Μαντάμα Μπάττερφλαι: μια όπερα μεταξύ Ανατολής και Δύσης

Αντί Προλόγου

Με αφορμή την νέα παραγωγή της Μαντάμα Μπάττερφλαι από την Εθνική Λυρική Σκηνή δε θα μπορούσαμε παρά να θυμηθούμε μια τραγική ερωτική ιστορία που ακροβατεί μεταξύ της Δύσης και της Ανατολής, έχει πολιτικές υφές και υπαινιγμούς, ενώ αποτελεί αναγκαίο σταθμό όσων περιδιαβαίνουν στα λημέρια της όπερας. Ο λόγος για το διάσημο έργο του Τζάκομο Πουτσίνι που αποτελείται από τρεις πράξεις και λέγεται πως γεννήθηκε από μια πραγματική ιστορία εγκατάλειψης, δίχως όμως την ίδια κατάληξη.

Λίγα λόγια για την πλοκή

Η ιστορία ξεκινά στο Ναγκασάκι της Ιαπωνίας των αρχών του 20ου αιώνα, ένα από τα μεγάλα λιμάνια της χώρας όπου τα αμερικανικά πλοία συνήθιζαν να σταθμεύουν. Εκεί, σε μια έπαυλη ο Μπέντζαμιν Φράνκλιν Πίνκερτον, υποπλοίαρχος της κανονιοφόρου Αβραάμ Λίνκολν του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ μαζί με τον Γκόρο, έναν απατεωνίσκο προξενητή συναντούν τον Αμερικανό Πρόξενο Σάρπλες. Στον δεύτερο ο Πίνκερτον εκμυστηρεύεται τον επικείμενό του γάμο με την δεκαπεντάχρονη γκέισα Τσο-Τσο-Σαν ή όπως την αποκαλούσαν Μπάττερφλαι. Δε θα αργήσει να εμφανιστεί η γαμήλια πομπή συγγενών, φίλων και καλεσμένων που θα φέρουν ενώπιον του κοινού την υποψήφια νύφη. Εκείνη, φανερά ερωτευμένη με τον Πίνκερτον εκμυστηρεύεται πως αναγκάστηκε όταν η οικογένειά της καταστράφηκε οικονομικά να γίνει γκέισα για να επιβιώσει. Μάλιστα, παρά τις πιθανές αντιρρήσεις της οικογένειάς της, κρυφά έγινε χριστιανή για να τον παντρευτεί. Όταν ο θείος της βουδιστής μοναχός Μπόνζο εμφανιστεί στο γάμο ακάλεστος θα αποκαλύψει το μυστικό της και οργισμένη όλη της η οικογένεια θα την αποκηρύξει. Παρηγοριά της Μπάττερφλαι θα απομείνει ο σύζυγός της, στην αγκαλιά του οποίου θα πέσει στο τέλος της Α’ πράξης.

Στην Β’ πράξη μεταφερόμαστε τρία χρόνια αργότερα σε ένα σκηνικό ερήμωσης και εγκατάλειψης. Ο Πίνκερτον είναι απών και η Μπάττερφλαι παρέα με τον γιο τους Ντολόρε, όπως ο πόνος στα ιταλικά και την υπηρέτριά της Σοζούκι τον περιμένει καρτερικά. Παρά τα παρακάλια της Σουζούκι να τον ξεχάσει και να προχωρήσει σε γάμο με τον πρίγκιπα Γιαμαντόρι που τη διεκδικεί, εκείνη επιμένει. Ούτε τον Σάρπλες που σπεύδει να την προετοιμάσει για την επικείμενη άφιξή του και την κακή κατάληξη που ίσως έχει μια συνάντησή τους δεν είναι πρόθυμη να ακούσει. Μάταια προσμένει πως θα επιστρέψει σε εκείνη όταν ο κοκκινολαίμης φτιάξει τη φωλιά του και κωφαίνει απέναντι στις προειδοποιήσεις του περίγυρού της, γίνεται επιθετική και τους απειλεί. Τη γεμάτη ένταση αυτή σκηνή διακόπτει ένα σινιάλο που θα ακουστεί από το λιμάνι. Η Μπάττερφλαι, εμφανώς ενθουσιασμένη αφού διακρίνει το όνομα και τη σημαία του πλοίου, φορά το νυφικό φόρεμά της, ζητά να στολιστεί το σπίτι και ετοιμάζεται να ξανασμίξει με τον αγαπημένο της.

Στην Γ’ πράξη παρά την πρόσκαιρη χαρά της προηγούμενης επιστρέφει η ζοφερότητα μιας αγάπης χωρίς ανταπόκριση. Ο Πίκερτον παραμένει άφαντος. Κάνει την εμφάνισή του μόνο αφού αποκοιμηθέι η Μπάττερφλαι με τη συνοδεία του Σάρπλες και μίας άγνωστης γυναίκας: της Αμερικανίδας συζύγου του (Κέητ). Ζητά να πάρει μαζί του τον γιο την ύπαρξη του οποίου μέχρι τώρα αγνοούσε και μόλις το εξασφαλίζει αποχωρεί αφήνοντας τον Σάρπλες να διευθετήσει την υπόθεση. Η Μπάττερφλαι που ξυπνά εκείνη την ώρα και αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει ζητά μισή ώρα διορία στον Πίνκερτον για να του παραδώσει το παιδί. Στη συνέχεια αποσύρεται στο δωμάτιό της και με το σπαθί του πατέρα της αυτοκτονεί κάνοντας χαρακίρι πλάι στο γιο της με τον Πίνκερτον έξω από το σπίτι να φωνάζει το όνομά της.

Λίγα λόγια για τα πρόσωπα

Το έργο είναι ολιγοπρόσωπο, αλλά κατορθώνει μέσα στους ελάχιστους χαρακτήρες να αποτυπώσει αντιθέσεις ανάμεσα σε δύο κόσμους που συγκρούονται την εποχή εκείνη: Ανατολή και Δύση. Ο Πίνκερτον αποτυπώνει τον καιροσκόπο, τυχοδιώκτη Αμερικάνο που με το σύνθημα “όπου γης και πατρίς” οργώνει τον κόσμο με στόχο τις εφήμερες απολαύσεις, . Στο πρόσωπό του βλέπει κανείς όλη την αλαζονεία μιας αμετροεπούς Δύσης με ιμπεριαλιστικές διαθέσεις που έχει εμποτιστεί με την αυταπάτη της πολιτιστικής ανωτερότητας και θεωρεί πως μπορεί να επεμβαίνει, να εκμεταλλεύεται και να καταστρέφει οτιδήποτε δεν της μοιάζει. Ο έρωτάς του για την Μπάττερφλαι είναι απλώς ένα καπρίτσιο, μια γοητεία απέναντι στο άγνωστο που αφού το κατέκτησε, έχασε το ενδιαφέρον του.

Στην αντίπερα όχθη στέκεται η Τσο-Τσο-Σαν, η νεαρή γκέισα που με την ανατολική στωικότητα και την καρτερικότητά της συνδέεται μια ένα βάθος που έρχεται σε αντίθεση με την επιφανειακότητα του Πίνκερτον. Για αυτήν ο έρωτας είναι συνώνυμος της αφοσίωσης, της πίστης είναι αιώνιος ή τουλάχιστον ισόβιος. Αν και έχει υποπέσει στην παγίδα της υποταγής σε μια δυτική ανωτερότητα δεν το έχει κάνει επειδή πράγματι το πιστεύει αλλά ως ένα μέσο για να φτάσει στον αγαπημένο της, ως έναν ύστατο τρόπο να του δείξει την αγάπη της, ακόμα και αν αυτή η αγάπη καταλήγει δουλοπρεπής, υπερβολική ή αρρωστημένη. Στα όρια της τρέλας φτάνει η επιμονή ή μάλλον εμμονή της, η άρνησή της να έρθει αντιμέτωπη με την πραγματικότητα. Η απόφαση να πάρει τη ζωή της είναι η πιο γενναία της σε όλο το έργο, αλλά και αυτή υπηρετεί να συναισθήματά της.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα υπόλοιπα πρόσωπα που τους περιβάλλουν. Ο Σάρπλες που λειτουργεί σαν γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, μεταξύ συναισθήματος και λογικής, μεταξύ του Πίνκερτον και της Μπάττερφλαι είναι ένας άνθρωπος λογικός και μετρημένος, μια φιγούρα συνετή και με διορατικότητα, που ενώπιον του Πίνκερτον εκφράζει ανοικτά τη γνώμη του, αλλά δυσκολεύεται να διαχειριστεί την έκρυθμη Μπάττερφλαι. Έχοντας γνώση του ιαπωνικού τρόπου σκέψης και ζωής εξαρχής προειδοποιεί τον συντοπίτη του και του υπενθυμίζει στο τέλος το λάθος του, ενώ δεν αποποιείται σε κανένα σημείο το ρόλο του διαμεσολαβητή. Η Σουζούκε είναι ένας χαρακτήρας συγκαταβατικός, προσηνής και ήρεμος που προσπαθεί να τιθασεύσει το αφεντικό της και να το νουθετήσει, αλλά δεν καταφέρνει να την εμποδίσει να συναντήσει το τραγικό της τέλος. Ο Μπόντζο, ο θείος έχει μια άλλη λειτουργία να επιτελέσει. Συγκεντρώνει πάνω του μια όψη της διχασμένης της αρχής του 20ου αιώνα Ιαπωνίας, εκείνη που μέχρι και σε σημείο υπερβολής υπερασπιζόταν την παράδοση που ταύτιζε με μια εθνική πολιτιστική ανωτερότητα και απαρνούταν τον εκσυγχρονισμός στο όνομα μιας σε ορισμένες περιπτώσεις υστερικής προγονολατρείας.

Λίγα λόγια για την πραγματική ιστορία πίσω από το έργο

Λέγεται πως το έργο στηρίχθηκε σε ένα πραγματικό γεγονός, στο γάμο ανάμεσα σε μια νεαρή Ιαπωνέζα με έναν Αμερικάνο αξιωματικό, το οποίο πληροφορήθηκε το το ζεύγος Correll, ο Αμερικάνος πρόξενος και η γυναίκα του. Η μόνη διαφορά από την όπερα ήταν πως η Τσο-Τσο-Σαν εργαζόταν σε ένα τεϊοποτείο και πως εν τέλει δεν αυτοκτόνησε αλλά έμεινε να περιμένει την επιστροφή του συζύγου της που δεν έγινε ποτέ.

Όταν αναχώρησαν από τη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου και επέστρεψαν στη Φιλαδέλφεια, σύζυγος μετέφερε την ιστορία στον αδερφό της, τον δικηγόρο John Luther Long. Αυτός συγκλονισμένος από την τραγική μοίρα της Μπάττερφλαι ξεκίνησε αμέσως να γράφει και σε μόλις λίγες εβδομάδες είχε ολοκληρώσει το βιβλίο που εκδόθηκε κι έγινε επιτυχία. Ο David Belacso, διάσημος θεατράνθρωπος ζήτησε τη δραματοποίηση του μυθιστορήματος, πράγμα που κατόρθωσαν αποκτώντας και οι δύο δόξα και φήμη σε παγκόσμιο επίπεδο. Το έργο παιζόταν για μήνες στη Νέα Υόρκη και στη Φιλαδέλφεια πριν κατακτήσει την υφήλιο. Όταν ο γνωστός Ιταλός μουσικοσυνθέτης Giacomo Puccini άκουσε να μιλούν για το έργο αυτό και πήγε να παρακολουθήσει μια παράσταση, επικοινώνησε και εκείνος με τη σειρά του με το συγγραφέα ζητώντας να διασκευάσουν το έργο σε λιμπρέτο μελοδράματος. Εκείνος έδωσε την άδεια και ένα αληθινό διαμάντι της όπερας είχε πλέον γεννηθεί, που μαζί με την Μποέμ και την Τόσκα σφράγισαν τις σκηνές όλη της υφηλίου.

Η Μαντάμα Μπάττερφλαι έκανε πρεμιέρα στη Σκάλα του Μιλάνου το 1904 και αποδοκιμάστηκε έντονα στην πρώτη παρουσίασή της στο κοινό. Ένα σημείο της μουσικής θύμισε στο κοινό την Μποέμ. Η διάρκεια της δεύτερης πράξης ήταν μεγάλη. Όλα αυτά ήταν αρκετά για τις έντονες αποδοκιμασίες και τα έως και χυδαία σχόλια που ακούγονταν, εμποδίζοντας τους τραγουδιστές να ακούν την ορχήστρα. Οι κριτικές της επόμενης μιλούσαν για «Φιάσκο στη Σκάλα!». Ο Πουτσίνι δεν θέλησε να δοθεί άλλη παράσταση, αναλαμβάνοντας το κόστος της ματαίωσης, υποχρεωμένος να δώσει 20.000 λίρες στον Ρικόρντι. Αυτό ώθησε τον Πουτσίνι να την διασκευάσει πολλές φορές, με την όπερα να έχει πέντε βερσιόν πλέον. Ίσως όμως αυτή η αρχική κατακραυγή να την κατέστησε το αριστούργημα που ακούμε σήμερα. Άλλο ένα εμπόδιο για τον Πουτσίνι ήταν η έλλειψη γνώσεων για τα τοπικά πολιτιστικά στοιχεία της Ιαπωνίας. Έτσι, ο λιμπερίτστας Λούιτζι Ίλικα με τον οποίο δυνεργάστηκε ταξίδεψε στο Ναγκασάκι για να εντοπίσει, να αφουγκραστεί και να κατανοήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Άπω Ανατολής. Συνάντησε μάλιστα και την σύζυγο του Ιάπωνα Πρέσβη στην Ιταλία που του τραγούδησε παραδοσιακά ιαπωνικά τραγούδια και επιχείρησε να τον μυήσει στην παραδοσιακή ιαπωνική μουσική. Πράγματι ο Πουτσίνι κατάφερε με επιτυχία να κάνει αναφορά στις ιαπωνικές μελωδίες και να μας εντάξει σε ένα μουσικό ταξίδι που λειτουργεί σαν γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Αντί Επιλόγου

Στο σήμερα το έργο του Πουτσίνι ξεπερνά την εξιστόρηση μιας χιλιοειπωμένης ερωτικής περιπέτειας που γνώρισε την ματαίωση και την καταστροφή. Μετατρέπεται σε μια ιστορία σύγκρισης και ενίοτε ίσως και σύγκρουσης δυο διαφορετικών στο πνεύμα και στην πράξη πολιτισμών, δύο διαφορετικών κόσμων τους οποίους ενσαρκώνει το ζευγάρι πρωταγωνιστών. Είναι ένα έργο που εντάσσεται αφενός στο κίνημα του ιαπωνισμού, του θαυμασμού και λατρείας της εξωτικής και μακρινής έως τότε ιαπωνικής κουλτούρας, αλλά που έμμεσα τονίζει τις αρνητικές συνέπειες της αχαλίνωτης πολιτισμικής εξάπλωσης της Δύσης. Ιστορικά αντικατοπτρίζει το δίλημμα στο οποίο βρέθηκαν πολλοί Ιάπωνες τον 20ο αιώνα, στην παραμονή στο ένδοξο παρελθόν ή την απόρριψή του και τον εκσυγχρονισμό, ανάμεσα στους οποίους και πολλοί συγγραφείς και καλλιτέχνες. Η Μαντάμα Μπάττερφλαι δίνει τη δική της απάντηση, το χαρακίρι, τον ένδοξο θάνατο των σαμουράι για να εξαγνίσουν τις αμαρτίες τους. Πάντως, με αυτή την όπερα, φαίνεται σαν όλη η Δύση να ξέπλυνε τις αμαρτίες της γιατί μας χάρισε ένα διαμάντι που ακούμε μέχρι σήμερα, μας συγκινεί και μας αγγίζει.

Πηγές:

https://popaganda.gr/art/madama-butterfly-opera-national-opera/

https://www.lifo.gr/culture/theatro/mantama-mpaterflai-i-istoria-mias-spoydaias-operas