«Εκατό χρόνια μοναξιά»: Η αριστουργηματική μοναξιά του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Το μυθιστόρημα «Εκατό χρόνια μοναξιά» εκδόθηκε το 1967, έχει μεταφραστεί σε περίπου σαράντα γλώσσες κι έχει πουλήσει περισσότερα από τριάντα εκατομμύρια αντίτυπα. Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες έγραφε κάθε μέρα για δεκαοκτώ ολόκληρους μήνες μέχρι να το ολοκληρώσει, παρατώντας τους πάντες και τα πάντα. Μάλιστα, προτού ξεκινήσει τη συγγραφή, πούλησε το αμάξι του για να έχει μια «κάβα» χρημάτων, η οποία φυσικά δεν ήταν αρκετή, με αποτέλεσμα η οικογένειά του να κινδυνεύει με έξωση λόγω των εννέα μηνών απλήρωτου ενοικίου. Το έργο που ολοκλήρωσε δεν ήταν ένα μυθιστόρημα. Ήταν ένα δώρο προς την ανθρωπότητα. Είναι «το πρώτο λογοτεχνικό έργο μετά τη Γένεση που πρέπει να διαβαστεί από όλο το ανθρώπινο γένος», σύμφωνα με τους New York Times.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο  Gabriel José García Márquez, ο Γκάμπο ή Γκαμπίτο όπως τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά σε όλη τη Λατινική Αμερική, γεννήθηκε στην Αρακατάκα της Κολομβίας το 1927. Σπούδασε νομικά στην Μπογκοτά αλλά σύντομα άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στο εξωτερικό. Δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα, Τα Νεκρά Φύλλα, το 1955. Ακολούθησαν μεταξύ άλλων το «Εκατό χρόνια μοναξιά», που τον καθιέρωσε διεθνώς, «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας», «Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου» και «Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου», καθώς και πάμπολλα διηγήματα και κινηματογραφικά σενάρια. Ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ού αιώνα και από τους βασικούς εκπροσώπους του μαγικού ρεαλισμού, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες αποτύπωσε μοναδικά στο έργο του την ομορφιά και την τραγωδία της Λατινικής Αμερικής και τιμήθηκε για το τεράστιο έργο του με το Διεθνές Βραβείο Neustadt το 1972 και με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1982. Πέθανε το 2014 στην Πόλη του Μεξικού.

«ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ»

Από τις πρώτες αράδες του αριστουργήματος του Μαρκές, έχουμε ήδη μεταφερθεί στο φανταστικό Μακόντο, στο χωριό αυτό της Λατινικής Αμερικής. Εκεί παρακολουθούμε τις δεκάδες ηρωίδες και ήρωες του Μάρκες, τους αναρίθμητους Αουρελιάνο, Χοσέ και Αρκάδιο, τις γεννήσεις τους, τους θανάτους τους, τους πολέμους και τους έρωτές τους. Παρακολουθούμε την ιστορία μιας οικογένειας που εκτείνεται από τους γενάρχες, τον Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία και τη σύζυγό του Ούρσουλα σε πλήθος απογόνων, με κεντρικό ήρωα τη μορφή ενός αγωνιστής της ελευθερίας, του συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία.

Στο μυθικό χωριό Μακόντο, μεγαλώνουν επτά γενιές της οικογένειας Μπουενδία- Ιγιουραν,  η οποία βαρύνεται από μια μακρινή προφητεία, μια τραγική συνέπεια μιας ακόλαστης πράξης. Όλα τα μέλη της οικογένειας είναι καταδικασμένα στη μοναξιά εξαιτίας μιας και μόνο πράξης, μιας αιμομιξίας. Η απίθανη ιστορία της οικογένειας Μπουενδία-Ιγουαράν, με τα θαύματά της, τις φαντασίες της, τις έμμονες ιδέες της, τις τραγωδίες, τις αιμομιξίες, τις μοιχείες, τις επαναστάσεις, τις ανακαλύψεις και τις καταδίκες της αντιπροσωπεύει, παράλληλα, το μύθο και την ιστορία, την τραγωδία και τον έρωτα ολόκληρου του κόσμου.

«Τα πράγματα έχουν την δική τους ζωή… φτάνει να ξυπνήσεις την ψυχή τους».

Το «Εκατό χρόνια μοναξιά» αποτελεί θεματικά μια ενότητα με τρία άλλα προηγούμενα μυθιστορήματα του συγγραφέα και με δύο από τις συλλογές διηγημάτων. Είναι το βασικό σκηνικό όπου εμφανίζονται, ολοκληρώνονται ή συμπληρώνονται οι ιστορίες και οι ήρωες. Εδώ ολοκληρώνεται το δράμα του Συνταγματάρχη που δεν έχει κανέναν να του γράψει και τον συναντούμε, νεαρό ακόμα, να παραδίδει την περιουσία του επαναστατικού στρατού και να παίρνει την απόδειξη από το χέρι του ίδιου του συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουενδία. Μαθαίνουμε το τέλος της ιστορίας από τα Ανεμοσκορπίσματα και βλέπουμε τους ήρωες της Κακιάς Ώρας να ξαναζούν στο πρόσωπο του Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία. Συναντούμε περαστικιά την Αθώα Ερέντιρα και την άσπλαχνη γιαγιά της και γνωρίζουμε τη μοναξιά της εξουσίας, τη μοναξιά του μίσους και του πολέμου και πως οι λαοί που καταδικάστηκαν “σε εκατό χρόνια μοναξιά δεν είχαν δεύτερη ευκαιρία πάνω στη γη”. Ο ίδιος ο συγγραφέας στο λόγο που έβγαλε στην απονομή του βραβείου Νόμπελ μίλησε για τη μοναξιά της Λατινικής Αμερικής και ζήτησε από τ’ ανεπτυγμένα κράτη να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία σ’ αυτούς τους λαούς, ιδιαίτερα στις μέρες μας που αγωνίζονται για την πολιτική τους αυτονομία.

Η ιστορία αναμειγνύεται με την φαντασία. Ενοράσεις, μετεωρίσεις, όνειρα, τέρατα, ζωντανοί νεκροί, ιπτάμενα χαλιά, φαινόμενα ακινητοποίησης του χρόνου και μετάθεσης παρελθόντος – παρόντος αναμιγνύονται με τη ρεαλιστική περιγραφή.

Θαύματα, φανταστικά ή πραγματικά, επαναστάσεις, μοιχείες, έρωτες ανομολόγητοι, τραγωδίες και εξυψώσεις όλα όσα καταγράφοντα στη οικογένεια Μπουενδία είναι η τραγωδία ολόκληρου του κόσμου μας, άλλοτε εκπεφρασμένη ρεαλιστικά και άλλοτε συμβολικά ή μυθικά. Και παράλληλα είναι η τραγωδία του καθενός μας που σέρνει τη μοναξιά του ως βαρίδι και ως πυξίδα σε έναν αντίξοο κόσμο.

«Αισθάνθηκε ξεχασμένος, όχι με την επανορθώσιμη λησμονιά της καρδιάς, αλλά με την σκληρή και αμετάκλητη λησμονιά του θανάτου».

Στην ουσία πρόκειται για την τοιχογραφία ενός λαού, μιας εποχής, μιας συγκλονιστικής συλλογικής εμπειρίας, μιας μοίρας που αν και της προσδίδεται κολομβιανή ταυτότητα δεν περιορίζεται στα στενά γεωγραφικά όρια της Κολομβίας. Εκτείνεται σε ολόκληρη την Λατινική Αμερική που παλεύει αιώνες στην προσπάθειά της να ανακαλύψει μια διέξοδο και πολλές φορές έξω κι από αυτή. Ο ήρωας ξεκινά από την υπέρτατη προσφορά για να καταλήξει στην στιγμή της έσχατης φθοράς και της προσωπικής ολοκληρωτικής εκμηδένισης.

Τα ανθρώπινα και καθημερινά δίνουν την θέση τους στα μεγάλα στα εκπληκτικά με μια ικανότητα μοναδική. Η πραγματικότητα δένεται με στοιχεία μυθολογικά με φαντασιακές μεταλλαγές, με μετουσιώσεις ενός βαθύτατα ταραγμένου και βασανισμένου συλλογικού συνειδητού που κάθε φορά έρχεται να υποδηλώσει την δυνατότητα ενός νοήματος μιας απώτερης σημασίας.

Η γλώσσα απαράμιλλη με εκείνη ενός Χέμινγουεϊ καταφέρνει να περιγράψει αυτή την εμπειρία καταπίεσης, εσωτερικής και εξωτερικής και βοηθά να τελεσιδικήσει ανέλπιδα και αποφασιστικά αυτός ο βαρύς φόρος αίματος στο τέλος. Σύμφωνα με τον μεγάλο Χιλιανό ποιητή Πάμπλο Νερούδα, το «Εκατό χρόνια μοναξιά» είναι ίσως η μεγαλύτερη αποκάλυψη στην ισπανική γλώσσα μετά τον «Δον Κιχώτη», του Θερβάντες.

«…γιατί ράτσες καταδικασμένες σε εκατό χρόνια μοναξιάς δεν θα είχαν δεύτερη ευκαιρία πάνω στη γη.» Αυτές είναι οι τελευταίες λέξεις μιας από τις ομορφότερες ιστορίες που γράφτηκαν ποτέ. Μιας ιστορίας που δεν εξαντλείται στις ασφυκτικές διαστάσεις μια λογοτεχνικής ιστορίας. Γιατί είναι η ιστορία των πάντων, ορατών και αοράτων. Είναι η ιστορία της επιθυμίας, του πόνου, της τρέλας, του έρωτα, της μνήμης, των ενοχών και του θανάτου. Είναι η ιστορία όλων των ιστοριών που έχουν ειπωθεί ποτέ. Είναι η ιστορία της Μοναξιάς. Εκατό ολόκληρων χρόνων από δαύτην, εκατό χρόνων που εκτείνονται στο συν και στο πλην άπειρο.

Έχει πολλάκις γραφτεί ότι το εμβληματικό μυθιστόρημα του Κολομβιανού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες αποτελεί μια υποδειγματική τοιχογραφία εποχής. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Είναι μια βυθομέτρηση της ψυχής της λατινικής Αμερικής. Είναι και μια ελεύθερη πτώση σε όλα όσα δεν θα μπορούσαμε ποτέ να συλλάβουμε ακριβώς γιατί είναι τόσο οικεία και δικά μας που καταλήγουν ανοίκεια και ξένα. Έχει πολλάκις γραφτεί πως το «Εκατό χρόνια μοναξιά»είναι ένα συγκλονιστικό μωσαϊκό χαρακτήρων. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Είναι ένα ηφαίστειο από μορφές ανθρώπινες, θεϊκές και δαιμόνιες που μπορούν να φέρουν τον κόσμο ανάποδα και να εξαφανιστούν δια παντός από προσώπου γης στο ίδιο δευτερόλεπτο. Έχει πολλάκις γραφτεί πως έχουμε να κάνουμε με την απεικόνιση ενός κόσμου που αποσυντίθεται, που αλλάζει και χάνεται. Έχουμε να κάνουμε με κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Πρόκειται για έναν κόσμο που γίνεται αντιληπτός μονάχα με τρόπο υπερβατικό. Που δεν τον βλέπεις με τα μάτια, που δεν τον καταλαβαίνεις με το μυαλό. Αυτός ο κόσμος είναι αμφίβολο αν υπήρξε ποτέ, μολαταύτα όμως, θεριεύει μέσα μας σαν ό,τι πιο έντονο έχουμε βιώσει ποτέ.

Η Μοναξιά είναι παντού. Συνθέτει και αποδομεί τα πάντα. Τα σιγοτρώει και τα ανασταίνει και τα σκοτώνει πολύ πιο οριστικά από τον θάνατο. Η μοναξιά είναι στον πάγο που αντικρίζουν για πρώτη φορά με δέος οι κάτοικοι του Μακόντο. Είναι στα σώματα, στα δέρματα, στα ζωύφια, στα δέντρα, στα ποτάμια, στα όνειρα, στα φαντάσματα και τις κατάρες. Είναι στην ανάληψη της Ωραίας Ρεμέδιος στους ουρανούς και στη θανατηφόρο λαχτάρα που προκαλούσε η θεία εμφάνισή της. Είναι στο τρένο γεμάτο στοιβαγμένα πτώματα που καταπλακώνουν τον Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία, είναι στην τρέλα που τον καταλαμβάνει όταν τα λεγόμενα των άλλων μετατρέπουν αυτό που έζησε σε ένα σκοτεινό όνειρο. Είναι στο ατερμάτιστο σπίτι που γεννοβολά τους Μπουενδία τον ένα μετά τον άλλο, φέρνοντάς τους σε ένα κόσμο γεμάτο παράδεισους και κολάσεις, διαψεύσεις και θριάμβους, πάθη και παραιτήσεις. Είναι στον συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουενδία που γεννήθηκε με τα μάτια ανοιχτά. Είδε το φως μονομιάς, αφότου είχε πρώτα δει το σκοτάδι. Γεννήθηκε ήδη ζωντανός, πέθανε ήδη πολλάκις νεκρός.

«Η Μοναξιά, όμοια κι εκείνη με πάγο, κρύφτηκε μέσα στα πιο τρελά του όνειρα για να γίνει πιο επίμονη στην πορεία, όταν τρελός πια και δεμένος στον κορμό της καστανιάς έχει επαφή μόνο με το φάντασμα του εχθρού του […[ Μετά από τόσα χρόνια θάνατο, ήταν τόση η λαχτάρα για τους ζωντανούς, τόσο πιεστική η ανάγκη για συντροφιά, τόσο τρομακτική η προσέγγιση σ‘ εκείνον τον άλλο θάνατο που υπάρχει μέσα στο θάνατο, που ο Προυδένσιο Αγκιλάρ είχε φτάσει ν‘ αγαπήσει το χειρότερο εχθρό του».

Η δική του Μοναξιά είναι η πιο σαρωτική και αδιαπραγμάτευτη από όλες. Η Μοναξιά του χαράσσεται στο πληγωμένο σώμα 32 αποτυχημένων εξεγέρσεων, στην ηδονική ψυχοπαθολογία της ήττας. Στην λαίμαργη επαναστατικότητά του, στην εκβιαστική του τιμή, στην αμαρτωλή του περηφάνια. Στη διαδικασία εξάλειψης και εξαΰλωσης που επιβάλλει στον εαυτό του. Στα ψαράκια που κατασκευάζει, αποσυρμένος και αποκαμωμένος, με περισσή επιμέλεια, μονάχα για να τα καταστρέψει με το που ετοιμάζονται. Είναι στον θάνατό του, που θα τον βρει όταν συνειδητοποιήσει την άβυσσο της μοναξιάς του. «Δεν πεθαίνει κανείς όταν πρέπει, αλλά όταν μπορεί», όπως λέει και ο ίδιος. Θα φύγει από τη ζωή μονάχα όταν έχει εκμηδενιστεί κάθε ίχνος και υποψία του θρύλου του. Κι όμως, ακόμη και τότε, ο Αουρελιάνο Μπουενδία θα επωμιστεί, αυτάρεσκα και ανιδιοτελώς, μεγαλόπρεπα και ευτελώς, ένα βάρος ασήκωτο. Θα σηκώσει τη Μοναξιά όλων μας, τη Μοναξιά όσων υπήρξαν και όσων θα υπάρξουν, τη Μοναξιά που δεν αφήνει χώρο και ελπίδα καμιά.

Ναι, το «Εκατό χρόνια μοναξιά» είναι το απόλυτο δείγμα του μαγικού ρεαλισμού που ως ρεύμα στοχεύει στην ανάδειξη του μη πραγματικού ή αλλόκοτου ως κάτι καθημερινό και κοινό. Όχι επειδή συγκεντρώνει διάφορα θεωρητικά στοιχεία, όχι επειδή ενδύεται μια συγκεκριμένη αισθητική φόρμα. Αλλά επειδή είναι μία σκέτη μαγεία, τόσο ρεαλιστική που την νιώθεις με τρόπο σχεδόν σωματικό. Σε αλλάζει. Σε αγγίζει με το μαγικό του ραβδί. Και σε πονά με ένα τρόπο που σε κάνει να λατρεύεις τον πόνο. 

Η καινούργια έκδοση του βιβλίου αυτού, εξαιρετικά καλαίσθητη, με μια νέα μετάφραση εξίσου σημαντική με την προηγούμενη, αυτή τη φορά από τη Μαρία Παλαιολόγου, αποτελεί τη νέα μορφή ενός κλασικού, και ταυτόχρονα σύγχρονου, επικού έργου. Και σίγουρα την εισαγωγική αναγνωστική εμπειρία στο μοναδικό κόσμο του λατινοαμερικανού δημιουργού. Οι εκδόσεις Ψυχογιός πήραν τα δικαιώματα του συγγραφέα και αναμένεται να κυκλοφορήσουν επίσης τα εξίσου εμβληματικά έργα του «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας», «Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου» και άλλα.Να σημειωθεί ότι ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες τιμήθηκε για το τεράστιο πνευματικό του έργο  με το Διεθνές Βραβείο Neustadt το 1972 και με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1982.

«[..]Ωστόσο, προτού φτάσει στον τελευταίο στίχο είχε καταλάβει πως δεν θα έβγαινε ποτέ από εκείνο το δωμάτιο, γιατί η πόλη με τους καθρέφτες ( ή τους αντικατοπτρισμούς) ήταν προορισμένη να σαρωθεί από τον άνεμο και να εξοριστεί απ’ τη μνήμη των ανθρώπων, τη στιγμή που ο Αουρελιάνο Μπαμπιλόνια θα τελείωνε την αποκρυπτογράφηση των περγαμηνών κι όλα όσα ήταν γραμμένα σ’ αυτές ήταν ανεπανάληπτα από αμνημονεύτων χρόνων και για πάντα, γιατί οι γενιές οι καταδικασμένες σε εκατό χρόνια μοναξιά δεν είχαν δεύτερη ευκαιρία πάνω στη γη»…

ΠΗΓΕΣ: http://www.artcoremagazine.gr/logos-texni/in-arte-nulla-veritas/100-xronia-monaksia-mia-aioniotita-omorfia , https://www.psichogios.gr/ekato-xronia-monaksia.html , https://www.oanagnostis.gr/100-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%AC%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BB/ , https://www.culturenow.gr/ekato-xronia-monaxia-h-aristoyrgimatiki-monaxia-toy-gkampriel-gkarsia-markes/ , https://www.lifo.gr/team/sansimera/56868

“Έρωτας στα χρόνια της χολέρας”, ένας ανεξίτηλος έρωτας στον φθοροποιό χρόνο

Το αριστούργημα του Gabriel José García Márquez «Έρωτας στα χρόνια της χολέρας» εκδόθηκε το 1985 και δικαίως γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε όλο τον κόσμο. Αξιοσημείωτο είναι πως ο Μάρκες βραβεύθηκε με το Νόμπελ πριν κυκλοφορήσει το συγκεκριμένο έργο, ενώ πολλοί το κατατάσσουν ως το δεύτερο αριστούργημα του συγγραφέα  μετά το «Εκατό χρόνια μοναξιάς». Πρόκειται για κάτι παραπάνω από μια ιστορία αγάπης. Ένα κλασικό, καλογραμμένο βιβλίο, με περίπλοκη ροή, που μετράει χιλιάδες θαυμαστές αλλά και όχι μόνο. Μια ιστορία για τις ανθρώπινες σχέσεις, τον έρωτα, ανεκπλήρωτο κι εκπληρωμένο.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο  Gabriel José García Márquez, ο Γκάμπο ή Γκαμπίτο όπως τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά σε όλη τη Λατινική Αμερική, γεννήθηκε στην Αρακατάκα της Κολομβίας το 1927. Σπούδασε νομικά στην Μπογκοτά αλλά σύντομα άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στο εξωτερικό. Δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα, Τα Νεκρά Φύλλα, το 1955. Ακολούθησαν μεταξύ άλλων το “Εκατό χρόνια μοναξιά”, που τον καθιέρωσε διεθνώς, “Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας”, “Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου” και “Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου”, καθώς και πάμπολλα διηγήματα και κινηματογραφικά σενάρια. Ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ού αιώνα και από τους βασικούς εκπροσώπους του μαγικού ρεαλισμού, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες αποτύπωσε μοναδικά στο έργο του την ομορφιά και την τραγωδία της Λατινικής Αμερικής και τιμήθηκε για το τεράστιο έργο του με το Διεθνές Βραβείο Neustadt το 1972 και με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1982. Πέθανε το 2014 στην Πόλη του Μεξικού.

«Έρωτας στα χρόνια της χολέρας»

Τέλη 19ου αιώνα, αρχές 20ου. Με σκηνικό ένα μικρό λιμάνι της Καραϊβικής, η ιστορία του Φλορεντίνο Αρίσα, που περιμένει 51 χρόνια, 9 μήνες και 4 ημέρες για να εξομολογηθεί τον αιώνιο έρωτά του στην όμορφη Φερμίνα Δάσα, παντρεμένη εδώ και πολλά χρόνια με το γιατρό Χουβενάλ Ουρμπίνο, μας παρουσιάζεται μεθυστική και εκθαμβωτική σαν όνειρο, αληθινή και οικεία σαν τις πιο βαθιές επιθυμίες μας.

Ο νεαρός Φλορεντίνο και η Φερμίνα από την ταινία του 2007

Ο νεαρός Φλορεντίνο Αρίσα, σε μια από τις παραδόσεις εκ μέρους του τοπικού ταχυδρομείου, γνωρίζει και ερωτεύεται τη νεαρή Φερμίνα Δάσα. Αρχικά, η κοπέλα διστάζει, όμως η επιμονή και οι εξομολογήσεις του Αρίσα θα τη μαγέψουν και γρήγορα θα τον ερωτευτεί. Το ζευγάρι ανταλλάσσει μυστικά γράμματα αγάπης.

Η θεία Εσκολάστικα παίζει καταλυτικό ρόλο καθώς προσπαθεί με κάθε τρόπο να συγκαλύψει τους δύο νέους. Όμως οι διαθέσεις του πατέρα της είναι διαφορετικές από τις επιθυμίες τους. Μετακομίζουν στην επαρχία και ο Αρίσα μένει μόνος σε μία πόλη που μαστίζεται από τη χολέρα. Οι ημέρες, οι μήνες, τα χρόνια περνούν δύσκολα για τον νέο. Μετά από καιρό, η Φερμίνα Δάσα επιστρέφει στην πόλη και ο Αρίσα τρέχει για να βρει την παλιά του αγαπημένη. Εκείνη, όμως, έχει παντρευτεί έναν γιατρό και, όπως κάθε σωστή κυρία και σύζυγος της εποχής, αρνείται την επαφή με τον αμφιβόλου διαγωγής Αρίσα.

Η Φερμίνα Δάσα και ο άντρας της από την ταινία του 2007

Με τον άντρα της, το γιατρό Χουβενάλ Ουρμπίνο περνούν μια ευτυχισμένη ζωή. Με την πάροδο του χρόνου, ο απογοητευμένος και μελαγχολικός Αρίσα ανεβαίνει στην ιεραρχία της εταιρείας με ποταμόπλοια του θείου του, ώσπου εκείνη περνάει ολόκληρη στα χέρια του. Ορμώμενος από άσβεστη επιθυμία για την πρώτη του αγάπη, βοηθάει ανθρώπους να εκφράσουν τον έρωτά τους, γράφοντας ερωτικά ποιήματα και γράμματα. Ακόμα και η κοινωνική ανέλιξη του Αρίσα, δεν είναι ικανή να κάμψει την αντίσταση της Φερμίνα Δάσα που πλέον έχει κάνει οικογένεια. Τα χρόνια περνούν και ο Αρίσα σβήνει προσωρινά την έλλειψη στις εφήμερες αγκαλιές περιστασιακών σχέσεων, ευχόμενος να πεθάνει ο γιατρός.

[…] Πέταξε την κουτάλα που κρατούσε και προσπάθησε να τρέξει όσο μπορούσε με το ακατανίκητο βάρος της ηλικίας, φωνάζοντας σαν τρελή, χωρίς να ξέρει ακόμα τί συνέβαινε κάτω από το φύλλωμα του μάνγκο κι η καρδιά της έγινε κομμάτια όταν είδε τον άνθρωπό της ξαπλωμένο μπρούμυτα μες στη λάσπη, μισοπεθαμένο, αλλά ν’ αντιστέκεται το τελικό χτύπημα του θανάτου για να της δώσει χρόνο να προλάβει να φτάσει. Πρόλαβε να την αναγνωρίσει μες στη φασαρία, μέσα από τα δάκρυα του ανεπανάληπτου πόνου, που πέθανε χωρίς αυτήν, και την κοίταξε για τελευταία φορά, ποτέ πια ξανά, με τα μάτια πιο φωτεινά, πιο θλιμμένα κι όλο ευγνωμοσύνη, όπως εκείνη ποτέ δεν είχε δει μέσα σε μισό αιώνα κοινής ζωής και πρόλαβε να της πει με την τελευταία αναπνοή: «Μόνο ο Θεός ξέρει πόσο πολύ σ’ αγάπησα».

Όταν ο γιατρός Ουρμπίνο πεθαίνει, ο Αρίσα θα κάνει την τελευταία προσπάθεια για να κερδίσει την Φερμίνα Δάσα. Έχουνε φτάσει και οι δύο σε μεγάλη ηλικία, όμως η επιθυμία του Αρίσα και η μοναξιά της Δάσα κάνουν τις επαφές τους πιο συχνές. Αποφασίζουν να πάνε ένα ταξίδι με πλοίο, όπου θα ολοκληρωθεί ο έρωτάς τους, για πρώτη φορά μετά από 51 χρόνια, 9 μήνες και 4 ημέρες.

Ένας έρωτας γεννιέται και προδίδεται, χωρίς ποτέ να πάψει να διακρίνεται από τη ρομαντική αιωνιότητα που τον δημιούργησε.

[…] Γιατί είχαν ζήσει αρκετά για να καταλάβουν πως ο έρωτας είναι έρωτας σ΄ οποιαδήποτε εποχή και σ΄ οποιοδήποτε τόπο, αλλά γινόταν πιο έντονος όταν βρίσκονταν κοντά στο θάνατο.

Μια τρυφερή ιστορία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που κάποτε αγαπήθηκαν πολύ, αλλά βρήκαν διάφορα εμπόδια για να ζήσουν τον έρωτά τους. Ο συναισθηματικά ανάπηρος Φλορεντίνο έδινε την αίσθηση της σκιάς και κανείς δεν τον γνώριζε πραγματικά. Δεν ξεπέρασε ποτέ τη γυναίκα που αγάπησε. Και η Φερμίνα, αν και υποκύπτει στα θέλγητρα του γοητευτικού και έμπειρου γιατρού και εκλογικεύει την απώλεια του πρώτου άντρα στη ζωή της, κάποτε αποφασίζει πως πρέπει να ακολουθήσει το μεγάλο της έρωτα στο λίγο χρόνο ζωής που της μένει. Το πάθος και η εμμονή του Φλορεντίνο να κερδίσει την Φερμίνα, το πείσμα και η προσκόλλησή του για να την αποκτήσει, αφήνει μια γλυκιά αίσθηση-άλλοθι σε εκείνους που θυσιάζονται για ένα ιδανικό, ένα συναίσθημα ή μια ιδέα.

Σκηνή από την ταινία του 2007

Στο μοναδικό αυτό μυθιστόρημα ο συγγραφέας επιδεικνύει τόσο επιδέξια τα ανθρώπινα πάθη σε όλη τους τη γύμνια, έτσι που κανείς δεν μπορεί παρά να ταξιδέψει μαζί με το βιβλίο, σε οποιαδήποτε κατεύθυνση παρασέρνει η αφήγηση. Πρόκειται για ένα άκρως λυρικό μυθιστόρημα με τεράστιες δόσεις ρομαντισμού, χωρίς να γίνεται ιδιαίτερα μελοδραματικό.

Αγάπη σε όλες τις εκφάνσεις της. Χωρίς ανταπόκριση, συζυγική, πλατωνική, οργισμένη, ζηλόφθονη, νεανική, εφήμερη, επικίνδυνη, παράνομη, πληρωμένη, αγνή, από απόσταση, ηλικιωμένη. Η αγάπη στο σκοτεινό υπόβαθρό της.

Όπως πάντα στα βιβλία του Μάρκες, δίπλα στη βασική ιστορία εκτυλίσσονται κι άλλες, μικρότερες αλλά όχι λιγότερο ενδιαφέρουσες, στο παρελθόν και το παρόν, και η μυρωδιά της Λατινικής Αμερικής είναι έντονη κι εθιστική. Κι εδώ γίνονται αναφορές στους ατέλειωτους εμφύλιους πολέμους μεταξύ φιλελεύθερων και συντηρητικών. Διακρίνεται καθαρά η ικανότητα του Gabriel José García Márquez να φτιάχνει νέους κόσμους, να σκιαγραφεί όμορφα κάθε χαρακτήρα του, να γράφει με τόση τρυφερότητα και να παρατηρεί καταστάσεις, όπως τον έρωτα, το πάθος, την αγάπη, τον θάνατο, τα γηρατειά, τον γάμο και τη μοναξιά με τέτοια φαντασία, λογική και σοφία παράλληλα.

Η Φερμίνα και ο Φλορεντίνο από την ταινία του 2007

Ο πιο καρτερικός και βαθύς έρωτας στην ιστορία της λογοτεχνίας. Ένας ανεξίτηλος έρωτας στο φθοροποιό χρόνο.

[…] Ήταν αναπόφευκτο: η μυρωδιά από πικραμύγδαλα του θύμιζε άτυχους έρωτες. Ο γιατρός Χουβενάλ Ουρμπίνο την ένιωσε από τη στιγμή που μπήκε μες στο σκοτεινό ακόμα σπίτι, όπου είχε τρέξει βιαστικά για ν’ ασχοληθεί με μια περίπτωση που από χρόνια είχε πάψει να είναι επείγουσα. Ο Χερεμία δε Σαιντ Αμούρ, πρόσφυγας από τις Αντίλλες, ανάπηρος από τον πόλεμο, φωτογράφος για παιδιά κι ο πιο πονετικός του αντίπαλος στο σκάκι, είχε ξεφύγει μια για πάντα από τα βασανιστήρια της μνήμης, με αναθυμιάσεις από υδροκυανιούχο χρυσό.

ΠΗΓΕΣ: https://www.psichogios.gr/site/Authors/show/1128/gkampriel-gkarsia-markes , https://www.diavasame.gr/page.aspx?itemid=spg1360 , https://www.thematofylakes.gr/o-erwtas-sta-xronia-tis-xoleras/