Λίγα λόγια για τη ζωή του
O Ιωάννης Καρασούτσας ήταν έλληνας ποιητής και μεταφραστής, από τους αξιολογότερους εκπροσώπους της Α’ Αθηναϊκής Σχολής. Γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 9 Ιουλίου 1824, αλλά μεγάλωσε στη Σύρο, όπου ολοκλήρωσε τις δευτεροβάθμιες σπουδές του στην Ερμούπολη. Εκεί έμαθε και ξένες γλώσσες και ιδιαίτερα τη γαλλική, την οποία και δίδαξε αργότερα ως καθηγητής στο Ναύπλιο, στην Αθήνα, στη Χαλκίδα και τον Πειραιά. Όταν έπαψε να διδάσκει, αποσύρθηκε με μία ανεπαρκή σύνταξη και χωρίς άλλους πόρους. Η ζωή του έγινε δύσκολη και τα συσσωρευμένα ψυχολογικά προβλήματα, τον οδήγησαν, στις 20 Μαρτίου 1873, «εν απευκταία ώρα οδυνηράς αλλοφροσύνης» (κατά τον Άγγελο Βλάχο), να βάλει τέλος στη ζωή του. Ήταν φίλος του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή και του Ηλία Τανταλίδη.

Η λογοτεχνική του διαδρομή
Το ποιητικό έργο του Ιωάννη Καρασούτσα περιλαμβάνει κυρίως τις συλλογές «Η Λύρα» (1839), την οποία εξέδωσε ως μαθητής, «Μούσα θηλάζουσα» (1840), αφιερωμένη στη βασίλισσα Αμαλία, «Εωθινοί μελωδίαι» (1846). Η περίοδος της ποιητικής του ακμής ξεκίνησε γύρω στο 1855. Τότε ο Καρασούτσας πήρε μέρος σε ποιητικούς διαγωνισμούς και βραβεύτηκε τρεις φορές με τα έργα «Μη ζωη μετ’ αμουσίας» (1855), «Πολιτικαί και πατριωτικαί μελέται »(1859) και «Κλεονίκη» (1867), ενώ το 1860 εξέδωσε τη συλλογή «Βάρβιτος», που αποτελεί την κορωνίδα της ποιητικής του δημιουργίας. Εξέδιδε μια ποιητική συλλογή περίπου κάθε χρόνο. Μετά το θάνατό του δημοσιεύτηκε το σύγγραμμά του «Σύστημα ετυμολογικόν ή περί φύσεως των ονομάτων» .
Η γνώση της γαλλικής τού επέτρεψε να γράψει ποιήματα στα γαλλικά (ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει η «Απόκρισις προς τον ποιητήν Λαμαρτίνον, συγγραφέα τουρκικής ιστορίας» 1856), να μεταφράσει την «Παναγία των Παρισίων» του Βίκτωρος Ουγκώ (1867), τη «Λίμνη» του Λαμαρτίνου», αποσπάσματα από την «Εσθήρ» του Ρακίνα και να συντάξει σχολικά εγχειρίδια της Γαλλικής για τη Μέσα Εκπαίδευση (μια γραμματική της γαλλικής, ένα λεξικό συνωνύμων της γαλλικής, μια γαλλική χρηστομάθεια και άλλα διδακτικά βιβλία).
Επίσης, από την αγγλική μετάφρασε το μυθιστόρημα της αμερικανίδας Χάριετ Μπίτσερ Στόου «Η καλύβη του Θωμά ή ο βίος των Μαύρων εν Αμερική» (γνωστό αργότερα ως «Η Καλύβα του Μπάρμπα-Θωμά»), αποσπάσματα από ποίημα του Λόρδου Βύρωνα «Ο Ακροκόρινθος» κ.ά.
Η ποιητική του
Εμφανής είναι στα γραπτά του η υποστήριξη και προσπάθεια μεταλαμπάδευσης των δημοκρατικών και ανθρωπιστικών ιδεωδών που κυριαρχούσαν τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη. Το έργο αποτελεί ένα συνοθύλευμα του ρομαντισμού και του κλασικισμού όπως αποτυπώνεται στην κλασικιστική αρχαϊστική γλωσσική έκφραση. Μόνο που στην περίπτωσή του διακρίνεται για την τρυφερότητα και την πλαστικότητά της. Αν και έγραψε σε αυστηρή καθαρεύουσα (εκτός από το ποίημα «Το Φθινόπωρον»), το πηγαίο αίσθημά του και η λυρικότητα της ποίησής του τον διαφοροποιούν από τους ομότεχνούς του. «Πατριδολατρία, συνδυασμένη συχνά με αρχαιολατρία και νοσταλγική διάθεση, φρόνημα δημοκρατικό, θρησκευτικό συναίσθημα, φιλοσοφικές τάσεις, φυσιολατρία, στηριγμένη στην ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, με ιδιαίτερη συγκίνηση όταν αναφέρεται σε τοπία της Ιωνίας, ελεγειακός τόνος και έκφραση θαυμασμού ή αντιρρήσεων προς ομοτέχνους του Έλληνες ή ξένους, είναι τα κύρια στοιχεία της δημιουργίας του», σύμφωνα με την καθηγήτρια της νεοελληνικής φιλολογίας Γλυκερία Πρωτόπαπα – Μπουμπουλίδου. Ο καθηγητής φιλολογίας και κριτικός λογοτεχνίας Λίνος Πολίτης σημειώνει ότι «ο ρομαντισμός του Καρασούτσα δεν φτάνει ποτέ στην υπερβολή και η απαισιοδοξία του φαιδρύνεται από μια γνήσια αίσθηση της φύσης. Η πλαδαρή φαναριώτικη γλώσσα παίρνει στον Καρασούτσα έκφραση πλαστική, και την ικανότητα να αποδίδει τις λεπτότητες των αποχρώσεων, ενώ ο στίχοι του και οι έντεχνες στροφές του απαρτίζουν μια συνθετότερη αρμονία» και καταλήγει ότι «ο Καρασούτσας είναι ίσως η πιο συμπαθητική φωνή της ποίησης στην καθαρεύουσα».
Μια δόση από το έργο του
Ήλθες, Μάρτιε, ήλθες λοιπόν,
κ’ επρασίνισαν πάλιν οι κάμποι,
και το βλέμμα του Έαρος λάμπει,
λάμπ’ εις όλην την γην χαρωπόν.
Ήλθες, Μάρτιε, κ’ ήλθαν μαζί
λύραι, ρόδα, φωναί αηδόνος,
κ’ η ταφείσα εις πλάκα χιόνος
φύσις θάλλει εκ νέου και ζή.
Ω στιγμαί ταραχής τρομεράς
ότ’ εν μέσω βροντών και στροβίλων
επιπίπτουν σφοδρώς κατ’ αλλήλων
Εύρος, Ζέφυρος, Νότος, Βοράς!
Όλα έμειναν τώρα βωβά,
μόνη δε η γλυκεία γαλήνη
της θαλάσσης το κύμ’ απαλύνει,
όπου νήσσα λευκή κολυμβά.
Παντού χλόη, παντού αφειδώς
άνθ’ η φύσις προχέει ποικίλα•
παντού ψάλλ’ η καλή Φιλομήλα,
των δασών ο μικρός αοιδός.
Το εράσμιον κάλλος υμνών
τι γλυκά, τρυφερά λαρυγγίζει
προς το ρόδον που αύρα λυγίζει
και ερύθημα βάφει σεμνόν!
Παρομοίως λευκή Ναϊάς
εις εγκώμια νέου Σατύρου
φλεγομένας αισθάνεται γύρου
τας ωραίας αυτής παρειάς.
Πόσαι, πόσαι ωραίαι σκηναί
την ψυχήν συγκινούν και φαιδρύνουν!
Και η Πρόκνη! ω πως με ηδύνουν
αι μικραί της, κομψαί της φωναί!
Της ανοίξεως άγγελε, τι,
τι ψελλίζει τό λάλον σου στόμα;
Τί παράπονα έχεις ακόμα,
σκληρά μήτηρ, σκληρά γαμετή;
Πού να στρέψω το βλέμμα μου, πού,
και τερπναί να μην είναι εικόνες;
Αλλά παύω και εις αηδόνες
κελαδείτε αυτάς του λοιπού:
Της Ελλάδος γλαυκέ ουρανέ,
ποταμοί και βουνά και κοιλάδες,
λίμναι λείαι, τερπναί πρασινάδες,
και Ζεφύρων πνοαί σιγαναί!
Είμ’ εξήκοντα ήδη ετών.
αλλά όταν εις σας ατενίσω,
επεθύμουν ακόμα να ζήσω
έτη άλλα δις, τρις εκατόν!
Ήλθες, Μάρτιε, ήλθες λοιπόν,
κ’ επρασίνισαν πάλιν οι κάμποι,
και το βλέμμα του Έαρος λάμπει,
λάμπ’ εις όλην την γην χαρωπόν
Πηγές
Βλάχος Άγγελος Στ., Περί Ιωάννου Καρασούτσα και των ποιήσεων αυτού· Λόγος απαγγελθείς εν τω Φιλολογικώ Συλλόγω Παρνασσώ τη 19 Απριλίου 1874. Αθήνα, έκδοση της Εφημερίδος των Συζητήσεων, 1874 (Βλάχος Άγγελος, Ανάλεκτα Β΄, σ.56-82. Αθήνα, 1901).