Πλάνο 75: ένα όχι τόσο δυστοπικό σενάριο σε ένα γηράσκοντα κόσμο

Αντί Προλόγου

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Chie Hayakawa βασισμένο στην ταινία μικρού μήκους της ίδιας “Πλάνο 75” έκανε την είσοδό τους στις ελληνικές κινηματοραφικές αίθουσες. Με μνεία Χρυσής Κάμερας στο Φεστιβάλ των Καννών και τον Χάλκινο Αλέξανδρο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στη φαρέτρα του μεταφέρει τον θεατή στην Ιαπωνία ενός πολύ κοντινού μέλλοντος, με έναν πληθυσμό που διαρκώς γηράσκει. Η χώρα θα υιοθετήσει τότε μια αμφιλεγόμενη πολιτική που θα γεννήσει διλήμματα στους πρωταγωνιστές, αλλά κυρίως στους θεατές που θα βρεθούν ενωπίον ερωτημάτων για την ύπαρξη, τη ζωή, το θάνατο, το γήρας και τον προορισμό μας στον κόσμο.

Λίγα λόγια για την πλοκή

Όλα ξεκινούν με την εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος “Πλάνο 75”. Αυτό παρέχει τη δυνατότητα σε ανθρώπους από 75 ετών και άνω να υποβληθούν σε ευθανασία. Αυτή η επιλογή θα λύσει τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει η χώρα, αλλά και το πρόβλημα του γηράσκοντα πληθυσμού που διαρκώς αυξάνεται. Παράλληλα, προβλέπονται κάποιες παροχές για όσους κάνουν αυτή την επιλογή, χρηματικές και μη. Με αφορμή αυτό ξεδιπλώνονται πολλές ιστορίες ανθρώπων, με έμφαση σε τρεις συγκεκριμένες.

Η Mishi Kakutani (Chieko Baisho) είναι μια γυναίκα στην έβδομη δεκαετία της ζωής της που εργάζεται μαζί με συνομίληκες φίλες της ως καμαριέρα σε ξενοδοχείο. Αν και η στάση της είναι ουδέτερη απέναντι στο πρόγραμμα στην αρχή της εφαρμογής του, όταν μένει χωρίς δουλειά και χωρίς σπίτι θα μπει στη διαδικασία να το σκεφτεί. Ο  Himoru Okabe (Hayato Isomura) είναι ένας φιλόδοξος και εργατικός νέος που δουλεύει στο πρόγραμμα “Πλάνο 75” εξυπηρετώντας και ενημερώνοντας τους πιθανούς ενδιαφερόμενους. Μοιάζει προσηλωμένος στην εργασία του και αδιάφορος για τις παράπλευρες συνέπειες που αυτή επιφέρει. Η συνάντηση με τον θείο του, τον αδελφό του πατέρα του θα τον οδηγήσει να αμφισβητήσει την ηθική διάσταση του μέτρου και του έργου του εν τέλει. Η Μαρία (Stefanie Arianne) είναι μια Φιλιππινέζα υπάλληλος που φροντίζει ηλικιωμένους στην Ιαπωνία, για να συγκεντρώσει χρήματα για την εγχείρηση της άρρωστης κόρης. Καταλήγει να δουλεύει και εκείνη στο “Πλάνο 75” με την ελπίδα καλύτερων αμοιβών.

Οι ζωές των τριών αυτών ανθρώπων θα συναντηθούν για λίγο, αλλά θα ακολουθήσουν δρόμους διαφορετικούς μεν, με κοινή, όμως συνισταμένη: την αγάπη για τη ζωή, για τον άνθρωπο και τον συνάνθρωπο σε έναν κόσμο ανθρωποφαγικό και νεκρό.

Λίγα λόγια για τη σκηνοθεσία

Το έργο αν και δίνει στην αρχή την αίσθηση της δυστοπίας, χαρακτηρίζεται από έναν ρεαλισμό στη σκηνοθεσία του. Η καθημερινότητα, οι χώροι, τα πρόσωπα παρουσιάζονται λιτά και ανθρώπινα, ενίοτε κάπως απόμακρα: μια τεχνική που αγαπά το Ιαπωνικό σινεμά. Οι τόνοι της ταινίας είναι ιδιαίτερα απαλή, όπως και η μουσική που σπανίως συνοδεύει τα πλάνα. Το αστικό φόντο των ιαπωνικών πόλεων εναλλάσσεται με την σκοτεινή ιαπωνική ύπαιθρο και οι κλειστοί χώροι που κυριαρχούν στο φιλμ με τους ελάχιστους ανοικτούς. Ο ρυθμός της, αν και δεν πρόκειται για ταινία μεγάλης διάρκειας, είναι μάλλον αργός, ακολουθώντας την πλοκή που διαπλάθεται όσο προχωρά η ζωή και η σκέψη των ηρωών. Αν και κρατά το ενδιαφέρον του θεατή σε ορισμένα σημεία κάνει αχρείαστες παύσεις και η πλοκή αντί να κορυφώνεται μάλλον βρίσκεται σε ένα συνεχές τέλμα.

Λίγα λόγια για το νόημα

Σε πρώτο πλάνο, η ταινία μοιάζει αρκετά “ιαπωνική”. Οι διαρκείς κατεδαφίσεις κατοικιών και η ανοικοδόμηση σύγχρονων κτιρίων που οξύνει το στεγαστικό πρόβλημα, ο έντονα γηράσκων πληθυσμός που διαρκώς αυξάνεται και κρούει το καμπανάκι του κοινωνικοασφαλιστικού, η περιθωριακή θέση των εργατών μεταναστών σε μια κοινωνία που αδυνατεί ακόμα και σήμερα να ανοιχτεί και να τους αγκαλιάσει, η γραφειοκρατία είναι κάποια ζοφερά σημεία που η χώρα φέρει τα τελευταία χρόνια και έχουν γίνει κομμάτι της εκσυγχρονστικής της ταυτότητας. Ωστόσο, εν συνεχεία η ταινία ξεφεύγει από το τοπικό και θίγει ζητήματα οικουμενικά: η έλλειψη επικοινωνίας σε έναν κόσμο ανταγωνιστικό, χρησιμοθηρικό, βαθύτατα καπιταλιστικό, η απουσία ενσυναίσθησης, η αφοσίωση σε σκοπούς πρόσκαιρους και επιφανειακούς, η επικράτηση των δυνατών έναντι των αδυνάτων. Αγγίζει μόνο πτυχές όλων αυτών των θεμάτων, χωρίς να εστιάζει βαθύτατα σε κάποιο και αυτό αποτελεί την αδυναμία του φίλμ. Κάπου το φόκους χάνεται και ο θεατής βομβαρδίζεται μεν ταυτόχρονα με πολλά ερωτήματα, τα οποία, όμως, δυσκολεύεται να ξεμπλέξει και να επεξεργαστεί.

Αντί Επιλόγου

Η ταινία προτείνει στο τέλος έναν τρόπο αντιμετώπισης μιας πραγματικότητας, όχι πολύ μακρινής, αλλά έντονα τρομακτικής. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, από την αντίσταση. Η φροντίδα του θανάτου, η πίστη στη ζωή και στην ομορφιά της, ο αγώνας για ένα μέλλον καλύτερο και πιο ανθρώπινο είναι όλα πράξεις αντίστασης. Ίσως και η ίδια η ταινία και ο κινηματογράφος να είναι μια μορφή αντίστασης. Όσο κοντά μας και αν είναι το “Πλάνο 75” με τέτοια όπλα, σίγουρα θα καταφέρουμε να το νικήσουμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *