Η ζωή και το έργο ενός παρεξηγημένου καλλιτέχνη – Ζεράρ ντε Νερβάλ

Η ζωή του


Ζεράρ ντε Νερβάλ (Gérard de Nerval)

Πολλοί θεωρούσαν ότι ήταν τρελός. Είτε γιατί είχε ως κατοικίδιο έναν αστακό, τον οποίο έβγαζε βόλτα στους δρόμους του Παρισιού δεμένο με μία γαλάζια μεταξωτή κορδέλα σαν να ήταν σκύλος, είτε επειδή επιδιδόταν στην μετάφραση σπουδαίων λογοτεχνικών κειμένων χωρίς να γνωρίζει την γλώσσα συγγραφής τους, είτε πολύ απλά επειδή έπασχε από παράνοια/ψυχικές διαταραχές και πάθαινε νευρικές κρίσεις τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής του. Ο ίδιος, πάντως, δεν αρνήθηκε ποτέ τις φήμες και ενδείξεις περί τρέλας. Μάλιστα, υποστήριζε ότι δεν πρόκειται για κάτι άσχημο, αλλά κάτι φυσικό που τον βοηθούσε στην συγγραφή των λογοτεχνικών έργων του. Ο λόγος για τον Ζεράρ Λαμπρυνί (Gérard Labrunie) ή αλλιώς (καθώς είναι πιο γνωστός με το ψευδώνυμο του), για τον μεγάλο συγγραφέα, ποιητή, μεταφραστή και δοκιμιογράφο Ζεράρ ντε Νερβάλ (Gérard de Nerval).

Γελοιογραφία της εποχής, που απεικονίζει τον Νερβάλ να βγάζει βόλτα τον αστακό του.

Ένας από τους διασημότερους ποιητές της Γαλλικής σχολής των «καταραμένων» ποιητών, μία από τις πιο σημαντικές μορφές του γαλλικού ρομαντισμού και ένας από τους βασικούς εισηγητές της θεματικής του γερμανικού ρομαντισμού στη Γαλλία, ο Ζεράρ ντε Νεβράλ γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1808 στο Παρισι.  Η μητέρα του, η Μαρία Μαργαρίτα Αντουανέτα Λωράν (Marie Marguerite Antoinette Laurent), ήταν κόρη ενός πωλητή ρούχων, ενώ ο πατέρας του, ο Ετιέν Λαμπρυνί (Étienne Labrunie), ήταν ένας νεαρός γιατρός που είχε καταταχθεί εθελοντικά ως στρατιωτικός ιατρός στον στρατό του Ναπολέοντα τον Ιούνιο του 1808, έναν μόλις μήνα μετά τη γέννηση του γιου του. Μετά από εκστρατείες στη Γερμανία και την Αυστρία, κατέληξε να υπηρετεί σε ένα νοσοκομείο στο Γκουόγκουφ της Πολωνίας, έχοντας πάρει μαζί του και τη γυναίκα του. Οι Λαμπρυνί είχαν αφήσει τον νεογέννητο γιο τους στη φροντίδα του θείου της Μαρίας Μαργαρίτας, Α. Μπουσέ, που ζούσε στο χωριό Μορτφονταίν, όχι πολύ μακριά από το Παρίσι. Αλλά στις 29 Νοεμβρίου 1810 η Μαρία Μαργαρίτα πέθανε προτού μπορέσει να επιστρέψει στη Γαλλία. Αφού έθαψε τη σύζυγό του, ο Ετιέν συμμέτεσχε στην καταστροφική γαλλική εισβοή στη Ρωσία. Συναντήθηκε με τον γιο του το 1814. Τον πήρε από τον θείο του και άρχισε να εξασκεί την ιατρική ως ιδιώτης στο Παρίσι.

Η παιδική ηλικία του Ζεράρ σημαδεύεται από το θάνατο της μητέρας του πού φαίνεται να την αγαπούσε πολύ και από την αυταρχική μορφή του πατέρα του. Τα γεγονότα αυτά επηρέασαν καταλυτικά την ζωή του, την προσωπικότητά του και προπάντων το έργο του. Σε όλο το έργο του είναι διάχυτη η εξιδανίκευση της μητρικής μορφής και ένα κρυφό μίσος για τον πατέρα, που έβλεπε με μεγάλη δυσπιστία τις λογογτεχνικές επιδόσεις του νεαρού Ζεράρ και τον πίεζε ν’ακολουθήσει το ιατρικό επάγγελμα.

Σατιρικό έργο του Νερβάλ.

Το 1822 ο Ζεράρ γράφτηκε στο Κολέγιο (Λύκειο) Σαρλεμάν. Εκεί συναντήθηκε και έγινε φίλος με τον Θεόφιλο Γκωτιέ. Εκεί άρχισε επίσης να ασχολείται σοβαρά με την ποίηση, ιδίως την επική. Σε ηλικία 16 ετών έγραψε ένα ποίημα με θέμα τα της ήττας του Ναπολέοντα, το «Napoléon ou la France guerrière, élégies nationales». Αργότερα δοκίμασε και τη σάτιρα, γράφοντας ποιήματα για τον βασιλόφρονα πρωθυπουργό Ζοζέφ ντε Βιλέλ και τους Ιησουίτες. Οι πρώτες δημοσιεύσεις έργων του έγιναν το 1826.

Σε ηλικία 19 ετών, με ελάχιστη γνώση της γερμανικής γλώσσας, άρχισε το φιλόδοξο έργο της μεταφράσεως του Φάουστ του Γκαίτε. Η μετάφρασή του, σε πεζό λόγο, εμφανίσθηκε το 1828. Παρά τα πολλά λάθη της, η μετάφραση του Ζεράρ είχε πολλές λογοτεχνικές αρετές και συνετέλεσε πολύ στη δημιουργία της φήμης του. Εξαιτίας της ο ίδιος ο Βίκτωρ Ουγκώ, αισθάνθηκε υποχρεωμένος να προσκαλέσει τον Ζεράρ να τον επισκεφθεί στο διαμέρισμά του

Αυτή η μετάφραση όχι μόνο απέσπασε τα εγκωμιαστικά σχόλια του Γκαίτε (ο οποίος έφθασε να πει ότι την προτιμούσε από το πρωτότυπο), αλλά και τον ανέδειξε στον χώρο της γαλλικής λογοτεχνίας.

Το 1829, έχοντας πάρει το απολυτήριο λυκείου με δύο χρόνια καθυστέρηση, ο Ζεράρ πιέστηκε από τον πατέρα του να βρει σταθερή εργασία. Πήρε μια θέση σε ένα γραφείο συμβολαιογράφου, αλλά η σκέψη του ήταν δοσμένη στη λογοτεχνία και όταν ο Βίκτωρ Ουγκώ του ζήτησε να γράψει προς υποστήριξη του θεατρικού έργου του Ερνάνης, που δεχόταν επιθέσεις από συντηρητικούς κριτικούς, ο Ζεράρ ήταν παραπάνω από χαρούμενος να το κάνει.

Μετά από την ολιγόμηνη φυλάκιση του το 1832, εξαιτίας των φιλελευθερων και αντιβασιλικών φρονημάτων του και της συμμετοχής του σε φοιτητικές διαδηλώσεις, ο Νερβάλ επιδίδεται στην έκδοση δυο ανθολογιών, μίας γαλλικής και μίας γερμανικής. Η πρώτη ανθολογία περιελάμβανε δικές του μεταφράσεις των ΚλόπστοκΣίλερΜπύργκερ και Γκαίτε, που το κοινό υποδέχθηκε με λιγότερο ενθουσιασμό από όσο τη μετάφραση του Φάουστ. Η δεύτερη ανθολογία περιείχε ποιήματα των Πιερ ντε ΡονσάρΖοασέν ντυ ΜπελέΖαν-Αντουάν ντε ΜπαΐφΓκυγιώμ ντε Σαλύστ Ντυ Μπαρτάς και Ζαν-Μπατίστ Σασινέ.

Μετά την επιτυχή συμμετοχή του στις ομάδες σπουδαίων λογοτεχνών, Cénacle και «Petit-Cénacle», με σκοπό την υποστήριξη του Ερνάνη, Ο Ζεράρ, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ουγκώ, άρχισε να γράφει θεατρικά έργα. Τα “Le Prince des sots” και “Lara ou l’expiation” ανέβηκαν στο θέατρο «Οντεόν» και απέσπασαν θετικές κριτικές. Τότε άρχισε να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Ζεράρ ντε Νερβάλ, από το όνομα ενός κτήματος κοντά στο χωριό Λουαζύ που ανήκε παλαιότερα στην οικογένειά του.

Τον Ιανουάριο του 1834 ο παππούς του Ζεράρ απεβίωσε και του άφησε κληρονομιά περίπου τριάντα χιλιάδες φράγκα. Εκείνο το φθινόπωρο, ο Νερβάλ πήγε στη νότια Γαλλία και μετά ταξίδεψε στη Φλωρεντία, τη Ρώμη και τη Νάπολη. Επιστρέφοντας το 1835, συγκατοίκησε με μια ομάδα ρομαντικών καλλιτεχνών. 

Ένα απόκομμα του περιοδικού “Monde dramatique”.

Το 1835, ιδρύει με το υπόλοιπο της κληρονομιάς του, την περιοδική έκδοση “Monde dramatique”, που έχει σύντομο και άσχημο τέλος για το συγγραφέα. Αφορμή αυτής της έκδοσης πρέπει να ήταν ο ενθουσιασμός του για την ηθοποιό Τζένι Κολόν, που την ερωτεύεται και που τα χρόνια 1837-1838 έχει μαζί της μια περίεργη σχέση, ανάμεσα φιλίας και έρωτα, ανάμεσα ευτυχισμένου πάθους, καρτερικής υπομονής και θυελλωδών διαφωνιών. Καταχρεωμένος, ο Ζεράρ το πούλησε τελικώς το 1836. Κάνοντας μια νέα αρχή στη δημοσιογραφία, ταξίδεψε στο Βέλγιο με τον Γκωτιέ από τον Ιούλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο.

Το λογότυπο του περιοδικού.

Έπειτα, συνεργάζεται με τον Αλέξανδρο Δούμα στην συγγραφή και μετάφραση θεατρικών κειμένων. Το 1837 η όπερα Piquillo ανέβηκε στην Opéra-Comique. Παρά τη συνεισφορά του Νερβάλ σε αυτή, το όνομα του Δουμά ήταν το μοναδικό που αναφερόταν πάνω στο λιπρέτο. Παρ’όλη την άρνηση του Δουμά να τον αφήσει να πιστωθεί τη δουλειά του, ο Νερβάλ συνέχισε να συνεργάζεται μαζί του σε θεατρικά έργα. Το καλοκαίρι του 1838 ταξίδεψαν μαζί στη Γερμανία για να δουλέψουν το Léo Burckart, το οποίο τελικώς έκανε πρεμιέρα στο Théâtre de la Porte-Saint-Martin στις 16 Απριλίου 1839, μόλις 6 ημέρες μετά την πρεμιέρα ενός άλλου κοινού έργου των δύο συγγραφέων, του L’Alchimiste. Τον Νοέμβριο ο Νερβάλ ταξίδεψε στη Βιέννη και έμεινε εκεί.

Τον Μάρτιο του 1840 ο Νερβάλ ανέλαβε τη στήλη του Γκωτιέ στη La Presse. Μετά από μία πρώτη νευρική κατάρρευση στις 23 Φεβρουαρίου 1841, ο λογοτέχνης νοσηλεύθηκε στο ίδρυμα “Sainte-Colombe Borstal”. Μετά από μία δεύτερη κρίση, νοσηλεύθηκε στην κλινική «Esprit Blanche» του γιατρού Εμίλ Μπλανς στη Μονμάρτρη, όπου παρέμεινε από τον Μάρτιο έως τον Νοέμβριο. Ορισμένοι φίλοι του βιάζονται με δημοσιεύματα σε εφημερίδες να του “εκφωνήσουν” τον πνευματικό επικήδειο. Τη βιασύνη τους αυτή ο Νερβάλ την εκδικείται με το γράψιμο, αλλά και με την περιπετειώδη ζωή που εξακολουθεί να κάνει. Είναι περίεργο: τα καλύτερα έργα του, (Σιλβι, Χίμαιρες, Αγγελική, Αυρήλια, Πανδώρα, διάφορτα ταξιδιωτικά και άλλα) ανάγονται σε αυτή την περίοδο της ζωής του, που τα γραπτά του τη θέλουν βουτηγμένη στην οδύνη και στις διαρκείς εκρήξεις του ονείρου.

Το “φάντασμα” του Νερβάλ.

Στις 22 Δεκεμβρίου 1842 ο Νερβάλ έφυγε για την Ανατολή, επισκεπτόμενος την Αλεξάνδρεια, το Κάιρο, τη Βηρυτό, την Κωνσταντινούπολη, τη Μάλτα και τη Νάπολη. Εργάζεται σαν δημοσιογράφος και συνεργάζεται με πολλές εφημερίδες σαν ανταποκριτής αλλά και σαν ταξιδιωτικός δημοσιογράφος και αναλυτής. Ειδικά αυτή η ιδιότητα ήταν πολύ της μόδας εκείνη την εποχή και την εξασκούσαν πολλοί συγγραφείς, ποιητές και λόγιοι. Έρχεται στην Ελλάδα το 1843. Είναι σταθμός του 12μηνου ταξιδιού του στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτήν την περίοδο της ζωής του περνά και από τα Κύθηρα, όπου παραμένει για ένα διάστημα αλλά και από την Σύρο, όπου μένει στην Ερμούπολη.

Ταξίδι στην Ανατολή (1851)


Ενώ κατέβαινα πάλι προς το λιμάνι, μου έτυχε μια παράξενη περιπέτεια μέσα σ’ έναν από τους μύλους με τα έξι φτερά που διακοσμούν τόσο αλλόκοτα τα υψώματα όλων των ελληνικών νησιών. Ένας ανεμόμυλος με έξι φτερά να χτυπούν χαρούμενα τον αέρα, σαν τα μακριά διάφανα φτερά των τζιτζικιών, βλάπτει πολύ λιγότερο την προοπτική από ό,τι οι απαίσιοι μύλοι της Πικαρδίας ωστόσο και τούτοι παρουσιάζουν μέτριο θέαμα μπροστά στα επιβλητικά ερείπια της αρχαιότητας. Δεν είναι θλιβερό να σκέφτεσαι ότι η ακτή της Δήλου είναι γεμάτη ανεμόμυλους; Οι μύλοι είναι και η μοναδική σκιά αυτών των άγονων τόπων που ήταν άλλοτε σκεπασμένοι με ιερά δάση.


-Στην περιοχή Μύλοι στην Ερμούπολη.

Επιστρέφοντας στο Παρίσι, άρχισε να δημοσιεύει άρθρα για το ταξίδι του. Το βιβλίο του Ταξίδι στην Ανατολή, στο οποίο περιγράφει τις περιηγήσεις του στις χώρες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εκδόθηκε το 1851.

Μεταξύ του 1844 και του 1847 ο Νερβάλ ταξίδεψε στο Βέλγιο, στην Ολλανδία και στο Λονδίνο, γράφοντας πολλή ταξιδιωτική λογοτεχνία. Συνέχισε ταυτόχρονα να γράφει νουβέλες και λιμπρέτα, ενώ μετέφρασε ποιήματα του φίλου του Χάινριχ Χάινε, δημοσιεύοντας μια επιλογή μεταφράσεων το 1848. Τα τελευταία χρόνια του τα πέρασε σε μια δύσκολη οικονομική και συναισθηματική κατάσταση. Ακολουθώντας τη συμβουλή του γιατρού του Εμίλ Μπλανς, προσπάθησε να εκκενώσει τα έντονα συναισθήματά του διαχέοντάς τα στη γραφή του. Τότε ήταν που δημιούργησε μερικά από τα καλύτερα έργα του.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Νερβάλ ενδιαφέρθηκε και για τον σοσιαλισμό, ανιχνεύοντας τις ρίζες του στους διαφωτιστές του 18ου αιώνα, όπως φαίνεται και από τον υπότιτλο της συλλογής του Les Illuminés («Les precurseurs du socialisme»).

Την 1η Γενάρη 1855, στο Revue de Paris, δημοσιεύεται το πρώτο μέρος της Αυρήλιας. Είκοσι πέντε μέρες μετά, ολοένα και πιο φτωχός και αποπροσανατολισμένος, τσακισμένος και ταλαιπωρημένος από τη ψυχική του νόσο, ο συγγραφέας αυτοκτόνησε τη νύκτα της 26ης Ιανουαρίου 1855, απαγχονιζόμενος από το κάγκελο ενός παραθύρου στη rue de la Vieille-Lanterne, ένα στενό σοκάκι του Παρισιού. Είχε αφήσει ένα σύντομο σημείωμα στη θεία του: «Μη με περιμένετε απόψε, γιατί η νύχτα θα είναι μαύρη και λευκή».[


Η αιώνια νύxτα αρxίζει και θα είναι φοβερή. Τι θα συμβεί όταν οι άνθρωποι αντιληφθούν ότι δεν υπάρxει πια ήλιος;


«La rue de la vieille lanterne: Η αυτοκτονία του Ζεράρ ντε Νερβάλ», λιθογραφία του Γκυστάβ Ντορέ, 1855

Ο Μπωντλαίρ παρατήρησε ότι ο Νερβάλ «είχε παραδώσει την ψυχή του στον πιο σκοτεινό δρόμο που μπορούσε να βρει». Αυτοί που βρήκαν το πτώμα του παραξενεύτηκαν από το γεγονός ότι το καπέλο του βρισκόταν ακόμα πάνω στο κεφάλι του. Οι τελευταίες σελίδες του χειρογράφου του της Αυρήλιας (Aurélia ou le rêve et la vie) βρέθηκαν σε μία τσέπη του παλτού του. Μετά από μια θρησκευτική κηδεία στον Καθεδρικό Ναό της Νοτρ-Νταμ (που επιτράπηκε παρά την αυτοκτονία του εξαιτίας της διαταραγμένης διανοητικής του καταστάσεως), ο συγγραφέας τάφηκε στο Κοιμητήριο του Περ-Λασαίζ, στο Παρίσι. Τα έξοδα της κηδείας και του τάφου τα επωμίσθηκαν οι φίλοι του Θεόφιλος Γκωτιέ και Arsène Houssaye, που εξέδωσαν την “Aurélia” ως βιβλίο αργότερα το ίδιο έτος (Το δεύτερο μέρος είχε ήδη εκδοθεί στο ίδιο περιοδικό με το πρώτο είκοσι μέρες μετά την αυτοκτονία του).

Σκιτσογραφία του θανάτου του.
Πίνακας της αυτοκτονίας του (πρώιμη μορφή κυβισμού).

Η σημασία του έργου του

Ο Νερβάλ έγραφε ρομαντική ποίηση. Τον απασχολούσε με πάθος το μεταφυσικό και η αναζήτηση του Θεού, πράγμα που διακρίνεται στο έργο του αλλά και στο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τον πραγματικό κόσμο. Παρόλο που στην εποχή του θεωρήθηκε ήσσων ποιητής, στον εικοστό αιώνα το έργο του επαινέθηκε από κριτικούς και συγγραφείς. Ένας εκ των πρώτων θαυμαστών τού έργου του ήταν και ο Βίκτωρ Ουγκώ. Ο Νερβάλ είναι γνωστότερος για τις νουβέλες του και τα ποιήματά του, ίδιως για τη συλλογή “Les Filles du feu”, που περιέχει τη νουβέλα “Sylvie” και το ποίημα «El Desdichado».


El Desdichado (Ο Απόκληρος)

Εγώ είμαι ο σκοτεινός, ο χήρος, ο απαρήγορος
ο δίχως πύργο πρίγκιψ της Ακουιτανίας.
Το μόνο αστέρι μου νεκρό, και στο έναστρο λαγούτο μου
προβάλλει ο μαύρος ήλιος της Μελαγχολίας.

Στον τάφο εσύ, παρηγοριά μου, το Παυσίλυπο
φέρε μου πάλι και της Ιταλίας το κύμα,
το άνθος που τόσο με ηρεμούσε εμέ περίλυπο,
τη δράνα όπου το ρόδο σμίγει με το κλήμα.

Είμαι Έρως; Φοίβος; Λουζινιάν; Μπιρόν;
Απ’ το φιλί της ρήγισσας ακόμη είναι ερυθρό το μέτωπο μου.
Μες στη σπηλιά που κολυμπά η Σειρήνα έxω ονειρευθεί

και δυο φορές θριαμβευτής πέρασα τον Αχέροντα,
τονίζοντας στην ορφική μου λύρα τους καημούς
κάποιας αγίας και μιας νεράιδας τους λυγμούς.

μτφ: Παναγιώτης Μουλλάς
-ποιητική, τεύχος τέταρτο-


Ο Ουμπέρτο Έκο στο Six Walks in the Fictional Woods αποκαλεί τη νουβέλα του Νερβάλ “Sylvie” «αριστούργημα» και το αναλύει για να δείξει τη χρήση της χρονικής αμφισημίας στη λογοτεχνία.

Ο Νερβάλ συνέγραψε και άλλα αξιόλογα διηγήματα, όπως «Το όνειρο και η ζωή ή Αυρήλια» (1855), «Η ερωτική μποέμ» (1855), «Χίμαιρες» (σονέτα, 1854) και πολλά ακόμη (Η Ιστορία μίας Φώκιας, Η Ιστορία του Χαλίφη Χακίμ, Εξόριστος στη Γη, κλπ). Μετέφρασε πολλά γερμανικά λογοτεχνικά έργα στη γαλλική (όπως το Φάουστ του Γκαίτε που τον έκανε διάσημο). Επιπλέον, ως μεταφραστής, είχε σημαντικό ρόλο στη γνωριμία του γαλλόφωνου κοινού με τα έργα των Γερμανών λογοτεχνών του ρομαντισμού, όπως του Κλόπστοκ, του Σίλερ, του Μπύργκερ και του Γκαίτε. Στα ύστερα έργα του συγχώνευσε την ποίηση με τη δημοσιογραφία σε μυθοπλαστικό περιβάλλον (Οι ταξιδιωτικές αφηγήσεις του για την Ανατολή), επηρεάζοντας τον Μαρσέλ Προυστ, ενώ η τελευταία του νουβέλα Αυρήλια (Aurélia ou le rêve et la vie) θεωρείται ότι επηρέασε τον Αντρέ Μπρετόν και τον σουρεαλισμό.

Η Αυρηλία, είναι ένα πολύπλοκο αφήγημα. Αφενός είναι ένα προσωπικό βιβλίο στο οποίο εκτίθεται η διαλυμένη ψυχή του Νερβάλ. Η γυναίκα που αγάπησε πέθανε και το ήδη ταλαιπωρημένο πνεύμα του Νερβάλ δέχεται έτσι το τελειωτικό χτύπημα. Η Αυρηλία είναι η προσπάθεια του να καταγράψει τα «όνειρα» που έβλεπε σε όλη την περίοδο της τρέλας του. Αφετέρου είναι ένα ερμητικό, ένα μυστικό κείμενο. Η νερβαλική τρέλα είναι μια μορφή γνωσιοθεωρίας. Καβαλιστικά και μυστικά σύμβολα, ανατολίτικες και αιγυπτιακές μορφές παρελαύνουν στις σελίδες της Αυρηλίας, μικρά κλειδιά που θα ανοίξουν τις θύρες μιας νέας απόλυτης Γνώσης. Η τρέλα του Νερβάλ είναι οικουμενική. Δεν τον αποκλείει από τον κόσμο, αλλά το αντίθετο, είναι η συνθήκη κατανόησής του. Και στο κέντρο του διηγήματος η Αυρηλία, ένα αλχημικό σύμβολο (εκ του λατινικού aureus, που σημαίνει χρυσός), όλες οι γυναίκες και όλες οι θεότητες συμπυκνωμένες σε ένα πρόσωπο. Μια παρουσία που είναι το αίτιο και το αποτέλεσμα της τρέλας.

Το 1945, μετά από μια μακρά ασθένειά του, ο μεγάλος Ελβετός ψυχίατρος Καρλ Γιουνγκ έδωσε μια διάλεξη στη Ζυρίχη με θέμα την “Aurélia” του Νερβάλ, ένα έργο που θεωρούσε «ασυνήθιστα μεγάλης αξίας». Κατά τον Γιουνγκ πρόκειται για μια προειδοποίηση βγαλμένη από τη ζωή του συγγραφέως (ο πρωταγωνιστής δεν μπορεί να επωφεληθεί ψυχολογικά από τη δική του διαύγεια και βαθιά γνώση του εαυτού) και επικυρώνει την οραματική εμπειρία του Νερβάλ ως μια γνήσια συνάντηση με το συλλογικό ασυνείδητο και την anima mundi (Ψυχή του Κόσμου).

Μπορεί τελικά ο Ζεράρ ντε Νερβάλ να ήταν τρελός. Παραισθήσεις και οράματα είχαν παρεισφρήσει στην καθημερινότητά του. Με τη σύγχρονη επιστήμη θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως ο Νερβάλ ήταν σχιζοφρενής. Αλλά ο Νερβάλ ποτέ δεν αμφισβήτησε αυτήν την τρέλα, στο μόνο που φαίνεται να υπάρχει μια σχετική αμφιβολία, είναι αν αυτή η τρέλα αποτελεί μια ανώτερη μορφή γνώσης. Είναι σίγουρο, πάντως, ότι ο Νερβάλ ήταν ένας πολύ βασανισμένος άνθρωπος. Αλλά και ένας πολύ σπουδαίος καλλιτέχνης που τα έργα του και αυτός ο ίδιος υποτιμήθηκαν επειδή ήταν πολύ πρωτοποριακά για την εποχή τους. Αργότερα, όμως, αποτέλεσε έμπνευση για τους συμβολιστές και τους υπερρεαλιστές, άφησε ένα πολύ σημαντικό έργο πίσω του, και θεωρήθηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους τεχνίτες του φανταστικού και όχι μόνο. Σήμερα, η αξία του είναι αδιαμφησβίτητη και το έργο του θεωρείται ως ένα λογοτεχνικό και πολιτισμικό αγαθό για την γαλλική λογοτεχνία, το κίνημα του ρομαντισμού, αλλά και ολόκληρο τον καλλιτεχνικό κόσμο.

Προς τιμήν του θανάτου του, κλείνουμε αυτό το αφιέρωμα με ένα ποιήμα του:


Παραίτηση

(…)


Έτσι είναι: τούτη εδώ η ζωή τα πάντα τα μαραίνει.
Γιατί τη μοίρα του παντός εγώ να τη φοβούμαι;
Ύπνος είναι ο θάνατος. Ψυχή μου κουρασμένη
ας αποκοιμηθούμε.

Μητέρα μου!… Ω! έλεος, μια και τώρα πεθαίνω,
φίλοι, απ’ τη θλίψη σώστε την εσείς την περιττή.
Γρήγορα θα ‘ρθει να με βρει εκεί που ο άθλιος μένω,
αλλά δε θα ‘μαι εκεί.

Κι εσύ οπτασία της μοναχής ψυχής μου λατρεμένη,
ωραίο, γελαστό παιδί που ανέλπιδα αγαπώ,
η ανάμνησή σου μάταια εδώ στη γη με δένει:
δεν θα σε ξαναδώ.
Μ’ αν η σκιά μου για καιρό σα μάταιη εικόνα
σού εμφανίζεται… ω! εσύ μην το φοβάσαι αυτό:
η σκιά μου θα σε ακολουθεί, αβέβαιη ακόμα,
ανάμεσα σ’ εσένα μα και στον ουρανό.

μτφ: Λένια Ζαφειροπούλου
-ποιητική, τεύχος έβδομο-

Πηγές

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%96%CE%B5%CF%81%CE%AC%CF%81_%CE%BD%CF%84%CE%B5_%CE%9D%CE%B5%CF%81%CE%B2%CE%AC%CE%BB

https://visitkythera.com/wp-content/uploads/2017/01/visit-kythera-header.jpg

http://key-em.blogspot.com/2011/05/blog-post.html

http://www.exostispress.gr/Article/Bookstand-Bookstand-463

http://authorsandwriterstooktheirownlives.blogspot.com/2010/02/38.html

Δεν κατέχουμε τα πνευματικά δικαιώματα των εικόνων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.