Πένθιμο Μπλουζ του Γ.Χ. Ώντεν

Κόψτε τα τηλέφωνα, πάψτε τα ρολόγια,
Το πιάνο κλείστε, πνίξτε τύμπανα και λόγια.
Δώστε ένα κόκαλο στο σκύλο να ησυχάσει.
Ο θρήνος άρχισε, το φέρετρο ας περάσει.

Τ’ αεροπλάνα από πάνω να στενάξουν
στον ουρανό ψηλά «Είναι νεκρός» να γράψουν.
Μαβιές κορδέλες βάλτε στ’ άσπρα περιστέρια,
Τα μαύρα γάντια οι τροχονόμοι έχουνε στα χέρια.


Ανατολή και Δύση, αυτός, Βορράς και νότος,
Χαρά της Κυριακής, της εβδομάδας μόχθος.
Ήταν το φως και η νύχτα μου, τραγούδι, πάθος.
Πίστευα αιώνια στην αγάπη. Μα ήταν λάθος.

Τ’ αστέρια δεν τα λαχταρώ, πάρτε τα, σβήστε
Τον ήλιο ρίξτε τον και το φεγγάρι κρύψτε.
Αδειάστε τον ωκεανό, διώξτε τα δάση,
Τίποτα πια καλό, ποτέ, δε θα χαράξει.

Απρίλιος 1936

Από τη συλλογή: Η ασπίδα του Αχιλλέα, Γ.Χ. Ώντεν, μτφρ: Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Αντίποδες

Ακούστε το εδώ:

Οι μάγισσες του Σάλεμ: η αληθινή ιστορία πίσω από το θεατρικό έργο

Σε αυτό το έργο θα μεταφερθούμε το 1692 στο Σάλεμ, ένα μικρό χωριό στην επαρχία της Μασαχουσέτης. Κατά το 17ο αιώνα στην αποικία της Μασαχουσέτης, όπως και στις περισσότερες πουριτανικές αποικίες στο Νέο Κόσμο, υπήρχε η πεποίθηση στους κατοίκους ότι βρίσκονταν σε διαρκή μάχη με το Σατανά. Επίσης, η αντιμαχία του Σάλεμ Βίλατζ με τη γειτονική Σάλεμ Τάουν, μια πρόσφατη επιδημία ευλογιάς και ο φόβος της επίθεσης από πολεμικές φυλές ιθαγενών δημιούργησαν ένα κλίμα φόβου και καχυποψίας. Είχε προηγηθεί το κυνήγι μαγισσών στην Ευρώπη, οπότε ο φόβος για πιθανή “μόλυνση” του Νέου Κόσμου ήταν εμφανής.

Η ιστορία ξεκινά όταν η Ελίζαμπεθ Πάρις (Μπέτι), και η προστατευόμενη , Άμπιγκεϊλ Ουίλιαμς, άρχισαν να παρουσιάζουν περίεργα συμπτώματα, τα οποία κανείς γιατρός δεν μπορούσε να εξηγήσει. Τα συμπτώματα περιλάμβαναν κραυγές, βλασφημίες, σπασμούς, μυστήριες επικλήσεις και κατάσταση έκστασης και σύντομα παρατηρήθηκαν και σε άλλα κορίτσια της πόλης. Έτσι ο αιδεσιμότατος Σάμιουελ Πάρις, πατέρας της Μπέτι, αφού φέρεται να έπιασε επ’ αυτοφόρω τα κορίτσια στο δάσος να χορεύουν ζήτησε βοήθεια και από γειτονικές πόλεις. Ο φιλάργυρος, όπως παρουσιάζεται, πρώην έμπορος και νυν ιερέα αλλά και οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης άρχισαν να πιέζουν τα κορίτσια να κατονομάσουν τους ανθρώπους που καταπιάνονταν με «έργα του Διαβόλου». Σύντομα και η Άννα Πούτναμ, ένα ακόμα μέλος μιας ευυπόληπτης οικογένειας, θα εμφανίσει παρόμοια συμπτώματα. Και οι δύο γονείς της, με τραγικό πρόσωπο την μητέρας της που πίστευε πως ο θάνατος των 7 νεογνών της οφείλεται σε επέμβαση του σατανά θα στραφούν κατά της μαγείας και ιδίως των προσώπων που πίστευαν ότι εμπλέκονταν σε αυτή. H Άμπιγκεϊλ είναι παράφορα ερωτευμένη με τον αγρότη Τζον Πρόκτορ, που την έχει προηγουμένως απορρίψει και έχει επιλέξει να ζήσει με την γυναίκα του.

Πρώτο θύμα αυτού του κυνηγιού υπήρξε αν μη τι άλλο, μια ξένη, η Τιτούμπα, ινδιάνα σκλάβα που είχε γεννηθεί στη Νότια Αμερική και είχε φέρει μαζί του ο ιερέας από τα νησιά Μπαρμπάντος, γνώστρια της μαγικής λατρείας της Obeah. Τα κορίτσια του χωριού την επισκέπτονταν συχνά την Τιτούμπα προκειμένου να τις φέρει σε επαφή με πνεύματα. Εξαιτίας της πίεσης που της άσκησαν, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι ήταν η υπεύθυνη για την κατάσταση των κοριτσιών. Μαζί της συνελήφθησαν ακόμα δύο γυναίκες. Η Σάρα Γκουντ ήταν επαίτης, κόρη ενός Γάλλου ξενοδόχου, που αυτοκτόνησε όταν η ίδια ήταν έφηβη ακόμα και η Σάρα Όσμπορν ήταν μία κατάκοιτη ηλικιωμένη, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν εκκλησιαζόταν και είχε νομικές αντιμαχίες με την οικογένεια Πούτναμ. Σύντομα, ξεκίνησαν οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ των κατοίκων. Δύο δικαστές έφτασαν στην πόλη: ο Τζον Χάθορν κι ο Τζόναθαν Κόργουιν, ενώ λίγους μήνες μετά στήθηκε στο χωριό δικαστήριο με επικεφαλής τον δικαστή Γουίλιαμ Στάουτον, ο οποίος περιγράφεται ως χωρίς οίκτο και με δίψα για την εξουσία.

Τραγικά είναι τα πρόσωπα εκείνων των ανδρών που προσπαθούν να σώσουν τις γυναίκες τους από την αγχόνη. Ο Τζιλ Κόρεϊ και ο Τζον Πρόκτορ εναντιώθηκαν στην σύλληψη των γυναικών τους που επήλθε κατόπιν καταθέσεων των νεαρών κοριτσιών και ιδίως της Μαίρη Γουόρεν, η οποία ήταν υπηρέτρια στο αγρόκτημα των Πρόκτορ. Η εναντίωση στην απόφαση του δικαστή επέφερε και στην στοχοποίησή τους. Ενώ ο Πρόκτορ έπεισε τον Γουόρεν να ομολογήσει τις ψευδείς της κατηγορίες ενώπιον του δικαστηρίου, η νεαρή Άμπιγκεϊλ που εποφθαλμιούσε τον Πρόκτορ την μετέπεισε, ώστε να κατηγορήσει και εκείνον για παρόμοιες ενέργειες.

Ο μη εκκλησιασμός του τις Κυριακές, οι διακηρύξεις περί μη πίστης στον διάβολο και το γεγονός πως το ένα εκ των παιδιών του δεν είχε βαπτιστεί ήταν αρκετές ενδείξεις για να κατηγορήσουν και εκείνον για μαγεία. Αφού παραδέχθηκε για να υποστηρίξει περαιτέρω την σύζυγό του πως είχε νιώσει σφοδρή επιθυμία για την νεαρή Άμπιγκεϊλ και αυτός ήταν ο λόγος που η γυναίκα του την έχει διώξει από το σπίτι τους, η θέση του επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο. Ανάλογη κατάληξη είχε και ο Κόρεϊ. Κατόπιν αυτόν συνελήφθησαν, ενώ η γυναίκα του Ελίζαμπεθ Πρόκτορ αφέθηκε ελεύθερη, καθώς ήταν έγκυος. Ο Κόρεϊ πέθανε αφού τον καταπλάκωσαν με πέτρες, χωρίς να ομολογήσει πως υπηρετούσε τον σατανά μήτε όμως και το αντίθετο. Έτσι, απεβίωσε σαν Χριστιανός και τα παιδιά του δεν έχασαν το κληρονομικό τους δικαίωμα στο κτήμα του. Ο Πρόκτορ, ενώ κλήθηκε να υπογράψει πως είχε δει τον διάβολο και είχε εργαστεί για αυτόν, δεν ομολόγησε ποτέ τελικά και κρεμάστηκε, όπως και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αφήνοντας πίσω τα παιδιά και την σύζυγό του, στην οποία τελικά αποδόθηκε χάρη.

Οι δίκες τερματίστηκαν με την επιστροφή του κυβερνήτη Γουίλιαμ Φιπς στη Μασαχουσέτη από τον πόλεμο, ο οποίος απένειμε χάρη στους φυλακισμένους. Όμως το γεγονός λειτουργεί μέχρι σήμερα ως μια θλιβερή υπενθύμιση του πού μπορεί να οδηγήσουν η απομόνωση και ο θρησκευτικός φανατισμός. Μια μελέτη του 1976 (Science) την «υστερική» συμπεριφορά των κατηγορούμενων στο κυνήγι μαγισσών του Σάλεμ αποδίδει σε ένα παράσιτο της σίκαλης, το εργότιο, που απελευθερώνει την ψυχοτρόπο ουσία λυσεργικό οξύ (το οποίο χρησιμοποιείται και στην παρασκευή LSD). Άλλα σενάρια που έχουν προταθεί είναι ότι έπασχαν από ληθαργική εγκεφαλίτιδα, μια νόσο που μετέδιδαν τα ζώα και τα πτηνά, ή από τη νόσο Lyme. Μπορεί όμως επίσης να ήταν ψυχοσωματικά συμπτώματα της κοινωνικής απομόνωσης που βίωναν εκείνοι οι άνθρωποι στην ήδη απομονωμένη Νέα Αγγλία. Κάποιοι μελετητές επισημαίνουν τις διαφορές μεταξύ των κατηγορούμενων και των κατηγόρων, οι οποίες προφανώς έκαναν τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Οι περισσότεροι από τους κατηγορούμενους ζούσαν στα νότια και πολλοί από αυτούς ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τους κατηγόρους τους. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κατηγορίες κατά οικογενειών είχαν ως αποτέλεσμα περιουσιακά κέρδη για τους κατηγόρους. Επίσης, κατήγοροι και κατηγορούμενοι είχαν διαφορετικές τοποθετήσεις σε εκκλησιαστικά ζητήματα τα οποία είχαν προκαλέσει διχασμό στο χωριό πριν το ξέσπασμα της υστερίας.

Ο Άρθουρ Μίλλερ πήρε την γνωστή αυτή ιστορία και την μετέτρεψε σε ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα θεατρικά έργα. Ανέβασε to 1953 στο Μπρόντγουεϊ το έργο του «The Crucible», το οποίο βραβεύτηκε με Βραβείο Τόνι. «Ένα έργο για την ατομική συνείδηση και την κοινωνική τυραννία που βιώνει κάθε πολιτισμός και κάθε γενιά» θα σημειώσουν οι New York Times. Ο ίδιος ο Μίλλερ θα πει: «Όταν η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη ο φόβος παίρνει υπόσταση. Οι άνθρωποι του Σάλεμ έβλεπαν τον εαυτό τους σαν κάτοχο μιας ανώτερης αλήθειας. Αν το φως αυτής της αλήθειας έσβηνε, πίστευαν πως θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου. Όταν έχετε έναν ιδεολογικό κόσμο που θεωρεί τον εαυτό του τόσο αγνό, είναι φυσικό να τείνετε προς τα άκρα». Ένα έργο οικουμενικό και επίκαιρο σαν αυτό δεν μπορούσε παρά να κατακρίνει τον ρατσισμό και τον φανατισμό οποιαδήποτε μορφή αυτός λαμβάνει. Εξάλλου, η Τιτούμπα ως εξιλαστήριο θύμα έγινε σύμβολο της εποχής που έζησε και δημιούργησε ο Μίλλερ που χαρακτηριζόταν από βία και έμφυλες διακρίσεις ιδίως κατά του εγχρώμου πληθυσμού της Αμερικής. Είχε στόχο να καταγγείλει την αντικομουνιστική υστερία που επικράτησε στις ΗΠΑ την εποχή του μακαρθισμού και οδήγησε στη φυσική ή στην ηθική εξόντωση απλών πολιτών, ιδεολόγων και εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου.

Αλλά ο Μίλλερ δεν έμεινε μόνο σε μια πολιτική και κοινωνική καταγγελία. Διείσδυσε βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή και με άγγελο τον Πρόκτορ ξεπέρασε εκπληκτικά το ιστορικό επεισόδιο που έχει δεχτεί για υπόδειγμά του. Ο ήρωας, κουβαλώντας μια προσωπική αμαρτία, αυτή της συζυγικής απιστίας, που ακόμα και αν δεν παίρνει σάρκα και οστά, ζούσε στην σκέψη του πρέπει προτού χάσει τη ζωή του να εξασφαλίσει την συγγνώμη της γυναίκας του αλλά και την προσωπική του κάθαρση. Αγωνίζεται να μην χάσει την ψυχή του, αφού είχε ήδη με την παραδοχή της απιστίας σπιλώσει το όνομά του. Οι δραματικοί του μονόλογοι είναι συνταρακτικοί και αποκρυσταλλώνουν ευαγώς την αγωνία ενός ανθρώπου να μετανοήσει, να αλλάξει πορεία στην ζωή του που βλέπει να τελειώνει χωρίς σημαντικό λόγο. Γινόμαστε μάρτυρες της μεταστροφής, του Γολγοθά του και της θυσία του. Θυσιάζει την ζωή του για να κρατήσει αμόλυντη από τον δογματισμό την ψυχή του.

Στην Ελλάδα, ανέβηκε στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου μόλις δυο χρόνια αργότερα το 1955 κι έγινε γνωστό με τον τίτλο «Δοκιμασία (Οι μάγισσες του Σάλεμ)». Εμείς παρακολουθήσαμε την παράσταση “The crucible”, η οποία ανέβηκε το 2014 στο θέατρο Old Vic σε σκηνοθεσία του Yaël Farber και με πρωταγωνιστή τον Richard Armitage.

Πηγές:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B5%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%A3%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BC

https://www.culturenow.gr/oi-magisses-toy-salem-toy-arthoyr-miler-sto-theatro-emporikon/

https://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5-%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BC-%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%B1

https://sputniknews.gr/epistimi/202006217565526-oi-magisses-tou-salem-oi-daimonismenes-gynaikes-oi-exofrenikes-dikes-oi-varvares-ekteleseis/

«Ο αναρχικός τραπεζίτης » ένας σύγχρονος σωκρατικός διάλογος

Το διήγημα του πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσόα Ο αναρχικός τραπεζίτης πρωτοδημοσιεύτηκε το 1922 και πραγματεύεται, με το ύφος των σωκρατικών διαλόγων, την πολυεπίπεδη προβληματική της θεωρίας του αναρχισμού, της ελευθερίας και της τυραννίας. Μπορεί το διήγημα να γράφτηκε πριν σχεδόν από έναν αιώνα αλλά δεν παύει η ιδεολογία από την οποία εμφορείται, το βαθύ του νόημα και οι φιλοσοφικές του απολήξεις να μας αγγίζουν μέχρι σήμερα, αφού το όραμα του τραπεζίτη, η πολυπόθητη αποτίναξη μιας τυραννίας τόσο προσωπικής όσο και συλλογικής, ένα δυσεπίλυτο ζήτημα, ίσως την σημερινή εποχή μοιάζει πιο απίθανη από ποτέ. Ζώντας στον ασφυκτικό κλοιό μιας παγκόσμιας κλίμακας πανδημίας, ενός κράτους που διαρκώς ενισχύει την αστυνόμευση και μιας κοινωνίας πρόθυμης να θυσιάσει τα πάντα στο βωμό του χρήματος και να καθυποτάξει την ουσία και την αξία στο ευτελές και την ποσότητα, το διήγημα μας αγγίζει, μας αφορά, μας αλλάζει.

Ο συγγραφεάς γεννήθηκε στην Λισαβόνα στις 13 Ιουνίου 1888 και απεβίωσε στις 30 Νοεμβρίου 1935. Την παραμονή του θανάτου του σημειώνει από την κλίνη του νοσοκομείου “Δεν γνωρίζω τι θα φέρει το μέλλον”. Αυτό που το μέλλον έφερε αναμφισβήτητα είναι η καταξίωσή του ως ενός από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ου αιώνα. Έζησε τη ζωή του στα όρια της ανυπαρξίας και δημοσίευσε ελάχιστο μέρος του τεράστιου και πολλές φορές ανολοκλήρωτου έργου του. Ελάχιστα γεγονότα συνθέτουν την βιογραφία του: ο θάνατος του πατέρα του, η μετακόμιση με την νέα του οικογένεια στην Αφρική, η αγγλική του παιδεία, η επιστροφή του στη Λισαβόνα, η εργασία του ως αλληλογράφου σε εμπορικούς οίκους, ένας έρωτας και η μοναχικότητα που τον χαρακτήριζε. Ο Πεσόα υπογράφει το έργο του με το όνομά του αλλά και με άλλα 72 καταγεγραμμένα ετερώνυμά του, μοναδική περίπτωση στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κύριοι συντελεστές σε πρωτοτυπία αλλά και παραγωγικότητα είναι οι εξής 4 ετερώνυμοί του: Αλμπέρτο Καέιρο, ποιητής του “Φύλακα των κοπαδιών”, ο εκκεντρικός ναυπηγός μηχανικός Αλβάρο ντε Κάμπος, ποιητής της “θαλασσινής ωδής” και του “Καταστήματος φιλικών”, ο επικούρειος, στωικός κλασικιστής συνθέτης ωδών Ρικάρντο Ρέις και, τέλος, ο Μπερντάντο Σοάρες, συγγραφέας του Βιβλίου της Ανησυχίας. Και κεντρικό πρόσωπο ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσόα, ο ποιητής του “Μηνύματος”, ο διηγηματογράφος του “Αναρχικού τραπεζίτη”, ο θεατρικός συγγραφέας ενός ανολοκλήρωτου Φάουστ, ο οποίος ορίζει την τέχνη του δηλώνοντας: “Προσποίηση είναι του ποιητή η τέχνη”.

Εκείνος, λοιπόν, ο συγγραφέας με τα χίλια πρόσωπα, στο παρόν διήγημά του τοποθετεί στον ρόλο του Σωκράτη τον “αναρχικό τραπεζίτη”, γνωστό μεγαλοεπιχειρηματία και σημαίνον πρόσωπο, συνδυασμός ιδιοτήτων που αρχικά φαντάζει αντιφατικός. Ήδη από τον τίτλο, που θα χαρακτηρίζαμε οξύμωρο, προμηνύεται αυτή η διττότητα στην προσωπικότητα και την στάση ζωής του πρωταγωνιστή. Ίσως να είναι αυτό ακριβώς που τραβά τον συνομιλητή, τον αναγνώστη δηλαδή, που δεν είναι άλλος από εμάς και εσάς να καθίσει νοερά στο τραπέζι και να ακούσει τον λόγο του με δέος αλλά κυρίως με περιέργεια. Εμείς, λοιπόν, δεχτήκαμε αυτή την πρόσκληση ή μάλλον πρόσκληση να παρακολουθήσουμε αυτόν τον μονόλογο, τον ορμητικό, από τον οποία ξεπηδά μια ολόκληρη κοσμοθεωρία μέσα από βιβλίο σε μετάφραση του Αλέξανδρου Ζαγκούρογλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αργοναύτης.

Αρπάξαμε στα χέρια μας αυτό το ολιγοσέλιδο, μεστό όμως σε ιδέες και νοήματα βιβλίο και ο λόγος ξεκίνησε. Με επιμονή ο τραπεζίτης προσπαθεί να μας πείσει ότι η αναρχία δεν είναι κάτι ουτοπικό, αλλά κάτι απτό και υλοποιήσιμο. Κηρύσσοντας την μη πίστη του σε οτιδήποτε δεν προέρχεται από την φύση και συνεπώς στην απόρριψη των κοινωνικών θεσμών, στους οποίους συγκαταλέγει την οικογένεια, τον γάμο, την θρησκεία, εκμυστηρεύεται πως αυτό που επιδιώκει είναι η αποτίναξή τους. Ο αναγνώστης ξαφνιάζεται με τις διακηρύξεις αυτές που προέρχονται ειδικά από το στόμα ενός ανθρώπου που είναι υπηρέτης του συστήματος. Η έκπληξη αυτή γίνεται ο κινητήριος μοχλός προκειμένου να συνεχίσει να παρακολουθεί τις απόψεις που να αποκαλύπτονται.

Συνεχίζει πληροφορώντας μας πως προερχόμενος από την εργατική τάξη γρήγορα κατέληξε πως ο μόνος τρόπος να έρθει αντιμέτωπος με τους θεσμούς και να τους καταρρίψει ήταν η πνευματική καλλιέργεια. Ωστόσο, κάτι τέτοια θα τον καθιστούσε παθητικό αναρχικό, άνθρωπο του παρασκηνίου. Αυτός ο ρόλος δεν θα τον κάλυπτε, αφού ήταν γεννημένος άνθρωπος της δράσης. Στο σημείο αυτό ο Πεσόα φαίνεται να επιρρίπτει την ευθύνη για παθητική αντίσταση στους ανθρώπους του συναφιού του, στους συγγραφείς. Αλλά ο τραπεζίτης μας δεν είναι φυσικά σαν αυτούς. Προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του κατέληξε να συσπειρωθεί με άλλους ανθρώπους που μοιράζονταν την ίδια θεώρηση του κόσμου. Με όπλο το μυαλό και την συνεργασία σταδιακά να ήταν αυτή που θα παρακινούσαν την επανάσταση, Προηγουμένως έχει καταστήσει σαφές πως μια τέτοια επανάσταση δεν θα έπρεπε να γίνει μαζικά και εξαναγκαστικά, αλλά να είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του συνόλου των πολιτών. Διαφορετικά, θα προέκυπτε μια νέα μορφή τυραννίας που θα διέφερε σημαντικά από την προηγούμενη. Με δρομοδείκτη την ελευθερία επιλογής θεώρησε πως η συνεργασία ομοϊδεατών θα είχε ως αποτέλεσμα την ενστάλαξη σε μέρος του πληθυσμού της ανάγκης για αλλαγή που από μόνη της θα επέφερε την πολυπόθητη επανάσταση. Γρήγορα διαπίστωσε, όμως, ένα σημαντικότατο πρόβλημα.

Στην διαδικασία κατάργησης της τυραννίας, μέσα από την ομαδική λειτουργία, μια νέα τυραννία γεννιόταν, μια τυραννία που δεν ήταν αποτέλεσμα των κοινωνικών θεσμών, ούτε πήγαζε από τα φυσικά χαρακτηριστικά. Η υποδούλωση ορισμένων αναρχικών σε άλλους υπέθεσε πως είχε τις ρίζες της σε επιρροές των κοινωνικών θεσμών στην φυσική και πνευματική υπόσταση των υποκειμένων που ήταν δύσκολο εώς ακατόρθωτο να ξεριζωθούν. Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησε πως η αναρχία στη θεωρία αλλά και στην πράξη είναι εφικτή μόνο σε ατομικό επίπεδο. Την αφύπνισή του αυτή δεν συμμερίστηκαν οι συναγωνιστές του, από τους οποίους αποστάτησε. Ωστόσο, δεν κατάληξε ερημίτης και απόκληρος ενός κόσμου που δεν μπορούσε να αλλάξει.

Για αυτό το λόγο, εντόπισε τον παράγοντα εκείνον που έκανε τους περισσότερους συνανθρώπους του σκλάβους και συγκέντρωσε τόσο πολύ από αυτό, ώστε στο τέλος να απελευθερωθεί από την ανάγκη κατοχής του. Αυτός δεν ήταν άλλος από το χρήμα. Με αυτή του την απαγκίστρωση από τον τύραννο του χρήματος κατόρθωσε να επιτύχει την προσωπική του ελευθερία που θεωρεί σαν ένα λιθαράκι στην απελευθέρωση του κόσμου και στην εμπέδωση της αναρχίας. Σε αυτό το σημείο, ο αναγνώστης ευλόγως απορεί πως ο τραπεζίτης μπορεί να κάνει λόγο για ελευθερία την ώρα που αυτός περισσότερο από άλλους υπηρέτησε ένα σύστημα αυταρχικό, τυραννικό. Ίσως θα βοηθήσει να θυμηθούμε την ιστορία του “Σιντάρτα” του Έσσε που μίσησε τον πλούτο και απομακρύνθηκε από αυτόν στην στιγμή που είχε συγκεντρώσει τον περισσότερο.

Η όλη συνομιλία τελειώνει, θα έλεγε κανείς, κάπως απότομα. Αυτή ήταν, χωρίς αμφιβολία, μια σκόπιμη επιλογή του Πεσόα. Όσο έντονα εισβάλλει ο τραπεζίτης στο τραπέζι των σκέψεών μας, άλλο τόσο αισθητά αποχωρεί αφήνοντας στην δική μας αποκλειστική ευθύνη την επεξεργασία των ιδεών που μας παρέθεσε. Εξάλλου, στην λογοτεχνική του πορεία ο Πεσόα έχει αποδείξει όσο λίγοι πως είναι ένας άξιος μαθητής του Σωκράτης και της μαιευτικής μεθόδου, όσο και λάτρης της αυτόνομης συλλογιστικής πορείας του αναγνώστη. Δεν μας επιβάλλει τίποτα, μας αφήνει να επιλέξουμε αν θα προσπεράσουμε τις απόψεις του, αν θα τις ενστερνιστούμε, αν θα τις αμφισβητήσουμε. Αυτή είναι η πραγματική ελευθερία και ίσως, ας μας επιτραπεί η ποιητική αδεία, η ουσία της αναρχίας αυτού του αναγνώσματος. Όσοι δεν το έχετε διαβάσει, είναι ευκαιρία μέσα σε 57 μόλις σελίδες να γίνετε μέτοχοι ενός τέτοιου λογοτεχνικού πειράματος.

Ο Γιάγκος Πλατής «σήμερα είπε να μας μιλήσει»

Αυτό το Σάββατο, αυτόν τον μήνα θα γνωρίσουμε έναν νέο ποιητή. Ο Γιάγκος Πλατής γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει κοινωνιολογία στο Πάντειο. Είναι μουσικός και αρθρογράφος. Από μικρός άρχισε να γράφει στίχους, ιστορίες και κείμενα. Αγαπάει τα ταξίδια, το σινεμά, το διάβασμα και όλα αυτά που κρύβουν τις απολαύσεις των μικρών στιγμών. Η πρώτη του ποιητική συλλογή ήρθε σαν επιστέγασμα όλων αυτών κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οσελότος. Είναι ένα σύνολο κειμένων και συγκεκριμένα πεζών, τραγουδιών και ποιημάτων. Πρόκειται για μια ημερολογιακού τύπου ποιητική συλλογή που αναφέρεται σε ιστορίες που έχουμε όλοι βιώσει. Ένα βιβλίο που μιλάει για τις ηλιόλουστες και τις συννεφιασμένες μέρες της ζωής, για τον έρωτα και τον θάνατο, αλλά και για τη μουσική που κρύβει ο καθένας μέσα του. Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε:

Ζώντας σε ένα περιβάλλον που απαιτεί συνεχόμενα να είμαστε υποκριτικά γελαστοί και να βιαζόμαστε ασθμαίνοντας νωχελικά και κουρασμένα, ξεχνάμε όλα αυτά που μας έχουν σημαδεύσει, μας έχουν καθορίσει και δεν τα κοιτάμε κατάματα. Αφήνουμε στην άκρη όλα αυτά που τη νύχτα δε μας αφήνουν να κοιμηθούμε ήρεμα. Όλα αυτά που βγαίνουν στην επιφάνεια όταν ακούμε μια ζεστή μελωδία ή όταν αισθανόμαστε το άδικο γύρω μας και προτιμάμε να το καταπιούμε και να κάνουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Οι σκόρπιες λέξεις εδώ μέσα μιλάνε για εκείνη την πλευρά της ζωής που περνώντας από τις όχθες της, βγαίνουμε πιο δυνατοί και ελεύθεροι. Αυτά τα κείμενα μιλάνε για την απώλεια, τη θλίψη, την οργή, τη μοναξιά, τον αποχωρισμό. Μιλάνε όμως και για την αγάπη, τη φιλία, τον έρωτα, την εσωτερική δύναμη και για το φως που έρχεται όταν περνάμε από το σκοτάδι. Για εκείνο το φωτάκι που αναβοσβήνει στην άκρη του τούνελ… Είναι μικρά κομμάτια του παζλ ενός προσωπικού μύθου.

Για να τον γνωρίσουμε, όμως, καλύτερα τον καλέσαμε να απαντήσεις στις ερωτήσεις μας:

  • Από ποια ηλικία ασχολείστε με την ποίηση είτε διαβάζοντας είτε γράφοντας;
  • Άρχισα να γράφω και να διαβάζω κάπου στο γυμνάσιο. Κατά τη διάρκεια, βέβαια, των φοιτητικών μου χρόνων, μπήκα πιο βαθιά στον χώρο της ανάγνωσης και οι ορίζοντές μου άνοιξαν διάπλατα.
  • Μπορείτε με πέντε επίθετα να χαρακτηρίσετε την ποιητική σας συλλογή;
  • Φωτεινή, σκοτεινή, αστική, εσωτερική, λυρική
  • Ποιο ήταν το κίνητρο συγγραφής και δημοσίευσης της ποιητικής σας συλλογής;
  • Το κίνητρο της συγγραφής πηγάζει από μια ενδόμυχη επιθυμία έκφρασης. Αυτή η επιθυμία κινείται δυναμικά και πρέπει οπωσδήποτε να βγει! Το κίνητρο της δημοσίευσης, από την άλλη, ήταν έντονα συναισθηματικό, καθώς ήθελα να στείλω τα δικά μου μηνύματα για τη ζωή με τον δικό μου τρόπο.
  • Ποια είναι η πηγή έμπνευσής σας;
  • Μεγάλο ρόλο παίζουν τα βιώματα, τα οποία δε χρησιμοποιούνται πάντα αυτούσια και σίγουρα δεν είναι πάντα δικά μου. Επίσης, όσο ο καιρός περνάει, συμπεραίνω πόσο σημαντική είναι και η σχέση με τον εαυτό μου στο γράψιμο. Από κει και πέρα, έχω πιάσει τον εαυτό μου να εμπνέεται από οτιδήποτε παρατηρώ στην καθημερινότητα, όπως ένα πουλί που πετάει, τα σημεία της πόλης ή η θάλασσα.
  • Ποιοι είναι οι λογοτέχνες ή εν γένει οι άνθρωποι που θαυμάζετε και λειτουργούν σαν πρότυπο για εσάς;
  • Οι λογοτέχνες είναι πάρα πολλοί. Μου αρέσουν οι καταραμένοι ποιητές, η γενιά των μπιτ, αλλά και καινούριοι συγγραφείς όπως ο Ισιγκούρο ή η Ρόουλινγκ. Θεωρώ τον Καβάφη ως την επιτομή του ποιητικού οργασμού και του απλού συνοψισμού της ζωής. Γενικότερα, νομίζω ότι θαυμάζω τους ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με τον εαυτό τους, παραδέχονται τα λάθη τους, συγχωρούν αλλά δεν ξεχνούν, καταλαβαίνουν και ακούν πολύ περισσότερο από ό, τι κρίνουν και προσπαθούν στη ζωή που διανύουμε να προσφέρουν έστω μια μικροσκοπική ψηφίδα στο πελώριο ψηφιδωτό του χωροχρόνου.
  • Συμφωνείτε με την φράση του Έλιοτ: «Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν. Οι κακοί ποιητές κακοποιούν αυτό που παίρνουν. Οι καλοί ποιητές το κάνουν είτε καλύτερο είτε, τουλάχιστον, διαφορετικό. Ο καλός ποιητής μετατρέπει τη λεία του σε ολοκληρωμένο συναίσθημα, το οποίο είναι μοναδικό,  και τελείως διαφορετικό από το πρωτότυπο.»; Σε ποια κατηγορία θα εντάσσατε αυτήν την στιγμή τον εαυτό σας;
  • Σπουδαίος ο Έλιοτ! Εξαιρετική ερώτηση! Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να εντάξω τον εαυτό μου σε κάποια κατηγορία. Γράφω όπως νιώθω και φυσικά η ωρίμανση και η εξέλιξη δε σταματούν ποτέ. Έχω πολλά να μάθω, να γράψω, να πετάξω και να διαβάσω ακόμα… Σχετικά με τις κατηγορίες, πάντως, θέλω να προσθέσω ότι η ποίηση βρίσκεται και στις παύσεις, τα σημεία στίξης και τις σιωπές που εννοούνται ανάμεσα στις μελωδικές γραμμές και τις εικόνες που δημιουργούν οι λέξεις. Επίσης, δεν υπάρχει παρθενογένεση και πάνω σε αυτό προτείνω τα βιβλία του Kleon Austin σε όποιον δεν τα έχει διαβάσει! Πέραν αυτών, δε μου αρέσει όταν ένα ποίημα μου βγάζει μια επιτηδευμένη διάθεση ή έχει απλοϊκή μορφή, αλλά και πάλι όλα αυτά είναι υποκειμενικά. Αναμφίβολα, όμως, το μεγαλείο και η ομορφιά βρίσκεται στην απλότητα. Άλλο το απλό και άλλο το απλοϊκό.
  • Πώς είναι το ελληνικό ποιητικό τοπίο για τους νέους λογοτέχνες;
  • Θα απαντήσω με μια φράση ενός αγαπημένου μου μουσικού, του Κωνσταντίνου Βήτα. «Η ποίηση δε μας γυρίζει ποτέ την πλάτη, τρέφεται από τη ζωή των ανθρώπων που είναι γεμάτη πόνο, δυσκολίες, συγκρούσεις και χαρές».
  • Αν μπορούσατε να ζούσατε σε ένα ποίημα, ποιο θα επιλέγατε και για ποιο λόγο;
  • Θα ζούσα στο «Αν» του Κίπλινγκ γιατί με γεμίζει δύναμη, σε όλα τα ποιήματα του Καβάφη γιατί είναι μικρές ψυχογραφικές σοφίες της ζωής και στην πιο όμορφη θάλασσα του Ναζίμ Xικμέτ γιατί μου χαρίζει ελπίδα!
  • Πώς οραματίζεστε το λογοτεχνικό σας μέλλον;
  • Θέλω να κάνω πολλά ακόμα! Θέλω να γράψω και να μιλήσω για τον κόσμο αλλά και να δημιουργήσω καινούριους, αν μπορώ να το πω έτσι… Θέλω η γραφή μου να γίνεται όλο και πιο λιτή και περιεκτική. «Μια μέρα θα βρω τις σωστές λέξεις και θα είναι απλές», Τζακ Κέρουακ.
  • Τι συμβουλή θα δίνατε στους αναγνώστες της συλλογής σας; Πώς πρέπει να την προσεγγίσουν;
  • Δε θα τους έδινα καμία συμβουλή! Ας την προσεγγίσει ο καθένας όπως νομίζει.

Μπορείτε να προμηθευτείτε την συλλογή του από τη σελίδα του Οσελότου (www.ocelotos.gr) – βρίσκεται στην κατηγορία “Ποίηση”. Μπορείτε να διαβάσετε και λίγες σελίδες σε ένα μικρό funzine που υπάρχει, ώστε να καταλάβετε περί τίνος πρόκειται.
Μπορείτε να το βρείτε στα εξής σημεία:

  • Οσελότος (Αθήνα, Ιωάννινα)
  • Ιανός (Αθήνα, Θεσσαλονίκη)
  • Πρωτοπορία (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα)
  • Πολιτεία (Αθήνα)
  • Ευριπίδης (Χαλάνδρι)
  • Ψαράς (Θεσσαλονίκη)
  • Τζανακάκης (Αθήνα)
  • Σίμος (Αθήνα)
  • Παιάν (Αθήνα)
  • Αποσπερίτης (Ναύπλιο)
  • Βιβλιονέτ (ηλεκτρονικά)
  • Μετά από προσωπική παραγγελία, μπορείτε να το προμηθευτείτε από οποιοδήποτε φυσικό ή ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο επιθυμείτε.

Μια πανοραμική ανθολογία της νεωτερικής ελληνικής ποίησης από τον Μανόλη Αναγνωστάκη

Μια ανθολογία ξεχωριστή από άλλες γνωρίσαμε αυτήν την εβδομάδα. Και αυτό που την κάνει ξεχωριστή δεν είναι απλώς το γεγονός πως σε λίγες σελίδες φώλιασε η σύγχρονη ποίηση από τον Παπατσώνη μέχρι τον Ρίτσο και τον Γκάτσο, αλλά πως αυτές τις σελίδες συγκέντρωσε ένας από τους κορυφαίους της γενιάς του και αγαπημένος μας ποιητής, ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Ο τελευταίος, με σημαντικότατο ποιητικό και δοκιμιακό έργο, παραμερίζει την προσωπική του λογοτεχνική παραγωγή και μας συστήνει 22 ποιητές. Αφορμή για αυτήν την πρωτότυπη και ποικιλόμορφη γνωριμία απετέλεσε η εκπομπή του στον ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου. Το 1987 ξεκινά διαβάζοντας ποιήματα ελασσόνων ποιητών της προπολεμικής περιόδου, ποιήματα, όπως τα έλεγε ο ίδιος, «λυρικά μιας εποχής στους παλιούς ρυθμούς». Η επιλογή αυτή κυκλοφόρησε το 1990 με τίτλο «Η χαμηλή φωνή» από τη Νεφέλη. Αυτήν έρχεται να συμπληρώσει η ανθολογία αυτή, η οποία δημοσιεύεται πρώτη φορά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, ενώ εντός συναντά κανείς και τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Αναγνωστάκης στον Γιώργο Ζεβελάκη. Το άξιο αναφοράς στοιχείο είναι πως συνοδεύεται από ηχητικό ντοκουμέντο, στο οποίο οι αναγνώστες έχουν πρόσβαση σκανάροντας το QR code που θα βρουν στο βιβλίο.

Ο Αναγνωστάκης προετοίμαζε μια σειρά είκοσι δεκαπενταλέπτων με θέμα την πρώτη νεωτερική ποιητική γενιά στην Ελλάδα. Ο ποιητής διαλέγει να την αποκαλέσει «νεωτερική», αντί για «μοντέρνα» ή «σύγχρονη ποίηση», αξιοποιώντας έναν όρο καθιερωμένο από τον Αλέξανδρο Αργυρίου. Μιλά για τον διαφορετικό τρόπου «κατασκευής» των ποιημάτων, εστιάζοντας στα σημεία της διαφοράς, στους κανόνες που ακολουθούσε ο παλιότερος ποιητής, από τους οποίους ο νεωτερικός επιλέγει να αποστήσει. Για εκείνον, ο ελεύθερος στίχος λειτουργεί σαν μια απελευθέρωση. Αυτή η μοναδική αίσθηση ελευθερίας αντανακλάται το δίχως άλλο και στην κατάργηση της προσωδίας και την μη επιβολή του προσωπικού κώδικα του κάθε ποιητή στον αναγνώστη του. Έτσι, δεν κάνουμε λόγο μονάχα για μια τυπική διαφοροποίηση, για μια αλλαγή που αφορά αποκλειστικά την μορφή αλλά για μια ουσιώδη μεταστροφή της ποίησης. Σε όλα αυτά συνέβαλε χωρίς αμφιβολία η «καταλυτική εμπειρία του υπερρεαλισμού», που επέτρεψε την συμπόρευση του πεζού και του ποιητικού λόγου, του κατακλεισμού της ποιητικής δημιουργίας από τον γλωσσικό πλούτο του συνόλου της ελληνικής γλώσσας και όχι αποκλειστικά από καλλωπισμένες «ποιητικές λέξεις». Μας καλεί να απαγκιστρωθούμε από συντηρητικότερες τάσεις που χαρακτήριζαν την παραδοσιακή ποίηση και να αφεθούμε σε πιο ακραίες ή ενίοτε ακόμα και προκλητικές τάσεις για την εποχή στην οποία εμφανίστηκαν. Πια όλες αυτές οι οπισθοδρομικές αντιλήψεις προσπεράστηκαν και οι ποιητές συγκαταλέχθηκαν δικαίως στους κλασικούς της δικής μας μετανεωτερικής εποχής. Στην ανθολογία του δεν καθοδηγείται από τις προσωπικές του προτιμήσεις και, μιας και επιδιώκει να είναι αντικειμενικός, φρόντισε να μην παραλείψει κανέναν καταξιωμένο στην κοινή συνείδηση ποιητή, χαρίζοντάς μας κυριολεκτικά ένα πανόραμα της «νεωτερικής ποίησης».

Πιάνοντας κανείς στο βιβλίο στα χέρια του μαγεύεται από το διαπεραστικό του χρώμα, ενα χρώμα που ταιριάζει και στο έργο και την ποιητική προσωπικότητα του Αναγνωστάκη. Με το μεγάλο του σχήμα και τις προσεγμένες εναλλαγές μεταξύ των ανθολογούμενων ποιητών σύντομα σε προσκαλεί να ανακύψει το ακόμα πιο ενδιαφέρον περιεχόμενό του.

Η ευαίσθητη ματιά του Αναγνωστάκη, η βαθιά του επαφή με τα ελληνικά γράμματα αποκρυσταλλώνεται έντονα στις επιλογές του. Χωρίς να παραλείψει κανέναν ποιητή μας βυθίζει σε μια θάλασσα δημιουργίας. Σε αυτήν την θάλασσα απολήγουν πολλοί διαφορετικοί μεταξύ τους ποταμοί. Άλλοι έχουν ορμητικά υπερρεαλιστικά κύματα, άλλοι έχουν πηγές στην ελληνική παράδοση, άλλοι έχουν τάσεις συμβολιστικές και άλλοι έχουν επάλξεις σε λογοτεχνικά έργα ξένων καλλιτεχνών. Πάντως όλα έχουν μια κοινή πορεία, η φωνή που γεννιέται από μέσα τους είναι αδιακόσμητη, είναι πρωτόγονη, είναι ελεύθερη, έρχεται σε ρήξη με αυτά που η ποίηση στον ελλαδικό χώρο είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Η ανθολογία είναι σίγουρα μια πολύ καλή ευκαιρία να πάρουμε μια γεύση από τους ποιητές και αν κάποιος μας τραβήξει έντονα το ενδιαφέρον να εμβαθύνουμε αργότερα στο έργο του. Εμείς χαρήκαμε που ξαναθυμηθήκαμε σε αυτό το ποιητικό ταξίδι αγαπημένους μας συνοδοιπόρους και ήρθαμε σε επαφή με κάποιους που δεν είχαμε γνωρίσει ποιητικά. Για αυτό τον λόγο την προτείνουμε σε όλους εκείνους τους ακόρεστους αναζητητές της ομορφιάς και της νεωτερικότητας, στους φανατικούς αναγνώστες του Αναγνωστάκη που μέσα από τις επιλογές του αποκαλύπτει πτυχές της προσωπικότητάς του αλλά και σε όλους εσάς που όπως εμείς αγαπάτε την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή.

«Ο παλαιότερος ποιητής και ο πρώτος που θ’ ανοίξει τη σειρά είναι ο Τάκης Παπατσώνης… Αφιερώνουμε τρεις εκπομπές στον Σεφέρη και από δύο στον Ρίτσο, στον Ελύτη και στον Εγγονόπουλο. Θ’ ακουστούν ποιήματα του Αναστάσιου Δρίβα, του Γιώργου Σαραντάρη, του Ζήση Οικονόμου, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νικήτα Ράντου, του Θεόδωρου Ντόρρου, του Νικηφόρου Βρεττάκου, του Αλέξανδρου Μπάρα, του Γιώργου Θέμελη, του Νίκου Γκάτσου, του Δημήτρη Αντωνίου, του Αλέξανδρου Μάτσα, του Τάκη Βαρβιτσιώτη, του Γιώργου Βαφόπουλου, της Ζωής Καρέλλη και των δύο Ηρακλειωτών ποιητών Μηνά Δημάκη και Άρη Δικταίου, που είναι και οι νεότεροι —αλλά και τόσο πρόωρα χαμένοι— της σειράς αυτής, ποιητές ενός μεταίχμιου θα λέγαμε, με το ένα πόδι στη γενιά του ’30, που αποτελεί τον κύριο κορμό, και το άλλο στην αμέσως νεότερη, τη λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική γενιά». – Μανόλης Αναγνωστάκης

Οι ποιητές που θα συναντήσετε:

Τάκης Βαρβιτσιώτης

Θεόδωρος Ντόρρος

Αναστάσιος Δρίβας

Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Σεφέρης

Ανδρέας Εμπειρίκος

Ζωή Καρέλλη

Γεώργιος Βαφόπουλος

Δημήτρης Αντωνίου

Αλέξανδρος Μπάρας

Νίκος Εγγονόπουλος

Νικήτας Ράντος

Γιώργος Σαραντάρης

Ζήσης Οικονόμου

Γιάννης Ρίτσος

Νίκος Γκάτσος

Οδυσσέας Ελύτης

Αλέξανδρος Μάτσας

Νικηφόρος Βρεττάκος

Μηνάς Δημάκης

Τάκης Βαρβιτσιώτης

Άρης Δικταίος

Πηγές:

https://diastixo.gr/kritikes/poihsh/14416-manolis-anagnostakis

https://www.ogdoo.gr/politismos/vivlio/o-manolis-anagnostakis-anthologei-poiimata-tou-ellinikoy-monternismoy

Αμοργός του Νίκου Γκάτσου

Αμοργός (αποσπάσμα) του Νίκου Γκάτσου

Κακοὶ μάρτυρες ἀνθρώποισιν ὀφθαλμοὶ
καὶ ὦτα βαρβάρους ψυχὰς ἐχόντων.
HPAKΛEITOΣ

Μὲ τὴν πατρίδα τους δεμένη στὰ πανιὰ καὶ τὰ κουπιὰ στὸν ἄνεμο κρεμασμένα
Οἱ ναυαγοὶ κοιμήθηκαν ἥμεροι σὰν ἀγρίμια νεκρὰ μέσα στῶν σφουγγαριῶν τὰ σεντόνια
Ἀλλὰ τὰ μάτια τῶν φυκιῶν εἶναι στραμένα στὴ θάλασσα
Μήπως τοὺς ξαναφέρει ὁ νοτιᾶς μὲ τὰ φρεσκοβαμένα λατίνια
Κι ἕνας χαμένος ἐλέφαντας ἀξίζει πάντοτε πιὸ πολὺ ἀπὸ δυὸ στήθια κοριτσιοῦ ποὺ σαλεύουν
Μόνο ν᾿ ἀνάψουνε στὰ βουνὰ οἱ στέγες τῶν ἐρημοκκλησιῶν μὲ τὸ μεράκι τοῦ ἀποσπερίτη
Νὰ κυματίσουνε τὰ πουλιὰ στῆς λεμονιᾶς τὰ κατάρτια
Μὲ τῆς καινούργιας περπατησιᾶς τὸ σταθερὸ ἄσπρο φύσημα
Καὶ τότε θά ῾ρθουν ἀέρηδες σώματα κύκνων ποὺ μείνανε ἄσπιλοι τρυφεροὶ καὶ ἀκίνητοι
Μὲς στοὺς ὁδοστρωτῆρες τῶν μαγαζιῶν μέσα στῶν λαχανόκηπων τοὺς κυκλῶνες
Ὅταν τὰ μάτια τῶν γυναικῶν γίναν κάρβουνα κι ἔσπασαν οἱ καρδιὲς τῶν καστανάδων
Ὅταν ὁ θερισμὸς ἐσταμάτησε κι ἄρχισαν οἱ ἐλπίδες τῶν γρύλων

Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν κι ἐσεῖς παλληκάρια μου μὲ τὸ κρασὶ τὰ φιλιὰ καὶ τὰ φύλλα στὸ στόμα σας
Θέλω νὰ βγεῖτε γυμνοὶ στὰ ποτάμια
Νὰ τραγουδῆστε τὴ Μπαρμπαριὰ ὅπως ὁ ξυλουργὸς κυνηγάει τοὺς σκίνους
Ὅπως περνάει ἡ ὄχεντρα μὲς ἀπ᾿ τὰ περιβόλια τῶν κριθαριῶν
Μὲ τὰ περήφανα μάτια της ὀργισμένα
Κι ὅπως οἱ ἀστραπὲς ἁλωνίζουν τὰ νιάτα.

Καὶ μὴ γελᾶς καὶ μὴν κλαῖς καὶ μὴ χαίρεσαι
Μὴ σφίγγεις ἄδικα τὰ παπούτσια σου σὰ νὰ φυτεύεις πλατάνια
Μὴ γίνεσαι ΠEΠPΩMENON
Γιατί δὲν εἶναι ὁ σταυραητὸς ἕνα κλεισμένο συρτάρι
Δὲν εἶναι δάκρυ κορομηλιᾶς οὔτε χαμόγελο νούφαρου
Οὔτε φανέλα περιστεριοῦ καὶ μαντολίνο Σουλτάνου
Οὔτε μεταξωτὴ φορεσιὰ γιὰ τὸ κεφάλι τῆς φάλαινας.
Εἶναι πριόνι θαλασσινὸ ποὺ πετσοκόβει τοὺς γλάρους
Εἶναι προσκέφαλο μαραγκοῦ εἶναι ρολόι ζητιάνου
Εἶναι φωτιὰ σ᾿ ἕνα γύφτικο ποὺ κοροϊδεύει τὶς παπαδιὲς καὶ νανουρίζει τὰ κρίνα
Εἶναι τῶν Τούρκων συμπεθεριὸ τῶν Αὐστραλῶν πανηγύρι
Εἶναι λημέρι τῶν Οὔγγρων
Ποὺ τὸ χινόπωρο οἱ φουντουκιὲς πᾶνε κρυφὰ κι ἀνταμώνουνται
Βλέπουν τοὺς φρόνιμους πελαργοὺς νὰ βάφουν μαῦρα τ᾿ αὐγά τους
Καὶ τόνε κλαῖνε κι αὐτὲς
Καῖνε τὰ νυχτικά τους καὶ φοροῦν τὸ μισοφόρι τῆς πάπιας
Στρώνουν ἀστέρια καταγῆς γιὰ νὰ πατήσουν οἱ βασιλιάδες
Μὲ τ᾿ ἀσημένια τους χαϊμαλιὰ μὲ τὴν κορώνα καὶ τὴν πορφύρα
Σκορπᾶνε δεντρολίβανο στὶς βραγιὲς
Γιὰ νὰ περάσουν οἱ ποντικοὶ νὰ πᾶνε σ᾿ ἄλλο κελλάρι
Νὰ μποῦνε σ᾿ ἄλλες ἐκκλησιὲς νὰ φᾶν τὶς Ἅγιες Τράπεζες
Κι οἱ κουκουβάγιες παιδιά μου
Οἱ κουκουβάγιες οὐρλιάζουνε
Κι οἱ πεθαμένες καλογριὲς σηκώνουνται νὰ χορέψουν
Μὲ ντέφια τούμπανα καὶ βιολιὰ μὲ πίπιζες καὶ λαγοῦτα
Μὲ φλάμπουρα καὶ μὲ θυμιατὰ μὲ βότανα καὶ μαγνάδια
Μὲ τῆς ἀρκούδας τὸ βρακὶ στὴν παγωμένη κοιλάδα
Τρῶνε τὰ μανιτάρια τῶν κουναβιῶν
Παίζουν κορῶνα-γράμματα τὸ δαχτυλίδι τ᾿ Ἅη-Γιαννιοῦ καὶ τὰ φλουριὰ τοῦ Ἀράπη
Περιγελᾶνε τὶς μάγισσες
Κόβουν τὰ γένια ἑνὸς παπᾶ μὲ τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ γιαταγάνι
Λούζονται μὲς στὴν ἄχνη τοῦ λιβανιοῦ
Κι ὕστερα ψέλνοντας ἀργὰ μπαίνουν ξανὰ στὴ γῆ καὶ σωπαίνουν
Ὅπως σωπαίνουν τὰ κύματα ὅπως ὁ κοῦκος τὴ χαραυγὴ ὅπως ὁ λύχνος τὸ βράδυ.

Ἔτσι σ᾿ ἕνα πιθάρι βαθὺ τὸ σταφύλι ξεραίνεται καὶ στὸ καμπαναριὸ μιᾶς συκιᾶς κιτρινίζει τὸ μῆλο
Ἔτσι μὲ μιὰ γραβάτα φανταχτερὴ
Στὴν τέντα τῆς κληματαριᾶς τὸ καλοκαίρι ἀνασαίνει
Ἔτσι κοιμᾶται ὁλόγυμνη μέσα στὶς ἄσπρες κερασιὲς μία τρυφερή μου ἀγάπη
Ἕνα κορίτσι ἀμάραντο σὰ μυγδαλιᾶς κλωνάρι
Μὲ τὸ κεφάλι στὸν ἀγκώνα της γερτὸ καὶ τὴν παλάμη πάνω στὸ φλουρί της
Πάνω στὴν πρωινή του θαλπωρὴ ὅταν σιγὰ σιγὰ σὰν τὸν κλέφτη
Ἀπὸ τὸ παραθύρι τῆς ἄνοιξης μπαίνει ὁ αὐγερινὸς νὰ τὴν ξυπνήσει!

Λένε πὼς τρέμουν τὰ βουνὰ καὶ πὼς θυμώνουν τὰ ἔλατα
Ὅταν ἡ νύχτα ροκανάει τὶς πρόκες τῶν κεραμιδιῶν νὰ μποῦν οἱ καλικάντζαροι μέσα
Ὅταν ρουφάει ἡ κόλαση τὸν ἀφρισμένο μόχθο τῶν χειμάῤῥων
Ἢ ὅταν ἡ χωρίστρα τῆς πιπεριᾶς γίνεται τοῦ βοριᾶ κλωτσοσκούφι.

Μόνο τὰ βόδια τῶν Ἀχαιῶν μὲς στὰ παχιὰ λιβάδια τῆς Θεσσαλίας
Βόσκουν ἀκμαῖα καὶ δυνατὰ μὲ τὸν αἰώνιο ἥλιο ποὺ τὰ κοιτάζει
Τρῶνε χορτάρι πράσινο φύλλα τῆς λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρὸ νερὸ μὲς στ᾿ αὐλάκια
Μυρίζουν τὸν ἱδρώτα τῆς γῆς κι ὕστερα πέφτουνε βαριὰ κάτω ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο τῆς ἰτιᾶς νὰ κοιμηθοῦνε.

Πετᾶτε τοὺς νεκροὺς εἶπ᾿ ὁ Ἡράκλειτος κι εἶδε τὸν οὐρανὸ νὰ χλωμιάζει
Κι εἶδε στὴ λάσπη δυὸ μικρὰ κυκλάμινα νὰ φιλιοῦνται
Κι ἔπεσε νὰ φιλήσει κι αὐτὸς τὸ πεθαμένο σῶμα του μὲς στὸ φιλόξενο χῶμα
Ὅπως ὁ λύκος κατεβαίνει ἀπ᾿ τοὺς δρυμοὺς νὰ δεῖ τὸ ψόφιο σκυλὶ καὶ νὰ κλάψει.
Τί νὰ μοῦ κάμει ἡ σταλαγματιὰ ποὺ λάμπει στὸ μέτωπό σου;
Τὸ ξέρω πάνω στὰ χείλια σου ἔγραψε ὁ κεραυνὸς τ᾿ ὄνομά του
Τὸ ξέρω μέσα στὰ μάτια σου ἔχτισε ἕνας ἀητὸς τὴ φωλιά του
Μὰ ἐδῶ στὴν ὄχτη τὴν ὑγρὴ μόνο ἕνας δρόμος ὑπάρχει
Μόνο ἕνας δρόμος ἀπατηλὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν περάσεις
Πρέπει στὸ αἷμα νὰ βουτηχτεῖς πρὶν ὁ καιρὸς σὲ προφτάσει
Καὶ νὰ διαβεῖς ἀντίπερα νὰ ξαναβρεῖς τοὺς συντρόφους σου
Ἄνθη πουλιὰ ἐλάφια
Νὰ βρεῖς μίαν ἄλλη θάλασσα μίαν ἄλλη ἁπαλοσύνη
Νὰ πιάσεις ἀπὸ τὰ λουριὰ τοῦ Ἀχιλλέα τ᾿ ἄλογα
Ἀντὶ νὰ κάθεσαι βουβὴ τὸν ποταμὸ νὰ μαλώνεις
Τὸν ποταμὸ νὰ λιθοβολεῖς ὅπως ἡ μάνα τοῦ Κίτσου.
Γιατί κι ἐσὺ θά ῾χεις χαθεῖ κι ἡ ὀμορφιά σου θά ῾χει γεράσει.
Μέσα στοὺς κλώνους μιᾶς λυγαριᾶς βλέπω τὸ παιδικό σου πουκάμισο νὰ στεγνώνει
Πάρ᾿ το σημαία τῆς ζωῆς νὰ σαβανώσεις τὸ θάνατο
Κι ἂς μὴ λυγίσει ἡ καρδιά σου
Κι ἂς μὴν κυλήσει τὸ δάκρυ σου πάνω στὴν ἀδυσώπητη τούτη γῆ
Ὅπως ἐκύλησε μιὰ φορὰ στὴν παγωμένη ἐρημιὰ τὸ δάκρυ τοῦ πιγκουίνου
Δὲν ὠφελεῖ τὸ παράπονο
Ἴδια παντοῦ θά ῾ναι ἡ ζωὴ μὲ τὸ σουραύλι τῶν φιδιῶν στὴ χώρα τῶν φαντασμάτων
Μὲ τὸ τραγούδι τῶν ληστῶν στὰ δάση τῶν ἀρωμάτων
Μὲ τὸ μαχαίρι ἑνὸς καημοῦ στὰ μάγουλα τῆς ἐλπίδας
Μὲ τὸ μαράζι μιᾶς ἄνοιξης στὰ φυλλοκάρδια τοῦ γκιώνη
Φτάνει ἕνα ἀλέτρι νὰ βρεθεῖ κι ἕνα δρεπάνι κοφτερὸ σ᾿ ἕνα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν᾿ ἀνθίσει μόνο
Λίγο στάρι γιὰ τὶς γιορτὲς λίγο κρασὶ γιὰ τὴ θύμηση λίγο νερὸ γιὰ τὴ σκόνη…

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ ἥλιος δὲν ἀνατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε νὰ κοροϊδέψουν τ᾿ ἄστρα
Μόνο φυτρώνουν ἄλογα στὶς μυρμηγκοφωλιὲς
Καὶ νυχτερίδες τρῶν πουλιὰ καὶ κατουρᾶνε σπέρμα.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ δὲ βασιλεύει ἡ νύχτα
Μόνο ξερνᾶν οἱ φυλλωσιὲς ἕνα ποτάμι δάκρυα
Ὅταν περνάει ὁ διάβολος νὰ καβαλήσει τὰ σκυλιὰ
Καὶ τὰ κοράκια κολυμπᾶν σ᾿ ἕνα πηγάδι μ᾿ αἷμα.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ τὸ μάτι ἔχει στερέψει
Ἔχει παγώσει τὸ μυαλὸ κι ἔχει ἡ καρδιὰ πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιῶν στὰ δόντια τῆς ἀράχνης
Σκούζουν ἀκρίδες νηστικὲς σὲ βρυκολάκων πόδια.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ βγαίνει χορτάρι μαῦρο
Μόνο ἕνα βράδυ τοῦ Μαγιοῦ πέρασε ἕνας ἀγέρας
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.

Κι ἂν θὰ διψάσεις γιὰ νερὸ θὰ στίψουμε ἕνα σύννεφο
Κι ἂν θὰ πεινάσεις γιὰ ψωμὶ θὰ σφάξουμε ἕνα ἀηδόνι
Μόνο καρτέρει μία στιγμὴ ν᾿ ἀνοίξει ὁ πικραπήγανος
N᾿ ἀστράψει ὁ μαῦρος οὐρανὸς νὰ λουλουδίσει ὁ φλόμος.

Μὰ εἶταν ἀγέρας κι ἔφυγε κορυδαλλὸς κι ἐχάθη
Εἶταν τοῦ Μάη τὸ πρόσωπο τοῦ φεγγαριοῦ ἡ ἀσπράδα
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης

Από το έργο “Αμοργός” του Νίκου Γκάτσου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

Ακούστε το εδώ:

Σχήματα της Απουσίας ΙΙ του Γιάννη Ρίτσου

Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί,
μπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ
κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και τον χρόνο.
Πάντα εκεί.
Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή, καταμεσής καλοκαιριού,
στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά.
Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξεχωριστή προτίμηση να παίζουν
στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας,
τόσο που ο πόνος κάτω απ΄τα πλευρά μας δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα από την αύξηση.
Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.

Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα ,Τόμος Β’, εκδ. Κέδρος

Ακούστε το εδώ:

Εσωτερικός μετανάστης του Γιάννη Καλπούζου

Σε χιλιάδες αντίτυπα κόλλησαν την άσφαλτο στο χώμα,
να μη σε προλαβαίνουν τα μάτια
να μη σε καίνε οι ανάσες
καθώς χάνεσαι στην πρώτη στροφή .
Να απλώνεται γρήγορα η απόσταση
και να μην βλέπεις για πολύ
τη μάνα και τον πατέρα στην άκρη του δρόμου.
Να μην ακούς το ρέμα του καημού.

Από δώδεκα χρονών φεύγω,
κάθε δεκαπέντε μια επιστροφή, τότε,
ήταν και οι άλλοι που γύριζαν Χριστούγεννα και Λαμπρή.
Μια σταλιά παιδάκια
κλωνάρια μόνα
τι σημασία έχει πια!

Όλο φεύγω, κι ούτε ένα απ’ τα καλάθια
που μαζεύαμε τα σύκα και τα σταφύλια
δεν πήρα για ενθύμιο.
Κι ακόμα, Μάνα, δε σου είπα
πόσο ήθελα να μου χαϊδέψεις μια φορά
τα μαλλιά και το πρόσωπο
κι ας γδέρνουν τα χέρια σου.

Αν μ’ αγαπάς, αν νοιάζεσαι για μένα να το λες
έγραψα σ’ ένα τραγούδι.
Εμείς ποτέ δε λέγαμε τίποτα.
Πώς αλλιώς θα αντέχαμε
τόσους αποχαιρετισμούς.

Πηγή: Γιάννης Καλπούζος, Ποιήματα 2000-2017, εκδόσεις Ψυχογιός

Ακούστε το εδώ:

Η ποιητική φύση του πεζογράφου Αντώνη Σαμαράκη

Αντί προλόγου

Όλοι γνωρίζουμε τον Αντώνη Σαμαράκη για το συγκλονιστικό πεζογραφικό του έργο που δικαίως τον κατέταξε μεταξύ των πιο διακεκριμένων Ελλήνων συγγραφέων του 20ου αιώνα. Ωστόσο, το πεζογραφικό σώμα του έργου του έρχεται να ρίξει και να αναταράξει η μετατόπισή του στην ποίηση, όπως την γνωρίσαμε μέσα από την συλλογή ποιημάτων του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Ο πεζογράφος φόρεσε τον μανδύα του ποιητή με εξαιρετική επιδεξιότητα, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλους τους μεγάλους λογοτέχνες που με άνεση ενδύονται διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Ή μήπως ο νέος ποιητής εξελίχθηκε σε έναν ολοκληρωμένο ποιητικό πεζογράφο; Αυτό επαφίεται στην δική σας πρόσληψη και γνώμη.

Ποιήματα, Αντώνης Σαμαράκης, εκδόσεις Ψυχογιός
Λίγα λόγια για το περιεχόμενο και την ποιητική

Η εφηβική εκδοχή του Σαμαράκη ζει και στιχουργεί σε μια εποχή ζοφερή. Γύρω στα 14 του έστειλε στο περιοδικό «Ξεκίνημα» τους στίχους του και το Μάη του 1944 η διεύθυνση του περιοδικού στη στήλη της αλληλογραφίας του απάντησε ως εξής : «Οι στίχοι σας είναι πολύ καλύτεροι από αυτούς που μας είχατε ξαναστείλει. Δουλέψτε επίμονα και προσεχτικά, χωρίς να παραλείψετε να διαβάζετε πολύ. Προσέξτε να μπείτε σ’ έναν καλό δρόμο, τώρα που είσθε ακόμη τόσο νέος. Ελάτε να σας δούμε».Ένα χρόνο πριν είχε γράψει ένα ποίημα που το μελοποίησε ο καθηγητής του της μουσικής στο Βαρβάκειο Ιωάννης Μαργαζιώτης και, όπως σημειώνει με καμάρι στη κάτω μέρος του χειρογράφου, «το τραγουδούσε η χορωδία του σχολείου». Η γραφή είναι μεν βέβαια σχολική και άρα πρωτόλεια, μεστή όμως από μια καρυωτακική ευαισθησία και λύπη. Πολλά έργα του έχουν θρησκευτική πνοή αναφερόμενα στα πρόσωπα του Ιησού. Τα περισσότερα είναι επηρεασμένα από τον Παλαμικό ρυθμό της εποχής που ανάδειξε το ποίημα- τραγούδι ή σωστότερα παιάνας. Τα πρώτα αυτά ποιήματα γράφτηκαν, με το ψευδώνυμο «Ιωσήφ Κυπριανός» στα περιοδικά «Νέα Εστία», «Ακτίνες», «Ξεκίνημα».

Ο λογοτέχνης Αντώνης Σαμαράκης

Οι λέξεις του στοιχειώνονται σταδιακά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Γερμανική Κατοχή και ο πεζογραφικός τόνος αρχίζει να κυριεύει τον ποιητικό του λόγο που πυκνός μα συνάμα απλός εκφράζει τις προσωπικές αγωνίες του ποιητή. Ο Σαμαράκης δεν μένει. όμως παγιδευμένος στον δικό του μικρόκοσμο, αλλά διογκώνει τους προβληματισμούς του- κοινωνικούς και ηθικούς- τους εξαπλώνει. Έτσι από το πρόσωπο, γίνεται αργότερα λόγος για την αυλή, για την γειτονιά μέχρι να καταλήξουμε στην ελληνική κοινωνία και τον κόσμο. Όλα αυτά γίνονται ο καμβάς του πάνω στον οποίο ζωγραφίζει τις ανησυχίες, το άγχος, τα διλήμματα. Έτσι μεταβαίνει από τον μικρόκοσμο στον μακρόκοσμο και έτσι από μια απλή έκφραση προσωπικών ιδεών το έργο του γίνεται πανανθρώπινο και οικουμενικό. Η ποιητική της ταπεινής ζωής, η καθημερινότητα που αγιάζεται στην πεζογραφία του Σαμαράκη, και ταυτόχρονα η εξέγερσης, στοιχείο που σφραγίζει τα κατοπινά, πεζά έργα του συγγραφέα, συμφύρονται ήδη στα ποιήματα της πρώιμης δημιουργικής του περιόδου. Μπορεί εν τέλει το λιμάνι που προσαράζει το καράβι της δημιουργίας του να είναι η πεζογραφία στην οποία αποκρυσταλλώνεται και η ωριμότητά του, όμως η ποιητική δημιουργία βρίθει νιότης, αγνότητας, ελπίδας, μιας ωραιότητας ασύγκριτης και ανεπανάληπτης. Αξεδίψαστο συναισθημάτων και αχόρταγο κοινωνικών αναταραχών το έργο του, που ακροβατεί μεταξύ του σύγχρονου και του παλιού, του συμβολισμού και ενός πρώιμου υπερρεαλισμού, είναι χωρίς αμφιβολία μια μοναδική ποιητική εμπειρία.

Τα λόγια του  Θανάση Νιάρχου έπονται προς επίρρωση όσων σας αναφέραμε παραπάνω: «Οι ανησυχίες και τα θέματά του, τα ενδιαφέροντα και η προβληματική του, ελάχιστα διαφέρουν στην ποίηση και τη πεζογραφία του. Μπορεί ο Χριστιανός Σαμαράκης να εξελίσσεται σ ‘ένα οικουμενικού προβληματισμού πεζογράφο, μπορεί ο προστατευτικός τόνος για μια ηθική ανύψωση, που θεωρείται ευκταία, να αντικαθίσταται από την τρυφερά απαισιόδοξη ενατένιση των ανθρωπίνων, ο ήχος του εμβατηρίου να αδυνατίζει και να περισσεύει η κραυγή, τα θέματά του όμως παραμένουν συγκινητικά τα ίδια : Ο Σαμαράκης είναι ο μικρόκοσμος, η αυλή, η γειτονιά, με τα καθημερινά βάσανα και, ταυτόχρονα, ο μακρόκοσμος, με τις ανησυχίες και τα ηθικά διλήμματα, τους κλυδωνισμούς και την σκοτεινή του προοπτική».

Αντί επιλόγου

Η ποίηση του Σαμαράκη ατενίζει το μέλλον και αναθεματίζει μια ανθρωπότητα που διαρκώς επιλέγει να κοιτάζει πίσω. Μας δίνει την απάντηση στο σκοτάδι της εποχής, γιατί μας μεταλαμπαδεύει το φως της αγάπης που είναι η λύση σε όλα τα προβλήματα, η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις. Είναι μια ποίηση ελληνικότατη και συγχρόνως παγκόσμια. Μια ποίηση του παρελθόντος και του μέλλοντος, επίκαιρη και νοσταλγική. Είναι μια ποίηση που δεν προσπερνάς. Για αυτό με την πρώτη ευκαιρία σας καλούμε να αναζητήσετε το ποιητικό έργο του Αντώνη Σαμαράκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Διαβάστε ένα ποίημα από την συλλογή εδώ και ακούστε το εδώ.

Πηγές:

Το Literature.gr προτείνει: «Ποιήματα» του Αντώνη Σαμαράκη

Τα ποιήματα του έφηβου Αντώνη Σαμαράκη

https://www.matia.gr/books/vivlia-piisi-ke-stichi/piimata-antonis-samarakis.html

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: ένας ρομαντικός συμβολιστής

  • Σημαντικά βιογραφικά στοιχεία

Ο Rainer Maria Rilke γεννήθηκε το 1875 στην Πράγα. Τα παιδικά του χρόνια χαρακτηρίζονταν από κακουχίες, αφού ως φιλάσθενος με ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία και ευαισθησία δυσκολεύονταν να φοιτήσει σε στρατιωτικές σχολές , πράγμα για το οποίο τον προόριζε ο πατέρας του, που αργότερα από τους βιογράφους του χαρακτηρίστηκε εγκληματικό. Το 1892 ξεκινά τις Νομικές Σπουδές και το 1893 αρραβωνιάζεται με τη Valery von David-Rhonfeld,η σχέση του με την οποία έρχεται σε ρήξη μετά τη δημοσίευση της αλληλογραφίας μεταξύ τους από την ίδια[1]. Συνεργάζεται με το περιοδικό «Νέα Γερμανία και Νέο Έζλας» και το 1895 ξεκινά τις Φιλοσοφικές του Σπουδές. Το 1897 γνωρίζεται με τη Lou Andreas-Salome, ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο της ζωής του. Σε ένα ταξίδι του στη Ρωσία γνωρίζει τους: Leo Tolstoi, Drouhin,Pasternak, Vogeles, Becker, και τη γλύπτρια Clara Westhoff, την οποία παντρεύεται το 1901. Το 1905 και για ένα χρόνο διατελεί γραμματέας του διάσημου γλύπτη August Rodin. Η ψύχρανση των σχέσεων τους όμως ένα χρόνο αργότερα συντελεί στην αποχώρηση του Rilke. Το 1907 βέβαια, συμφιλιώνονται ξανά. Το 1914 γνωρίζει τη Lulu Albert-Lasard και συζούν. Εκείνη, το 1915 ζωγραφίζει το μοναδικό πορτραίτο του ποιητή καθήμενου. Το 1919 καταφεύγει στην Ελβετία ζητώντας άσυλο. Το 1926 συναντά τον Paul Valery. Την ίδια χρόνια πληγωμένος στο χέρι, από τα αγκάθια τριαντάφυλλων, που έκοβε, στον κήπο του, εκδηλώνεται οξεία λευχαιμία, από την οποία έπασχε. Μετά από μακρύ αγώνα φεύγει από τη ζωή στις 29 Δεκεμβρίου του 1926 σε ένα νοσοκομείο στην Ελβετία. Όλη του τη ζωή ταξίδεψε σε πάρα πολλές χώρες, αναζητώντας μια πνευματική πατρίδα. 

  •  Ιστορικά γεγονότα που επηρέασαν το έργο του

Ο Rilke έζησε σε μια ταραγμένη εποχή, που χαρακτηρίζονταν από θρησκευτικές διαμάχες, ηθική κατάπτωση ,παγκόσμια αναστάτωση[2] και κοινωνικές ζυμώσεις που κατέληξαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος στιγμάτισε το έργο του. Επιπρόσθετα, οι αναζητήσεις και ανακαλύψεις στην περιοχή των επιστημών του ανθρώπου (Δαρβίνος, Μαρξ, Νίτσε, Μπερζόν, Φρόυντ) οδήγησαν σε μια ραγδαία αλλαγή της ευαισθησίας και μια σειρά καλλιτεχνικών εξεγέρσεων, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται ο γαλλικός ιμπρεσιονισμός όσον αφορά τη ζωγραφική και ο συμβολισμός όσον αφορά την ποίηση που διαμορφώνουν το ύφος και τον στίχο του ποιητή. Βέβαια, πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι στο νεανικό του έργο ήταν εμφανείς οι επιρροές του από τον Τριακονταετή πόλεμο, τους ήρωες και τα μεγάλα πνεύματα εκείνης της εποχής. Επίσης, τα πρώτα του διηγήματα καθορίστηκαν κατά μεγάλο βαθμό από το έργο του Detlev Liliencram και οι πρώτες του δραματικές απόπειρες από το νατουραλισμό.

Ο Ρίλκε (αριστερά) με τον Βαλερύ (δεξιά)
  • Έργο

Ο Rilke εντάσσεται στο ρεύμα του συμβολισμού. Παρ’ όλα αυτά παρουσιάζει στα ποιήματά του στοιχεία ρομαντισμού. Όπως αναφέραμε παραπάνω, επηρεάστηκε από το γαλλικό ιμπρεσιονισμό.

Από όλα του τα έργα πιο γνωστό είναι οι «Ελεγείες του Ντουίνο», που οφείλουν τον τίτλο τους στον Πύργο του Ντουίνο, κοντά στην Τεργέστη[3] όπου εμπνεύστηκε το έργο τώρα έχει καταστραφεί[4]. Η φιλία του Rilke με την ιδιοκτήτριά του, την Πριγκίπισσα Maria von Thurn und Taxis-Hohenloe, έχει σχολιαστεί πλούσια. Το βιβλίο μεταφράζεται ολόκληρο. Η ευφορία του αισθήματος, των αισθήσεων σε καθαρότητα θαυμαστή, του πνεύματος σε λαμπρότητα ορμής, εξουσιάζουν αμέσων εκείνον που είναι ικανός να αφεθεί, να διαποτιστεί από την αβρότητα της ποίησης αυτής, που ο πυρήνας της είναι εντούτοις μια αδάμαστη δύναμη, γράφει αναφερόμενη στο έργο του αυτό η Ζωή Καρέλλη[5].Ο ρομαντισμός του μας πηγαίνει πολύ μακριά, μας γυρεύει όλο και μια καινούργια συγκατάθεση, μια καινούργια ψυχική βίωση. Κάθε φορά που το ανοίγουμε ξέρουμε πως έχουμε να περάσουμε ένα σύνορο. Και πως ό,τι βρίσκεται πέρα απ’ αυτό, ποτέ δεν είχε πάψει να μας ανήκει[6].  Ή σύμφωνα με τον Κλέοντα Παράσχο, αυτά ιδίως τα δέκα «Ελεγεία του Ντουίνο», το ωραιότερο και πιο ώριμο έργο του Rilke, είναι ό,τι πιο ρευστό, πιο μουσικό, πιο έξω και μακριά από κάθε πλαστικό σχήμα, παρουσίασε η ποίηση των τελευταίων χρόνων, καθαρή ουσία ψυχική και ροή, αν μπορεί κανένας να πει, ψυχική[7] .

Ο Rilke αποτελεί την προσωποποίηση της ευαισθησίας, αποκρυσταλλωμένης σε τόνους τόσο λεπτούς, τόσο μουσικούς, τόσο βαθιά ενοραματικούς, δίνοντας τις πνευματικές αισθήσεις του για να βιώνουμε το άγνωστο, να βλέπουμε πέρα από το ορατό και, για να ακούμε, να παραβιάζουμε αυτή την τρομερή σιωπή των ζωντανών πραγμάτων. Κι όλα αυτά απλά μόνο για αυτό το κάλλος που παιδεύει ηθικά και ολοκληρώνει τον άνθρωπο σε αρετή και κατανόηση. Προκειμένου να μιλήσει κανείς για αυτόν, θα πρέπει να φτάσει στα βάθη της πιο αυστηρής σιωπής, ως τις πιο βαθειές ρίζες της αρχέτυπης ανθρωπιάς ακλουθώντας τον. Η λεκτική μουσική του, ο στίχος του, η τελειότητα της μορφής ου η σχεδόν παρνασσιακή είναι μορφικά στοιχεία που ιδιάζουν και χρωματίζουν ολόκληρο το ποιητικό έργο του Rilke. Ο Rilke είναι ένας ασύγκριτος οραματιστής των πραγμάτων, ένας ποιητής που έδωσε νέα κατεύθυνση στο λυρισμό και τον ανανέωσε, βαφτίζοντάς τον σε βαθύτατες πηγές ενστικτώδους και βαθύτατου μυστικισμού. Ο Rilke είναι από τους ποιητές στους οποίους η μοντέρνα ποίηση οφείλει ένα μέγιστο μέρος της αξίας της και της ουσίας της. Ό,τι έκανε ο Ρεμπώ και ο Γαλλικός Συμβολισμός έως τον Βαλερύ, στη μορφή του ποιητικού λόγου, το έκανε ο Rilke στο εσωτερικό του, στον τομέα που η ψυχή γίνεται άμεσα ποίηση και μύθος. Ποιητής αρχαγγελικός αλλά και σε πολλά απρόσιτος, επιβάλλεται περισσότερο σαν μυστήριο και λιγότερο σα νοητός λόγος. Για να νιώσουμε τον Ρίλκε, πρέπει να έχουμε διαρκώς υψωμένα τα μάτια μας στο βραδινό ουρανό ή να βλέπουμε τον γύρω μας κόσμο, ψάχνοντάς του γνωρίσματα και φωνές και ψιθυρίσματα ουρανίων παραδείσων, όπως σημειώνει σε ραδιοφωνική του εκπομπή ο Αντρέας Καραντώνης.

Θεωρείται σπουδαίος, καθώς έδειξε πόσες άπειρες δυνατότητες περιέχει ακόμα η Γερμανική γλώσσα, η πιο πλούσια σε καίρια έκφραση απ’ όλες τις λατινογενείς γλώσσες της Ευρώπης. Την πλούτισε με καινούργιες λέξεις και εκφράσεις, νεολογώντας κατά τον πιο νόμιμο, αλλά πάντα απίθανα ποιητικό τρόπο, έτσι που, για να τον κατανοήσει κανείς δεν αρκεί πια η γνώση της γλώσσας, αλλά η δημιουργική φαντασία που θα βρίσκεται σε απόλυτη επικοινωνία και σε στενή συνεργασία με τη συμβολογλωσσοπλαστική αντίληψη του ίδιου του ποιητή. Οι δικές του αισθητικές αρχές που διαμόρφωσε, συνέπεσαν με τις αρχές του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού, οπότε είναι ο ίδιος και το έργο του αυτοί που βοήθησαν στην εκκόλαψη του εξπρεσιονιστικού κινήματος στη Γερμανία. Τέλος συνέβαλε στην εξέλιξη του ρωσικού ακμεϊσμού, εφόσον αρκετοί ρώσοι λογοτέχνες μελέτησαν και στηρίχτηκαν στο έργο του, όπως: Μαρίνα Τσβετάγεβα, Μπόρις Πάστερνακ και Πάουλ Τσέλαν. 

Το έργο του διαχωρίζεται σε δύο φάσεις: νεανικό και ωριμότητας:

ΝεανικόΩριμότητας
Χειρόγραφο 81 σελίδες (αρχεία Βαϊμάρης) (1892)«Δύο ιστορίες της Πράγας», «Για να γιορτάσω τον εαυτό μου» (1899) «Οι τελευταίοι» (διήγημα), «Βιβλίο των εικόνων (ποιήματα), «Καθημερινή ζωή» (δίπραχτο δράμα), «Ράινερ Μαρία Ρίλκε» (μονογραφία) (1902)
«Ζωή και τραγωδία» (πρωτόλειο βιβλίο) , «Εικόνες και φύλλα ημερολογίου» (επιστολές)  (1893)«Η μονογραφία του Βορπσβέντε» (μονογραφία), «Αύγουστος Ροντέν» (μονογραφία) (1903) «Ιστορία Καλού Θεού» (διηγήματα) (1904) «Ωρολόγιον» (1905)
«Τώρα και στην ώρα του θανάτου μας» (θεατρικό έργο) , «Αγροράδικα» (τρία τετράδια), «Προσφορά στους Λάρητες» (ποιητική συλλογή)  (1896),«Η μελωδία του έρωτα και του θανάτου του Σημαιοφόρου Χριστοφόρου Ρίλκε» (1906), «Νέα ποιήματα» (2ο βιβλίο)
«Το πρωινό αγιάζι» (τρίπραχτο δράμα), «Στεφανωμένος με όνειρο» (ποιήματα) (1897)«Πρώιμα ποιήματα», «Requiem» (1909), «Μάλτε Λάουριτζ Μπρίγκε» (1911), «Πρώτα Ποιήματα», «Βίος της Θεοτόκου» (1913) «Όψιμα ποιήματα» (1915) 
«Τεσσαρακοστή», «Χωρίς Παρουσία» (δίπραχτο δράμα), «Προς ζωή» (διηγήματα και σκίτσα), «Φλωρεντινό Ημερολόγιο» (υπό τύπον επιστολή προς Lou) (1898)«Η λευκή πριγκίπισσα» (1920), «Οι ελεγείες του Ντουίνο» , «Σονέττα του Ορφέα» (1923)
Γαλλικές συλλογές: «Περιβόλια και Βαλαιζανικές Στροφές» (1926) , «Τα παράθυρα», «Τα ρόδια» με πρόλογο του Paul Valery)
Μεταφράσεις: «Πορτογαλικά Σονέττα» (Elizabeth Barret Browing) (1908), «Ο Κένταυρος» (Maurice de Guerin) (1911), «Πορτογαλικές Επιστολές» (Marianna Alcofarda) (1913), «Επιστροφή του ασώτου υιού» (Andre Gide) (1914) Άλλα ποιήματα (Paul Valery) (1924)
©Στο δρόμο της Ποίησης

Πηγές:


[1] «Εικόνες και φύλλα ημερολογίου»  (1893)

[2] www.wikipedia/RainerMariaRilke.com (Ανάκτηση: 20/11/13)

[3] «Rilke, Man and Poet» Nora Wydenbruck

[4] «R.M.Rilke:Oeuvres» Editions du Seuil

[5] «Καινούργια εποχή»

[6] «Ταχυδρόμος» Αλεξάνδρειας, «Η Τέχνη είναι δύσκολη»

[7] «Καθημερινή»