Ο Μένης Κουμανταρέας έγραψε την Κυρία Κούλα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 (το 1978). Το πιο μικρό σε λέξεις βιβλίο του, αγαπήθηκε πολύ από το κοινό και είχε μεγάλη απήχηση.
Ο συγγραφέας επεξεργάζεται τα δικά του προσωπικά συναισθήματα στις συχνές, εκείνη την περίοδο, διαδρομές του με τον Ηλεκτρικό, έτσι, η νουβέλα αυτή κρύβει μέσα της πολλά προσωπικά του βιώματα, «Η κυρία Κούλα είμαι εγώ», θα πει σε κάποια συνέντευξή του, στον απόηχο του Φλωμπέρ και του Τσίρκα.
Kαταγράφει με μοναδικό τρόπο την περιπέτεια του έρωτα ανάμεσα σε δύο πρόσωπα κοινωνικά και ηλικιακά αταίριαστα, που όμως τολμούν να σπάσουν τα κοινωνικά πρότυπα και να διεκδικήσουν ένα χώρο για το όνειρο μέσα στους ρυθμούς της επανάληψης που έχει η καθημερινότητα: διαδρομές, στάσεις, αναχωρήσεις, ο δημόσιος κι ο αυστηρά ιδιωτικός χώρος, συγκρούσεις και συμφιλιώσεις είναι το σκηνικό μέσα στο οποίο ο Κουμανταρέας «σκηνοθετεί» με λεπτότητα και ευαισθησία αυτή την αναπάντεχη συνάντηση της Κούλας και του Μίμη, ήρωες του καιρού τους, αναμφίβολα, αλλά και παντός καιρού.
Το μυστήριο του έρωτα, ο φόβος του γήρατος και του θανάτου, η απόπειρα να μην «είναι η μοναξιά η μόνη φυσική κατάσταση του ανθρώπου», όπως θα υποστηρίξει αργότερα ο συγγραφέας, μέσα σε μια ατμόσφαιρα ρεαλισμού και μελαγχολίας.
Η σχέση της κυρίας Κούλας και του Μίμη είναι ένα στερεότυπο της εποχής μας: αυτή ώριμη, με οικογένεια και στρωμένη δουλειά, αυτός νεαρός σπουδαστής με μεγάλα ΘΑ για το μέλλον. Συνδέονται υπογείως. Ηλεκτρικός, κουτούκια, γκαρσονιέρες. Κάνει ο καθένας το δικό του ταξίδι. Θα σώσουν ο ένας τον άλλον; Μπορούν να αγγίξουν την πραγματικότητα ενός εαυτού που ξεχάστηκε, που δε ρωτήθηκε για μοιραίες επιλογές; Γεμίζει το κενό με έρωτα ή θέλει μακαρόνια με κιμά; Είναι ο έρωτας επανάσταση ή μια παιδική αρρώστια που πρέπει να γιατρευτεί.
Εξ’ άλλου τι είναι η ζωή αν όχι μια απλή διαδρομή στο άπειρο του χρόνου;
Η κυρία Κούλα είναι μια ώριμη παντρεμένη γυναίκα, που έχει χρόνια να πλαγιάσει με τον άντρα της. Απλά ζούνε μαζί την βολεμένη και άνετη κατά τα άλλα ζωή τους, στην όμορφη μονοκατοικία τους στην Κηφισιά.
Είναι μητέρα δυο έφηβων κοριτσιών και καθημερινά μετακινείται με τον Ηλεκτρικό, για να πάει στην εφορία όπου εργάζεται. Στην επιστροφή επιβιβάζεται στο συρμό στο Μοναστηράκι, όπου ανελλιπώς συνταξιδεύει με έναν νεαρό φοιτητή που κατεβαίνει στη Νέα Ιωνία. Η σταθερή εικοσάλεπτη μετακίνησή τους δημιουργεί με τον καιρό μιαν εξοικείωση κι’ εμπιστοσύνη, που τους οδηγεί σ’ ένα μεγάλο έρωτα. Βέβαια είναι μια σχέση καταδικασμένη που θα σταματήσει ξαφνικά με την ίδια αποφασιστική δύναμη που ξεκίνησε. Ανεπιτήδευτα γλυκιά, τρυφερή, με μητρικό ενδιαφέρον, σεμνή κατά βάθος και με επίγνωση δραματική μετακυλά στην αναστάτωση, στην απελπισία, στην αμφιβολία, στη ζήλια, στριμώχνεται ψυχολογικά και διαταράσσεται η ισορροπία της.
Ο Μίμης είναι ένα τρελούτσικο αγόρι με το ζιζάνιο μέσα του, που θέλει να αποκτήσει την κυρία Κούλα και το καταφέρνει. Από τη μια της δείχνει σεβασμό, είναι τρυφερός κι’ από την άλλη την αναστατώνει με δικές του προσωπικές ιστορίες. Ιστορίες που έζησε αλλά και συνεχίζει παράλληλα στο μικρό του καταφύγιο, που διαμορφώνεται ευρηματικά στο βάθος του σκηνικού. Σε πρώτο πλάνο δυο τραπεζάκια και δυο καρέκλες παραπέμπουν στους χώρους των συναντήσεων των πρωταγωνιστών, ενώ με ζωντανή λήψη πάνω σε μια διάφανη επιφάνεια που χωρίζει τη σκηνή, προβάλλεται η έκφραση των προσώπων τους. Νεανικά καμώματα, ανεμελιά και ξενοιασιά εισβάλουν ερμητικά στην ανία και στην πλήξη της έγγαμης ζωής της κυρίας Κούλας, ενώνοντας μ’ ένα ιδιαίτερο τρόπο ετερόκλητα πράγματα.
Ο Μένης Κουμανταρέας είχε πει: «κάθε βιβλίο είναι αυτοβιογραφία, είτε είναι μασκαρεμένη είτε όχι». Η κυρία Κούλα –γράφτηκε το 1978 στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης- εκφράζει τα προσωπικά του αισθήματα, είμαστε όλοι εμείς που ανά πάσα στιγμή μας περιμένει το αναπάντεχο.
Με ελαφρές μετατοπίσεις φύλου και ιδιοφυείς αναλογίες, αριστοτεχνική δομή και σοφές ανατροπές (είναι εκπληκτικό το black-out στη στοά του τραίνου που οδηγεί το κολλημένο μυαλό της ερωτευμένης κυράς σε reset)… με προφορικότητα που αγγίζει τα όρια της μη λογοτεχνικότητος και δραματικότητα εξόχως ελληνική-μεσογειακή (με βλέψεις αγγλοσαξωνικές που δεν επιτυγχάνονται – κακώς συγκρίνεται το έργο του Κουμανταρέα με τα βορειοευρωπαϊκά κι αμερικανικά πρότυπά του – είναι εξόχως παγανιστικό κι απενοχοποιημένο)… με ελαφρές μετατοπίσεις της αφηγηματικής οπτικής προ τη λεπτομέρεια (αντί του όλου), σε «λοξές» διαδρομές, που παραμορφώνουν μεν την κοινή λογική και την τρέχουσα αντίληψη της πραγματικότητας, δημιουργούν όμως ένα άλλο σύμπαν, ιδιαιτέρως απλό κι αναγνωρίσιμο….
Ο Μένης Κουμανταρέας εφηύρε το ύφος του κι επινόησε τον εαυτό του. Όσο κι αν είναι περιορισμένος θεματολογικώς κι αισθητικώς από τη συγχρονία του, όσο κι αν δεν είναι και δεν πρόκειται να γίνει ποτέ «κλασικός», είναι όμως κάτι στην ταραγμένη Ελλάδα της εποχής του που βγαίνει από τη χούντα και πέφτει με τα μούτρα σε αγαθά, πνευματικά και υλικά που απολάμβαναν οι πολιτισμένοι λαοί προ δεκαετιών…
Σαν να ταν η διαδρομή μια πρόφαση , μια σύντομη απόδραση μ’ ένα συγκεκριμένο προορισμό, Ένας έρωτας σταθμός για την ίδια, με τερματικό τελικά το σπίτι και την οικογένειά της. Μ’ ένα εισιτήριο επιστροφής στον κόσμο που αξίζει, όπου έχει τις βολές της, σ’ ένα σπίτι ζεσταμένο από τις φωνές των παιδιών της. Με μια παγωμένη γαλήνη μέσα στην καρδιά της, όπου η κυρία Κούλα δεν επέτρεπε τις απρέπειες.
Οι πρωταγωνιστές του έργου είναι εκπληκτικοί. Έχουν αποδώσει τους ρόλους τους με τέτοια ζωντάνια, που από την αρχή και για τα 75 λεπτά της παράστασης, συνταξιδεύουμε και ζούμε μαζί, τις μικρές καθημερινές τους στιγμές.
Η Έλενα Μαρσίδου ως κυρία Κούλα, με τον μεστό της λόγο, την συναισθηματική αλλαγή της μεταξύ των «θέλω» και των «πρέπει» της, μας συνεπαίρνει με μια ερμηνεία που θα συζητηθεί.
Δίπλα της ο νεαρός φοιτητής Μίμης, χαρακτηρίζεται από τον αυθορμητισμό της ηλικίας του, ζει ονειρεύεται και ελπίζει ότι τα καλύτερα έρχονται. Ο ταλαντούχος ηθοποιός Βασίλης Τριανταφύλλου, έχει μπει μοναδικά στο πετσί του ρόλου του και θεωρώ ότι σίγουρα θα μας απασχολήσει στα θεατρικά δρώμενα. Η χημεία τους υπέροχη επι σκηνής. Την γεμίζουν και νιώθεις με την ερμηνεία τους, διαρκείς εναλλαγές εικόνων, ήχων, συναισθημάτων. Προβληματίζεσαι, συγκινείσαι, γελάς, ονειρεύεσαι…
Το σκηνικό της Μαντώς Ψυχουντάκη απλό αλλά απόλυτα λειτουργικό στο πως διαδραμαίζεται η ιστορία του έργου. Η σκηνοθεσία του Γρηγόρη Καραντινάκη μοναδική, έχει καταφέρει με απόλυτα κατανοητό τρόπο να ξετυλίξει στην σκηνή τις ψυχοσυνθέσεις των ηθοποιών, χωρίς υπερβολές.
Η συγκεκριμένη παράσταση έχει πολλές αναγνώσεις, ο καθένας μας βρίσκει στοιχεία της προσωπικότητάς του, στιγμές που έχει ζήσει, σκέφτεται να ζήσει ή φοβάται να ζήσει. Τρυφερά ρεαλιστική, θα σας συγκινήσει.
Η Κυρία Κούλα έγινε τηλεταινία για την ΕΡΤ το 1983, σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου με την Βέρα Ζαβιτσιάνου και το Φίλιππο Σοφιανό. Ανέβηκε επίσης στη σκηνή της Φρυνίχου για το Θέατρο Τέχνης το 2010,σε διασκευή Άκη Δήμου και σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, με τη Λυδία Κονιόρδου, τον Γιώργο Φριντζήλα και την Ειρήνη Ιγγλέση.
Υπάρχουν έργα, προϊόντα του χρωστήρα ή της γραφίδας, για τα οποία δεν μπορεί να υπάρχει μια καθορισμένη αίσθηση. Η απόπειρα εξαγωγής συμπερασμάτων, η διάθεση τούτα να αντιστοιχηθούν με καθορισμένα πρότυπα ή ακόμα να ενταχθούν σε είδη και αυστηρά καθορισμένες φόρμες συνιστά μια ματαιότητα. Οι δημιουργοί τους, συχνά ενσωματώνουν σε αυτά μια ακαθόριστη ή δειλή ακόμα στην αλήθεια της θεώρηση φιλοσοφική ή κοινωνική. Η αδυναμία να υπάρχει μια επιβεβαιωμένη κριτική απέναντι στα συγκεκριμένα δημιουργήματα της καλλιτεχνικής προσδοκίας αποδεικνύει με τον πιο εμφατικό τρόπο, όχι φυσικά την ανεπάρκεια των μελετητών, μα ακόμα περισσότερο τη συγκεχυμένη ιδεολογική οπτική των ίδιων των δημιουργών. Κανείς ανιχνεύει μες σε αυτά τα έργα μια πρόθεση, μια διακριτική αναφορά, ένα ίχνος της προσωπικής ηθικής του προσώπου, μα δεν είναι σε καμιά περίπτωση εφικτή η απόλυτη τεκμηρίωση της καλλιτεχνικής παραγωγής. Το επιχείρημα πως τούτα τα έργα, ειδικά του λόγου δεν έχουν τίποτε να πουν δεν μπορεί να ευσταθεί. Υφίσταται η πιθανότητα να μην είναι διαυγής και ικανή η θεώρηση του δημιουργού, μα δεν μπορεί να εκλείπει παντελώς μια κάποια ευαισθησία ή αντίληψη της κοινωνικής φαινομενολογίας, άλλοτε διατυπωμένης σε εθνικό και άλλοτε πάλι σε υπερεθνικό ή αλλιώς, οικουμενικό επίπεδο. Η καλλιτεχνική δημιουργία δεν μπορεί να είναι μια στείρα υπόθεση, μια ματαιοδοξία ενός καλλιεργημένου και μόνο ψυχισμού. Σε κάθε έργο ενυπάρχουν αδιαμφισβήτητα, ίσως όχι τα προσόντα μα συγκεκριμένες αφορμές και αιτίες, ικανές να δικαιολογήσουν τον κόπο του ίδιου του προσώπου. Ο χρονικός ορίζοντας της αποτελεσματικότητας ενός έργου, η ωρίμανσή του, καθώς έρχεται με την πάροδο των ετών μπορεί να αποκαλύψει πτυχές του και αναφορές, οι οποίες κατέχουν τη δυνατότητα πολλές φορές να καταξιώσουν ένα έργο του λόγου και να αμφισβητήσουν την υποκειμενικότητα ενός ορισμένου κύκλου ανθρώπων ή ακόμα μιας ολόκληρης εποχής. Ο αλεξανδρινός, Κωνσταντίνος Καβάφης, με αφορμή την κριτική για το βιβλίο του Χάρντυ, αναφέρει σχετικά: «Τα βιβλία δεν πρέπει να έχουν αναγκαστικά ένα σκοπό εμπρός τους. Τόσο ανίδεος είναι ο κριτικός από καλλιτεχνική φιλοσοφία, ώστε να μην ξέρει ούτε αυτό; Η πιστή αποτύπωση της ζωής, αποθησαυρισμένη μες σε ένα μεγάλο έργο, ίσως να φαίνεται άχρηστη για ένα μεγάλο, χρονικό διάστημα, αλλά είναι βέβαιο πως με τον καιρό θα φέρει καρπούς. Κάτι βγαίνει στο τέλος. Σε μερικά χρόνια ή σε πάρα πολλά χρόνια.» Στην άποψη αυτή του Καβάφη μπορεί κανείς να εντοπίσει ένα από τα πιο καίρια στοιχεία του πνευματικού ανθρώπου. Μιλούμε για εκείνη την πρισματική οπτική, αυτή που μπορεί να τίθεται σε λειτουργία μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο κριτικός, ο μελετητής ή ο αδιάφορος αναγνώστης δεν παύουν, στο μέτρο του δυνατού ο καθένας και ανάλογα με το βαθμό καλλιέργειας να τηρούν μια ανεκτική στάση, μια διάθεση αποδοχής έργων, των οποίων η στόχευση μπορεί να αποτελεί ένα αίνιγμα, μια κατάσταση αδιόρατη, μια δύσκολη υπόθεση.
Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει το μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη». Οι Έξι νύχτες στην Ακρόπολη αποτελούν ομολογουμένως το νόθο τέκνο μιας μακρόχρονης κύησης. Νόθο, με την έννοια ότι δεν έγινε ποτέ αποδεκτό ως ισότιμο λογοτέχνημα του σεφερικού corpus από την κοινότητα των λογίων και από την κριτική. Μακρόχρονη η κύηση, εφόσον η πρώτη σύλληψη και γραφή έγινε όταν ο Σεφέρης βρισκόταν στα 26 του χρόνια και η οριστική σχεδόν 30 χρόνια μετά (1954). Η δημοσίευση του έργου καθυστέρησε επίσης πολύ: έγινε 20 χρόνια μετά τη γραφή του 1954 και τρία χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή, με επιμέλεια του καθηγητή Γ. Π. Σαββίδη (Ερμής, 1974). Ωστόσο το ότι ο ποιητής δουλεύει και ξαναδουλεύει ένα κείμενο στο μεγαλύτερο μέρος της δημιουργικής ζωής του, και μάλιστα με πρωτοφανές πάθος (Μέρες Στ’, Ικαρος, 1986, σελ. 119-120 και 134)· το ότι επίσης ο ήρωας Στράτης, που πρωταγωνιστεί στο πεζογράφημα, εξελίσσεται σταδιακά (κατ’ άλλους ήδη από το 1924, κατ’ άλλους από το 1931) σε προσωπείο του ποιητή που διατρέχει εκ παραλλήλου ποίηση και ημερολόγια (Δ. Μεντή, Στράτης Θαλασσινός και Μαθιός Πασκάλης / Δύο προσωπεία του Γ. Σεφέρη, περιοδικό «Ποίηση», αρ. 13/99, σελ. 189, σημ. 6) είναι γεγονότα που υπογραμμίζουν το διαρκές ενδιαφέρον του Σεφέρη για το μυθιστόρημά του.
Η πλοκή
Ολόκληρο το έργο ακολουθεί το μοτίβο μιας ημερολογιακής γραφής, αποτυπώνοντας γεγονότα και σκέψεις. Η ουσία της ημερολογιακής γραφής τίθεται σε δευτερεύουσα σημασία, καθώς στο τέλος του έργου δεν υφίσταται πια ως παράγοντας ο χρόνος, αλλά τα πρόσωπα. Στα πρότυπα των υπερεαλιστών δημιουργών και την κατάλυση κάθε συμβατικής και αποδεκτής έννοιας, έτσι και ο Σεφέρης κατορθώνει με τη γραφή του να εμπλέξει το παρόν και το παρελθόν, να προβεί σε κειμενικές και χρονικές παλινδρομήσεις. Η γραφή σε ύφος ημερολογιακό αποτελεί ένα ιδιαίτερα κοινό τόπο στην διηγηματογραφία και το θέατρο. Πέρα από τη δυνατότητα που παρέχει να προσδιορίζει επακριβώς το χρόνο, αυτός ο τύπος γραφής, τον οποίο υιοθέτησε και ο νομπελίστας ποιητής συνιστά μια μέθοδο διάσωσης του έργου, σε επίπεδο ιστορικό πια, αφού μες στους κόλπους του ο μελλοντικός αναγνώστης διαπιστώνει και παρακολουθεί μια παλαιά εποχή, με διαφορετικά ζητήματα ή καθολικά θέματα με ορίζοντα χρονικά απροσδιόριστο. Ο άρτι αφιχθείς από την Εσπερία Στράτης συναντιέται με μια παρέα Αθηναίων φίλων που αποφασίζουν να επισκέπτονται την Ακρόπολη επί έξι συνεχείς πανσελήνους. Η συνάντησή του με δύο γυναίκες είναι καταλυτική. Η ερωτική σχέση σκηνοθετείται ως δοκιμασία ψυχής: η πρώτη γυναίκα περισσότερο ως όραμα (Σαλώμη) και λιγότερο ως καθημερινότητα (Μπίλιω), καθοδηγεί τις ερωτικές και διανοητικές ισορροπίες του Στράτη στα όρια ζωής και θανάτου· η δεύτερη (Λάλα), βαθμιαία «μεταστοιχείωση» της πρώτης, τον ελευθερώνει στην καλλιτεχνική δημιουργία. Η Ακρόπολη, ως μυθικός τόπος, πέρα από χρόνο και τόπο, ανάμεσα στο εκτυφλωτικό φως του μεσημεριού και στο αχνό της πανσελήνου, μεταμορφώνεται σε ονειρικό τόπο δοκιμασίας και κάθαρσης κατά το πρότυπο του δαντικού Καθαρτηρίου.
Το μυθιστόρημα αποτελείται από έξι κεφάλαια που το καθένα αφηγείται κατά κύριο λόγο τα γεγονότα των έξι νυχτερινών επισκέψεων στη Ακρόπολη. Υπάρχουν δυο αφηγητές: ο τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής που αναλαμβάνει την αφήγηση των γεγονότων και ο πρωτοπρόσωπος Στράτης όταν καταγράφει στο ημερολόγιο σκέψεις του, ποιητικές εμπνεύσεις και στίχους. Έχουμε, λοιπόν, εναλλαγή των δύο αφηγητών με την ημερολογιακή γραφή να κυριαρχεί και να διασπά τη γραμμική αφήγηση παρεμβάλλοντας επιστολές, στίχους αλλά και περιγραφή ονείρων.
Ο Γ. Σεφέρης ακολουθώντας τη τεχνική του pastiche δημιουργεί μια συνύπαρξη διαφόρων λογοτεχνικών ειδών αποδίδοντας άψογα την ατμόσφαιρα του κατακερματισμού που επιδιώκει και ταυτόχρονα υπακούοντας στη λογική του μοντερνισμού που πρεσβεύει τη συνειρμική γραφή. Οι επιστολές ενώνουν το παρελθόν με το παρόν, παρέχουν πληροφορίες και δραστηριοποιούν τη μνήμη. Το ημερολόγιο συνδέει τα εξωτερικά γεγονότα με τον τρόπο που τα βιώνει το υποκείμενο και οι παρεμβαλλόμενοι στίχοι δείχνουν συνήθως την αγωνία της σύνθεσής τους και την άβυσσο της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Συνάμα δίνεται η ευκαιρία επικοινωνίας με έργα άλλων δημιουργών και η ενσωμάτωση αποσπασμάτων τους στο ημερολόγιο του ήρωα. Απ’ την άλλη η περιγραφή των ονείρων δημιουργεί επιπλέον ένα θολό τοπίο, μια ονειρική κατάσταση, μες την οποία υπνοβατούν οι ήρωες. Πρόκειται για μια πόρτα ανοιχτή ανάμεσα στα βιώματα και στην ποιητική σύλληψή τους. Άλλωστε για τον Σεφέρη ζωή και έργο είναι άμεσα συνδεδεμένα, όπως ακριβώς φαίνεται να ισχύει και για τον Στράτη στο μυθιστόρημα, ο οποίος εμφανώς αποτελεί προσωπείο του ποιητή.
Δαντική αλληγορία
Εφόσον, όπως ομολογεί ο ίδιος ο ποιητής (Δοκιμές Β´, Ικαρος, 1981, σελ. 249), «γνώρισε» τον Δάντη στα 35 του χρόνια για πρώτη φορά, είναι φανερό ότι το νεανικό κείμενό του δουλεύτηκε με τη δαντική αλληγορία στην ωριμότερη επεξεργασία του 1954. Η δαντική ατμόσφαιρα διαποτίζει όλο το κείμενο με τη γήινη, σωματική διάσταση που της αποδίδει ο Σεφέρης όταν αναλύει τη Θεία Κωμωδία, μία δεκαετία μετά την ολοκλήρωση του μυθιστορήματός του, το 1966: «…με την κόλαση και τον παράδεισο που μας δόθηκε να ζήσουμε…» (ό.π. σελ. 282).
Η αθηναϊκή πολιτεία της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα παίρνει έτσι για τον ποιητή τη θέση της δαντικής Φλωρεντίας του 1300· «… η Ακρόπολη αγκυροβολημένη· έτοιμη να σαλπάρει», γίνεται το νησιωτικό βουνό του Πουργατόριου· οι άνθρωποι κινούνται ανάερα, σαν νεκρές ψυχές, όποτε δεν είναι μνήμες, σκιές, φαντάσματα· όνειρα και λιποθυμίες επαναλαμβάνονται σύμφωνα με τον ίδιο μυητικό ρόλο που κατέχουν στη Θεία Κωμωδία· η τοπογραφία ζωγραφίζεται επανειλημμένως με δαντικές αποχρώσεις· και ο λόγος, εκτός από τα δηλωμένα δαντικά δάνεια (Μνήμες Dante, ό.π., σελ. 271-273), βρίθει μεταφορών στο πνεύμα και στο γράμμα του ιταλικού αρχετύπου. Η σκοτεινή Σαλώμη κάποτε γίνεται ο Βιργίλιος του ποιητή, κάποτε αποκτά το φως της Ματίλντα, και όταν εξαφανίζεται, καθώς επίσης ο Βιργίλιος στο Καθαρτήριο, αφήνει τη θέση της σε μια ατθίδα Βεατρίκη, τη φωτεινή Λάλα.
Το στοίχημα είναι προφανές: μέσα στο σκοτάδι της πνευματικής σύγχυσης που ακολουθεί τη μικρασιατική καταστροφή, ο ποιητής θα βάλει τις αδελφές ψυχές να κοιταχτούν «όπως συνηθίζουμε το βράδυ να κοιταζόμαστε στο νέο φεγγάρι» (Κόλαση, XV, 18). Αλλωστε οι Εξι Νύχτες με πανσέληνο, στην ημερολογιακή τους ανακύκλωση, αποτελούν μια αχνή υπόμνηση της θωμιστικής γεωμετρίας του Δάντη. Διαβάζονται δηλαδή ως ανωφερής κλίμακα δοκιμασίας του ποιητή (και μαζί τού αναγνώστη): «αυθεντικοί ήρωες μπορούν να υπάρξουν» μέσα από τον ίδιο τον δημιουργικό εαυτό μας, με την προϋπόθεση ότι αυτός τολμά να αντικρίσει την πραγματικότητα στα μάτια των συνανθρώπων του, όσο «κολασμένοι» και αν είναι (ή του φαίνονται) οι τελευταίοι και αυτή βεβαίως είναι μια πέρα για πέρα δαντική θεώρηση του κόσμου.
Τα πρόσωπα
Σχετικά με τον κεντρικό ήρωα Στράτη μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι εμφανίζεται και σε ποιήματα του Γ. Σεφέρη πρώτα ως Στράτης και έπειτα ως Στράτης Θαλασσινός (στα 1931). Η πρώτη εμφάνιση όμως του Στράτη μετά την επιστροφή του ποιητή στην Ελλάδα (γιατί έχει προηγηθεί αναφορά του στο «Απέραντο Σκάκι της Κονκόρντας») γίνεται σε τούτο εδώ το μυθιστόρημα ενώ επανεμφανίζεται αργότερα και στις Συλλογές «Τετράδιο Γυμνασμάτων» και «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’». Διατρέχει πάντως όλο το ποιητικό και πεζογραφικό έργο του Γ. Σεφέρη για περίπου τριάντα χρόνια έως και την τελευταία αναφορά το 1956 οπότε και εγκαταλείπεται απ’ τον ποιητή που έχει πλέον ωριμάσει ποιητικά. Συνήθως αποτελεί τη δεύτερη αφηγηματική φωνή, το πρόσωπο που βλέπει τον εαυτό του να δρα, και παραπέμπει σε διχασμό του υποκειμένου.
Οι απόψεις των μελετητών
Στο καθ’ όλα γήινο Καθαρτήριο του Εξι νύχτες στην Ακρόπολη τη Βασιλεία των Ουρανών κερδίζει εν τέλει ο δημιουργός εκείνος που «μεταχειρίζεται τους μάταιους ίσκιους σαν πράγμα στερεό» (Καθαρτήριο, ΧΧΙ, 136). Ο Στράτης εγγράφεται έτσι στη χορεία των ηρώων / προσωπείων του τύπου του Αντρέ Βαλτέρ (Ζιντ), του Α. Ο. Μπαρναμπούθ (Λαρμπό), του Στίβεν Ντένταλους (Τζόις), ή των Μπερνάντο Σοάρες, Ρικάρντο Ρέις κ.ά. (Πεσόα), που η καταγραφή της προοδευτικής καλλιτεχνικής τους Οδύσσειας συνιστά αντίστοιχη μυητική διαδικασία για τον αναγνώστη. Ο Στράτης, το ίδιο όπως το ποιητικό του alter ego στο Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’ (1944), είναι ένας πρόσφυγας στον τόπο του ο οποίος «πρέπει να ρωτήσει τους νεκρούς για να μπορέσει να προχωρήσει παρακάτω».
Ο Νάσος Βαγενάς δικαιολόγησε, λίγα χρόνια μετά την έκδοση του σεφερικού μυθιστορήματος (Ο ποιητής και ο χορευτής, Κέδρος, 1979, σελ. 138), την πανθομολογούμενη τότε αποτυχία του σεφερικού πεζογραφήματος με το γεγονός ότι «η αφήγηση παραμένει στο επίπεδο της ημερολογιακής εξομολόγησης χωρίς να κατορθώνει να γίνει μυθιστορηματική». Ο ίδιος αργότερα συνέδεσε αυτό το επιχείρημα με την εγγενή, κατά την άποψή του, αδυναμία του ημερολογίου να συγκροτήσει αμιγή λογοτεχνία (Το Ημερολόγιο ως μυθιστόρημα, περιοδικό «Διαβάζω», 142, 23.4.1986, τώρα στο Η ειρωνική γλώσσα, Στιγμή 1994, σελ. 227-229). Η βαλερική επίδραση κατά τον τρόπο του Κυρίου Τεστ και κατά τον τρόπο των ηρώων του Ζιντ και του Λαρμπό που αναφέραμε είναι βεβαίως σαφής. Το βιβλίο φέρει άλλωστε προκλητικά τα σημάδια της ημερολογιακής πηγής του: ο καθ’ όλα επιμελής Σεφέρης δεν έκανε απολύτως τίποτε για να τα κρύψει… (εν αντιθέσει π.χ. με τον Λαρμπό που κατέστρεφε μεθοδικά σελίδες του προσωπικού του ημερολογίου καθώς τις ενσωμάτωνε στο ημερολόγιο του ήρωά του).
Νεότεροι μελετητές όπως η Νάτια Χαραλαμπίδου (Εξι Νύχτες στην Ακρόπολη, «Καθημερινή», Αφιέρωμα στον Γ. Σεφέρη, 13.10.1996, αλλά και στο Greek Modernism and Beyond, Rowman & Littlefield Publishers, 1997, σελ. 163-176) και η Αλεξάνδρα Σαμουήλ (Ο βυθός του καθρέφτη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1998, σελ. 241-258), κρίνουν το πεζογράφημα ως «φιλόδοξο πειραματισμό» ενώ εκ παραλλήλου επανεξετάζουν κάποιες μοντερνιστικές τεχνικές και επιρροές του από την ευρωπαϊκή λογοτεχνία (εσωτερικός μονόλογος, «ανανέωση» της συμβολιστικής παράδοσης, mise en abyme κ.ά.)· αλλά οι επισημάνσεις τους δεν επηρεάζουν θετικότερα την αρνητική πρόσληψη του μυθιστορήματος άλλωστε δεν έχουν αυτή την πρόθεση.
Το κατά συνθήκην μυθιστόρημα, όπως έχει επαναλειμμένα επισημανθεί από έγκριτους ανθρώπους του λόγου, όπως ο Νάσος Βαγενάς, καθώς και άλλους μελετητές ή κριτικούς συνιστά μια συρραφή σκόρπιων σημειώσεων και δακτυλογραφήσεων, οι οποίες βρέθηκαν στο αρχείο του ποιητή. Η έκπληξη αλλά και το ενδιαφέρον των μελετητών για το αναπάντεχο αυτό έργο του ποιητή Σεφέρη επέφερε, καθώς ήταν φυσικό πλήθος κριτικών θεωρήσεων και μελετών, μέσω των οποίων βαλόταν με τρόπο ευθύ η μυθιστορηματική ανεπάρκεια του Σεφέρη, ενώ παράλληλα σημειωνόταν η αδυναμία του ίδιου του έργου να ενταχθεί σε σύνολα και είδη λόγου. Άλλωστε το ενδιαφέρον των κριτικών και των μελετητών, εντοπίζεται ακριβώς σε ένα πρώτο επίπεδο, ένταξης ενός έργου σε καθορισμένες κατηγορίες, ικανές να αποτελέσουν οδηγό και να ορίσουν από μόνες τους το μέτρο και τα σταθμά εξέτασής του.
Πέρα όμως από τούτη τη φιλολογική κριτική, θα ήταν σκόπιμο να αποπειραθεί κανείς να εμβαθύνει και να εξετάσει το ιδεολογικό υπόβαθρο, κάτω από το οποίο τούτο το έργο ολοκληρώθηκε. Η διατύπωση τεχνικών και θεωρητικών υποδείξεων ικανοποιεί σαφώς τους σκοπούς της φιλολογικής επιστήμης. Μα ένα έργο, προκειμένου να εκτιμηθεί η συνεισφορά του ή εκείνο το «καινούριο» και το «αδοκίμαστο» που προτείνει είναι αναγκαίο να διαβαστεί με την ίδια, ανοιχτή ψυχή που προαναφέραμε. Να εκτιμηθεί το δομικό, φιλοσοφικό υλικό του, να αντιστοιχηθεί ίσως με τον εσώτερο, «εκκινητικό» λόγο, ο οποίος έθρεψε στην ψυχή του δημιουργού την τάδε ή τη δείνα πλοκή, να συζητηθεί με άλλα λόγια το περιεχόμενο του έργου, δίχως καθρέφτες παραμορφωτικούς, χωρίς την αγωνία του κριτή να αναδείξει το σφάλμα του ποιητή, μα να εντοπίσει τις κορυφές του και σε εκείνες να σταθεί για να παρατηρήσει ανεπηρέαστος τα «νέα εδαφη», τα οποία προτείνει ο ίδιος ο ποιητής ή ο διηγηματογράφος.
Ήδη, κατά τις πρώτες σελίδες του βιβλίου δεν είναι δύσκολο κανείς να σημειώσει ένα βασικό χαρακτηριστικό του διηγηματογράφου Σεφέρη. Μα δεν πρόκειται για τίποτε άλλο παρά για την επιβεβαίωση της ποιητικής φύσης, μια πλευράς του την οποία δεν μπορεί να περιορίσει. Αντίθετα ο δημιουργός μοιάζει να παραδίνεται στον ποιητικό οίστρο, παραλείποντας τα σύμβολα και εισάγοντας παράλληλα την αίσθηση, την πιο ειλικρινή και βαθύτερη αίσθηση, ανιχνεύσιμη στο σύνολο του ποιητικού του έργου. Πρόκειται για εκείνη την αισθητική του λιτού ελληνικού οράματος, έτσι όπως είχε κατοχυρωθεί μες στη δημιουργία. Αφορά την ποιητική δημιουργία, η οποία αποβλέπει στη διατύπωση και την ένταση της ιδέας και σε καμία περίπτωση δεν αρκείται σε εικονοποιητικές προσεγγίσεις, υποβλητικές μα αδύναμες απέναντι στις ψυχικές επιταγές. Η τριτοπρόσωπη, αφηγηματική γραφή, η οποία θα αντικατασταθεί από το πρώτο, ενικό πρόσωπο, τον εαυτό συνιστά ίσως απόδειξη της βαθμιαίας ενσωμάτωσης του δημιουργού στον ίδιο το λόγο, δίχως να μπορεί ο ίδιος να αποστασιοποιηθεί από την απαίτηση του μυθιστορηματικού είδους. Ο Σεφέρης σταδιακά θα ενδυθεί πλήρως τις αδυναμίες, τις αγωνίες, τον ερωτισμό και την τραγική μοναξιά της περσόνας του έργου, του Στρατή. Η ημερολογιακή γραφή επιτρέπει τούτο να επιτυγχανθεί με φυσικό, αυθόρμητο τρόπο, καθώς συμβαίνει στις καταγραφές των προσωπικών λευκωμάτων ή ακόμα και στα ίδια τα ημερολόγια του ποιητή, μια συνήθεια με φιλολογικό πια ενδιαφέρον, μια ασχολία η οποία συνεισφέρει στην αποκωδικοποίηση της εργογραφίας και των πιο καίριων ιδεών του.
Το βιβλίο έχει σαφή πλοκή με αρχή, μέση, τέλος, κάποια πρόσωπα, έναν πολύ συγκεκριμένο δραματικό χρόνο, και οπωσδήποτε τεχνικές μυθοπλασίας με κεντρική την αναφερθείσα δαντική αλληγορία (για την οποία ακόμη μένει να γίνει συστηματική έρευνα) που το καθιστούν ενδιαφέρον. Βεβαίως δεν πρόκειται για συμβατικό μυθιστόρημα. Το πρώτο πρόσωπο διαδέχεται το τρίτο, την αφήγηση η ημερολογιακή εγγραφή, ενώ η ποιητικότητα της γραφής είναι έντονη. Τα πρόσωπα επίσης είναι περισσότερο δαντικές σκιές ιδεών παρά ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, αντιπροσωπεύουν άλλοτε μια ατμόσφαιρα εποχής, π.χ. των διανοουμένων που πλήττουν, άλλοτε απλώς σκιαγραφούν τύπους της επίγειας Κωμωδίας, όπως π.χ. ο «ερμαφρόδιτος» Λογκομάνος (Καθαρτήριο, XXVI, 73-82). Αυτή ακριβώς υπήρξε όμως η έμπνευση, η πρόθεση και το θέμα ενός έργου που θέλει να διαβαστεί ως ερωτική ιστορία αλλά με τη δαντική έννοια του όρου. Trasumanar per verba· ο περίφημος νεολογισμός του Δάντη εμπρός στη Βεατρίκη (Παράδεισος, Ι, 70) για τη μεταστοιχείωση του ανθρώπου σε κάτι που τον υπερβαίνει, για την αδυναμία μετάδοσης αυτής της εμπειρίας με τον λόγο, καθορίζει υπογείως και την ερωτική / μυητική / ποιητική υπόσταση του μυθιστορήματος.
Κατά άλλους, το διήγημα «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη» χαρακτηρίζεται από σημαντικές αδυναμίες στην κατάστρωση της πλοκής, τέτοιες ώστε δίκαια μπορούμε, είτε να χαρακτηρίσουμε το έργο καθολικά προβληματικό ή να εντοπίσουμε σε αυτό την υποκειμενικότητα του συγγραφέα, την πρόθεσή του ακόμα να θέσει υπό αμφισβήτηση τις παραδοσιακές, συγγραφικές αρχές της μυθιστορίας. Το ζήτημα της σταθερότητας στον κεντρικό πυρήνα του έργου γίνεται διακριτό σε ένα βαθύτερο επίπεδο, δικαιολογώντας μια μελλοντική κατάταξή του στην ίδια θέση με δημιουργίες, όπως το «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Πεντζίκη, μες στο οποίο η μνήμη εξελίσσεται με τον ίδιο δαιδαλώδη τρόπο με τον οποίο υφίσταται μες στα όρια του ατομικού πνεύματος. Ο Σεφέρης επιδιώκει την προβολή των ιδεών και των ορισμένων συναισθημάτων, επηρεασμένος βαθύτατα από διαπιστώσεις πάνω στο ίδιο το «σώμα» της ελληνικής κοινωνίας. Καθώς ο Μαρσέλ Προυστ και οι εισηγήσεις του προς ένα άλλο είδος μυθιστορήματος, έτσι και ο Σεφέρης διαμορφώνει ένα τελείως προσωπικό ύφος, μες στο οποίο ανάμεσα στα άλλα, διακρίνεται, αν δεν επικρατεί ολοκληρωτικά,η αγωνία και το αδιέξοδο του ελληνικού τοπίου, ως έκφραση κοινωνική και πολιτική.
Με την αναφορά στον Γκρέκο, ήδη από την αρχή του κειμένου ο Σεφέρης αποκαλύπτει το μοντέλο μες στο οποίο θα κινηθεί. Για εκείνον ο ελληνισμός των διαρκών χλευασμών και της πολιτικής αστάθειας, η ελληνική κοινωνία της ελιτίστικης θεώρησης συνιστούν βασικά και εμπεδωμένα ζητήματα. Η αδυναμία του εντόπιου στοιχείου να εκτιμήσει τις νέες τάσεις, να τις εντάξει μες στα πλαίσια της πνευματικής δημιουργίας, καθώς και το ζήτημα των «κλειστών» πολιτιστικών συνόρων θα απασχολήσει βαθιά τον Σεφέρη. Τούτη την αναφορά του θα επεκτείνει και θα εξιδεικεύσει ακόμη περισσότερο, με την παράθεση ενός αποσπάσματος του λόγου του Μάρκου Αυρήλιου, μες στον οποίο υφίσταται διάφανα μια σαφής περιγραφή της ελληνικής κοινωνίας , η οποία μες στα πλαίσια ενός νεοσύστατου, αστικοποιημένου τοπίου, αδυνατεί να διαχειριστεί τη νέα εποχή, επιδιδόμενη σε ανώφελες κενοδοξίες . Μες σε αυτές εξαντλείται, λοιπόν διαπιστώνει ο Σεφέρης το ανθρώπινο στοιχείο, μες σε τούτο το αδιέξοδο δεν είναι δυνατόν να καθοριστούν επιδιώξεις λιγότερο ατομικές και περισσότερο, την ίδια στιγμή συλλογικές. «Πομπής κενοσπουδία, επί σκηνής δράματα, ποίμνια, αγέλαι, διαδορατισμοί, κυνιδίοις οστάριον ερριμένον, ψωμίον εις τας των ιχθύων δεξαμενάς, μυρμήκων ταλαιπωρίαι και αχθοφορίαι…ότι τοσούτου άξιος έκαστος έστιν, όσου άξια έστι ταύτα περί α εσπούδακεν.»2 Δεν θα μπορούσε με τρόπο πιο εύστοχο και διαχρονικό, να αποδοθεί πληρέστατα η προβληματική, ελληνική κοινωνία, από ότι με την εκφορά του Αυρήλιου, η οποία συμπυκνώνει τις προβληματικές της εσωτερικής ζωής με θαυμαστή οικονομία και ακρίβεια. Μες στην ίδια την ελληνική κοινωνία, ο Σεφέρης εντοπίζει και αποκαλύπτει το συγκρουσιακό χαρακτήρα του ελληνικού στοιχείου, την ανάδελφη μοίρα του, την κατά συνέπεια, ολοκληρωτική απουσία ενός πνεύματος συλλογικότητας. Η απόδοση στον πληθυσμό του στοιχείου της αδιαφορίας, ενός ελιτίστικου, πλούσιου αυτισμού με άλλα λόγια μοιάζει να ενδιαφέρει τον Σεφέρη σε πιο υπερεθνικά κλιμάκια. Έτσι καθορίζει τον ελληνικό λαό, αλλά και κάθε έθνος, έρμαιο και αδιάφορο απέναντι στην πολιτική και ισχυρή σκοπιμότητα. «Χρειάζεται κουράγιο στην πατρίδα», σημειώνει ο Γιώργος Σεφέτης εντείνοντας ακόμη περισσότερο το σχολιασμό του για την Ελλάδα της διαρκούς μεταβατικότητας, της αποξένωσης, της ριζωμένης έχθρας. Μες σε αυτό το περιβάλλον ο Στρατής κι οι φίλοι του δεν μπορούν παρά να αντιταχθούν σε αυτήν την επιταγή της οικουμενικής αντικοινωνικότητας. Ο σχολιασμός του ίδιου του δημιουργού, μέσα από τα πρόσωπα του έργου, δεν συνιστούν παρά μια ένδειξη της υπό διαρκή κλονισμό ελληνικότητας. Μέσω αυτών ο Σεφέρης οριοθετεί το παρόν του, διαπιστώνει την αφετηρία όλων των προβληματικών διαστάσεων, προσδιορίζει τη στειρότητα των ατομικών ονείρων, τα οποία δεν μπορούν να ευδοκιμούν μες σε ένα τέτοιο αντιπολιτιστικό κλίμα. Η χώρα παραδομένη στις φλόγες της ιστορίας της, οι άνθρωποι φλέγονται και εκείνοι αδύναμοι να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, να διαφύγουν της επικαιρότητας και να αποκτήσουν την πολυπόθητη «συνοχή», εκείνη που μπορεί να ερμηνευτεί ως μια καθορισμένη και διατυπωμένη εθνική ταυτότητα. Οι επιρροές του Δάντη, τα παραθέματα τα οποία εμπεριέχονται στο λόγο του Σεφέρη, επιβεβαιώνουν την αγωνία του δημιουργού να θέσει το σπόρο της προηγμένης, δυτικής σκέψης μες στα ελληνικά πρότυπα. Η ευρωπαϊκή παιδεία και ο κοσμοπολίτικος βίος του Σεφέρη δεν αρκείται στην απομόνωση και τον ανώφελο εθνικισμό των συμπατριωτών του. Έχοντας επίγνωση της διάθεσής του να στηρίξει την ελληνικότητα, μέσω του λόγου και των έργων του, μπορούμε κάλλιστα να ερμηνεύσουμε τις «Νύχτες» ως ένα κάλεσμα για μια νέα, δημιουργική εποποιία σε όλα τα επίπεδα της ελληνικής σκέψης και πράξης.
Οι θεωρήσεις του έργου είναι βέβαια πολλές. Τόσο τεχνικά, όσο και από άποψη περιεχομένου μπορούμε να αντλήσουμε ένα πλήθος θεματικών, οι οποίες άλλοτε διαχρονικές και άλλοτε επίκαιρες, -κυρίως το πρώτο-, μπορούν να αποτελέσουν το πρίσμα για την εκτίμηση του έργου. Εκείνο όμως που καθολικά διατρέχει το έργο, εκείνο που το καθιστά περισσότερο ενδιαφέρον, πέρα από τη μοναδική του παρουσία στην ποιητική ενασχόληση του Σεφέρη δεν είναι άλλο από την πρόθεση του δημιουργού να εκτιμήσει την ανάγκη του έθνους να ξεπεράσει τον οικειοθελή αποκλεισμό του και να στραφεί πια, με ένα οξυμένο αισθητήριο προς όλες τις κατευθύνσεις, όλες όσες μπορούν να συνεισφέρουν στον εμπλουτισμό της εγχώριας, ιδεολογικής και πνευματικής παράδοσης. Από τούτο το πρίσμα μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το έργο του Σεφέρη «ελληνικό», με τη διάσταση, την οποία απέδωσε στον όρο ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Το σύμβολο του τίτλου το καθιστά, δίχως αμφιβολία τέτοιο.
Φυσικά όλα αυτά τηρουμένων των αναλογιών. Ο Σεφέρης μεταχειρίζεται το δαντικό κείμενο όπως ακριβώς ο Τζόις το ομηρικό στο Ulysses. Η περίφημη διατύπωση της «μυθικής παραλληλίας» του Τ. Σ. Ελιοτ, την οποία ήδη από το 1946 ο Σεφέρης υιοθετεί στο δοκίμιό του «Κ. Π. Καβάφης, Θ. Σ. Ελιοτ· παράλληλοι», διαγράφει με σαφήνεια τα όρια οποιασδήποτε σύγκρισης ανάμεσα στα δύο κείμενα ενώ ταυτοχρόνως υποδεικνύει μια διαφορετική ανάγνωση του σεφερικού μυθιστορήματος.
Σε κάθε περίπτωση είναι ένα μυθιστόρημα πρωτότυπο, διαφορετικό, σεφερικό που αξίζει να διαβαστεί ιδανικά με πανσέληνο στην Ακρόπολη…
Με έναν απίστευτο τρόπο έκφρασης νοσταλγίας, ο Φώτης Κόντογλου θρηνεί την απώλεια του Αϊβαλιού και την εξόντωση του Ελληνισμού από την Μικρά Ασία, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Μεταφυσική, ιστορία, συγκίνηση και πόνος συνδυάζονται άψογα από τον συγγραφέα. Η θάλασσα και η λατρεία της φύσης της περιοχής σε συνδυασμό με την περηφάνια για τα επιτεύγματα του Ελληνισμού στην Μικρά Ασία, δίνουν στον αναγνώστη την ευκαιρία να κατανοήσει τη σημασία της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Σε τούτη τη συλλογή διηγημάτων του, ο κυρ Φώτης Κόντογλου αναπολεί και καταγράφει γεγονότα και ιστορίες της λατρεμένης πατρίδας του, τ’ Αϊβαλιού. Της μικρής πολιτείας, όπου έζησε τα νεανικά του χρόνια, που είναι κρυμμένη κάπου εκεί μες στα μπουγάζια και τις ακρογιαλιές της βλογημένης Ανατολής.
Θρηνώντας την απώλειά της, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον ερχομό του στην Ελλάδα, μας μιλάει νοσταλγικά για τους «αρχαίους ανθρώπους» της, μας διηγείται με αυθόρμητη ειλικρίνεια τις προσωπικές ιστορίες τους, πότε για αγίους, πότε για απλοϊκούς ξωμάχους, μα κάποτε και για κακούργους και ληστές.
Ως γνήσια ανατολίτικη ψυχή, γίνεται συχνά κήρυκας της απλότητας, της φυσικότητας. Με το πλούσιο εσωτερικό του θησαύρισμα μας μεταγγίζει ανεπαίσθητα τη γλυκιά ειρήνη της φύσης. Μας μιλά για μια γαλήνη μυστική, που ο ίδιος βίωσε, επιζητώντας άλλοτε τη μοναξιά μέσα σε όμορφα τοπία της πατρίδας του και άλλοτε παρατηρώντας ακόμα και τις πιο απλές και ασήμαντες παρουσίες της φύσης και ιδιαίτερα της αγαπημένης του θάλασσας. Συνδυάζει με επιτυχία μέσα του την ανατολίτικη μακαριότητα απέναντι στο φαινόμενο της ζωής με τη δική του στοχαστική ιδιοσυγκρασία, η οποία τον οδηγεί συχνά σε θρησκευτική κατάνυξη, όταν αποκαλύπτεται μπροστά του “η άβυσσος της θεϊκής αρμονίας του κόσμου”. Ενυπάρχει έτσι μέσα στο λόγο του και η εκστατική φωνή του καλλιτέχνη, του αγιογράφου, που αποκαλύπτεται ταπεινά και αβίαστα μπροστά στην ομορφιά και το μυστήριο της φύσης.
Στο έργο του Τ’ Αϊβαλί, η πατρίδα μου, η νοσταλγική διάθεση είναι φανερή και συνδέεται άρρηκτα με τη βαθιά του πίστη στην ορθοδοξία και τη βυζαντινή παράδοση. Το ύφος του είναι απλό, λιτό, λαϊκό, γιατί ο συγγραφέας πίστευε ότι μόνο μέσα από την απλότητα στην αφήγηση επιτυγχάνεται η αυθεντικότητα. Έτσι οι ήρωές του, που θυμίζουν πρόσωπα από τους βίους αγίων και τα λαϊκά θρησκευτικά αναγνώσματα του 16ου αι., είναι άνθρωποι, απλοί, χωρίς μόρφωση, αθώοι. Η απλότητα, η αυθεντικότητα και η καλοσύνη των προσώπων αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία και στο εικαστικό του έργο, αφού ο Κόντογλου διακρίθηκε ιδιαίτερα ως ζωγράφος. Άσκησε μάλιστα μεγάλη επίδραση σε σημαντικούς ομοτέχνους του, όπως ο Γιάννης Τσαρούχης.
Οι περιγραφές ή οι απλές αναφορές των τοπωνυμίων και των ανθρώπων που ζούσαν εκεί, αλλά και των συναισθημάτων και των σκέψεων του συγγραφέα για τη ζωή στην ιδιαίτερη πατρίδα του επανέρχονται τόσο πολλές φορές, ώστε και η λέξη «εμμονή» ίσως να μην είναι αρκετή για να αποδώσει την αλήθεια αυτής της απίστευτα επίμονης επανάληψης. Ο συγγραφέας, μάλιστα, συχνά απευθύνεται άμεσα στον αναγνώστη, ως ένας αυτοβιογραφικός αφηγητής ο οποίος, παρουσιάζοντας παράλληλα το έμψυχο και άψυχο περιβάλλον του (αν υπήρχε κάτι άψυχο για τον Κόντογλου κάτω από το μάτι του Θεού), παρουσιάζει και τον εαυτό του, «επιτυγχάνοντας μία, τρόπον τινά, εμψύχωση της γραφής σε ζωγραφιά, δηλαδή τη μετατροπή της σε εικόνα ζώσας φύσεως.
Γεννημένος στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1895, ο Κόντογλου αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους και πνευματικούς δημιουργούς του 20ού αιώνα. Νέος ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπου γνώρισε και σπούδασε τη «δυτική» λεγόμενη ζωγραφική, αλλά τελικά αφιερώθηκε στη βυζαντινή τέχνη και ιδιαίτερα στην αγιογραφία, που γνώρισε σε βάθος όταν επισκέφθηκε το Άγιον Όρος, το 1923.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στη συνοικία Κυπριάδου, σ’ ένα σπίτι που διατηρείται σήμερα ως μνημείο από την κόρη του και τον γαμπρό του.
Φιλοτέχνησε πολλές φορητές εικόνες, εικονογράφησε εκκλησίες της Αθήνας, που σήμερα θεωρούνται μνημεία της βυζαντινής αγιογράφησης, συντήρησε τις τοιχογραφίες του Μυστρά, εξέδωσε το βιβλίο «Έκφρασις της Ορθόδοξης Αγιογραφίας», έργο ιστορικής σημασίας για τη διατήρηση της βυζαντινής αγιογραφίας, ενώ ανάμεσα στις σημαντικότερες δημιουργίες του συγκαταλέγονται η διακόσμηση μιας αίθουσας του Δημαρχείου Αθηνών και οι τοιχογραφίες του σπιτιού του με την τεχνοτροπία του fresco. Κοντά του μαθήτευσαν μεγάλοι Έλληνες ζωγράφοι, όπως ο Τσαρούχης και ο Εγγονόπουλος. Τα έργα του, που έχουν εκτεθεί σε μεγάλες εκθέσεις του εσωτερικού και του εξωτερικού, βρίσκονται σήμερα σε μουσεία, πινακοθήκες και ιδιωτικές συλλογές.
Παράλληλα, ο Κόντογλου υπήρξε προικισμένος συγγραφέας, υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και της ελληνικής παράδοσης, λάτρης της ελληνικής φύσης και μέγας Θαλασσογράφος. Αυτά τα θέματα πραγματεύεται στα βιβλία του και σε πάνω από τρεις χιλιάδες άρθρα του, δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Με ζέση, γνώση, δυνατό λόγο, μα πάνω απ’ όλα με μεγάλη καρδιά.
Ο Μενέλαος Λουντέμης ο Ποιητής της εξορίας είναι ένας από τους πιο ερωτικούς και συνάμα βαθιά πολιτικούς Έλληνες λογοτέχνες. Πολυγραφοτατος και λυρικός τιμήθηκε με το κρατικό Βραβείο πεζογραφίας και με το βραβείο “Μενέλαου Λουντέμη” που το καθιέρωσε προς τιμήν του η ελληνική εταιρία λογοτεχνών. Πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία εμφανίστηκε στα Ελληνικά γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία.Στην κατοχή πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση στο πλευρό του ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματεας της οργάνωσης διανοούμενων.Στον εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα κομμουνιστικά του φρονήματα δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο-ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ.Έκανε εξορία στη Μακρόνησο και στον Αη Στράτη μαζί με το Μάνο Κατράκη το Γιάννη Ρίτσο το Θέμο Κορνάρο το Βάρναλη και θα το πω με πολύ μεγάλη συγκίνηση, μαζί με τον πατέρα μου το Μιχάλη Σάββα.Τα παιδικά μου χρόνια πέρασαν γεμάτα ιστορίες από αυτά τα λαϊκά πανεπιστήμια που λέγοντας εξορίες.Ο Μενέλαος Λουντέμης έγραψε περίπου 45 Βιβλία πεζά και ποιήματα, ένα εκ των οποίων η οδός αβύσσου αριθμός 0.
Στο βιβλίο ψυχογραφούνται συμπεριφορές ανθρώπων που δρουν κάτω από ιδεολογικές νόρμες, προσάπτοντας τις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα τους. Έτσι βλέπουμε τους δύο ήρωες, τον Παναγή και τον Γιώργη, να μεταφέρονται στη Μακρόνησο ως αντιφρονούντες και συνάμα εχθροί του «Ελληνισμού». Κατά την μεταφορά τους αντί να προσπαθήσουν να σκοτώσουν τον φύλακά τους που βρισκόταν ζαλισμένος από τη θάλασσα, τον βοηθούν να ξεπεράσει τη ζαλάδα. Στη συνέχεια βρίσκονται φυλακισμένοι και οι ιθύνοντες του στρατοπέδου προσπαθούν να τους «σπάσουν» με σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια. «Το άτομο οδηγείται στην αποπροσωποποίηση, χάνοντας τον εαυτό του, παραλύει και γίνεται ευάλωτος χωρίς αντιστάσεις» γράφει ο ίδιος ο Λουντέμης.
Έργο διαχρονικό, σκληρό, ωμό, ακανθώδες, με ακράδαντη αμεσότητα, δυναμική, ρεαλισμό και λυρισμό φωτίζει τις μελανότερες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, περιγράφοντας με συγκλονιστικό τρόπο τα φρικιαστικά βασανιστήρια και τις απεχθείς συνθήκες κράτησης στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Μακρονήσου, απεικονίζει τις ανθρώπινες σχέσεις και αναδεικνύει τον ανθρώπινο ψυχικό κόσμο με έμφαση στον ηρωισμό, την αυτοθυσία, την αλληλεγγύη, το θάρρος, τη συντροφικότητα, την ελευθερία…
«Η φρίκη της Μακρονήσου» –όπως ο ίδιος ο Λουντέμης γράφει– «δε χωράει σε βιβλία. Διαβάζεται μόνο μες στα μάτια των τρελών της. Μόνο τ’ αυτιά του Λαυρίου πρόφτασαν ν’ αρπάξουν κάτι ξεφτίδια απ’ τις φωνές… Στην αρχή, γιατί αργότερα ράγισαν κι αυτά και δεν άκουαν πια τίποτα. Κι έτσι απόμειναν μόνο οι σκύλοι -με το προφητικό τους ένστικτο- να σκορπούν απ’ τους καρβουνοσωρούς τις οιμωγές τους, σαν μαύρους οιωνούς που έβγαιναν απ’ τα σπλάχνα του προαιώνιου ζώου… Απ’ το Λαύριο οι δήμιοι φαίνονταν μικροί… Και ήταν για να σαστίζεις πως τόσο μικροί δήμιοι κάνανε τόσο μεγάλα εγκλήματα. Μα το έγκλημα ποτέ δεν μετριέται με τον πήχυ. Γιατί ποτέ δεν έχει το ανάστημα του κακούργου. Πάντα είναι μεγαλύτερό του. Γιατί ένας πραγματικός κακούργος ποτέ δεν κάνει μόνο ένα έγκλημα. Πόσο μάλλον στην Μακρόνησο όπου είχε καταργηθεί η τιμωρία. Γιατί κι αυτό έγινε στη Μακρόνησο. Χωρίσανε το έγκλημα απ’ τον κολασμό και αντιστρέψανε τους όρους. Ρίξανε τον κολασμό στα θύματα και τον έπαινο στους κακούργους. Ετσι τους βοήθησαν να κάνουν το έγκλημα ψυχαγωγία και πρωινή γυμναστική. Οταν ένας άνθρωπος συνηθίζει να διασκεδάζει με το αίμα που τρέχει, με τίποτα πια στο εξής δεν μπορεί να διασκεδάσει…»
Τόπος δράσης η Μακρόνησος. Ένα άγονο, άνυδρο, ξηρό, βραχώδες νησί, ιδιαίτερα αφιλόξενο, που μόνο θεοί και δαίμονες μπορούσαν να ζήσουν και ανάμεσά τους χιλιάδες παραστρατημένοι που έπρεπε να βρουν το φως τους. Το «ελληνικό Νταχάου», το «Κολαστήριο», η «κολυμπήθρα του Σιλωάμ» ήταν ο τόπος εξορίας των μόλις δεκαπέντε τετραγωνικών χιλιομέτρων, όπου οι μηχανισμοί καταστολής τελειοποιήθηκαν, η βία συστηματοποιήθηκε και οι πολιτικά διωκόμενοι γνώρισαν τη μεγαλύτερη αναμέτρησή τους με τον ταξικό αντίπαλο. Με τρόμο και ψυχοσωματικά βασανιστήρια οι ταγματασφαλίτες, νικητές του εμφυλίου, προσπαθούσαν να αποσπάσουν δηλώσεις μετάνοιας από τους κομμουνιστές. Η πείνα, η δίψα, η φάλαγγα, το αεροπλανάκι, ο πελαργός, το δέσιμο σε στύλους, το αδιάκοπο κουβάλημα φορτίων πέτρας, οι ξυλοδαρμοί με κλομπ, ξύλα και συρματόσχοινα, η διακοπή του ύπνου με ξαφνικές νυχτερινές εφόδους, το πέταγμα στη θάλασσα με τα ρούχα, η συνεχής μετάδοση εμβατηρίων από τα μεγάφωνα ήταν μερικές από τις καθημερινές μεθόδους για την πολυπόθητη απόσπαση δήλωσης μετάνοιας. Πολλοί δεν άντεξαν τα ωμά εγκλήματά τους και υπέγραψαν, άλλοι αυτοκτόνησαν, άλλοι έμειναν ανάπηροι, άλλοι νοσηλεύτηκαν σε ψυχιατρεία, άλλοι οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Υπήρχαν όμως και εκείνοι οι αμετανόητοι, οι αληθινοί ήρωες, που η φωτιά του δίκιου και η θέληση για αγώνα τούς όπλιζε με τέτοιο σθένος και πάθος, ώστε όχι μόνο επέζησαν, αλλά κατόρθωσαν να φανερώσουν τις απίστευτες δυνάμεις που κρύβει ο άνθρωπος μέσα του όταν αποφασίζει να ζήσει όρθιος.
Δύο τέτοιοι αμετανόητοι πατριώτες, δύο αληθινοί ήρωες, δύο αλυσοδεμένοι σύντροφοι από την αρχή μέχρι το τέλος είναι ο Γιώργης Καρυστινός και ο Παναγής Ζαγκλίφας, οι οποίοι μεταφέρονται από το Λαύριο στη Μακρόνησο και είναι πλέον κάτοικοι της οδού Αβύσσου με αριθμό μηδέν. Μέσω αυτών γινόμαστε μάρτυρες όλης της φρικαλεότητας του μικρού νησιού, που έκρυβε ωστόσο τόσο μεγάλα εγκλήματα ώστε τα ουρλιαχτά των ανθρώπων πραγματικά να καλύπτουν αυτά των λύκων…
Το μυθιστόρημα του Μενέλαου Λουντέμη «Οδός Αβύσσου, αριθμός 0» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, ενώ η παράσταση ανέβηκε πριν από 3 χρόνια στο Olvio Theater. Από εκείνη προέρχεταθ το φωτογραφικό υλικό.
To «The Durrells» είναι βρετανική σειρά εποχής βασισμένη στην τριλογία της Κέρκυρας του Ντάρελ που αποτελείται από τα βιβλία «My Family and Other Animals», «Birds, Beasts and Relatives» και «The Garden of the Gods», που ανάμεσα σε άλλα εξιστορεί και την ιστορία της οικογένειας που εγκαταστάθηκε στο νησί της Κέρκυρας το 1935, όταν η μητέρα των Ντάρελ, Λουίζα αποφάσισε ότι η ζωή της χρειαζόταν επειγόντως μια αλλαγή.
Με τον σύζυγό της να έχει πεθάνει εδώ και χρόνια και τα οικογενειακά χρήματα να πλησιάζουν στο τέλος τους, η Λουίζα «πακετάρει» τα τέσσερα παιδιά της και εγκαταλείπει την χώρα. Ο μεγαλύτερος Λάρι φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας (φυσικά έγινε κι έγραψε μερικά υπέροχα βιβλία όπως το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο», ο Τζέρι είναι 11 και το σχολείο του ετοιμάζεται να τον αποβάλλει ενώ τα δύο μεσαία τέκνα της οικογένειας, βιώνουν με τον χειρότερο τρόπο την «φρίκη της εφηβείας».
Οταν τους ανακοινώνει ότι μετακομίζουν στην Κέρκυρα, κανείς δεν ενθουσιάζεται με την ιδέα, πόσο μάλλον όταν ανακαλύπτουν ότι στο νησί δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα, όμως η ιδέα ενός φτηνού, ζεστού νησιού με υπέροχο καιρό ακούγεται σαν ένα ιδανικό μέρος στο μυαλό της Λουίζα.
Τα πρόσωπα
Γνωρίστε τα μέλη της οικογένειας Ντάρελ και τους πιο κοντινούς τους «φίλους», μια μικρογραφία μιας κοινωνίας που άφησε το δικό της σημάδια σε όλα όσα θεωρούμε σήμερα ως «Ελλάδα» που ανήκει σε όλους.
Η Λουίζα Ντάρελ είναι χήρα εδώ και οκτώ χρόνια, ένα αμάγαλμα των προσωπικοτήτων των παιδιών της, διανοητικά ανήσυχη αλλά όχι και επιτηδευμένη, πεισματάρα αλλά γεμάτη από τη χαρά της ζωής. Φιλόδοξη για ευτυχία, για την ίδια και την οικογένειά της. Περήφανη για τα παιδιά της και συνεχώς τσαντισμένη μαζί τους. Την γνωρίζουμε όταν είναι έτοιμη να αφήσει πίσω της το θάνατο του συζύγου της και να αναζητήσει μια νέα ζωή και ένα νέο άντρα. Την υποδύεται η Κίλι Χόους του «Line of Duty».
Ο Λάρι, αστείος αλλά συχνά και σκληρός είναι 21 ετών. Ο Λάρι νομίζει ότι ξέρει τα πάντα και θέλει να ελέγχει τη ζωή όλων ή όπως το περιγράφει η μαμά του, σαν να βάζεις έναν τρελό υπεύθυνο ενός ασύλου. Στην προσπάθειά του να γίνει ένας ιδιοφυής συγγραφέας (θα γίνει…), ο Λάρι πιστεύει ότι περιτριγυρίζεται από ανόητους. Μιλάει πολύ για το σεξ και είναι αφοσιωμένος στο κορίτσι του, τη Νάνσι με την οποία συνεχώς χωρίζει αλλά δεν μπορεί να ζήσει και μακριά της. Τον υποδύεται ο ανερχόμενος Τζος Ο’ Κόνορ με μικρούς ρόλους στο τηλεοπτικό «Doctor Who», στη «Σταχτοπούτα» του Κένεθ Μπράνα και στο «Florence Foster Jenkins» του Στίβεν Φρίαρς.
Ο Λέσλι Ντάρελ είναι 18 ετών, απροσάρμοστος, εμμονικός με τα όπλα. Μιλάει λίγο, είναι πιο ευτυχισμένος όταν είναι στη θάλασσα ή όταν πυροβολεί στο κενό. Αντιτίθεται σε κάθε δεσμό που μοιάζει να οργανώνει η μητέρα του. Κακοποιείται διανοητικά από τον Λάρι και μπορεί να είναι ταυτόχρονα εκρηκτικός και μελαγχολικός. Πιστεύει ότι τον κυνηγάει η κακή τύχη και μετά την απώλεια της πρώτης του φιλενάδας επιλέγει να ζει στο σκοτάδι. Τον υποδύεται ο πρωτοεμφανιζόμενος Κάλουμ Γουντχάουζ.
Η Μάργκο Ντάρελ στα 17 της, είναι ήδη νευρωτική με την εξωτερική της εμφάνιση και τη θέση της στον κόσμο αλλά ταυτόχρονα και ένας ζωντανός μαγνήτης για τους μάτσο άντρες του νησιού. Η μητέρα της προσπαθεί να την καθοδηγήσει προς μια πιο παραδοσιακή λογική της κοπέλας που περιμένει τον άντρα που θα παντρευτεί, μόνο η Μάργκο γνωρίζει το φεμινισμό τις στιγμές που δεν είναι ερωτευμένη και εντελώς κατεστραμμένη. Την υποδύεται η πρωτοεμφανιζόμενη (με μικρές μόνο συμμετοχές σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές) Ντέιζι Γούοτερστοουν.
Ο 11χρόνος Τζέραλντ είναι ο μικρότερος γιος της Λούιζα, αλλά και ο πιο ώριμος. Τον ενδιαφέρουν περισσότερο τα ζώα από τους ανθρώπους και το πάθος του για τη Φύση είναι η μόνιμη ανησυχία της μητέρας του. Περνάει ώρες χαζεύοντας τα έντομα και έχει μετατρέψει το δωμάτιο του σε ζωολογικό κήπο. Ο πιο οξυδερκής παρατηρήτης όλων των αδυναμιών των μελών της οικογένειάς του. Φυσικά και είναι ο Μίλο Πάρκερ – ο μικρός Ρότζερ στο «Ο Κύριος Χολμς».
Ο Κύριος Χαλκιόπουλος ή σκέτο Σπύρος φτιάχνει ό,τι κι αν έχει χαλάσει σε όλη την Κέρκυρα. Αγαπάει τους Αγγλους, έχει ζήσει πολλά χρόνια στο Σικάγο και επειδή στην πραγματικότητα δουλεύει ως ταξιτζής γνωρίζει τους πάντες και τα πάντα στο νησί. Γενναιόδωρος με το χρόνο του με την οικογένεια των Ντάρελ και ειδικά με την Λουίζα, είναι ανύπαντρος και μάλλον ιδανικό φλερτ για τη χήρα που θέλει να βάλει τέλος στη μοναξιά της. Τον υποδύεται ο Αλέξης Γεωργούλης, εξαργυρώνοντας την προσπάθεια του για μια διεθνή καριέρα, γοητευτικός ακόμη και τώρα που μεγαλώνει τόσο όμορφα.
Ο Τεό (Θεόδωρος) Στεφανίδης ξέρει τα πάντα. Και τους πάντες. Μια σοφή φωνή ακαδημαϊκου, βιολόγου και εραστή της φύσης. Ιδανικός σύντροφος στις εξορμήσεις του μικρού Τζέραλντ, ο Τεό είναι μοναχικός, αφού αντί να αναζητάει κάποιο σύντροφο προτιμά να μελετά τον κόσμο γύρω του. Τον υποδύεται ο Γιώργος Καραμίχος.
Τα βιβλία πίσω από την σειρά
Στο «Άσπρο Σπίτι» ο Λόρενς φιλοξένησε τον Χένρι Μίλερ το 1939, ο οποίος το 1941 έγραψε το βιβλίο του «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού», στο οποίο περιγράφει τις εμπειρίες του από την παραμονή του στην Ελλάδα. Τη ζωή του στο νησί ο Λόρενς Ντάρελ θα την αφηγηθεί το 1945 στο ταξιδιωτικό του βιβλίο «Η σπηλιά του Πρόσπερου», όπου περιγράφει την Κέρκυρα ως «αυτό το λαμπερό κομματάκι νησιού στο Ιόνιο» με νερά «σαν τον χτύπο της καρδιάς του ίδιου του κόσμου». Συγκρίνοντας τα βιβλία που έγραψαν τα δύο αδέλφια για τη ζωή τους στην Κέρκυρα, εντοπίζει κανείς αρκετές διαφορές. Ο Τζέραλντ δεν κάνει καμία αναφορά στη σύζυγο του Λόρενς, Νάνσυ, ενώ ο Λόρενς δεν αναφέρει την παρουσία της μητέρας του στο νησί – όσο για τα αδέλφια του, μιλά μόνο για ένα από αυτά, τον Λέσλι. Υπάρχουν, ωστόσο, πρόσωπα στα οποία αναφέρονται και οι δύο, όπως ο Θεόδωρος Στεφανίδης και ο Κερκυραίος ταξιτζής Σπύρος Αμερικάνος. Στο «Η οικογένειά μου κι άλλα ζώα» που κυκλοφόρησε το 1956 ο Τζέραλντ Ντάρελ περιγράφει τον Αμερικάνο ως έναν «μεγάλο, καφέ, άσχημο άγγελο». Ο ταξιτζής είναι αυτός που θα πάρει κάτω από τις φτερούγες του την οικογένεια και θα σταθεί οδηγός, μεταφραστής, προστάτης και φίλος – θα καταφέρει να τους βρει ακόμη και σπίτι με αποχωρητήριο, που για την εποχή εκείνη ήταν μεγάλη πολυτέλεια.
Το ελληνικό τοπίο
Η σειρά έκανε το μεγάλο βήμα και γυρίστηκε στο μέρος που όντως λαμβάνουν χώρα όλα τα γεγονότα των βιβλίων, στην πανέμορφη Κέρκυρα. Το ελληνικό τοπίο δεσπόζει καθ’ όλη την διάρκεια της σειράς, καθώς και οι άνθρωποι του νησιού, με τις παραξενιές και τις ιδιαιτερότητές τους.
Η κοσμοπολίτικη πόλη της Κέρκυρας, με τα πλακόστρωτα σοκάκια και τα πολύχρωμα κτίρια με ενετικές, γαλλικές και βρετανικές επιρροές, είναι μία από τις τοποθεσίες γυρισμάτων της σειράς. Νότια της πόλης βρίσκεται η έπαυλη που κτίστηκε την περίοδο της Αγγλικής κυριαρχίας από τον Ύπατο Αρμοστή των Ιονίων Νήσων Sir Frederick Adam και στη σειρά αποτελεί την κατοικία της Κόμισσας Μαυροδάκη. Η έπαυλη, η οποία από το 2001 στεγάζει το Μουσείο Παλαιόπολης- Mon Repos, άνηκε για έναν αιώνα περίπου στην πρώην βασιλική οικογένεια της Ελλάδας και είναι ο τόπος γέννησης του πρίγκηπα Φίλιππου, Δούκα του Εδιμβούργου και συζύγου της Βασίλισσας Ελισάβετ Β’ της Αγγλίας.
Στα βόρεια της πόλης της Κέρκυρας, στη Γουβιά, βρίσκεται η έπαυλη που στη σειρά αποτελεί την κατοικία της οικογένειας Ντάρελ. Καθώς το εσωτερικό της έχει υποστεί ανεπανόρθωτες φθορές στο πέρασμα των χρόνων, στη σειρά εμφανίζεται μόνο το εξωτερικό της και τα εσωτερικά γυρίσματα πραγματοποιούνται στο Λονδίνο. Δίπλα στην έπαυλη βρίσκεται η Βίλα Ανεμογιάννη, το πραγματικό σπίτι των Ντάρελ, το οποίο παραδόξως δεν χρησιμοποιήθηκε ως τόπος γυρισμάτων.
Ακόμα μία τοποθεσία που εμφανίζεται συχνά στη σειρά είναι το χωριό Δανίλια, γνωστό και ως χωριό του Μπούα, το οποίο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νησιού. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη τοποθεσία, καθώς τη δεκαετία του ‘70 ένας εκ των αδελφών Μπουά αποφάσισε να ανακατασκευάσει το χωριό, δημιουργώντας ένα παραδοσιακό θεματικό πάρκο. Εκτός από τη σειρά The Durrells, το χωριό Δανίλια έχει εμφανιστεί και στην ταινία Τζέιμς Μποντ: Για τα μάτια σου μόνο που γυρίστηκε το 1981.
Επίσης, εμφανίζονται τα λιμανάκια Ερημίτης και Άγιος Στέφανος, τα οποία είναι προσβάσιμα μόνο με τα πόδια ή από τη θάλασσα και ήταν αγαπημένες τοποθεσίες όχι μόνο του Τζέραλντ Ντάρελ αλλά και του συγγραφέα Έντουαρντ Ληρ. Το σπίτι όπου ο Λόρενς, ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας Ντάρελ, έμενε με τη σύζυγό του Νάνσι και βρισκόταν στον παραθαλάσσιο οικισμό Καλάμι στη σειρά εμφανίζεται βορειότερα, στην περιοχή της Κουλούρας. Εκεί, η μικρή ταβέρνα με θαλασσινά θα φιλοξενήσει το πικ νικ της τηλεοπτικής οικογένειας των Ντάρελ και των φίλων τους. Στη συνέχεια της σεζόν εμφανίζονται οι ακτές Μπουκάρη και Χαλικούνας και οι περιοχές Σιναράδες και Κουραμάδες.
Η πραγματική ιστορία (μετά την Κέρκυρα)
Η μητέρα, μετά την περιπέτεια της Κέρκυρας, εγκαταστάθηκε στο Bournemouth μέχρι το τέλος της ζωής της το 1964, έζησε στην ίδια πόλη με την κόρη της Μαργαρίτα.
Ο μεγαλύτερος αδελφός ήταν έξυπνος με έναν ανήσυχο χαρακτήρα, ήταν σπουδαίος λογοτέχνης, έγινε διπλωμάτης και σπουδαίος συγγραφέας, τα βιβλία του γνώρισαν τεράστια επιτυχία, ταξίδευε σε όλο τον κόσμο και έμεινε σε πολλά μέρη, επίσης παντρεύτηκε 4 φορές και πέθανε στο Sommières της Γαλλίας το 1990.
Ερωτηματικά προκαλεί το γεγονός ότι δεν ξαναπάτησε το πόδι του στην Κέρκυρα.
Ο δεύτερος μεγαλύτερος αδελφός και το λιγότερο γνωστό μέλος της οικογένειας, είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τα όπλα, το κυνήγι και την ιστιοπλοΐα, αλλά και τη ζωγραφική, έκανε αρκετές επιχειρηματικές προσπάθειες, μία από αυτές ήταν να οργανώσει ένα αγρόκτημα στην Κένυα, αλλά όλες οι απόπειρες ήταν αποτυχημένες, είχε έναν γιο με την Κερκυραία Μαρία Κοντού που τον ακολούθησε στην Αγγλία.
Η Μάργκαρετ, γνωστή ως Margo, έφυγε με τον πιλότο της RAF Jack Breeze στην Νότιο Αφρική, τον παντρεύτηκε το 1940 και έμειναν στη Νότιο Αφρική μέχρι το τέλος του πολέμου και έκαναν μαζί δύο παιδιά, στη συνέχεια μετακόμισαν στο Bournemouth και σύντομα χώρισαν.
Μετά το διαζύγιο πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της στο Bournemouth μέχρι το θάνατό της το 2007, ήταν επίσης συγγραφέας και το 1950 έγραψε το βιβλίο “Τι συνέβη στη Margo;” με αναμνήσεις από την εμπειρία της στην Κέρκυρα, το βιβλίο δημοσιεύθηκε 40 χρόνια μετά τη συγγραφή του, μόλις το 1995. Η Μάργκο ήταν πολύ αγαπητή, ευγενική, και ενδιαφέρονταν πολύ για τη μόδα και το σχεδιασμό της. Ήταν όμως και πολύ ανεξάρτητη και δυναμική, μετά το χωρισμό με τον πιλότο μεγάλωσε μόνη της τα δύο της παιδιά.
Ο Τζέραλντ, ο νεότερος αδελφός έγινε πολύ επιτυχημένος, ήταν ένας δημοφιλής φυσιοδίφης, οικονομολόγος, τηλεοπτικός παρουσιαστής και συγγραφέας, με το έργο του επαναπροσδιόρισε τον ρόλο και το πρότυπο του σύγχρονου ζωολογικού κήπου. Επίσης διέθετε πολύ χιούμορ, όταν κάποτε τον ρώτησαν ποιο ζώο του αρέσει περισσότερο απάντησε: “εννοείτε, εκτός από τη γυναίκα μου;”
Λάτρευε τα ζώα που από μικρός του άρεσε να τα μελετάει και να τα προστατεύει, στο τέλος ίδρυσε το Κέντρο Προστασίας Άγριας Ζωής στο Τζέρσεϊ, που το διευθύνει μέχρι σήμερα η τελευταία του σύζυγος, η Λι Ντάρελ. Η τελευταία έχει επισκεφτεί πολλές φορές την Κέρκυρα και μάλιστα έχει τοποθετηθεί με δηλώσεις και παρεμβάσεις της και σε διεθνείς οργανισμούς, εναντίον της εκποίησης του Ερημίτη από το ΤΑΥΠΕΔ που θα έχει σαν αποτέλεσμα την καταστροφή αυτού του πολύτιμου οικοσυστήματος, αυτό το κάνει όπως λέει σαν φόρο τιμής στη μνήμη του αείμνηστου Τζέρυ.
Επίλογος
Μαγευτικά τοπία, εξαιρετικές ερμηνείες και μια πολύ γλυκιά ιστορία ενηλικίωσης, επιβίωσης και γνωριμίας διαφορετικών κουλτούρων ξετυλίγονται μέσα από αυτό το τηλεοπτικό εγχείρημα που λάτρεψαν οι Βρετανοί και που πρέπει να γνωρίσουμε οι Έλληνες! Πέρα από το σκηνικό της Κέρκυρας που κρύβεται σε κάθε γωνιά του έργου, θα αγαπήσετε σίγουρα τους μοναδικούς και αληθοφανείς χαρακτήρες και την ενδιαφέρουσα ζωή τους που κυλά παράλληλα με την ιστορία της Κέρκυρας. Ένας ύμνος στην ομορφιά της φύσης, των ανθρώπων και της διαφορετικότητας!
Η πολυαναμενόμενη ταινία σε σενάριο και σκηνοθεσία του Κρίστοφερ Νόλαν είναι γεγονός και από σήμερα θα την βλέπουμε στις κινηματογραφικές αίθουσες της χώρας μας. Εμείς την είδαμε, προβληματιστήκαμε, απορροφηθήκαμε και απολαύσαμε μια μοναδική κινηματογραφική εμπειρία από αυτές που μόνο ένας σκηνοθέτης και εν προκειμένω σεναριογράφος σαν τον Νόλαν μπορεί να μας χαρίσει.
Αλλά ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Το “Tenet” σε πρώτο άκουσμα δεν μας θύμισε κάτι. Ωστόσο, πρόκειται για αγγλική λέξη που στα ελληνικά αποδίδεται με τους όρους «δόγμα» ή «αξίωση». Το θαυμάσιο αυτής της λέξης δεν είναι τόσο η σημασία της όσο το ότι αποτελεί καρκινική γραφή. Η επιλογή αυτή σίγουρα δεν ήταν τυχαία. Μπορεί ο Νόλαν να κράτησε την υπόθεση της νέα του ταινίας ως επτασφράγιστο μυστικό και το μόνο που γνωρίζαμε να ήταν ότι πρόκειται για «μια επική περιπέτεια στον κόσμο της παγκόσμιας κατασκοπίας», αλλά ο τίτλος μαρτυρά ίσως και το κεντρικό θέμα της ταινίας, η οποία διαδραματίζεται γύρω από μια ανεστραμμένη αφήγηση. Δεν πρόκειται όμως για ένα κλασικό και τετριμμένο, θα λέγαμε, χωροχρονικό κατασκοπευτικό δράμα. Ο Νόλαν μεταχειρίζεται νόμους της Φυσικής, κατά κύριο λόγο αυτόν της εντροπίας, τους οποίους εντάσσει μέσα σε μια πλοκή που θυμίζει, χωρίς να μιμείται, κάποια από τις ταινίες του Τζέημς Μποντ.
Όλα ξεκινάνε από μια έκρηξη στην Εθνική Λυρική Σκηνή της Ουκρανίας και δίνουν την εντύπωση πως θα εξελιχθούν σε μια αντιπαράθεση ψυχροπολεμική, πυρηνική ίσως τον δυο μεγάλων δυνάμεων. Γρήγορα, βέβαια, ο θεατής συνειδητοποιεί πως πρόκειται για κάτι μεγαλύτερο, σοβαρότερο και βαθύτερο. Με λίγο δυσνόητη ορολογία που απλοποιείται με την εξαιρετική οπτικοποίηση μια επιστήμονας προσπαθεί να εξηγήσει στον πρωταγωνιστή ((Τζον Ντέιβιντ Γουόσινγκτον) την εξέλιξη του 3ου Παγκοσμίου Πολέμου. Μόνο που αυτή την φορά, ο πόλεμος αυτός δεν διεξάγεται μεταξύ κρατών- ούτε καν μεταξύ άλλων πλανητών- αλλά μεταξύ μέλλοντος και παρελθόντος. Αποστολή του κεντρικού μας ήρωα είναι η σωτηρία του κόσμου του αυτού του παρελθόντος που κατά παράδοξο τρόπο θα λειτουργήσει σωτήρια για τον ίδιο κόσμο στο μέλλον. (Το παράδοξο του παππού για το οποίο γίνεται λόγος και στην ταινία).
Για την αποστολή του αυτή, την οποία ο ίδιος δεν γνωρίζει σε βάθος, θα έρθει σε επαφή με Ινδούς εμπόρους όπλων στην Βομβάη, με Άγγλους και Αμερικανούς των Μυστικών Υπηρεσιών στο Λονδίνο, με Ρώσους μεγιστάνες στην Ιταλία και την Εσθονία, αλλά θα έχει διαρκώς στο πλευρό του τον καλοντυμένο, φυσικό- συνεργάτη- σωτήρα (Ρόμπερτ Πάτινσον), ο οποίος μαζί με τους υπόλοιπους παράγοντες αναιρούν την προσωποκεντρική υφή της ταινίας και την οίηση του ίδιου του πρωταγωνιστή. Ο Αφροαμερικάνος πράκτορας της CIA θα συναντήσει και το κορίτσι του, την υποταγμένη γυναίκα και μητέρα, την κατά πολύ ψηλότερη Κατ (Ελίζαμπεθ Ντεμπικί), την οποία θα επιδιώξει να απελευθερώσει στην προσπάθειά του να γνωρίσει τον άντρα της Αντρέι Σάτορ (Κένεθ Μπράνα), έναν πλούσιο Ρώσο από μια αχαρτογράφητη περιοχή της Σιβηρίας που είναι στην πραγματικότητα ένας διαμεσολαβητής μεταξύ παρόντος και παρελθόντος.
Προκειμένου να αποτρέψει μια καταστροφή που δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να αντιληφθεί, ο Πρωταγωνιστής δίχως όνομα θα ταξιδέψει πολλές φορές στην ροή του χρόνου μέσα από τις πύλες εισόδου και εξόδου, θα λάβει σημαντικές αποφάσεις και θα έρθει πολλές φορές αντιμέτωπος με τους άλλους αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Αν θα καταφέρει να υπερβεί όλα τα εμπόδια και να κερδίσει την μάχη του παραμένει ένα αίνιγμα που θα απαντηθεί (αν θεωρηθεί απάντηση) στο τέλος της ταινίας.
Όπως τον έχουμε συνηθίσει και αγαπήσει, ο Νόλαν μας γυρνά σε επτά χώρες και σε πολλά χρονικά επίπεδα. Από ένα σημείο και μετά ο θεατής βρίσκεται σε σύγχυση μεταξύ του πότε , του πού, του γιατί, του πώς. Η πορεία της ταινίας, σε καμιά περίπτωση γραμμική, με πισωγυρίσματα είναι, παρ’ όλα αυτά, αύξουσα σε ενθουσιασμό και σε αγωνία. Ένα ακόμα αναμφίβολα εγκεφαλικό έργο που ναι μεν μας θυμίζει το Memento ή το Interstellar απαιτεί προσήλωση και αδιάκοπη προσοχή. Επομένως, αν επιθυμείτε να απολαύσετε μια ταινία χωρίς να κουράσετε ιδιαίτερα την σκέψη σας, μάλλον δεν θα έπρεπε να είναι αυτή η επιλογή σας. Αν θέλετε από την άλλη πλευρά να παρακολουθήσετε ένα κινηματογραφικό ακόμα και από άποψη μοντάζ και μουσικής υπόκρουσης θέαμα που εκτός από την γρήγορη δράση και τις αρκετά καλές ερμηνείες, αφήνει ένα οικολογικό μήνυμα με φιλοσοφικές προεκτάσεις, το Tenet είναι η ταινία για εσάς.
Εμείς βγήκαμε από την αίθουσα εμφανώς μπερδεμένοι, αλλά και παρασυρμένοι από έναν οχετό πληροφοριών, μηνυμάτων και σκεπτόμενοι την ανθρώπινη προσωρινότητα. Μεγάλο επίτευγμα αυτό για ένα κατασκοπευτικό έργο. Μάλλον τα 200-225 εκ. ευρώ που κόστισε η παραγωγή καθιστώντας την συγκεκριμένη ταινία την ακριβότερη του Νόλαν άξιζαν!
Υ.Γ. Όσοι ενδιαφέρεστε για περαιτέρω αποκρυπτογράφηση της ταινίας υπομονή μέχρι να κυκλοφορήσει ευρέως και να πάρουν φόρα τα διαδικτυακά Nolan Nerds!
Αστραδενή. Το κορίτσι που άφησε πίσω της τη Σύμη για να πάει στην Αθήνα με τους γονείς της, χωρίς βέβαια να ξέρει ότι μαζί με το νησί έπρεπε να αποχωριστεί και τα έθιμα, τη γλώσσα, τις συνήθειες – ακόμη και τ’ όνομά της. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερε η Φακίνου να με κάνει να μπω στη θέση του μικρού αυτού κοριτσιού, δεδομένου ότι ούτε από τη Σύμη είμαι, ούτε στην Αθήνα του ’70 έχω ζήσει. Δε μου φαινόταν ποτέ παράξενα όλα αυτά που κάνουν εντύπωση στην Αστραδενή, γιατί ανήκουμε σε δύο τελείως διαφορετικές γενιές. Κι όμως, το κοριτσάκι αυτό, με άφησε να μπω στις σκέψεις της και με ταξίδεψε σε μια εποχή που δεν έζησα. Δεν υπήρχε βιβλίο, ούτε Ευγενία Φακίνου. Υπήρχε η Αστραδενή που μιλούσε κι εγώ που την άκουγα με τόση προσοχή και τόσο ενδιαφέρον, γιατί αυτό το κορίτσι έχει πολλά να πει.
Η ιστορία εξελίσσεται γύρω από μια κεντρική ηρωίδα η οποία επηρεάζεται άμεσα από την ζωή των μελών της οικογένειας της στην οποία γίνονται συνεχής αναφορές. Η η μικρή πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματός μας. ’Ενα κορίτσι ιδιαίτερα ώριμο και ξεχωριστό για την ηλικία του. Έχει το ταλέντο να εξηγεί τα φαινόμενα γύρω του με απίστευτο ενδιαφέρον. Είναι εργατικό και πρόσχαρο, έτοιμο να βοηθήσει σε όλες τις δουλειές. Ακόμα είναι συνεσταλμένη σε αντίθεση με το νεαρό της ηλικίας της. Προσπαθεί να ερμηνεύσει ό,τι βλέπει γύρω της και να λύσει τις απορίες που τις δημιουργούνται καθώς γνωρίζει καινούρια πράγματα και καταστάσεις. Έχει δυναμικό και σκληρό χαρακτήρα και προσπαθεί να νικήσει τα προβλήματα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει καθημερινά.Είναι δυνατή και αγωνίζεται για να μην απογοητεύσει τους γονείς της. Παρατηρεί τα πάντα γύρω της με κάθε λεπτομέρεια και τα εξηγεί στο νου της με το δικό της ξεχωριστό τρόπο. Δε χάνει όμως την ευκαιρία να αναπολήσει στιγμές από τη παλιά της ζωή στη Σύμη. Γεμάτη πίστη και αισιοδοξία, εύκολα κερδίζει τη συμπάθεια του αναγνώστη.
Το συγκεκριμένο βιβλίο προβάλλει προβλήματα που αντικατοπτρίζουν την Ελλάδα του της δεκαετίας του 70αλλά ταυτόχρονα καταστάσεις που βιώνουν οι πολίτες μας σήμερα μεταφέροντας συγχρόνως βαθιά νοήματα. Στην Αστραδενή παρουσιάζεται το θέμα της εσωτερικής μετανάστευσης μέσα από τη φρέσκια και συγχρόνως αυστηρής ματιάς ενός δεκάχρονου κοριτσιού. Ένα θέμα επίκαιρο στην σημερινή Ελλάδα η οποία διέρχεται μέσα από μία μεγάλη οικονομική κρίση.
Τα γεγονότα ακολουθούν χρονολογική σειρά αν και σε κάποια σημεία η συγγραφέας καταφεύγει στο παρελθόν για να μας διηγηθεί κάποιες από τις περιπέτειες της πρωταγωνίστριας. Μέσα από το πρόσωπο του κεντρικού ρόλου δίνει μία πιο έντονη μορφή στο συναίσθημα της νοσταλγίας.
Εκτός όμως από μία καλή πηγή πληροφόρησης η «Αστραδενή» ήταν πολλά συναισθήματα, πολλές ελπίδες, περιέργεια, αγωνία. Διαβάζοντας μαθαίνουμε τα συναισθήματα της μικρής Αστραδενής καθώς αυτή μετακομίζει με την οικογένεια της στην Αθήνα. Αισθάνεται πόνο, αδικία, μοναξιά, στεναχώρια, νοσταλγία και ελπίδα. Ελπίζει ότι ο πατέρας της θα μπορέσει να βρει μια καλή δουλειά εκεί για να ζουν χωρίς στερήσεις και να μην τους λείπει τίποτα. Πληγώνεται και στενοχωριέται καθώς πολλοί από το σχολείο την αδικούν και την απομονώνουν. Αυτό όμως που πραγματικά κάνει τον αναγνώστη να συλλογίζεται και να μη θέλει να το πιστέψει είναι το τέλος του βιβλίου. Οι τελευταίες σελίδες είναι πολύ δυσάρεστες και συμπονετικές αλλά παράλληλα πραγματικές, ρεαλιστικές και φροντίζουν να σεοδηγήσουν από την αθωότητα της παιδικής ηλικίας στη σκληρή και οδυνηρή πραγματικότητα.
Μπορεί αλήθεια να γράψει κάποιος κριτική αφήνοντας απ’ έξω το τέλος; Δε νομίζω. Δε θα πω περισσότερα, φυσικά. Άλλους τους σόκαρε, άλλους τους εξόργισε, άλλους μας θύμισε ότι αυτή είναι η πραγματική ζωή και ότι -όπως ακριβώς και στην πραγματικότητα- μία αθώα και τρυφερή ψυχή δε σημαίνει ότι είναι θωρακισμένη από καθετί κακό και βλαβερό που υπάρχει τριγύρω. Το τέλος του βιβλίου είναι απροσδόκητο και με έντονη συναισθηματική χροιά καθώς ο αναγνώστης εύκολα ταυτίζεται με τον ήρωα. Πολλά πράγματα που μόνο τα κορίτσια αισθάνονται και νιώθουν και αυτός είναι ο λόγος που με έκανε να αισθανθώ τόσο οικεία και κοντά μαζί της. Η ειλικρίνεια και η ευαισθησία συναντούν την περιέργεια της αθώας ηλικίας της. Ο τρόπος που περιγράφει τα πάντα γύρω της μου θυμίζει την ανεμελιά και την ξεγνοιασιά της παιδικής ηλικίας. Ταυτόχρονα όμως δεν παύει να είναι υπεύθυνη και εργατική και παρόλο που έχει συνηθίσει σε ένα άλλο τρόπο ζωής προσπαθεί να συμβαδίσει με τα νέα δεδομένα και τους γρήγορους ρυθμούς της πόλης. Το τέλος ειναι πολύ συγκλονιστικό καθώς περιγράφει την απότομη μετάβαση απο την παιδικότητα στην σκληρή και βίαιη πραγματικότητα των μεγάλων. Η αλλαγή ειναι απότομη και αναπάντεχη, είναι κάτι που δεν περιμένεις απο ένα φαινομενικά παιδικό βιβλίο. Ευαισθητοποιεί τους αναγνώστες για το σοβαρό πρόβλημα της κακοποίησης. Δεν θα το συνέστηνα όμως σε μικρά παιδιά γιατί το τέλος είναι πολύ σκληρό. Το ήθος της ηρωίδας, η πίστη και η αισιοδοξία με τα οποία αντιμετωπίζει τα ανελέητα χτυπήματα της μοίρας κερδίζουν τη συμπάθεια του αναγνώστη προς το πρόσωπό της γεγονός που προκαλεί την ελπίδα και την προσμονή για ένα πιο αίσιο τέλος που θα της άξιζε. Δίχως απαραίτητα να οδηγηθούμε στο «ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα» προσωπικά θα έδινα ένα τέλος στην ιστορία το οποίο θα άρμοζε στην ψυχική δύναμη της ηρωίδας καθώς και στο ανεπτυγμένο της ένστικτο. Στο τέλος το οποίο θα έδινα εγώ η μοίρα θα ήταν στη συνέχεια πιο γενναιόδωρη με την ηρωίδα δίνοντας μία νέα τροπή στα γεγονότα και τη ζωή της ανταμείβοντάς την έτσι για την πίστη της και τη μαχητικότητα της απέναντι στις δύσκολες καταστάσεις.
Η γλώσσα του κειμένου είναι απλή , λιτή, κατανοητή.Σε ελάχιστα σημεία υπάρχουν λέξεις με ιδιωματισμούς της Σύμης. Το ύφος είναι απλό και νοσταλγικό και σε ορισμένα σημεία γίνεται λεπτομερές.Περιορισμένη χρήση γίνεται στις μεταφορές και τις παρομοιώσεις, ενώ είναι αρκετές οι λαϊκές και καθημερινές λέξεις και φράσεις οι οποίες δίνουν παραστατικότητα στο κείμενο. Τέλος οι εικόνες δίνουν ανάγλυφα, σκηνές από τη ζωή των ανθρώπων στη Σύμη, οι οποίοι ήταν απολύτως δεμένοι μεταξύ τους, ζούσαν μια λιγότερο «πολιτισμένη» , αλλά περισσότερο ευτυχισμένη και ξέγνοιαστη ζωή.Επίσης το μυθιστόρημα γράφεται με την τεχνική της σύγκρισης μεταξύ της ζωής στην Αθήνα και της αντίστοιχης στη Σύμη και σχεδόν πάντοτε το νησί υπερέχει διατηρώντας το νοσταλγικό ύφος.
Τα θαυμάσια μυθιστορήματα συχνά μετατρέπονται σε κατώτερες τηλεοπτικές σειρές και ταινίες, πολλές φορές έχουν μικρές ομοιότητες με το αρχικό υλικό. Το μυθιστόρημα μυστήριου της Agatha Christie “And Then There Were None” του 1939 έχει μετατραπεί σε ένα κλασικό κωμικό θρίλερ, σε μια αναποτελεσματική αδιάφορη διασκευή, σε μια κιτς εξεζητημένη ταινία τρόμου και σε ένα αρκετά ευχάριστο musical του Bollywood. Ωστόσο, μόνο η εκπληκτική ρωσική εκδοχή σκιαγράφησε τον σκοτεινό και μελαγχολικό τόνο του μυθιστορήματος, αν και για να είμαστε δίκαιοι, ορισμένες προσαρμογές μιμούνται τον ελαφρύτερο τόνο της θεατρικής παραγωγής της Christie.
Η πρόσφατη προσαρμογή του BBC για το “And Then There Were None” ήταν η πλησιέστερη εκδοχή στο αρχικό βιβλίο της Christie στην αγγλική γλώσσα. Διατηρεί ακόμη και το αρχικό τέλος του μυθιστορήματος, ενώ οι περισσότερες μεταφορές έχουν κρατήσει το φινάλε της θεατρικής προσαρμογής της Christie. Η παραγωγή είναι σκοτεινή, εστιάζοντας στους χαρακτήρες και τις διαστρεβλωμένες ψυχές τους, και είναι γενικά ένα εξαιρετικό miniseries. Οι αναδρομές είναι αξιοσημείωτα αποτελεσματικές. Η παραγωγή παίρνει την υπεροχή αυτή ιδέα της Christie – στην οποία δέκα άτομα προσκαλούνται σε ένα απομονωμένο νησί, όπου ο καθένας κατηγορείται για δολοφονία και ο ένας μετά τον άλλο, δολοφονούνται – και καταφέρνει να τη δικαιώσει, κάτι που δεν είναι εύκολο.
Δέκα άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, από διαφορετικά κοινωνικά υπόβαθρα, προσκαλούνται σε ένα απομακρυσμένο νησί προς υπηρεσία του ζευγαριού που ζει εκεί, των Owen. Το πρώτο βράδυ, καθώς απολαμβάνουν τη φιλοξενία περιμένοντας τους οικοδεσπότες τους, μία μυστηριώδης ηχογράφηση αντηχεί σε όλο το σπίτι. Η ακέφαλη φωνή κατηγορεί τον καθένα από τους καλεσμένους για σκοτεινά εγκλήματα του παρελθόντος. Όχι πολύ αργότερα, ο πρώτος από αυτούς πέφτει νεκρός, ξεκινώντας μία σειρά από μυστήριους θανάτους χωρίς εκτελεστή που φαίνεται να είναι εμπνευσμένοι από ένα παλιό παιδικό ποίημα που κοσμεί κάθε δωμάτιο της έπαυλης.
Το κλασσικό και πολυδιασκευασμένο αριστούργημα της Αγκάθα Κρίστι μεταφέρεται αυτή τη φορά για την μικρή οθόνη από το BBC1 σε μία μίνι σειρά τριών μονόωρων επεισοδίων για να αποτελέσει ίσως την πιο καλοφτιαγμένη διασκευή του έργου μέχρι σήμερα. Όπως συμβαίνει πάντα όταν πρόκειται για μία κινηματογραφική (ή εν προκειμένω τηλεοπτική) μεταφορά ενός λογοτεχνικού έργου τίθεται ένα καίριο ζήτημα: κατά πόσο καταφέρνει το νέο μέσο να μεταδώσει την ατμόσφαιρα και τον χαρακτήρα με πιστότητα και σεβασμό στο πρωτότυπο. Και στην περίπτωση του And Then There Were None, το στοίχημα για τη βρετανική τηλεόραση, και τους κατά τα άλλα άγνωστους συντελεστές της σειράς, ήταν διπλό. Αφενός, να καταφέρει να μεταφέρει το κλίμα της εποχής, καθώς η ιστορία είναι τοποθετημένη στη δεκαετία του ’30 και αφετέρου να μετατρέψει την ένταση και τον τρόμο των γραπτών της Αγκάθα Κρίστι σε τηλεοπτική προϊόν, που είναι σε θέση να ικανοποιήσει και το απαιτητικό, εκπαιδευμένο στον τρόμο, σημερινό κοινό. Και από τα πρώτα είκοσι περίπου λεπτά του πρώτου επεισοδίου είναι πια βέβαιο πως το στοίχημα αυτό έχει κερδηθεί.
Από τα ρούχα, τα μαλλιά και τα αυτοκίνητα των πρωταγωνιστών μέχρι τους κοινωνικούς ρόλους, τις ιστορίες και τους διαλόγους τους, τα πάντα είναι επιλεγμένα με φροντίδα στη πιστότητα και την ιστορική ακρίβεια. Το σκηνικό, που αποτελεί και αυτό από μόνο του τον ενδέκατο πρωταγωνιστή της σειράς, είναι όσο αινιγματικό και επιβλητικό θα έπρεπε να είναι. Η αφιλόξενη ακτή του Soldier Island και το βαρύ και επιμελώς διακοσμημένο αρχοντικό συνθέτουν το κατάλληλο σκηνικό και μας προετοιμάζουν άριστα για τη μυστηριώδη συνέχεια. Τα πανέμορφα ατμοσφαιρικά πλάνα τόσο του εξωτερικού τοπίου όσο και των εσωτερικών χώρων σε συνδυασμό με τη δυσοίωνη μουσική συνθέτουν από την αρχή μία ατμόσφαιρα που σε μεταφέρει αβίαστα στην εποχή και ομολογουμένως σου μένει για μέρες.
Στο πρωτότυπο κείμενο λοιπόν διαδραματίζονται δέκα φόνοι. Η αρχική μου εύλογη απορία ήταν: Μα καλά, δέκα φόνοι σε τρία μόνο επεισόδια; Κι όμως! Η πλοκή ξεκινάει από πολύ νωρίς να ξετυλίγεται γύρω από τους χαρακτήρες και να τους εμπλέκει σε ένα παιχνίδι ρόλων όπου ο καθένας θα μπορούσε να είναι ο ένοχος και το επόμενο θύμα. Παρόλο που δεν έχεις τον απαραίτητο χρόνο στην διάθεσή σου να γνωρίσεις τους χαρακτήρες, μέσα από άριστα εναρμονισμένες αναδρομές η σειρά σου δίνει τα απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να ξέρεις για τον καθένα. Κάποιοι από τους χαρακτήρες είναι παντελώς αναλώσιμοι και κάποιοι άλλοι καταλήγουν να είναι το κέντρο του μυστηρίου και τελικά της λύσης του, όμως όλοι τους είναι τόσο καλογραμμένοι (τα εύσημα στην κυρία Christie) και τόσο καλά εκτελεσμένοι (τα εύσημα στο BBC και το υπέροχο καστ) που η άνιση εξέλιξη των χαρακτήρων δεν ενοχλεί.
Το And Then There Were None έχει δύο βασικά προτερήματα. Αφενός είναι μία άριστη διασκευή ενός κλασσικού μυστηρίου, με σεβασμό στο πρωτότυπο και σύγχρονες προσθήκες εκεί που πρέπει, τώρα που δεν υπάρχουν οι κοινωνικοί περιορισμοί που είχε η συγγραφέας τότε. Αφετέρου, αποτελεί ένα δελεαστικό αντίδοτο στις σειρές με αφήγηση που τεντώνεται σε πολλές απλά-για-να-βγαίνει σεζόν, με συμπυκνωμένο δράμα, ένταση σε μεγάλες δόσεις και μικρή, βολική διάρκεια. Το binge-watching είναι μονόδρομος!
Στο μυθιστόρημα της Christie, η δολοφονία που ο καθένας κατηγορείται ότι έκανε, είναι ένα είδος μη αιματηρής δολοφονίας κατά κάποιο τρόπο, μια δολοφονία εκτός του νόμου. Το ότι δεν κατηγορήθηκαν – ή δεν μπορούσαν να κατηγορηθούν ή να τιμωρηθούν με άλλο τρόπο – για τις πράξεις τους, είναι αυτό που παρακινεί κάθε δολοφόνο να πάρει τη δικαιοσύνη στα χέρια του.
Ένας στρατηγός στέλνει τον στρατιώτη και εραστή της γυναίκας του σε μια αποστολή, στην οποία ήταν σίγουρος ο θάνατος του. Ένας αστυνομικός υποβάλλει ψευδή στοιχεία για να καταδικάσει έναν αθώο άνθρωπο σε ισόβια φυλάκιση που τον σκοτώνει. Ένας μισθοφόρος εγκαταλείπει τους οδηγούς του χωρίς φαγητό και νερό. “Υποθέτω, κατά κάποιο τρόπο, ήταν δολοφονία“, λέει ένας χαρακτήρας. “Αλλά δεν φαινόταν έτσι εκείνη τη στιγμή.” Οι ισχυρισμοί εναντίον αυτών των χαρακτήρων είναι αναμφίβολα ηθικά κακοί, αλλά δεν είναι δολοφονίες με την νομική έννοια του όρου.
Στο miniseries οι δολοφονίες είναι σχεδόν ομοιόμορφα αιματηρές, βίαιες και άμεσες. Ο στρατηγός πυροβολεί τον στρατιώτη του στο κεφάλι. Ο αστυνομικός χτυπά τον αιχμάλωτο μέχρι τον θάνατό του. Ο μισθοφόρος σφαγιάζει τους οδηγούς του. Η αίσθηση της αφαίρεσης που επιτρέπει στους χαρακτήρες της Christie να εμφανιστούν ως αθώοι έχει φύγει. Αντ’ αυτού, μένουμε με χαρακτήρες που ξέρουν αναμφισβήτητα ότι είναι δολοφόνοι και μας δείχνουν τις δολοφονίες με τρομερές λεπτομέρειες. Το κίνητρο του δολοφόνου του νησιού, εν τω μεταξύ, γίνεται πολύ πιο αδιαφανές. Σίγουρα αυτά τα θύματα δεν είναι πέρα από το νόμο;
Είναι μια αλλαγή και μιλάει για τη μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του υλικού προέλευσης και της σειράς. Το “And Then There Were None” της Christie είναι διακριτό για την ατμόσφαιρα και την πολυπλοκότητα του. Η συγγραφέας δεν έχει χρόνο να χάσει για την εγκαθίδρυση ενός σκοτεινού και γοτθικού σπιτιού, όταν μπορεί απλά να πει ότι το σπίτι είναι απόλυτα φυσιολογικό και να δουλέψει με την τοποθέτηση ενδείξεων. Δεν διαβάζετε την Christie για να τρομάξετε, διαβάζετε τη Christie για να επεξεργαστείτε μια σειρά λογικών προβλημάτων. Το “And Then There Were None” της Agatha Christie είναι ένα μυστήριο, ένα παζλ με μια πολύπλοκη πλοκή και δολοφονίες, τόσο απομακρυσμένες και τόσο μη αιματηρές, που μόλις καταγράφονται ως δολοφονίες.
Να πω ακόμα ότι η προσαρμογή της Sarah Phelps δείχνει πραγματικό σεβασμό για το υλικό της Agatha Christie. Το cast είναι όλο καταπληκτικό, ειδικά η Maeve Dermody, ο Charles Dance, ο Toby Stephens, ο Aidan Turner και ο Sam Neill. Αισθητικά το miniseries λάμπει. Αν δεν είναι μια τέλεια προσαρμογή ενός κάλου βιβλίου, είναι τουλάχιστον ένας προάγγελος των καλών παραγώγων που έρχονται. Με τουλάχιστον επτά ακόμη τηλεοπτικές προσαρμογές της Christie προγραμματισμένες για το BBC, το “And Then There Were None” έθεσε πολύ ψηλά τον πήχη για της μελλοντικές παραγωγές που έρχονται.
Μπορεί να συμπορευτεί η λογοτεχνία με την γλυπτική. Αυτό έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Ευκαιρία σήμερα να γνωρίσουμε τον απότοκο αυτού του συγκερασμού, γλυπτά που απεικονίζουν αγαπημένους Έλληνες ποιητές. Δείτε ορισμένα εξ αυτών.
Ο Παλαμάς αποδίδεται καθιστός σε μαρμάρινο κάθισμα, πάνω στο οποίο είναι ριγμένο ένα ιμάτιο. Έχει την ήρεμη στάση περισυλλογής που προσιδιάζει σε έναν ποιητή. Εδράζεται σε τετράγωνο μαρμάρινο βάθρο, στην πρόσοψη του οποίου αναγράφεται: «ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ 1859 – 1943». Στη δεξιά πλευρά του καθίσματος, αναγράφεται η επιγραφή: «Κώστας Παλαμάς ΑΥΤΟ ΚΡΑΤΑΕΙ ΑΝΑΛΑΦΡΟ ΜΕΣ’ ΤΗΝ ΑΝΕΜΟΖΑΛΗ ΤΟ ΑΠΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗ ΒΟΗ ΠΡΕΣΒΥΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΟΓΟ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ ΔΕΝ ΕΧΩ ΑΛΛΟ ΚΑΝΕΝΑ ΜΕΘΥΣΤΕ ΜΕ Τ’ ΑΘΑΝΑΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ 1 Νοεμβρίου 1940». Στην αριστερή πλευρά του καθίσματος αναγράφεται:«Β. ΦΑΛΗΡΕΑΣ ΕΠΟΙΕΙ 1975». Ο ανδριάντας αρχικά χύθηκε σε ορείχαλκο και τοποθετήθηκε στη Λευκωσία το 1973. Ένα άλλο ορειχάλκινο αντίτυπο – από τη χυτήριο Γαβαλά – τοποθετήθηκε στην Πάτρα, στην Πλατεία Νόρμαν, που στη συνέχεια μετονομάστηκε Πλ. Κωστή Παλαμά. Η πρωτοβουλία ανήκε στη Εθνολογική Εταιρεία Πατρών και τα επίσημα αποκαλυπτήρια έγιναν το Μάρτιο του 1974. Επομένως, ο μαρμάρινος ανδριάντας της Αθήνας τοποθετήθηκε τρίτος κατά σειρά, το 1975. Το γύψινο πρόπλασμα του ανδριάντα βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη.
Ο Βάσος Φαληρέας (1905 – 1979) ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ακαδημαϊκής σχολής γλυπτών στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα. Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών κοντά στους Ιακωβίδη και Θωμόπουλο. Κερδίζοντας το κληροδότημα Βόλου, συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι κοντά στους Maillol, Despiau και Wlerick. Παράλληλα μαθήτευσε χαρακτική στο εργαστήριο του Γαλάνη και μελέτησε την τέχνη των μεταλλίων κοντά στον Dropsy. Έχει φιλοτεχνήσει δεκάδες μνημεία και ηρώα και έχει βραβευτεί από τη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων το 1937 με ένα χρυσό και δύο αργυρά μετάλλια για τα έργα που είχε εκθέσει. Για την καλλιτεχνική προσφορά του, το 1965 του απονεμήθηκε ο Χρυσός Σταυρός του Τάγματος του Γεωργίου Α’. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών στο Παρίσι, ενώ το 1976 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 – Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Ήταν ένας από τους πολυγραφότερους Έλληνες λογοτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους. Δημοσίευσε συνολικά σαράντα ποιητικές συλλογές, καθώς και θεατρικά έργα, κριτικά και ιστορικά δοκίμια, συγκριτικές μελέτες και βιβλιοκριτικές. Ένδειξη της καθιέρωσής του ως ποιητή ήταν η ανάθεση της σύνθεσης του Ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων, το 1896. Το 1925 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, της οποίας έγινε πρόεδρος το 1930. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κωστής Παλαμάς ανακηρύχτηκε κορυφαίος πεζογράφος και ένας από τους τρεις κορυφαίους ποιητές όλων των εποχών, γεγονός που δικαιολογεί απόλυτα την επί 14 φορές υποψηφιότητά του για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1926, 1927, 1928, 1929, 1930, 1931, 1932, 1933, 1934, 1935, 1936, 1937, 1938 και 1940). Προς τιμή του, στο σημείο που βρισκόταν το σπίτι στο οποίο έζησε επί 40 χρόνια και δημιούργησε το μεγαλύτερο μέρος των έργων του, στην Αθήνα (οδ. Ασκληπιού 3)δημιουργήθηκε το ίδρυμα Κωστή Παλαμά.
Σε μια από τις πιο όμορφες πλατείες της Ζακύνθου συναντά κανείς το άγαλμα του εθνικού ποιητή Διονύσιου Σολωμού που στη βάση του είναι χαραγμένος ένας στίχος από τον “Υμνο στην Ελευθερία”, το άγαλμα που αναπαριστά την Δόξα στην οποία αναφέρεται ο ποιητής στα ποιήματά του, άγαλμα που έχει από τις δύο πλευρές δύο παλιά κανόνια και την στήλη που θυμίζει τα γραπτά ενός άλλου ποιητή, πολύ αγαπητού στους Ζακυνθινούς, του Κάλβου.
Ο Γεώργιος Βρούτος (Αθήνα, 1843 – Αθήνα,10 Ιανουαρίου 1909) ήταν φημισμένος Έλληνας γλύπτης του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1843 και είχε ρίζες από την Κρήτη. Σπούδασε από το 1859 μέχρι το 1864 γλυπτική στη Σχολή Καλών Τεχνών υπό τον Γεώργιο Φυτάλη και παράλληλα έλαβε μαθήματα μαρμαροτεχνίας στο εργαστήριο του γνωστού καθηγητή και γλύπτη Ιωάννη Κόσσου.To 1866, μετέβη στη Ρώμη με υποτροφία της βασίλισσας Όλγας, όπου και παρέμεινε για μια τριετία, σπουδάζοντας υπό την επίβλεψη των Κανόβα Άνταμο Ταντολίνι και Φίλιπο Νιακαρίνι. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ιταλία, εργάστηκε για λογαριασμό Ιταλού τραπεζίτη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1873, άνοιξε δικό του εργαστήριο γλυπτικής στην Πλάκα και το 1883 διορίστηκε καθηγητής πλαστικής στη Σχολή Καλών Τεχνών, ως διάδοχος του Λεωνίδα Δρόση που είχε μόλις πεθάνει. Αυτή τη θέση, ο Βρούτος την διατήρησε μέχρι το θάνατό του. Το 1888 ανακηρύχτηκε μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Παρισιού.Παράλληλα, υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Απεβίωσε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου του 1909.
Διονύσιος Σολωμός (Ζάκυνθος, 8 Απριλίου 1798 − Κέρκυρα, 9 Φεβρουαρίου 1857) ήταν Έλληνας ποιητής, πιο πολύ γνωστός για τη συγγραφή του ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», οι πρώτες δύο στροφές του οποίου έγιναν ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας και ύστερα της Κύπρου. Κεντρικό πρόσωπο της Επτανησιακής σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός θεωρήθηκε και θεωρείται ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων, όχι μόνο γιατί έγραψε τον Εθνικό Ύμνο, αλλά και διότι αξιοποίησε την προγενέστερη ποιητική παράδοση (κρητική λογοτεχνία, Δημοτικό τραγούδι) και ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε συστηματικά τη δημοτική γλώσσα και άνοιξε το δρόμο για τη χρησιμοποίησή της στη λογοτεχνία, αλλάζοντας ακόμη περισσότερο τη στάθμη της.Σύμφωνα με τις απόψεις του δημιουργούσε «από το ρομαντισμό μαζί με το κλασικισμό ένα […]είδος μικτό, αλλά νόμιμο[…]».
Η προτομή βρίσκεται στο πλάι του κτιρίου του Υπουργείου Εξωτερικών, όπου εργάστηκε για πολλά χρόνια. Ο ποιητής ακουμπά με τα χέρια σταυρωμένα πάνω σε ένα μαρμάρινο έδρανο και κρατά μία πένα με το δεξί του χέρι. Η έκφραση του προσώπου είναι σκεπτική, έκδηλη του ανήσυχου πνεύματός του. Στην πρόσοψη της μαρμάρινης βάσης είναι χαραγμένο το όνομα του Σεφέρη, ενώ χαμηλότερα έχει τοποθετηθεί μεταλλική πλάκα, στην οποία αναγράφονται τα εξής:
Ο Γιώργος Σεφέρης, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σεφεριάδη, (Σμύρνη, 1900 – Αθήνα, 1971) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και ποιητής. Το 1963 έγινε ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Το 1914, με την αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η οικογένεια Σεφεριάδη μετακόμισε στην Αθήνα. Κατόπιν, το 1918 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ο Σεφέρης σπούδασε Νομικά ως το 1924. Από τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στη Γαλλία εκδήλωσε την αγάπη του για την ποίηση και ήρθε σε επαφή με τα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής. Το 1926 άρχισε την διπλωματική του σταδιοδρομία, διοριζόμενος στο Υπουργείο Εξωτερικών ως ακόλουθος. Μέχρι το 1962, οπότε συνταξιοδοτήθηκε, υπηρέτησε το Διπλωματικό Σώμα από πολλές και διάφορες θέσεις. Αφότου αποσύρθηκε, αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στο λογοτεχνικό του έργο.
Η πρώτη ποιητική συλλογή του Σεφέρη είναι η “Στροφή”. Δημοσιεύτηκε το 1931 και δημιούργησε ποικίλες αντιδράσεις, καθώς έφερνε έναν αέρα ανανέωσης στην ελληνική ποίηση. Τα έργα που ακολούθησαν είναι πολλά και σημαντικά. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα δοκίμια, στα οποία ανέπτυξε τις απόψεις του για τα σύγχρονά του προβλήματα της γλώσσας και λογοτεχνίας, καθώς και το προσωπικό ημερολόγιο του ποιητή, το οποίο αποτελεί σημαντική πηγή πληροφοριών, τόσο για τον ίδιο και το έργο του, όσο και για τις πολιτικές και διπλωματικές εξελίξεις στην Ελλάδα.
Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης (Ελληνικό Ιωαννίνων, 1942) είναι Έλληνας γλύπτης. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και με υποτροφία του ΙΚΥ μελέτησε την αρχαιοελληνική τέχνη και την τέχνη της Μεσογείου. Το 1970 διορίστηκε ως βοηθός στην Α.Σ.Κ.Τ., στο εργαστήριο γλυπτικής του Γιάννη Παππά και το 1991 τακτικός καθηγητής. Έχει διοργανώσει αρκετά Συμπόσια Γλυπτικής σε πόλεις της Ελλάδος και της Κύπρου. Γλυπτά του κοσμούν πολλούς δημόσιους χώρους και περιλαμβάνονται σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές μουσείων και πινακοθηκών. Έχει τιμηθεί µε βραβεία και διακρίσεις.
Ο Παπαγιάννης επηρεάστηκε από τις αρχές του Μεταμοντερνισμού, που ενθαρρύνει την επιστροφή σε τοπικές παραδόσεις και απελευθερώνει τον καλλιτέχνη από την αυστηρή συμμόρφωση με άλλα διεθνή ρεύματα. Η ηπειρωτική καταγωγή του, τα βιώματα της παιδικής του ηλικίας στην ύπαιθρο, οι θησαυροί των απέραντων μελετών του, η τιμιότητα του χειρωνακτικού μόχθου και το ακέραιο ήθος του ανθρώπου εξηγούν τον πλούτο, την ποικιλία, τη γνησιότητα και κυρίως την αισιοδοξία του έργου του.
Ο ανδριάντας του νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη (2 Νοεμβρίου 1911, Ηράκλειο Κρήτης – 18 Μαρτίου 1996, Αθήνα), βρίσκεται στην πλατεία Δεξαμενής στο Κολωνάκι, στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Πρόκειται για μια δημιουργία του γλύπτη Γιάννη Παππά και κατασκευάστηκε το 1977 όταν ο Ελύτης βρισκόταν ακόμα στη ζωή. Ο ποιητής αναπαρίσταται με καθημερινά ρούχα: παντελόνι και κοντομάνικο πουκάμισο. Είναι ευθυτενής, έχει αποφασιστικό ύφος, ενώ το αριστερό του πόδι είναι ελαφρώς προτεταμένο. Στη βάση υπάρχει εγχάρακτη η υπογραφή του γλύπτη: «Γιάννης Παππάς». Εδράζεται σε χαμηλό τετράγωνο βάθρο από ασβεστόλιθο όπου αναγράφεται «ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ». Στην δεξιά πλευρά του βάθρου είναι χαραγμένο το όνομα του γλύπτη «ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΠΑΣ», ενώ στην άλλη πλευρά αναγράφεται «ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ 1997». Τα αποκαλυπτήρια του γλυπτού έγιναν στις 17 Μαρτίου 1997, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του ποιητή.
Ο Γιάννης Παππάς γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου του 1913 στην Κωνσταντινούπολη. Το Σεπτέμβριο του 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικογένειά του εγκαθίσταται στην Αθήνα. Το 1929 ολοκληρώνει τις γυμνασιακές σπουδές του στο Γ’ Γυμνάσιο Αθηνών. Το 1930 εγγράφεται στην École Supérieure des Beaux-Arts του Παρισιού. Από το 1930 ως το 1932 σπουδάζει στο εργαστήριο του καθηγητή Jean Boucher. Το 1937 βραβεύεται με χρυσό μετάλλιο στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων. Επιστρέφει στην Ελλάδα και το 1953 εκλέγεται καθηγητής των Εργαστηρίων Γλυπτικής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Το 1972 εκλέγεται αντεπιστέλλον μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών, ενώ το 1980 εκλέχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Έχει βραβευθεί με τον Ταξιάρχη dell’ Ordine del Merito Nazionale της Ιταλίας. Πέθανε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2005 σε ηλικία 92 ετών.
Το όνομα Οδυσσέας Ελύτης ήταν το φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλλη. Ο Ελύτης ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του ’30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο δεύτερος και τελευταίος μέχρι σήμερα Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ. Γνωστότερα ποιητικά του έργα είναι τα Άξιον Εστί, Ήλιος ο πρώτος, Προσανατολισμοί κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν, ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλάμβανε ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Έργων Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, Αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.
Η μαρμάρινη προτομή του ποιητή βρίσκεται στο κέντρο της ομώνυμης πλατείας. Ο καλλιτέχνης αποδίδει στην προτομή με τρόπο ρεαλιστικό τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά και την προσωπικότητα του ποιητή, αφού ο ίδιος ο Μαβίλης, το 1912, σε ηλικία 53 ετών, είχε ποζάρει στον Πέτρο Ρούμπο. Η προτομή του Μαβίλη τοποθετήθηκε στη θέση αυτή από το Δήμο Αθηναίων το 1938. Η ίδια προτομή υπάρχει σ’ άλλα τρία αντίγραφα – στην Κέρκυρα, στα Ιωάννινα και στα Γραφεία της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.Στο υψηλό βάθρο της είναι χαραγμένο το επίγραμμα του λόγιου Μιλτιάδη Μαλακάση: «ΜΝΗΜΗ ΙΕΡΗ ! ΟΣΟ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΠΑΛΕΥΕΙ ΤΟΣΟ ΛΑΜΠΡΟ ΣΕΛΑΓΙΖΕ ΣΤΟΝ ΑΞΕΘΥΜΑΣΤΟ ΟΥΡΑΝΟ ΨΗΛΟΤΕΡΑ ΣΤΟΝ ΕΒΔΟΜΟ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕ Θ’ΑΝΕΒΕΙ ΠΑΡΑ ΟΠΟΙΟΣ ΑΠΑΡΟΜΟΙΑΣΤΟΣ ΧΑΡΙΣΜΑ ΘΕΪΚΟ ΤΟ ΣΤΟΧΑΣΜΟ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΣΕ ΘΑΥΜΑΣΜΟ ΚΑΙ ΧΛΕΥΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΔΥΣΤΥΧΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΛΥΤΡΩΜΟ».
Ο Πέτρος Ρούμπος (1873 – 1942) ήταν Έλληνας γλύπτης, ζωγράφος και εικονογράφος, ο οποίος γεννήθηκε στο Γεωργίτσι Σπάρτης το 1873. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (Α.Σ.Κ.Τ.) της Αθήνας ζωγραφική και γλυπτική με δασκάλους το Λύτρα και το Βρούτο. Ο Ρούμπος φιλοτέχνησε κυρίως προσωπογραφίες και προτομές, ταφικά μνημεία και ηρώα. Παράλληλα έφτιαξε και ηρώα στη Σπάρτη και στη Χίο. Ο Πέτρος Ρούμπος πέθανε στην Αθήνα το Φεβρουάριο του 1942.
Ο Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε το 1860 στην Ιθάκη έχοντας όμως Ισπανική καταγωγή. Ο παππούς του, εκ πατρός, ήταν πρόξενος της Ισπανίας στην Κέρκυρα, όπου η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί. Μάλιστα εκεί πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Εξωτερικά ο Λορέντζος Μαβίλης ήταν μεγαλόσωμος με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά. Το 1880 αποφάσισε να πάει στην Γερμανία για να σπουδάσει φιλολογία και φιλοσοφία. Οι σπουδές του συνεχίστηκαν επί δεκατέσσερα χρόνια και μάλιστα επηρεάστηκε από τις θεωρίες του Νίτσε, την “Κριτική του Καθαρού Λόγου” του ορθολογικού Ιμμάνουελ Καντ και από την “Βουλησιαρχία” του απαισιόδοξου Αρθούρου Σοπενχάουερ. Ακόμα ασχολήθηκε με τα σανσκριτικά φιλοσοφικά κείμενα και μετέφρασε αποσπάσματα από το ινδικό έπος Μαχαμπχαράτα. Κατά την παραμονή του στη Γερμανία ασχολήθηκε με την σύνθεση λυρικών ποιημάτων (κυρίως σονέτων), και σκακιστικών προβλημάτων που δημοσιεύτηκαν σε γερμανικά έντυπα. Το 1896 ο Μαβίλης συμμετείχε στην επανάσταση της Κρήτης. Και το 1897 κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο συγκέντρωσε εβδομήντα Κερκυραίους εθελοντές και πήγαν να πολεμήσουν στην Ήπειρο, όπου και τραυματίστηκε στο χέρι. Το 1909 γίνεται ο ενθουσιώδης κήρυκας του ξεσηκωμού και το 1910 εκλέγεται ως βουλευτής της Κέρκυρας. Το 1911 υπερασπίζοντας τη δημοτική γλώσσα ως αντιπρόσωπος και μέλος της Αναθεωρητικής Συνέλευσης της Κέρκυρας μέσα στην Ελληνική Βουλή είπε απευθυνόμενος στους καθαρευουσιάνους: “Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι, και υπάρχουσι πολλοί χυδαίοι άνθρωποι ομιλούντες την καθαρεύουσαν”. Σκοτώνεται στη Μάχη του Δρίσκου κοντά στα Ιωάννινα κατά τον Πρώτο (Α’) Βαλκανικό πόλεμο. Λέγεται ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την ποιήτρια Μυρτιώτισσα – κατά κόσμον Θεώνη Δρακοπούλου – (1885-1968), η οποία υπηρέτησε την ερωτική ποίηση και το ποίημά της “Τι άλλο καλέ μου” (1925) είναι αφιερωμένο στη μνήμη του. Ως φόρο τιμής στο συνολικό έργο του Μαβίλη ή κεντρική πλατεία της γενέτειράς του, Ιθάκης, έχει πάρει το όνομά του.
Πηγές: http://el.wikipedia.org/ Ζέττα Αντωνοπούλου, Τα γλυπτά της Αθήνα – Υπαίθρια Γλυπτική 1834 2004, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα: 2003
Ένα από τα ωραιότερα μυθιστορήματα του Ντίκενς σε μια αριστουργηματική μεταφορά του στη μικρή οθόνη. Ένα τρομακτικό συναπάντημα με τον δραπέτη Μάγκουιτς στους βάλτους, η εκκεντρική και απομονωμένη Μις Χάβισαμ, η φιλία με την όμορφη αλλά άκαρδη υιοθετημένη κόρη Εστέλα, η ξαφνική γενναιοδωρία ενός μυστηριώδη ευεργέτη: αυτά είναι τα γεγονότα που κάνουν τη ζωή του ορφανού Πιπ να αλλάξει για πάντα.
Μια τρομακτική συνάντηση στους βάλτους μ’ έναν δραπέτη και το κάλεσμα από τη μυστηριώδη Μις Χάβισαμ αλλάζουν τη ζωή του ορφανού Πιπ για πάντα. Τολμά να πιστέψει πως θα μπορούσε να έχει ένα άλλο μέλλον, πέρα από τους βάλτους – ένα μέλλον που να συνδέεται μ’ αυτό της όμορφης Εστέλα. Ο Πιπ αρχίζει τη νέα του ζωή σαν τζέντλεμαν στο Λονδίνο, αποκτώντας γρήγορα ακριβά γούστα και μεγάλα χρέη. Ερωτεύεται με πάθος την Εστέλα και κυκλοφορεί μαζί της στην πόλη. Καθώς πλησιάζουν τα γενέθλιά του, όπου θα κλείσει τα είκοσι ένα χρόνια, ο Πιπ περιμένει να φανερωθεί ο ευεργέτης του και οι προθέσεις του. Ο Πιπ δεν θέλει καμία σχέση με τον Μάγκουιτς και σπεύδει στο αρχοντικό της Μις Χάβισαμ, για να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς μαζί της. Εκεί μαθαίνει πως μπορεί να χάσει την Εστέλα για πάντα. Πίσω στο Λονδίνο μαθαίνει ότι η ποινή του Μάγκουιτς, όταν γυρίσει πίσω από την Αυστραλία, θα είναι η κρεμάλα και ο Πιπ πρέπει να τον βοηθήσει να δραπετεύσει.
Γεμάτη αγωνία και μυστήριο, μια υπέροχη ιστορία, όπου όλα μπορούν να αλλάξουν σε μια στιγμή, μια ιστορία για εμμονές, διαφθορά, εκδίκηση, εξιλέωση και συγχώρεση.
Ο συγγραφέας, έχοντας μια τραυματική εμπειρία της φτώχειας και της αδικίας κατά την παιδική του ηλικία, πλάθει χαρακτήρες και γεννά με τη φαντασία του καταστάσεις που αντικαθρεπτίζουν τη βρετανική κοινωνία των βικτοριανών χρόνων.
Ο πλούτος έρχεται σε αντίθεση με τη μιζέρια και τη μεγάλη φτώχεια, ο έρωτας βρίσκεται σε συνεχή διαμάχη με την απόρριψη, ο σνομπισμός με την πίκρα των περιφρονημένων, το δίκαιο με το άδικο. Στο τέλος νικά η καλοσύνη, η καλή πλευρά του ανθρώπου έρχεται στην επιφάνεια ενώ ο σκοταδισμός και το κακό περιορίζονται. Στις «Μεγάλες Προσδοκίες», μάλιστα, ο συγγραφέας εμβαθύνει περισσότερο στην ψυχολογική ανάλυση των προσώπων του σε σχέση με άλλα έργα του.
Με φόντο την ύπαιθρο, που παρακμάζει, και το άστυ, που αναπτύσσεται γοργά, ο Ντίκενς δημιουργεί μια σειρά αξιαγάπητους χαρακτήρες (όπως τον καλοκάγαθο Τζο και την γλυκιά Μπίντυ) που συγκρούονται με τους Κακούς, που κι αυτοί απ’ την πλευρά τους έχουν τις δικαιολογίες τους. Η ωραία Εστέλλα είναι δύστροπη και καταστροφική, η μις Χάβισαμ είναι μισότρελη, η αδελφή του Πιπ είναι μια μέγαιρα: και ο Μάγκγουιτς, που αποτελεί με τον τρόπο του το κέντρο αυτής της ιστορίας, είναι ένας παράνομος – σαν τον Γιάννη Αγιάννη στους Αθλίους. Όμως πίσω από τα φαινόμενα κρύβονται απρόσμενες αλήθειες και παλιά μυστικά που συνιστούν την ίδια την πλοκή και που κινούν το γαϊτανάκι των ηρώων.
Χαρακτήρες που η πένα του Κάρολου Ντίκενς ζωντανεύει με τις πιο αδρές πινελιές και τις πιο λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις, με χιούμορ και δραματική ένταση, στήνοντας μια δυνατή πλοκή μέσα στο σκοτεινό σκηνικό του Λονδίνου των αρχών του 19ου αιώνα. Οι «Μεγάλες προσδοκίες» είναι ένα από τα πιο αγαπημένα και πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα στον κόσμο.
Oι περισσότεροι θυμόμαστε τις Μεγάλες Προσδοκίες στην ομότιτλη ταινία του Alfonso Cuarón που κυκλοφόρησε το 1998 με πρωταγωνιστές τους Ethan Hawke και Gwyneth Paltrow. Ωστόσο, η σειρά αυτή του BBC ήταν μια υπέροχη αφορμή να ξαναθυμηθούμε το μεγαλειώδες αυτό έργο.