Poldark, μια τηλεοπτική επιτυχία εποχής

Φαίνεται πως οι Βρετανοί εξακολουθούν να αγαπούν πολύ τα δράματα εποχής, μιας και το «Poldark» μας γυρνάει σε ένα προβικτωριανό τοπίο της πανέμορφης Κορνουάλης, με τοπία και μουσική που μας υποβάλλει και με μια υπόθεση ιστορικά ενδιαφέρουσα, ολίγον αργή σε κάποια σημεία.

Μια τέτοια, κινηματογραφικών προδιαγραφών, είναι και το «Poldark» που ήρωα έχει τον ωραίο και μοιραίο Έινταν Τέρνερ, που υποδύεται τον Ρος Πόλνταρκ. Αυτός επιστρέφει στην πατρίδα του την Κορνουάλη, από τον πόλεμο της αμερικανικής ανεξαρτησίας μετά από χρόνια, και μαθαίνει ότι ο πατέρας του δεν ζει πια, η περιουσία του έχει σχεδόν εξανεμιστεί και, κυρίως, η αγαπημένη του Ελίζαμπεθ είναι πια γυναίκα τού εξαδέλφου του! Το κλίμα από πλευράς των συμπολιτών του είναι περίεργο για τον ίδιο, το διάστημα της απουσίας ήταν μεγάλο, οι δεσμοί και οι συγγενικές του σχέσεις δεν βρίσκονται στο σημείο που τις άφησε. Αποφασίζει, όμως, να μη φύγει και να ενεργοποιήσει ξανά τα οικογενειακά ορυχεία και – δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο, όμως – η αγάπη του για την Ελίζαμπεθ (αλλά και εκείνης) φαίνεται ότι ακόμη σιγοκαίει. Η πρώτη σεζόν αναλώνεται περισσότερο στις συστάσεις αλλά και στη λαογραφική γνωριμία με την Κορνουάλη, που είναι χωρίς άλλο πανέμορφη και ιδανική τοπική «ταπετσαρία» για μια τέτοια ιστορία και όσο εξελίσσεται μπαίνει πιο δυναμικά στον κεντρικό έρωτα και είναι γεμάτο μικρές συναντήσεις, βλέμματα και υπονοούμενα της αγάπης που δεν πέθανε ποτέ με τον χρόνο. Οι έρωτες ανά καιρούς θα αλλάξουν στο βάθος του χρόνου και καθώς η σειρά προχωρά. Αναμφίβολα, με κάποιες εξαιρέσεις οι δημιουργοί της σειράς προφανώς λόγω του ίδιου το βιβλίου δεν εξιδανίκευσαν το ερωτικό κομμάτι. Ίσα ίσα το έκαναν πιο ήρεμο, πιο ανθρώπινο, με όλα τα λάθη και τα ελαττώματα που προκύπτουν στις ανθρώπινες σχέσεις του σήμερα και του τότε. Καθώς αναπτύσσεται η πλοκή δημιουργούνται ενίοτε κενά. Μπορεί σε άλλα σημεία να κυλά αρκετά αργά και αψυχολόγητα. Ωστόσο, στο σύνολο της είναι ενδιαφέρουσα και από ιστορικής απόψεως, διότι βλέπει κανείς πως λειτουργούσε η αγγλική επαρχία αυτού του αιώνα σε αδρές γραμμές, παίρνει μια ιδέα από την Αποικιοκρατία και από τον τρόπο λειτουργίας του αγγλικού πολιτεύματος.

Η σειρά έχει συνολικά έξι μέρη, ως συνήθως, και εύλογο απορίας είναι γιατί ξανά ένα remake μιας μεγάλης τηλε-επιτυχίας του 1975 (βασισμένα και τα δύο στη λογοτεχνική σειρά δώδεκα βιβλίων του Γουίνστον Γκράχαμ); Δημιουργήθηκαν έτσι πέντε σεζόν, ορισμένες εξαιρετικές και άλλες τουλάχιστον ανεκτές. Σαν σύνολο πάντως το έργο σου αφήνει μια πολύ ωραία αίσθηση και δεν ξέρουμε αν για αυτό ευθύνεται η μουσική, η Κορνουάλη ή ο Τέρνερ ή όλα αυτά μαζί!

Ο Ρος είναι περιζήτητος εργένης μέχρι να γνωρίσει την Ντεμέλζα και να ξεκινήσει το δεύτερο ρομάντζο της σειράς! Αναμφίβολα, είναι ένας πολύ δημοφιλής ήρωας της βρετανικής λογοτεχνίας, έχει πάρα πολλούς fans στη χώρα του, και το βάρος στις πλάτες τού Έινταν Τέρνερ και των δημιουργών ήταν πολύ μεγάλο για προφανείς λόγους. Επαναστάτης, με έντονη αίσθηση της ευθύνης του και της κοινωνικής δικαιοσύνης και πάνω από όλα μια ρομαντική φιγούρα, βρίσκει έναν άξιο εκπρόσωπο στον Τέρνερ, ο οποίος δεν μπορεί να κάνει υπερβάσεις (και λόγω του επαναλαμβανόμενου του ρόλου), όμως χτίζει έναν δικό του ήρωα, όχι ιδιαιτέρως επαναστατικό ή αντισυμβατικό όπως ίσως ήταν ο Ρόμπιν Έλις του original, αλλά με κάτι ξεκάθαρα δικό του. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες που τον πλαισιώνουν δεν φέρουν ανάλογο βάρος. Πλην της υποβλητικής Ντεμέλζα και του Τζορτζ Ουέλινγκτον, οι υπόλοιποι φαντάζουν μάλλον λίγο αδιάφοροι.

Επί της ουσίας, το «Poldark» έχει όλα τα σχηματικά συστατικά μιας όμορφης ρομαντζάδας που απευθύνεται προς ευρεία κατανάλωση και είναι από αυτά τα πράγματα που εκλείπουν από τη μικρή οθόνη. Δίχως να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για εμβάθυνση των χαρακτήρων, πράγμα που διευκολύνεται όπως πάντα από τα ήθη και τις συμπεριφορικές συμβάσεις των εποχών, αλλά ούτε και για τους δεσμούς των προσώπων, έχουμε να κάνουμε με γνήσια ψυχαγωγική τηλεόραση που βαδίζει μια πεπατημένη επιτυχή, η οποία ποντάρει και στην ομορφιά του τοπίου και των ηρώων της.

Αν έχετε χρόνο και όρεξη για ένα προσεγμένο δράμα εποχής χωρίς εξάρσεις (ούτε χαράς ούτε λύπης) τότε το Poldark είναι η σειρά για εσάς!! Δοκιμάστε την και δε θα σας απογοητεύσει!

Πηγές: https://freecinema.gr/tv/poldark-an-old-fashioned-romance-in-cornwall/

Ανακαλύπτοντας τον «ξένο» Αλέξανδρο Ίσαρη

Ακόμα και αν δεν έχει πέσει στα χέρια σας κάποιο δικό του πόνημα, σίγουρα έχετε ακούσει τον Αλέξανδρο Ίσαρη. Είτε μέσα από την ζωγραφική του είτε μέσα από τις μεταφράσεις, τις φωτογραφίες ή το ραδιόφωνο ο “ξένος” της τέχνης κατόρθωσε να υπηρετήσει την τελευταία με τον πληρέστερο ίσως δυνατό τρόπο, ζώντας όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο ίδιος πέντε ζωές σε μία.

Θα προσπαθήσουμε ωστόσο να σας κατατοπίσουμε. Ο Αλέξανδρος Ίσαρης,79 πλέον ετών, γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στις Σέρρες. Ο πατέρας του, ποδοσφαιριστής στο επάγγελμα, ονειρευόταν να τον δει κάποτε στο γήπεδο. Η μητέρα του, μουσικός, τον φανταζόταν αρχιτέκτονα. Τελικά, το δικό της όραμα υπερίσχυσε και τον ταξίδεψε μέχρι την μακρινή Αυστρία και το Γκρατς όπου σπούδασε τελικά αρχιτεκτονική, την οποία για λίγα χρόνια υπηρέτησε. Οι κλίσεις του ήταν ανέκαθεν διαφορετικές. Από μικρός αγαπούσε πολύ το διάβασμα, την συγγραφή, την μετάφραση από την αγγλική που ήταν και η πρώτη του ξένη γλώσσα και την κλασική μουσική, την οποία και γνώρισε μέσα από το βιολί της μητέρας του. Από εκεί και έπειτα η ζωή του χαρασσόταν μεταξύ Θεσσαλονίκης, Αθήνας, Αυστρία και Γερμανίας, ειδικά του Βερολίνου. Τα περισσότερα χρόνια ζει στο διαμέρισμά του στο Παγκράτι, όπου κρύβεται και το ατελιέ του.

Τα ταλέντα του πολλά. Την ζωγραφική δεν την διδάχθηκε ουσιαστικά ποτέ, αν εξαιρέσει κανείς τα μαθήματα που έκανε κατά την διάρκεια των σπουδών του. Θαυμαστής όλων των ρευμάτων κατά τη διάρκεια της ζωής του, κατέληξε στο προσωπικό του στυλ: την τεχνική με τα χρωματιστά μολύβια που τον χαρακτηρίζει εδώ και 25 χρόνια. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, μόνος την ανακάλυψε και την τελειοποίησε. Ο θεατής νομίζει ότι βλέπει πίνακα ζωγραφισμένο με λάδια και είναι ξυλομπογιές σε αλλεπάλληλες στρώσεις, κάτι που στην πραμγατικότητα δεν ισχύει. Ωστόσο, η μέθοδος αυτή είναι χρονοβόρα, καθώς απαιτούνται μήνες για να ολοκληρώσει ένα έργο του. Η πρώτη του έκθεση στην Αθήνα συνέπεσε με τον καταστροφικό σεισμός του 1981. Πραγματοποιήθηκε στην γκαλερί Νέες Μορφές, παρότι το κτίριο είχε ρωγμές. Μπορεί να απέσπασε πολύ καλές κριτικές αλλά κατάφερε να πουλήσει μόνο ένα μικρό σχέδιο, χωρίς να έχει χρήματα ούτε να πληρώσει τον κορνιζά. Συνολικά έχει πραγματοποιήσει 10 ατομικές εκθέσεις και συμμετείχε σε 18 ομαδικές.

Εκτός από την ζωγραφική καταπιάστηκε με την γραφιστική, μετρώντας στο ενεργητικό του περισσότερα από 500 εξώφυλλα. Ξεκίνησε να εικονογραφεί παιδικά βιβλία και κείμενα στο περιοδικό Playboy. Ωστόσο, αυτά ήταν μονάχα η αρχή. Πιο πολύ του άρεσαν αυτά που έκανε για τις εκδόσεις Scripta. Φιλοτέχνησε επίσης πολλά προγράμματα του Μεγάρου Μουσικής. ίσως το πιο ξεχωριστό για εκείνον να ήταν για τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Μπαχ, όπου μετέφρασε κι όλα τα κείμενα.

Ένας μεγάλος έρωτας που γνώρισε τα 26 του χρόνια και για τον οποίο ομολογεί πως πόνεσε πολύ ήταν και αυτός που τον μύησε στην φωτογραφία. Το αποτέλεσμα: 2.000 καλλιτεχνικές φωτογραφίες τις οποίες τυπώνει μόνος στο σπίτι του.

Εργάστηκε το 1982 στο Τρίτο Πρόγραμμα επί Μάνου Χατζιδάκι, παρουσιάζοντας μια επιτυχημένη εκπομπή, μόνο με την οποία ασχολήθηκε για έναν ολόκληρο χρόνο. Άλλοι καιροί βέβαια, φανταστείτε ότι είχα αφιερώσει 18 ολόκληρες εκπομπές στον Ανδρέα Εμπειρίκο! Είχε συνεργαστεί με γνωστούς ηθοποιούς: την Μάγια Λυμπεροπούλου, τον Λευτέρη Βογιατζή, τον Βασίλη Παπαβασιλείου, τη Βέρα Ζαβιτσιάνο.

Κάτι που αφιερώθηκε και λάτρεψε ήταν η μετάφραση. Ως τώρα έχει μεταφράσει 33 έργα με κορωνίδα τις γερμανικές του μεταφράσεις. Παραδέχεται πως αν και ξεκίνησε την μετάφραση για λόγους βιοποριστικούς, την αγάπησε και αφιερώθηκε πολλές φορές σε εκείνη. Έχοντας σαν στόχο την τελειότητα της μετάφρασης χρειάζεται πολύ χρόνο για να περατώσει ένα έργο. Ταξιδεύει ή επικαλείται αλλότρια βοήθεια. Το πρόσφατα μεταφρασθέν από τον ίδιο βιβλίο «Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε» των εκδόσεων Κίχλη, που συνιστά ένα μεγάλο μωσαϊκό που σχετίζεται με τα πάθη, τη μοναξιά, τις αναμνήσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις του αφηγητή, ενός εικοσιοχτάχρονου Δανού ευπατρίδη που, έχοντας χάσει την περιουσία του, ζει στα όρια της φτώχειας και έρχεται στο Παρίσι με την ελπίδα να αφιερωθεί στη λογοτεχνία, προτάθηκε μάλιστα για Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης. Παραδέχεται, πάντως, πως για να μεταφράσεις κάποιον λογοτέχνη πρέπει να σου αρέσει και πρέπει να είσαι και εσύ ο ίδιος λογοτέχνης. Καταξιώθηκε ως μεταφραστής της γερμανικής, μιας γλώσσας και μιας κουλτούρας με την οποία διατηρεί μια σχέση αγάπης-μίσους. Λατρεύει τον γερμανικό πολιτισμό και τη γλώσσα που είναι μάλλον η πλουσιότερη στην Ευρώπη. Μπορεί να περιγράψει κανείς επακριβώς και τις λεπτότερες αποχρώσεις της σκέψης, γι’ αυτό και τόσοι φιλόσοφοι έγραψαν στα γερμανικά. Αλλά και οι Γερμανοί συνθέτες είναι για εκείνον αξεπέραστοι. Παρ’ όλα αυτά τον εκνευρίζει η υπεροψία και η φιλοχρηματία του σύγχρονου μέσου Γερμανού.

Μονάχα με το θέατρο και τον κινηματογράφο ομολογεί πως δεν ασχολήθηκε όσο θα ήθελε. Παραμένει θαυμαστής του Ταρκόφσκι, του οποίου μετέφρασε το «Μαρτυρολόγιο».

Η ποίησή του, η τελευταία (μπορεί και όχι) πτυχή του πολύπλευρου αυτού ανθρώπου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απαισιόδοξη και μοναχική, όπως κατ’ επιλογήν υπήρξε ο ίδιος στη ζωή του. Απογοητευμένος πολλές φορές από τους ανθρώπους, από την πολιτική, αγάπησε μονάχα την μοίρα του. Η βαθιά του σχέση με την τέχνη αποτυπώνεται σε κάθε γραμμή, σε κάθε φράση και σελίδα. Μελετά, ανιχνεύει, αφομοιώνει, αφουγκράζεται, εμπλέκει τον Σαίξπηρ, τον Όμηρο, τον Σεφέρη, τον Πάουντ. Αναγνώστης-ποιητής περιπλέκει αγαπημένους συγγραφείς με σεβασμό, με λεπτότητα και διάκριση στον καμβά της ποίησής του. Εμπνέεται από αυτούς και μας εμπνέει. Η ποιητική του θυμίζει μια ατέλευτη προσπάθεια τακτοποίησης του χάους ήταν αυτό πηγάζει από μέσα του είτε προέρχεται απ’ έξω. Εμείς γινόμαστε μέτοχοι αυτού του ταξιδιού που εκτείνεται από την Αρχαιότητα και την Αναγέννηση ως τις μέρες μας. Βιώνουμε την ανθρώπινη ατέλεια, την απώλεια, τον πόνο, τον αέναο αγώνα του ανθρώπου με τον αόρατο εχθρό. Το δίπολο ζωή- θάνατος αναδεικνύει το θνητό του ανθρώπινου σώματος, το εφήμερο, το φθαρτό. Η ποιητική είναι μια ποιητική διαρκούς απουσίας, απουσίας ανθρώπων, απουσίας λέξεων, σίγουρα όμως όχι απουσία συναισθημάτων.

Ολοκληρώνοντας το έργο, ο αναγνώστης μένει μετέωρος ανάμεσα στο σύμπαν του Ίσαρη και την δική του πραγματικότητα. Ίσως και να αναδεικνύεται νικητής του παιχνιδιού. Σε κάθε περίπτωση, νικητής ή ηττημένος της ζωής, ο συμμέτοχος του ποιητικού φαινομένου κερδίζει από όλη αυτή την διαδικασία γνώση του εαυτού του και συνειδητοποίηση του κόσμου.

Το βιβλίο «Εγώ ένας Ξένος, Ποιήματα 1967-2011» του Αλέξανδρου Ίσαρη, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη.

Πηγές:

https://www.oanagnostis.gr/o-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%85-%CE%AF%CF%83%CE%B1%CF%81/

https://www.lifo.gr/articles/book_articles/266963/aleksandros-isaris-den-eimai-aisiodoksos-anthropos-oyte-kai-aisiodoksos-poiitis

Η Λολίτα του Ναμπόκοφ στην μεγάλη οθόνη

Λολίτα, φως της ζωής μου, φωτιά των λαγόνων μου. Άμαρτημά μου εσύ, ψυχή μου. Λο – λί – τα: η ακρούλα της γλώσσας να έρπει τρεις φορές, τρία βήματα στον ουρανίσκο πριν ραπίσει, τρις, τους κοπτήρες. Λο. Λί. Τα. Λο, σκέτη Λο, τα πρωινά, ένα σαράντα εφτά και με χαμένη τη μια κάλτσα. Λόλα με το παντελονάκι. Ντόλυ στο σχολείο. Ντολόρες στο χαρτί, στη διακεκομμένη γραμμούλα. Μα στην αγκαλιά μου πάντοτε Λολίτα. Είχε άραγε προάγγελο; Και βέβαια, και βέβαια είχε. Μπορεί δε κάλλιστα να πεις πως ίσως να μην είχε υπάρξει αυτή η Λολίτα αν πρώτα εγώ δεν είχα αγαπήσει, ένα καλοκαίρι, μια κάποιαν αρχική παιδίσκη. Σ’ ένα βασίλειο στην ακτή. Μα πότε, πότε; Σε χρόνια τόσα προτού η Λολίτα γεννηθεί όσο ήμουν ο ίδιος το καλοκαίρι εκείνο. Μπορείς να ελπίζεις πάντα από χέρι δολοφόνου μιαν εκζήτηση στο ύφος της αφήγησης. Αξιότιμοι κύριοι ένορκοι, τεκμήριο πρώτο, αυτό που τα σφαλερά, ουράνια σεραφείμ, τα απλοϊκά, τα ευγενή κι ολόφτερα σεραφείμ, φθονήσανε. Ενώπιόν σας ένα ακάνθινο κουβάρι.

Με αυτήν την εξομολόγηση ξεκινά η «Λολίτα» του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ένα από τα κορυφαία μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα, που λατρεύτηκε και μισήθηκε, απαγορεύτηκε και συκοφαντήθηκε, κι ωστόσο κατόρθωσε να κερδίσει τις καρδιές εκατομμυρίων αναγνωστών, αποτελώντας ακόμα και σήμερα μια απ’ τις πιο συγκλονιστικές ερωτικές ιστορίες που γράφτηκαν ποτέ.

Βεβαίως πρόκειται για έναν έρωτα καταραμένο: ο μεσήλικος Χάμπερτ Χάμπερτ, ψευδώνυμος αφηγητής και πρωταγωνιστής του βιβλίου – «ποιητής και παιδόφιλος», όπως ο ίδιος περιγράφει τον εαυτό του – ερωτεύεται παράφορα την Ντολόρες – Λολίτα – Χέιζ, την ανήλικη μοναχοκόρη της σπιτονοικοκυράς του, κι αποδύεται σ’ έναν απελπισμένο αγώνα να την κατακτήσει, οδηγώντας και τους δυο τους στην καταστροφή. Το αδιανόητο πάθος του Χάμπερτ είναι βαθιά ριζωμένο στην ψυχή του, ως απόηχος ενός μηδέποτε εκπληρωθέντος έρωτα για την Άνναμπελ, τη δωδεκάχρονη παιδούλα που γνώρισε ως παιδί κι ο ίδιος σε παραθαλάσσιο θέρετρο της Μεσογείου. Η αδικοχαμένη Άνναμπελ έχει ως προπομπό την «Άνναμπελ Λη», το τελευταίο ποίημα του Έντγκαρ Άλαν Πόου, αφιερωμένο στην μνήμη της συζύγου κι εξαδέλφης του Βιρτζίνια, την οποία ο ποιητής είχε νυμφευθεί στην τρυφερή ηλικία των δεκατριών ετών – μάλιστα ο πρώτος τίτλος της «Λολίτας» ήταν «Το βασίλειο στην ακτή» (The Kingdom by the Sea) στίχο-επωδό του ομώνυμου ποιήματος – και η απώλειά της έχει σφραγίσει τη φύση του αφηγητή απ’ τα μικράτα του, κάνοντάς τον ισόβιο κυνηγό κι εραστή κορασίδων που ο ίδιος ορίζει ως «νυμφίδια»: νεολογισμός του Ναμπόκοφ, που περιγράφει ένα κορίτσι στο μεταίχμιο μεταξύ παιδικής ηλικίας και πρώτης εφηβείας, όταν στο πρόσωπο, το σώμα και τον ψυχισμό του περιέχονται σε ίσες δόσεις η σκανδαλιστική διάθεση της έφηβης κοπέλας και η αγγελική αθωότητα ενός παιδιού.

Όπως είναι εύλογο, η «Λολίτα» – που εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1955 και στην Αμερική τρία χρόνια αργότερα – πέρασε από τα σαράντα κύματα μέχρι να γίνει αποδεκτή από τον εκδοτικό κόσμο, ενώ πλήθος εξοργισμένων ηθικολόγων έσπευσαν (παρά την απέραντη τρυφερότητα της εξομολόγησης του Χάμπερτ, γραμμένης στο κελί της φυλακής) να τη χαρακτηρίσουν πορνογράφημα φθοροποιό κι επικίνδυνο για τα χρηστά ήθη, χωρίς ωστόσο να μπορέσουν να αναχαιτίσουν τη θριαμβική απήχηση της «Λολίτας», η οποία, όπως και η «Μαντάμ Μποβαρύ» του Φλωμπέρ έναν αιώνα πριν, έγινε ραγδαία το λεγόμενο «succès de scandale», ανάρπαστο μπεστ σέλερ που μερικά χρόνια αργότερα μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο (σε σενάριο του ιδίου του Ναμπόκοφ και με σκηνοθέτη τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ).

Ωστόσο, ο θεατής καλείται έτσι να παραβάλει την στιλπνή ταινία και τα πολύ συγκεκριμένα πρόσωπα μ’ εκείνη την άλλη ταινία που ξετυλιγόταν μέσα στη σκέψη του και που θα τη νόμιζε κανείς γυρισμένη μ’ ένα φακό θαμπό, έτσι που οι φυσιογνωμίες να μην διαγράφονται καθαρά και να μένουν αδιάκοπα υποψήφιες για την οριστική σχεδίαση. Η απότομη μετάβαση απ’ αυτήν την αοριστία στην φωτογραφική σαφήνεια της οθόνης, είναι τις περισσότερες φορές μια δοκιμασία, κάτι σαν βίαιη αφύπνιση. Και πρέπει να περάσει κάμποση ώρα για να μας κερδίσει η ταινία με τις δικές της αρετές -αν έχει-και με τη δική της ατμόσφαιρα -οπότε καταφέρνει να την δημιουργήσει. Ίσως σε τελευταία ανάλυση οι ήρωες ενός βιβλίου να μην είναι πραγματικά ελεύθεροι να μετοικήσουν στην οθόνη, παρά μόνο αν ο συγγραφέας είναι ασήμαντος ή άγνωστος. Γιατί μόνο τότε δεν τους κρατά δέσμιους η φαντασία των θεατών.

Έτσι, η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά (την οποία ο ίδιος ο συγγραφέας έκρινε ως ατυχή), ευθύνεται για μιαν απ’ τις βασικές παρερμηνείες στις οποίες περιπίπτουν όσοι έχουν δει την ταινία χωρίς να έχουν διαβάσει το βιβλίο – καθώς, για ευνόητους λόγους, στο φιλμ του Κιούμπρικ τη Λολίτα ενσαρκώνει η Σου Λάιον, δεκαέξι ετών κατά το γύρισμα της ταινίας και με εμφάνιση που παραπέμπει σαφώς περισσότερο σε οριακά ενήλικη, χυμώδη έφηβη, παρά σε νυμφίδιο. Διότι, κι εδώ έγκειται το σοκ που εξακολουθεί να προκαλεί το μυθιστόρημα στους νέους αναγνώστες του, στο βιβλίο η Λολίτα είναι μόλις δώδεκα ετών παιδάκι, με όλη την αφέλεια, το πείσμα και τον αθέλητο οίστρο ενός κοριτσιού που ακόμα δεν έχει καν διαβεί το κατώφλι της εφηβείας. Στο ταξίδι τους στην αμερικανική ενδοχώρα, και προκειμένου να την αποπλανήσει, ο πατριός και διαφθορέας της θα αναγκαστεί να της κάνει όλα τα χατίρια που κάνεις σ’ ένα μικρό παιδί – αγοράζοντάς της γλειφιτζούρια και κόμιξ, φανταχτερά ρούχα και παγωτά σπέσιαλ, σαν να πασχίζει να χειριστεί μιαν ατίθαση, ζωντανή κούκλα. Η σκηνοθεσία του Κιούμπρικ είναι εξιχνιαστική όπου χρειάζεται, εύστοχη, ακριβής, χωρίς χάσματα και χωρίς φτήνειες. Μπορεί βέβαια να έχει κανείς αντίρρηση για την εκλογή μιας πρωταγωνίστριας που μοιάζει αρκετά μεγαλύτερη από την ηρωίδα του βιβλίου, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η νεοφερμένη Σιού Λάιαν κατορθώνει να υποδυθεί πολύ ικανοποιητικά έναν πολύπλοκο ρόλο που θα συνέτριβε ίσως μια νεοτέρη της. Ο Τζαίημς Μέισον έχει την εκφραστική κυριαρχία και τις πολυσήμαντες αποχρώσεις που απαιτούσε η ερμηνεία του απεγνωσμένου πάθους. Αυτό που δεν διακρίνει ούτε το δικό του παίξιμο, ούτε κι’ ολόκληρη την ταινία, είναι ο λυρισμός του συναισθήματος που τον κατέχει. Τελικά ο Κιούμπικ χρησιμοποίησε νομίζουμε σωστά την «ασυνήθιστη» ψυχολογία του ήρωα του για να δείξει, σε αντίθεση, την κενότητα της συμβατικής συμπεριφοράς. Απ’ αυτή την άποψη λ.χ. η συλλυπητήρια επίσκεψη στο μπάνιο είναι υπόδειγμα πικρού χιούμορ. Δεν κατάφερε όμως να φτάσει στο επίπεδο του βιβλίου γιατί ενώ μετέφερε, με αξιέπαινη ψυχολογική φροντίδα, τις καταστάσεις, δεν φαίνεται να αναζήτησε την κινηματογραφική αντιστοιχία της γλώσσας του Ναμπόκωφ –μιας γλώσσας ουσιαστικά ποιητικής που αποδείχθηκε πως ήταν η σάρκα και το αίμα του ήρωα του.
Καλοί ηθοποιοί σαν την Σέλλεϋ Ουΐντερς και τον Πήτερ Σέλλαρς αστοχούν στους δεύτερους ρόλους. Η πρώτη κάνει ένα δεξιοτεχνικό αλλά εξεζητημένο νούμερο της «μέσης αμερικανίδας» και ο δεύτερος σπαταλάει το ταλέντο του χωρίς να μας κάνει να ξεχνάμε πως ήταν εντελώς ακατάλληλος να υποδυθεί ένα έκφυλο συγγραφέα.

Η επόμενη κινηματογραφική μεταφορά θα επιχειρηθεί το 1997 με σκηνοθέτη τον Άντριαν Λιν. Ούτε αυτό το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία. Αν και η πρωταγωνίστρια, η Λολίτα του Λιν, η δεκατριάχρονη Ντομινίκ Σουέιν αποδίδει την παιδικότητα, την ζωηράδα και την ανεμελιά της ηρωίδας του βιβλίου, η σχέση της με τον Χάμπερτ αποδίδεται με έντονο λυρισμό και συναισθηματισμό. Κατά έναν τρόπο, ωραιοποιείται και παίρνει την μορφή ενός ανόθευτου έρωτα. Μεγάλη ώθηση στην ταινία δίνει ο απολαυστικός Τζέρεμυ Άιρονς που για ακόμη μια φορά (όπως στους Διχασμένους και το M. Butterfly του Cronenberg) βαδίζοντας επάνω στη λεπτή γραμμή που διαχωρίζει τη λογική από τη διαστροφή, καταφέρνει να δώσει σάρκα και οστά στα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα του ήρωα.

Σύμφωνα με έρευνες και στατιστικές διαθέσιμες σε όποιον μπει στον κόπο να ψάξει τα περί παιδοφιλίας στην Αμερική – δείχνει να έχει αποτελέσματα σε μεγάλο αριθμό συλληφθέντων για αποπλάνηση ανηλίκου. Όποια κι αν ήταν η μοίρα του, όμως, ένα γεγονός παραμένει: ο άνθρωπος αυτός θα γεννούσε στις καρδιές των περισσότερων συνανθρώπων του αισθήματα φρίκης ή και δολοφονικού μίσους, και θα αντιμετωπιζόταν ως μίασμα.

Κι όμως – κι εδώ κρύβεται το μεγαλείο της τέχνης – χάρη στην αφηγηματική μαστοριά του Ναμπόκοφ (άφταστου ανατόμου της ανθρώπινης ψυχής και της σαγήνης των αισθήσεων και της μνήμης, κατά πολλούς εφάμιλλου του Μαρσέλ Προυστ) διαβάζοντας την εξομολόγηση του Χάμπερτ Χάμπερτ, όσο κι αν φρίττει κανείς με τη διαταραχή του, συγχρόνως τον συμπονά για την καταδίκη του σε μια ζωή γεμάτη στέρηση και δαιμονικό, αφόρητο πόθο. Μέσα στην ίδια σελίδα τον απεχθάνεται και τον λυπάται, νιώθει ότι διαβάζεις την ιστορία ενός τέρατος μα κι ενός ανθρώπου με ασύλληπτα αποθέματα στοργής για το αντικείμενο του πόθου του. Αυτό καθιστά εν γένει το έργο αυτό σταθμό!

Καταλήγουμε, λοιπόν, πως καμιά μέχρι στιγμής κινηματογραφικής μεταφορά της Λολίτας δεν έχει καταφέρει να αποδώσει την μαγική γραφή και την βαθιά ψυχική ταλάντευση των ηρωών του Ναμπόκοφ, παρότι τόσο ο Κιούμπρικ όσο και ο Λιν προσέθεσαν κάποιες διαφορετικές οπτικές και έκαναν πιο προσιτό στο κοινό ένα έργο που πέρασε μια σύγχρονη Ιερά Εξέταση.

Πηγές: https://www.protagon.gr/epikairotita/politismos/lolita-to-tryfero-proswpo-tis-frikis-27370000000

http://www.cinephilia.gr/index.php/tainies/amerika-2/4360-lolita-stanley-kubrick-kostis-skalioras

http://cine.gr/film.asp?id=702744&page=4

Τρία υπαρξιακά θεατρικά περί εγκλεισμού του Ζαν Πωλ Σαρτρ

Προκάλεσε τον μεταπολεμικό κόσμο με τις πολιτικές πεποιθήσεις του και τις επιλογές της προσωπικής του ζωής όσο κανένας άλλος στοχαστής και στιγμάτισε με την παρουσία του μια ολόκληρη γενιά, την πιο επαναστατική του 20ου αιώνα. Είναι ο Ζαν Πωλ Σαρτρ της αντίστασης, της ανατροπής και της ανορθοδοξίας, της παρέκκλισης και των άκρων. Αγαπήθηκε και αμφισβητήθηκε από το πνευματικό κατεστημένο της εποχής του όσο λίγοι. Συνοδεύτηκε στον τάφο με μια αντινομία, που τόσο λάτρεψε στη ζωή: «Αυτός ο γέρος ήταν ο νεαρός μας».

Σε μια εποχή απόλυτης χρεωκοπίας της Λογικής, εποχή εσωτερικής αλλοτρίωσης, ψυχικού χάους και διασποράς του ανθρώπου, πρόσφερε στην ανθρωπότητα τη «θεραπεία» του Υπαρξισμού, που τον θεωρούσε μορφή ανθρωπισμού. Ενα κίνημα σκέψης, που πορεύεται χωρίς θεό και στέκεται απέναντι στις άλλοτε χριστιανικές έννοιες της Κόλασης, του Καθαρτηρίου και του Παράδεισου με νέα προοπτική.

Στο θεατρικό πεδίο ο Σαρτρ -επεκτείνοντας τη διαλεκτική του υπαρξισμού- καταθέτει το άγχος του για την ανυπαρξία της ελευθερίας του ανθρώπου, γι’ αυτό καθόλου τυχαία όλα του σχεδόν τα θεατρικά είναι έργα δωματίου και κλειστοφοβίας και οι τίτλοι αρκετών -«Οι Αιχμάλωτοι της Αλτόνα», «Κεκλεισμένων των Θυρών», «Νεκροί Δίχως Τάφο»- παραπέμπουν στην έννοια της φυλακής και του αδιεξόδου.

Στους έγκλειστους ο Φραντς φον Γκέρλαχ, αξιωματικός των ναζί, καταζητούμενος για βασανισμούς, ζει απομονωμένος στη σοφίτα της πατρικής έπαυλης. Για τον έξω κόσμο θεωρείται νεκρός. Η ετεροθαλής αδελφή του Λένι φροντίζει να τον κρατάει στην κυριολεξία στο σκοτάδι, καλλιεργώντας του την ψευδαίσθηση ότι ο πόλεμος δεν τελείωσε και ότι η Γερμανία είναι κατεστραμμένη.

Όμως, βρισκόμαστε στο 1959, ο πόλεμος έχει τελειώσει πριν από πολλά χρόνια και η Γερμανία βρίσκεται σε πλήρη αναδιοργάνωση. Ο Φραντς μπορεί να ξαναβγεί στον κόσμο χωρίς νομικές συνέπειες και ο πατέρας του θα φροντίσει να μάθει την αλήθεια.

Βγαίνοντας στους δρόμους, ο Φραντς αντικρίζει κατάπληκτος μια Γερμανία ελεύθερη από τους δεσμούς με το παρελθόν. Πού πήγαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και οι χιλιάδες βασανισμένοι; Πού είναι τα ερείπια του πολέμου και οι εκατομμύρια νεκροί; Ευτυχώς, ο πατέρας του τον προσγειώνει στην πραγματικότητα: «Αν δεν είχαμε καταστραφεί τότε, δεν θα ξαναγεννιόμασταν τώρα! Οι ναζί ζήτησαν τις εκτάσεις μου για στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αλλά οι Αμερικανοί ήταν πολύ πιο καλοί μαζί μου. Μου πρότειναν την επέκταση των ναυπηγείων μου!»

Μ’ αυτή την απίστευτα κυνική δήλωση, ο μεγιστάνας Γκέρλαχ υπογραμμίζει δυο πολύ απλές αλήθειες που πολλές φορές έχουμε την τάση να ξεχνάμε. Για τους εκμεταλλευτές αυτού του κόσμου, ο πόλεμος είναι αναγκαίος. Και το χρήμα ευπρόσδεκτο, απ’ όπου κι αν προέρχεται.

«Σ’ έναν χρόνο, τα πλοία μας θα καλύπτουν την απόσταση ανάμεσα στη Γη και το Φεγγάρι, γιε μου», λέει περήφανος ο πατέρας Γκέρλαχ στον Φραντς καθώς τον ξεναγεί στα ναυπηγεία από ψηλά, από έναν γερανό. «Η Γερμανία είναι ζωντανή κι εσύ ο διάδοχός μου. Όλοι θα δουλεύουν για μας!»

Σας θυμίζουν τίποτα αυτά τα γεμάτα αλαζονεία λόγια του πατέρα; Ακούστε τώρα και την απάντηση του γιου, λίγο πριν βουτήξει στο κενό.

«Δικαστήριο της Νύχτας… εγώ, ο Φραντς φον Γκέρλαχ, δηλώνω ότι σήκωσα το βάρος όλου του αιώνα στους ώμους μου, και μόνος μου θα πληρώσω γι’ αυτό – τώρα και για πάντα»!

Ο πόλεμος είναι ο αφανισμός των πολλών για τα συμφέροντα των λίγων. Ακόμα όμως και μέσα σ’ αυτές τις ακραίες συνθήκες, μας λέει το έργο, το θέμα της ευθύνης, ατομικής και συλλογικής, παραμένει. Επιτιθέμενος ή αμυνόμενος, βασανιστής ή βασανιζόμενος, στρατηγός ή απλός στρατιώτης, λιποτάκτης, προδότης ή ήρωας, ο άνθρωπος καλείται πάντα να επιλέξει.

Στο δεύτερο έργο οι τρεις βασικοί χαρακτήρες του έργου (Γκαρσέν, Ινές, Εστέλ) συναντιούνται μετά θάνατον, άγνωστοι μεταξύ τους, εγκλωβισμένοι σε έναν χώρο απροσδιόριστο, κατά τ’ άλλα οικείο, για να αναμετρηθούν με το παρελθόν τους, να ομολογήσουν πως έχουν υπάρξει θύτες και θύματα την ίδια στιγμή, και τελικά να διαπιστώσουν πως θα είναι έρμαια της μεταξύ τους αλληλεπίδρασης εις το διηνεκές.

Με αυτόν το τρόπο ο Σαρτρ επιθυμεί να φέρει στο φως το θέμα των προσωπικών επιλογών και τη χάραξη μιας ηθικής που συμφωνεί με αυτές, όσο ο άνθρωπος ζει και έχει τη δυνατότητα να πλάθει την πραγματικότητά του. Θίγει το θέμα του “καθωσπρεπισμού” και της υποκρισίας, αλλά συγχρόνως και τις επιπτώσεις που προκαλεί η αλήθεια. Ανοίγει επί σκηνής έναν διάλογο αντικρουόμενων θέσεων που οδηγεί τους χαρακτήρες του έργου σε “αδιέξοδο”, προσκαλώντας έτσι τους θεατές να πάρουν θέση σε σχέση με τα “αδιέξοδα” της δικής τους ζωής κάνοντας τις επιλογές τους πράξη στο παρόν.

Αν το Κεκλεισμένων των θυρών είναι, όπως έχει υπογραμμιστεί, «η γέφυρα ανάμεσα στο πιραντελικό θέατρο και το μοντέρνο δράμα» είναι γιατί, τοποθετημένο πέρα από κάθε ίχνος ρεαλισμού, ακυρώνει την παραδοσιακή δράση και την υποκαθιστά με το λόγο και την εσωτερικότητα, αφού η κίνηση του έργου δεν είναι τίποτε άλλο από το πέρασμα των ηρώων από το ασυνείδητο στη συνείδηση. «Δίκη», «συνωμοσία», αλλά και «προσωπική υπόθεση».

Ο Φραντς Κάφκα θεωρούσε πως τα βιβλία που έχουμε ανάγκη είναι αυτά που μας χτυπούν σαν τη μεγαλύτερη κακοτυχία, αυτά που πέφτουν σαν τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας. Ανεβασμένο πρώτη φορά στο θεατρικό σανίδι το 1946, το θεατρικό έργο Νεκροί χωρίς τάφο, από τα πρώτα και πλέον συνταρακτικά του μεγάλου Γάλλου υπαρξιστή Ζαν- Πωλ Σαρτρ έχουν προηγηθεί μόλις το 1943 οι εμβληματικές Μύγες και το 1944 το Κεκλεισμένων των θυρών- ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Χωρίς πατριωτικό λυρισμό, πύρινες ιδεολογικές διακηρύξεις ή την παραμικρή διάθεση διδακτισμού και ηρωοποίησης, οι νεκροί χωρίς τάφο τοποθετούνται στο πλαίσιο της εθνικής αντίστασης- ο ίδιος ο Σαρτρ ανέπτυξε άλλωστε έντονη αντιστασιακή δράση εκείνα τα χρόνια και παρέμεινε πιστός σε ένα όραμα ουμανιστικής αριστεράς μέχρι το τέλος της ζωής του- αναδεικνύοντας μέσα από το ιστορικό πλαίσιο τον Άνθρωπο με όλες του τις διακυμάνσεις. Τα υψηλά ιδανικά, η αλληλεγγύη, η υπερηφάνεια, αλλά και η βαρύνουσα έννοια του χρέους απέναντι στην Πατρίδα, στους συντρόφους και στον αγώνα, προβάλλονται έντονα, αλλά δεν τοποθετούνται σε κάποιο ηθικό βάθρο, κάθε άλλο, παρουσιάζονται δίπλα-δίπλα με το φόβο και τη λιποψυχία, την αγωνία πριν το τέλος και την πλήρη αποκτήνωση, συνθέτοντας ένα συγκινησιακά φορτισμένο μωσαϊκό της ανθρώπινης ψυχής. Ο Σαρτρ δεν αποτίει φόρο τιμής στους πεσόντες της αντίστασης, ούτε εγκωμιάζει τους πληγωμένους νικητές της μάχης ενάντια στο φασισμό, όχι, ο Σάρτρ φέρνει στο μικροσκόπιο τον Άνθρωπο. Το δίλημμα της ζωής και του θανάτου, το ζωτικότερο ακόμη ερώτημα για το τι αξίζει να θυσιάσει κανείς τη ζωή του, η επιλογή μεταξύ του φυσικού ή του ηθικού θανάτου, η αγάπη, η θέρμη της συλλογικότητας -«Δεν είμαστε παρά ένας άνθρωπος»-, αλλά και ο ατομισμός που επιφέρει η απώλεια των συναισθημάτων -«Είμαι μόνη στέγνωσα. Δε σκέφτομαι παρά τον εαυτό μου»-, αποτελούν τις βασικές συλλογιστικές ενός έργου βαθιά ανθρωπιστικού που ταράζει συθέμελα με τις αλληλεπιδράσεις και τις μεταπτώσεις των ηρώων του τον αναγνώστη/ θεατή.

Ύστερα από μια αποτυχημένη επαναστατική απόπειρα κατάληψης ενός γαλλικού χωριού, οι πρωταγωνιστές του έργου, μια ομάδα νεαρών ανταρτών, συλλαμβάνονται από τις κατοχικές δυνάμεις και φυλακίζονται αναμένοντας την εκτέλεσή τους. Οι πρωταγωνιστές, ο Σορμπιέ, ο Κανορίς, ο Ερρίκος, η Λουκία και ο μικρός αδελφός της ο Φραγκίσκος, εγκλωβισμένοι μέσα στο ασφυκτικό κελί τους περιμένουν το τέλος τους, υπομένοντας τις βίαιες ανακρίσεις και τα βασανιστήρια των δεσμωτών τους. Το πραγματικό βασανιστήριο, ωστόσο, είναι αυτό που ορθώνει μπροστά τους η συνείδησή τους: φοβούνται μην καταληφθούν από την στιγμιαία αδυναμία και ομολογήσουν, φοβούνται ακόμη περισσότερο μη νικηθούν ηθικά από τους δεσμοφύλακες τους κηλιδώνοντας τον αγώνα τους. Καθώς τους ανακρίνουν για να μάθουν που βρίσκεται ο αρχηγός τους, ο Ζαν, μια πληροφορία που κανείς τους δε γνωρίζει, αυτός συλλαμβάνεται και ρίχνεται στο κελί μαζί τους. Οι ανακριτές ωστόσο δε γνωρίζουν την ταυτότητα του και διατίθενται να τον αφήσουν ελεύθερο αν επικυρωθούν τα ψεύτικα στοιχεία που τους έχει δώσει για το όνομα και την ιδιότητα του. Το ηθικό δίλημμα αποκτά νέα, πιο απτή υπόσταση για τους πέντε ήρωες μας «Λοιπόν, άκουσε με », λέει ο Ερρίκος στο Ζαν λίγο πριν τον πάρουν, «Αν δεν είχες έρθει θα πεθαίναμε σαν τα ζώα, χωρίς να ξέρουμε το λόγο. Αλλά από τη στιγμή που ήρθες όλα πήραν ένα νόημα. Θα αγωνιστούμε. Όχι μόνο για σένα… για όλους τους φίλους μας.»
Ύστερα από την ατελέσφορη προσπάθεια να εξαναγκάσουν τον Ερρίκο να μιλήσει, οι ανακριτές βασανίζουν τον Σορμπιέ, τον άντρα που φοβάται μη σπάσει μιας και είναι άδικο μια στιγμή να στραπατσάρει μια ολόκληρη ζωή. Καθώς αντιλαμβάνεται ότι είναι έτοιμος να σπάσει για να δώσει τέλος στα μαρτύρια που τον υποβάλλουν, ο νεαρός άντρας τους ξεφεύγει και πέφτει από το παράθυρο, προτιμώντας το φυσικό θάνατο από την ηθική καταβαράθρωση. Λίγο πριν την αυτοκτονία του, ο Σορμπιέ φωνάζει Ε! σεις κει πάνω.. Ερρίκο… Κανορίς… Δε μίλησα. Σαν παίρνουν την Λουκία, ερωμένη του Ζακ και ανομολόγητη αγάπη του Ερρίκου, η ένταση κλιμακώνεται. Η κοπέλα γυρνά παγωμένη, «μου υποσχέθηκες πώς μονάχα αγάπη θα έβλεπα στα μάτια σου», της λέει ο Ζαν, για χάρη του οποίου υφίσταται το βιασμό και τις ταπεινώσεις, «δεν αισθάνομαι τίποτα πια», αποκρίνεται εκείνη, αποφεύγοντας το άγγιγμα του. Ο επόμενος που θα πάρουν είναι ο Φραγκίσκος, ένα αγόρι στα δεκαπέντε που διακηρύσσει «Μου είπατε η αντίσταση έχει ανάγκη από ανθρώπους. Δε μου είπατε ότι έχει ανάγκη από ήρωες. Εγώ, όμως, δεν είμαι ήρωας». Ο αγώνας των τεσσάρων συντρόφων αποτυπώνεται πια στην προσπάθειά τους να πείσουν τον έφηβο να μη μιλήσει, ολόκληρη η ύπαρξη τους κρέμεται πλέον από την έκβαση του παράδοξου παιχνιδιού που έχουν στήσει με τους βασανιστές τους. Ο αγώνας και οι θυσίες των προηγούμενων χρόνων, η καθαρότητα της συνειδήσεως τους απέναντι στον εαυτό τους και τους συντρόφους τους, το νόημα της σύντομης ζωής τους, όλα κρίνονται για τους τέσσερις αγωνιστές από το διακύβευμα αυτού του θανατερού παιχνιδιού. «Φραγκίσκο, αν μιλήσεις θα με έχουν στα αλήθεια βιάσει. Θα λένε τους σπάσαμε. Και θα γελάνε καθώς θα το θυμούνται. Θα λένε, με τη μικρή περάσαμε ωραία. Φραγκίσκο, πρέπει να τους ντροπιάσουμε.» Για τη διάσωση του οράματος του αγώνα αλλά και την κατάκτηση ενός αξιοπρεπούς θανάτου, αποφασίζουν, μαζί και η Λουκία, να πνίξουν το Φραγκίσκο πριν προλάβει να μιλήσει. Σε μια σπαρακτική σκηνή όπου οι ήρωες μας ακροβατούν ανάμεσα στα παρακάλια του εφήβου και το αίσθημα του καθήκοντος, ο Ερρίκος τον σκοτώνει. «Έπρεπε να πεθάνει. Το ξέρατε πως έπρεπε να πεθάνει. Αυτοί τον σκότωσαν, οι κάτω, με τα δικά μας χέρια» λέει η Λουκία αθωώνοντας τον δολοφόνο του αδελφού της. Αφού πάρουν το Ζαν, μένουν πια οι τρεις τους, οι δεσμοφύλακες τους ζητούν να μιλήσουν, εκείνοι αρνούνται πραγματώνοντας τη σπουδαία νίκη τους. Ωστόσο, λίγο πριν το τέλος, ο Κανορίς συλλογιζόμενος πως το χρέος τους δεν είναι να πεθάνουν χωρίς κανένα τίμημα, αλλά να ζήσουν και να συνεχίσουν τον αγώνα, προτείνει να στείλουν τους άντρες σε διαφορετική τοποθεσία από αυτή που θα βρισκόταν ο Ζαν και να κερδίσουν με την ψευδομολογία τους τη ζωή. Οι άλλοι δυο θα αρνηθούν, δεν υπάρχουν πλέον ψυχικά αποθέματα και θάρρος για ζωή, ο Κανορίς όμως θα δώσει τα ψεύτικα στοιχεία, κρίνοντας πως σώζει έτσι τις ζωές όλων τους. Στη τελευταία σκηνή του έργου μιλούν οι δεσμοφύλακες μεταξύ τους, « Θα τους αφήσεις;» «Ασφαλώς». Η αυλαία κλείνει με τρεις πυροβολισμούς, οι δεσμοφύλακες δεν έχουν τηρήσει τη συμφωνία τους και οι τρεις ήρωες μας κείτονται νεκροί.

Ο Υπαρξισμός του Σαρτρ είναι στην ουσία ένας Ανθρωπισμός, γιατί θα μπορούσε να αλλάξει τις τύχες του κόσμου!

Πηγή: https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/243304_oi-egkleistoi-tis-altona

http://www.pelop.gr/?page=article&docid=569468

https://www.kallitexnes.gr/theatre/keklismenon-ton-thiron/

Νεκροί χωρίς τάφο, του Ζαν-Πωλ Σαρτρ

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=317860

Αρμένισμα, το βιβλίο του Κουμανταρέα που δικάστηκε 4 φορές

Ο Μένης Κουμανταρέας, ένας από τους σημαντικότερους έλληνες συγγραφείς.

Ατμοσφαιρικός, ευγενής και ντελικάτος σας πρίγκιπας, στυλίστας μιας ιδιαίτερης εσωτερικής χαμηλότονης γραφής, για πολλούς, ένας σπάνιος αθηναιογράφος της εποχής. Με μιαν Αθήνα που σχεδόν πρωταγωνιστεί σε όλο το έργο του, φωτεινή και σκοτεινή, μαγεμένη και μαγευτική, γονατισμένη ενίοτε αλλά πάντοτε γοητευτική. Περιδιαβαίνοντας άλλοτε τα κουρεία της (Το κουρείο) και την Βικτώρια των παιδικών του χρόνων (Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω) και κάποιες άλλες φορές γήπεδα (Η φανέλα με το εννιά), τρένα (Κυρία Κούλα)”, μπαινοβγαίνοντας μέσα στα λογοτεχνικά είδη (Νώε, Θυμάμαι την Μαρία), στον Χρόνο (Δυο φορές Έλληνας), στη Μουσική (Η συμμορία της άρπας), στην ίδια του τη ζωή (Η γυναίκα που πετάει, Ο θησαυρός του Χρόνου).

Το Αρμένισμά του, μια ευθεία κριτική στον μικροαστισμό, τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος και εξαιτίας του ο τότε 36χρονος συγγραφέας οδηγήθηκε στο δικαστήριο, όπου τελικώς αθωώθηκε, με την κατηγορία ότι το περιεχόμενο της συλλογής ήταν άσεμνο. Τα επίμαχα διηγήματα που προκάλεσαν την αυτεπάγγελτη δίωξη του εισαγγελέα ήταν τα Μέρα του 1638 και Οι γάμοι του Σπόρου και της Ποππαίας. Κρίθηκαν ως άσεμνα διότι περιειχαν σκηνές σε οικο ανοχής, άντρες ντυμένους γυναίκες και αθυρόστομες εκφράσεις. Το Πλημμελειοδικείο Αθηνών του επέβαλε τέσσερις μήνες φυλακή με τριετή αναστολή για παράβαση του νόμου περί ασέμνων δημοσιευμάτων και άσκησε έφεση.Μάρτυρες κατηγορίες ήταν οι Παν.Νέζης συνταξιούχος εκπαιδευτικός, ο Πανεπιστημιακός Κωνσταντίνος Μερεντίτης, ο συνταξιούχος δημοδιδάσκαλος Αναστάσιος Αντωνόπουλος και ο Αντώνιος Κουερίνης αστυνομικός. Υπερασπιστές του ήταν οι Κωνσταντίνος Τσάτσος, Αλέξης Μινωτής, Δημήτρης Μυράτ, Κωστής Μπαστιάς,Αιμίλιος Χουρμούζιος, Βάσος Βαρίκας. Συνήγορος υπεράσπισής του ήταν ο πανεπιστημιακός Γεώργιος Κουμάντος. 

«Μολονότι βραβευμένο το δεύτερο βιβλίο μου, δικάστηκε επί χούντας τέσσερις φορές», μας είχε εξομολογηθεί για την οξύμωρη αντίδραση των συνταγματαρχών, απέναντι στο φαινόμενο Μένης Κουμανταρέας. Εδώ να μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε ότι με τον νόμο περί ασέμνων είχαν μηνυθεί το «Εγώ ειμί κύριος ο θεός σου» του Νίκου Κάσδαγλη (1928 – 2009), καθώς και το «Σώμα» και τα «Καλιαρντά» του Ηλία Πετρόπουλου (1928 – 2003). Το «Αρμένισμα», το οποίο είχε εκδοθεί από τον «Κέδρο» της Νανάς Καλλιανέση, κατόπιν σύστασης του Στρατή Τσίρκα, επανακυκλοφορεί αυτές τις ημέρες από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.

Στο ομότιτλο διήγημα, ο αναγνώστης μεταφέρεται στις παραμονές της Μικρασιατικής Καταστροφής: ένα ελληνικό καράβι κουβαλά ένα φορτίο άρρωστων προσφύγων Αρμένηδων, με προορισμό τον Πειραιά. Η «Μέρα του 1638», ένα Ελληνάκι κι ένα Τουρκάκι συναντώνται στην Κωνσταντινούπολη του 1638, υπό τον σουλτάνο Μουράτ Δ’.

«Και μόνο από αντίδραση απέναντι στην οικογένειά μου δεν υπήρξα ποτέ δεξιός. Πολιτική συνείδηση απέκτησα γύρω στα σαράντα, την περίοδο της δικτατορίας. Τότε ήταν η πρώτη φορά που ανακατεύτηκα με τα κοινά συμμετέχοντας στα «Δεκαοχτώ κείμενα», ενώ η δίκη μου για το «Αρμένισμα» έλαβε αντιστασιακές διαστάσεις. Στο τέλος της χούντας έμαθα πως μου είχαν στερήσει και το διαβατήριο…», είχε περιγράψει την πολιτική του συνειδητοποίηση ο Μένης Κουμανταρέας.

Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία του συγγραφέα, η οποία έχει τη μορφή επιστολής αναγνώστη, στον τόμο «Το χρονικό του “Κέδρου”. 1954 – 2004», που επιμελήθηκε η Νινέττα Μακρυνικόλα. Στο παλαιό βιβλιοπωλείο του «Κέδρου», στον αριθμό 44 της οδού Πανεπιστημίου -με τον Κώστα Βάρναλη καθισμένο σ’ ένα σκαμνί κοντά στη βιτρίνα-, θυμόταν ότι έμπαινε στις μύτες των ποδιών, «μην τυχόν και ταράξω την κατανυκτική ατμόσφαιρα του βιβλιοπωλείου ή μήπως στιγματιστώ κι εγώ από την Ασφάλεια ότι συμμετέχω σε “παράνομες τρομοκρατικές ενέργειες εναντίον του καθεστώτος”».

Μετά τη χιονοστιβάδα -όπως τη χαρακτηρίζει- των «Δεκαοχτώ Κειμένων», των «Νέων Κειμένων» και του περιοδικού «Συνέχεια», «έκανε το καζάνι που έβραζε να ξεχειλίσει. Ανακρίσεις, συλλήψεις -ανάμεσα στις οποίες και της εκδότριας-, αλλά τα αντίτυπα έφευγαν σαν το ψωμί. Ημασταν όλοι ξεσηκωμένοι, κι εγώ, μαζί με κάποιο φόβο, αισθανόμουν υπερήφανος, που έστω και ως πελάτης ένιωθα μέλος του πληρώματός σας. Οδυνηρές, μα αξέχαστες μέρες».

Το «Αρμένισμα» προέρχεται από τις εποχές που ακόμη οι συγγραφείς έγραφαν ιστορία!

Πηγές: http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=185313

Φίλιππος Φιλίππου, «Η αθώωση του Μένη Κουμανταρέα από το Εφετείο Αθηνών για το Αρμένισμα», Νέα Εστία, τομ.177, τχ.1867 (Δεκέμβριος 2015), σελ. 1095-1097

O τραγικός Ορέστης του Ευριπίδη

Ο «Ορέστης» του Ευριπίδη θεωρείται ότι είναι το τελευταίο έργο του ποιητή που παραστάθηκε στην Αθήνα πριν απ’την αναχώρησή του, στα 408 π.Χ., για τη Μακεδονία. Το έργο αυτό έχει ιδιοτυπία, είναι ένα έργο σκληρό: τρεις άνθρωποι προσπαθούν να σώσουν τη ζωή τους και ο αγώνας τους στρέφεται εναντίον ενός κόσμου που δε διακρίνεται για υψηλό φρόνημα και που είναι άπονος.

Ο Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης έγινε ο νεωτεριστής της τραγωδίας. Μεταχειρίστηκε τα θρησκευτικά και ηθικά θέματα των παλαιών μύθων με πρωτοτυπία, χωρίς να διστάσει να τους παραλλάξει, προκειμένου να πετύχει το δραματουργικό ή ιδεολογικό του στόχο. Εισήγαγε καινοτομίες στη σκηνική παρουσίαση των έργων του. Όπως ήταν επόμενο, η ιδιορρυθμία του αντιμετώπισε τη συντηρητικότητα και τις προκαταλήψεις των συγχρόνων του προκαλώντας άλλοτε τη χλεύη και άλλοτε την απόρριψη. Αυτό γίνεται αντιληπτό από το γεγονός ότι παρά τη μεγάλη συγγραφική του παραγωγή κέρδισε πρώτο βραβείο σε θεατρικούς αγώνες μόνο πέντε φορές για το σύνολο της δραματουργικής του δραστηριότητας.
Προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια και ήταν αρκετά εύπορος. Πράγμα δε σπάνιο για την εποχή εκείνη, διέθετε μια εξαιρετικά πολύτιμη και πλούσια βιβλιοθήκη. Εμφανίστηκε ως δραματουργός σε μια εποχή σκληρού ανταγωνισμού στο χώρο αυτό. Ο Αισχύλος είχε μόλις πεθάνει ύστερα από μια αδιάλειπτη και επιτυχημένη σχέση με το κοινό για 45 χρόνια. Ο Σοφοκλής είχε κιόλας δεκαετή παρουσία στο θέατρο και θα συνέχιζε να γράφει για τα επόμενα 50 χρόνια. Υπήρχε επιπλέον πληθώρα άλλων δραματουργών που τώρα είναι λησμονημένοι, επειδή δεν διασώθηκαν ακέραια έργα τους, αλλά τότε γνώριζαν μεγάλη αποδοχή, κερδίζοντας πολλά βραβεία δραματικών αγώνων. Ήταν δύσκολο λοιπόν για ένα νέο ποιητή να καθιερωθεί ανάμεσα σε τόσους και τόσο καλά δοκιμασμένους ανταγωνιστές. Ο Ευριπίδης δεν περιορίστηκε εν τούτοις να κερδίσει απλώς μια θέση ανάμεσα στους άλλους δραματουργούς ακολουθώντας την πεπατημένη μέθοδο της δραματικής τέχνης. Προτίμησε διαφορετικούς τρόπους και ιδέες. Είναι ο δραματουργός με τη μεγαλύτερη επιρροή στο θέατρο του καιρού του, αλλά και στη μεταγενέστερη ευρωπαϊκή θεατρική παραγωγή.
Σε ηλικία 73 ετών εγκαταλείπει την Αθήνα και τους θορυβώδεις αντιπάλους του για την αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας. Εκεί, ως τιμώμενο πρόσωπο, μακριά από τις μικρότητες, τις κακίες, τις πικρόχολες κριτικές, τις πολιτικές αναταραχές, τις οχλαγωγίες και τα επερχόμενα δεινά που απειλούσαν την Αθήνα, γράφει ελεύθερα, με βάθος, με διανοητική ζέση και απαστράπτοντα λόγο. Ποτέ πριν δεν είχε αγγίξει αυτό το υψηλότατο επίπεδο γραφής στα έργα του. Πέθανε το 406 π.Χ. Όλη η Αθήνα μετανιωμένη για τη στάση της απέναντί του, εκδηλώνει τώρα τον κρυμμένο θαυμασμό και την αγάπη της γι’ αυτόν. Όπως και τον Σοφοκλή, τον θρήνησε όλη η πόλη. Λίγο μετά το θάνατό του ανέβηκαν τέσσερα από τα έργα που είχε γράψει κατά τη διαμονή του στη Μακεδονία και τιμήθηκαν με το πρώτο βραβείο, παρά το γεγονός ότι λίγους μήνες πριν ο Αριστοφάνης επιχείρησε στην κωμωδία του «Βάτραχοι» με μια σκληρή σάτιρα εναντίον του να μειώσει τη μεγάλη του αξία και να ειρωνευτεί τον τρόπο γραφής του.
Ο Ευριπίδης αναλύει την ανθρώπινη φύση, τα ένστικτά της, τα πάθη της, τα κίνητρά της με ρεαλισμό. Αμφιβάλλει, ανησυχεί, αμφισβητεί, αναρωτιέται για τα πάντα, χωρίς να εξαίρει το αλάνθαστο των θεών και παλαιών ηθικών αρχών. Από τα 90 έργα που έγραψε έχουν σωθεί οι τίτλοι των 81, και από αυτά υπάρχουν ακέραια μόνο τα 19, ένα σατυρικό δράμα, ο Κύκλωψ και 18 άλλα έργα: Άλκηστις, Ανδρομάχη, Βάκχαι, Εκάβη, Ελένη, Ηλέκτρα, Ηρακλείδαι, Ηρακλής Μαινόμενος, Ικέτιδες, Ιππόλυτος, Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Ιφιγένεια η εν Ταύροις, Ίων, Μήδεια, Ορέστης, Ρήσος, Τρωάδες, Φοίνισσαι.

Το έργο

Ο «Ορέστης» είναι το όψιμο έργο του, με το οποίο ο ποιητής αποχαιρετά τους συμπολίτες του, αφήνοντας πίσω του τον απόηχο των ιδεών και της δραματουργικής του τέχνης. Διδάχτηκε το 408 π.Χ. και αποτελείται από 1.693 στίχους. Τα πρόσωπα είναι η Ηλέκτρα, η Ελένη, ο Ορέστης, ο Μενέλαος, ο Τυνδάρεως, ο Πυλάδης, ο Άγγελος, η Ερμιόνη, ο Φρύγας και ο Απόλλωνας. Ο Χορός αποτελείται από γυναίκες του Άργους. Τόπος το Παλάτι Ατρειδών στο Άργος.
Οι υπεράνθρωποι και αψεγάδιαστοι ήρωες δεν έχουν θέση εδώ. Όλα γίνονται πιο ανθρώπινα και οικεία. Από τον κόσμο των θεών και των ηρώων μεταφερόμαστε στον κόσμο των ανθρώπων με τις αδυναμίες και τις ενοχές τους.
Στο τέλος του 5ου αιώνα ο αγώνας για τα ιδανικά έχει μετατραπεί σε αγώνα για την επιβίωση. Σημαντικότερη έγνοια η διατήρηση στη ζωή μέσα σ’ έναν κόσμο ανασφάλειας και παρακμής.
Τονίζονται οι ανθρώπινοι κι ευγενικοί δεσμοί της αδελφικής αγάπης και της πιστής φιλίας. Οι τρεις γίνονται ένας και αυτός ακριβώς ο δεσμός προκαλεί τη συμπάθεια του κοινού γι’ αυτούς. Και οι τρεις όμως διαφέρουν ως ήθος από τους αντίστοιχους ήρωες προγενέστερων δραμάτων. Σε αυτά η συμπεριφορά τους ήταν ηρωική, με την έννοια ότι χωρίς ή με λίγες αμφιβολίες μένουν πιστοί στους θεϊκούς χρησμούς αδιαφορώντας για την ίδια τη ζωή τους. Αντίθετα στον Ορέστη, από ένα σημείο και πέρα, το βασικό μέλημα των πρωταγωνιστών είναι η επιβίωση με κάθε τρόπο, ακόμα και με τον εκβιασμό! Το ήθος τους είναι βέβαια ανθρώπινο, αλλά οπωσδήποτε αντιηρωικό. Έτσι η τραγωδία δεν θα μπορούσε να τελειώσει με την εξ ανάγκης ειρήνευση ανάμεσα στον Μενέλαο και τον Ορέστη, γιατί τότε το περιεχόμενό της δεν θα είχε τραγικό τέλος. Ο Απόλλωνας έρχεται ως από μηχανής θεός να δώσει τη λύση στο δράμα και να επαναφέρει (με τις αναμφισβήτητες θεϊκές εντολές) την τάξη, την ευρυθμία και την ισορροπία στον αποδιοργανωμένο κόσμο των θνητών.

Πιο αναλυτικά, απ’την άποψη της σκηνογραφίας, όλο το έργο παίζεται μπροστά σ’ένα παλάτι, δεν έχουμε δηλαδή μεταβολή του σκηνικού χώρου.

Στην εισαγωγή του έργου η Ηλέκτρα, ξεκινώντας με μία γνωμολογία (στ. 1-3), αναπτύσσει τη γενεαλογία της, για να την εστιάσει τελικά στο θέμα της μητροκτονίας, για την οποία αποδέχεται τη συνενοχή της, και στις συνέπειες που αυτή είχε στο αδελφό της, Ορέστη, ιδιαίτερα. Τα δύο αδέλφια αντιμετωπίζουν θανατική καταδίκη για το έγκλημα της μητροκτονίας και μόνη ελπίδα τους διαφυγής απ’τον κίνδυνο είναι ο, πριν από λίγο φτασμένος στο Άργος, Μενέλαος, ύστερα απ’την μακρόχρονη περιπλάνησή του.

Στον «πρόλογο» του έργου εντάσσεται μία συνομιλία ανάμεσα στην Ηλέκτρα και στην Ελένη. Σ’αυτήν απροκάλυπτα η πρώτη προπηλακίζει τη δεύτερη που, διστάζοντας να κινηθεί η ίδια, επιζητεί τρόπο να στείλει τις νεκρικές προσφορές στον τάφο της αδελφής της. Στο τέλος της συνομιλίας αυτής η Ηλέκτρα σχολιάζει την ενέργεια της Ελένης χαρακτηρίζοντάς την σαν αδάπανη τυπική εθιμική λειτουργία. Ο Ορέστης μένει τυπικά άφωνος σ’όλα στον πρόλογο, αλλ’η κατάστασή του περιγράφεται έντονα: κοιμισμένος καθώς είναι, δε μετέχει στο διάλογο των δύο γυναικών, αλλ’αποτελεί κέντρο κοινού ενδιαφέροντος των συνομιλητριών, κυρίως βέβαια της αδελφής του που, ευαίσθητη απέναντί του, είναι σκληρή απέναντι στην Ελένη.

Στην «πάροδο» του έργου ο χορός είναι διαλεγόμενο πρόσωπο και με τα ερωτήματά του προεκτείνει όσα διαδραματίστηκαν στον «πρόλογο». Δείχνει ευαισθησία στις παρακλήσεις της Ηλέκτρας που στοργικά νοιάζεται να μην ταράξει τίποτε στη ληθαργική κατάσταση του αδελφού της. Επιτιμά ευγενικά τις γυναίκες του χορού, που θα μπορούσαν με λόγια και κινήσεις να ταράξουν τον ύπνο του Ορέστη, και στο τέλος, κάνοντας πρώτα μια γενική αναφορά στα οικογενειακά της δεινά, θρηνολογεί για τη δική της τύχη, που θα τελειώσει τη ζωή της ανύπαντρη και άτεκνη.

Στο πρώτο «επεισόδιο» ο Ορέστης, από σωριασμένο σ’ένα κρεβάτι κορμί γίνεται πρόσωπο. Το ξύπνημά του απ’το λήθαργο είναι εντυπωσιακό: ευλογεί τον ανακουφιστικό της αρρώστιας του ύπνο και προσπαθεί να σταθεί όρθιος. Με τις παλινδρομήσεις του, ανάμεσα στη διάθεση να ορθοποδήσει και στην αστάθειά του, που τον ξανασπρώχνει στο κρεβάτι του, φανερώνει τη δύσκολη κατάστασή του. Μόλις που κατορθώνει να σχολιάσει κάπως το νέο που του ανακοινώνει η αδελφή του, δηλαδή την άφιξη του Μενέλαου. Σε λίγο περνά σε φάση κρίσης, που την επισημαίνει στην έναρξή της η Ηλέκτρα (στ. 253-254), και δίνεται στη συνέχεια (στ. 255-279), με παραστατικό τρόπο απ’το διάλογο. Η λήξη της κρίσης μας δίνει τη δυνατότητα να διαπιστώσουμε το ήθος του Ορέστη: είναι ο άνθρωπος που έκανε ένα έγκλημα, με ηθικό αυτουργό τον Απόλλωνα, είναι φονιάς, που έκανε ανώφελο φονικό, και, απ’την άλλη, είναι ένας αδελφός, που βλέπει το δράμα της αδελφής του και όσο μπορεί επιχειρεί να την ανακουφίσει, βλέποντας στο πρόσωπό της το μοναδικό στήριγμα που έχει στις δύσκολες ώρες που περνά. Εξάλλου, με το τέλος του «επεισοδίου» προβάλλεται και το ήθος της Ηλέκτρας: η ζωή της είναι συνδεδεμένη με τη ζωή του αδελφού της και, αν εγκαταλείπει προσωρινά τον Ορέστη, δεν το κάνει χωρίς επιφυλάξεις, έτσι εξυπηρετείται άλλωστε και η οικονομία του έργου.

Στο πρώτο «στάσιμο» ο χορός δείχνει ανυπόκριτη συμπάθεια για τον Ορέστη. Δεν κάνει άμεσο λόγο για τη μητροκτονία του, που οπωσδήποτε επισημαίνεται με την επίκληση των Ερινυών, και συντάσσεται με την άποψη που διατύπωσαν στην «πάροδο» (στ. 191-193) η Ηλέκτρα και στο πρώτο «επεισόδιο» (στ. 276) ο Ορέστης, ότι για ό,τι έγινε υπεύθυνος είναι ο Απόλλωνας. Η συμπάθεια του χορού εκφράζεται έντονα και με συνεπικουρία ποιητικής μεταφοράς. Στο πλαίσιο του χορικού είναι αξιοπρόσεχτη η ενσωμάτωση του θυμόσοφου στίχου 339: «ο μέγας όλβος ου μόνιμος εν βροτοίς».

Στο δεύτερο «επεισόδιο» παρελαύνουν στη σκηνή πολλά πρόσωπα: Ορέστης, Μενέλαος, Τυνδάρεος, Πυλάδης -ως πρόσωπο λειτουργεί εδώ και ο χορός. Σταθερή είναι η παρουσία του πρώτου και του τελευταίου, ενώ τα τρία άλλα πρόσωπα εναλλάσσονται έτσι, ώστε να είναι δυνατή η εξυπηρέτηση των ρόλων απ’τους διαθέσιμους τρεις υποκριτές της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Ο Μενέλαος εμφανίζεται με ανάμικτα συναισθήματα: τη χαρά της επιστροφής ύστερα απ’το δεκάχρονο τρωικό πόλεμο και την πολύχρονη περιπλάνηση του νόστου με τα απανωτά μηνύματα για το ρήμαγμα της οικογένειας του αδελφού του. Βρίσκεται μπροστά σ’ένα ξέπνοο Ορέστη που ωστόσο ανοίγει μαζί του διάλογο για να απαντήσει στα ερωτήματα του Μενέλαου. Η στιχομυθία των δύο αντρών επικεντρώνεται στην επικείμενη απόφαση της λαοσύναξης των Αργείων που θα οδηγήσει τον Ορέστη και την Ηλέκτρα σε δημόσιο λιθοβολισμό για το έγκλημα της μητροκτονίας. Κι ενώ ο διάλογος βρίσκεται σε οριακό σημείο, για να δείξει το ήθος του Μενέλαου, ο ποιητής του δίνει αναβολή, καθώς δε χρειάζεται να απαντήσει με την εμφάνιση του Τυνδάρεου που φοβίζει τον Ορέστη και επικεντρώνει το σκηνικό ενδιαφέρον στη δική του παρουσία.

Ο Τυνδάρεος ξεκινά με φιλοφροσύνη προς το Μενέλαο και με αποτροπιασμό στο αντίκρισμα του Ορέστη. Ο διάλογος Τυνδάρεου-Μενέλαου (στ. 481-490) δίνει την ευκαιρία στον τελευταίο να δείξει το ήθος του και, αντιμετωπίζοντας τους προπηλακισμούς του πρώτου, να διατυπώσει αξιοπρόσεχτες απόψεις. Αλλ’από εκεί και πέρα ο ποιητής αφήνει άφωνο το Μενέλαο που δεν απαντά ούτε σε ερωτήσεις ούτε σε απειλές του Τυνδάρεου.

Η συνέχεια αποτελεί ένα είδος «αγώνα λόγων» ανάμεσα στον Τυνδάρεο και τον Ορέστη. Ο Τυνδάρεος στηρίζει την επιχειρηματολογία του στη βάση ότι η με φόνο εκδίκηση για φόνο είναι αδιέξοδη διαδικασία και θεωρεί ορθότερη παλιότερη τακτική που τιμωρούσε με εξορία φονικά εγκλήματα. Αποδοκιμάζει απερίφραστα το έγκλημα της Κλυταιμνήστρας (το ίδιο κάνει και για τη συμπεριφορά της Ελένης, κακίζοντας παράλληλα το Μενέλαο για την εκστρατεία που έκανε για χάρη της στην Τροία) αλλά και ψέγει δριμύτατα τον Ορέστη που κώφευσε στις ικεσίες της μητέρας του και κλείνει την πρωτολογία του με απερίφραστη απειλή για το Μενέλαο. Ο Ορέστης στηρίζει την επιχειρηματολογία του στη βάση ότι για ένα γιο μεγαλύτερη είναι η σημασία του πατέρα παρά της μητέρας και ότι με την πράξη του θέσπισε κανόνα δικαίου, που δεν αφήνει περιθώρια αποφυγής της τιμωρίας με την ικεσία ύστερα από μία αξιόποινη πράξη. Τονίζει ότι αιτία του εγκλήματός του ήταν η μητέρα του που εγκλημάτησε. Κατηγορώντας την για μοιχεία την αντιπαραβάλλει με την πιστή Πηνελόπη και, τελικά, προβάλλει την ηθική αυτουργία του Απόλλωνα για το δικό του έγκλημα ανάγοντας έτσι σε μεταφυσικό επίπεδο τη δική του πράξη. Η δευτερολογία του Τυνδάρεου δεν είναι συνέχεια της αρχικής επιχειρηματολογίας του -φεύγει εκτοξεύοντας απειλές για τον Ορέστη και για το Μενέλαο.

Ακολουθεί ένας δεύτερος «αγώνας λόγων», τώρα ανάμεσα στον Ορέστη και στο Μενέλαο. Ο Ορέστης στηρίζει την επιχειρηματολογία του στη βάση της υποχρέωσης του Μενέλαου να ανταποδώσει όσα έκανε για χάρη του ο Αγαμέμνονας. Ο Μενέλαος στηρίζει την επιχειρηματολογία του σε βάση ρεαλιστική αφού, από έλλειψη επαρκών δυνάμεων, δεν μπορεί να επιβάλλει για χάρη του Ορέστη τη θέλησή του στους Αργείους, πρέπει να χρησιμοποιήσει την πειθώ των λόγων. Ο Μενέλαος φεύγει με την αβέβαιη αποτελεσματικότητα της παρέμβασής του στη λαοσύναξη των Αργείων. Είμαστε και πάλι σε οριακό σημείο: ο Ορέστης βρίσκεται σε απόγνωση. Τότε ο ποιητής εμφανίζει τον Πυλάδη και, με το διάλογο Πυλάδη-Ορέστη (στ. 729-806), κλείνει το δεύτερο «επεισόδιο». Στο διάλογο αυτό προβάλλεται το ήθος του Πυλάδη, αλλά και του Ορέστη. Η τελική απόφασή τους, στο ζωηρό διάλογό τους, που αρχίζει με «στιχομυθία» (στ. 734-798) και συνεχίζεται με «αντιλαβές» (στ. 774-798), είναι να παρουσιαστούν στη λαοσύναξη των Αργείων και ό,τι βγει.

Σ’όλο το «επεισόδιο» ο χορός κάνει διακριτικές παρεμβολές (στ. 456-458, 542-543, 605-606 και 680-681) για να εισαγάγει τον Τυνδάρεο, για να σχολιάσει τις δυσάρεστες περιπτώσεις τεκνογονίας, για να τονίσει τον αρνητικό ρόλο των γυναικών στη ζωή των αντρών, για να επικουρήσει στο αίτημα του Ορέστη προς το Μενέλαο.

Στο δεύτερο «στάσιμο» ο χορός αναφέρεται στο αιματηρό παρελθόν των Πελοπιδών που κάνει να χάνεται η δόξα των απογόνων τους Ατρειδών. Χρωματίζει έντονα τη μητροκτονία, μεταφέροντας σε ευθύ λόγο τα υποτιθέμενα λόγια της Κλυταιμνήστρας, λίγο πριν απ’το φόνο της, μιλά για τις συνέπειές της για το μητροκτόνο και απορεί πως μπόρεσε ο Ορέστης να κωφεύσει στις ικεσίες της μητέρας του, κάπως σα να προοικονομεί την καταδίκη του.

Στο τρίτο «επεισόδιο» η εξερχόμενη απ’το παλάτι Ηλέκτρα εκπλήσσεται αρχικά βλέποντας να απουσιάζει ο Ορέστης, μαθαίνει απ’το χορό το λόγο της απουσίας του και στη συνέχεια ακούει και εκείνη και οι θεατές απ’τον άγγελο την αγγελική ρήση των στ. 866-952 που μεταφέρει στη σκηνή όσα διαδραματίστηκαν στη λαοσύναξη των Αργείων. Η αγγελική ρήση, τυπικό στοιχείο στην αρχαία ελληνική τραγωδία, είναι ενδιαφέρουσα: ο αφηγητής δίνει ζωντανά τα διαδραματισθέντα, έχει ύφος λαϊκού ανθρώπου που χρησιμοποιεί συχνά τον ευθύ λόγο και προβάλλει με το λόγο του τους ομιλητές στη λαοσύναξη, τον κήρυκα Ταλθύβιο, «που είναι πάντοτε με το μέρος των δυνατών» και είπε λόγια διπλοσήμαντα και σε τελευταία ανάλυση σε βάρος του Ορέστη, το βασιλιά Διομήδη, που έχει να κάνει μια πρόταση επιεική, αλλά δεν έχει τη δύναμη να την επιβάλλει, έναν ανώνυμο «αθυρόγλωσσον», που ήταν «Αργείος ουκ Αργείος», που για τον αφηγητή είναι επικίνδυνος άνθρωπος, και προτείνει θανάτωση των αδελφών με λιθοβολισμό, έναν ανώνυμο ξωμάχο, που ο αφηγητής τον εγκωμιάζει με τρόπο ιδιαίτερα εντυπωσιακό και που αντί τιμωρίας προτείνει επιβράβευση του Ορέστη για την παραδειγματική μητροκτονία που διέπραξε, και τον Ορέστη, σε μία απολογία πειστική αλλά που δεν έπεισε. Ο άγγελος κλείνει την αφήγησή του με μία λεπτομέρεια που εντάσσεται στο πλαίσιο της γνωστής διατύπωσης «δυοίν κακοίν προκείμενοιν το μη χείρον βέλτιστον», δηλαδή ότι ανάμεσα σε δύο κακά καλύτερο είναι το λιγότερο κακό: αντί λιθοβολισμού οι κατάδικοι μπορούν να επιλέξουν τον τρόπο της αυτοκτονίας τους.

Τα προεκτεθέντα οδηγούν την Ηλέκτρα σε θρήνο (στ. 960-1012) που είναι γεμάτος από αναφορές στην κακοτυχία του γένους της. Ο θρηνητικός μονόλογός της συνεχίζεται όταν σε λίγο βλέπει τον αδελφό της. Ο Ορέστης καταβάλλει προσπάθειες να αντιμετωπίσει με ψυχραιμία την κοινή τύχη τους, να ενδυναμώσει την Ηλέκτρα -και το πετυχαίνει στο στ. 1041- και τότε αφήνεται στη διάθεση της αδελφής του για έναν τελευταίο εναγκαλισμό. Κι ύστερα ζητά απ’το φίλο του Πυλάδη να του δείξει μεταθανάτια έγνοια. Εκεί δημιουργείτε μια εμπλοκή: ο Πυλάδης επιμένει να συμμεριστεί την τύχη του φίλου του με πειστική επιχειρηματολογία. Όμως για την οικονομία του έργου ο Πυλάδης δεν περιορίζεται σε μία επίδειξη φιλικών αισθημάτων που φτάνουν ως την εκούσια διαγραφή της ζωής του. Προτείνει να εκδικηθούν πρώτα τον αδιάφορο για την τύχη τους Μενέλαο με το φόνο της Ελένης. Ο Ορέστης με ευχαρίστηση αποδέχεται την πρόταση, αν και έχει επιφυλάξεις και ερωτήματα σχετικά με το σχεδιαζόμενο εγχείρημα. Ο Πυλάδης αίρει τις επιφυλάξεις του φίλου του, απαντά στα ερωτήματά του και, έχοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων, προβλέπει δραστηριότητες ακόμη και στην περίπτωση αποτυχίας του εγχειρήματός τους. Ο χορός, εκπροσωπώντας την κοινή γνώμη, επιδοκιμάζει το σχεδιαζόμενο φόνο της Ελένης και ο Ορέστης εξαίρει με επιγραμματικό τρόπο «ουκ εστίν ουδέν κροίσσον ή φίλος σαφής, ου πλούτος ου τυραννίς» (στ. 1155-1156) την αξία της φιλίας.

Ενώ ο Ορέστης προοικονομεί την εξέλιξη του έργου (στ. 1172-1174), η Ηλέκτρα σοφίζεται συμπληρωματικό μέτρο που μπορεί να εξασφαλίσει τη σωτηρία τους: προτείνει τη σύλληψη της Ερμιόνης, καθώς θα γυρίζει απ’τον τάφο της Κλυταιμνήστρας. Ο Ορέστης εγκωμιάζει την αδελφή του, που έχει «φρένας άρσενας», και τονίζει στον Πυλάδη τι θα χάσει ή τι θα κερδίσει με την Ηλέκτρα πεθαμένη ή ζωντανή. Καταστρώνεται το τελικό σχέδιο ενεργειών και οι τρεις νέοι επικαλούνται την αρωγή του νεκρού Αγαμέμνονα και των θεϊκών δυνάμεων για πραγματοποίηση των στόχων τους. Η επίκληση αυτή γίνεται έτσι μία «μεταφυσική» κάλυψη για σχεδιαζόμενα «φυσικά» εγκλήματα.

Στο τρίτο «στάσιμο» η Ηλέκτρα, σε διάλογο με το χορό (με την κορυφαία ή με τις παραστάτριες των δύο ημιχορίων) εξασφαλίζει τη συνεργασία του στην πραγματοποίηση του σχεδίου. Έτσι ο χορός, απ’το αρχικό στάδιο της επιδοκιμασίας για ότι σχεδιάζεται, θα παίξει τώρα το ρόλο του συνεργού.

Στο τέταρτο «επεισόδιο» η εξέλιξη του έργου ξεκινά με έντονη αδημονία από την πλευρά της Ηλέκτρας, ενώ μέσα στο παλάτι ακούγονται δύο φορές οι σπαραχτικές κραυγές της Ελένης, ώστε η σιωπή της στη συνέχεια να εκληφθεί ως αποτέλεσμα θανάτωσής της. Το ακόλουθο παραστατικό με την παγίδευση της Ερμιόνης οδηγεί σε μία δεύτερη απατηλή εντύπωση: ότι η κόρη του Μενέλαου θα αποτελέσει στα χέρια του Ορέστη ένα ισχυρό διαπραγματευτικό μέσο στην προσδοκώμενη συνάντησή του με το Μενέλαο.

Ενώ η Ερμιόνη βγάζει φωνή τρόμου, ενώ ο Ορέστης της μιλά απερίφραστα για τον κίνδυνο που διατρέχει, ενώ η Ηλέκτρα καθοδηγεί, ο ποιητής παρεμβάλλει το πρώτο τμήμα του τέταρτου «στάσιμου» στο οποίο ο χορός, αδιαφορώντας για την Ερμιόνη, εκφράζει τις εκδικητικές διαθέσεις του για την Ελένη.

Στο τέλος του πρώτου τμήματος του τέταρτου «στάσιμου» ο Ευριπίδης επινοεί την έξοδο απ’το παλάτι ενός ανώνυμου Φρύγα, δούλου της Ελένης, για να παίξει το ρόλο αγγέλου. Η αγγελική ρήση του ανώνυμου Φρύγα είναι απ’τις πιο παράξενες του συνηθισμένου αυτού στοιχείου στην αρχαία τραγωδία: η αφήγηση έχει τη μορφή τραγουδιού, είναι παραφορτωμένη και περιέχει τραυλίσματα «βαρβαρικά». Οπωσδήποτε, παρά τις παρατηρήσεις αυτές, η αφήγηση του ανώνυμου Φρύγα είναι ενταγμένη στο ρόλο των αγγελικών ρήσεων που μεταφέρουν στους θεατές νοερά σε γεγονότα που συνέβησαν σε χώρο έξω απ’τον άμεσα σκηνικό χώρο. Ο Ευριπίδης βάζει στο στόμα του στοιχεία που θα κολάκευαν Έλληνες θεατές: πολλοί Τρωαδίτες ακόλουθοι της Ελένης, τόσοι άνθρωποι του παλατιού δεν μπορούν να τα βάλουν με τους δύο νέους -ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η περιεχόμενη στους στ. 1483-1485 παραδοχή της κατωτερότητας των Τρωαδιτών έναντι των Ελλήνων.

Στο διάλογο που ακολουθεί ανάμεσα στον Ορέστη και στον ανώνυμο Φρύγα, ο ποιητής σκιτσάρει, σε αναλογία με την προηγηθείσα εικόνα, το δουλικό ήθος του Φρύγα που ελίσσεται ανάμεσα σε κολακείες και σε αυτοπροστατευτικές κινήσεις διατηρώντας παράλληλα και κάποια αίσθηση χιούμορ.

Και ενώ ο Φρύγας φεύγει χαρούμενος απ’την ανέλπιστη σωτηρία του και ο Ορέστης δείχνει έτοιμος να αντιμετρηθεί με το Μενέλαο, που έρχεται σε λίγο, ο ποιητής παρεμβάλλει το δεύτερο τμήμα του τέταρτου «στάσιμου», με το οποίο δηλώνεται η αμηχανία του χορού.

Στην «έξοδο» του έργου έχουμε την προσδοκώμενη συνάντηση του Μενέλαου με τον Ορέστη και μία συζήτησή τους σε διαφορετικό επίπεδο: ο Ορέστης ανεβασμένος στη στέγη και απειλητικός για την κόρη του Μενέλαου, ο Μενέλαος ανήσυχος για την τύχη των δύο αγαπημένων του προσώπων και κλιμακωτά έτοιμος να αντικρίσει, όπως πιστεύει, το φόνο και των δύο. Η προσδοκία του Ορέστη να εκβιάσει το Μενέλαο ματαιώνεται και ο θεατής είναι έτοιμος να αποδεχτεί το τράβηγμα της κατάστασης ως τα έσχατα όριά της: ο Ορέστης και οι συνεργοί του θα βάλουν φωτιά στο παλάτι. Όμως ο Ευριπίδης δεν προτιμά μια τέτοια αφανιστική λύση του δράματος. Επιστρατεύει τον «από μηχανής θεό» και ο Απόλλωνας, προστάτης του Ορέστη, θα δώσει λύσεις αποδεκτές απ’τους ως πριν από λίγο αντίδικους: η Ελένη με μία αποθέωσή της έχει ήδη ξεφύγει κάθε κίνδυνο (λύνεται έτσι το αίνιγμα της εξαφάνισής της), ο Μενέλαος θα πάρει άλλη γυναίκα, αφού η Ελένη χρησιμοποιήθηκε απ’τους θεούς ως όργανο για τη λύση του προβλήματος του υπερπληθυσμού της γης (στ. 1641-1642), ο Ορέστης θα εξαγοράσει το έγκλημα της μητροκτονίας με εξορία ενός χρόνου και στη συνέχεια θα αθωωθεί στον Άρειο Πάγο της Αθήνας, για να πάρει στη συνέχεια γυναίκα του το παραλίγο θύμα του, την Ερμιόνη, και την εξουσία στο Άργος, ο Πυλάδης θα ενώσει την τύχη του με την Ηλέκτρα, όλα καταλήγουν σε αίσιο τέλος, σ’ένα πολλαπλό happy end. Οι αντίδικες πλευρές αποδέχονται τις θεϊκές ρυθμίσεις και η ένταση χαλαρώνει. Ο χορός θα κλείσει το έργο με ευσεβείς λόγους.

Η συνολική θεώρηση του έργου μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στην όψιμη περίοδο της δημιουργίας του ο Ευριπίδης κάνει μία προσπάθεια να ζωντανέψει τη δράση με καινούργια μέσα. Έχει επιτυχία, αν δώσουμε βάση στην παρατήρηση που διαβάζουμε στην «υπόθεση» του έργου ότι είναι «το δράμα των επί σκηνής ευδοκιμούντων»». Είναι ένα έργο σκληρό, αν και τελειώνει με εξημέρωση των παθών που κυριαρχούν στην εξέλιξή του. Οι χαρακτήρες του, με λίγες εξαιρέσεις, είναι αλύγιστοι -στην «υπόθεση» του έργου τονίζεται ότι είναι «χείριστον δε τοις ήθεσι, πλην γαρ Πυλάδου πάντες φαύλοι ήσαν».


Ο «Ορέστης» του Ευριπίδη παραστάθηκε το 408 π.Χ. και είναι ένα από τα έργα της τελευταίας φάσης της δημιουργίας του ποιητή. Από τους αρχαίους «γραμματικούς» μας σώζεται μια διπλή παραλλαγή της «υπόθεσης» του έργου που μεταφρασμένη έχει ως εξής:

Υπόθεση

«Ο Ορέστης παίρνοντας εκδίκηση για το φόνο του πατέρα του σκότωσε τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα επειδή τόλμησε να γίνει μητροκτόνος, τιμωρήθηκε αμέσως με το να τρελαθεί. Όταν ο Τυνδάρεος, ο πατέρας της σκοτωμένης, τον κατηγόρησε, οι Αργείοι είχαν την πρόθεση να ψηφίσουν από κοινού για το τι έπρεπε να πάθει αυτός που ασέβησε. Κατά συντυχία, όταν ο Μενέλαος γύρισε στον τόπο του από την περιπλάνησή του, έστειλε μέσα στην πόλη τη νύχτα την Ελένη και ο ίδιος μπήκε σε αυτή με το ξημέρωμα. Ενώ ο Ορέστης τον παρακαλούσε να τον βοηθήσει, αυτός πιο πολύ φοβήθηκε τον Τυνδάρεο που είχε αντιρρήσεις. Αφού διατυπώθηκαν απόψεις μπροστά στο λαό, η πλειοψηφία οδηγήθηκε στην απόφαση για θανάτωση του Ορέστη. (Αυτός γλύτωσε την καταδίκη) με την υπόσχεση ότι θα φύγει από τη ζωή. Όντας μαζί τους ο Πυλάδης, ο φίλος του, συμβούλεψε πρώτα να εκδικηθούν το Μενέλαο σκοτώνοντας την Ελένη. Αυτοί λοιπόν πήγαν για το σκοπό αυτό, αλλά διαψεύστηκαν στην ελπίδα τους, επειδή οι θεοί άρπαξαν την Ελένη. Ωστόσο η Ηλέκτρα έδωσε στα χέρια τους την Ερμιόνη που εμφανίστηκε και αυτοί είχαν την πρόθεση να τη σκοτώσουν. Παρουσιάστηκε τότε ο Μενέλαος και βλέποντας ότι του στερούσαν παράλληλα γυναίκα και παιδί, άρχισε να πολιορκεί το παλάτι. Εκείνοι πρόφτασαν και απείλησαν ότι θα βάλουν φωτιά. Παρουσιάστηκε όμως ο Απόλλωνας, είπε ότι μεταφέρει την Ελένη στους θεούς και πρόσταξε τον Ορέστη να πάρει την Ερμιόνη και στον Πυλάδη να ζήσει με την Ηλέκτρα και εξαγνισμένος από το φόνο να έχει την εξουσία στο Άργος».

«Ο Ορέστης μετά το φόνο της μητέρας του κυνηγημένος από τις Ερινύες και καταδικασμένος σε θάνατο από τους Αργείους, ενώ σκόπευε να σκοτώσει την Ελένη και την Ερμιόνη, επειδή ο Μενέλαος ήταν εκεί και δεν τον βοήθησε, εμποδίστηκε από τον Απόλλωνα. Το μυθικό αυτό θέμα δεν το διαπραγματεύτηκε κανείς.

Η σκηνή του δράματος είναι στο Άργος. Ο χορός αποτελείται από Αργείτισσες, συνομήλικες της Ηλέκτρας, που όταν μαθαίνουν, βρίσκονται εκεί για την τύχη του Ορέστη. Τον πρόλογο τον κάνει η Ηλέκτρα.

Το δράμα έχει κάπως κωμικό τέλος. Η δομή του δράματος είναι τέτοια: Μπροστά στο παλάτι του Αγαμέμνονα βρίσκεται ο Ορέστης άρρωστος και από την τρέλα του ξαπλωμένος σε μικρή κλίνη. Δίπλα στα πόδια του είναι καθισμένη η Ηλέκτρα. Και προκαλεί απορία, γιατί τάχα δεν είναι καθισμένη δίπλα στο κεφάλι του, διότι έτσι πιο πολύ θα έδειχνε ότι φροντίζει τον αδελφό της, αν καθόταν πιο κοντά. Φαίνεται λοιπόν ότι αυτή τη δομή έδωσε ο ποιητής εξαιτίας του χορού. Διότι θα σηκωνόταν ο Ορέστης, που είχε κοιμηθεί με δυσκολία πριν από λίγο, αν οι γυναίκες του χορού ήταν πιο κοντά του. Μπορεί να το εικάσει κάποιος από όσα λέει η Ηλέκτρα «σώπα, σώπα, μην κάνεις θόρυβο με τα πόδια σου». Λοιπόν είναι πιθανό αυτό είναι η αιτία για μία τέτοια ρύθμιση.

Το δράμα είναι από εκείνα που έχουν σκηνική επιτυχία, αλλά οι χαρακτήρες του είναι πολύ κακοί, διότι όλοι εκτός από τον Πυλάδη ήταν κακοί». Τα του δράματος πρόσωπα είναι η Ηλέκτρα, η Ελένη, ο χορός, ο Ορέστης, ο Μενέλαος, ο Τυνδάρεος, ο Πυλάδης, ο άγγελος, η Ερμιόνη και ο Απόλλωνας.

Πηγές:

«Ευριπίδης Ορέστης»,Θεόδωρος Μαυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος

www.catisart.gr

Η σκακιστική νουβέλα: το κύκνειο άσμα του Στέφαν Τσβάιχ

Έργο μεταιχμιακό, με πολλές φιλοσοφικές και αλληγορικές προεκτάσεις, η «Σκακιστική νουβέλα*» του μεγάλου αυστροεβραίου συγγραφέα Στέφαν Τσβάιχ είναι δικαίως μια από πλέον διαβασμένες και σχολιασμένες νουβέλες του εικοστού αιώνα.

Ήταν η τελευταία πράξη ενός πολυσύνθετου έργου –ποίηση, μεταφράσεις, λιμπρέτα, δοκίμια, πεζογραφία–, το οποίο σημαδεύτηκε από την αναγκαστική εξορία του συγγραφέα στην Αγγλία, στις ΗΠΑ και τέλος στη Βραζιλία, υπό το βάρος της επέλασης της ναζιστικής κτηνωδίας στη χώρα του και στην Ευρώπη γενικότερα. Εκεί, σε ένα μπάγκαλοουζ στην Πετρόπολη, στα εξήντα ένα του χρόνια, ο Τσβάιχ και η δεύτερη γυναίκα του, η Λότε Άλτμαν, έδωσαν τέλος στη ζωή τους, δίνοντας έτσι στη «Σκακιστική νουβέλα» το χαρακτήρα πνευματικής διαθήκης. Στο σημείωμά του προς τις βραζιλιάνικες αρχές, το ύφος του οποίου μαρτυρά πνευματική διαύγεια και ψυχική νηφαλιότητα, εξηγεί ως εξής την απόφαση που πήρε από κοινού με τη γυναίκα του: «[…] Ο κόσμος της γλώσσας μου σκοτείνιασε για μένα, και η Ευρώπη, ο χώρος των πνευματικών δεσμών μου, έχει κι αυτή αφανιστεί. […] Οι δυνάμεις μου έχουν εξαντληθεί από τα ατελείωτα χρόνια της ξενιτιάς μακριά από τα μέρη που με σημάδεψαν.»

H “σκακιστική νουβέλα” μας μεταφέρει σε ένα πλοίο που ταξιδεύει από τη Νέα Υόρκη στο Ρίο και το Μπουένος Άιρες, όπου η μοίρα θα φέρει σε επαφή, μέσω ενός αθώου στοιχήματος αρχικά, δύο αντίθετης τεχνικής σκακιστές, τον δρ.Μπ και τον παγκόσμιο πρωταθλητή σκακιού Μίρκο Τσέντοβιτς, για να μας δείξει πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να παίξουν εάν δεν έχουν σκακιέρα μπροστά τους, και άλλοι οι οποίοι στήνουν ολόκληρες παρτίδες στο μυαλό τους με το ρίσκο να διασχίσουν το κατώφλι της σχιζοφρένειας.

Ο Τσβάιχ χρησιμοποιεί το σκάκι ως αλληγορικό στοιχείο για να καθρεφτίσει έναν κόσμο, τόσο τον δικό του, τον εσωτερικό όσο και αυτόν που ξεθωριάζει γύρω του. Η ζωή μοιάζει με σκακιέρα και εκείνος μοιάζει με πιόνι χαμένο στην μετάφραση, βυθισμένο στην απουσία και την ανυπαρξία. Ο κ. Μπ όπως και ο ίδιος ο Τσβάιχ είναι η προσωποποίηση ενός αέναου δράματος που τέλος δεν έχει αλλά βρίσκει. Στην νουβέλα δράττεται της ευκαιρίας να αφηγηθεί την τρέλα ενός ανθρώπου που βίωσε την απόλυτη παράνοια όντας έγκλειστος σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου δίχως την παραμικρή δυνατότητα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Σε ένα βιβλίο σκακιού βρίσκει ένα στήριγμα, μια παρέα, μία προσωρινή λύτρωση που σιγά σιγά μετατρέπεται σε εφιάλτη, θα αντέξει; Επιστρατεύοντας κάθε ικμάδα δύναμης που έχει μέσα του αντιστέκεται και εξαντλεί κάθε πιθανότητα επιβίωσης ενώ μάχεται να ξεφύγει από τον παραλογισμό, την σύνθλιψη, τον εξευτελισμό αλλά και από μια μιζέρια και μια οικουμενική φυλακή που ετοιμάζεται να απλώσει τα δίχτυα της μέσω ενός καθεστώτος που είναι αβυσσαλέο και αδυσώπητο, ανελέητο και παράφρον. Και όμως οι παρτίδες σκάκι που είναι ο μονόδρομος απασχόλησης του μυαλού καταντούν πλέον η απειλή του αφού εφευρίσκει εσωτερικούς εχθρούς, παίζει για λογαριασμό δύο, σκέφτεται για δύο, ταυτόχρονα είναι το άσπρο και το μαύρο στρατόπεδο σαν τον ηθοποιό που καλείται να υποδυθεί δύο ρόλους με διαφορά δευτερολέπτων.

Τελικά από ποιο είδος αιχμαλωσίας κινδυνεύει πλέον; Και ομολογεί: «Η φοβερή κατάσταση στην οποία βρισκόμουν με ανάγκασε να κάνω τουλάχιστον αυτήν την προσπάθεια, να διχάσω το εγώ μου σε μαύρο και λευκό, προκειμένου να μη με συνθλίψει η φρικτή ανυπαρξία γύρω μου». Αλλά παράλληλα παραδέχεται: «Είχα καταληφθεί από μια μανία, στην οποία δεν μπορούσα να αντισταθώ». «Ήταν αδύνατο να φανταστώ τη ζωή ενός ανθρώπου με ζωηρό πνεύμα ο οποίος περιορίζει τον κόσμο του σε έναν στενό μονόδρομο ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο, αναζητεί τους θριάμβους του σε τριάντα δύο πιόνια και στο συνεχές τους πέρα δώθε, στο πίσω μπρος […]». Πράγματι η αποστολή του είναι δύσκολη, είναι ένας αγώνας άνισος και όταν βρίσκεται στο πλοίο της γραμμής αντιμέτωπος με τα φαντάσματα του παρελθόντος τότε όλα παίρνουν άλλη τροπή. Γιατί θα αναρωτηθεί και εύλογα είναι πάλι μία επικίνδυνη επιστροφή σε έναν εθισμό από τον οποίο πίστευε πως έχει απαλλαχθεί;

Ο Τσβάιχ παίζει επικίνδυνα με την ίδια του την ψυχολογία και δεν το κάνει για πρώτη φορά. Καταπιάνεται με την ασταθή ψυχοσύνθεσή του, τον ευαίσθητο όσο και εύθραυστο χαρακτήρα του, το πολιτιστικό και πολιτισμικό σοκ μέσα από το οποίο προσπαθεί συνεχώς να συνέλθει αλλά αδυνατεί. Δέσμιος της απογοήτευσης και της απελπισίας να βρει το δικό του καταφύγιο περιπλανιέται από χώρα σε χώρα ξένος να αναζητά τον τόπο εξορίας του δίχως αυτό να επουλώνει τις ανοιχτές πληγές. Είναι θαυμαστό όμως πως βρίσκει το θάρρος, το σθένος, την τόλμη και την γενναιότητα να μιλήσει για τον ίδιο, να θέσει τον ίδιο στο κέντρο της προσοχής μας και να παραδώσει ένα τέτοιο αριστουργηματικό τελικό σύγγραμμα και ύστερα ξεμένοντας από δυνάμεις να θέσει τέλος σε όλο αυτό το μαρτύριο με την ησυχία και την βεβαιότητα πως έπραξε ότι ήταν λογοτεχνικώς και ανθρωπίνως δυνατό.

Αν και μόλις 120 σελίδες, η «Σκακιστική νουβέλα» αποτελεί ένα συναρπαστικό και πολυεπίπεδο ανάγνωσμα, που επιδεικνύει την ώριμη συγγραφική μαεστρία του Τσβάιχ. Με μία παιγνιώδη όσο και ουσιαστική αφήγηση, συνδυάζει την πολιτική αλληγορία με το ψυχογράφημα των χαρακτήρων. Τα θέματα του μονομανιακού πάθους και των μυστηρίων της ανθρώπινης φύσης ξεδιπλώνονται παράλληλα με μία σοφά εξελισσόμενη ψυχολογική προσέγγιση. Έτσι, σε μια διήγηση που κόβει την ανάσα, γίνεται αναφορά στις μεθόδους βασανιστηρίων του εθνικοσοσιαλισμού, ενώ έχουμε επίσης μια σύγκριση ανάμεσα σε δύο ανθρώπινους τύπους, ο ένας κλειστός και με αυτάρκεια στο παιχνίδι του, και ο άλλος που έζησε μια τρομερή δοκιμασία, στην οποία οφείλει την πνευματική του ιδιαιτερότητα αλλά και εξαιτίας της οποίας παραμένει υπερβολικά εύθραυστος.

Όπως καταλάβατε, η σκακιστική νουβέλα είναι πολλά περισσότερα από μια παρτίδα σκάκι. Μέσα στις λίγες σελίδες της που ο αναγνώστης της απορροφά με μανία πετυχαίνει να αναδείξει τις βαρβαρότητες του εθνικοσοσιαλισμού, την ευθραυστότητα του ανθρώπινου νου, τη μαγεία και τη μανία ενός παιχνιδιού. Εκτός από τα πιόνια του σκακιού που εμφανίζονται στην σκακιέρα, εμφανίζονται μπροστά μας σκέψεις περί εγκλεισμού, περί αντοχής, περί προσδοκιών. Το τέλος αφήνεται με μαεστρία στην φαντασία του αναγνώστη που καλείται να λύσει τον δικό του σκακιστικό γρίφο! Αν δεν το έχετε διαβάσει ακόμα, τώρα είναι η ευκαιρία να το πράξετε!

Πηγές:

https://www.culturenow.gr/skakistiki-noyvela-stefan-tsvaix-kritiki-vivlioy/

https://www.bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/skakistiki-vouvella

https://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1386_2585

Όταν η ζωγραφική συναντά την ποίηση στο έργο του Γιάννη Ψυχοπαίδη

Στη «Συνάντηση» (εκδόσεις Ίκαρος, 2007) ο ζωγράφος είναι ξεκάθαρος ως προς αυτή του την επιλογή του, να συμβιώνει με τους ποιητές αλλά και να προσπαθεί να εικονογραφήσει εκείνες τις λέξεις που φτερούγισαν μέσα του, του προκάλεσαν συναισθήματα, τον καθόρισαν και συνεχίζουν ακόμα να μένουν επιδραστικά στο είναι του μα και στο άπειρο της δημιουργίας του. «Η ροή της ποίησης και αυτή της ζωγραφικής είναι δυο ανυπότακτα ποτάμια που τρέχουν παράλληλα… Όταν η ζωγραφική συνομιλεί με την ποίηση, δεν υποτάσσεται σ’ αυτήν. Διατρέχει μαζί μ’ αυτήν σε διαφορετικές διαδρομές έναν κοινό εκφραστικό τόπο με κοινούς στόχους, έχοντας το βλέμμα στραμμένο η μια στην άλλη».

Η βαθύτερη σχέση του Γιάννη Ψυχοπαίδη με την ποίηση είναι μακρά, συστηματική, συνεχής και δοκιμασμένη μέσα στα χρόνια, και αποτελεί ένα βασικό τμήμα στο ευρύτερο πλαίσιο του δημιουργικού του έργου.

Η συλλογή του περιλαμβάνει έργα διαφορετικών τεχνικών, όπως χαρακτικά, ακουαρέλες και ελαιογραφίες, καθώς και μία σειρά με πορτρέτα των ποιητών.

Μια εικαστική συνομιλία με την Οδύσσεια του Ομήρου, τον Παρμενίδη, τον Ηρώνδα, τον Κάλβο, τον Μπάυρον, τον Παλαμά, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη, τον Λόρκα, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Ρίτσο, τον Εμπειρίκο, τον Σαχτούρη, την Δημουλά, μέχρι και τον Κοντό, τον Φωστιέρη, τον Βλαβιανό, τον Κυπαρίσση, τον Μεταξά, τον Σιώτη.

«Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έχει ξεκινήσει και συνεχίζεται μέχρι σήμερα αυτός ο ζωντανός εικαστικός/ποιητικός διάλογος, ο οποίος φέρνει κοντά δυο αυτόνομες εκφραστικές γλώσσες που η καθεμιά ζητά να χαθεί μέσα στην άλλη, αλλά μαζί διαφυλάττει και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά καθεμιάς.

Η ζωγραφική αντλεί εδώ τους χυμούς της δικής της έμπνευσης από τους ρυθμούς, τις εντάσεις και τις σιωπές, το ξεχωριστό αίσθημα και την ψυχική ατμόσφαιρα του ποιητικού λόγου. Αναζητώντας τη βαθύτερη επικοινωνία με τον στίχο κάθε ποιητή, ο Γιάννης Ψυχοπαίδης αφήνεται μέσα στο δικό του ποιητικό κλίμα, στη δική του εικόνα και βίωμα του κόσμου, ώστε ισότιμα η εικόνα του λόγου και ο λόγος της εικόνας να γεννήσουν μια νέα αλήθεια.

Έτσι αλλάζει κάθε φορά το ζωγραφικό λεξιλόγιο και σε κάθε νέα προσέγγιση της ζωγραφικής με την ποίηση χαράσσεται ένας νέος εικαστικός δρόμος, μια νέα μορφολογική εκδοχή, μια νέα συνάντηση των αισθημάτων και των ψυχικών κραδασμών, τόσο διαφορετικών αλλά και τόσο συγγενών στον πυρήνα των μορφών της έκφρασης, όπως είναι το σχέδιο, το χρώμα και ο λόγος.»

«Στη συγκεκριμένη σειρά έργων παρουσιάζεται η συνεχής σχέση του Ψυχοπαίδη με μια σειρά ποιητών που χαράσσουν τον δρόμο του στον κόσμο. Τα έργα του περνούν, από τα χειρόγραφα σε στίχους που δεν εικονογραφεί, αλλά αφήνει να διαγράφονται μέσα στα έργα του ως υπόνοιες, προτάσεις, πλάγιες απόψεις ή στιγμές που σε υποβάλουν χωρίς αποχρώντα λόγο, σχόλιο ή επεξήγηση. Αν δεν ξέραμε λόγω του τίτλου της έκθεσης και έργων, το θέμα, θα βλέπαμε τα έργα να ξεδιπλώνονται μπροστά μας μέσα από τις διαφορετικές χειρονομίες και μεταμορφώσεις της εικόνας και του χρώματος που πρώτα από όλα δημιουργούν την αίσθηση μιας απόστασης ή μιας απουσίας».

Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Από το 1963 μέχρι το 1968 σπούδασε χαρακτική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και στη συνέχεια ζωγραφική, με υποτροφία του γερμανικού κράτους, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου (1970-1976).

Υπήρξε μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας «Α» τη δεκαετία του 1960 και μέλος της εικαστικής ομάδας του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης· ιδρυτικό μέλος της ομάδας «Νέοι Έλληνες Ρεαλιστές» (1971-1973)· ιδρυτικό μέλος του Κέντρου Εικαστικών Τεχνών (Αθήνα 1974-1976)· μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας «10/9» του Μονάχου (1975)· προσκεκλημένος του Καλλιτεχνικού Προγράμματος του Δυτικού Βερολίνου DAAD (1977).

Από το 1977 μέχρι και το 1986 έζησε και εργάστηκε στο Βερολίνο. Από το 1986 μέχρι το 1992 έζησε και εργάστηκε στις Βρυξέλλες. Το 1994 εκλέχθηκε καθηγητής στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, όπου δίδαξε έως το 2012. Το 2013 εκλέχθηκε ομότιμος καθηγητής.

Από το 1966 μέχρι σήμερα έχει κάνει πολλές ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Επίσης, έχει λάβει μέρος σε πολλές σημαντικές ομαδικές εκθέσεις σε γκαλερί, πινακοθήκες και μουσεία στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, όπως Γαλλία, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Ισπανία, Ιρλανδία, Αλβανία, Ιαπωνία, Βέλγιο, Αλγερία, Κύπρο, Σουηδία, Ισραήλ, Ιράν, Τουρκία, Αγγλία, Καναδά, Ρουμανία, Αίγυπτο, Πολωνία, Ολλανδία, Ιταλία, Αμερική και Κίνα.

Πηγές: https://www.snfcc.org/ekdiloseis/giannis-psyhopaidis-poiitika-i-zografiki-synantaei-tin-poiisi/5513

https://www.athensvoice.gr/culture/arts/591530_mia-ora-me-ton-gianni-psyhopaidi

Όταν ο χορός συναντά τον κινηματογράφο…

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Χορού αποφασίσαμε στο σημερινό μας κινηματογραφικό αφιέρωμα να φιλοξενήσουμε 10 “χορευτικές” που έκαναν να αγαπήσουμε το μπαλέτο, να λαχταρήσουμε ένα τανγκό και να κουνηθούμε στους ρυθμούς του rock and roll και της σάλσα. Ταινίες που απλώνονται από μια λυρική σκηνή, μέχρι ένα κακόφημο κουβανέζικο μπαρ, από μια δεξίωση μέχρι ένα εφηβικό πάρτυ και μας αποδεικνύουν πως πολλές φορές σινεμά, μουσική και χορός βαδίζουν μαζί σε τέλεια αρμονία! Στη λίστα μας θα βρείτε όσες ξεχωρίσαμε. Ορίστε οι προτάσεις μας:

1. Billy Elliot- Γεννημένος Χορευτής (2000)

Το «Billy Elliot, γεννημένος χορευτής» εισάγει εύστοχα στον κινηματογράφο το επιτυχημένο νέο θεατρικό σκηνοθέτη Στίβεν Ντάλντρι. Kερδίζει την πειστικότητα και την ολοκλήρωσή του, κυριολεκτικά πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Θα μπορούσε να έχει διαλυθεί ή να βυθιστεί στην καραμέλα της συναισθηματικής εκμετάλλευσης. Σενάριο, σκηνοθεσία και ερμηνεία κρατούν τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στο μελό και στην ουσία, στον πραγματικό του πλαισίου ζωής και στο παραμύθι, στον βαθύτερο προορισμό του ταλέντου και στα πολλαπλά εμπόδια. Τέλος ανάμεσα στο ρεαλιστικό κοινωνικό φιλμ και στο χορευτικό. Οπως ειπώθηκε, ο Kεν Λόουτς συναντά το «Φλάσντανς» ή «Στον πυρετό της δόξας».
Σε ανθρακωρυχείο του Ντάραμ, το 1984, ενώ εξελίσσεται η μακρά απεργία που κατέληξε στη νίκη της σκληροτράχηλης Θάτσερ, ο ενδεκάχρονος Μπίλι, ζει με τον χήρο πατέρα του, τον μεγάλο αδελφό του, και τη «φευγάτη» γιαγιά του. Ενώ μαθητεύει σε τάξη πυγμαχίας, ο Μπίλι ανακαλύπτει την τάξη κλασικού μπαλέτου και την ακατανίκητη κλίση του για τον χορό, παρότι μοιάζει σαν τη μύγα μέσ’ το γάλα με τα κορίτσια. Η δασκάλα του διδάσκει τζάμπα, όμως η σύγκρουση με τον πατέρα και τον αδελφό είναι αναπόφευκτη. Η αστυνομία «τσακίζει» τους απεργούς, αλλά ο πατέρας βλέπει τον γιο του να χορεύει αυτοσχέδια και πείθεται να τον στηρίξει, με όλες τις φτωχές του δυνάμεις για να περάσει τις εισαγωγικές εξετάσεις στη φημισμένη Βασιλική Σχολή Μπαλέτου. Γίνεται μεγάλος χορευτής.
Η ταινία συγγενεύει, αλλά διαφέρει από το «Αντρες με τα όλα τους» ή το «Βιρτουόζοι», δεν είναι ηθογραφία, που έχει έκβαση θετική, ελπιδοφόρα. Ο Ντάλντρι φέρνει σε ευθεία αντίθεση τους δύο κόσμους, (ανθρακωρυχείο-χορός) με ολόκληρη την παρεπόμενη ψυχολογία και κοινωνική-ταξική νοοτροπία, αλλά και τη φιλμική απεικόνισή τους. Το χωριό είναι γνήσιο με τα σπιτάκια από τούβλα, κολλημένα στη σειρά, θαρρείς αναλλοίωτα από την εποχή της «Kοιλάδας της κατάρας» του Τζον Φορντ, εξήντα χρόνια πίσω. Ο πατέρας είναι ο αδρός Γκάρι Λούις («Το όνομά μου είναι Τζο», το Λόουτς). Οι άντρες πιστεύουν ότι οι χορευτές είναι όλοι «αδελφές» και αυτό το μισούν. Η σύγκριση (και σύγκρουση) με την αστή δασκάλα (Τζούλι Γουόλτερς) και το άριστο-σνομπ περιβάλλον της Βασιλικής Σχολής υπογραμμίζεται. Το ξύλο στις διαδηλώσεις και στην οικογένεια είναι ρεαλιστικό, με τον θυμό-εκνευρισμό των στριμωγμένων απεργών ιδιαίτερα προφανή.
Ο χορός δεν προβάλλεται εξιδανικευμένα, σαν όνειρο «πτήσης», με υπόκρουση τη «Ζιζέλ». Kαι ο μικρός Μπίλι (Τζέιμι Μπελ) δεν είναι κανένα υπερευαίσθητο αγόρι. Εκφράζεται δυναμικά με τον χορό, είναι επιθετικός και ενεργητικός. Χορεύει ατίθασα, σε τραγούδια των Τ-Rex, The Clash, The Jam. Οταν «κοντράρεται» ξεσπάει μέσα στην αυλή, κλωτσώντας τους τούβλινους τοίχους και χύνεται στους δρόμους, σε άγρια χορογραφία ως την εξάντλησή του. Kαι όταν μέσα στο γυμναστήριο, όπου μπήκε κρυφά μόνος του, διαπιστώνει ότι τον παρακολουθεί ο πατέρας του, χορεύει άγρια και πειθαρχημένα μαζί και ανατρέπει την πεποίθηση του γονιού.
Το φιλμ εμπλουτίζεται και στερεώνεται από αυτήν την εγγραφή της χορογραφίας και του ρυθμού στον καθημερινό χώρο ζωής. Ακόμη και η μεγάλη εφόρμηση των σιδερόφραχτων αστυνομικών οργανώνεται ρυθμικά με τη μουσική και το μοντάζ, συμβάλλει στην ψυχή του παραμυθιού, χωρίς να γίνεται άστοχη κωμωδία. Προς το φινάλε, βέβαια, το φιλμ κλίνει στην ευκολία. Παραλείπει ολόκληρη τη δεκαπενταετή σύγκρουση, που μεταμορφώνει το παιδί του ανθρακωρύχου σε αστέρι χορευτή της «Λίμνης των κύκνων». Το ρεαλιστικό παραμύθι έχει τα όριά του.

2. Μαύρος Κύκνος (2010)

To Black Swan κατατάσσσεται άμεσα στην κατηγορία εκείνη των ταινιών που πρέπει να τις δεις για να την πιστέψεις. Ο Daren Aronovsky έχοντας ήδη δώσει τα διαπιστευτήρια του στα Π, Fountain, Wrestler, Requiem for a dream έρχεται να μας δείξει την σκηνοθετική του ωρίμανση με τον Μαύρο Κύκνο. Χρησιμοποιώντας ένα υπέροχο σενάριο για άλλη μια φορά καταφέρνει να μας σύρει στον βούρκο των χαρακτήρων του μην αφήνοντας μας να πάρουμε τα μάτια από την οθόνη. Αυτό που κάνει την ταινία τόσο ξεχωριστή είναι η άκρως διεισδυτική ματιά στα άδυτα της ψυχοσύνθεσης της Νάταλι Πόρτμαν, κάτι το οποίο έχει καταφέρει σε όλες τις προηγούμενες του ταινίες ο σκηνοθέτης αλλά εδώ συγκεκριμένα κάνει επίδειξη ικανοτήτων αφήνοντας τον θεατή έρμαιο του. Θυμάστε τα πλάνα που ακολουθούσαν τον Μίκι Ρούρκ σε κάθε του κίνηση στον Παλαιστή; Εδώ ετοιμαστείτε για μία άκρως αριστοτεχνική βουτιά στην ψυχοσύνθεση της βασικής πρωταγωνίστριας. Μαθαίνουμε τα πιο βασικά, ότι χρειάζεται δηλαδή για να παρακολουθήσουμε το υπόλοιπο της ταινίας το οποίο είναι δομημένο με τέτοιο τρόπο και σε τόσο λίγο χρόνο που σε κάνει να αναρωτιέσαι πως από το ζενίθ φτάνει κανείς μέσα σε λίγη ώρα στο ναδίρ. Όσον αφορά τις ερμηνείες τόσο οι πρώτοι όσο και οι δεύτεροι ρόλοι είναι τόσο προσεκτικά μοιρασμένοι, ενώ όσοι δεν έχουν πειστεί για το υποκριτικό ταλέντο των Natalie Portman, Vincent Cassell και Mila Kunis θα σηκώσουν τα χέρια ψηλά. Χρόνια είχαμε να δούμε τέτοιες ερμηνείες και δη από ηθοποιούς που ούτε πρωτοεμφανιζόμενοι είναι και πάνω κάτω έχουν ήδη δείξει τα διαπιστευτήρια τους. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει τόσο για τον ρόλο της Kunis όσο και της Hersey που υποδύεται την μητέρα της Πόρτμαν και πραγματικά βγάζει τα καπέλο σε όσους την θεωρούσαν ξεγραμμένη. Πρέπει απλά να παρατηρήσετε τα τελευταία 15 λεπτά της ταινίας και διαψεύστε με αν αυτή η σκηνή μπορεί να συγκριθεί με οτιδήποτε πέρασε μπροστά από τα μάτια μας τα τελευταία χρόνια μπροστά από την κινηματογραφική οθόνη. Συνοπτικά μία ταινία που δεν πρέπει να χάσετε για κανέναν απολύτως λόγο, διότι απλά απλούστατα μιλάμε για ένα instant classic και μία ταινία που ξεφεύγει με χαρακτηριστική άνεση από τον τόνο που βγάζουν οι κινηματογραφο-βιομηχανίες κάθε χρόνο.

3. Dirty Dancing 1&2 (1987 & 2004)

Γυρίζουμε τον χρόνο πίσω στο 1987 για να αναλύσουμε μια χορευτική ταινία. Το Dirty Dancing μας μεταφέρει στην δεκαετία του ’60, πριν τους Beatles και την δολοφονία του αμερικανού προέδρου Kennedy. Σε μια κλειστή κοινωνία διαδραματίζεται μια ολόκληρη «μαγεία». Η Baby είναι μια νεαρή κοπέλα που πηγαίνει διακοπές με την οικογένεια της στο Catskill Mountains της Νέας Υόρκης. Σε μια περιοχή όπου κυριαρχεί η εκμάθηση χορού αλλά και οι καθωσπρεπισμοί. Όλα θα αλλάξουν όταν θα γνωρίσει εκεί τον δημοφιλή και καρδιοκατακτητή χορευτή Johnny Castle. Ακριβώς πριν την φθινοπωρινή σεζόν και το μεγάλο βήμα της ένταξης της στο πανεπιστήμιο, η Baby θα μάθει την πραγματική έννοια της ζωής. Μια ιστορία που συνδυάζει μοναδικά τα κοινωνικά πρότυπα με τις υπέροχες χορευτικές φιγούρες των latin και ballroom χορών. Μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα που προσπαθεί να ανταπεξέλθει στους κανόνες της επιβίωσης με κάθε κόστος. Άλλοτε με δάκρυα και πείσμα, και άλλοτε με υποχώρηση και συναισθηματισμούς. Ο Johnny και η Baby αποδεικνύουν την χημεία του πρωταγωνιστικού ζευγαριού με ταπεινές χορευτικές προπονήσεις. Μα πάνω από όλα με την επιθυμία της καρδιάς να αντισταθεί και κάθε όριο. Τελικά μια υπέροχη καταξιωμένη δημιουργία που χαρακτηρίζεται από διασκέδαση και συναίσθημα.

Το πρώτο Dritz Dancing (1987) δεν ήταν κάποιο αριστούργημα, παρά τη μεγάλη του επιτυχία, αλλά ήταν σίγουρα πολύ πιο προσεγμένο από το δεύτερο. Από την άλλη, όμως, γίνεται μια φιλότιμη προσπάθεια εκμετάλλευσης του κουβανέζικου κλίματος, το οποίο εμπνέει πολύ για χορό και μάλιστα «βρώμικο». Ιδίως, μια Κούβας εντός ενός επαναστατικού φόντου. Ως χορός, λοιπόν, όλα καλά, αλλά ως αισθηματικό δράμα ελάχιστα ξεφεύγει από τις παρόμοιες νεανικές παραγωγές, ευρείας κατανάλωσης. Η γοητευτική αντίθεση ανάμεσα στην Κούβα και τις ΗΠΑ, το αθώο και το σαγηνευτικό τελικά είναι πιο δυσδιάκριτη από ότι μοιάζει στην αρχή. Στο φιλμ βρίσκομαι τον μεξικανό Ντιέγκο Λούνα, του «Θέλω και τη Μαμά σου» και τη Ρομόλα Γκαράι, που είχαμε ήδη θαυμάσει στο «Αιχμάλωτη Καρδιά». Και οι δυο τους δεν είχαν καμία προηγούμενη εμπειρία με τον χορό και πέρασαν δέκα εβδομάδες σκληρής εκπαίδευσης στο Πουέρτο Ρίκο (εκεί γυρίστηκε και το έργο), πριν η ταινία αρχίσει. Ο Πάτρικ Σουέιζι κάνει ένα μικρό πέρασμα, για να μας θυμίσει το πού βρισκόμαστε. Δεν πρόκεται για κάποιο ύψιστο κινηματογραφικό δημιούργημα ωστόσο αν έχετε όρεξη για λάτιν, αξίζει μια προσπάθεια!

4. Grease (1978)

Το musical Grease είναι η κινηματογραφική προσαρμογή του δοκιμασμένου στη σκηνή του Broadway, θεατρικού έργου των Jim Jacobs και Warren Casey, που πολύ γρήγορα γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Μεταξύ του 1972 που ανέβηκε το έργο σε θεατρική σκηνή για πρώτη φορά και του 1977 που οι έμπειροι Robert Stigwood και Allan Carr ανέλαβαν την παράγωγη της ταινίας για λογαριασμό της Paramount Pictures , το Grease είχε πραγματοποιήσει 2200 παραστάσεις στο Broadway ξεπερνώντας ακόμη και το θρυλικό Oklahoma! Το φιλμ είναι ποτισμένο από νοσταλγία για την δεκαετία του 50, την δεκαετία δηλαδή που προηγήθηκε της επανάστασης του 60, και που ακόμη αποπνέει μια αθωότητα . Η υπόθεση, λίγο πολύ γνωστή σε όλους μας, ξεδιπλώνεται γύρω από το νεανικό φλερτ με το αγόρι της υπόθεσης να προσπαθεί να συμβαδίσει την φήμη του σκληρού τύπου του σχολείου και με την τρυφερότητα που νιώθει για το κορίτσι. Γύρω από αυτούς ξεδιπλώνεται η κοινωνίας της δεκαετίας του 50. Το χαρούμενο τέλος αναμενόμενο μεν, διασκεδαστικό και με μια μικρή για τα δεδομένα της εποχής ανατροπή. Κατά μια έννοια η ταινία θα μπορούσε να θεωρηθεί η αισιόδοξη – και μουσικοχορευτική- εκδοχή του Rebel without a Cause. Τα στοιχεία είναι κοινά, απαρτίζουν όμως ένα τελείως διαφορετικό σύνολο. Οι κόντρες με τα αυτοκίνητα, η έλλειψη επικοινωνίας με την προηγούμενη γενιά, οι υπαινιγμοί για την καταδυνάστευση των εφήβων από ομάδες – συμμορίες που δρούσαν μέσα στα σχολεία, η καταπιεσμένη, κάτω από τα συντηρητικά φορέματα με τα φουρό ,σεξουαλικότητα των κοριτσιών. Όλα αυτά υπάρχουν στο Grease. Είναι όμως ιδωμένα υπό το πρίσμα της αναβλύζουσας αισιοδοξίας των εφήβων και όχι της κριτικής διάθεσης και της ανησυχίας των γονέων. H αντοχή του στον χρόνο και η απήχηση του στο νεανικό κοινό και της σημερινής εποχής αποδεικνύει ότι το έργο δικαίως διεκδικεί μια θέση στην ατελείωτη λίστα των κλασικών έργων (αριστουργημάτων και μη) που ακόμη και σήμερα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης. Όλη η ταινία ξεχειλίζει από νιάτα, φρεσκάδα, αισιοδοξία, ανεμελιά πραγματική χαρά, και αυτό είναι ίσως που την κάνει ελκυστική και εύκολη στην επαναλαμβανόμενη θέαση.

5. Πυρετός το Σαββατόβραδο (1977)

Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό όταν ταινίες με πολύ μικρός κόστος παραγωγής καταφέρνουν, όχι απλά να κάνουν μια τεράστια εισπρακτική επιτυχία αλλά, καταφέρνουν να γίνουν γνωστές σε ολόκληρο τον κόσμο και η φήμη τους να τις ακολουθεί ακόμα και με το πέρασμα των δεκαετιών σαν να ήταν σύγχρονες. Μια τέτοια ταινία είναι και το “Saturday Night Fever”, η ταινία εκείνη μέσω της οποίας αναδείχτηκε στο τέλος των 70’s ο Travolta, η μουσική και ο χορός της ντίσκο αλλά και η κουλτούρα και η αντίληψη η οποία συνόδευε τους υποστηρικτές της καθώς και τους πολέμιούς της. Μπορεί η ταινία να μην είναι το “Επαναστάτης Χωρίς Αιτία” όμως, και αν το συγκρίνουμε ας πούμε με το “Grease”, σαφέστατα έχει πιο επαναστατικό και προκλητικό ύφος. Ήταν λοιπόν ο παραγωγός Robert Stigwood που αποφάσισε πρώτος να πάρει το ρίσκο. Ποιο ρίσκο ακριβώς; Το να δημιουργήσει για την μεγάλη οθόνη μια ταινία η οποία θα αναδείκνυε ένα περιθωριακό είδος μουσικής, χορού, διασκέδασης κι έκφρασης, το οποίο κυρίως και μέχρι τα μέσα του ’70 ακολουθούσαν οι αφροαμερικανοί και οι ομοφυλόφιλοι, οι οποίοι και ήταν εκείνοι που σύχναζαν στις ντισκοτέκ, εμπνευσμένο από το φανταστικό, όπως παραδέχτηκε αργότερα, άρθρο του Nik Cohn. Αυτό και μόνο το στοιχείο είναι αρκετό για να καταλάβουμε πως τις αντιμετώπιζε ο υπόλοιπος κόσμος ως στέκια και πόσο αποτρόπαιο μπορεί να φαινόταν στα μάτια των άλλων αν κάποιος αποφάσιζε να ακολουθήσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το ρεύμα εκείνο. Όμως ο Stigwood δεν φοβήθηκε μπροστά στις πιθανές αντιδράσεις θέλοντας με τον δικό του τρόπο να αποτυπώσει στο κινηματογραφικό πανί τον τρόπο ψυχαγωγίας της νεολαίας της εποχής, η οποία περνούσε σε ένα νέο στάδιο. Αν κάτι ωστόσο κάνει την ταινία να ξεχωρίζει από άλλες αυτής της κατηγορίας είναι η τολμηρή ματιά της. Απεικονίζει την νεολαία η οποία φυτοζωεί τις καθημερινές, παλεύει καθημερινά περιμένοντας με αγωνία ένα και μοναδικό Σαββατόβραδο, εκείνο που θα τους επιτρέψει να ξεχαστούν, να ξεδόσουν αλλά και να δράσουν με τον τρόπο εκείνο που εκείνοι επιθυμούν και όχι με εκείνον που επιβάλλει το κοινωνικό σύστημα. Η αντίθεση των λαμπερών κοστουμιών και των προβολέων στο προκλητικό και απειλητικό κάποιες φορές σκοτάδι είναι ολοφάνερη, θυμίζοντάς μας ότι ακόμα και το πιο φωτεινό σημείο μπορεί να κρύβει παγίδες. Η απελευθέρωση των ηθών δεν θα μπορούσαν φυσικά να απουσιάζουν σε μια εποχή της οποίας το ρεύμα σου δημιουργούσε την προδιάθεση της επαφής με κάθε μέσον. Αναμφίβολα η μουσική των Bee Gees χαρακτήρισε την ταινία, όσο χαρακτήρισε το άσπρο κοστούμι και το περίεργο, σήμερα πάντα, μαλλί τον Travolta. Όλοι μας έχουμε λικνιστεί στις άκρως χορευτικές μελωδίες τους, πολύ περισσότερο εκείνοι που είχαν την χαρά να προλάβουν ζωντανές ακόμα τις ντισκοτέκ, έστω και αν η εποχή πλησίαζε την κόντρα με τα ροκάδικα. Το γεγονός ότι ο εν λόγω δίσκος ανέβηκε στο νούμερο ένα των charts και δεν έλεγε να πέσει και είναι μέχρι και σήμερα το πιο εμπορικό soundtrack όλων των εποχών, αποδεικνύει την διαχρονικότητά του αλλά και την αντοχή του, έστω και αν η ντίσκο δεν είναι της εποχής ωστόσο, δεν παύει ποτέ να είναι μόδα με τον τρόπο της. Ο John Travolta αναδείχτηκε μέσα σε μια νύχτα σε κορυφαίο star χάρη στην ταινία αυτή, σε συνδυασμό πάντα με το πακέτο που είχε να προσφέρει. Νέος, γοητευτικός, πιστό μοντελάκι για τα γούστα της εποχής και με ένα μεγάλο προσόν. Εξαιρετικές χορευτικές ικανότητες, ένα στοιχείο που τελικά δεν αποδείχτηκε απαραίτητο για τον Tony Manero, τον ήρωα τον οποίο και υποδύθηκε αλλά και για τον ίδιο καθώς, ήταν ένα από τα προσόντα του εκείνα που αξιοποιήθηκε ιδιαίτερα στο μέλλον και που ήθελε δεν ήθελε τον χαρακτήρισε. Η απογοήτευση της καθημερινότητας συναντάει την έξαψη των Σαββατόβραδων, έτοιμη να αφήσει τα πάντα πίσω της και να κουνηθεί στους ρυθμούς της ντίσκο μουσικής. Το σενάριο απλοϊκό αλλά ειλικρινές με μια ντομπροσύνη στον λόγο της που δεν περνάει απαρατήρητη. Η φωτογραφία της ζωντανή, γεμάτη αντιθέσεις και χρώματα, λάμψη και σκοτάδι, να ντύνουν την ιστορία μιας εποχής όπου η αναζήτηση και η ελπίδα να γίνουν πράξη τα θέλω και τα όνειρα ήταν πιο ισχυρά από κάθε τι άλλο. Μπορεί το “Saturday Night Fever” να μην είναι πλέον της εποχής όμως αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ταυτόχρονα παλιομοδίτικο. Άλλωστε η καθημερινότητά μας, έστω και αν δεν είμαστε στα 70’s, μοιάζει τόσο πολύ με εκείνη που γιατί να μας δημιουργηθεί αυτή η εντύπωση;

6. Moulin Rouge (2001)

Η ιστορία του Moulin Rouge φέρνει τον νεαρό Christian στο Παρίσι αναζητώντας τη μποέμικη ζωή. Η τύχη θα τον φέρει μπροστά στον γνωστό ζωγράφο Toulouse Lautrec και την παρέα του, οι οποίοι ετοιμάζουν μια πρωτοποριακή παράσταση για το Moulin Rouge και αναζητούν συγγραφέα. Για όσους δεν γνωρίζουν, το Moulin Rouge είναι το διασημότερο cabaret του Παρισιού, φημισμένο για τις πανέμορφες χορεύτριές του. Η ομορφότερη από αυτές, σύμφωνα με την ταινία, είναι η Satin. Από μια παρεξήγηση, η Satin θα νομίσει τον Christian για τον πλούσιο Δούκα που της έχει υποσχεθεί χρηματοδότηση και θα πρέπει να καλοπιάσει. Αυτά που θα ακολουθήσουν ακροβατούν στα όρια της κωμωδίας και του δράματος. Αν ακούσατε ότι η ταινία είναι μιούζικαλ, μην φοβηθείτε. Οι πρωταγωνιστές τραγουδούν στα πλαίσια αυτών που τους συμβαίνουν. Μην προβληματίζεστε όμως, τα τραγούδια είναι μια ευχάριστη έκπληξη. Είναι βασισμένα σε γνωστές επιτυχίες, παραλλαγμένες λίγο ίσως για να ταιριάζουν στην υπόθεση της ταινίας. Και όταν ξεπεράσετε το αρχικό σοκ του ετεροχρονισμού, θα ανακαλύψετε ότι τα τραγούδια είναι από τα πιο ευχάριστα κομμάτια της ταινίας. Αυτό και οι σκηνές που οι δύο εραστές ξεγελούν το Δούκα, που έχει βάλει στο μάτι τη Satin, με απίθανες δικαιολογίες. Στον κωμικό άξονα της ταινίας, βοηθά και η παρουσία του John Leguizamo στο ρόλο του Toulouse Lautrec. “Όλα τα λεφτά” είναι όμως η σκηνοθεσία του Baz Luhrmann. Κοφτή, μοντέρνα και με χρήση πρωτότυπων οπτικών τεχνικών επιβεβαιώνει την πρωτοποριακή ματιά του σκηνοθέτη. Δεν είναι λίγες οι στιγμές που η οπτική θυμίζει χαρακτηριστικές καρτ ποστάλ της εποχής. Το Moulin Rouge ξαφνιάζει ευχάριστα και δείχνει ότι δημιουργείται μια πιο μοντέρνα αισθητική στα μιούζικαλ, διαφορετική από εκείνη των ταινιών των 60s.

Αυστηρώς ακατάλληλο για όσους περιμένουν μια ορθόδοξη ταινία εποχής γύρω από το διάσημο παρισινό καμπαρέ, αλλά απολύτως απαραίτητο σε εκείνους που αναζητούν το διαφορετικό, την μπριλάντε δημιουργία, αυτό που δουλεύεται χρόνια από ένα κοφτερό μυαλό και, όταν υλοποιείται, σε εκτοξεύει στα άστρα. Όπως συνέβη στο «Ρωμαίος+Ιουλιέτα», έτσι και εδώ ο Αυστραλός σκηνοθέτης δανείζεται απλώς την αύρα του Moulin Rouge, προκειμένου να στήσει μια εξτρέμ φαντασμαγορία, ένα ακραίας αισθητικής θέαμα που ξεχειλίζει από χρώματα, κίνηση και μουσική. Αναπόφευκτα, το στόρι είναι ο πιο αδύναμος κρίκος (εκείνος ερωτεύεται εκείνη, αλλά η μοίρα αποφασίζει αλλιώς) και διόλου τυχαία το εγχείρημα μπατάρει επικίνδυνα, όταν η μουσική χαμηλώνει. Ωστόσο, το θέαμα είναι μεγαλειώδες, η χρήση και η μείξη των τραγουδιών ευφυείς (ντίσκο της δεκαετίας του ΄80 σε συνδυασμό με πασίγνωστα μέρη από μιούζικαλ), ενώ κορυφαίου σχεδιασμού σκηνικά και κοστούμια (βραβείο Όσκαρ) και εμπνευσμένα χορευτικά νούμερα (φανταστήκατε ποτέ το «Roxanne» σε ρυθμό αργεντίνικου τανγκό;) συνθέτουν ένα συναρπαστικό σύνολο.

7. Chicago (2002)

Κεντρικά πρόσωπα στο μιούζικαλ είναι η Βέλμα Κέλι που υποδύεται η Κάθριν Ζέτα Τζόουνς και η Ρόξι Χαρτ, την οποία ενσαρκώνει η Ρενέ Ζελβέγκερ. Η μια είναι χορεύτρια και η άλλη νοικοκυρά. Γνωρίζονται στη φυλακή, μετά τη δολοφονία των συντρόφων τους. Οι δυο γυναίκες ανταγωνίζονται ποια θα αποκτήσει περισσότερη φήμη για να γλιτώσουν τον απαγχονισμό. Η υπόθεση βασίζεται στο έργο που είχε γράψει η δημοσιογράφος Μαουρίν Ντάλας Γουάτκινς το 1926. Η δημοσιογράφος έφτιαξε μια φανταστική ιστορία για μια εργασία που είχε για την δραματική σχολή του Πανεπιστημίου Γέιλ. Την εμπνεύστηκε από δυο πραγματικά γεγονότα, τις ιστορίες δυο γυναικών που είχαν σκοτώσει τους συντρόφους τους το 1924. Είχε καλύψει τις υποθέσεις τους ως ρεπόρτερ για την εφημερίδα «Σικάγο Τρίμπιουν». Η επίσημη αφίσα για την παράσταση Chicago στο Μπρόντογουεϊ το 1975. Πηγή φωτογραφίας: Wikipedia Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, πολλές γυναίκες δολοφόνοι δεν τιμωρούνταν όπως θα έπρεπε και αθωώνονταν από τους δικαστές. Οι περισσότερες εφημερίδες τις παρουσίαζαν ως «διασημότητες». Επικεντρώνονταν στην δυστυχία των γυναικών που τις οδήγησε στο έγκλημα, αλλά και στην ελκυστικότητα και την χάρη των γυναικών κατηγορουμένων. Ο χαρακτήρας της Ρόξι Χαρτ βασίζεται στην 24χρονη Μπέουλα Μέι Ανάν. Ενώ ήταν παντρεμένη με τον δεύτερο σύζυγό της Άλμπερτ Ανάν, γνώρισε στο καθαριστήριο τον Χάρι Κάλστεντ, με τον οποίο είχε εξωσυζυγική σχέση. Σύμφωνα με την αρχική της κατάθεση, βρισκόταν στην κρεβατοκάμαρα της με τον εραστή της και έπιναν κρασί, μέχρι που ξέσπασε ανάμεσά τους ένας έντονος καβγάς. Η κατάσταση ξέφυγε και κάποια στιγμή κοίταξαν το όπλο που βρισκόταν στο δωμάτιο. Έτρεξαν και οι δυο, αλλά η Ανάν ήταν πιο γρήγορη και πρόλαβε να τον πυροβολήσει. Για τις επόμενες τέσσερις ώρες, η Ανάν κοιτούσε το πτώμα, ενώ έπινε κοκτέιλ και άκουγε έναν δίσκο με τραγούδια φόξτροτ. Στη συνέχεια κάλεσε τον άνδρα της και του είπε ότι τον σκότωσε γιατί προσπάθησε να την βιάσει. Ο σύζυγός της την πίστεψε και την στήριξε όσο μπορούσε. Πλήρωσε τους καλύτερους δικηγόρους. Στο δικαστήριο η Ανάν άλλαξε την κατάθεσή της και είπε ότι τον σκότωσε, όταν του αποκάλυψε ότι ήταν έγκυος και εκείνος την πίεζε να το ρίξει. Το δικαστήριο την έκρινε αθώα. Δυο χρόνια αργότερα, χώρισε τον σύζυγό της γιατί όπως ισχυρίστηκε την είχε παραμελήσει. Ξαναπαντρεύτηκε με έναν μποξέρ και τρεις μήνες αργότερα χώρισε για μια ακόμη φορά. Πέθανε στα 28 της από φυματίωση. Ο χαρακτήρας της Βέλμα Κέλι βασίστηκε στην ιστορία της 38χρονης Μπέλβα Γκέρτνερ, μιας τραγουδίστριας σε καμπαρέ στο Ιλινόις. Το 1924 πυροβόλησε τον εραστή της Γουόλτερ Λο, ο οποίος ήταν παντρεμένος με ένα παιδί. Ο άνδρας βρέθηκε νεκρός στο αυτοκίνητο της Γκέρτνερ. Δίπλα του ήταν πεσμένα ένα μπουκάλι τζιν και ένα όπλο. Η αστυνομία εντόπισε την Γκέρτνερ στο διαμέρισμά της. Είχε πετάξει τα ματωμένα ρούχα της στο πάτωμα. Η Γκέρτνερ τους έλεγε ότι δεν θυμόταν τι είχε συμβεί και ήταν μεθυσμένη. Όταν την ρώτησαν γιατί είχε όπλο, τους είπε ότι φοβόταν μην την ληστέψουν. Στο δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι ο Λο πυροβολήθηκε μόνος του κατά λάθος. Η Γκέρτνερ αθωώθηκε. «Καμία γυναίκα δεν αγαπάει έναν άνδρα τόσο πολύ για να τον σκοτώσει. Δεν το αξίζουν, γιατί πάντα υπάρχουν και άλλοι. Ο Λο είναι ένα παιδάκι 26 ετών. Εγώ είμαι 38. Γιατί να ανησυχώ αν με αγαπάει ή αν θα με αφήσει. Η παρουσία του τζιν και του όπλου μπορούν να σε οδηγήσουν σε άσχημες καταστάσεις.» είχε πει στη δημοσιογράφο Μαουρίν Ντάλας Γουάτκινς. Κεντρικά πρόσωπα στο μιούζικαλ είναι η Βέλμα Κέλι που υποδύεται η Κάθριν Ζέτα Τζόουνς και η Ρόξι Χαρτ, την οποία ενσαρκώνει η Ρενέ Ζελβέγκερ. Πηγή φωτογραφίας: Youtube Οι υποθέσεις έγιναν τόσο διάσημες που η δημοσιογράφος αποφάσισε να τις μετατρέψει σε σενάριο. Ανέβηκε αρχικά σε ένα μικρό θέατρο στο Μπρόντγουεϊ, που ονομαζόταν Σαμ Χάρις, αλλά όχι για πολύ. Στη δεκαετία του 60, η ηθοποιός Γκουέν Βέρντον διάβασε το έργο και είπε στον σύζυγό της Μπόμπ Φος που ήταν χορογράφος και σκηνοθέτης, να το μετατρέψουν σε μιούζικαλ. Η δημοσιογράφος αρνούνταν να τους δώσει τα δικαιώματα, μέχρι που το 1969 πέθανε και η πολιτεία τους το παραχώρησε. Η παράσταση παρουσιάστηκε στην σκηνή του θεάτρου Μπρόντγουεϊ στη Νέα Υόρκη το 1975. Το κοινό αν και θεώρησε κυνική την προσέγγιση της ταινίας, την αποθέωσε. Ανέβηκε συνολικά 936 φορές. Μέχρι που το 2002 έγινε και ταινία. Η τεράστια επιτυχία της ταινίας «Καμία γυναίκα δεν αγαπάει έναν άνδρα τόσο πολύ για να τον σκοτώσει. Δεν το αξίζουν, γιατί πάντα υπάρχουν και άλλοι.» είχε πει η πραγματική δολοφόνος Μπέλβα Γκέρτνερ Πηγή φωτογραφίας: Youtube Η ταινία του 2002 είχε περισσότερα από 300 εκατομμύρια δολάρια έσοδα. Μέχρι το 2008 που κυκλοφόρησε το Μάμμα Μια, ήταν το πρώτο μιούζικαλ που έσπασε τα ταμεία. Συγκέντρωσε τουλάχιστον 14 φορές περισσότερα χρήματα, απ’ όσα είχαν επενδυθεί για να γυριστεί. Οι κριτικοί την λάτρεψαν. Απέσπασε συνολικά 25 βραβεία, μεταξύ των οποίων ήταν βραβεία για την καλύτερη ηθοποιό, τον καλύτερο ηθοποιό, τον καλύτερο σχεδιασμό κοστουμιών, την καλύτερη εικόνα και την καλύτερη επεξεργασία.Ήταν επίσης, υποψήφια και για άλλα βραβεία όπως ο καλύτερος σεναριογράφος, ο καλύτερος σκηνοθέτης και η καλύτερη προσαρμογή σεναρίου. Ήταν το πρώτο μιούζικαλ που κέρδισε το βραβείο της Ακαδημίας Κινηματογράφου για την καλύτερη φωτογραφία μετά το μιούζικαλ «Oliver» του 1968…. Κοινώς αξίζει να το δείτε!

8. Yuli- O Χορός της Ζωής μου (2018)

Η ζωή του Κάρλος Ακόστα είναι φτιαγμένη, έτσι κι αλλιώς, από το υλικό των ταινιών: ένα rags to riches story που στριφογυρίζει με τη φινέτσα και τη δύναμη μιας κοινωνικής πιρουέτας, μιας θαρραλέας αραμπέσκ στο πρόσωπο της νόρμας. Μια ταινία για τη ζωή του, αναπόφευκτα, έχει λιγότερη δύναμη από την πραγματικότητα, κερδίζοντας σε ένταση και περιεχόμενο όταν αφήνει κατά μέρος τη δραματοποίηση κι αφήνει το χορό ν’ αφηγηθεί.

Ο Ακόστα μεγάλωσε μέσα στη φτώχια, ενδέκατο παιδί μιας διαφυλετικής οικογένειας στα χαμόσπιτα των προαστίων της Αβάνας, στην Κούβα. Πέρασε τα μικρά χρόνια του στο δρόμο, παίζοντας ποδόσφαιρο με τα παιδιά της γειτονιάς, ή προβάροντας το moon walk του Μάικλ Τζάκσον. Ο αυστηρός πατέρας του, για να του δώσει μια κατεύθυνση για την ανεξάντλητη ενεργητικότητά του, αλλά και να του εξασφαλίσει ένα πιάτο φαΐ, τον έσπρωξε στα άξια χέρια (και πόδια) της Εθνικής Σχολής Χορού της Κούβας – ο μικρός Κάρλος, που η οικογένειά του φώναζε «Γιούλι», έγινε αμέσως δεκτός ως οικότροφος κι αυτή, η πρώτη επιτυχία του, άρχισε να λειτουργεί ως ζωοδότρια φυλακή. Από εκεί, ο Ακόστα διένυσε μια θαυμαστή πορεία θριάμβων, χορεύοντας στους σημαντικότερους σταθμούς της Αμερικής και πηγαίνοντας στο Λονδίνο, όπου υπήρξε για 15 χρόνια ο πρώτος χορευτής του Βασιλικού Μπαλέτου, φέρνοντας τομή στην ελιτιστική πλευρά του χορού: ο πρώτος μαύρος χορευτής που ερμήνευσε ποτέ τον Ρωμαίο (στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα»), άνοιξε την πόρτα – και πολέμησε ακτιβιστικά γι’ αυτό – σε μια πιο ποικίλα, διαπολιτισμική, χωρίς στεγανά σύνθεση των σύγχρονων ομάδων χορού. Ο Ακόστα έκανε ο ίδιος μια χορογραφία εμπνευσμένη από τη ζωή του: αυτή είναι κι η αφετηρία της ταινίας, η οποία γυρνά σε flash backs πίσω στο ’80 για να περιγράψει την πορεία του Κάρλος μέσα στις δεκαετίες. Τον χορευτή ερμηνεύουν δυο μη-επαγγελματίες ηθοποιοί, ο ακαταμάχητος μικρός Εντιλσον Μανουέλ Ολμπέρα Νούνιεζ που μοιάζει τόσο εκρηκτικός όσο το πρότυπο που ενσαρκώνει και, σε λίγο μεγαλύτερη ηλικία, ο Κέβιν Μαρτίνεζ, χορευτής από την ομάδα του Ακόστα – ώσπου ο ίδιος ο Κάρλος ν’ αναλάβει να ερμηνεύσει στην οθόνη τον σύγχρονο εαυτό του. Ως φόρο τιμής στον κουβανέζικο χορό, τον πατέρα του Κάρλος στην ταινία, ενσαρκώνει ο Σαντιάγο Αλφόνσο, διάσημος χορευτής και χορογράφος της χώρας. Επιλογές, όλες, που μοιάζουν τρυφερές, αλλά δίνουν στην πραγματική ιστορία μια αίσθηση αναληθοφάνειας, μια υποκριτική αμηχανία. Το ίδιο κι η πληθωρική, ρομαντική μουσική του Αλμπέρτο Ιγκλέσιας, η φωτογραφία του Αλεξ Καταλάν που αποτυπώνει την Αβάνα σαν μια καρτ ποστάλ που θα βρεις σελιδοδείκτη σ’ ένα ξεχασμένο βιβλίο. Όλα συμβάλουν σε μια αισθητική ομορφιά αλλά σε μια ταινία γλυκερή και αβαθή. Η απλοϊκότητα του σεναρίου και το προφανές της σκηνοθεσίας της, προκύπτει φυσικά από το δημιουργικό δίδυμο του διακεκριμένου σεναριογράφου Πολ Λάβερτι (του οποίου τη δουλειά εδώ, ο Κεν Λόουτς σίγουρα θα είχε ελαφρώς επιπλήξει) και της Ισπανίδας συζύγου του, Ισίαρ Μπογιαΐν που πριν τρία χρόνια μας έδωσε την εξίσου πολιτικά μονοδιάστατη «Ελιά». Κι αν σκηνοθέτης και σεναριογράφος βρίσκουν απλώς τον τρόπο ν’ αποδώσουν σχηματικά μια εμβληματική ιστορία, έρχονται, τουλάχιστον, στην ταινία τα μέρη του χορού, όπου ο Κάρλος Ακόστα με το κορμί του και την πηγαία ορμή του, λέει τόσα περισσότερα και πιο θαυματουργά, χωρίς λέξεις και χωρίς διδάγματα.

9. Shall We Dance? (1996)

Ένα ακόμα έπος του Ιαπωνικού κινηματογράφου αποτελεί αυτή η ταινία που μας κινεί στους ρυθμούς του Τόκιο προτού πριν μας μεταφέρει στο Σικάγο. Αφεθείτε στο ρυθμό και ανακαλύψτε ότι η έμπνευση και η χαρά της ζωής μπορεί να κρύβονται εκεί που δεν έχετε ποτέ φανταστεί!
Ταινία, που ενθουσίασε κοινό και κριτική, ο πρωταγωνιστής φοράει με άνεση και χάρη το κοστούμι του επιτυχημένου businessman , που μεταμορφώνεται σε «Φρεντ Ασταίρ», έχοντας στο πλάι του την σαγηνευτική δασκάλα του. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο χαρίζει στιγμές μαγείας στην πίστα. Χρησιμοποιώντας το χορό σαν μία μεταφορά για τη χαρά της ζωής και το δικαίωμα στο όνειρο, το «Χορεύετε;» του 1996 καταφέρνει να είναι γλυκό και αστείο χωρίς να γίνεται γλυκερό, καθώς υποστηρίζεται στο σύνολό του από ένα πολύ δυνατό καστ ηθοποιών, τόσο στους πρωταγωνιστικούς, όσο και στους δεύτερους ρόλους. Όμως, ο αναμφισβήτητος πρωταγωνιστής αυτής της ταινίας είναι ο χορός, ο χορός που δίνει φτερά στα πόδια, σε αυτήν την εξαιρετικά καλοφτιαγμένη ταινία, που θα σας αφήσει με το χαμόγελο στα χείλη και τη διάθεση να ζήσετε τα όνειρά σας.

10. And Then We Danced (2019)

Με φόντο μια σχολή παραδοσιακών γεωργιανών χορών και μια βαθιά συντηρητική κοινωνία, η ταινία του Λεβάν Ακίν ξετυλίγει μια τρυφερή ιστορία αυτοανακάλυψης και επιθυμίας. Είναι σαφές από την πρώτη στιγμή που βλέπεις τους σπουδαστές της κρατικής σχολής χορού να κάνουν πρόβες υπό την αυστηρή επιτήρηση ενός χορογράφου που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι στρατιωτικός, ή ιερέας, ότι δεν υπάρχει χώρος για ελαφρότητα, αυτοσχεδιασμό, λάθη και φυσικά την παραμικρή προσωπική πινελιά της ταυτότητας του χορευτή, στις κινήσεις και τα βήματα του χορού.Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Μεράμπ, ένας νεαρός σπουδαστής από μια οικογένεια με ιστορία στο χορό, αφού η γιαγιά, η μητέρα του κι ο πατέρας του ήταν διακεκριμένοι χορευτές του εθνικού χορευτικού συνόλου, είναι λογικό να νιώθει περιορισμένος, μια αίσθηση που θα γίνει ασφυκτική όταν στην σχολή θα εμφανιστεί ένας καινούριος χορευτής, ο Ιρακλί, για τον οποίο ο Μεράμπ θα νιώσει μια απροσδιόριστη έλξη. Η ιστορία θα στροβιλιστεί γύρω από αυτήν την φρεσκάδα του νεανικού έρωτα, της απαγκίστρωσης από τα στεγανά, της επαναστατικότητας και αν και με αργούς ρυθμούς θα μας πείσει να αγαπήσουμε αυτό το χορευτικό δίδυμο και την σύγχρονη ματιά του Λεβάν Ακίν στο πλαίσιο της συντηρητικής, άγνωστης σε εμάς, γεωργιανής κοινωνίας.

Bonus: LA la land

Ο Σεμπάστιαν είναι ένας 35χρονος πιανίστας στο σύγχρονο Λος Αντζελες. Τίποτα όμως δεν είναι σύγχρονο στο μυαλό και την καρδιά του: η ζωή του κυλά σε άμετρο τέμπο – όπως η free jazz που λατρεύει. Φοράει 50ς κουστούμια, οδηγεί vintage αυτοκίνητο και κουβαλά τον εαυτό του μοναχικά, μελαγχολικά και πεισμωμένα. Δε θα συμβιβαστεί με τα jingle tunes των piano bars που μπορούν να πληρώσουν το νοίκι του. Θα παραμείνει εμμονικά πιουρίστας στην τέχνη του, φτωχός και ρομαντικός («γιατί λέμε αυτή τη λέξη σαν να είναι βρισιά πλέον;»). Αποκλεισμένος στο άδειο του διαμέρισμα, παρέα με στιβαγμένα βινύλια, αφίσες ιστορικών jazz joints, συλλεκτικά μεμοραμπίλια (όπως το σκαμπό του πιανίστα Χόγκι Καρμάικλ) και τα όνειρά του να ανοίξει το δικό του μαγαζί, όπου οι τζαζίστες θα μπορούν να τζαμάρουν «ό,τι θέλουν, όπως το θέλουν κι όποτε θέλουν». Η Μία είναι ένα ακόμα κορίτσι που παράτησε σπουδές και πατρικό στην ενδοχώρα για να ακολουθήσει υπνωτισμένη τους προβολείς του Hollywood sign. Και κατέληξε μία ακόμα νεαρή σερβιτόρα που ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός. Το πρωί ετοιμάζει καφέδες και τα απογεύματα τρέχει ξεψυχισμένη σε ακροάσεις μπροστά από βαριεστημένους casting directors σε ψυχρά δωμάτια που σου παγώνουν το αίμα και βάζουν στον πάγο στα όνειρά σου. «Δωμάτια με εκατοντάδες κορίτσια ακριβώς σαν και μένα. Αλλά… πιο όμορφα, πιο ψηλά, πιο ταλαντούχα».

Οι δυο τους θα συναντηθούν εκεί, στις ανηφόρες των χολιγουντιανών λόφων, όσο αγκομαχούν να αποδείξουν ότι θα τα καταφέρουν – έστω και ασθμένοντας. Κι αυτό το ανεξήγητα μαγικό έχει ο έρωτας: σκεπάζει με ένα πέπλο αστρόσκονης την πραγματικότητα, θαμπώνει το βλέμμα με παστέλ φίλτρα, κάνει το βήμα σου χορευτικό, στο ρυθμό μίας ασίγαστης ευτυχίας, καθώς όλα τα αδύνατα φαντάζουν πια δυνατά. Και η πόλη του Λος Αντζελες (L.A. Land) μετατρέπεται σε ουτοπικό σκηνικό ενός la la land μιούζικαλ. Ναι, είσαι ευτυχισμένος. Είσαι ζωντανός. Ή, ακόμα καλύτερα, είσαι, επιτέλους, πρωταγωνιστής της ταινίας της ζωής σου.

Δύο χρόνια μετά το «Χωρίς Μέτρο» («Whiplash»), ο 31χρονος Ντάμιεν Σαζέλ επιστρέφει με ένα παράτολμο κινηματογραφικό στοίχημα. Μέσα στον κυνισμό των ημερών (εντός κι εκτός οθόνης) εκείνος καταθέτει ένα αμετανόητα ρομαντικό μιούζικαλ – τόσο αυθεντικό (δεν είναι βασισμένο σε κάποιο δοκιμασμένο θεατρικό, αντιθέτως, ο ίδιος υπογράφει το σενάριο), όσο και πειθαρχημένο στις νοσταλγικές, ρετρό νόρμες του Βινσέντε Μινέλι και του Ζακ Ντεμί. Αυτές που θέλουν τα ζευγάρια να φωτίζονται από το μούχρωμα του σινεμασκόπ ουρανού ή τις κίτρινες λάμπες των δρόμων, να τραγουδούν με ατόφια μεταδοτική χαρά και να χορογραφούν τις κλακέτες τους σε πλήρη αρμονία με το χτύπο της καρδιάς μας που παρακολουθεί μαγεμένη. Ναι, αυτός είναι ο απώτερος σκοπός του Σαζέλ: θέλει να μας κάνει κομμάτι της ξεχασμένης κινηματογραφικής εμπειρίας. Αυτής που βουρκώνει το βλέμμα και κόβει την ανάσα. Να δημιουργήσει το ασφαλές περιβάλλον και την υπόσχεση ότι για 128 λεπτά θα ξεχάσουμε ό,τι μας περιμένει έξω από την σκοτεινή αίθουσα και θα θυμηθούμε γιατί είμαστε ερωτευμένοι με αυτόν(ην) που κάθεται δίπλα μας, με τον ίδιο τον έρωτα, τα όνειρα και, φυσικά, με το σινεμά. Ο έρωτας του θεατή με το «La La Land» είναι κεραυνοβόλος, συμβαίνει κυριολεκτικά με την πρώτη ματιά: από την πρώτη σεκάνς (ένα κλείσιμο ματιού που ξεκινά από τα «Κορίτσια του Ροσφόρ» και τερματίζει απενοχοποιημένα στο «Grease»), όπου ένα κυκλοφοριακό πρωινό μποτιλιάρισμα στις λεωφόρους του Λος Αντζελες μετατρέπεται σε μουσικοχορευτικό νούμερο μαγικού ρεαλισμού – με την κάμερα του Σαζέλ να μπαινοβγαίνει αβίαστα και κεφάτα μέσα κι έξω από αυτοκίνητα κι ανάμεσα στους οδηγούς σε ένα καλοδουλεμένο, ευφάνταστο… μονοπλάνο. Αν λοιπόν δεν την έχετε δει, σταματήστε ό,τι κάνετε και βάλτε την να παίζει- όχι μόνο για το χορό.

Πηγές:

https://flix.gr/news/cannes-2019-and-then-we-danced-review.html

https://flix.gr/cinema/yuli-review.html

http://cine.gr/film.asp?id=702730&page=4

http://www.culture21century.gr/2010/10/saturday-night-fever.html

https://www.mixanitouxronou.gr/quot-chicago-quot-to-mioyzikal-poy-vasistike-se-alithina-egklimata-poy-gynaikes-skotosan-ton-andra-toys-kai-kataferan-na-athoothoyn-diavaste-tis-alithines-istories-egklimatos/

https://www.in.gr/2002/06/01/entertainment/moulin-rouge-kritiki/

http://www.cinemanews.gr/v5/movies.php?n=223

https://ishow.gr/productionSynopsis.asp?guid=FB798497-8696-4FD2-B261-149FA5AFA765

http://cine-lesxi.blogspot.com/2017/11/billy-elliot-billy-elliot-2000-stephen.html

https://flix.gr/cinema/la-la-land-review.html

Αφέντης και δούλος: το αριστούργημα του Τολστόι στην σκηνή

Δεν ήταν πρώτη φορά που ο χριστιανικός ανθρωπισμός του (κόμη) Λέοντος Τολστόι, μεγαλοκτηματία και ιδιοκτήτη της γενέτειράς του Γιάσναγια Πολιάνα –δηλαδή του χωριού ολόκληρου μαζί με τα έμψυχα και άψυχα υπάρχοντά του– ενέπνευσε δημιουργικά τον Γιώργο Νανούρη.

Continue reading “Αφέντης και δούλος: το αριστούργημα του Τολστόι στην σκηνή”