Freedom Writers: Η καταλυτική δύναμη της ανθρώπινης θέλησης

Βρισκόμαστε στο 1994, στο Λονγκ Μπιτς της Καλιφόρνιας, όπου η 24χρονη φιλόλογος Erin Gruwell θα διδάξει για πρώτη της φορά στην Γ’ Γυμνασίου στο Woodrow Wilson High School, στο οποίο ξεκίνησε πρόσφατα να υλοποιείται ένα πρόγραμμα εθελοντικής ένταξης. Η τάξη που αναλαμβάνει θεωρείται ‘χαμένη’ υπόθεση. Αποτελείται από 15χρονους “περιθωριακούς” μαθητές, με καθόλου καλές σχολικές επιδόσεις, κάποιοι από τους οποίους έχουν κάνει φυλακή, άλλοι είναι έξω με αναστολή, ενώ οι περισσότεροι είναι και μέλη συμμοριών. Ο πόλεμος μεταξύ αυτών των φυλετικών συμμοριών είναι καθημερινός και ασταμάτητος και μεταφέρεται φυσικά και μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας “203”.

Σε ένα σχολείο που η ρατσιστική αντιμετώπιση και τα περιστατικά βίας αποτελούν καθημερινότητα, Η Erin με μοναδικό της όπλο την πίστη στη δουλειά της ρίχνεται στη μάχη της εκπαίδευσης και της ένταξης αυτών των εφήβων στο κοινωνικό σύνολο, χωρίς να έχει στο πλευρό της κανέναν σύμμαχο. Οι συνάδελφοί της δεν έχουν καμία διάθεση να την βοηθήσουν. Ο σύζυγός της κάνει απλά υπομονή (χωρίς να πολυπιστεύει το εγχείρημα) ενώ ακόμη και ο πατέρας της εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις. Από την άλλη πλευρά, οι μαθητές της δεν την αποδέχονται, είναι εριστικοί μαζί της και για αδιαφορούν για το μάθημα. Όμως εκείνη, με επιμονή και υπομονή, έψαξε παρ ’όλες τις διαφορές τους και τις διαφωνίες τους να βρει τα κοινά τους ενδιαφέροντα, τα κοινά τους βιώματα και εμπειρίες ώστε να τους βοηθήσει να καταλάβουν ότι είναι όλοι άνθρωποι, είναι μία και μόνο ομάδα.  Με επικοινωνία και  κατανόηση, το μάθημα θα μετατραπεί σταδιακά σε ζήτημα ζωής και οι «ανεπίδεκτοι μαθήσεως» έφηβοι, θα ανακαλύψουν την αξία της ανοχής και θα προσπαθήσουν να φτιάξουν τις κατεστραμμένες ζωές τους, αλλάζοντας ολοκληρωτικά τον κόσμο τους. 

Ο Richard LaGravenese δημιούργησε μία ταινία για τα θύματα του υπερβάλοντος εθνικιστικού ζήλου σε σχέση με την φυλή και την ανθρωπολογική ιδιαιτερότητα που δεν μεταφράζεται παρά Ρατσισμός. Η Αμερική ξέρει καλά τι σημασία της λέξης αφού είναι η μοναδική χώρα που με τόσο ζήλο τον ενισχύει συνειδητά διαιωνίζοντας ξανά και ξανά ότι θα έπρεπε να έχει ξεχαστεί μέχρι σήμερα. Έδειξε όμως πως ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει αν δεν το θέλει ο ίδιος και πως η εκπαίδευση συμβάλλει στην αλλαγή αυτή, με την εμπιστοσύνη και την στήριξη του εκαπιδευτικού ως το πιο δυνατό εργαλείο. Η βραβεύμενη Χίλαρι Σουάν έδωσε μία συγκλονιστική ερμηνεία που απογείωσε το μήνυμα της ταινίας με την βοήθεια πολλών ταλαντούχων ηθοποιών ακόμα

Το πιο εκπληκτικό όμως είναι ότι πρόκειται για την αληθινή ιστορία της καθηγήτριας Αγγλικής Φιλολογίας Erin Gruwell. Η ταινία είναι βασισμένη στο μπεστ-σέλερ “The Freedom Writers Diary”. Το βιβλίο απαρτίζεται από συγγράμματα των ίδιων των μαθητών για το πώς βλέπουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον τους. Οι “χαμένοι” μαθητές της αποφοίτησαν όλοι, ενώ πολλοί από αυτούς προχώρησαν και σε κολέγια. Οι “Συγγραφείς της Ελευθερίας”, όπως ονομάστηκαν, δημιούργησαν το ομώνυμο ίδρυμα με σκοπό την επανάληψη του επιτυχημένου εγχειρήματος της “Αίθουσας 203” σε ολόκληρη την αμερικανική επικράτεια. Γιατί υπάρχουν πάντα ανάμεσα μας εκείνοι που θα βρουν νόημα και ελπίδα εκεί που για τους άλλους η μάχη έχει χαθεί.

Πηγές:

http://akivernitos.blogspot.com/2014/03/freedom-writers-2007.html

https://m.myfilm.gr/1682

http://www.anemosnaftilos.gr/2008/03/freedom-writers.html

Room: Μία συγκλονιστική ταινία με ανεπανάληπτες ερμηνείες

Η Ιρλανδέζα συγγραφέας Έμα Ντόναχιου διακρίθηκε με μια σειρά μυθιστορημάτων πάνω στην ενηλικίωση και την αναζήτηση της σεξουαλικότητας («Stir Fry», «Hood»), για να γίνει παγκόσμια γνωστή το 2010 με το «Room», το μπεστ σέλερ της που έφτασε ως τη λίστα των έξι του βραβείου Μπούκερ. Η Ντόναχιου εμπνεύστηκε το μυθιστόρημα από την αληθινή ιστορία της Ελίζαμπεθ Φριτζλ από την Αυστρία. Η Φριτζλ κρατήθηκε φυλακισμένη σε ένα μπουντρούμι, από τον πατέρα της, για εικοσιτέσσερα χρόνια. Απέκτησε πολλά παιδιά, καρπούς αιμομιξίας, που πολλά από αυτά μεγάλωσαν μαζί της στη φυλακή της. Παίρνοντας το δρόμο για την οθόνη, το δύσκολο όσον αφορά στο θέμα του και απαιτητικό στη διασκευή του βιβλίο πέρασε στα χέρια ανεξάρτητου παραγωγού (του Εντ Γκίνεϊ του «Αστακού») και προσαρμόστηκε σεναριακά από την ίδια τη συγγραφέα. Η δημιουργική αυτή ομάδα υπό την επίβλεψη του Ιρλανδού σκηνοθέτη Λένι Άμπρααμσον υλοποίησε με φροντίδα την επίφοβη μεταφορά, μετατρέποντας ένα ιρλανδο-καναδέζικο δράμα στην οσκαρική έκπληξη του 2015.

Η υπόθεση της ταινίας είναι απλή αλλά σοκαριστική. Ο Τζακ και η μητέρα του ζουν κλεισμένοι στο «Δωμάτιο».  Εκείνη την απήγαγαν 7 χρόνια πριν. Εκείνος, καρπός ενός συνεχόμενου βιασμού, δεν έχει γνωρίσει τίποτα άλλο πέρα από όσα βρίσκονται μέσα σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους. Ολα βρίσκονται μέσα σ’ ένα Δωμάτιο: η Καρέκλα, το Τραπέζι, η Γούρνα, ο Φωταγωγός, η Μαμά του που τον αγαπά και τον φροντίζει και του λέει ιστορίες και παίζει μαζί του. Μα παρά τις ευφάνταστες προσπάθειες της μητέρας του να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο για κείνον, η ζωή και των δύο είναι κάθε άλλο παρά φυσιολογική. Για να προστατεύσει την ψυχική του ισορροπία δεν αντιδρά, δεν φωνάζει, δεν διαμαρτύρεται. Ακόμα κι όταν ο άντρας τους επισκέπτεται τα βράδια, βάζει τον Τζακ να κρύβεται στην ντουλάπα. Φυλακίζει τις αντιστάσεις της, κρατά καλά κρυμμένα τα προσωπικά της αδιέξοδα, τον τυραννικό αποκλεισμό της από την έξω ζωή. Όμως, την ημέρα των πέμπτων γενεθλίων του μικρού, καθώς ετοιμάζουν το εορταστικό κέικ, αποφασίζει πως πρέπει το δωμάτιο να πάψει να είναι ο κόσμος τους, αποφασίζει ότι δεν θέλει ο γιος της να περάσει όλη του την ζωή στο Δωμάτιο. Ο Τζακ πρέπει να μάθει ότι υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος εκεί έξω. 

Σκηνοθετημένο σαν ψυχολογικό θρίλερ το οποίο αποκαλύπτει με φειδώ τις πληροφορίες του, το πρώτο μέρος της ταινίας εστιάζει γύρω από τους δύο βασικούς χαρακτήρες και τη μεταξύ τους σχέση, χειριζόμενο με υποδειγματική αφηγηματική ισορροπία το μυστήριο, την ένταση, το συναισθηματικό ξέσπασμα και, στην κορυφαία σκηνή, το σασπένς. Στο δεύτερο μέρος, η «κανονική» ζωή επιβάλλει έναν πιο ράθυμο ρυθμό κι επιφυλάσσει πολύ λιγότερες εκπλήξεις, οι Ντόναχιου και Άμπρααμσον, όμως, καταφέρνουν να κρατούν ψηλά το ενδιαφέρον μας, βομβαρδίζοντάς μας διαρκώς με ερωτήματα.  Η ταινία τολμά να αγγίξει και μάλιστα καταφέρνει να σου δώσει με τρόπο απόλυτα πιστό προς τη πραγματικότητα τους φόβους, τα ξεσπάσματα, τις ακραίες αντιδράσεις στα νέα δεδομένα. Η συγκινητική πρώτη επαφή του μικρού Τζακ με το περιβάλλον και τη ζωή, η σχέση αγάπης και μίσους που υπάρχει μεταξύ αυτού και της μητέρας του, οι κατηγορίες της τελευταίας προς τους δικούς της γονείς-φταίχτες αλλά και η αγωνιώδης προσπάθεια να ξαναβρούν τις ισορροπίες και τη θέση τους στο κόσμο σε μαγεύουν και σε αγγίζουν πραγματικά.

Το “Room” αποτελεί ύμνο στη σχέση μητέρας-γιου και εστιάζει τόσο προσεκτικά σε πτυχές της παιδικής και όχι μόνο ψυχοσύνθεσης που θα άφηνε ικανοποιημένους και τους πιο μεγάλους ψυχολόγους. Είναι από τις ελάχιστες ταινίες που μπορούν να προκαλέσουν δάκρυα από τα πρώτα της λεπτά και σε όλη την διάρκειά της. Ο λόγος είναι απλός: Το έργο θέτει σε αμφισβήτηση αξίες που όλοι μας θεωρούμε δεδομένες, όπως το να βλέπουμε τον ήλιο το πρωί, τον ουρανό, τα δέντρα, τα ζώα. Ο μικρός Jack τα θεωρεί «εξωγήινα» καθώς δεν έχει έρθει ποτέ σε επαφή μαζί τους, πέραν της τηλεόρασης. Η ιδέα αυτή είναι ασύλληπτη και φαντάζει εξωφρενική. Τα μικροπροβλήματα της ζωής μοιάζουν τόσο ασήμαντα, άμα σκεφτούμε πως θα μπορούσαμε να μην δούμε ποτέ τον ήλιο να ανατέλλει, να αγνοούμε πλήρως την ύπαρξή του ή να το θεωρούμε κάτι εξωπραγματικό. Ένα πραγματικό δράμα που κατακλύζεται από σοκαριστικές ιδέες και δύσκολες εικόνες που όμως καταφέρνει να σου αφήσει μια γλυκιά και καθαρή αίσθηση στο τέλος.

Ο μικρός Jacob Trembley, ακολουθώντας τις σαφείς σκηνοθετικές οδηγίες, με τον πηγαίο και αυθεντικό τρόπο του να εκφράζεται καταφέρνει να συνεπάρει τον θεατή από το πρώτο λεπτό. Συνδυάζει την παιδική αφέλεια με τη σοβαρότητα που απαιτεί ο ρόλος του φύλακα Άγγελου που έχει προς τη μητέρα του και κάνει την αποκάλυψη. Οξύθυμος, πεισματάρης, τρομαγμένος, γαλήνιος. δεκτικός, όλα εκεί που πρέπει και όσο πρέπει. Η ικανότητά του στην κατανόηση του έργου, πέρα από τις εκρηκτικές του στιγμές, φαίνεται περίτρανα από το φινάλε, εκεί όπου κλείνει ο κύκλος και λήγει το πένθος με τον αποχαιρετισμό του κελιού αλλά και του παρελθόντος.

Ο ρόλος της Μπρι Λάρσον είναι ένας από τους καλύτερους, πιο πολύπλοκους γυναικείους της τελευταίας δεκαετίας. Ένα νέο κορίτσι με βλέμμα που κυμαίνεται από την ανεξέλεγκτη οργή ως τη ματαιωμένη απογοήτευση και την μπερδεμένη ψυχή μιας μάνας χωρίς τη θέλησή της, αλλά με την αποφασιστικότητα του μητρικού ενστίκτου. Η Λάρσον έχει μία απαράμιλλη, νατουραλιστική εκφραστικότητα, την οποία χειρίζεται με χειρουργική ακρίβεια και πειθαρχία. Aναλαμβάνει και φέρνει εις πέρας αυτόν τον σπουδαίο ρόλο χωρίς θόρυβο, αλλά με αξιοθαύμαστο αυτοέλεγχο, κερδίζοντας τη συγκίνηση αντί να την εκβιάσει με ευκολίες και δίκαια κέρδισε την Χρυσή Σφαίρα και το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου το 2015.

Oι Joan Allen και William H. Macy, γονείς της Joy, μπαίνουν φυσικά στην ιστορία και γεμίζουν το ήδη πολύ δυνατό σκηνικό θυμίζοντας μας πως η κόρη τους και ο Jack δεν είναι τα μόνα θύματα της ιστορίας, καθώς και οι ίδιοι κατακλύζονται από θλίψη, ενοχές και αδυναμία μπροστά στην ανατροπή που έρχεται στη ζωή τους για μια ακόμη φορά.

Ο Εϊμπραμσον πετυχαίνει έναν μικρό θρίαμβο και δικαιολογημένα είδε την μικρή ταινία του στην τελική ευθεία της οσκαρικής κούρσας (Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Διασκευασμένου Σεναρίου και Α’ Γυναικείου Ρόλου) κερδίζοντας ένα Όσκαρ. Στο πρώτο μέρος, όταν η κάμερά του βρίσκεται κι εκείνη έγκλειστη με τον Τζακ, τη μαμά του κι όλους εμάς σ’ έναν ασφυκτικό χώρο, ο σκηνοθέτης καταφέρνει το ακατόρθωτο. Οσο βλέπουμε το Δωμάτιο μέσα από τη φαντασία του αγοριού, κι εκείνο μοιάζει να ανοίγει καλειδοσκοπικά, μαγικά, σαν ακορντεόν που ξεδιπλώνεται με έξτρα ανάσες, με τον Εϊμπραμσον να ανακαλύπτει μονίμως ευφάνταστους τρόπους να κινηματογραφίσει τέσσερις μίζερους τοίχους. Στο δεύτερο μέρος, η σκηνοθετική αποστολή είναι ακόμα πιο δύσκολη. Χωρίς την ένταση του θρίλερ ο Εϊμπραμσον πρέπει να μας κοινωνήσει ένα ακόμα πιο σύνθετο, ψυχαναλυτικά αχαρτογράφητο κομμάτι: την ενηλικίωση (τόσο του παιδιού, όσο και της μαμάς που ήταν παιδί κι έγινε ξαφνικά μητέρα). Της αγάπης που μπορεί να είναι και βαθιά εγωιστική. Τον ρόλων μας στη ζωή που πάντα μας εγκλωβίζουν σε αόρατα δωμάτια. Κι εκεί, η κάμερά του παραμάνει διακριτική – τόσο που μπορεί να κατηγορηθεί ότι δεν απογειώνει τη δραματουργία.

Μια κινηματογραφική εμπειρία που κόβει την ανάσα, σηκώνει την τρίχα, φέρνει δάκρυα στα μάτια και δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό του θεατή. Κυρίως όμως, μοιάζει να αποτελεί ένα δημιούργημα που μπορεί να αλλάξει την οπτική της ζωής. Μετά την προβολή της ταινίας, δεν θα προβληματίζεστε έντονα για ανούσια θέματα που σας απασχολούσαν στο παρελθόν. Γιατί, πολύ απλά, θα έχετε συνειδητοποιήσει πως ανά πάσα στιγμή μπορείτε απλά να βγείτε έξω και να κοιτάξετε τον ουρανό… Και η ταινία καθιστά κατανοητό το γεγονός πως μεγαλύτερο και ομορφότερο δώρο από αυτό δεν υπάρχει.

Πηγές:

Room, κριτική ταινίας

https://www.athinorama.gr/cinema/article/to_domatio-2512038.html

https://flix.gr/cinema/room-review.html

http://filmakias.gr/room/

https://www.logografis.gr/ταινία-the-room-το-δωμάτιο-του-λένι-άμπραμσ/

www.lifo.gr

Jojo Rabbit: Η αντιπολεμική σάτιρα του Τάικα Γουαϊτίτι είναι η έκπληξη των Όσκαρ

Το Jojo Rabbit ήταν μία από τις εκπλήξεις στα φετινά βραβεία Όσκαρ. Είναι υποψήφιο για 6 συνολικά αγαλματίδια, μεταξύ των οποίων για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερου Σεναρίου για το 2020. H ιδέα της ταινίας Jojo Rabbit ξεκίνησε όταν ο Taika Waititi έλαβε ως δώρο από τη μητέρα του το βιβλίο Caging Skies της συγγραφέως Christine Leunen και αποφάσισε να γράψει το σενάριο το 2012, το οποίο όμως τότε μπήκε στην μαύρη λίστα των ταινιών που δεν θα έπαιρναν σάρκα και οστά.

Η ιστορία διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γιοχάνες Μπέτζλερ, ένα αδύνατο και μοναχικό αγοράκι, μεγαλώνει στη ναζιστική Γερμανία με την καλόκαρδη και τρυφερή μητέρα του, όσο ο πατέρας του λείπει εδώ και χρόνια «στον πόλεμο». Ο «Τζότζο» έχει ένα όνειρο: να φορέσει τη στολή με τις σβάστιγκες και να υπηρετήσει τον Φύρερ. Τον ενοχλεί που τον θεωρούν αδύναμο και δειλό και θέλει να αποδείξει στους συμμαθητές του ότι είναι σκληρός, ικανός και πιο πιστός στο όραμα από όλους. Η ιστορία του όμως αλλάζει επειδή δεν τόλμησε να σκοτώσει ένα κουνελάκι μπροστά στους αιμοδιψείς και ευπειθείς συνομηλίκους του στη μιλιταριστική κατασκήνωση, που του έδωσαν το κοροϊδευτικό παρατσούκλι «Τζότζο Ράμπιτ». Η ζωή του αλλάζει δραστικά όταν τραυματίζεται από θραύσματα μιας χειροβομβίδας και το πρόσωπό του παραμορφώνεται για πάντα.

Τώρα όλοι τον κοροϊδεύουν ακόμα περισσότερο από πριν: είναι άσχημος, είναι τέρας, είναι δειλός όπως ο πατέρας του που το έσκασε. Όσο αναρρώνει, η μητέρα του τον σταματά από το σχολείο και, μένοντας σπίτι, η ζωή του αλλάζει απότομα. Ανακαλύπτει πως η μητέρα του κρύβει στο σπίτι μια έφηβη Εβραία, την Έλσα Κορ. Η συνάντησή του μαζί της τον σοκάρει: η πίστη του στο δόγμα του Χίτλερ είναι τόσο ακλόνητη ώστε ο καλύτερός του φίλος είναι ο επινοημένος Αδόλφος αυτοπροσώπως, που εμφανίζεται σε καίριες στιγμές, σε ελαφρώς φαιδρή εκδοχή, τον συμβουλεύει, τον επαινεί και τον μαλώνει. Με μοναδική βοήθεια λοιπόν τον φανταστικό του φίλο, Αδόλφο Χίτλερ, ο Τζότζο θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον τυφλό φανατισμό του για να προστατέψει την μητέρα του και τον εαυτό του.

«Δεν είσαι ναζί Τζότζο. Είσαι απλά ένα 10χρονο αγόρι που του αρέσουν οι στολές και θέλει να νιώθει ότι ανήκει κάπου»

Η Fox Searchlight πάντως έψαχνε και καιρό μια γνωστή ηθοποιό ως πρωταγωνίστρια για το ρόλο της μητέρας και τη βρήκε στο πρόσωπο της Σκάρλετ Γιοχάνσον, η οποία είναι υποψήφια και για το Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου για την συγκινητική ερμηνεία της. Πλάι της βρίσκονται οι Ρέμπελ Γουίλσον, Στίβεν Μέρτσαντ, Τόμασιν ΜακΚένζι, και ο ίδιος ο Γουαϊτίτι που ανέλαβε το ρόλο του Χίτλερ. Ο μικρός Ρόμαν Γκρίφιν Ντέιβις ως JoJo που τιμήθηκε από τα βραβεία SAG ως ο καλύτερος πρωτοεμφανιζόμενος της χρονιάς και μαζί με τη δεσποινίδα Τζούλια Μπάτερς από το Κάποτε στο Χόλιγουντ μας έκαναν να πιστέψουμε στο παιδικό ταλέντο που ξεχειλίζει αυτή την στιγμή στην κινηματογραφική βιομηχανία.

Ο Νεοζηλανδός σκηνοθέτης Τάικα Γουαϊτίτι έχει στα χέρια του μία κινηματογραφική χειροβομβίδα: μπορεί κανείς να κατασκευάσει μία φαρσική κωμωδία για τα ναζιστικά εγκλήματα, και μάλιστα με πρωταγωνιστή ένα μικρό παιδί, χωρίς να καταντήσει γελοία και εκτός των ορίων; Από την πρώτη κιόλας σκηνή, που ένας ατσούμπαλος, γελοίος, κακοφορμισμένος «φανταστικός Αδόλφος» μαθαίνει στον μικρό Τζο το σωστό «Χάιλ Χίτλερ» και το πιτσιρίκι τρέχει ενθουσιασμένο και πορρωμένο στους δρόμους, τεντώνοντας σε ναζιστικό χαιρετισμό το χέρι σε όλους τους περαστικούς, υπό τους ήχους του «I Wanna Hold Your Hand» των Beatles, καταλαβαίνεις ότι θα ακολουθήσει μία ανίερη κωμωδία του παραλόγου, που ίσως κάποιες φορές ξεπερνάει τα όρια αλλά καταφέρνει να σε κάνει να γελάσεις με το σατιρικό χιούμορ του αλλά και να συγκινηθείς με τον συναισθηματισμό και και την παιδική τρυφερότητα που αποτυπώνεται στα πρόσωπα των νεαρών πρωταγωνιστών.

Η αποδόμηση των στερεοτύπων μέσα από τον διάλογο του Τζότζο με την οικόσιτη αντίπαλο αλλά και τη σπλαχνική και συχνά τεταμένη μητέρα του διαρκεί τόσο ώστε να δημιουργηθεί στενή σχέση, μια σταδιακά εγκάρδια τριβή με διαστάσεις και συνέπειες που θα αλλάξουν τη ζωή του πιτσιρικά ριζικά, και όχι πάντα αναμενόμενα. Θα καταλάβει με σκληρό τρόπο ότι όσα έχει διδαχθει έιναι ψέματα και ότι η αλήθεια δεν είναι κρυμμένη ούτε στο πρόσωπο του Φύρερ ούτε στην κόκκινη σημαία με τις σβάστιγκες.

 Οι επικριτές της ταινίας βέβαια αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι εάν το συγκρίνουμε με ταινίες με αντιπολεμικό μήνυμα που διαδραματίζονται στον Β’ Π’Π’ όπως το «Η Ζωή Είναι Ωραία» ή το «Η Λίστα του Σίντλερ» καταλαβαίνουμε πως πρόκειται για μία ταινία που θα ξεχαστεί γρήγορα. Πολλοί κριτικοί έχουν σταθεί στο γεγονός ότι το Γ’ Ράιχ δεν ήταν ούτε αστείο, ούτε ευχάριστο, ούτε χαριτωμένο. Ο Γουατίτι αποφεύγει επιτηδευμένα οποιαδήποτε βαριά πολιτική αναφορά, με τις ιστορικές απλουστεύσεις να παραμένουν χτυπητές. 

Το “Jojo Rabbit” είναι μία πολύ καλή ταινία με έξυπνο σενάριο και όλη την διάθεση να μας ψυχαγωγήσει. Εν τέλει, καταφέρνει να περάσει και το σημαντικό μήνυμα της. Να μην ξεχνάμε πώς τρύπησε ο ναζισμός τον ανθρώπινο κοινωνικό ιστό, πώς έπεισε μια χώρα να τερατουργήσει, πώς οι κάτοικοί της πρασύρθηκαν στο μίσος, από έναν λαοπλάνο που έπαιξε με τους φόβους τους. Δείχνει ότι ο φανατισμός μπορεί μόνο να καταστρέψει τις ανθρώπινες αξίες. Η ταινία όμως μας θυμίζει ότι στην πραγματικότητα δεν διαφέρουμε πολύ από αυτούς που θεωρούμε εχθρούς μας. Είναι μία απλουστευτική παιδική ματιά, υπό την οποία ο φασισμός και οι φρικτές επιλογές που παρουσιάζονται λύνονται με λίγη αγάπη. Είναι μια ταινία που ακροβατεί ανάμεσα στο να είναι γλυκιά και πικρή, στο να είναι αστεία και κρύα, στο να είναι πολιτική και περιέργως όχι και τόσο. Είναι μια «σάτιρα κατά του μίσους» που μας θυμίζει ότι αυτό που μετράει περισσότερο απ’όλα είναι η ανθρωπιά μας.

Πηγή:

 www.lifo.gr

ttps://www.digitallife.gr/jojo-rabbit-kinimatografiko-aristourgima-i-aplos-mia-analafri-satira-22304

http://www.cinemagazine.gr/nea/arthro/scarlet_johansson_taika_waititi_jojo_rabbit-130977131/

https://www.athinorama.gr/cinema/article/tzotzo-2539620.html

https://flix.gr/cinema/jojo-rabbit-review.html

https://www.oneman.gr/entertainment/me-to-jojo-rabbit-o-taika-waititi-leei-pws-h-zwh-einai-wraia/