Οι “άγνωστοι” ποιητές μας: Αχιλλέας Παράσχος

Λίγα λόγια για τη ζωή του

Ο Αχιλλέας Παράσχος με πραγματικό όνομα Νασάκης ή Νασίκογλου (το Παράσχος ήταν το όνομα του πατέρα του) γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 6 Μαρτίου 1838. Η οικογένειά του που καταγόταν από τη Χίο είχε καταφύγει στο Ναύπλιο μετά την καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους. Στη συνέχεια, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο Παράσχος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Είχε πέντε αδέλφια, έναν μεγαλύτερο αδελφό, το Γεώργιο και δύο μεγαλύτερες αδερφές που χάθηκαν στη σφαγή της Χίου. Η μικρότερη αδελφή του, Αιμιλία, γνωστή για την ομορφιά της,πέθανε νέα και ενέπνευσε τους ποιητές Γεώργιο Ζαλοκώστα και Ρίλγδεν.

Για το μορφωτικό του υπόβαθρο οι πληροφορίες είναι ελάχιστες. Γνωρίζουμε πως ο μεγαλύτερος αδερφός του, επίσης ποιητής του δίδαξε τα πρώτα γράμματα. Φαίνεται πως δεν πραγματοποίησε σπουδές, ενώ οι εφημερίδες και τα βιβλία τα οποία διάβαζε ήταν η πηγή της μόρφωσής τους. Δεν χρειάστηκε να εργαστεί ποτέ του, αφού κέρδιζε τα προς το ζην από τα γραφόμενά του. Ανά καιρούς οι πολιτικοί της εποχής τον διόριζαν σε διάφορες θέσεις μόνο και μόνο για να εισπράττει μισθό. Υπήρξε υπάλληλος στη Βουλή, έπαρχος Θήρας, πρόξενος στο Ταϊγάνι της Ρωσίας και γραμματέας του γενικού λογιστηρίου του Κράτους.

Εντάχθηκε στην αντιοθωνική οργάνωση Χρυσή νεολαία, διώχθηκε και φυλακίστηκε στις φυλακές του Μεντρεσέ απέναντι από τους Αέρηδες και πού εξαιτίας αυτού εμπνεύστηκε το ποίημά του «Εις τον πλάτανον του Μεντρεσέ» το οποίο και έγινε πανελληνίως γνωστό. Αποφυλακίστηκε κατόπιν παρέμβασης του αδερφού του και λόγω βαριάς ασθένειας. Εξακολούθησε ωστόσο την ίδια τακτική, γράφοντας ποιήματα κατά του ΄Οθωνα και πήρε μέρος στην εξέγερση του 1862, η οποία οδήγησε στην πτώση του ΄Οθωνα. Μάλιστα, τη νύχτα που καταλύθηκε η εξουσία του βασιλιά ο Παράσχος ήταν ένας από τους πολίτες που πήγαν στον στρατώνα του πυροβολικού για να ενωθούν με τον ξεσηκωμένο στρατό. Ωστόσο, μετά το θάνατο του τέως βασιλιά έγραψε το Ελεγείον εις τον Όθωνα, ποίημα που φανέρωνε μεταμέλεια για την προηγούμενη δράση τκαι την απογοήτευσή του από την πολιτική εκείνων που είχαν εκδιώξει τον Όθωνα, αλλά δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους.

Τον Ιούλιο του 1874, έχασε σε νεαρή ηλικία τον μοναχογιό του Αιμίλιο. Εκείνος απεβίωσε στις 26 Ιανουαρίου 1895 και ενταφιάστηκε στο Α΄ Κοιμητήριο των Αθηνών. Η κηδεία του ήταν πάνδημη, με είκοσι επικήδειους και με την παρουσία του βασιλιά Γεωργίου Α’. Όπως έγραψε και ο Ξενόπουλος «Δεν έμεινε άνθος που να μην κατατεθεί εις τον τάφον του εκείνον στολιζόμενον καθημερινώς επί εβδομάδας, επί μήνας από γνωστούς και αγνώστους θαυμαστάς. Όλοι τον έκλαψαν ως τον τελευταίον εθνικόν ποιητήν του ελληνισμού».

Η λογοτεχνική του διαδρομή

Στίχοι του Παράσχου δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Αβδηρίτις και Χρυσαλλίς. Πολύ γρήγορα έγινε δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Όταν το 1881 εξέδωσε τρεις τόμους με ποιήματά του στον οίκο Ανδρέου Κορομηλά (τα επικο-λυρικά, τα πατριωτικά και τα ελεγεία, τα ερωτικά), εισέπραξε το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 50.000 δραχμών. Κατόπιν ταξίδεψε στις ελληνικές παροικίες της Ρωσίας, της Γαλλίας, της Ρουμανίας και της Αιγύπτου για να προωθήσει την παραπάνω έκδοση και έγινε παντού δεκτός με ενθουσιασμό.

Ο Παράσχος στάθηκε ο πιο δημοφιλής ποιητής της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής και ο τελευταίος εκπρόσωπος της αθηναϊκής ρομαντικής ποίησης την περίοδο που έγερνε προς την παρακμή της. Ανήκε στους ποιητές οι οποίοι έγραφαν και κατά παραγγελία κερδίζοντας χρήματα από την τέχνη τους. Παράλληλα δημοσίευε ποιήματα σε εφημερίδες και περιοδικά, απήγγελλε ελεγεία και πανηγυρικά ποιήματα, κυρίως όμως ήταν γνωστός για τα ερωτικά του ποιήματα, τα πρώτα από τα οποία ήταν αφιερωμένα σε κάποια Μαρία. Πίσω από το όνομα αυτό κρυβόταν μια νεαρή ψυχασθενής γυναίκα η οποία νοσηλευόταν σε κάποιο μοναστήρι της Θήρας, από όπου ο Παράσχος, έπαρχος τότε του νησιού κλήθηκε να τη μεταφέρει στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας.

Η ποιητική του

Η γλώσσα του Αχιλλέα Παράσχου είναι μικτή, κυρίως καθαρεύουσα, αλλά κάποιες φορές και γνήσια δημοτική ακολουθώντας το ύφος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Οι στίχοι του διέπονται από ένταση ερωτική ή πατριωτική, ενώ εμπνέονται από το δημοκρατικό ιδεώδες. Βέβαια η ποίησή του παρουσιάζει κάποια ελαττώματα, όπως χασμωδίες και επαναλήψεις. Ο ίδιος χώρισε τα ποιήματά του σε ενότητες: Δάφνες (πατριωτικά), Ιτέας (ελεγειακά), Χλόη (παιδαγωγικά), και Φύλλα (διάφορα). Ο ρομαντισμός στα γραφόμενά του είναι έντονος με στοιχεία από την ποίηση των λόρδου Βύρωνα, Αλφόνς Ντε Λαμαρτίν του Οσιάν, του Γαλλικού Ρομαντισμού ο οποίος είχε περάσει μαζί με την υπόλοιπη Γαλλική μόδα στον ελληνικό αστισμό, αλλά και από το υποτονικό βλέμμα ενός νοσηρού πουριτανισμού.Ο Παράσχος είναι ο ποιητής μιας ευσυγκίνητης, υπερευαίσθητης, ρομαντικής κοινωνίας εντός της οποίας αγαπήθηκε και δοξάστηκε.

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης έγραψε για τον Παράσχο: «Εις πάντα αυτού τα ποιήματα θαυμάζομεν κραυγάς ανερχομένας εις τα χείλη εκ των μυχών αληθώς αλγούσης καρδίας, ευγλώττους αποστροφάς, σφοδρότητα πάθους, μεταφοράς ποιητικωτάτας». Ο Δημήτριος Βερναδάκης τον αποκάλεσε «υπέροχο» και ανάλογο θαυμασμό προς το πρόσωπό του έδειχνε και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. Τέλος, για τον Κωστή Παλαμά αποτέλεσε «το λυρικό ίνδαλμα των νιάτων του. Την ποίησή του παρόλη την οσμή του μπαρουτιού, της λεβεντιάς της φουστανέλλας, την λάμψη του αγώνα καί το πατριωτικό μένος την διακρίνει πιο πολύ η θυλυκή ευπάθεια παρά η αρρενωπή ενέργεια».

Ο Παράσχος επέζησε όλων των άλλων ρομαντικών ποιητών φτάνοντας μέχρι το κατώφλι του επόμενου αιώνα. Είδε τις νέες τάσεις που ερχόντουσαν για να παραμερίσουν τα ξεπερασμένα ιδανικά. Προσπάθησε να αντιταχθεί αλλά σιγά σιγά βεβαιωνόταν για το μάταιο της προσπάθειάς του, αν και πολύς κόσμος εξακολουθούσε να τον αγαπάει, οι νέοι ποιητές του τότε χάραζαν τον καινούργιο δρόμο της ποίησης, βέβαιοι για το μέλλον τους, περιφρονούσαν την εφήμερη δόξα του. Όπως παρατηρεί και ο Δημήτρη Λιαντίνης: «Υπήρχε τον 19ο αιώνα ένας ποιητής στην Αθήνα που από καιρό σε καιρό τον καλούσαν να διαβάσει ποιήματά του στο βήμα του Παρνασσού. Ωσάν τελείωνε η απαγγελία και κατέβαινε να φύγει, ο κόσμος χύνουνταν στο δρόμο και πέφτανε στη γής να φιλήσουν το χώμα, όπου επάτησε. Ντελίριο τους είχε όλους κυριέψει, και ιερό τρεμέντο. Ήταν ο ποιητής Αχιλλέας Παράσχος. […] Σήμερα ποιός τον ξέρει πια, και ποιος τον θυμάται τον Αχιλλέα Παράσχο, και την προτομή του στον Κήπο. Πολύ περισσότερο ποιος ανοίγει να τον διαβάσει. Και ακόμη χειρότερα, κανείς σαν κοιτάξει μία σελίδα του δεν αντέχει να προχωρήσει στη δεύτερη».

Μια δόση από το έργο του

– Δὲν θέλω νὰ μὲ ἀγαπᾷς ὡς ἀγαποῦν οἱ ἄλλοι,
μ’ ἀγάπην ὁμοιάζουσαν τῆς αὔρας τὰς ριπάς·
τὸ αἴσθημα τοῦ ἔρωτος στιγμὴν ὡς ἄνθος θάλλει,
ἐδῶ ὑπάρχει θάνατος· ἀλλοῦ νὰ μ’ ἀγαπᾶς!

– Ἀλλοῦ; καὶ ποῦ νὰ σ’ ἀγαπῶ; καὶ ποῦ δὲν εἶναι μνῆμα;
Ἐπάνω, κάτω, εἰς τὴν γῆν, τὰς σφαίρας τὰς λοιπάς;
Παντοῦ εὑρίσκεται, τὸ πᾶν θανάτου εἶναι κτῆμα·
παντοῦ ὑπάρχει θάνατος· ἐδῶ νὰ μ’ ἀγαπᾷς…

– Ἐδῶ! Ἐδῶ! Πρὶν τὴν ζωὴν ὁ θάνατος μαράνῃ
καὶ φθινοπώρου πρὶν ἰδῇς ἡμέρας σκυθρωπάς·
ταχὺτερον ὁ ἔρως σου ὁ μέγας θ’ ἀποθάνῃ·
πολὺ πρὶν παύσῃ ἡ ζωή, θὰ παύσῃς ν’ ἀγαπᾷς…

– Ὅταν ἡ νύξ τὸν ἥλιον καλύπτει τῆς ἡμέρας
κ’ ὑπὸ νεφέλας θάπτεται τὸ φῶς ἀγριωπάς,
μυρίους βλέπει σχίζοντας τὰ σκότη της ἀστέρας…
Ἔρως καὶ φῶς εἶναι παντοῦ· παντοῦ νὰ μ’ ἀγαπᾷς!

– Κόρον καὶ λήθην ἡ ψυχὴ πρὶν ἢ ἐκπνέυσῃ πνέει
καὶ τῆς ἀγάπης ἡ στιγμὴ πολλὰς ἔχει τροπάς·
τοῦ μακροτέρου ἔρωτος βραδύτερον ἐκπνέει
κ’ ἡ βραχυτέρα ὕπαρξις· ἐδῶ νὰ μ’ ἀγαπᾷς!

– Κ’ ἐδῶ, κ’ ἐδῶ θὰ σ’ ἀγαπῶ κ’ ὑπὸ τὴν γῆν κ’ ἐπάνω,
καὶ εἰς θανάτου ἔρεβος κ’ εἰς βίου ἀστραπάς·
δὲν εἶναι χῶμα ἡ ψυχή· ποτὲ δὲν θ’ ἀποθάνω·
– Εἶναι ζωὴ κι’ ὁ θάνατος ὁπόταν ἀγαπᾷς! –

Πηγές:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%87%CE%B9%CE%BB%CE%BB%CE%AD%CE%B1%CF%82_%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%83%CF%87%CE%BF%CF%82

ΠΡΟΣΩΠΟ
https://www.mixanitouxronou.gr/achilleas-paraschos-o-dimofilis-romantikos-poiitis-toy-19oy-aiona/