχωρίσει την “Υπερηφάνεια και Προκατάληψη”. Πράγματι και εγώ η ίδια μέσα από αυτό γνώρισα και αγάπησα τον κόσμο της Ώστεν, τους απλοϊκούς αλλά ρεαλιστικούς χαρακτήρες της και τον μυστήριο και μαγικό τρόπο με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους. Η εμπειρία της βύθισης σε έναν άλλο κόσμο που προσφέρει η λογοτεχνία, στην δική της περίπτωση μας μεταφέρει σε ένα αγροτικό σπίτι της αγγλικής εξοχής, του ύστερου 18ου αιώνα, στην κατοικία της οικογένειας Μπένετ. Οι χαρακτήρες δεν αργούν να αποκαλυφθούν. Θα έλεγε κανείς πως από τις πρώτες κιόλας σελίδες του έργου εισέρχεται στην καθημερινή οικογενειακή ζωή της μεσοαστικής τάξης με τους τσακωμούς, τις φωνές και τα απρόοπτά της.

Ο Κύριος Μπένετ, ήσυχος, πράος και αντισυμβατικός για τα δεδομένα της εποχής του πατριάρχης, μοιάζει να έχει παραχωρήσει την θέση του αρχηγού του σπιτιού στην νευρωτική, στα όρια της υστερίας, γυναίκα του που μόνο μέλημά της είναι η εύρεση συζύγου για τις πέντε ανύπαντρες κόρες της. Η πρώτη η Τζέην έχει κληρονομήσει την πραότητα και την ευγένεια του πατέρα της. Σε αντίθεση με την ένταση και την αναίδεια που μοιάζει να επικρατεί στο σπίτι, εκείνη φαίνεται ευγενής, γαλήνια και εγκρατής. Είναι, χωρίς αμφιβολία, η καλλονή του σπιτιού και η ελπίδα της μητέρας της για έναν επωφελή οικονομικά γάμο που θα έσωζε τόσο εκείνη όσο και τις αδελφές της από την αφάνεια και την πενία. Η δεύτερη κόρη που αναμένεται να αναδειχθεί στην πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος είναι η Ελίζαμπεθ με το υποκοριστικό Λίζυ, η αγαπημένη του πατέρα της, η ονειροπόλα, απορροφημένη από τα βιβλία της και ισχυρογνώμων νεαρή που δεν διστάζει να έρχεται σε αντιπαράθεση με όλους και με όλα. Μετά ακολουθεί η Μαίρη, ίσως η πιο αθόρυβη από τις αδελφές που αγαπά την μουσική και το πιάνο της σε κωμικοτραγικό βαθμό και που όπως και οι υπόλοιπες αδελφές της που ακολουθούν στερείται ενσυναίσθησης. Η Κίττυ και η Λύντια είναι σαφώς οι ευνοημένες της μητέρας τους, καθώς όπως και εκείνη αγαπούν την διασκέδαση, το φλερτ και δεν έχουν κανένα όριο ηθικό ή αυτό που επιβάλλουν οι κοινωνικές συναναστροφές.

Η αφήγηση, όμως, δεν αναλώνεται στα στενά όρια μιας επαρχιακής οικογένειας. Σύντομα θα εμπλακούν και άλλα πρόσωπα. Από τα πιο “αφανή”, όπως την φίλη της Λίζυ, δεσποινίδα Λούκας, εώς και τον συμπρωταγωνιστή κύριο Ντάρσυ, η Ώστεν σιγά σιγά φανερώνει στοιχεία της προσωπικότητά τους που οδηγούν σε συγκρούσεις αλλά και σε έρωτες. Ο κύριος Μπίγκλεϊ που αποκαλύπτεται από την αρχή της ιστορίας είναι ένας πλούσιος και όμορφος νέος, περιζήτητος γαμπρός, που αρέσκεται στην διασκέδαση. Άγεται και φέρεται από την υπεροπτική αδελφή του και τον περήφανο φίλο του τον κύριο Ντάρσυ. Ο τελευταίος αν και απρόσιτος και βλοσυρός στην πορεία της ιστορίας και του έρωτά του για την Ελίζαμπεθ αποκαλύπτει και άλλες πτυχές του. Ο κύριος Γουίκαμ, μια αμφίβολη μορφή που θα έρθει να αλλάξει τον ρου της ιστορίας είναι ένας τυχοδιώκτης και προικοθήρας που εμφανίζεται με το προσωπείο του. Οι υπόλοιποι, δευτερεύοντες ρόλοι, όπως η δεσποινίδα Λούκας, ο κύριος Κόλινς, η Λαίδη ΝτεΜπεργκ, ο κύριος Γκάρντινερ, η Τζώρτζια κινούν με τον δικό τους τρόπο τα νήματα της πλοκής και φωτίζουν διάφορες όψεις των κεντρικών χαρακτήρων αλλά λειτουργούν και συνήθως ως καρικατούρες.

Η πλοκή

Λίγο πολύ όλοι γνωρίζουμε την εξέλιξη της ιστορίας, που έχει ένα κοινό μοτίβο στα έργα της Ώστεν και εν γένει των βικτωριανών γυναικών συγγραφέων. Δύο εκ διαμέτρου εκ πρώτης όψεως αντίθετοι χαρακτήρες λόγω των συνθηκών θα αρχίσουν να έρχονται όλο και πιο κοντά. Ωστόσο, η υπερηφάνεια του ενός και η προκατάληψη του άλλου (δύσκολο να διαχωρίσει κανείς και να διακρίνει ποιο από τα προαναφερθέντα στοιχεία εμφανίζεται σε ποιον) θα διατηρήσει την απόσταση μεταξύ τους μέχρι να είναι ο έρωτας τόσο δυνατός ώστε να υπερβεί τους εγωισμούς και τις μισαλλοδοξίες, τις παρεξηγήσεις, να έρθει στο προσκήνιο και να τους διαποτίσει. Θα έλεγε κανείς πως ο ένας αγαπά τον άλλο ήδη από πολύ νωρίς, αλλά καθυστερεί να αποδεχθεί την έλξη αυτή. Οι λόγοι θα μπορούσαν να εντοπιστούν στην κοινωνική θέση, στον περίγυρο ή ακόμα στην ισχυρογνωμοσύνη. Το αν θα καταλήξουν μαζί μπορεί να μας είναι γνωστό. Το ενδιαφέρον, παρ’ όλα αυτά, είναι η διαδικασία με την οποία δυο άνθρωποι θα έρθουν κοντά που διαγράφεται εμφανώς στο βιβλίο και που, έστω κατά την γνώμη μας, καμιά μεταφορά στην μικρή ή μεγάλη οθόνη δεν έχει κατορθώσει να αναδείξει το ίδιο ευαγώς. Επίσης, είναι απολαυστική η παρατήρηση της εξέλιξης των χαρακτήρων που περιστοιχίζουν τους πρωταγωνιστές, τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν και ασκούν επιρροή στις ζωές τους.

Η κριτική

Ξεφυλλίζοντας ένα από την εφηβική ηλικία αγαπημένο μυθιστόρημα, με την έντονη μυρωδιά του χαρτιού και την εξαρετική μετάφραση του Ν. Μαργαρινού δεν μπορούσα παρά να νιώσω έντονη νοσταλγία. Δεν άργησα να βρεθώ νοερά σε μια εποχή που λατρεύω, την βικτωριανή και στο γνώριμο αγγλικό της τοπίο. Αν και γνώριζα την ιστορία σαν την παλάμη του χεριού μου, το συγκεκριμένο βιβλίο μου απέδειξε για ακόμα μια φορά πως είναι ανεξάντλητο. Πράγματι, κατάφερα να το δω με μια εντελώς διαφορετική ματιά, περισσότερο διεισδυτικά, πιο σαρκαστικά. Συνειδητοποίησα, μετά λύπης μου, τις ομοιότητες που παρουσιάζει η αγγλική κοινωνία με την δική μας, τις αγκυλώσεις που επικρατούσαν και εξακολουθούν να υφίστανται, τις δυσκολίες της στενής επαφής. Έβρισκα στοιχεία του εαυτού μου αυτή την φορά σε πολλούς από τους συμμετέχοντες στα δρώμενα της ιστορίας, απορούσα με διάφορες αντιδράσεις, συναισθανόμουν την αγωνία, την απογοήτευση, τις ματαιωμένες προσδοκίες και την ελπίδα των ηρωών. Με άλλα λόγια, γινόμουν για ακόμα μια φορά κομμάτι μιας πολυπρόσωπης συναρπαστικής ιστορίας ρομάντζου και σάτιρας που παραμένει επίκαιρη και αγαπημένη όσοι αιώνες και αν περάσουν!

Ειδικά τις φθινοπωρινές αυτές μέρες που εξαιτίας των συνθηκών μας ωθούν στο σπίτι, δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να διαβάσετε ή μάλλον να ξαναδιαβάσετε αυτό το αγαπημένο μυθιστόρημα. Η “Υπερηφάνεια και Προκατάληψη” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ.

Περηφάνια και Προκατάληψη: Η καλύτερη μεταφορά του βιβλίου

Η Τζέην Ώστεν έχει αναγνωριστεί διεθνώς ως μια από τις πιι σπουδαίες συγγραφείς της Βικτωριανής περιόδους που παρά τον σύντομο βό της κατάφερε να ολοκληρώσει πολλά σημαντικά έργα που άφησαν ιστορία στην λογοτεχνία. Η κορωνίδα όλων αυτών ίσως υπήρξε το “Περηφάνεια και Προκατάληψη”. Αυτό το βιβλίο αγαπήθηκε όσο λίγα ρομαντικά μυθιστορήματα. Το ίδιο και οι ήρωές του: η ασυμβίβαστη κι ανεξάρτητη Ελίζαμπεθ Μπένετ και ο αινιγματικός και εσωστρεφής κύριος Ντάρσι. Ο έρωτας τους τόσο δαιδαλώδης , όσο και οι χαρακτήρες τους και τόσο βαθύς, όσο και η ηθογραική προοπτική που έχει χαρίσει η πέννα της συγγραφέως μέλλει να θριαμβεύσει στο τέλος του λαβυρίνθου που ξεδιπλώνεται στο βιβλίο.

Η Ελίζαμπεθ με τις αδελφές της: Μαίρη, Λίντια, Κίττυ, Τζέην

Ήταν αναμενόμενο ένα έργο τέτοιου ενδιαφέροντος να μεταφερθεί στη μικρή και στη μεγάλη οθόνη. Πράγματι αυτό συνέβη με πολλές φορές με εξίσου μεγάλη επιτυχία. Στον κινηματογράφο, η Κίρα Νάιτλι και ο Μάθιου Μακφάιντεν ενσάρκωσαν τους δύο πρωταγωνιστές το 2005 στην πιο γνωστή, ίσως, στο ευρύ κοινό μεταφορά του βιβλίου. Είχε προηγηθεί το 1940 μια αρκετά διαφορετική από την πραγματική ιστορία μεταφορά στο σινεμά, όπως και ακολούθησε μια ακόμη περισσότερο διαφορετική στην τηλεόραση. Αν έπρεπε όμως να διαλέξουμε την πιο άρτια μεταφορά του έργου, από κάθε άποψη, χωρίς δεύτερη σκέψη θα καταλήγαμε στην σειρά του 1995 του BBC σε σενάριο του Άντριου Ντέιβις (βραβευμένος με ΕΜΜΥ «Pride and Prejudice», «Bleak House», «Mr. Selfridge»), σκηνοθεσία του Σάιμον Λάνγκτον και τους Κόλιν Φερθ και Τζένιφερ Ελ.

Η υπόθεση; Ορίστε:Στην επαρχιακή Αγγλία του 19ου αιώνα, ο κύριος και η κυρία Μπένετ έχουν πέντε κόρες που είναι όλες ανύπαντρες. Όταν ένας πλούσιος και ευχάριστος νέος μετακομίζει στη γειτονιά, η κυρία Μπένετ ελπίζει να τον εξασφαλίσει ως γαμπρό για την όμορφη μεγαλύτερη κόρη της, δίδα Τζέιν Μπένετ. Η εκκολαπτόμενη σχέση όμως σαμποτάρεται από τον υπερόπτη φίλο του νεαρού, κύριο Ντάρσι, που θεωρεί το προξενιό ακατάλληλο. Όταν ο κύριος Ντάρσι με τη σειρά του ερωτεύεται τη δεύτερη κόρη των Μπένετ, δίδα Ελίζαμπεθ Μπένετ, η συγκαταβατική πρότασή του για γάμο απορρίπτεται από την Ελίζαμπεθ με ειρωνεία και η προσέγγιση φαίνεται να σταματά. Εντούτοις, τα γεγονότα συνωμοτούν για να συνδέσουν τα διάφορα μέλη, παρά τα εμπόδια και τις παρεξηγήσεις που τα χωρίζουν. Η περηφάνια της μιας πλευράς και η προκατάληψη της άλλης σιγά-σιγά προσπερνιούνται και οι χαρακτήρες αποκομίζουν μεγαλύτερη γνώση του εαυτού τους και των άλλων.

Η συγκεκριμένη τηλεοπτική παραγωγή πέτυχε μέσα σε μόλις έξι επεισόδια των 50 λεπτών περίπου τον καθένα να ταξιδέψει τον τηλεθεατή σε μια εντελώς μακρινή από τον ίδιο εποχή, διαφορετική από αυτή που ζούμε και γνωρίζουμε, αλλά και όμοια σε πολλά πράγματα. Στην εποχή αυτή ο έρωτας και οι ανθρώπινες σχέσεις φαίνονται να είναι πιο ανεπιτήδευετες και αγνές από σήμερα, παραμένουν όμως περίπλοκες, κι απαιτητικές, αφού παρεισφρύουν στοιχεία όπως η κοινωνική θέση, η περιουσιακή κατάσταση, οι γνωριμίες. Ο ρόλος της γυναίκας ήταν σαφώς περιορισμένος, ειδικά εκείνης η οποία στερούταν την περιουσία που θα την καθιστούσε ως ένα βαθμό αυτόνομη. Και για τον άνδρα όμως ισχύει το ίδιο, στις περιπτώσεις που είτε δεν έχει επαρκείς πόρους είτε η κατεύθυνση της ζωής του δίδεται κατόπιν υποδείνξεων των συγγενών στους οποίους είναι οικονομική αγκυστρωμένος. Υπό αυτές τις συνθήκες οι ήρωες της Ώστεν καλούνται να γνωριστούν, να προσεγγιστούν και να πάρουν αποφάσεις που θα καθορίσουν τη μετέπειτα ζωή τους , σχεδόν σ’ ελάχιστο χρόνο και με ελάχιστη προσωπική επαφή. Αυτό δεν είναι διόλου εύκολο, αφού οι προσωπικότητες δεν φανερώνονται εξ ολοκλήρου, πτυχέςτου χαρακτήρα μένουν κρυμμένες ή παρερμηνεύονται, γνώμες στηριγμένες σε φήμες και μισαλλοδοξίες σχηματίζονται. Ο χαρακτήρας του βιβλίου και της σειράς καλείτα να ξεπεράσει όλα αυτά τα εμπόδια, όλες τις ταμπέλες που θέτει ο ανθρώπινος νους και η κοινωνική αδιακρισία μασκαρεμένη με ένα δήθεν ενδιαφέρον για τον πλησίον. Μέσα από αυτή τη διαδιακασία δεν γνωρίζει απλά τον άλλον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί του, αλλά τον ίδιο του το εαυτό. Μοιάζει σαν να βλέπει σε έναν καθρέφτη την αντανάκλασή του, με τα ελαττώματα και τις ατέλειές της. Τότε μόνο υπερβαίνει την περηφάνεια και την προκαταλάψη, που δίνουν τη θέση τους στην κατανόηση και στον έρωτα.

Την “Ελίζαμπεθ Μπένετ” ενσαρκώνει η Jennifer Ehle, μια ηθοποιός που θα έλεγε κανείς πως μοιάζει εμφανησιακά με την Λίζι της Ώστεν και όμως με μια γυναίκα εκείνης της περιόδου. Η ερμηνεία της είναι ακριβής, χωρίς υπερβολές, αλλά με μια ένταση, όπως αρμόζει και στον ρόλο που υποδύεται. Σίγουρα, τα υπέροχα φορέματα, το προσεγμένο σκηνικό προσδίδουν μια αληθοφάνεια.

Αυτό που ξεχώρισε όμως ήταν αδιαμφισβήτητα ο Colin Firth. Το βλέμμα, οι κινήσεις ήταν πολύ δυνατά στοιχεία του ηθοποιού που οδήγησαν το κοινό να τον ταυτίσει απόλυτα με τον Ντάρσι, που από εγωκεντρικός, περήφανος και αδιάλλαχτος χαρακτήρας, αναστράφηκε σε μυστηριώδης και κλειστός στ αμάτια του. Η ερμηνεία του ήταν αριστουργηματική. Δεν κέρδισε άδικα παγκόσμια φήμη μετά απ’ αυτή τη σειρά. Μάλιστα η ιστορική σκηνή με τον “κύριο Ντάρσι” να βγαίνει μέσα από τη λίμνη με βρεγμένο πουκάμισο κολλημένο πάνω του κι απ’ το πουθενά να πέφτει πάνω στην αποσβολωμένη “Ελίζαμπεθ Μπένετ” ανακηρύχτηκε μια από τις 100 καλύτερες στιγμές της βρετανικής τηλεόρασης.

Με τη σειρά της, η μεταφορά αυτή απέσπασε πολλάβραβεία (Βραβείο EMMY – Κοστουμιών σε Μίνι Σειρά, Βραβείο BΑFTA – Α΄ Γυναικείου Ρόλου, Βραβείο BANFF – Καλύτερης Μίνι Σειράς, Broadcasting Press Guild Awards – Ανδρικού Ρόλου, Βραβείο OFTA, Βραβείο TCA και Writers’ Guild of Great Britain – Καλύτερη Δραματοποιημένη Σειρά) και αναγνωρίστηκε ως μια από τις καλύτερες. Δε χρειάζεται κανείς να είναι θαυμαστής της Ώστεν για να αγαπήσει τον τρόπο που ενσαρκώνονται οι ρόλοι, την ένταση στην ατμόσφαιρα, την εναλλαγή μεταξύ τρυφερότητας και απεέχθειας, αγάπης και αδιαφορίας. Το μόνο που χρειάζεται είναι μια διάθεση να ερωτευτείτε γιατί αυτή η σειρά σίγουρα θα σας δώσει την ευκαιρία. Καλή θέαση!

Πηγές:

«Περηφάνια και προκατάληψη» στην ΕΡΤ2 -Το τέταρτο επεισόδιο

https://tisfanistisfanikeoraio.wordpress.com/2016/02/14/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7-%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9/

Η Τζέην Ώστεν όπως τη γνώρισα και τη λάτρεψα

Είχα την τύχη να γνωρίσω την Ώστεν μέσα από τα βιβλία της και τη μεταφορά τους στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη από νεαρή ηλικία. Διαβάζοντάς τα, όμως, διαρκώς από τότε δεν έχω πάψει να θαυμάζω την ιδιαίτερη, γεμάτη ειλικρίνεια και σαρκασμό γραφή της, τους γεμάτους ατέλειες τέλειους χαρακτήρες και τις ρεαλιστικές ιστορίες που καταλήγουν σε έναν μη ρεαλιστικό γάμο. Η ζωή της, λιγότερο ενδιαφέρουσα από αυτές των ηρωίδων της, δεν χαραμίστηκε σε έναν γάμο χωρίς έρωτα αλλά αφιερώθηκε στη συγγραφή και στην παραγωγή των έργων αυτών που χιλιάδες άνθρωποι αγάπησαν και διαβάζουν μέχρι σήμερα. Η Ελίζαμπεθ Μπένετ, ο κύριος Ντάρσυ, η Αν Έλιοτ, οι αδελφές Ντάσγουντ, η Έμμα και ο κύριος Μπίνγκλεϊ είναι χαρακτήρες που επιβίωσαν με το πέρασμα των χρόνων, αγαπήθηκαν και συντρόφευσαν αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Όπως είπε εύστοχα και ο Σερ Ουώλτερ Σκοτ:

«Το ξαναδιάβασα για Τρίτη φορά το Περηφάνια & Προκατάληψη, αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα της δεσποινίδας Τζέην Ώστεν. Αυτή η νέα γυναίκα έχει ένα μοναδικό ταλέντο να περιγράφει τις σχέσεις, τα συναισθήματα και τους χαρακτήρες της καθημερινότητας. Το επιτηδευμένο και στομφώδες ύφος μπορώ κι εγώ άνετα να το χειριστώ. Όμως δεν είχα την τύχη να έχω το σπάνιο χάρισμα που κάνει τα ασήμαντα και καθημερινά πρόσωπα και πράγματα ενδιαφέροντα χάρη στην ειλικρίνεια της περιγραφής και στα συναισθήματα. Τι κρίμα που ένα τόσο προικισμένο πλάσμα χάθηκε τόσο νωρίς!»

Για να ρίξουμε μα ματιά στη ζωή της:

Για την Τζέην Ώστεν έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά. Παρόλα αυτά, οι πληροφορίες που ευσταθούν ή που μπορούν να επιβεβαιωθούν ιστορικά είναι πραγματικά λίγες.

Γεννήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου του 1775, σ’ένα μικρό χωριουδάκι της κομητείας του Χάμσαιρ, το Στίβεντον, με μόλις 250 κατοίους και ήταν το έβδομο παιδί του Αγγλικανού ιερωμένου Τζορτζ Ώστεν και της Κασσάνδρας Λη. Η οικογένειά της αν και ευκατάστατη δεν θεωρούταν πλούσια. Μεγάλωσε, ωστόσο, σε ένα ευτυχισμένο σπιτικό που τελικά ποτέ δεν εγκατέλειψε. Πέρασε τα πρώτα της χρόνια στο πρεσβυτέριο του Στίβεντον, και το 1783 ο πατέρας Ώστεν την στέλνει μαζί με την αδελφή της, την Κασσάνδρα στην Οξφόρδη για να μαθητεύσουν πλάι στην θεία τους, την Αν Κόλλυ. Το φθινόπωρο, όμως, τα δύο κορίτσια αρρωσταίνουν βαριά από τύφο με αποτέλεσμα να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Το 1875 στέλνονται στο οικοτροφείο θηλέων Abbey School. Εκεί θα μάθουν Γλώσσα, Γαλλικά, χορό, πλέξιμο και θέατρο. Θα σπουδάσουν μόνο για ένα χρόνο εκεί, καθώς το σχολείο ήταν πολύ ακριβό και ο πατέρας της Τζέην δυσκολευόταν να ανταπεξέλθει οικονομικά. Τα κορίτσια επιστρέφουν σπίτι για να συνεχίσουν το διάβασμα με την βοήθεια του πατέρα και των αδερφών τους.

Η Τζέην όπως και κάθε κορίτσι στην εποχή της βοηθάει στο νοικοκυριό, παίζει πιάνο για ένα διάστημα κάθε μέρα πριν το πρόγευμα και καταβροχθίζει με πάθος την βιβλιοθήκη του πατέρα της. Τρελαίνεται για τα μυθιστορήματα κάτι που θα γράψει και αργότερα στα βιβλία της. «Το να διαβάζει κανείς μυθιστορήματα είναι δείγμα ευφυούς μυαλού», γράφει η Τζέην Ώστεν μέσα από την φωνή της Κάθριν στο «Το Αββαείο του Νόρθαγκερ».

Τα μυθιστορήματα γίνονται όλη της η ζωή και με την προτροπή του πατέρα της αρχίζει και γράφει τα πρώτα της. Μόλις στα 11 της χρόνια, γράφει στίχους και ιστορίες τα οποία τα διαβάζει στις οικογενειακές συναθροίσεις. «Juvenilia» ονόμασε τις ιστορίες και τα ποιήματα που έγραψε τότε. «Τα μεγαλύτερα χαρίσματά της υπήρχαν εκεί σε εμβρυϊκή κατάσταση», γράφει η Πόλα Μπερν, επισημαίνοντας τη σατιρική διάθεση και την έλλειψη αναστολών της Ώστεν. Η νεαρή συγγραφέας διακωμωδούσε διάσημα πρόσωπα και έγραφε παρωδίες ρομαντικών μυθιστορημάτων. Μέσα σε αυτή τη συλλογή βρίσκεται το σατιρικό διήγημα «Αγάπη και Φιλία» όπου ειρωνεύεται τα δημοφιλή διηγήματα της εποχής περί ευαισθησίας, και «Η ιστορία της Αγγλίας», ένα χειρόγραφο 34 σελίδων που παρωδεί την ιστορική γραφή της εποχής και ειδικά την «Ιστορία της Αγγλίας του Oliver Goldsmith».

Οι μελετητές θεωρούν ότι ήταν γύρω στο 1789 που αποφάσισε πλέον να ασχοληθεί με τη συγγραφή επαγγελματικά – απόφαση σοκαριστική για την κοινωνία της εποχής και ιδιαίτερα δύσκολη στην εφαρμογή, λόγω των προκαταλήψεων απέναντι στο γυναικείο φύλο. Στο διάστημα 1793 – 1795 έγραψε το διήγημα «Lady Susan», ενώ πριν από το 1796, σύμφωνα με την αδερφή της, είχε ήδη ολοκληρώσει την πρώτη της απόπειρα συγγραφής μυθιστορήματος, με το «Elinor and Marianne», από το οποίο όμως δεν έχει διασωθεί κανένα χειρόγραφο. Πάντως, από αυτό το έργο φέρεται να προέκυψε αργότερα, μετά από σοβαρές αλλαγές, το «Λογική και Ευαισθησία».

Σε ηλικία 20 χρονών γράφει το Περηφάνια και Προκατάληψη αν και αρχικά το είχε ονομάσει «Πρώτες Εντυπώσεις». Γράφει συνολικά 6 μυθιστορήματα 4 από τα οποία εκδίδει με ψευδώνυμο. Το 1811 εκδόθηκε ως το μυθιστόρημα «μιας κυρίας» το Λογική & Ευαισθησία προκαλώντας ευμενέστατη αίσθηση στους φιλολογικούς κύκλους. Το μυθιστόρημα έγινε αυτό που λένε οι Άγγλοι the talk of town ενώ η λογοτεχνική του αρτιότητα έκανε πολλούς κοντόφθαλμους να πιστέψουν πως δεν ήταν το έργο μιας γυναίκας. Το 1813 επανεκδόθηκε μαζί με το Περηφάνια & Προκατάληψη, που σημείωσε εξαιρετική επιτυχία, ενώ το 1814 εκδόθηκε το Μάνσφηλ Παρκ. Τον επόμενο χρόνο εξέδωσε το Έμμα, ενώ το 1816 κυκλοφόρησε η δεύτερη έκδοση του Μάνσφηλ Παρκ. Αρκετά από αυτά μεταφράστηκαν και στα γαλλικά, όλα τους φυσικά ανώνυμα μιας και ήταν κατακριτέο να κερδίζει μια αστή χρήματα από την ενασχόληση της με τη συγγραφή.

Η Τζέην διασκέδαζε με την ανωνυμία της και απολάμβανε να διαβάζει αποσπάσματα των δημοσιευμένων έργων της σε κοινωνικές συναθροίσεις χωρίς οι παρευρισκόμενοι να ξέρουν πως είναι η ίδια η συγγραφέας. Τα μοναδικά έργα που φέρουν το όνομα της ήταν το Αββαείο του Νορθάνγκερ και το Πειθώ, που κυκλοφόρησαν το 1817 μετά το θάνατό της σ’ ένα τόμο επιμελημένα από τον αδελφό της Χένρυ.

«Ζωή γεμάτη χρησιμότητα για τους άλλους, θρησκευτικότητα και αφοσίωση στη λογοτεχνία, η ζωή της δεν ήταν κατά κανένα τρόπο περιπετειώδης», έγραψε ο Χένρι Ώστεν για την αδερφή του Τζέην.

Μέχρι πριν χρόνια, περιγραφόταν σαν μια γυναίκα που δεν είχε καθόλου ζωή, κλεισμένη στο σπίτι της με μόνη διέξοδο και διαφυγή το γράψιμο, ακριβώς όπως η Έμιλι Ντίκινσον. Οι σύγχρονοι μελετητές διαφωνούν. Η Ώστεν μπορεί να προτιμούσε την ήσυχη ζωή της εξοχής και την πένα της, αλλά λάτρευε του χορούς, να γνωρίζει κόσμο και να αλληλογραφεί. Είχε σπουδάσει και ταξιδέψει επίσης, ενώ είχε και αρκετούς υποψήφιους μνηστήρες. Με κανέναν από αυτούς δεν προχώρησε σε γάμο ή κάποια σχέση διαρκείας, ωστόσο πολλοί ανακαλούνται με ευθυμία στις επιστολές της.

Η Ώστεν έμεινε από επιλογή χωρίς γάμο σε μια εποχή που μια ανύπαντρη γυναίκα θεωρούνται γεροντοκόρη, δυστυχισμένη, προβληματική και δαχτυλοδυκτούμενη. Μέχρι και σήμερα τα περισσότερα άρθρα που διαβάζει κανείς χαρακτηρίζουν την Ώστεν γεροντοκόρη αποδεικνύοντας περίτρανα πως οι αντιλήψεις της πατριαρχικής κοινωνίας καλά κρατούν. Η ίδια είχε προχωρημένες αντιλήψεις για την εποχή της για την θέση της γυναίκας, κάτι που φαίνεται και στα έργα της. Κριτικάρει και στηλιτεύει μοναδικά την κοινωνία της εποχής της, όπου η γυναίκα εξαρτιόταν από έναν καλό γάμο, προκειμένου να αποκτήσει -ή να διατηρήσει- μια καλή θέση στην κοινωνία και μία αξιοπρεπή ζωή, όπου ο σκοπός της γυναίκας είναι να παντρευτεί άνευ έρωτα μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει ένα συγκεκριμένο ρόλο της εποχής. Παρόλα αυτά, η Ώστεν δεν αντιτίθεται στις κοινωνικές επιταγές και δεν μπορούμε να πούμε ότι είχε φεμινιστική ή ριζοσπαστική ματιά στην τελική καθώς οι ήρωές της ακολουθούν με πιστή προσήλωση τις ηθικές και κοινωνικές επιταγές εκείνης της εποχής, ενώ οι ηρωίδες της αν και δυναμικές και ανεξάρτητες καταλήγουν πάντα να παντρεύονται με ένα καλό σύζυγο. Ωστόσο, στη δική της ζωή η Ώστεν δεν παντρεύτηκε για χάρη της κοινωνίας. Ο ρόλος ως μητέρα και σύζυγο δεν φαίνεται να της άρεσε και τόσο πολύ, ενώ δεν θέλησε να παντρευτεί χωρίς να υπάρχει έρωτας στον γάμο.

Το Δεκέμβριο του 1802 της γίνεται πρόταση γάμου από τον Χάρις Μπιγκ Γουίδερ. Η Τζέην αποδέχεται την πρόταση – ο γάμος θα προσέφερε σημαντικές διευκολύνσεις στην οικογένειά της, εξασφάλιση για τους γονείς αλλά και για την αδερφή της. Το επόμενο πρωί όμως, η Ώστεν συνειδητοποιεί ότι η πραγματοποίηση ενός τέτοιου γάμου θα ήταν λάθος και αποσύρει το λόγο της. Δεν υπάρχει καταγραφή σε αλληλογραφία ή ημερολόγια για το πως ένιωθε για αυτή την πρόταση γάμου, σε μια επιστολή της όμως προς την ανιψιά της, η οποία ζητούσε συμβουλή για μια σοβαρή σχέση, η Ώστεν γράφει: «Θα σε παρότρυνα να μην δεσμεύσεις τον εαυτό σου περαιτέρω και να μην σκέφτεσαι καν να τον δεχθείς, εκτός και αν πραγματικά τον θέλεις. Οτιδήποτε είναι προτιμότερο ή ανεκτό από το να παντρευτείς χωρίς αγάπη». Ίσως σε αυτό το σημείο να μιλά και για τον έρωτα που φέρεται να είχε νιώσει για τον Τόμας Λεφρόι

Σε ηλικία 20 ετών, και κατά τη διάρκεια κάποιας τέτοιας κοινωνικής εκδήλωσης, η Ώστεν γνώρισε τον Τομ Λεφρόι όταν εκείνος επισκέφτηκε το Στίβεντον από το Δεκέμβριο του 1795 έως τον Ιανουάριο του 1796. O Λεφρόι είχε μόλις ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο και μετακόμιζε στο Λονδίνο για να ακολουθήσει το επάγγελμα του δικαστικού.

Από επιστολές της Τζέην στην αδερφή της, Κασσάνδρα, φαίνεται ότι οι δύο νέοι περνούσαν αρκετό χρόνο μαζί. Μάλιστα, σε μία από τις λιγοστές επιστολές που έχουν σωθεί, η Ώστεν γράφει για τον Λεφρόι ότι είναι πολύ ευγενής, όμορφος και ευχάριστος νεαρός άνδρας, ενώ τον αποκαλεί φίλο της. Σε άλλη επιστολή, πέντε ημέρες αργότερα, γράφει ότι περίμενε κάποια πρόταση από εκείνον, την οποία -χαριτολογώντας γράφει- ότι θα αρνούνταν, αν εκείνος δεν εγκατέλειπε το λευκό παλτό του. Σύντομα το ειδύλλιο έλαβε άδοξο τέλος, με την οικογένεια του Λεφρόι να επεμβαίνει και να τον απομακρύνει από το Στίβεντον αφού ένας γάμος μεταξύ των δύο δε θα μπορούσε να γίνει ποτέ πραγματικότητα. Κανένας από τους δύο δεν είχε χρήματα και εκείνος βασιζόταν σε ένα θείο του στην Ιρλανδία για να χρηματοδοτήσει τις σπουδές και να τον βοηθήσει να στήσει την καριέρα του.

Αν και οι δυο τους δεν ειδώθηκαν ποτέ ξανά, η ανάμνηση του Λεφρόι συντρόφευε την Ώστεν για καιρό, και κανείς από τους υποψήφιους μνηστήρες που ακολούθησαν, δεν έβγαινε κερδισμένος από τη σύγκριση μαζί του.

Μόλις 41 χρονών και ταλαιπωρημένη η Τζέην Ώστεν πεθαίνει από μία σπάνια τότε ασθένεια που οι γιατροί δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν, τον Ιούλιο του 1817. Πριν από 202 ακριβώς χρόνια. το 2017 το βρετανικό κράτος την τίμησε τοποθετώντας το πορταίτρο της στην πίσω πλευρά του νέου, πλαστικοποιημένου δεκάλιρου. Ένα χαρτονόμισμα που λέγεται ότι είχε τεράστια συμβολική σημασία για την ίδια αφού αυτό ήταν το ποσό που πήρε για το πρώτο μυθιστόρημα της «Λογική και Ευαισθησία». Άφησε πίσω της ένα έργο που θα αντέξει για πάνω από 200 χρόνια, κυρίως αφήνοντας πίσω μυθοπλαστικούς χαρακτήρες όπως ο κ. Ντάρσυ, η Ελίζαμπεθ Μπένετ, η Έμμα που ακόμα και σήμερα αναπαράγονται και συντροφεύουν τους αναγνώστες.