Υπερηφάνεια και προκατάληψη της Τζέην Ώστεν

Το Σαββατοκύριακο αυτό αποφάσισα να ξαναδιαβάσω ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία της βικτωριανής (και όχι μόνο) λογοτεχνίας την Υπερηφάνεια και Προκατάληψη της καυστικής αλλά και ρομαντικής Τζέην Ώστεν. Ακόμα και αν έχει κανείς εξαντλήσει τις κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές της ιστορίας αυτούσια ή με παραλλαγές, ποτέ δεν κουράζεται από την ειλικρίνεια των χαρακτήρων, την διείσδυση σε μια κοινωνία που αν και μακρινή δεν απάδει της δικής μας και το ευρηματικό χιούμορ της συγγραφέως.

Η συγγραφέας

Η Τζέην Ώστεν, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αγγλικής και εν γένει αγγλόφωνης λογοτεχνίας, γεννήθηκε το 1775 στο Στήβεντον, ένα χωριό στο Χάμσερ, και πέθανε στο Γουίντεστερ το 1817. Πήρε τα πρώτα της μαθήματα στην Οξφόρδη και έπειτα στο Αβαείο του Ρήτινγκ. Στη συνέχεια την εκπαίδευση της ανέλαβε ο πατέρας της, Τζωρτζ Ώστεν, αιδεσιμότατος και λόγιος. Το οικογενειακό της περιβάλλον ευνόησε την ανάδειξη του χαρίσματος της ως μυθιστοριογράφου.

Έζησε μια ήσυχη ζωή, περιτριγυρισμένη από ανθρώπους συνηθισμένους, όπως άλλωστε και οι χαρακτήρες που περιγράφονται στα έργα της. Είναι άνθρωποι καθημερινοί, ρεαλιστικά δοσμένοι, πράγμα που αποτελεί ίσως την μεγαλύτερη προσφορά της Ώστεν στην αγγλική και την παγκόσμια, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, λογοτεχνία. Τα έργα της σηματοδοτούν τη στροφή της λογοτεχνίας στον ρεαλισμό, καθώς είναι απαλλαγμένα από τον βαρύ ρομαντισμό που ως τότε κυριαρχούσε. Αντιμετωπίζει με κριτική ματιά τους κατεστημένους θεσμούς της εποχής, επί παραδείγματι τον γάμο, παρότι η ίδια επέλεξε να μην παντρευτεί ποτέ. Κύριος άξονας του έργου της είναι ένα από τα αιώνια θέματα της λογοτεχνίας, ο έρωτας. Δεν σκιαγραφεί με λεπτομέρεια μόνο την κοινωνία της εποχής, αλλά και ψυχογραφεί με βαθιά διεισδυτικότητα και κριτική διάθεση τους  χαρακτήρες της. Ως σκηνικό επιλέγει συνήθως την αγγλική επαρχία που υπήρξε γνώριμη σε εκείνη, με τους κατοίκους, τον κληρικό της, τους κτηματίες με τους τιμητικούς τίτλους. Δεν είναι με βεβαιότητα γνωστό αν εντός των ιστοριών αυτών εντοπίζονται προσωπικά βιώματα, διότι η μεγαλύτερη αδελφή της Κασσάνδρα φρόντισε μετά τον θάνατό της να καούν όλες οι προσωπικές της επιστολές. Έτσι χάσαμε, αφενός ένα πιθανό λογοτεχνικό έργο, αλλά και αφετέρου μια ευκαιρία να εμβαθύνουμε σε μια προσωπικότητα που επηρέασε και συνεχίζει και στις μέρες μας να επηρεάζει τους αναγνώστες της.

Η Ώστεν συνθέτει μια κωμωδία των ηθών, μια παρωδία. Πίσω όμως από τη διακωμώδιση αυτή και από τους γεμάτους σαρκασμούς διαλόγους της, ελλοχεύει μια αυστηρή κριτική για την γυναίκα και την μοίρα της, για τον έρωτα και τις απογοητεύσεις του, για την ελπίδα και τις διαψεύσεις της. Μέσα από “οικογενειακά” μυθιστορήματα, όπως χαρακτηρίζουν πολλοί τα έργα της, καταφέρνει να αποδώσει την τραγικότητα της ύπαρξης και την ουσία των ανθρωπίνων σχέσεων. Αυτός είναι μάλλον και ο λόγος που δυο αιώνες μετά τον θάνατό της, τα βιβλία της διαβάζονται με την ίδια ζέση και το έντονο ενδιαφέρον. Τα σημαντικότερα μεταξύ αυτών είναι τα εξής: “Λογική και Ευαισθησία”, “Μάνσφηλντ Παρκ”, “Έμμα“, “Αβαείο του Νόρθχανγκερ”, “Πειθώ”, “Λαίδη Σούζαν” . Έχει γράψει και αρκετά διηγήματα.

Υπερηφάνεια και Προκατάληψη

Τα πρόσωπα

Από όλα αυτά τα έργα της, το αναγνωστικό της κοινό μοιάζει να έχει ξεχωρίσει την “Υπερηφάνεια και Προκατάληψη”. Πράγματι και εγώ η ίδια μέσα από αυτό γνώρισα και αγάπησα τον κόσμο της Ώστεν, τους απλοϊκούς αλλά ρεαλιστικούς χαρακτήρες της και τον μυστήριο και μαγικό τρόπο με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους. Η εμπειρία της βύθισης σε έναν άλλο κόσμο που προσφέρει η λογοτεχνία, στην δική της περίπτωση μας μεταφέρει σε ένα αγροτικό σπίτι της αγγλικής εξοχής, του ύστερου 18ου αιώνα, στην κατοικία της οικογένειας Μπένετ. Οι χαρακτήρες δεν αργούν να αποκαλυφθούν. Θα έλεγε κανείς πως από τις πρώτες κιόλας σελίδες του έργου εισέρχεται στην καθημερινή οικογενειακή ζωή της μεσοαστικής τάξης με τους τσακωμούς, τις φωνές και τα απρόοπτά της.

Ο Κύριος Μπένετ, ήσυχος, πράος και αντισυμβατικός για τα δεδομένα της εποχής του πατριάρχης, μοιάζει να έχει παραχωρήσει την θέση του αρχηγού του σπιτιού στην νευρωτική, στα όρια της υστερίας, γυναίκα του που μόνο μέλημά της είναι η εύρεση συζύγου για τις πέντε ανύπαντρες κόρες της. Η πρώτη η Τζέην έχει κληρονομήσει την πραότητα και την ευγένεια του πατέρα της. Σε αντίθεση με την ένταση και την αναίδεια που μοιάζει να επικρατεί στο σπίτι, εκείνη φαίνεται ευγενής, γαλήνια και εγκρατής. Είναι, χωρίς αμφιβολία, η καλλονή του σπιτιού και η ελπίδα της μητέρας της για έναν επωφελή οικονομικά γάμο που θα έσωζε τόσο εκείνη όσο και τις αδελφές της από την αφάνεια και την πενία. Η δεύτερη κόρη που αναμένεται να αναδειχθεί στην πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος είναι η Ελίζαμπεθ με το υποκοριστικό Λίζυ, η αγαπημένη του πατέρα της, η ονειροπόλα, απορροφημένη από τα βιβλία της και ισχυρογνώμων νεαρή που δεν διστάζει να έρχεται σε αντιπαράθεση με όλους και με όλα. Μετά ακολουθεί η Μαίρη, ίσως η πιο αθόρυβη από τις αδελφές που αγαπά την μουσική και το πιάνο της σε κωμικοτραγικό βαθμό και που όπως και οι υπόλοιπες αδελφές της που ακολουθούν στερείται ενσυναίσθησης. Η Κίττυ και η Λύντια είναι σαφώς οι ευνοημένες της μητέρας τους, καθώς όπως και εκείνη αγαπούν την διασκέδαση, το φλερτ και δεν έχουν κανένα όριο ηθικό ή αυτό που επιβάλλουν οι κοινωνικές συναναστροφές.

Η αφήγηση, όμως, δεν αναλώνεται στα στενά όρια μιας επαρχιακής οικογένειας. Σύντομα θα εμπλακούν και άλλα πρόσωπα. Από τα πιο “αφανή”, όπως την φίλη της Λίζυ, δεσποινίδα Λούκας, εώς και τον συμπρωταγωνιστή κύριο Ντάρσυ, η Ώστεν σιγά σιγά φανερώνει στοιχεία της προσωπικότητά τους που οδηγούν σε συγκρούσεις αλλά και σε έρωτες. Ο κύριος Μπίγκλεϊ που αποκαλύπτεται από την αρχή της ιστορίας είναι ένας πλούσιος και όμορφος νέος, περιζήτητος γαμπρός, που αρέσκεται στην διασκέδαση. Άγεται και φέρεται από την υπεροπτική αδελφή του και τον περήφανο φίλο του τον κύριο Ντάρσυ. Ο τελευταίος αν και απρόσιτος και βλοσυρός στην πορεία της ιστορίας και του έρωτά του για την Ελίζαμπεθ αποκαλύπτει και άλλες πτυχές του. Ο κύριος Γουίκαμ, μια αμφίβολη μορφή που θα έρθει να αλλάξει τον ρου της ιστορίας είναι ένας τυχοδιώκτης και προικοθήρας που εμφανίζεται με το προσωπείο του. Οι υπόλοιποι, δευτερεύοντες ρόλοι, όπως η δεσποινίδα Λούκας, ο κύριος Κόλινς, η Λαίδη ΝτεΜπεργκ, ο κύριος Γκάρντινερ, η Τζώρτζια κινούν με τον δικό τους τρόπο τα νήματα της πλοκής και φωτίζουν διάφορες όψεις των κεντρικών χαρακτήρων αλλά λειτουργούν και συνήθως ως καρικατούρες.

Η πλοκή

Λίγο πολύ όλοι γνωρίζουμε την εξέλιξη της ιστορίας, που έχει ένα κοινό μοτίβο στα έργα της Ώστεν και εν γένει των βικτωριανών γυναικών συγγραφέων. Δύο εκ διαμέτρου εκ πρώτης όψεως αντίθετοι χαρακτήρες λόγω των συνθηκών θα αρχίσουν να έρχονται όλο και πιο κοντά. Ωστόσο, η υπερηφάνεια του ενός και η προκατάληψη του άλλου (δύσκολο να διαχωρίσει κανείς και να διακρίνει ποιο από τα προαναφερθέντα στοιχεία εμφανίζεται σε ποιον) θα διατηρήσει την απόσταση μεταξύ τους μέχρι να είναι ο έρωτας τόσο δυνατός ώστε να υπερβεί τους εγωισμούς και τις μισαλλοδοξίες, τις παρεξηγήσεις, να έρθει στο προσκήνιο και να τους διαποτίσει. Θα έλεγε κανείς πως ο ένας αγαπά τον άλλο ήδη από πολύ νωρίς, αλλά καθυστερεί να αποδεχθεί την έλξη αυτή. Οι λόγοι θα μπορούσαν να εντοπιστούν στην κοινωνική θέση, στον περίγυρο ή ακόμα στην ισχυρογνωμοσύνη. Το αν θα καταλήξουν μαζί μπορεί να μας είναι γνωστό. Το ενδιαφέρον, παρ’ όλα αυτά, είναι η διαδικασία με την οποία δυο άνθρωποι θα έρθουν κοντά που διαγράφεται εμφανώς στο βιβλίο και που, έστω κατά την γνώμη μας, καμιά μεταφορά στην μικρή ή μεγάλη οθόνη δεν έχει κατορθώσει να αναδείξει το ίδιο ευαγώς. Επίσης, είναι απολαυστική η παρατήρηση της εξέλιξης των χαρακτήρων που περιστοιχίζουν τους πρωταγωνιστές, τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν και ασκούν επιρροή στις ζωές τους.

Η κριτική

Ξεφυλλίζοντας ένα από την εφηβική ηλικία αγαπημένο μυθιστόρημα, με την έντονη μυρωδιά του χαρτιού και την εξαρετική μετάφραση του Ν. Μαργαρινού δεν μπορούσα παρά να νιώσω έντονη νοσταλγία. Δεν άργησα να βρεθώ νοερά σε μια εποχή που λατρεύω, την βικτωριανή και στο γνώριμο αγγλικό της τοπίο. Αν και γνώριζα την ιστορία σαν την παλάμη του χεριού μου, το συγκεκριμένο βιβλίο μου απέδειξε για ακόμα μια φορά πως είναι ανεξάντλητο. Πράγματι, κατάφερα να το δω με μια εντελώς διαφορετική ματιά, περισσότερο διεισδυτικά, πιο σαρκαστικά. Συνειδητοποίησα, μετά λύπης μου, τις ομοιότητες που παρουσιάζει η αγγλική κοινωνία με την δική μας, τις αγκυλώσεις που επικρατούσαν και εξακολουθούν να υφίστανται, τις δυσκολίες της στενής επαφής. Έβρισκα στοιχεία του εαυτού μου αυτή την φορά σε πολλούς από τους συμμετέχοντες στα δρώμενα της ιστορίας, απορούσα με διάφορες αντιδράσεις, συναισθανόμουν την αγωνία, την απογοήτευση, τις ματαιωμένες προσδοκίες και την ελπίδα των ηρωών. Με άλλα λόγια, γινόμουν για ακόμα μια φορά κομμάτι μιας πολυπρόσωπης συναρπαστικής ιστορίας ρομάντζου και σάτιρας που παραμένει επίκαιρη και αγαπημένη όσοι αιώνες και αν περάσουν!

Ειδικά τις φθινοπωρινές αυτές μέρες που εξαιτίας των συνθηκών μας ωθούν στο σπίτι, δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να διαβάσετε ή μάλλον να ξαναδιαβάσετε αυτό το αγαπημένο μυθιστόρημα. Η “Υπερηφάνεια και Προκατάληψη” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ.

Προσωπικό του Μιχάλη Γκανά

Προσωπικό


Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ’μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ’ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δεν μπορώ
να γίνω κάτι απ’ αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

Ο ύπνος του καπνιστή, Ποιήματα 1978-2012, εκδ. Μελάνι

Ακούστε το εδώ:

Ο ποιητής της αναμονής: Μιχάλης Γκανάς

Τα βιώματα

Ο Μιχάλης Γκανάς εγεννήθη μείζων ποιητής κατά τον Σαββίδη στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944. Από το 1962 ζει και εργάζεται στην Αθήνα, όπου ήρθε για να σπουδάσει νομικά. Βιβλιοπώλης για μια δεκαπενταετία, συνεργάστηκε αργότερα με την κρατική τηλεόραση ως επιμελητής λογοτεχνικών εκπομπών και σεναριογράφος. Από το 1989 είναι κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, ενώ στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από γνωστούς Έλληνες και ξένους συνθέτες: Μ. Θεοδωράκης, Ν. Μαμαγκάκης, Ν. Ξυδάκης, Δ. Παπαδημητρίου, Ν. Κυπουργός, G. Bregovic, A. Dinkjian κ.ά. Μετέφρασε τις “Νεφέλες” του Αριστοφάνη για το Θέατρο Τέχνης – Κάρολος Κουν και τους “Επτά επί Θήβας” του Αισχύλου για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Πατρών.

Το 1994 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο του “Παραλογή”. Τον Δεκέμβριο του 2011 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.

«Μεγάλωσα κυρίως με γυναικόπαιδα. Οι άντρες πολεμούσαν στον Εμφύλιο ή είχαν φύγει για τις κωμοπόλεις. Κάποια στιγμή, ο Εθνικός Στρατός εκπόρθησε τη Μουργκάνα και, φεύγοντας, οι αντάρτες τούς πήραν όλους μαζί τους, Αριστερούς και Δεξιούς. Χαρακτηριστικά, του παππού μου, που ήταν με τον Ζέρβα, όπως και όλη η οικογένειά μου, του είπαν «πάμε να φύγουμε, συναγωνιστή». Δεν υπήρχαν εκείνη την ώρα περιθώρια να εξηγήσεις τι και πώς. Φύγαμε για την Ουγγαρία τον Σεπτέμβριο του ’48 και γυρίσαμε τον Φεβρουάριο του ’54, αφήνοντας εκεί δύο νεκρούς: τη γιαγιά μου και τη θεία μου.

Δεν ήμασταν πολιτικοί πρόσφυγες και γι’ αυτόν το λόγο χαρακτηριστήκαμε απαχθέντες απ’ τους αντάρτες. Η φυγή μας στην Ουγγαρία ήταν μια πάρα πολύ δυνατή περιπέτεια. Έχω γράψει κι ένα πεζογράφημα, τη Μητριά Πατρίδα, γι’ αυτό. Όταν φτάσαμε στην Ουγγαρία, μας μοιράσανε σε αστικό και αγροτικό πληθυσμό και χτίσανε το χωριό Μπελογιάννη, ειδικά για μας, τους αγρότες. Ένα απ’ τα πρώτα μέρη στα οποία μας πήγαν ήταν η λίμνη του Μπάλατον, εκεί όπου βρίσκονταν τα πολυτελή θέρετρα των Μαγυάρων, και βιώσαμε το πρώτο πολιτισμικό σοκ.


Στην Ουγγαρία ζούσα μέσα στην οικογένεια, οπότε ήταν δύσκολο να περάσουν τα πολιτικά μηνύματα είτε απ’ το σχολείο είτε απ’ το κομμουνιστικό κράτος. Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα είχα την τύχη να μην πάω στις «Παιδοπόλεις». Εκεί, πολλά παιδιά πήγαν απ’ το άσπρο στο μαύρο και τρελάθηκαν. Μεγάλο πρόβλημα αντιμετώπισα στην Αθήνα, όταν ήρθα για σπουδές, το 1962. Έβραζε τότε ο τόπος από την αδικία που συνέβαινε στην Αριστερά. Εξορίες, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και άλλα με οδήγησαν προς τα εκεί. Ήταν ένα ρεύμα. Βέβαια, ένιωθα πολύ άσχημα απέναντι στον πατέρα μου, που του είχαν πάρει όλη την οικογένεια. Στη συνέχεια, μπορώ να πω πως, χωρίς να οργανωθώ στην Αριστερά, ανήκα σε αυτόν το χώρο.

Στο χωριό είναι ζήτημα να υπήρχαν τρία βιβλία. Ένα απ’ αυτά, μάλιστα, ήταν η Σεξολογία του Τσακίρη, που όταν το διαβάζαμε με τον αδερφό μου αρρωσταίναμε. Με τα βιβλία άρχισα να έχω επαφή χάρη στον δάσκαλο του χωριού, και περισσότερο όταν κατέβηκα στους Φιλιάτες, στο Γυμνάσιο. Επειδή ήμουν κλειστό παιδί, βρήκα εκεί πέρα το αποκούμπι μου. Άρχισα να διαβάζω τα σχολικά αναγνώσματα, άλλα βιβλία δεν υπήρχαν. Ήρθαν προς το τέλος του Γυμνασίου από φοιτητές που είχαν κατέβει στην Αθήνα. Το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα ήταν τα ποιήματα του Καββαδία στη σειρά του Γαλαξία. Τότε ξεκίνησε και το γράψιμο. Πώς και γιατί, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Η επαφή με το δημοτικό τραγούδι ήταν καθοριστική. Στο χωριό μου και στη γύρω περιοχή δεν υπήρχαν μουσικά όργανα. Στους γάμους όλοι τραγούδαγαν α καπέλα. Λέγαμε, μάλιστα, για τους πολύ καλούς τραγουδιστές ότι «αυτός μπορεί να κάνει έναν γάμο μόνος του». Από κει κι έπειτα έρχεται μόνο του: τα πανηγύρια, τα κορίτσια. Αρχίζεις να συγκεντρώνεις κάποιο υλικό.

Το ότι δεν μπόρεσα να μιλήσω για την Αθήνα έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι εμπειρίες μου απ’ την Ήπειρο και την Ουγγαρία έκατσαν πολύ βαθιά μέσα μου. Μου έλεγε ο Γιάννης Βαρβέρης: «Ωραία είναι τα ποιήματά σου, αλλά θέλω να δω πώς βλέπεις τα μπαρ, πώς βλέπεις την οδό Πανεπιστημίου, πώς βλέπεις πράγματα της πόλης». Δεν ξέρω τι ακριβώς με βασανίζει. Αυτό που διατύπωσαν άλλοι είναι το ανέφικτο της επιστροφής. Δεν είναι μόνο η Ήπειρος, αλλά αυτό που έχει ο καθένας μέσα του: το αδύνατο της επιστροφής, ένα πράγμα που είναι εξ ορισμού χαμένο. Ένα βαρύ πράγμα, σαν ηπειρώτικο μοιρολόι. Η επιστροφή είναι αδύνατη. Γι’ αυτό υπάρχει αυτή η ένταση. Τελευταία, συμβαίνει το αντίθετο: έχω πιάσει τον εαυτό μου να του λείπει η Αθήνα. Εξημερώθηκα μαζί της μέσω των παιδιών μου, που η Αθήνα είναι η πόλη τους. Πηγαίναμε εκδρομές στην εξοχή και μου έλεγαν πως βρωμάει δεντρίλα.

Το πρώτο μου βιβλίο βγήκε το 1978 απ’ τις εκδόσεις Κείμενα. Ο ποιητής τότε είχε κι εκτίμηση και μέλλον. Βέβαια, πρέπει να σου πω πως, όσο ήμουν στο Γυμνάσιο, δεν ήξερα κανέναν εν ζωή ποιητή, εκτός απ’ τον Καββαδία. Και μιλάμε για το 1962, που έναν χρόνο μετά ο Σεφέρης πήρε Νόμπελ. Αν δει κανείς ψύχραιμα, όμως, τις επιδόσεις των ποιητών και των πεζογράφων, θα καταλάβει πως δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά. Κάθε γενιά βγάζει τρεις-τέσσερις σημαντικούς ποιητές. Είναι ένα είδος, όμως, που το φοβάται ο κόσμος. Επειδή έχει αυξηθεί, σήμερα, ο όγκος των αναγνωστών, φαίνεται ότι η ποίηση διαβάζεται λιγότερο, ενώ στην πραγματικότητα διαβάζεται περισσότερο».

Η σχέση του με την ποίηση

«Με τα βιβλία άρχισα να έχω επαφή
χάρη στον δάσκαλο του χωριού. Επειδή ήμουν κλειστό παιδί, βρήκα εκεί το αποκούμπι μου.Άρχισα να διαβάζω τα σχολικά αναγνώσματα.Άλλα βιβλία δεν υπήρχαν.Την ποίηση πρέπει να την βρεις εσύ, δε θα σε βρει αυτή. Το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα ήταν τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία. Τότε ξεκίνησε και το γράψιμο.Πως και γιατί δε μπορώ να το εξηγήσω.Λένε ότι η ποίηση είναι το πιο δύσκολο είδος. Για μένα είναι το πιο εύκολο.Δε θέλω να πω ότι γράφω καλά αλλά πηγαίνει πιο εύκολα το χέρι μου.Η ποίηση έχει πάντα κάτι να πει αλλά δε βιάζεται να το πει.Δεν προσφέρεται για επείγοντα περιστατικά.Χρειάζεται χρόνο για να μετουσιώσει σε λόγο τα τρέχοντα. Μόνο καλά έχω πάρει από την ποίηση.Καθόλου δε με κούρσεψε αντίθετα με πλούτισε.Μόνο δώρα μου έφερε.Μακάρι να της έδωσα κι εγώ κάτι.Ένα πράσινο φύλλο που λέει ο λόγος.

Περιμένοντας έρχονται τα ποιήματα. Σ’ εμένα τουλάχιστον. Και δε μιλάω για σκόρπια ποιήματα. Αυτά είναι αψιμαχίες. Η επαφή με τον “εχθρό” γίνεται όταν νιώσω το κύμα να φουσκώνει. Τότε ο λόγος ρέει αβίαστα και συνήθως προηγείται ο ρυθμός και ακολουθούν οι λέξεις, δεν ξέρω δηλαδή τι θα πω, υποτάσσομαι στο ρυθμό κι έτσι γράφεται το ποίημα. Η πρώτη γραφή φυσικά. Υπάρχει η άποψη ότι ο ποιητής πρέπει να γράφει έστω και ένα στίχο κάθε μέρα για να κρατιέται στον αφρό. Εμένα μου κάνει καλό η σιωπή. Βρίσκω το λόγο πιο φρέσκο, πιο δυνατό κι εγώ είμαι πιο διψασμένος για έκφραση, μην έχοντας αυτή την καθημερινή τριβή. Γιατί η ποίηση δεν αντέχεται κάθε μέρα. Εγώ δεν την αντέχω, ούτε ως αναγνώστης. Η ποίηση όμως ως στάση ζωής ή ως αίσθηση του κόσμου είναι κάτι άλλο, που δεν το έχιε μόνο ο ποιητής αλλά κάθε άνθρωπος και μακάρι να υπήρχε περισσότερη στη ζωή μας, έστω και εις βάρος της γραπτής ποίησης.

Ντρέπομαι ακόμα όταν γράφω ένα ποίημα. Νιώθω ότι δεν είμαι μέσα στη φάρα μου. Νιώθω ότι μ’ αυτό θα νιώθει αμήχανος ο πατέρας μου. Σαν να ξεστράτισα. Σαν να προοριζόμουν γι’ αλλού κι αλλού να πήγα. Βέβαια, κανείς δεν αποδέχεται το γράψιμο. Ούτε οι αστοί ούτε οι μεγαλοαστοί. Θυμηθείτε πώς αντιμετώπιζαν τον Εμπειρίκο. Τους φοβούνται τους ανθρώπους που παρεκκλίνουν απ’ τις νόρμες.

Στα ποιήματά μου δεν είναι ότι χρησιμοποιώ τους ίδιους ήρωες, αλλά έχω φτιάξει έναν κόσμο. Όπως στα πολυφωνικά ηπειρώτικα τραγούδια, όπου υπάρχουν ρόλοι: υπάρχει ο κεντρικός τραγουδιστής και οι άλλοι βοηθάνε. Οι απλές στιγμές είναι αυτές που παίζουν ιδιαίτερο ρόλο στο έργο μου. Στους γραφιάδες λειτουργεί αυτόματα η παρατήρηση. Πολλές φορές αυτό οδηγεί σε παρεξηγήσεις, όταν βάζεις τα σουσούμια ενός ανθρώπου στο χαρτί. Αισθάνεται προδομένος. Είναι περίεργη η θέση αυτού που γράφει. Απ’ τη μια υπάρχει μια θολή αναγνώριση κι απ’ την άλλη μια επιφύλαξη που λέει «δεν ξέρεις μ’ αυτόν τι μπορεί να γίνει».

Ποτέ δεν ήταν η ποίηση για πολλούς. Ο Καρούζος έβγαζε τα βιβλία του μόνος του σε 200 αντίτυπα και η “Στροφή” του Σεφέρη μπορεί να υπάρχει ακόμα στην αποθήκη. Την ποίηση πρέπει να τη βρεις, δεν θα σε βρει αυτή. Προσωπικά δεν συμφωνώ με την εξωστρέφεια των ποιητών που εκφράζεται με εκδηλώσεις για να περάσει η ποίηση στην κοινωνία. Αυτό είναι αντίθετο στην ουσία της ποίησης, γιατί έτσι η πρόσληψή της γίνεται με λάθος τρόπο, μέσω ενός κοσμικού γεγονότος ή μιας διαμαρτυρίας, παρά ως εσωτερική ανάγκη». Και συμπληρώνει: «Η ποίηση θέλει αφοσίωση, να τρελαίνεσαι με αυτό που διαβάζεις. Είναι η μόνη τέχνη που δεν έχει μπει στο χρηματιστήριο της τέχνης, κανείς εκδότης δεν θα σε πιέσει να γράψεις μπεστ σέλερ».

Η ποιητική του

Τα βασικά εργογραφικά στοιχεία του Μιχάλη Γκανά επιτρέπουν να διακρίνουμε στο έργο του δύο μεγάλους δημιουργικούς κύκλους:
(α) από τη δημοσίευση του πρώτου ποιήματός του το 1966, και έως το 1981, οπότε εκδόθηκε το αυτοβιογραφικό αφήγημα Μητριά Πατρίδα.
(β) από το 1989, οπότε εξεδόθη η ποιητική συλλογή Γυάλινα Γιάννενα, και έως το 1993, οπότε εξεδόθη η ποιητική σύνθεση Παραλογή, η οποία βραβεύτηκε με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης. ενώ άλλης τάξεως ποιητική κατάθεση συνιστά η έκδοση το 2000 της συλλογής Τα μικρά (1969-1999), όπου έχουμε την αναδρομική αποθησαύριση γνωστών αλλά και άγνωστων “μικρών” ποιημάτων.

Ο πρώτος κύκλος αποτελεί την περίοδο της διαμόρφωσης (Ακάθιστος Δείπνος, 1978), αλλά και της κατάκτησης μιας προσωπικής ποιητικής γλώσσας και μιας ποιητικής ηθικής (Μαύρα Λιθάρια 1980). Αυτής που θεωρεί ως αντίτιμο της την προϋπόθεση ισχυρών συγκινήσεων και επώδυνων εμπειριών.
Ο δεύτερος κύκλος αποτελεί την περίοδο της αποκάλυψης μιας συγκεκριμένης ποιητικής περιοχής (Γυάλινα Γιάννενα), αλλά και της “κατακόρυφης ανύψωσης” (Παραλογή), Στην Παραλογή αναπτύσσονται σ’ ένα πιο σύνθετο ποιητικό σύστημα επιτεύξεις των συλλογών Μαύρα Λιθάρια και Γυάλινα Γιάννενα, καθώς έχουμε τη δημιουργία ενός νέου ποιητικού κόσμου, όπου συνυπάρχουν νεκροί και ζωντανοί, διεκδικώντας ίσο μερίδιο μνήμης και ύπαρξης.

Ποιητής της αναμονής, ο Γκανάς γράφει πάντα μέσα σε κλίμα γνήσιας ποιητικής ευφορίας, αφού καραδοκεί την έλευση της ποιητικής στιγμής και δεν την εκβιάζει εργαστηριακά. Υπ’ αυτή την έννοια, ο τόνος της φωνής του Γκανά, χαρακτηρίζεται από γνήσια συγκινησιακή φόρτιση.
Η ορμητικότητα των παλαιών βιωμάτων που διεκδικούν με δύναμη, θέση μέσα στο ποιητικό παρόν, συνιστά το βασικότερο μηχανισμό της τεχνικής της έμπνευσης του Μιχάλη Γκανά. Έμπνευση που ελέγχεται διαρκώς από μια μνήμη που διεκδικεί μερίδιο στον παρόν και κατορθώνει να εξισώνει παρόν παρελθόν και μέλλον, καταργώντας συμβατικές διακρίσεις όχι μόνο στο επίπεδο του χρόνου, αλλά και σε αυτό της διαλεκτικής σχέσης του πάνω με τον κάτω κόσμο, του έρωτα και του θανάτου.

Ποίηση με ευδιάκριτες ρίζες και δυνατά βιώματα, η ποίηση του Γκανά διαλέγεται μόνιμα και δραστικά κυρίως προς την κατεύθυνση του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, αλλά και με τους βασικότερους νεοέλληνες ποιητές, με πιο ισχυρή τη δημιουργική κλίση προς την ποίηση του Διονυσίου Σολωμού και του Γιώργου Σεφέρη. Ωστόσο, και μολονότι ο διάλογος με την ποιητική παράδοση είναι δεδομένος, η ποιητική του Γκανά διακρίνεται όχι μόνο από τη διαύγεια του ποιητικού της τοπίου, αλλά και από τη συνοχή του οράματος. Σε όλη την έκταση της ποιητικής του παραγωγής διακρίνει κανείς τη στερεότητα των επανερχόμενων θεμάτων και μοτίβων. Σε κάθε ποίημα, ακόμη και στη στιχουργική του παραγωγή, αναγνωρίζονται βασικές σταθερές που εξελίσσονται και μεταμορφώνονται, διατηρώντας ωστόσο τα βασικά χαρακτηριστικά και το ειδικό τους βάρος.

Όπως όλη η μεγάλη ποίηση, έτσι και η ποίηση του Γκανά είναι στην πραγματικότητα ένα ποίημα εν προόδω. Ένα ποίημα που κυκλώνει συνεχώς από διαφορετικές σκοπιές και με διαφορετικούς τρόπους το ίδιο θέμα: αυτό της οριστικά ματαιωμένης επιστροφής σε μιαν στείρα “μητριά πατρίδα”, όπου το μόνιμο αίσθημα του ξένου γίνεται ολοένα και πιο οδυνηρό, καθώς συνδυάζεται με την ανελέητη μνήμη “των κεκοιμημένων” ή με τη στέρηση των ανεκπλήρωτων σκοτεινών ερώτων.

Στην ποίηση του Γκανά δεν υπάρχει κανένα ποίημα ή, καλύτερα, καμία ποιητική φράση, η οποία να ψευτίζει αισθήματα ή να θεατρίζει ιδέες. Γιατί η ποίηση του Γκανά στηρίζεται σε μιαν ατόφια ποιητική φλέβα και προϋποθέτει δυνατές συγκινήσεις. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για ποίηση της άμεσης εξομολόγησης. Απεναντίας, τα αισθήματα και οι αισθήσεις συσσωρεύονται για μακρό διάστημα και, αφού πρώτα διυλιστούν μέσα από τους λεπτούς μηχανισμούς της επιλεκτικής μνήμης, αναδύονται αρτεσιανά στο ποίημα, ξαφνιάζοντας ακόμη και τον ίδιο τον ποιητή.

Οι επιρροές

«Μια πολύ θεμελιώδης για μένα επιρροή είναι σίγουρα ο Σολωμός και έπειτα ο Σεφέρης, ο οποίος είναι ένα ποιητικό μέγεθος στη γλώσσα μας που δεν μπορεί κανείς να τον αγνοήσει. Θετικά ή αρνητικά πρέπει να έχει μαζί του ένα διάλογο. Σαν αυτόν που είχε ο Πάουντ με τον Ουίτμαν. Ο Πάουντ ξεκίνησε επαναστατικά, ριζοσπαστικά και κάποια στιγμή νιώθει την ανάγκη να συμφιλιωθεί με τον παππού του, με τον Ουίτμαν. Λοιπόν είναι ο Σεφέρης και είναι και ο Καρυωτάκης, ο οποίος έχει αυτή την οριακή ρήξη με τον περιβάλλον του. Υπάρχουν και κάποιοι ελάσσονες ποιητές, ο Άγρας, ο Πορφύρας, που βρίσκω σ’ αυτούς μια άλλου είδους μαγεία, γιατί μιλάνε σε χαμηλούς τόνους, για πράγματα πολύ οικεία και καθημερινά, δεν έχουν αυτό τον όγκο που συνήθως έχουν οι μεγάλοι ποιητές».

Τα τραγούδια

«Ο αναγνώστης της ποίησης είναι ασκημένος, ξέρει, καταλαβαίνει τι θέλω να πω. Αντίθετα, το κοινό του τραγουδιού πρέπει να το παίρνεις πάντα υπόψη σου: τι λέμε τώρα και σε ποιον το λέμε. Στο τραγούδι δεν έχει επιστροφή, πρέπει ο ακροατής να το πιάσει με τη μία, ενώ στο ποίημα θα επανέλθει και θα έχει την ευκαιρία να το ξανασκεφτεί. Κακά τα ψέματα, στην ποίηση ο έπαινος της συντεχνίας είναι πολύτιμος, αν σε αποδεχτεί νιώθεις ότι είσαι εντάξει. Στο τραγούδι πρέπει να σε αποδεχτεί ο ακροατής. Δεν είναι διαφορετικό το κουστούμι του στιχουργού, απλώς υπάρχουν κάποιες μικρές διαφορές. Τα τραγούδια που έχω γράψει τ’ αγαπώ πολύ. Όσα πέτυχαν και όσα δεν πέτυχαν. Δούλεψα πολύ με παραγγελιές πάνω σε έτοιμες μελωδίες. Μπορεί να είναι κάποιου είδους ευνουχισμός, αλλά και το «Όλα σε θυμίζουν» γράφτηκε πάνω σε μελωδία. Θα είχα χάσει κάποια απ’ τα καλύτερα τραγούδια μου αν δεν είχα μπει σ’ αυτό το λούκι. Απλώς, γράφοντας στίχους, είχα πάντα στο μυαλό μου ότι ο ακροατής δεν έχει τη δυνατότητα να επανέλθει, όπως ο αναγνώστης. Η γραφή δεν πρέπει να είναι απλοϊκή, αλλά ευθύβολη. Είναι αρχή για μένα, κάτι σαν στρατευμένη τέχνη».

Τα έργα

Ακάθιστος Δείπνος (εκδ. Καστανιώτη)

Η πρώτη συλλογή του ποιητή. Ούτε μια περιττή λέξη στη συλλογή του “Ακάθιστος δείπνος”. Αντίθετα, όλες οι λέξεις είναι ξαναφτιασμένες, καινούργιες, τα επίθετα περασμένα από χίλια φίλτρα πριν χρησιμοποιηθούν, συνδυασμένα έντεχνα με την ηπειρωτική δημοτική παράδοση και τη σύγχρονη πικρή εμπειρία της αβίωτης πρωτεύουσας. Πρόκειται για την πιο ολοκληρωμένη πρώτη ποιητική συλλογή που έχει κυκλοφορήσει στην Ελλάδα μετά το 1950… (Βασίλης Βασιλικός)

Η Μητριά Πατρίδα, εκδ. Μελάνι

«Το πεζό μου, η Μητριά Πατρίδα, είναι εξήντα σελίδες για ένα θέμα για το οποίο ένας κανονικός πεζογράφος θα μπορούσε να γράψει μια τριλογία. Ο Ρένος Αποστολίδης, όταν το είδε, μου είπε «Τι να σου πω; Καλό είναι. Αλλά έχεις τέτοιο υλικό και μου γράφεις εξήντα σελίδες;». Τι να κάνω; Δεν είμαι πεζογράφος».

Η “Μητριά Πατρίδα”, πέρα από τις όποιες πεζογραφικές της αρετές, την αξία της δηλαδή ως αυθύπαρκτης λογοτεχνικής μονάδας, αποτελεί συγχρόνως και ένα καλό βοήθημα για όσους επιθυμούν να προσεγγίσουν την ποίηση του Γκανά… (Μιχάλης Πιερής)

Γυάλινα Γιάννενα, εκδ. Καστανιώτη

Η Τρίτη συλλογή ποιημάτων του, ουσιαστικά, δεν καλύπτει πάνω από 29 σελίδες. Όμως, αν εξαιρέσουμε τις 23 σελίδες ποιητικής ύλης της πρώτης συλλογής του Καβάφη (Ποιήματα, 1904), δεν μπορώ να θυμηθώ άλλη “πλακέτα” που να σου επιβάλλεται έτσι αυθωρεί με την μαστορική λιτότητά της και την ανθρώπινή της γνησιότητα. Και, δεδομένου ότι τούτη η συλλογή συμπεριλαμβάνει ένα νέο – Καρυστακικό πράγμα (σ. 21) που μου είναι αφιερωμένο, θα ήθελα να επικαλεστώ την ιδιωτική μαρτυρία ενός συνομήλικού μου ποιητή, ο οποίος, τις προάλλες, μου έλεγε με συγκινημένο θαυμασμό. “Δεν έτυχε να γνωρίσω τον Γκανά, και διαβάζοντάς τον αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να υπάρχει την σήμερον ημέρα ποιητής που να γράφει τα Ελληνικά με τέτοιο ήθος…”. (Γ.Π. Σαββίδης )

Υπάρχουν ποιητές που όσο περνάει ο καιρός τόσο βαθαίνουν στα πράγματα, τόσο βαθαίνουν στις λέξεις, τόσο περισσότερο αναζητούν τη εκφραστική τους περιπέτεια μέσα στο Μύθο που μοιάσει απαραίτητος όσο ποτέ σήμερα. Σ’ αυτούς ανήκει και ο Μιχάλης Γκανάς…
Τα Γιάννενα – η γενέθλια πόλη του ποιητή για όσους δεν το γνωρίζουν – δεν είναι παρά η πρόφαση, το σκηνικό για να ακουμπήσει ο Μύθος και να ξεκινήσουν έτσι οι μυθολογικές διαδρομές τις οποίες ακολουθούμε στις περισσότερες σελίδες του βιβλίου… (Έλενα Χουζούρη)

Παράλογη , εκδ. Καστανιώτη

Ο έρωτας και ο θάνατος, η λατρεία της ελληνικής φύσης (που ξεφεύγει από τον ελληνοκεντρισμό και το συναισθηματικό αναμάσημα της γενέθλιας γης με την καθαρώς υπαρξιακή ή αισθησιακή διάσταση την οποία προσλαμβάνει η εικόνα της), η Νέκυα και οι κατάλογοι των οικείων ονομάτων, οι μεγάλες απώλειες και τα μικρά κέρδη των μνημονικών αφιερώσεων: αυτές είναι οι αναντικατάστατες παράμετροι της συλλογής του Γκανά, που παρασύρει αμέσως τον αναγνώστη στον κόσμο της χάρη στην άνεση της συναναστροφής του δημιουργού με τον προγονικό ποιητικό κορμό και τις αξίες του. Συναναστροφή που προδίδει ελευθερία πνεύματος, στέρεη γλωσσική συμπεριφορά και έμπνευση και ταλέντο. (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου)

Ανθοδέσμη, εκδ. Άγρα

[…]πρόκειται για ποίηση εσωτερικών αποτιμήσεων, μια που θεματικά αγγίζουν την προσωπική εξομολόγηση.
…Ο Μιχάλης Γκανάς δεν αποφθέγγεται τον πόνο, αλλά μελετάει τον θάνατο – και η ποίηση του εγείρει αξιώσεις αθανασίας.
Ο Μιχάλης Γκανάς έχει μια πολυδύναμη ποιητική φλέβα που υπερακοντίζει την οποιαδήποτε αριθμητική του συμμετοχή. Αλλά και από άποψη μήκους θητείας στην Ποίηση, ο Γκανάς είναι ο δεσπόζων: τυχαίνει άλλωστε να είναι ο ποιητής που ήδη έχει εγγραφεί στην τράπεζα του Μέλλοντος…(Θ.Δ. Φραγκόπουλος)

Τα μικρά, εκδ. Καστανιώτη

Είτε ως αποθησαυρίσματα από παλαιότερα έργα είτε ως λησμονημένα πονήματα που ήρθε η ώρα τους να βγουν από το συρτάρι, τα ποιήματα αυτά περιέχουν μυρωδιές, φωνές και πρόσωπα…

Πάνω απ’ όλα, πρόκειται για μια ποίηση της απώλειας. ίσως γι’ αυτό τονίζονται έντονα στους λίγους στίχους των “Μικρών” η αξία αυτών που χάθηκαν, η πολυτιμότητα ενός χαμένου παράδεισου είτε πρόκειται για τόπο είτε για πρόσωπο -στο βαθμό που ο αγαπημένος τόπος αποκτά μίλια και μάτια δικά του, και αντικριστά, το αγαπημένο πρόσωπο ριζώνει μέσα μας σαν πατρίδα στην οποία επιστρέφουμε διαρκώς. (Ηλίας Μαγκλίνης)

Μαύρα Λιθάρια, εκδ. Κείμενα

Ο Γκανάς συνηθίζει, στο τέλος της συλλογής, να έχει μικρότερα ποιήματα που ονομάζει «ακαριαία» και ακόμη μικρότερα – έναν στίχο – που ονομάζει «μονόξυλα». Στα «Μαύρα λιθάρια» είχε ένα μονόξυλο που έλεγε: «το κλάμα σου γυμνό καλώδιο, το πιάνω με βρεγμένα χέρια». Ο Βλάχος τον φώναξε όταν έστηνε τη σελίδα: «Μαέστρο, έχουμε θέμα» – μαέστρους αποκαλούσε τους ποιητές του. «Αυτό το μονόξυλο γυρίζει αράδα και δεν πρέπει». «Ας γυρίσει», λέει ο Γκανάς. «Αφού είναι μονόξυλο. Δεν πρέπει να γυρίσει. Αλλά πρέπει να το κρατήσουμε, είναι ωραίο».

Άψινθος, εκδ. Μελάνι

«Ο τίτλος αυτής της συλλογής είναι «Αψινθος», δηλαδή η αψιθιά, το φυτό απ’ όπου έβγαινε το αψέντι, αλλά είναι και το αστέρι που πέφτει κατά την Αποκάλυψη του Ιωάννη και δηλητηριάζει τα νερά και τις πηγές. Το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί οικολογικό. Είναι η ανησυχία μου για όσα γίνονται στον πλανήτη, όπως όλων μας.»

Ο ύπνος του καπνιστή, εκδ. Καστανιώτη

«Εχω την εντύπωση ότι έκλεισα έναν κύκλο με τον «Καπνιστή». Ολα τα θέματά μου ανακυκλώθηκαν εκεί, με όλους τους τρόπους και με τα πεζά και με τραγουδάκια και με ελεύθερο στίχο. Επειτα η υποδοχή αυτού του βιβλίου ήταν περίεργη, από την κριτική περισσότερο. Δεν γράφτηκαν πολλά πράγματα. Ερχόμουνα εν τω μεταξύ από μια σιωπή δέκα ετών, είχαν μεσολαβήσει τα τραγούδια, δηλαδή «μεροδούλι μεροφάι στιχουργική». Και σκέφτομαι εκ των υστέρων, τότε δεν το πολυένιωθα, ότι μία είναι η δεξαμενή, από την ίδια βγαίνουν όλα και τα τραγούδια και τα ποιήματα. Μπορεί να έγινε υπεράντληση, κυρίως από τα τραγούδια».

Τα περισσότερα ποιήματα θα τα βρείτε συγκεντρωμένα στα ποιήματα 1978-2012 των εκδόσεων Μελάνι



Πηγές:

lifo. gr
συνέντευξη στον Σταύρο Διοσκουρίδη

tovima. gr
συνέντευξη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο

tameteora. gr
συνέντευξη στην Έφη Δούλη

Περιοδικό ΡΕΥΜΑΤΑ, Αρ. 7.,
Μάιος – Ιούνιος 1992

Μιχάλης Γκανάς: Ο ποιητής είναι κατοστάρης

http://www.tsamantas.com/

Ο Μάνος Χατζιδάκις σε 3 μεγάλους ποιητές

Στον Οδυσσέα Ελύτη


Ό,τι χάραζε σε στίχους τάπαιρνε
η θάλασσα πούχε στα χέρια του.
Ό,τι ζωγράφιζαν τα χείλη του
τάσβηνε ο ουρανός πούχε στα μάτια του
κι έτσι δεν μπόρεσε να δει αν έπρεπε
να παραμείνει Αττικός ή Αιγαιοπελαγίτης.

Στον Γιώργο Σεφέρη


Από τη Μικρασία μετά την καταστροφή,
ένας αστός ξεκίνησε με μια βαλίτσα
αναμνήσεων στο χέρι, γύρισε χώρες μακρινές
και πολιτείες άγνωστες, μάζεψε ακριβό υλικό
και συνταγές, μέτρα, ρυθμούς και χρώματα
και τέλος γύρισε στη χώρα του, έχτισε με τα χέρια του
σπίτι σημερινό κι ελληνικό, εμπήκε μέσα, κλείδωσε
και από τότε πια κανείς δεν τον συνάντησε στην αγορά.

Στον Νίκο Γκάτσο


Η γη καθώς τον γέννησε,
τον στόλισε πράσινα φύλλα της ιτιάς,
του έλατου και της ελιάς.
Μα η σκέψη του τον βύθισε
στης πολιτείας την άσφαλτο
κ’ έγινε πέτρα αρχαϊκή
στη μνήμη των εφήβων.

Πηγή: Ερωτικό, Μυθολογία και Μυθολογία Δεύτερη, εκδ. Άγρα

Ακούστε το εδώ:

Οι καλαμιές της Κατερίνας Ραμανδάνη

Οι καλαμιές

Οι καλαμιές της λίμνης φυσάνε έρωτα.

Αλαβάστρινος ο χρόνος

με τα πουλιά για σιωπηλούς μάρτυρες

των άσβεστων πόθων μας

και με τα μοβ ηλιοβασίλεματα κορνίζα

να υφαίνουν τη ζωή μας

πασπαλίζοντας ευτυχία στις ψυχές μας.

Ερωτικά Αποτυπώματα, Ποίηση, εκδόσεις Αγγελάκη, σελ. 20

Ακούστε εδώ:

Το γλωσσάρι των ανθέων του Νίκου Εγγονόπουλου

«Το γλωσσάριο των ανθέων»


την ποίησιν ή την δόξα;
την ποίηση
το βαλάντιο ή την ζωή;
τη ζωή
Χριστόν ή Βαραββάν;
Χριστόν
την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην;
την Γαλάτεια
την Τέχνη ή τον θάνατο;
την Τέχνη
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη

την Ηρώ ή τον Λέανδρο;
την Ηρώ
την σάρκα ή τα οστά;
την σάρκα
τη γυναίκα ή τον άνδρα;
τη γυναίκα
το σχέδιον ή το χρώμα;
το χρώμα
την αγάπη ή την αδιαφορία;
την αγάπη
το μίσος ή την αδιαφορία;
το μίσος
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
τον πόλεμο

νυν ή αεί;
αεί
αυτόν ή άλλον;
αυτόν
εσένα ή άλλον;
εσένα
το άλφα ή το ω μέγα;
το άλφα
την εκκίνηση ή την άφιξη;
την εκκίνηση
την χαράν ή την λύπην;
την χαρά
την λύπην ή την ανίαν;
την λύπη
τον άνθρωπο ή τον πόθο;
τον πόθο
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη

ν΄ αγαπιέσαι ή ν΄ αγαπάς;
ν΄ αγαπώ

Από τη συλλογή Έλευσις (1948)

[πηγή: Νίκος Εγγονόπουλος, Ποιήματα Β΄, Ίκαρος, Αθήνα 1985, σ. 140-141]

Ακούστε το εδώ:

Η ομιλία του Οδυσσέα Ελύτη κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας

Κύριοι Ἀκαδημαϊκοί,
Κυρίες καί Κύριοι,

Ἄς μου ἐπιτραπεῖ, παρακαλῶ, νά μιλήσω στό ὄνομα τῆς φωτεινότητας καί τῆς διαφάνειας. Ἐπειδή οἱ ἰδιότητες αὐτές εἶναι πού καθορίσανε τόν χῶρο μέσα στόν ὁποῖο μοῦ ἐτάχθη νά μεγαλώσω καί νά ζήσω. Καί αὐτές εἶναι πού ἔνιωσα, σιγά-σιγά, νά ταυτίζονται μέσα μου μέ τήν ἀνάγκη νά ἐκφρασθῶ. Εἶναι σωστό νά προσκομίζει κανείς στήν τέχνη αὐτά πού τοῦ ὑπαγορεύουν ἡ προσωπική του ἐμπειρία καί οἱ ἀρετές τῆς γλώσσας του. Πολύ περισσότερο ὅταν οἱ καιροί εἶναι σκοτεινοί καί αὐτό πού τοῦ ὑπαγορεύουν εἶναι μία ὅσο τό δυνατόν μεγαλύτερη ὁρατότητα.
Δέν μιλῶ γιά τή φυσική ἱκανότητα νά συλλαμβάνει κανείς τ’ ἀντικείμενα σ’ ὅλες τους τίς λεπτομέρειες ἀλλά γιά τή μεταφορική, νά κρατᾶ τήν οὐσία τους καί νά τά ὁδηγεῖ σέ μία καθαρότητα τέτοια πού νά ὑποδηλώνει συνάμα τήν μεταφυσική τους σημασιολογία. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο μεταχειρίστηκαν τήν ὕλη οἱ γλύπτες τῆς Κυκλαδικῆς περιόδου, πού ἔφτασαν ἴσια-ἴσια νά ξεπεράσουν τήν ὕλη, τό δείχνει καθαρά. Ὅπως ἐπίσης, ὁ τρόπος πού οἱ εἰκονογράφοι τοῦ Βυζαντίου ἐπέτυχαν ἀπό τό καθαρό χρῶμα νά ὑποβάλλουν τό «θεῖο». Μιὰ τέτοια, διεισδυτική καί συνάμα μεταμορφωτική, ἐπέμβαση, μέσα στήν πραγματικότητα ἐπεχείρησε πιστεύω ἀνέκαθεν καί κάθε ὑψηλή ποίηση.

Ὄχι ν’ ἀρκεστεῖ στό «νῦν ἔχον» ἀλλά νά ἐπεκταθεῖ στό «δυνατόν γενέσθαι».

Κάτι πού, εἶναι ἡ ἀλήθεια, δέν ἐκτιμήθηκε πάντοτε. Ἴσως γιατί οἱ ὁμαδικές νευρώσεις δέν τό ἐπέτρεψαν. Ἴσως γιατί ὁ ὠφελιμισμός δέν ἄφησε τά μάτια τῶν ἀνθρώπων ἀνοιχτά ὅσο χρειάζεται. Ἡ ὀμορφιά καί τό φῶς συνέβη νά ἐκληφθοῦν ἄκαιρα ἤ ἀνώδυνα. Καί ὅμως. Ἡ διεργασία πού ἀπαιτεῖται γιά νά φτάσει κανείς στό σχῆμα τοῦ Ἀγγέλου εἶναι, πιστεύω πολύ πιό ἐπώδυνη ἀπό τήν ἄλλη πού ἐκμαιεύει ὅλων τῶν λογιῶν τοὺς Δαιμόνους.

Βέβαια ὑπάρχει τό αἴνιγμα. Βέβαια ὑπάρχει τό μυστήριο. Ἀλλά τό μυστήριο δέν εἶναι μιὰ σκηνοθεσία πού ἐπωφελεῖται ἀπό τά παιχνίδια τῆς σκιᾶς καί τοῦ σκότους γιά νά μᾶς ἐντυπωσιάσει ἁπλῶς. Εἶναι αὐτό πού ἐξακολουθεῖ νά παραμένει μυστήριο καί μέσα στό ἀπόλυτο φῶς. Εἶναι τότε πού προσλαμβάνει τήν αἴγλη ἐκείνη πού ἑλκύει καί πού τήν ὀνομάζουμε ὀμορφιά. Τήν ὀμορφιά πού εἶναι μία ὁδός -ἡ μόνη ἴσως ὁδός- πρός τό ἄγνωστο μέρος τοῦ ἑαυτοῦ μας, πρός αὐτό πού μᾶς ὑπερβαίνει. Ἐπειδή αὐτό εἶναι στό βάθος ἡ ποίηση: ἡ τέχνη νά ὁδηγεῖσαι καί νά φτάνεις πρός αὐτό πού σέ ὑπερβαίνει.

Ἀπό τά μυριάδες μυστικά σήματα, πού μ’ αὐτά εἶναι διάσπαρτος ὁ κόσμος καί πού ἀποτελοῦν ἄλλες τόσες συλλαβές μιᾶς ἄγνωστης γλώσσας, νά συνθέσεις λέξεις καί ἀπό τίς λέξεις φράσεις πού ἡ ἀποκρυπτογράφησή τους νά σέ φέρνει πιό κοντά στήν βαθύτερη ἀλήθεια.

Ποῦ λοιπόν βρίσκεται σέ ἔσχατη ἀνάλυση ἡ ἀλήθεια; Στήν φθορά καί στόν θάνατο πού διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ἤ στή ροπή πού μᾶς ὠθεῖ νά πιστεύουμε ὅτι αὐτός ὁ κόσμος εἶναι ἀκατάλυτος καί αἰώνιος; Εἶναι φρόνιμο ν’ ἀποφεύγουμε τίς μεγαλεπήβολες ἐκφράσεις, τό ξέρω. Οἱ κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τίς χρησιμοποίησαν, ἦρθαν σέ σύγκρουση, ἀκμάσανε, πέρασαν. Ἡ οὐσία ὅμως ἔμεινε, μένει. Καί ἡ ποίηση, πού ἐγείρεται στό σημεῖον ὅπου ὁ ὀρθολογισμός καταθέτει τά ὅπλα του γιά νά τ’ ἀναλάβει ἐκείνη καί νά προχωρήσει μέσα στήν ἀπαγορευμένη ζώνη, ἐλέγχεται νά εἶναι ἴσια-ἴσια ἐκείνη πού προσβάλλεται λιγότερο ἀπό τή φθορά. Διασώζει σέ καθαρή μορφή τά μόνιμα, τά βιώσιμα στοιχεῖα πού καταντοῦν δυσδιάκριτα μέσα στό σκότος τῆς συνείδησης ὅπως τά φύκια μέσα στούς βυθούς τῶν θαλασσῶν.

Νά γιατί μᾶς χρειάζεται ἡ διαφάνεια. Γιά νά διακρίνουμε τούς κόμπους στό νῆμα πού μές ἀπό τούς αἰῶνες τεντώνεται καί μᾶς βοηθεῖ νά σταθοῦμε ὄρθιοι πάνω σ’ αὐτή τή γῆ.

Ἀπό τόν Ἠράκλειτο ἕως τόν Πλάτωνα καί ἀπό τόν Πλάτωνα ἕως τόν Ἰησοῦ διακρίνουμε αὐτό τό «δέσιμο» πού φτάνει κάτω ἀπό διάφορες μορφές ὡς τίς ἡμέρες μας καί πού μᾶς λέει περίπου τό ἴδιο: ὅτι ἐντός τοῦ κόσμου τούτου ἐμπεριέχεται καί μέ τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου ἀνασυντίθεται ὁ ἄλλος κόσμος, ὁ «πέραν» ἡ δεύτερη πραγματικότητα ἡ ὑπερτοποθετημένη ἐπάνω σ’ αὐτήν ὅπου παρά φύσιν ζοῦμε. Εἶναι μία πραγματικότητα πού τή δικαιούμαστε καί πού ἀπό δική μας ἀνικανότητα δέν ἀξιωνόμαστε.

Δέν εἶναι διόλου τυχαῖο ὅτι σέ ἐποχές ὑγιεῖς τό κάλλος ταυτίσθηκε μέ τό ἀγαθόν καί τό ἀγαθόν μέ τόν Ἥλιο. Κατά τό μέτρο πού ἡ συνείδηση καθαίρεται καί πληροῦται μέ φῶς, τά μελανά σημεῖα ὑποχωροῦν καί σβήνουν ἀφήνοντας κενά πού -ὅπως ἀκριβῶς στούς φυσικούς νόμους- τά ἀντίθετά τους ἔρχονται νά πληρώσουν τή θέση τους.

Κι αὐτό, μέ τέτοιον τρόπο πού τελικά τό δημιουργημένο ἀποτέλεσμα νά στηρίζεται καί στίς δύο πλευρές, θέλω νά πῶ στό «ἐδῶ» καί στό «ἐπέκεινα». Ὁ Ἠράκλειτος δέν εἶχε ἤδη μιλήσει γιά μίαν «ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίην»; Ἐάν εἶναι ὁ Ἀπόλλων ἤ ἡ Ἀφροδίτη, ὁ Χριστός ἤ ἡ Παναγία, πού ἐνσαρκώνουν καί προσωποποιοῦν τήν ἀνάγκη νά δοῦμε ὑλοποιημένο ἐκεῖνο πού σέ ὁρισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δέν ἔχει σημασία. Σημασία ἔχει ἡ ἀναπνοή τῆς ἀθανασίας πού μᾶς ἐπιτρέπουν. Ἡ ποίηση ὀφείλει, κατά τήν ταπεινή μου γνώμη, πέραν ἀπό συγκεκριμένα δόγματα, νά ἐπιτρέπει αὐτή τήν ἀναπνοή.

Πῶς νά μήν ἀναφερθῶ ἐδῶ πέρα στόν Φρειδερίκο Χαίλντερλιν, τόν μεγάλο ποιητή πού μέ τό ἴδιο πνεῦμα ἐστράφηκε πρός τούς Θεούς τοῦ Ὀλύμπου καί πρός τόν Ἰησοῦ; Ἡ σταθερότητα πού ἔδωσε σ’ ἕνα εἶδος ὁράματος εἶναι ἀνεκτίμητη. Καί ἡ ἔκταση πού μᾶς ἀποκάλυψε μεγάλη. Θά ἔλεγα τρομακτική. Αὐτή ἄλλωστε εἶναι πού τόν ἔκανε, ὅταν μόλις ἀκόμη ἄρχιζε τό κακό πού σήμερα μᾶς πλήττει, ν’ ἀνακράξει:
Wozu Dichter in durftiger Zeit!

Οἱ καιροί φεῦ ἐστάθηκαν ἀνέκαθεν γιά τόν ἄνθρωπο durftiger. Ἀλλά καί ἡ ποίηση ἀνέκαθεν λειτουργοῦσε. Δύο φαινόμενα προορισμένα νά συνοδεύουν τήν ἐπίγεια μοίρα μας καί πού τό ἕνα τους ἀντισταθμίζει τό ἄλλο. Πῶς ἀλλιῶς. Ἀφοῦ καί ἡ νύχτα καί τ’ ἄστρα ἐάν μᾶς γίνονται ἀντιληπτά εἶναι χάρη στόν ἥλιο. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ ἥλιος, κατά τή ρήση τοῦ ἀρχαίου σοφοῦ, ἐάν ὑπερβεῖ τά μέτρα καταντᾶ «ὕβρις». Χρειάζεται νά βρισκόμαστε στή σωστή ἀπόσταση ἀπό τόν ἠθικόν ἥλιο, ὅπως ὁ πλανήτης μας ἀπό τόν φυσικόν ἥλιο, γιά νά γίνεται ἡ ζωή ἐπιτρεπτή. Μᾶς ἔφταιγε ἄλλοτε ἡ ἀμάθεια. Σήμερα μᾶς φταίει ἡ μεγάλη γνώση. Δέν ἔρχομαι μ’ αὐτά πού λέω νά προστεθῶ στήν μακρά σειρά τῶν ἐπικριτῶν τοῦ τεχνικοῦ μας πολιτισμοῦ. Μία σοφία παλαιή ὅσο καί ἡ χώρα πού μ’ ἐξέθρεψε, μ’ ἐδίδαξε νά δέχομαι τήν ἐξέλιξη, νά χωνεύω τήν πρόοδο μαζί μέ ὅλα της τά παρεπόμενα, ὅσο δυσάρεστα καί ἄν μπορεῖ νά εἶναι αὐτά.

Τότε ὅμως ἡ Ποίηση; Τί ἀντιπροσωπεύει μέσα σέ μία τέτοια κοινωνία; Ἀπαντῶ: τόν μόνο χῶρο ὅπου ἡ δύναμη τοῦ ἀριθμοῦ δέν ἔχει πέραση. Καί ἀκριβῶς, ἡ ἐφετινή ἀπόφασή σας νά τιμήσετε στό πρόσωπό μου τήν ποίηση μιᾶς μικρῆς χώρας δείχνει σέ πόσο ἁρμονική ἀνταπόκριση βρίσκεστε μέ τήν χαριστική ἀντίληψη τῆς τέχνης, τήν ἀντίληψη ὅτι ἡ τέχνη εἶναι ἡ μόνη ἐναπομένουσα πολέμιος τῆς ἰσχύος πού κατήντησε νά ἔχει στούς καιρούς μας ἡ ποσοτική ἀποτίμηση τῶν ἀξιῶν.

Εἶναι, τό ξέρω, ἄτοπο ν’ ἀναφέρεται κανείς σέ προσωπικές περιπτώσεις. Καί ἀκόμη πιό ἄτοπο νά παινᾶ τό σπίτι του. Εἶναι ὅμως κάποτε ἀπαραίτητο, στό βαθμό πού αὐτά βοηθοῦν νά δοῦμε πιό καθαρά μιὰν ὁρισμένη κατάσταση πραγμάτων. Καί εἶναι σήμερα ἡ περίπτωση. Μοῦ ἐδόθηκε, ἀγαπητοί φίλοι, νά γράφω σέ μιὰ γλώσσα πού μιλιέται μόνον ἀπό μερικά ἑκατομμύρια ἀνθρώπων. Παρ’ ὅλ’ αὐτά, μία γλώσσα πού μιλιέται ἐπί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπὴ καί μ’ ἐλάχιστες διαφορές. Ἡ παράλογη αὐτή, φαινομενικά, διάσταση, ἀντιστοιχεῖ καί στήν ὑλικό-πνευματική ὀντότητα τῆς χώρας μου. Ποὺ εἶναι μικρή σέ ἔκταση χώρου καί ἀπέραντη σέ ἔκταση χρόνου. Καί τό ἀναφέρω ὄχι διόλου γιά νά ὑπερηφανευθῶ ἀλλά γιά νά δείξω τίς δυσκολίες πού ἀντιμετωπίζει ἕνας ποιητής ὅταν χρησιμοποιεῖ γιά τά πιό ἀγαπημένα πράγματα τίς ἴδιες λέξεις πού χρησιμοποιοῦσαν μιὰ Σαπφώ ἤ ἕνας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ὡστόσο νά ἔχει τό ἀντικρυσμα πού εἶχαν ἐκεῖνοι ἐπάνω στήν ἔκταση τῆς πολιτισμένης τότε ἀνθρωπότητας. Ἐάν ἡ γλώσσα ἀποτελοῦσε ἁπλῶς ἕνα μέσον ἐπικοινωνίας, πρόβλημα δέν θά ὑπῆρχε. Συμβαίνει ὅμως ν’ ἀποτελεῖ καί ἐργαλεῖο μαγείας καί φορέα ἠθικῶν ἀξιῶν. Προσκτᾶται ἡ γλώσσα στό μάκρος τῶν αἰώνων ἕνα ὁρισμένο ἦθος. Καί τό ἦθος αὐτό γεννᾶ ὑποχρεώσεις. Χωρίς νά λησμονεῖ κανείς ὅτι στό μάκρος εἰκοσιπέντε αἰώνων δέν ὑπῆρξε οὔτε ἕνας, ἐπαναλαμβάνω οὔτε ἕνας, πού νά μήν γράφτηκε ποίηση στήν ἑλληνική γλώσσα. Νά τί εἶναι τό μεγάλο βάρος παράδοσης πού τό ὄργανο αὐτό σηκώνει. Τό παρουσιάζει ἀνάγλυφα ἡ νέα ἑλληνική ποίηση.

Ἡ σφαίρα πού σχηματίζει ἡ νέα ἑλληνική ποίηση ἔχει, θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς, ὅπως κάθε σφαίρα δύο πόλους: τόν βόρειο καί τόν νότιο. Στόν ἕνα τοποθετεῖται ὁ Διονύσιος Σολωμός πού ἀπό τήν ἄποψη τῆς ἐκφραστικῆς ἐπέτυχε -προτοῦ ὑπάρξει ὁ Mallarme στά εὐρωπαϊκά γράμματα- νά χαράξει μέ ἄκρα συνέπεια καί αὐστηρότητα τήν ἀντίληψη τῆς καθαρῆς ποίησης μέ ὅλα της τά παρεπόμενα: νά ὑποτάξει τό αἴσθημα στή διάνοια, νά ἐξευγενίσει τήν ἔκφραση καί νά δραστηριοποιήσει ὅλες τίς δυνατότητες τοῦ γλωσσικοῦ ὀργάνου πρός τήν κατεύθυνση τοῦ θαύματος. Στόν ἄλλο πόλο, τοποθετεῖται ὁ Κ. Π. Καβάφης, αὐτός πού παράλληλα μέ τόν T.S. Eliot ἔφτασε στήν ἄκρα λιτότητα, στή μεγαλύτερη δυνατή ἐκφραστική ἀκρίβεια, ἐξουδετερώνοντας τόν πληθωρισμό στή διατύπωση τῶν προσωπικῶν του βιωμάτων.

Ἀνάμεσα στούς δύο αὐτούς πόλους κινήθηκαν οἱ μεγάλοι μας ἄλλοι ποιητές, ὁ Ἀνδρέας Κάλβος, ὁ Κωστής Παλαμᾶς, ὁ Ἄγγελος Σικελιανός, ὁ Νίκος Καζαντζάκης, ὁ Γιῶργος Σεφέρης, ἄλλος λιγότερο ἄλλος περισσότερο πρός τό ἕν ἤ τό ἄλλο ἀπό τά δύο ἄκρα. Αὐτή εἶναι μία πρόχειρη καί ὅσο γίνεται πιό σχηματική χαρτογράφηση τοῦ νεοελληνικοῦ ποιητικοῦ λόγου. Τό πρόβλημα γιά μᾶς πού ἀκολουθήσαμε ἦταν νά ἐπωμιστοῦμε τά ὑψηλά διδάγματα πού μᾶς κληροδότησαν καί, ὁ καθένας μέ τόν τρόπο του, νά τ’ ἁρμόσουμε πάνω στή σύγχρονη εὐαισθησία. Πέραν ἀπό τά ὅρια τῆς τεχνικῆς, ὀφείλαμε νά φτάσουμε σέ μία σύνθεση πού ἀπό τό ἕνα μέρος ν’ ἀναχωνεύει τά στοιχεῖα τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης καί ἀπό τό ἄλλο νά ἐκφράζει τά κοινωνικά καί ψυχολογικά αἰτήματα τῆς ἐποχῆς μας. Μέ ἄλλα λόγια, νά φτάσουμε νά προβάλλουμε τόν τύπο τοῦ «Εὐρωπαίου-Ἕλληνα». Δέν μιλῶ γιά ἐπιτυχίες μιλῶ γιά προσπάθειες. Οἱ κατευθύνσεις εἶναι πού ἔχουν σημασία γιά τόν μελετητή τῆς λογοτεχνίας.

Πῶς ὅμως ν’ ἀναπτυχθοῦν οἱ κατευθύνσεις αὐτές ἐλεύθερα ὅταν οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς εἶναι στίς ἡμέρες μας ἐξοντωτικές γιά τόν δημιουργό; Καί πῶς νά διαμορφωθεῖ ἡ πνευματική κοινότητα ὅταν οἱ φραγμοί τῶν γλωσσῶν ὀρθώνονται ἀξεπέραστοι; Σᾶς γνωρίζουμε καί μᾶς γνωρίζετε ἀπό τό 20 ἤ ἔστω τό 30% πού ἀπομένει ὕστερα ἀπό τήν μεταγλώτισση. Εἰδικά ἐμεῖς ὅλοι, ὅσοι κρατᾶμε ἀπό μία συγκεκριμένη παράδοση καί ἀποβλέπουμε στά θαύματα τοῦ λόγου, στόν σπινθήρα πού τινάζουν ἑκάστοτε δύο λέξεις κατάλληλα τοποθετημένες, παραμένουμε βουβοί, ἀμετάδοτοι. Πάσχουμε ἀπό τήν ἔλλειψη μιᾶς κοινῆς γλώσσας. Καί ὁ ἀντίκτυπος ἀπ’ αὐτή τήν ἔλλειψη -ἄν ἀνεβοῦμε τήν κλίμακα- σημειώνεται ἀκόμη καί στήν πολιτική καί κοινωνική πραγματικότητα τῆς κοινῆς μας πατρίδας, τῆς Εὐρώπης.

Λέμε, καί τό διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ὅτι ζοῦμε σ’ ἕνα χάος ἠθικό. Κι αὐτό, τή στιγμή πού ποτέ ἄλλοτε ἡ κατανομή τῶν στοιχείων τῆς ὑλικῆς μας ὕπαρξης δέν ἔγινε μέ τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θά ἔλεγα τάξη, τόσον ἀδυσώπητο ἔλεγχο. Ἡ ἀντίφαση εἶναι διδακτική. Ὅταν σέ δύο σκέλη τό ἕνα ὑπερτροφεῖ, τό ἄλλο ἀτροφεῖ. Μία ἀξιέπαινη ροπή νά συνενωθοῦν σέ ἑνιαία μονάδα οἱ λαοί τῆς Εὐρώπης, προσκόπτει σήμερα στήν ἀδυναμία νά συμπέσουν τά ἀτροφικά καί τά ὑπερτροφικά σκέλη τοῦ πολιτισμοῦ μας. Οἱ ἀξίες μας οὔτε αὐτές δέν ἀποτελοῦν μία γλώσσα κοινή.

Γιά τόν ποιητή – μπορεῖ νά φαίνεται παράξενο ἀλλά εἶναι ἀληθές -ἡ μόνη κοινή γλώσσα πού αἰσθάνεται νά τοῦ ἀπομένει εἶναι οἱ αἰσθήσεις. Ἐδῶ καί χιλιάδες χρόνια, ὁ τρόπος πού ἀγγίζονται δύο σώματα δέν ἄλλαξε. Μήτε ὁδήγησε σέ καμιά σύγκρουση ὅπως οἱ εἰκοσάδες τῶν ἰδεολογιῶν πού αἱματοκύλισαν τίς κοινωνίες μας καί μᾶς ἄφησαν μέ ἀδειανά χέρια.

Ὅμως ὅταν μιλῶ γιά αἰσθήσεις δέν ἐννοῶ τό προσιτό, πρῶτο ἤ δεύτερο, ἐπίπεδό τους. Ἐννοῶ τό ἀπώτατο. Ἐννοῶ τίς «ἀναλογίες τῶν αἰσθήσεων» στό πνεῦμα. Ὅλες οἱ τέχνες μιλοῦν μέ ἀνάλογα. Μιὰ ὀσμή μπορεῖ νά εἶναι ὁ βοῦρκος ἤ ἡ ἁγνότητα. Ἡ εὐθεία γραμμή ἤ ἡ καμπύλη, ὁ ὀξύς ἤ ὁ βαθύς ἦχος, ἀποτελοῦν μεταφράσεις κάποιας ὀπτικῆς ἤ ἀκουστικῆς ἐπαφῆς. Ὅλοι μας γράφουμε καλά ἤ κακά ποιήματα κατά τό μέτρο πού ζοῦμε καί διανοούμαστε μέ τήν καλή ἤ τήν κακή σημασία τοῦ ὅρου. Μιὰ εἰκόνα πελάγους ἀπό τόν Ὅμηρο φτάνει ἄθικτη ὡς τίς ἡμέρες μας. Ὁ Rimbaud τήν ἀναφέρει σάν mer melee au soleil καί τήν ταυτίζει μέ τήν αἰωνιότητα. Ἕνα κορίτσι πού κρατάει ἕνα κλῶνο μυρτιᾶς ἀπό τόν Ἀρχιλόχο ἐπιβιοῖ σ’ ἕναν πίνακα τοῦ Matisse καί μᾶς καθιστᾶ πιό ἁπτή τήν αἴσθηση, τή μεσογειακή, τῆς καθαρότητας.

Ἐδῶ ἀξίζει νά σκεφτεῖ κανείς ὅτι ἀκόμη καί μία παρθένος τῆς βυζαντινῆς εἰκονογραφίας, δέν διαφέρει πολύ. Παρά ἕνα κάτι ἐλάχιστο, συχνά, τό ἐγκώσμιο φῶς γίνεται ὑπερκόσμιο καί τἀνάπαλιν. Μιὰ αἴσθηση πού μᾶς δόθηκε ἀπό τούς ἀρχαίους καί μία ἄλλη ἀπό τούς μεσαιωνικούς ἔρχονται νά γεννήσουν μιὰ τρίτη πού τούς μοιάζει ὅπως τό παιδί στούς γεννήτορές του.

Μπορεῖ ἡ ποίηση ν’ ἀκολουθήσει ἕναν τέτοιο δρόμο; Οἱ αἰσθήσεις μές ἀπ’ τόν ἀδιάκοπο καθαρμό τους νά φτάσουν στήν ἁγιότητα; Τότε ἡ ἀναλογία τους θά ἐπαναστραφεῖ ἐπάνω στόν ὑλικό κόσμο καί θά τόν ἐπηρεάσει.Δέν ἀρκεῖ νά ὀνειροπολοῦμε μέ τούς στίχους. Εἶναι λίγο. Δέν ἀρκεῖ νά πολιτικολογοῦμε. Εἶναι πολύ. Κατά βάθος ὁ ὑλικός κόσμος εἶναι ἁπλῶς ἕνας σωρός ἀπό ὑλικά. Θά ἐξαρτηθεῖ ἀπό τό ἄν εἴμαστε καλοί ἤ κακοί ἀρχιτέκτονες τό τελικό ἀποτέλεσμα. Ὁ Παράδεισος ἤ ἡ Κόλαση πού θά χτίσουμε. Ἐάν ἡ ποίηση παρέχει μία διαβεβαίωση καί δή στούς καιρούς τούς durftiger εἶναι ἀκριβῶς αὐτή: ὅτι ἡ μοίρα μας παρ’ ὅλ’ αὐτά βρίσκεται στά χέρια μας.

Τάσσος , ένας μεγάλος χαράκτης

Σκάλισε με απαράμιλλη τέχνη το ξύλο και επάνω του χάραξε μορφές νέων, γυναικών, αγωνιστών, αγίων, σκηνές από την καθημερινή ζωή και τον μόχθο των αγροτών, από τον αγώνα των ανταρτών και το έπος της Εθνικής Αντίστασης.

Ο Τάσσος (πραγματικό όνομα: Αναστάσιος Αλεβίζος, Λευκοχώρα Μεσσηνίας, 1914 – Αθήνα, 13 Οκτωβρίου 1985) ήταν διακεκριμένος Έλληνας χαράκτης.Μικρός παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής κοντά στον Γιώργο Κωτσάκη. Το 1930, σε ηλικία δεκαέξι ετών, έγινε δεκτός στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα γλυπτικής και ζωγραφικής στα εργαστήρια του Θωμά Θωμόπουλου, του Ουμβέρτου Αργυρού και του Κωνσταντίνου Παρθένη.Από το 1933 και μέχρι την αποφοίτησή του από την Σχολή το 1939, παρακολούθησε μαθήματα χαρακτικής στο εργαστήριο του Γιάννη Κεφαλληνού. Πιθανολογείται ότι καθοριστικό ρόλο στην αφοσίωσή του στην χαρακτική έπαιξε και η γνωριμία του με τον Δημήτρη Γαλάνη, τον άλλο μεγάλο έλληνα χαράκτη της εποχής του Μεσοπολέμου, μέσω του οποίου γνώρισε και την γαλλική χαρακτική. Λέγεται επίσης ότι πραγματοποίησε σπουδές στο Παρίσι, την Ρώμη και την Φλωρεντία. Πάντως, το ταλέντο του στην χαρακτικήαναγνωρίστηκε πολύ γρήγορα· στην Πανελλήνια Έκθεση του 1938 έλαβε το Βραβείο Χαρακτικής και δύο χρόνια αργότερα (1940) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Χαρακτικής.Από το 1930 είχε ενταχθεί στο ΚΚΕ, αρχικά στην νεολαία του κόμματος (ΟΚΝΕ) και αργότερα ως πλήρες μέλος. Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, το 1940, ο Τάσσος και πολλοί άλλοι μαθητές του Κεφαλληνού, φιλοτέχνησαν προπαγανδιστικές αφίσες για την εμψύχωση του ελληνικού λαού. Στα χρόνια της Κατοχής, εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και στο ΕΑΜ Καλλιτεχνών, για να συνεχίσει την (παράνομη πλέον) δημιουργία προπαγανδιστικού υλικού κατά των κατακτητών.Μετά την απελευθέρωση, ο Τάσσος άρχισε να ασχολείται και με άλλα θέματα πέρα από τον πόλεμο, όπως γυμνά, νεκρές φύσεις και πορτρέτα, ενώ ταυτοχρόνως άρχισε να χρησιμοποιεί και χρώμα στις ξυλογραφίες του.Ο Τάσσος είχε επίσης μια ιδιαίτερη αγάπη για το βιβλίο και τις γραφικές τέχνες. Ήδη από το 1939, με την αποφοίτησή του, έφτιαχνε εξώφυλλα και κοσμήματα για το λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Εστία. Αμέσως μετά την απελευθέρωση, ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση στον εκδοτικό οίκο «Τα Νέα Βιβλία» που ίδρυσε το Κομμουνιστικό Κόμμα το 1945 και που έκλεισε το 1948. Το 1948 άρχισε να συνεργάζεται με τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ, μετέπειτα Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, ΟΕΔΒ). Καρπός της συνεργασίας του με τον ΟΕΣΒ/ΟΕΔΒ, υπήρξε η εικονογράφηση πολλών βιβλίων για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο, με πρώτο το Αναγνωστικόν Έκτης Δημοτικού που κυκλοφόρησε το 1949.Το 1948 έγινε καλλιτεχνικός σύμβουλος του λιθογραφείου «Ασπιώτη–Έλκα», και από το 1954 έως το 1967 φιλοτέχνησε γραμματόσημα για λογαριασμό των Ελληνικών Ταχυδρομείων, αρχικά με την τεχνική της έγχρωμης ξυλογραφίας και κατόπιν με τη μέθοδο offset. Επίσης, από το 1962 έως τον θάνατό του, σχεδίαζε και τα γραμματόσημα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το 1959 ανέλαβε την διεύθυνση του Τμήματος Γραφικών Τεχνών στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο, όπου δίδαξε μέχρι το 1967.Ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της καλλιτεχνικής ομάδας «Στάθμη», η οποία τον τίμησε με αναδρομική έκθεση των έργων του στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Την ίδια εποχή παρουσίασε έργα του στην Μπιενάλε της Βενετίας (1952) και του Λουγκάνο (1953).

Κατά την δεκαετία του 1960 η θεματογραφία του άρχισε να επικεντρώνεται στην απόδοση της ανθρώπινης μορφής. Εγκατέλειψε σταδιακά το χρώμα, χάραζε όλο και μεγαλύτερες πλάκες ξύλου και άρχισε να δημιουργεί θεματικές ενότητες σε τρίπτυχα ή τετράπτυχα. Ταυτοχρόνως ασχολήθηκε με την αγιογραφία, ενώ συνέχισε να φιλοτεχνεί βιβλία.Κατά την περίοδο της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών, έζησε αυτοεξόριστος εκτός Ελλάδας και φιλοτέχνησε έργα κοινωνικής διαμαρτυρίας καταγράφοντας γεγονότα που τον συγκλόνισαν. Μετά την κατάρρευση της Χούντας, εξέθεσε έργα του στην Εθνική Πινακοθήκη(1975) και λίγο καιρό αργότερα έγινε μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ίδιου ιδρύματος. Το 1977, ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης.
Συνέχισε να εργάζεται σκληρά μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής του. Πέθανε το Οκτώβριο του 1985 αφήνοντας ημιτελή μία σειρά οκτώ συνθέσεων στο Δημαρχείο του Βόλου. Το 1987, η Εθνική Πινακοθήκη τον τίμησε με μία δεύτερη μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του.Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, δημιουργήθηκε η Εταιρεία Εικαστικών Τεχνών «Α. Τάσσος», με σκοπό την διάδοση του έργου του και την υποστήριξη της ελληνικής χαρακτικής. Από το 1991 και κάθε τρία χρόνια, η Εταιρεία αυτή πραγματοποιεί συλλογικές εκθέσεις νέων ελλήνων χαρακτών σε διαφορετικές πόλλεις της Ελλάδας. Η Εταιρεία επίσης διατηρεί ανοιχτό ως μουσείο το σπίτι όπου έζησε και δημιούργησε ο Τάσσος και η σύζυγός του, η ζωγράφος και χαράκτρια Λουκία Μαγγιώρου, επί της Αρδηττού 34, στην συνοικία Μετς της Αθήνας.Τα έργα του χαρακτηρίζονται από την τεχνική αρτιότητά τους και την συγκινησιακή απόδοση της μορφής των απλών ανθρώπων του μόχθου και του πόνου, ενώ πρόκειται για έργα στρατευμένης τέχνης.

Το έργο του είναι τεράστιο και πολυεπίπεδο. Τιμήθηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του με βραβεία και διακρίσεις, εξέθεσε σε πολλές χώρες, εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1952. Παράλληλα, είχε ενεργό αντιστασιακή δράση.

Συνελήφθη τρεις φορές (το 1938 από το καθεστώς της «4ης Αυγούστου») και το 1944 φυλακίστηκε από τους Γερμανούς στις φυλακές Αβέρωφ για τη συμμετοχή του στην Πανελλήνια Εκθεση.

Το Μουσείο Μπενάκη, η Alpha Bank και η Εταιρεία Εικαστικών Τεχνών Α. Τάσσος διοργανώνουν από τη Δευτέρα αναδρομική έκθεση, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή του και 30 από τον θάνατό του.

Παρουσιάζονται για πρώτη φορά έργα που έφερε στο φως η έρευνα, αφανή έως σήμερα, γνωστά μόνο από τη βιβλιογραφία. Η έκθεση αποσκοπεί στην επανεκτίμηση του έργου του Α. Τάσσου από ένα κοινό με διαφορετικό αισθητήριο από εκείνο της εποχής που δημιουργήθηκε.

Πηγή:https://www.efsyn.gr/tehnes/art-nea/50396_ergo-toy-tassoy-me-alla-matia

“Βορράς και Νότος”: ένα ξεχασμένο βικτωριανό αριστούργημα

Είναι αλήθεια πως τα λογοτεχνικά έργα της Βικτωριανής περιόδου έχουν εδραιωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο και το φανατικό αναγνωστικό τους κοινό απλώνεται σε όλες τις ηπείρους. Από τις αδελφές Μπροντέ ως την Ώστεν και από τον Ντίκενς ως την Έβανς και από τις αρχές του 20ου αιώνα ως τις μέρες μας η χαρακτηριζόμενη κλασική πλέον λογοτεχνία κερδίζει συνεχώς έδαφος. Οι λόγοι που εξηγούν αυτό το γεγονός είναι πολλοί και διαφέρουν μεταξύ των συγγραφέων και των αναγνωστών. Εξάλλου εύκολα διακρίνει κανείς την αντίθεση ανάμεσα στα έργα του Ντίκενς που κατά κύριο λόγο μιλούν για την δύσκολη και διαβρωτική ζωή στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις από αυτά της Ώστεν που αναπόφευκτα ταξιδεύουν στον νωθρό νότο. Στην μία περίπτωση οι ήρωες αγωνίζονται για την επιβίωση και ενδεχομένως την κοινωνική ανέλιξη μέσω της βελτίωσης του βιοτικού τους επιπέδου, ενώ στην άλλη αποσκοπούν στο τελευταίο μέσω της πραγματοποίησης ενός επιτυχημένου ζευγαρώματος. Το κοινό πάντως που παρουσιάζουν όλα τα συγγράμματα της περιόδου αυτής είναι η διεισδυτική ματιά με την οποία οι συγγραφείς βυθίζονται στον ψυχικό κόσμο, στις σκέψεις και τις αντιδράσεις των ηρώων τους. Μεταξύ όλων αυτών κυριαρχεί ένα μοτίβο, μια αλληλουχία που πηγάζει από την ανατροφή και τις παραστάσεις που κυοφορούν μέσα τους. Θα έλεγε κανείς πως οι συγκεκριμένοι λογοτέχνες ήταν δεξιοτέχνες στην σκιαγράφηση χαρακτήρων. Είναι απολύτως λογικό πως χαρακτήρες σαν τον Χίθκλιφ, την Τζέυν Έυρ, τον Πιπ ή τον κ. Ντάρσυ επιβίωσαν μέσα στους αιώνες και δεν χώθηκαν σε κάποιο χρονοντούλαπο της λογοτεχνίας. Σε αυτά τα πού αγαπημένα Βικτωριανά αριστουργήματα θα προσθέσουμε σήμερα ακόμη ένα. Πρόκειται για το “Βορράς και Νότος” της Ελίζαμπεθ Γκασκέλ.

Αν και στενή φίλη του Ντίκενς και της Σαρλότ Μπροντέ, η Ελίζαμπεθ Γκασκέλ μέχρι στιγμής δεν έχαιρε της αναγνωρισιμότητάς τους. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια πολλοί κριτικοί έχουν αρχίσει να αναθεωρούν την στάση τους απέναντι στην εργογραφία της. Μερικά από τα χαρακτηριστικά της γραφής της είναι η εξαιρετική της ικανότητα στην περιγραφή των πιο λεπτών αποχρώσεων των χαρακτήρων και οι λεπτομερείς περιγραφές της υπαίθρου και της αγγλικής πανίδας. Η προτίμησή της για απλούς και ταπεινούς χαρακτήρες φανερώνει την πεποίθησή της ότι η ομορφιά και η ποίηση μπορούν να κρύβονται σε γεγονότα και πρόσωπα καθημερινά. Είναι φανερή η επίδραση των ρομαντικών ποιητών Σάμιουελ Τέιλορ Κόλεριτζ και Γουίλιαμ Γουόρντσγουορθ στον τρόπο σκέψης της αν και το έργο της κατατάσσεται στο χώρο του ρεαλισμού. Τα καυτά κοινωνικά προβλήματα του καιρού της τα αντιμετώπισε από επαναστατική σκοπιά. Δεν ενδιαφέρθηκε για τη νέα τάξη των εξαθλιωμένων εργατών που δημιούργησε η γρήγορη εκβιομηχάνιση της χώρας και για τους κατατρεγμένους από την κοινωνία μόνο ως φιλάνθρωπος σύζυγος πάστορα αλλά τόλμησε να τους αναδείξει ως κεντρικούς χαρακτήρες των ιστοριών της, διακινδυνεύοντας έτσι να ενοχλήσει τη μεσαία αστική τάξη στην οποία ανήκαν οι αναγνώστες της. Στα γυναικεία πρόσωπα των βιβλίων της δεν αρνείται την αφοσίωσή τους στην οικογενειακή εστία αλλά τους δίνει ένα ηθικό ανάστημα και μια ξεχωριστή υπόσταση που ξεπερνούν τα στενά όρια στα οποία τις είχε τοποθετήσει η βικτωριανή κοινωνία. Τοποθετούσε τη δράση των έργων της σε μέρη με τα οποία ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένη, όπως το βιομηχανικό Μάντσεστερ ή η αγγλική ύπαιθρος και πολλές από τις καταστάσεις που ζουν οι ήρωες της έχουν αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Τα κείμενά της αντανακλούν τις θεολογικές της απόψεις, που είχαν σαν άξονα έναν ορθολογικό και φιλελεύθερο Προτεσταντισμό. Γνωρίζοντας τα πιο βασικά στοιχεία της λογοτεχνικής της έκφρασης ως προς την μορφή και το περιεχόμενό της μπορούμε ελεύθερα να εισέλθουμε στα ενδότερα της ιστορίας μας.

Ο “Βορράς και Νότος”, όπως θα μάντευε κανείς από τον τίτλο του είναι ένα ρομαντικό μεν μυθιστόρημα με σημαντικές κοινωνιολογικές πτυχές που δομείται εξαρχής σε μια αντιπαράθεση. Από το πολύβουο και κοσμοπολίτικο Λονδίνο όπου ζει τα τελευταία χρόνια η ηρωίδα μας, Μάργκαρετ Χέιλ αλλά πρόκειται να εγκαταλείψει ενόψει του γάμου της ξαδέλφης της Ίντιθ Σο με τον λογαχό Λένοξ μεταφερόμαστε σχεδόν ακαριαία στο ήσυχο και γραφικό Χέλστοουν του Χάμσαιρ, στην μικρή ενορία όπου λειτουργεί ο πατέρας της Μάργκαρετ, Ρίτσαρντ Χέιλ και ζει με την μητέρα της. Λίγες μέρες ανεμελιάς και μια απρόσμονη πρόταση γάμου θα μεσολαβήσουν μέχρι την εκ νέου αλλαγή σκηνικού. Επόμενος και τελικός (ίσως;) προορισμός το βιομηχανικό Μίλτον στον βρετανικό Βορρά. Την ολάνθιστη και πλουμιστή φύση διαδέχεται αναπόφευκτα το νέφος και ο καπνός των εργοστασίων και των βιομηχανιών. Τους πρόσχαρους και ταπεινούς ανθρώπους της υπαίθρου ακολουθούν οι θορυβώδεις και έντονοι εργάτες των βιοτεχνών και τα επιβλητικά τους αφεντικά. Οι δύο όψεις μιας χώρας που μόλις γνώρισε την βιομηχανική επανάσταση, δίχως να γευτεί μια ταξική αντιπαράθεση, μια επανάσταση στα πρότυπα αυτής της Γαλλίας του περασμένου αιώνα αποδίδονται με μοναδικό τρόπο στο εν λόγω βιβλίο.

Η ζωή της Μάργκαρετ από εκεί και πέρα παίρνει διαφορετική τροπή. Θα έλεγε κανείς πως το νεφελώδες και αγριωπό τοπίο αν και δεν επηρεάζει την αγνή καρδιά και τους αβρούς της τρόπους την σκληραγωγεί και την μεταμορφώνει από μια αριστοκράτισσα χαμηλού εισοδήματος αλλά σωστής ανατροφής σε μια ανεξάρτητη και ώριμη γυναίκα. Στην αλλαγή αυτή δε θα συνδράμει μόνο η ανικανότητα των νοτίων γονιών της να αντιμετωπίσουν διάφορες περιστάσεις ή ενίοτε η συστολή τους αλλά και η γνωριμία της με ανθρώπους όπως οι Χίγκινς ή ο κύριος Μπελ. Ίσως, όμως, τον σημαντικότερο ρόλο να διαδραματίσει ο συμπρωταγωνιστής της, ο αυστηρός και βλοσηρός Τζον Θόρντον. Ο κύριος αυτός, αυτοδημιούργητος βιομήχανος που ασχολείται με την επεξεργασία βαμβακιού και την διάθεσή τους στο λιανικό εμπόριο γίνεται ο πρώτος μαθητής του κύριου Χέιλ στο Μίλτον και στην ουσία ο πρώτος του και μοναδικός φίλος. Παρά τους απότομους τρόπους του, ο Θόρντον είναι ένας άνθρωπος μετρημένος και οξυδερκής με θαυμάσια πειθαρχία και αυτοσυγκράτηση. Ο μόνος άνθρωπος που μοιάζει να αγαπά ειλικρινά είναι η μητέρα του, την οποία χαρακτηρίζουν τα ίδια ακριβώς επίθετα. Σύντομα, η κατάσταση αυτή θα ανατραπεί, καθώς το άκαμπτο σθένος ενός άντρα δυναμικού και μαχητικού θα έρθει να απαλύνει ο έρωτάς του για την Μάργκαρετ, ένας έρωτας μη αναμενόμενος και άδοξος κατά τον ίδιο.

Πράγματι, οι δυο τους θα περάσουν από 40 κύματα, με την σχέση τους να συμπαρασύρεται από απανωτές αλλαγές, από παρεξηγήσεις, από ταραχές, από θλιβερά γεγονότα. Παρότι πρόκειται για ρομαντικό βικτωριανό μυθιστόρημα καθ’ όλη την διάρκειά του ο αναγνώστης αμφιβάλλει έντονα για την κατάληξη. Η αληθοφάνεια της αφήγησης, αλλά ιδίως η ρεαλιστικότητα των χαρακτήρων είναι ανεπανάληπτη. Μέσα από την σύγκρουση των δυο ηρωών συγκρούονται δυο κόσμοι, δυο νοοτροπίες, δυο γεωγραφικά, ταξικά υπόβαθρα. Μένει να δείξει αν αυτή η σύγκρουση θα αποβεί μοιραία για έναν έρωτα που σταδιακά καλλιεργείται συμπαρασύροντάς τον και τσακίζοντάς τον στον εγωισμό ή αν θα οδηγήσει σε μια αλληλοπεριχώρηση και μια μαγευτική σύζευξη. Εξάλλου, ο νόμος της φυσικής περί της έλξης των ετερώνυμων αποδεικνύεται περίτρανα στην βικτωριανή εργογραφία.

Πέρα από την σχέση των δυο φύλων, συγγραφέας με ήρεμο, αλλά ιδιαίτερα καίριο και δεικτικό τρόπο, περιέγραψε βίαιες καταστάσεις, ατομικές και συλλογικές, με αποτέλεσμα να ενοχλήσει την αστική τάξη της βικτωριανής εποχής. Το έργο αυτό όμως δεν μένει μόνο σε εκείνη την εποχή αλλά δημιουργεί καίρια ερωτήματα και για την δική μας. Η συγγραφέας, με την απαράμιλλη αφηγηματική της δεινότητα και με την περιγραφή των πιο λεπτών αποχρώσεων των χαρακτήρων, καταφέρνει να καταγράψει την κατάσταση των εργατών, τις δυσκολίες, τα πάθη και τις ελπίδες τους σε έναν κόσμο που αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα. Αναφέρεται επίσης μεταξύ άλλων στον ρόλο των συνδικάτων και των κινημάτων, όπως ο μεθοδισμός. Ακόμη εκπλήσσει η οξυδέρκεια με την οποία η Γκάσκελ αντιλαμβάνεται τις σχέσεις εξουσίας, όχι μόνο μεταξύ αφεντικών και εργατών, αλλά και μες στους κόλπους της κάθε μιας από αυτές τις τάξεις. Παρόλα αυτά, η Κυρία Γκάσκελ δεν αμελεί την ατομική διάσταση και τις επιπτώσεις όλων αυτών των σημαντικών γεγονότων στον καθένα από τους ήρωές της ξεχωριστά. Έτσι, παρακολουθούμε σε όλο το βιβλίο μια εξέλιξη των πολιτικών και κοινωνικών δρωμένων αλλά και μια εξέλιξη των ηρωών.

Το αξιοθαύμαστο στο έργο της Γκασκέλ είναι ότι συνδυάζει τους κοινωνικούς προβληματισμούς του Ντίκενς δίχως την ζοφερότητα τους και το ψυχογραφικό ειδύλλιο της Ώστεν δίχως την υπερανάλυσή της, αλλά με χιούμορ και διορατικότητα. Η πάλη των τάξεων, η έννοια της δικαιοσύνης, ο ρόλος της Εκκλησίας, η θέση της γυναίκας αποτελούν λίγα από τα ζητήματα που θίγει αυτό το μυθιστόρημα και που το καθιστούν μοναδικό μεταξύ των ομοίων του και αναμφίβολα το σημαντικότερο έργο της συγγραφέως. Η Μάργκαρετ Χέιλ και ο Τζον Θόρντον είναι οι εξέλιξη της Ελίζαμπεθ Μπένετ και του Φιτζγουίλιαμ Ντάρσυ και η πολιτικοκοινωνική τους εκδοχή. Σίγουρα, τους αναλογεί πολύ μεγαλύτερη μελέτη και εμβάθυνση και σε κάθε περίπτωση αναγνωσιμότητα ανάμεσα στο φανατικό και όχι μόνο αναγνωστικό κοινό της βικτωριανής λογοτεχνίας.

Στιγμιότυπο από την σειρά “Βορράς και Νότος”

Προσωπικά γνώρισα το έργο μέσα από την μεταφορά του στην μικρή οθόνη το 2004 από το BBC, για την οποία ελπίζω να έχω την ευκαιρία να μιλήσω σε ένα άλλο άρθρο. Διαβάζοντάς το στην γλώσσα που γράφτηκε στην αρχή, καθώς η ελληνική μετάφραση δεν είχε ακόμα συντελεστεί, ήταν μια συναρπαστική εμπειρία, καθώς ο τρόπος έκφρασης της Γκασκέλ είναι σαγηνευτικός, ενώ η παράθεση στην αρχή κάθε κεφαλαίου αποφθεγμάτων ή μικρών ποιημάτων με ενθουσίασε. Πίστευα, ειλικρινά πως κάθε απόπειρα μετάφρασης, θα κατέστρεφε αυτό το δημιούργημα. Παρ’ όλα αυτά έκανα λάθος και η μετάφραση για τον εκδοτικό οίκο Μίνωα για την σειρά Ξένη Κλασική Λογοτεχνία με εξέπληξε ευχάριστα. Το ύφος της Γκασκέλ, σαρκαστικό σε διάφορα σημεία και φιλοσοφικό σε άλλα διατηρείται, ενώ η μαγεία της δικής μας γλώσσας συναρπάζει με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο. Αν αγνοούσατε την ύπαρξη ή ακόμα δεν είχατε να σκεφτεί το έργο αυτό, ελπίζουμε αυτό το άρθρο μας να σας παρακινήσει να το πράξετε!

Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί σε μετάφρασης της Βασιλικής Κοκκίνου από τις εκδόσεις Μίνωα.

Πηγές:

«Βορράς και Νότος» της Ελίζαμπεθ Γκάσκελ: γράφει η Βασιλική Κοκκίνου

Ο θάνατος στη Χρυσή Ακτή, μια θανάσιμη βιογραφία

Σε μια πρόσφατη επίσκεψή μου στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος εξέφρασα την ανάγκη να διαβάσω ένα λογοτεχνικό έργο σχετικό με τον θάνατο και την φθορά. Το ζήτημα αυτό από αρχής εώς εσχάτων απασχολεί συγγραφείς και ποιητές, θεολόγους, ψυχοθεραπευτές και φιλοσόφους. Προσπαθώντας να το προσεγγίσω σφαιρικά και ορμώμενη από την ψυχιατρική έστρεψα την αναζήτηση στην λογοτεχνία. Η πρόταση ήρθε σχεδόν ακαριαία: “Ο θάνατος στη Χρυσή Ακτή” του μέχρι τότε άγνωστου σε εμένα Ελβετού συγγραφέα Φριτς Τσόρν. Χωρίς δισταγμό ή δεύτερη σκέψη το απέκτησα και σύντομα βυθίστηκα στον σκοτεινό και νευρωτικό κόσμο της “Οργής” (ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας).

Ο συγγραφέας

Πρόκειται για μια βιογραφία, για ένα ντοκουμέντο καταστροφής, για ένα εξομολογητήριο γράμμα, ένα ημερολόγιο θανάτου, μια εξαγνιστική εκμυστήρευση. “Είμαι νέος και πλούσιος και μορφωμένος. Και είμαι δυστυχισμένος και νευρωτικός και μόνος”: αυτή είναι η εναρκτήρια φράση της εξόριστης από την ζωή ζωής του νεαρού Φριτς, που έμελλε να μείνει για πάντα νεαρός, τουλάχιστον ηλικιακά. Ο αφηγητής μας θα φύγει από την ζωή στα 32 του χρόνια, χτυπημένος από τον καρκίνο και την κατάθλιψη, μια μέρα αφού θα πληροφορηθεί την έκδοση του βιβλίου του που τόσο πολύ επιθυμούσε. Ο τίτλος του θα είναι “Άρης” (στα ελληνικά προτιμήθηκε λόγω του περιεχομένου Ο θάνατος στη Χρυσή Ακτή).

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ξεκινά από τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα, από το πατρικό του σπίτι στο Κ., πλούσιο προάστιο της Ζυρίχης, από την μεγαλοαστική κοινωνία της Χρυσής Ακτής. Θα έλεγε κανείς πως από αυτό ξεκινά και σε αυτό καταλήγει η ιστορία του. Το μικρό αγόρι μεγαλώνει σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον, όπου απολαμβάνει αν και όχι σε υπέρμετρο βαθμό τα υλικά αγαθά και όπου επικρατεί μια οικογενειακή αρμονία. Στο πλαίσιο της τελευταίας, αποφεύγονται οι συζητήσεις βαθύτερων θεμάτων, τα οποία χαρακτηρίζονται ως δύσκολα. Άνθρωποι διαφορετικοί μέμφονται ως γραφικοί ή γελοίοι. Οι απόψεις πνίγονται, όπως και οι αντιδράσεις. Οι επισκέψεις θεωρούνται περιττές, ενώ ο θεός και η πολιτική αποπέμπονται από την καθημερινή συζήτηση. Η κλασική μουσική και η λογοτεχνία εξυμνούνται, αλλά οποιοδήποτε διαφορετικό είδος περιφρονείται. Και όλα όσα παραθέτει δεν συμβαίνουν από καθαρή αδιαφορία αλλά κατ’ επίκληση μιας κατ’ επίφαση ανωτερότητας, ενός αρρωστημένου ελιτισμού που δεν στηρίζεται πουθενά παρά μόνο στην νοσηρή αντίληψη των γονιών για την οικογενειακή γαλήνη, η οποία δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να διαταραχθεί, ακόμα και αν αυτό σήμαινε τον μαρασμό των μελών της οικογένειας. Αυτό δεν περιορίζεται στους τέσσερεις τοίχους που περιφρουρούν το σπίτι των γονιών του, αλλά εξαπλώνεται καθ’ όλο το μήκος της Χρυσής Ακτής, άλλοτε σε μικρότερο και άλλοτε σε μεγαλύτερο βαθμό.

Από τα πρώτα του κιόλας χρόνια, ο Φριτς είναι αιχμάλωτος μιας ασφυκτικής οικογένειας και κοινωνίας. Εντός αυτής δεν πρέπει να ξεχωρίζει, διότι κάτι τέτοια θα οδηγούσε σε διάρρηξη της επιζητούμενης αρμονίας. Προκειμένου να παραμείνει απαρατήρητος και αρμονικός μέσα στην δυσαρμονία δεν έμαθε ποτέ να λέει όχι, να εκφράζει την γνώμη του, να αντιτίθεται, να διαφοροποιείται. Η εκούσια αυτή υποταγή που ήταν βαθιά ριζωμένη στην οικογενειακή και κοινωνική παράδοση δεν είχε εξαρχής αρνητικά αποτελέσματα στον σχολικό του βίο. Ή σωστότερα σε αυτήν την περίοδο της ζωής του δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τις συνέπειες που μια τέτοια στάση θα του επιφύλασσε για το υπόλοιπο της ζωής του.

Η υποταγμένη στις συμβατικότητες, απογυμνωμένη ολοκληρωτικά από αισθήματα και ευαισθησίες ατμόσφαιρα κάνει αδύνατη ή έστω καθιστά ακόμα πιο δυσχερή την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του από τη φύση του ευαίσθητου νεαρού γόνου. Αυτό δε θα αργήσει να φανεί. Μεγαλώνοντας και περνώντας από την παιδικότητα στην εφηβεία και ύστερα στην ενηλικίωση και την φυγή από τα δεσμά του πατρικού σπιτιού, τα χωροταξικά δεσμά, ο Φριτς θα βρεθεί μόνος, ολότελα μόνος. Δεν είχε δημιουργήσει βαθύτερες διαπροσωπικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους, παρ’ ότι είχε την φήμη ενός διασκεδαστικού και ευδιάθετου μαθητή και φοιτητή. Δεν είχε φίλους, είχε απλώς γνωστούς, τ ώστε να απαλύνουν ελάχιστα την μοναξιά του, χωρίς όμως να μπορεί να την μοιραστεί μαζί τους. Το σημαντικότερο ήταν πως δεν είχε αισθανθεί έλξη ούτε για το αντίθετο ούτε για το ίδιο φύλο. Δεν είχε ποτέ του ερωτευτεί αλλά ούτε και διεγερθεί σεξουαλικά για κάποιον άνθρωπο. Ήταν ανέραστος και ήταν και μόνος. Δυστυχώς, έτσι ακριβώς, έφυγε από την ζωή. Ωστόσο μέχρι τότε, μεσολάβησε μια πολύ σημαντική συνειδητοποίηση που θα δούμε ακολούθως.

Όταν είχε πια ολοκληρώσει τις σπουδές του, είχε ξεκινήσει να ασκεί το επάγγελμα του καθηγητή Ρομανιστικής, είχε μετακομίσει στην Ζυρίχη όπου ζούσε μόνος του, ήρθε αντιμέτωπος με μια κατάσταση, με μια αλήθεια που πάσχιζε να εκτοπίσει και να σύρει στα έγκατα της σκέψης του. Έπασχε από κατάθλιψη και από νεύρωση. Τα δείγματα ήταν πασιφανή, αλλά αρνούνταν να τα δει, προτιμώντας να παραδοθεί σε έναν σταδιακό μαρασμό. Εξάλλου, ο έρωτας, σαρκικός και πνευματικός, η αγάπη, το πάθος απουσίαζαν εξαρχής από την ζωή του. Το πρόβλημα δεν ήταν μονάχα αυτό. Οποιαδήποτε σπίθα ζωής και ενέργειας απουσίαζε από την ύπαρξή του. Σε αυτή την θλιβερή για τον εξωτερικό παρατηρητή κατάσταση, εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός θα έλεγε κανείς για την συγκεκριμένη περίπτωση ο καρκίνος. Όπως ο ίδιος αναφέρει ένας όγκος ξεπρόβαλλε στον λαιμό του, ένας όγκος που κουβαλούσε όλα εκείνα τα δάκρυα που είχε καταπιεί. Η πορεία της ασθένειάς του είναι ανοδική. Σύντομα ο καρκίνος θα κάνει μετάσταση σε πολλά σημεία του σώματός του καταδικάζοντας σε έναν θάνατο αργό και βασανιστικό.

Την επανάσταση έρχεται να την κάνει ο θάνατός του, ένας θάνατος που πρέπει να καταδείξει το σπέρμα θανάτου που φωλιάζει σε αυτή την κοινωνία, να κάνει ολοφάνερη την θνησιγένειά της και τις αναπόφευκτες συνέπειες μιας καταπίεσης άνευ προηγουμένου. Ο καρκίνος δεν είναι μόνο σωματικός, είναι ψυχικός, κοινωνικός. Στην ουσία, η ζωή του ήταν ο θάνατος και από τη στιγμή που ο καρκίνος εισβάλλει στο σώμα του τον κάνει να συλλάβει την έννοια της ζωής του. Για τον Φριτς, όπως και για τον Ιβάν Ίλιτς στο έργο του Λέοντος Τολστόι ο θάνατος ή έστω το ενδεχόμενο του οδηγούν σε μια αφυπνιστική εμπειρία που στρέφεται στην αλλαγή της ζωής. Αυτήν την ζωή που ο Φριτς θυσίασε στο βωμό της ψευδεπίγραφης αρμονίας και του Δυτικού καθωσπρεπισμού του κίβδηλου αστικού περιγύρου που τον κρατούσε αλυσοδεμένο για πολλά χρόνια. Ο καρκίνος τον μεταμορφώνει ενώ παράλληλα τον καταστρέφει. Μέσα από την καταστροφή αυτή έρχεται η δημιουργία. Όπως λέει ο Κωστής Παλαμάς: “Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ και ο χτίστης […] Και θέλει το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι. Ο Φριτς αξιοποιεί τις τρεις αυτές ιδιότητες, το αφυπνισμένο μυαλό του, την χωρίς αγάπη και που λαχταρά για αυτήν καρδιά του και την λογοτεχνική επιδεξιότητα, ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του και συνθέτει το πρώτο έργο και κύκνειο άσμα του, το ρέκβιεμ μιας ζωής που παίρνει την αληθινή της έννοια μόνο από την στιγμή που η αρρώστια θρονιάζεται στο κορμί και μετατρέπει την γεμάτη δηλητήριο φυσιολογικότητα σε έναν κακοήθη όγκο που κόβει την ανάσα.

Ο συγγραφέας

Θα αξιοποιήσω έναν αφορισμό του Σάρτρ λέγοντας πως δεν έχει πια σημασία τι έκαναν στον άνθρωπο αλλά τι έκανε ο άνθρωπος από αυτό που του έκαναν. Ο Τσορν επέλεξε να καταρτήσει έναν οδηγό επιβίωσης. Η στάση στην οποία θέλουν να τον βλέπουν δεν είναι εκείνη της αθλιότητας, αλλά η στάση της μοναδικής αρετής στην οποία μπορεί να μετατραπεί η αθλιότητα: στη στάση του ανατόμου της προσωπικής του υπόθεσης. Δεν πρόκειται άλλωστε για ένα post mortem αλλά για ένα ante mortem έργο, για μια ανατομία, μια ψυχογραφία. Ο θάνατος παραμονεύει και τα γραπτά είναι ένας αγώνας δρόμου με αντίπαλο τον εξελισσόμενο καρκίνο. Ίσως, το όλο δημιούργημα να είναι μια απάντηση του συγγραφέα στην ζωή που δεν έζησε. Μια τέτοια σκέψη θα αδικούσε την σημασία του βιβλίου αυτού και θα την περιόριζε σε μια εγωιστική ανάγκη για υστεροφημία. Αν και ο Τσορν δεν επιχειρεί να είναι διδακτικός, μοιάζει να προσπαθεί να επιμηκύνει την ζωή του μέσω της τεχνικής των κυματισμών. Πιο αναλυτικά, βαθιά μέσα του επιδιώκει με το έργο αυτό να μην καταδείξει μόνο την δική του μίζερη ύπαρξη αλλά να ταρακουνήσει όλους εκείνους που αρκούνται σε μια τέτοια κατάσταση που δεν την απαρνούνται και δεν επαναστατούν. Απαντά έστω ετεροχρονισμένα με την δική του ασθένεια με τον καρκίνο στο καρκινογενές περιβάλλον εντός του οποίου ανατράφηκε. Κατηγορεί και εκείνο αλλά και τον εαυτό του για την κατάληξη αυτήν και προσδίδει σε αυτό το υποβόσκον κατηγορητήριο μια λογοτεχνική αξία.

Αυτό το όλο πίκρα βιβλίο, η βιογραφία ενός ανθρώπου κλεισμένου στο χρυσό κλουβί της αστικής ευμάρειας και που ανατράφηκε για τον θάνατο είναι για εμένα κάτι περισσότερο από ένα στοχαστικό δοκίμιο. Μπορεί να μην είναι λογοτεχνία με την τυπική και αυστηρή του όρου έννοια. Είναι ένα βιβλίο απόλυτης ειλικρίνειας και ολοκληρωτικής αυθάδειας, ένα δοκίμιο θρηνητικού χιούμορ και πιεστικής λογικής, βιβλίο με γλωσσική μουσικότητα και με κυριαρχία των εκφραστικών μέσων. Σε αυτό είναι συμπυκνωμένο και συγκεντρωμένο ό,τι ισχύει για το κάθε μεμονωμένο άτομο. Η αφήγηση είναι ένα αγχωτικό και συναρπαστικό την ίδια στιγμή ανάγνωσμα. Είναι μια εξιστόρηση αναγκαία τόσο για τον αφηγητή όσο και για εμάς Δεν ξέρουμε και δε θα μάθουμε ποτέ αν η τέχνη κατάφερε να του δώσει αυτά που του στέρησε η ζωή. Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως αυτό το γλωσσικά φτωχό σε πρώτο επίπεδο ντοκουμέντο ενός αρρώστου περί ανικανότητας επαφής όσο προχωρά γίνεται μια πιο πυκνή και καθηλωτική πρόζα ενός αληθινού συγγραφέα αλλά κυρίως ενός αληθινού ανθρώπου, αρνητή της ζωής αλλά αποδέκτη του θανάτου.

Πράγματι, αν και η ζωή μου απάδει από εκείνη του Τσορν από πολλές απόψεις, το βιβλίο μπολιάζει ένα πολύ επικίνδυνο μικρόβιο, αυτό της αναγνώρισης και της ταύτισης, Μπορεί να μην έχουμε προσβληθεί και να μην προσβληθούμε ποτέ από κάποιο θανατηφόρο σωματικό ή ψυχικό νόσημα, μπορεί ποτέ να μην ζήσουμε κάποια εμπειρία θανάτου που να μας προκαλέσει αφύπνιση, αλλά σίγουρα σε αυτό το βιβλίο μπορούμε να αναγνωρίσουμε εκείνο που επεσήμανε στον πρόλογο του ο Άντολφ Μούσγκ ότι “σε μια ανίατη κοινωνία ο θάνατος δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας και ότι θα εξακολουθήσουμε να πεθαίνουμε έτσι, αν εξακολουθήσουμε να ζούμε έτσι. Και ακριβώς σ’ αυτό έγκειται πραγματικά η συγκλονιστικότητα αυτού του βιβλίου”.

Το βιβλίο

Το έργο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηγιάννη. Eντός του βιβλίου μπορείτε να βρείτε τις κριτικές ομότεχνων του, και όχι μόνο, από τις οποίες αντλήσαμε το υλικό μας.

Πηγές:

H κριτική για τον Άρη, Peter Ruedi, Die Weltwoche, 1977

Ντοκουμέντο μιας καταστροφής, H. Burger, Lenyburg Seetal, 1977

Σύγκρουση με την Κοινωνία, Martin Kraft, Berner Machrichten, 1977

H οργή του Τσορν, Jurg Ramspeck, Yurl Lou, 1977