Οι μάγισσες του Σάλεμ: η αληθινή ιστορία πίσω από το θεατρικό έργο

Σε αυτό το έργο θα μεταφερθούμε το 1692 στο Σάλεμ, ένα μικρό χωριό στην επαρχία της Μασαχουσέτης. Κατά το 17ο αιώνα στην αποικία της Μασαχουσέτης, όπως και στις περισσότερες πουριτανικές αποικίες στο Νέο Κόσμο, υπήρχε η πεποίθηση στους κατοίκους ότι βρίσκονταν σε διαρκή μάχη με το Σατανά. Επίσης, η αντιμαχία του Σάλεμ Βίλατζ με τη γειτονική Σάλεμ Τάουν, μια πρόσφατη επιδημία ευλογιάς και ο φόβος της επίθεσης από πολεμικές φυλές ιθαγενών δημιούργησαν ένα κλίμα φόβου και καχυποψίας. Είχε προηγηθεί το κυνήγι μαγισσών στην Ευρώπη, οπότε ο φόβος για πιθανή “μόλυνση” του Νέου Κόσμου ήταν εμφανής.

Η ιστορία ξεκινά όταν η Ελίζαμπεθ Πάρις (Μπέτι), και η προστατευόμενη , Άμπιγκεϊλ Ουίλιαμς, άρχισαν να παρουσιάζουν περίεργα συμπτώματα, τα οποία κανείς γιατρός δεν μπορούσε να εξηγήσει. Τα συμπτώματα περιλάμβαναν κραυγές, βλασφημίες, σπασμούς, μυστήριες επικλήσεις και κατάσταση έκστασης και σύντομα παρατηρήθηκαν και σε άλλα κορίτσια της πόλης. Έτσι ο αιδεσιμότατος Σάμιουελ Πάρις, πατέρας της Μπέτι, αφού φέρεται να έπιασε επ’ αυτοφόρω τα κορίτσια στο δάσος να χορεύουν ζήτησε βοήθεια και από γειτονικές πόλεις. Ο φιλάργυρος, όπως παρουσιάζεται, πρώην έμπορος και νυν ιερέα αλλά και οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης άρχισαν να πιέζουν τα κορίτσια να κατονομάσουν τους ανθρώπους που καταπιάνονταν με «έργα του Διαβόλου». Σύντομα και η Άννα Πούτναμ, ένα ακόμα μέλος μιας ευυπόληπτης οικογένειας, θα εμφανίσει παρόμοια συμπτώματα. Και οι δύο γονείς της, με τραγικό πρόσωπο την μητέρας της που πίστευε πως ο θάνατος των 7 νεογνών της οφείλεται σε επέμβαση του σατανά θα στραφούν κατά της μαγείας και ιδίως των προσώπων που πίστευαν ότι εμπλέκονταν σε αυτή. H Άμπιγκεϊλ είναι παράφορα ερωτευμένη με τον αγρότη Τζον Πρόκτορ, που την έχει προηγουμένως απορρίψει και έχει επιλέξει να ζήσει με την γυναίκα του.

Πρώτο θύμα αυτού του κυνηγιού υπήρξε αν μη τι άλλο, μια ξένη, η Τιτούμπα, ινδιάνα σκλάβα που είχε γεννηθεί στη Νότια Αμερική και είχε φέρει μαζί του ο ιερέας από τα νησιά Μπαρμπάντος, γνώστρια της μαγικής λατρείας της Obeah. Τα κορίτσια του χωριού την επισκέπτονταν συχνά την Τιτούμπα προκειμένου να τις φέρει σε επαφή με πνεύματα. Εξαιτίας της πίεσης που της άσκησαν, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι ήταν η υπεύθυνη για την κατάσταση των κοριτσιών. Μαζί της συνελήφθησαν ακόμα δύο γυναίκες. Η Σάρα Γκουντ ήταν επαίτης, κόρη ενός Γάλλου ξενοδόχου, που αυτοκτόνησε όταν η ίδια ήταν έφηβη ακόμα και η Σάρα Όσμπορν ήταν μία κατάκοιτη ηλικιωμένη, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν εκκλησιαζόταν και είχε νομικές αντιμαχίες με την οικογένεια Πούτναμ. Σύντομα, ξεκίνησαν οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ των κατοίκων. Δύο δικαστές έφτασαν στην πόλη: ο Τζον Χάθορν κι ο Τζόναθαν Κόργουιν, ενώ λίγους μήνες μετά στήθηκε στο χωριό δικαστήριο με επικεφαλής τον δικαστή Γουίλιαμ Στάουτον, ο οποίος περιγράφεται ως χωρίς οίκτο και με δίψα για την εξουσία.

Τραγικά είναι τα πρόσωπα εκείνων των ανδρών που προσπαθούν να σώσουν τις γυναίκες τους από την αγχόνη. Ο Τζιλ Κόρεϊ και ο Τζον Πρόκτορ εναντιώθηκαν στην σύλληψη των γυναικών τους που επήλθε κατόπιν καταθέσεων των νεαρών κοριτσιών και ιδίως της Μαίρη Γουόρεν, η οποία ήταν υπηρέτρια στο αγρόκτημα των Πρόκτορ. Η εναντίωση στην απόφαση του δικαστή επέφερε και στην στοχοποίησή τους. Ενώ ο Πρόκτορ έπεισε τον Γουόρεν να ομολογήσει τις ψευδείς της κατηγορίες ενώπιον του δικαστηρίου, η νεαρή Άμπιγκεϊλ που εποφθαλμιούσε τον Πρόκτορ την μετέπεισε, ώστε να κατηγορήσει και εκείνον για παρόμοιες ενέργειες.

Ο μη εκκλησιασμός του τις Κυριακές, οι διακηρύξεις περί μη πίστης στον διάβολο και το γεγονός πως το ένα εκ των παιδιών του δεν είχε βαπτιστεί ήταν αρκετές ενδείξεις για να κατηγορήσουν και εκείνον για μαγεία. Αφού παραδέχθηκε για να υποστηρίξει περαιτέρω την σύζυγό του πως είχε νιώσει σφοδρή επιθυμία για την νεαρή Άμπιγκεϊλ και αυτός ήταν ο λόγος που η γυναίκα του την έχει διώξει από το σπίτι τους, η θέση του επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο. Ανάλογη κατάληξη είχε και ο Κόρεϊ. Κατόπιν αυτόν συνελήφθησαν, ενώ η γυναίκα του Ελίζαμπεθ Πρόκτορ αφέθηκε ελεύθερη, καθώς ήταν έγκυος. Ο Κόρεϊ πέθανε αφού τον καταπλάκωσαν με πέτρες, χωρίς να ομολογήσει πως υπηρετούσε τον σατανά μήτε όμως και το αντίθετο. Έτσι, απεβίωσε σαν Χριστιανός και τα παιδιά του δεν έχασαν το κληρονομικό τους δικαίωμα στο κτήμα του. Ο Πρόκτορ, ενώ κλήθηκε να υπογράψει πως είχε δει τον διάβολο και είχε εργαστεί για αυτόν, δεν ομολόγησε ποτέ τελικά και κρεμάστηκε, όπως και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αφήνοντας πίσω τα παιδιά και την σύζυγό του, στην οποία τελικά αποδόθηκε χάρη.

Οι δίκες τερματίστηκαν με την επιστροφή του κυβερνήτη Γουίλιαμ Φιπς στη Μασαχουσέτη από τον πόλεμο, ο οποίος απένειμε χάρη στους φυλακισμένους. Όμως το γεγονός λειτουργεί μέχρι σήμερα ως μια θλιβερή υπενθύμιση του πού μπορεί να οδηγήσουν η απομόνωση και ο θρησκευτικός φανατισμός. Μια μελέτη του 1976 (Science) την «υστερική» συμπεριφορά των κατηγορούμενων στο κυνήγι μαγισσών του Σάλεμ αποδίδει σε ένα παράσιτο της σίκαλης, το εργότιο, που απελευθερώνει την ψυχοτρόπο ουσία λυσεργικό οξύ (το οποίο χρησιμοποιείται και στην παρασκευή LSD). Άλλα σενάρια που έχουν προταθεί είναι ότι έπασχαν από ληθαργική εγκεφαλίτιδα, μια νόσο που μετέδιδαν τα ζώα και τα πτηνά, ή από τη νόσο Lyme. Μπορεί όμως επίσης να ήταν ψυχοσωματικά συμπτώματα της κοινωνικής απομόνωσης που βίωναν εκείνοι οι άνθρωποι στην ήδη απομονωμένη Νέα Αγγλία. Κάποιοι μελετητές επισημαίνουν τις διαφορές μεταξύ των κατηγορούμενων και των κατηγόρων, οι οποίες προφανώς έκαναν τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Οι περισσότεροι από τους κατηγορούμενους ζούσαν στα νότια και πολλοί από αυτούς ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τους κατηγόρους τους. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κατηγορίες κατά οικογενειών είχαν ως αποτέλεσμα περιουσιακά κέρδη για τους κατηγόρους. Επίσης, κατήγοροι και κατηγορούμενοι είχαν διαφορετικές τοποθετήσεις σε εκκλησιαστικά ζητήματα τα οποία είχαν προκαλέσει διχασμό στο χωριό πριν το ξέσπασμα της υστερίας.

Ο Άρθουρ Μίλλερ πήρε την γνωστή αυτή ιστορία και την μετέτρεψε σε ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα θεατρικά έργα. Ανέβασε to 1953 στο Μπρόντγουεϊ το έργο του «The Crucible», το οποίο βραβεύτηκε με Βραβείο Τόνι. «Ένα έργο για την ατομική συνείδηση και την κοινωνική τυραννία που βιώνει κάθε πολιτισμός και κάθε γενιά» θα σημειώσουν οι New York Times. Ο ίδιος ο Μίλλερ θα πει: «Όταν η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη ο φόβος παίρνει υπόσταση. Οι άνθρωποι του Σάλεμ έβλεπαν τον εαυτό τους σαν κάτοχο μιας ανώτερης αλήθειας. Αν το φως αυτής της αλήθειας έσβηνε, πίστευαν πως θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου. Όταν έχετε έναν ιδεολογικό κόσμο που θεωρεί τον εαυτό του τόσο αγνό, είναι φυσικό να τείνετε προς τα άκρα». Ένα έργο οικουμενικό και επίκαιρο σαν αυτό δεν μπορούσε παρά να κατακρίνει τον ρατσισμό και τον φανατισμό οποιαδήποτε μορφή αυτός λαμβάνει. Εξάλλου, η Τιτούμπα ως εξιλαστήριο θύμα έγινε σύμβολο της εποχής που έζησε και δημιούργησε ο Μίλλερ που χαρακτηριζόταν από βία και έμφυλες διακρίσεις ιδίως κατά του εγχρώμου πληθυσμού της Αμερικής. Είχε στόχο να καταγγείλει την αντικομουνιστική υστερία που επικράτησε στις ΗΠΑ την εποχή του μακαρθισμού και οδήγησε στη φυσική ή στην ηθική εξόντωση απλών πολιτών, ιδεολόγων και εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου.

Αλλά ο Μίλλερ δεν έμεινε μόνο σε μια πολιτική και κοινωνική καταγγελία. Διείσδυσε βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή και με άγγελο τον Πρόκτορ ξεπέρασε εκπληκτικά το ιστορικό επεισόδιο που έχει δεχτεί για υπόδειγμά του. Ο ήρωας, κουβαλώντας μια προσωπική αμαρτία, αυτή της συζυγικής απιστίας, που ακόμα και αν δεν παίρνει σάρκα και οστά, ζούσε στην σκέψη του πρέπει προτού χάσει τη ζωή του να εξασφαλίσει την συγγνώμη της γυναίκας του αλλά και την προσωπική του κάθαρση. Αγωνίζεται να μην χάσει την ψυχή του, αφού είχε ήδη με την παραδοχή της απιστίας σπιλώσει το όνομά του. Οι δραματικοί του μονόλογοι είναι συνταρακτικοί και αποκρυσταλλώνουν ευαγώς την αγωνία ενός ανθρώπου να μετανοήσει, να αλλάξει πορεία στην ζωή του που βλέπει να τελειώνει χωρίς σημαντικό λόγο. Γινόμαστε μάρτυρες της μεταστροφής, του Γολγοθά του και της θυσία του. Θυσιάζει την ζωή του για να κρατήσει αμόλυντη από τον δογματισμό την ψυχή του.

Στην Ελλάδα, ανέβηκε στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου μόλις δυο χρόνια αργότερα το 1955 κι έγινε γνωστό με τον τίτλο «Δοκιμασία (Οι μάγισσες του Σάλεμ)». Εμείς παρακολουθήσαμε την παράσταση “The crucible”, η οποία ανέβηκε το 2014 στο θέατρο Old Vic σε σκηνοθεσία του Yaël Farber και με πρωταγωνιστή τον Richard Armitage.

Πηγές:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B5%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%A3%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BC

https://www.culturenow.gr/oi-magisses-toy-salem-toy-arthoyr-miler-sto-theatro-emporikon/

https://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5-%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BC-%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%B1

https://sputniknews.gr/epistimi/202006217565526-oi-magisses-tou-salem-oi-daimonismenes-gynaikes-oi-exofrenikes-dikes-oi-varvares-ekteleseis/

Σπασμένο Γυαλί: Το σπουδαίο έργο του Άρθουρ Μίλερ για την προσωπική καταπίεση και την αλήθεια του εαυτού

O Άρθουρ Άσερ Μίλλερ, ένας από τους κορυφαίους Αμερικανούς θεατρικούς συγγραφείς, γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1915 και πέθανε στις 19 Φεβρουαρίου 2005. Το έργο του υπήρξε ορόσημο για τη δραματουργική τέχνη. Μέσα από αυτό εξέθεσε τις παθογένειες του «αμερικανικού ονείρου», δεχόμενος ισχυρή κριτική στη χώρα του. Ο συγγραφέας του «Ο Θάνατος του Εμποράκου», του «Σπασμένου Γυαλιού» και τόσων άλλων αριστουργημάτων, αποτύπωσε στα έργα του τη δική του αμερικανική κοινωνία. Σ’ αυτά συχνά αντικατόπτριζε ή επανερμήνευε και τα δημόσια στοιχεία της ίδιας του της ζωής, μεταξύ των οποίων ο σύντομος γάμος του με τη Μέριλιν Μονρό, αλλά και η επιμονή του να μη συνεργαστεί με την Επιτροπή Αντι-Αμερικανικών Δραστηριοτήτων. Σε όλα τα έργα του κυριαρχούν οι ιδέες για τη σπουδαιότητα της οικογένειας, του αυτοσεβασμού και της συνείδησης

Το πρώτο του έργο που ανέβηκε στο Μπροντγουαίη “Ο άνθρωπος που είχε τύχη” το 1944, γνώρισε την αποτυχία. Η τύχη του χαμογέλασε με τα έργα “Ήταν όλοι τους παιδιά μου”, 1947 και “Ο θάνατος του εμποράκου”, 1949 και τον καθιέρωσε ως πρωτοποριακό συγγραφέα – δραματουργό, σε ηλικία μόλις 33 ετών. Το ίδιο έτος, γίνεται ο πρώτος που κερδίζει τρία βραβεία, το Βραβείο Πούλιτζερ (“Ο θάνατος του εμποράκου”), το Βραβείο Τόνι και το βραβείο Κριτικών της Νέας Υόρκης. Το 1953 με το έργο του “Η μεγάλη δοκιμασία” σχολίαζε και κατέκρινε τον μακαρθυσμό κι αυτό το έργο υπήρξε η αιτία για να τον ανακρίνει η Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών.
Ο Μίλερ αρθρογραφούσε και στους «New Υοrk Times», καταγγέλλοντας την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη λογοκρισία και υπερασπιζόμενος τους διωκόμενους καλλιτέχνες. 

Το έργο του «Σπασμένο Γυαλί» (1994), το οποίο έχει βραβευτεί με το Olivier Award, αναφέρεται στην γνωστή σε όλους Νύχτα των Κρυστάλλων (Night of the Broken Glass) και πως τα μοιραία γεγονότα της επηρέασαν μία απλή γυναίκα στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Αυτή τη φορά, ο πλέον Ευρωπαίος από τους Αμερικανούς συγγραφείς, επιστρέφει στο παρελθόν για να φωτίσει καλύτερα το παρόν.

Ο τίτλος του έργου, «Σπασμένο Γυαλί» προέρχεται από το Kristallnacht, γεγονός που είναι επίσης γνωστό ως Night of Broken Glass. Η Νύχτα των Κρυστάλλων σηματοδοτεί την απαρχή της φρικωδίας του Ολοκαυτώματος, το οποίο 10 χρόνια αργότερα θα σημάνει και τον τερματισμό της μακραίωνης εξορίας των Εβραίων, με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Mια νύχτα, που σε ολόκληρο το Ράιχ σπάνε τα παράθυρα πάνω από 7.000 εβραϊκών σπιτιών και καταστημάτων. 1.574 Συναγωγές και πολλά εβραϊκά κοιμητήρια λεηλατούνται σε ένα άνευ προηγουμένου πογκρόμ καταστροφής. Το μήνυμα για τους Εβραίους της χώρας είναι απόλυτα σαφές. Οι Εβραίοι θα αναγκαστούν να πληρώσουν ένα βαρύτατο τίμημα για την πίστη τους, την ταυτότητα τους. Με τα σπίτια τους. Τις επιχειρήσεις τους. Την ελευθερία τους. Και, κυρίως, με τη ζωή τους. Η μέρα που ξημερώνει φέρνει έναν καινούργιο κόσμο. Οι πολίτες αντιδρούν με απέχθεια αλλά δεν κάνουν τίποτα. Η αρχή του τέλους είναι εδώ. Έτσι αρχίζει το Ολοκαύτωμα.

Η υπόθεση του έργου εκτιλίσσεται στην Νέα Υόρκη του 1938, την νύχτα των κρυστάλλων που οι Ναζί έσπασαν όλα τα μαγαζιά των Εβραίων, όταν η Σύλβια Γκέλμπεργκ ξαφνικά παραλύει. Χωρίς κανένα παθολογικό αίτιο, μένει ακίνητη από τη μέση και κάτω. Μπορεί ένα κοινωνικό γεγονός να επηρεάσει τόσο την υγεία κάποιου; Ή μήπως η αιτία βρίσκεται στον γάμο της με τον Φίλλιπ; Ο Δόκτωρ Χάιμαν θα σκάψει όσο πιο βαθειά αντέχει στα μυστικά της οικογένειας προκειμένου να την βοηθήσει. Αυτό όμως που θα βρει, μπορεί να μας βοηθήσει όλους. Το «Σπασμένο Γυαλί» θίγει διαχρονικά θέματα προσωπικής ευθύνης, αφοσίωσης και ενοχής, που αναφέρονται σε όλους εμάς, τους απλούς ανθρώπους. Ο Μίλερ καταφέρνει για άλλη μια φορά να συνδέσει με ιδιαίτερο και γοητευτικό τρόπο το προσωπικό με το κοινωνικό.

Στο έργο αυτό, μια από τις πιο σημαντικές και ώριμες δουλειές του Μίλλερ, ο συγγραφέας ψυχαναλύει ένα γάμο και μας δείχνει όλα αυτά που μας κρατούν ακίνητους τη στιγμή που θα έπρεπε να δράσουμε. Όλους τους φόβους και τα μυστικά που μας κρατούν καθηλωμένους σε μια πραγματικότητα, μια σχέση, μια δουλειά που δεν μας ταιριάζει. Πολλές φορές δεν αντιδρούμε επειδή φοβόμαστε το άγνωστο. Άγνωστο όμως είναι το μέλλον μας ακόμη και αν μείνουμε εκεί που είμαστε.

Στο «Σπασμένο γυαλί» του Μίλερ τίθεται μια πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση: «Γιατί δεν μπορεί να περπατήσει η Σίλβια Γκέλμπεργκ;».
Η γυναίκα είναι μια νοικοκυρά του Μπρούκλιν με καλή υγεία. Δεν δεν δείχνει έχει τίποτα νευρωτικό πάνω της. Είναι έξυπνη, έχει έντονη προσωπικότητα και για όλους το συμβάν αυτό φαίνεται απίστευτο.
Είναι αλήθεια ότι την εποχή αυτή -το 1938- οι εφημερίδες είχαν δημοσιεύσει μια φωτογραφία ηλικιωμένων Εβραίων που αναγκάστηκαν από τους ναζί να τρίβουν έναν δρόμο με οδοντόβουρτσα. Αλλά τα γεγονότα που συνέβησαν 4.000 μίλια μακριά από τον τόπο που διέμενε δεν μπορούν να έχουν μεγάλη σχέση με την ξαφνική της αναπηρία που καθηλώνει την ίδια και θυμώνει τον σύζυγό της. Ή μήπως μπορούν;
Ένα είδος ιστορίας αγωνίας, το “Σπασμένο Γυαλί” αναδεύει και ανιχνεύει τις ταραγμένες ζωές και το γάμο των Γκέλμπεργκ και τελικά φτάνει στην πηγή του μυστηρίου. Ο Μίλερ, αυτή τη φορά περισσότερο από ποτέ, μας φανερώνει την ευαίσθητη συνείδησή του.

Ο τίτλος του έργου έχει διπλή σημασία. Από τη μία πλευρά, αναφέρεται στη Νύχτα των Κρυστάλλων και καταγγέλλει το ναζισμό, από την άλλη όμως υποδηλώνει τη βία που κρύβεται στη σχέση των δύο συζύγων και τα συντρίμμια του γάμου τους. Ο Μίλερ συνδέει τα τραύματα των Γκέλμπεργκ με τη ναζιστική υστερία που σαρώνει τη Γερμανία. Η παράλυση της Σίλβια έχει να κάνει με την άρνηση των γύρω της να αναγνωρίσουν τη ναζιστική απειλή. Η στάση του συζύγου της την εξουδετερώνει κυριολεκτικά. Ο Γκέλμπεργκ, αν και με εβραϊκές ρίζες ο ίδιος, μισεί τους Εβραίους και τρέφει ρατσιστικά συναισθήματα για τους ανθρώπους της καταγωγής του. Είναι ένας άνθρωπος άνανδρος, μυθομανής, ανασφαλής και εμπαθής.

Στην ουσία, πίσω από την ξαφνική αναπηρία της Σίλβια, κρύβεται η “ανάπηρη” σχέση που έχει με τον άνδρα της. Για τον ίδιο τον Μίλερ το “Σπασμένο Γυαλί”, είναι μια τραγωδία με “πολύ γέλιο”. Πιστεύει πως η ελπίδα υπάρχει πάντα και ότι όλοι οι άνθρωποι στα έργα του, αγωνίζονται “ν’αλλάξουν”. Κάθε σκηνή του έργου αποκαλύπτει και νέες πλευρές της προσωπικότητας των ηρώων ή μας βυθίζει περισσότερο στο λαβύρινθο ενός σκοτεινού μυστικού. Η Σίλβια Γκέλμπεργκ δεν μπορεί να περπατήσει γιατί ο σύζυγός της είναι ένας φανατικός. Το αριστούργημα του Άρθουρ Μίλερ έχει δύο δυνατά σκέλη, τον αντισημιτισμό και τη σεξουαλική νεύρωση και τα υφαίνει σε ένα λαμπρό, όλο αγωνία, έργο.

Ο τίτλος δηλώνει πολλά επίπεδα. Το γυαλί, αφού σπάσει, δεν μπορεί να επανασυγκολληθεί. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να επισκευαστεί κάτι σπασμένο: ο γάμος, η ταυτότητα, η χώρα. Ο Μίλερ συνδέει την προσωπική ζωή με την πολιτική.

Μπορεί να έγραψε το έργο το 1994, όταν ήταν σε ηλικία 79 ετών, αλλά ο συγγραφέας θυμάται τα χρόνια του Μεσοπολέμου και οι αναφορές του στον αμερικανικό αντισημιτισμό είναι συγκλονιστικές. Θέτει ιδέες για την αφομοίωση, την αυτογνωσία και την αποδοχή σε μια ιστορία που μοιάζει με θρίλερ. Μια τοιχογραφία του κλίματος και της κοινωνικής κρίσης στην Αμερική του 1938-39, λίγο πριν ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Αποτέλεσμα; Ένα συναρπαστικό έργο, μια καθηλωτική παράσταση σκηνοθετημένη από την Άσπα Καλλιάνη με σχεδόν αστυνομική υφή και κινηματογραφικούς ρυθμούς.

Το «Σπασμένο γυαλί» του Arthur Miller το είχαμε ξαναδεί στο Θέατρο Εξαρχείων τη θεατρική περίοδο 1995-1996, σε σκηνοθεσία Τάκη Βουτέρη, μετάφραση Αννίτας Δεκαβάλλα με τους ηθοποιούς Τάκη Βουτέρη, Αννίτα Δεκαβάλλα, Στάθη Λιβαθινό, Αλεξάνδρα Μπατσαλιά, Λιάνα Παρούση, Θεολόγο Βλουτή. Αυτήν την περίοδο παίζεται στο θέατρο ΠΟΛΗ για 2η σεζόν, σε σκηνοθεσία της Άσπας Καλλιάνη, από τις θεατρικές επιχειρήσεις Τάγαρη, με πρωταγωνιστές τον Γιάννης Βούρος, την Παναγιώτα Βλαντή, τον Χάρης Σώζος, την Βάσω Γουλιελμάκη και την Ελίνα Μάλαμα.

Πηγές:

https://www.politeianet.gr/sygrafeas/miller-arthur-24356

http://www.philenews.com/downtown/politismos/article/771081/-spasmeno-gali-to-psychologko-erg-toy-miller-sta-kypria

https://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CE%AC%CF%81%CE%B8%CE%BF%CF%85%CF%81-%CE%BC%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CF%81-%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%83%CF%85%CF%87%CE%B7-%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%B8%CE%B5%CE%AC%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%85

«Σπασμένο Γυαλί». Το αριστούργημα του Arthur Miller για τον αντισημιτισμό και τη σεξουαλική νεύρωση