Ο Αλιβάνιστος, ένα Πασχαλινό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Αφού εβάδισαν επί τινά ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κ’ η Φωλιώ της Πέρδικας, κ’ η Αφέντρα της Σταματηρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι’ αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κ’ η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.
Το δροσερόν νάμα εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας, και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμιγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου διά να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζύ των, διά να τα γεμίσουν. Είτα, αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι’ άρχισαν να ομιλούν.
– Πώς αλγεί ‘παπάς; είπεν η Θεια Μολώτα.
Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά


Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσε, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγυιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με την φαμίλια του, κι’ ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κ’ εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κ’ εκύτταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ’ ουρανού, διά να είνε μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση, εις εν δυτικόν σημείον, διά να φέξη. Κ’ επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, διά να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς
δεν είχεν έλθη.
– Καθώς τ’ ομολογάει η φλάσκα… έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.
– Να τώξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα, είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.
– Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα ‘ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κυττάξτε!
Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχαν αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.
Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γείνη άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβή υψηλά εις το βουνόν, διά να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.
Άμα επέστρεψεν, ένευσεν εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζύ του από το περίβολον.
– Τι τρέχει;
– Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!…
Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθειά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.
– Τί να είνε;
– Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.
– Τί θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;
– Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ’ τα χωράφια, κ’ ύστερα έπεσε μέσα στ’ ορμάνι, κ’ εχάθηκε.


Οι δυο βοσκοί κι’ ο Σταμάτης, κι’ ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν του βουνού, και απήντησαν διά φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.

– Ελάτε!… Εδώ είμαστε!… έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.
– Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.
– Θα έχουν πέση μέσα ‘σε κακοτοπιά, στον ήσκιο του βουνού. Το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.
– Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.
Κ’ έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ’ ολίγον φέρων φανάρι αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη, και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ’ ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεραι, και τέλος, εφάνη ο παπάς, ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν’ αντικρύση το φως του φαναριού.
– Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:
– Ο Αλιβάνιστος!
– Μεγάλο θάμμα! είπεν ο Μπαρέκος.
– Πώς έκαμες, βλοημένε κ’ έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.
– Μη ρωτάτε… θέλησα να πάω απ’ τον άλλο δρόμο,… απ’ τα ‘Ρόγγια… είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι·… είπε να το σπείρη, κείνος ο Ντανάκιας και τ’ άφησε άσπαρτο… κ’ εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσους μήνες τώρα… Ας είνε καλά ο άνθρωπος… Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω, κ’ ενύχτωσα… Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον), και μ’ εβοήθησε να βρω το δρόμο! …Ας έχη την ευχή!
Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν’ απομακρύνεται.
Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.
– Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ’ αφήνουμε… τελείωσε! Φέτος θα κάμωμε Ανάστασι μαζύ!…
Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλοια, άρχισε να κάμνη με το φανάρι το οποίον εκράτει, κινήματα ως να ελιβάνιζε, προς το βάθος εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.
Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμην, μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος, κ’ ήθελε να φύγη.
– Άφσε με, να ζήσης! Δεν μπορώ!… τι Ανάστασι να κάμω ‘γω… τι με θέλετ’ εμένα… Εσείς κάμετε Ανάστασι. Με γεια σας, με χαρά σας!… Πάω στο καλύβι μου, ‘γω!
Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον·
– Νάχης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα! … Να πάρης ευλογία! … Να μοσχοβολήσ’ η ψυχή σου! Έλα ν’ απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικής τον εαυτόν σου! Μην κάνης του εχτρού το θέλημα! … Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα! Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίση!
Ο μπάρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ’ εντρέποντο. Επαραξενεύετο πολύ. Θα επεθύμει να τον απήγον διά της βίας.
Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα τής ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες, έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν’ ακολουθήση, και τείνοντα ν’ αποσκιρτήση.


Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη βιαίως προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, και ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε·
– Τι έχεις, θεια Μολώτα;
Η γραία τής ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κ’ εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλωνιά της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.
Η Αφέντρα την εκύτταζε με άπληστον περιέργειαν.
– Τί έπαθες, θειά Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.
– Σώπα, σ’ λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.
Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα διά πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα.
Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζύ με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κ’ αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κ’ εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.
Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγυιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων, διά τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψη», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζύ του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει ‘πηρεσία».
Τότε η Μολώτα έμεινεν απ’ έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κυττάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, διά να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα τής Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι’ αυτή το «Χριστός ανέστη».
Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματηρίζενας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον τής Μολώτας.
– Γιατί δεν έρχεσαι μέσ’ στην εκκλησιά; της είπε. Λεχώνα είσαι;
– Σύλε, πιδί μ’, ακούσης καλό λόγο· της είπεν η Μολώτα. Άφσ’ εμένα.
– Μα τί έχεις;
– Τίποτα.
– Επέμεινε.
– Θα μου πης τί έχεις;
Η γραία ανένευσε, και απεμακρύνθη απ’ αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν’ απέλθη. Μετ’ ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού, κ’ ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.
– Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.
– Γιατί; τί τρέχει;
– Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάστασι;
– Ναι.
– Πώς να πάω ‘γω ν’ ανησπαστώ;
– Πώς θα πας; Με τα ποδάρια σ’, είπεν η Αφέντρα.
– Είδες κείνον άθλωπο;
– Ποιόν;
– Κόλια;
– Τον Αλιβάνιστο; Ε, τί;
Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:
– Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ’ ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστή φωνή μου, μ’ ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ’ ε… (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κ’ εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην) μ’ εφίλησε…
Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:
– Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καϋμό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ’ εκκλησιά… Εγώ έχω το κλίμα.
Η Αφέντρα ενόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.
– Ε, καλά, είπε· να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάστασι. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθής, να το πης του παπά, και θα σ’ αφήση να μεταλάβης.


Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν τής Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν.
Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζύ με τας αλλάς γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».
Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:
– Χριστός ανέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήτον που σ’ ηύρα χτες.

Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:

– Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!

100 Αφυπνιστικά αναγνώσματα για δύσκολους καιρούς

Σας ρωτήσαμε, μας ρωτήσατε και ανταλλάξαμε ιδέες για έργα που μας ταρακούνησαν, μας σόκαραν, μας αφύπνισαν και άλλαξαν τον τρόπο σκέψης μας. Συγκεντρώσαμε, λοιπόν, σε αυτό το άρθρο, όλα εκείνα τα έργα που μας υποδείξατε. Μοιραζόμαστε, επομένως, μαζί σας τον απότοκο αυτής της συνδιαλλαγής:

  1. Άκου ανθρωπάκο του Βίλχελμ Ράιχ

2. Σιντάρτα του Έρμαν Έσσε

3. 1984 του Τζορτζ Όργουελ

4. Η Φάρμα των Ζώων του Τζορτζ Όργουελ

5. Ο Αλχημιστής του Πάολο Κοέλο

6. Μεταμόρφωση του Φράντς Κάφκα

7. Το όνομα του Ρόδου του Ουμπέρτο Έκο

8. Η πτώση του Αλμπέρ Καμύ

9. Το Κεφάλαιο, Καρλ Μαξ

10. Ουδέν νεότερον από το δυτικό μέτωπο του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ

11. De Profundis του Όσκαρ Ουάιλντ

12. An American Prayer του Τζιμ Μόρινσον

13. From the Ashes του Τζέσσι Θιστλ

14. Έτσι βλέπω τον κόσμο των Δανέζη Μάνου και Θεοδοσίου Στράτου

15. Καινή Διαθήκη

16. The subtle art of not giving a f*ck του Μάρκ Μάνσον

17. Οι ιστορίες του κ. Κούνερ του Μπέρτολτ Μπρεχτ

18. Το δεύτερο φύλο της Σιμόν ντε Μποβουάρ

19. Να βρίσκεις τρόπους να πετάς της Τάνιας Δημάκα

20. Ο τελευταίος πειρασμός του Νίκου Καζαντάκη

21. Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς του Χρόνη Μίσσιου

22. Τα κεραμίδια στάζουν του Χρόνη Μίσσιου

23. Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε του Χρόνη Μίσσιου

24. Έχω μια θλίψη για τα μακρινά αριστουργήματα του Παύλου Σιδηρόπουλου

25. Το κομμουνιστικό μανιφέστο των Καρλ Μάξ και Φρήντριζχ Ένγκελς

26. Κάθαρσις του Κώστα Καρυωτάκη

27. Το ημερολόγιο ενός μάγου του Πάολο Κοέλο

28. Κράτος και Επανάσταση του Βλαδίμηρου Λένιν

29. Η μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

30. Η μέθοδος του Εντγκάρ Μορέν

31. Ο μύθος του Σίσυφου του Αλμπέρ Καμύ

32. Η εποχή των επαναστάσεων 1789-1848 του Έρικ Χομπσμπάουμ

33. Γράμματα στην Μιλένα του Φράντς Κάφκα

34. Η δύναμη του Τώρα του Έκχαρτ Τολέ

35. Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη

36. Το Δώρο του Στέφανου Ξενάκη

37. Ο Ξένος του Αλμπέρ Καμύ

38. Δύο ώρες Διαύγειας του Νόαμ Τσόμσκυ

39. Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη

40. Η δίκη του Φράντς Κάφκα

41. Η κόλαση του Ανρί Μπαρμπύς

42. Ο Άρχοντας των Μυγών του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ

43. Good Girls Go to Heaven, Bad Girls Go Everywhere: How to Break the Rules .. της Τζάνα Έρχαρντ

44. Μόμπι Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ

45. Το λάθος του Αντώνη Σαμαράκη

46. Περί τυφλότητας του Ζοζέ Σαραμάγκου

47. Μικρός Πρίγκιπας του Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ

48. Μη βίαιη επικοινωνία του Μάρσαλ Ρόζενμπεργκ

49. Sapiens (Sapiens: Μια σύντομη ιστορία του ανθρώπου)του Γιουβάλ Νόα Χαράρι

50. Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις του Λέο Μπουσκάλια

51. Αναφορά στον Γκρέκο του Νίκου Καζαντζάκη

52. Ο γυάλινος κόσμος του Τενεσί Ουίλιαμς

53. Αδελφοί Καραμάζοφ του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι

54. Δύο νύχτες στο σαράντι του Μίλτου Πασχαλίδη

55. Η ζωή είναι μπροστά σας, Κρισναμούρτι

56. Όταν έκλαψε ο Νίτσε του Ίρβιν Γιάλομ

57. Η κατασκευή των υπήκοων του Ε.Α. Ράουτερ

58. Ο ζητιάνος του Ανδρέα Καρκαβίτσα

59. Θέσεις του Λουί Αλτουσέρ

60. Η αθώνα Ερέντιρα του Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκες

61. Ο μοναχός που πούλησε τη Ferrari του Ρόμπιν Σ. Σάρμα

62. Αμαρτωλά Θαύματα του Δημήτρη Αλεξίου

63. Οι Άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκώ

64. Ο πειρασμός της νοσταλγίας, Τίτος Πατρίκιος

65. Λυσιμελής πόθος, Τίτος Πατρίκιος

66. Ο αναρχικός τραπεζίτης του Φερνάντο Πεσόα

67. Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία του Έριχ Φρομ

68. Η τέχνη της αγάπης του Έριχ Φρομ

69. Λευκές Νύχτες του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι

70. Μπρίντα του Πάολο Κοέλο

71. Θεία Κωμωδία του Δάντη

72. Το κλειδί κάτω απ’ το γεράνι του Χρόνη Μίσσιου

73. Δεν έχουμε άλλο δρόμο από την αγάπη του Σεβάσμιου Μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης Παύλου

74. Τρία κλικ αριστερά της Κατερίνας Γώγου

75. Στη ζωή νωρίς νυχτώνει της Ελένης Πριοβόλου

76. Η αληθινή απολογία του Σωκράτη του Κώστα Βάρναλη

77. Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη των Ντάρον Ατζέμογλου και Τζέημς Ρόμπινσον

78. Άνθρωπος αυτός ο γίγας των Ιλίν και Σεγκάλ

79. Ο γέρος και η θάλασσα του Έρνεστ Χεμινγουέι

80. Eat, Pray, Love της Ελίζαμπεθ Γκίλμπερτ

Και 20 δικές μας επιλογές:

81. Να Έχεις ή να Είσαι του Έριχ Φρομ

82. Ρεαλιστική Τριλογία του Ζοακίμ Μαρία Μασάντο ντε Ασσίς

83. Το Εγχειρίδιο του Πολεμιστή του Φωτός του Πάολο Κοέλο

84. Ζήσε με τους Δικούς σου όρους του OSHO

85. Φύλλα Πορείας του Χόρχε Μπουκάι

86. Εις εαυτόν του Μάρκου Αυρήλιου

87. Πολιτεία του Πλάτωνα

88. Το Υπόγειο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

89. Έρωτος Φύσις του π. Φιλόθεου Φάρου

90. Να παντρευτεί κανείς ή να μην παντρευτεί του Ματθαίου Γιωσαφάτ

91. Τάδε έφη Ζαρατούστρας του Φρειδερίκου Νίτσε

92. Το πρόσωπο και ο Έρως του Χρήστου Γιανναρά

93. Προσωπικότητα και Ολοκλήρωση του Λέο Μπουσκάλια

94. Το Είναι και το Μηδέν του Ζαν Πωλ Σαρτρ

95. Ο Χρυσόστομος και ο Νάρκισσος του Έρμαν Έσσε

96. Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη

97. Στον κήπου του επίκουρου του Ίρβιν Γιάλομ

98. Δοκιμές του Γεώργιου Σεφέρη

99. Μάκβεθ του Ουίλιαμ Σαίξπηρ

100. Το Εγώ και το Αυτό του Σίγκουντ Φρόυντ

Αυτή ήταν η εκτενέστατη λίστα μας! Εντοπίστε αυτά που σας αρέσουν, που σας ταιράζουν και αφήστε μας την γνώμη σας για το πως σας φάνηκε!

Μια επίσκεψη στο υπόγειο του Ντοστογιέφσκι

Ο Ντοστογιέφσκι έγραψε το «Υπόγειο» ή αλλιώς «Αναμνήσεις από το υπόγειο» το 1864, όταν επέστρεψε στη Ρωσία από το Παρίσι, χρεοκοπημένος από τη χαρτοπαιξία και βρήκε τη σύζυγό του Μαρία Ντιμιτρίεβνα ετοιμοθάνατη. Στο χρονικό διάστημα που της παραστάθηκε στο κρεβάτι του πόνου έγραψε αυτό το σπουδαίο έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, το οποίο ο ίδιος χαρακτήρισε «τραχύ» και «παράδοξο».Εκεί, έθεσε για πρώτη φορά το πρόβλημα της σύγκρουσης μεταξύ συναισθήματος και λογικής, το οποίο αποκορυφώθηκε στα κατοπινά του έργα. Μέσα σε λίγες σελίδες, ο συγγραφέας, μ’ έναν βαθιά φιλοσοφικό τρόπο, ξεγυμνώνει την ανθρώπινη σκέψη και ψυχή, την κομματιάζει αναλύοντάς την και τη ξανασυνθέτει εμβαθύνοντας στην ανθρώπινη ύπαρξη.


Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος, ο ήρωας βρίσκεται μέσα στο υπόγειο και τον γνωρίζουμε από τον μονόλογό του, ενώ στο δεύτερο μέρος βγαίνει από το υπόγειο και αφηγείται τρεις ιστορίες από την καθημερινότητά του. Ίσως αυτή η δομή του βιβλίου να μοιάζει ασύνδετη, ωστόσο τα δύο μέρη είναι απολύτως συνδεδεμένα και αναγκαία για να προσεγγίσει ο αναγνώστης την ψυχοσύνθεση του ήρωα και την υπαρξιακή του σύγκρουση. Η γλώσσα και το ύφος του συγγραφέα δημιουργούν καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης μια πνευματική και ψυχική υπερδιέγερση, αλλά και μια εκ βαθέων λογοτεχνική απόλαυση.

Ο συγγραφέας μας συστήνεται ως ένας συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος σαράντα χρόνων που αυτοπροσδιορίζεται ως άνθρωπος του Υπογείου, ως διανοούμενος, ως ένας «ποντικός» με υπερτροφική συνείδηση. Απέναντι στον άνθρωπο του Υπογείου, ο ήρωας μας αντιδιαστέλλει τον πρακτικό άνθρωπο της δράσης, αυτόν με την ελάχιστη συνείδηση που σταματά χωρίς βαθιά περίσκεψη μπροστά στο τοίχο που ορθώνεται μπρος του και υποτάσσεται με ανακουφιστική προθυμία σε όλα τα αξιώματα της επιστήμης και της κοινωνίας. Αυτοί που ανήκουν στη κατηγορία των πρακτικών ανθρώπων δύνανται να δρουν, καθώς όντας μετριότητες, παίρνουν τις πλησιέστερες αιτίες σαν αιτίες πρωτογενείς, και πείθονται ευκολότερα και γρηγορότερα βρίσκοντας κάποια βάση ακλόνητη για τη δράση τους. Ο άνθρωπος του υπογείου πάλι, σύνθετος και πολυεπίπεδος, μοιάζει αιώνια καταδικασμένος στην τύχη όλων των έξυπνων ανθρώπων, τη φλυαρία. Ο ήρωας μας απορρίπτει τις ρασιοναλιστικές θεωρίες της εποχής, κόντρα στον ακραιφνή ορθολογισμό που θα οδηγούσε σε μια ολότελα λογικά δομημένη, μα και ολότελα πληκτική κοινωνία, και προτάσσει την ανάγκη διαμόρφωσης της ελεύθερης βούλησης.


Ο ανώνυμος άνθρωπος του υπογείου προσπαθεί με την πρώτη πρόταση να αυτοπροσδιοριστεί.
«Είμαι άρρωστος…. Είμαι κακός. Δεν είμαι καθόλου ευχάριστος».
Για να μας πει παρακάτω:
«Όχι μόνο δεν μπόρεσα να γίνω κακός, μα δεν μπόρεσα να γίνω τίποτε. Ούτε κακός, ούτε τιποτένιος, ούτε τίμιος, ούτε ήρωας ή ένα τόσο δα ζωύφιο. Τώρα περνώ τα τελευταία χρόνια της ζωής μου εξοργισμένος απ’ τη σαρκαστική και τιποτένια αυτή παρηγοριά, πως ένας έξυπνος άνθρωπος δεν κατορθώνει ποτέ να πετύχει στον προορισμό του, μόνο ένας ηλίθιος το καταφέρνει.»
Από το πρώτο κεφάλαιο, λοιπόν, καταλαβαίνουμε την εσωτερική σύγκρουση του ήρωα και την ανάγκη του να μιλήσει για τον εαυτό του.
«Θα μιλήσω λοιπόν για μένα.»
Είναι σαράντα χρονών, πρώην δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος μετά από μια κληρονομιά παραιτήθηκε και αποσύρθηκε στο υπόγειό του, ζώντας είκοσι χρόνια απομονωμένος με τον υπηρέτη του, τον μοναδικό άνθρωπο που δέχεται δίπλα του παρ’ όλο που τον μισεί. Ξεκινά λοιπόν ένας μονόλογος-εξομολόγηση ή ένας διάλογος με τον αναγνώστη, ο οποίος προφανώς δίνει τροφή για πολλή σκέψη και γεννά πολλά φιλοσοφικά και υπαρξιακά ερωτήματα. Ο λόγος του είναι μια κραυγή απόγνωσης και πολύχρονης μοναξιάς. Επιτίθεται με δριμύτητα σε όλα τα πνευματικά ρεύματα και τις κοινωνικές θεωρίες της εποχής του, της Ρωσίας και της Ευρώπης. Η σκέψη του βροντάει σαν την ανυπόφορη σπάθα του αξιωματικού, ασυγκράτητη, αληθινή. Αμφισβητεί, μετανιώνει, αυτοτιμωρείται.
Διαχωρίζει τον πρακτικό άνθρωπο από τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Τους θέτει απέναντι στην προσβολή, στον εξευτελισμό, στην εκδίκηση. Ο πρακτικός άνθρωπος σταματά μπροστά στον τοίχο που θέτουν οι φυσικοί νόμοι, οι επιστήμες και τα μαθηματικά. Δέχεται απόλυτα το αξίωμα του «δύο και δύο κάνουν τέσσερα». Ο διανοούμενος, όμως, με την υπερτροφική του συνείδηση βλέπει τον τοίχο σαν πρόκληση, σαν πρόφαση ν’ αλλάξει δρόμο, αμφιβάλλει και βυθίζεται σαν τον ποντικό σε μία λάσπη από άλυτα ερωτήματα. Θέτει ξεκάθαρα λοιπόν τον εαυτό του απέναντι στην ορθολογική σκέψη.
«Θεέ μου τι μ’ ενδιαφέρουν εμένα οι νόμοι της φύσης και της αριθμητικής όταν οι νόμοι αυτοί μπορεί να μην μου αρέσουν. Δεν θα σπάσω φυσικά τον τοίχο με το κεφάλι μου αν δεν έχω τη δύναμη που χρειάζεται, μα δε θα υποκύψω μόνο και μόνο επειδή έχω μπροστά μου ένα πέτρινο τοίχο και δεν έχω τη δύναμη που χρειάζεται για να τον σπάσω.»
Στη συνέχεια κατηγορεί τον μορφωμένο άνθρωπο της εποχής του για υποκρισία και θέτει το θέμα της αυτογνωσίας και του αυτοσεβασμού.
«Μπορεί ένας άνθρωπος να σέβεται τον εαυτό του έχοντας συνείδηση του ξεπεσμού του;»

Τολμά να μιλήσει για τις ανθρώπινες αδυναμίες, τα πάθη, τα λάθη, την μετάνοια, την πλήξη για να καταλήξει στο αιώνιο ερώτημα. Τι είναι καλό και ωφέλιμο για τον άνθρωπο; Είναι ο κατάλογος που έχουν καταρτίσει όλοι οι στατιστικολόγοι, οι σοφοί και οι φιλάνθρωποι δηλαδή η ευμάρεια, ο πλούτος, η ελευθερία, η ανάπαυση; Εξημερώνει ο πολιτισμός τον άνθρωπο ή τον κάνει περισσότερο αιμοχαρή, αφού οι περισσότεροι αιμοχαρείς άνθρωποι ήταν πολύ πολιτισμένοι; Μπορεί ο ορθολογισμός και η επιστήμη να λύσουν όλα τα ζητήματα ώστε ο κόσμος να γίνει παράδεισος; Χαρακτηρίζει τον άνθρωπο σαν ον δίποδο, αχάριστο, ανήθικο και παράλογο, παραθέτοντας μεταξύ άλλων παραδειγμάτων από την ιστορία και την Κλεοπάτρα, η οποία αισθανόταν ευχαρίστηση να μπήγει χρυσές βελόνες στα στήθη των σκλάβων της γυναικών. Καταλήγει λοιπόν ότι:
«Ο άνθρωπος μόνο ένα πράγμα έχει ανάγκη. Να είναι η θέλησή του εντελώς ανεξάρτητη, όσο κι αν του στοιχίζει αυτή του η ανεξαρτησία, όσες κι αν είναι οι κακές συνέπειες που συνεπάγονται.»
Συνεχίζει τονίζοντας τη σπουδαιότητα της βούλησης στον άνθρωπο σε σχέση με τη λογική, υποστηρίζοντας ότι η θέληση είναι όλη η εκδήλωση της ζωής, δρα συνολικά με όσες δυνάμεις έχει μέσα της και συνειδητά ή ασυνείδητα ζει ακόμη κι όταν ξεγελιέται.
«Συμφωνώ, δύο και δύο κάνουν τέσσερα, είναι θαυμάσιο πράγμα, ε λοιπόν και τα δύο και δύο κάνουν πέντε, είναι καμιά φορά πιο χαριτωμένο.»
Αναφέρεται, επίσης, στη χρησιμότητα του πόνου στον άνθρωπο σαν αιτία συνείδησης. Δεν παραλείπει ωστόσο να επιτεθεί στο πολιτικό καθεστώς της Ρωσίας, το οποίο παρομοιάζει με κρυστάλλινο παλάτι και αναρωτιέται με καυστική ειρωνεία αν ο άνθρωπος που ζει σ’ αυτό θα ήταν προτιμότερο να ξαναγυρίσει στις βελόνες.
«Προσέξτε τώρα: στη θέση του παλατιού, ας υποθέσουμε πως βρίσκεται ένα κοτέτσι, και αρχίζει να βρέχει είναι πολύ πιθανό να μπω μέσα στο κοτέτσι για να μη βραχώ μα δε θα πάρω ποτέ το κοτέτσι για παλάτι από ευγνωμοσύνη, επειδή με προστάτεψε από τη βροχή. Γελάτε. Λέτε μάλιστα πως σε μια τέτοια περίσταση, κοτέτσι και παλάτι είναι το ίδιο. Ναι, θα απαντήσω, αν ζει κανείς μόνο για να μη βρέχεται…. Έπειτα, ξέρετε, είμαι βέβαιος ότι εμείς που κατοικούμε στα υπόγεια, είναι ανάγκη να μας κρατούν σαν μαντρόσκυλα, καλά δεμένους. Γιατί μολονότι είμαστε ικανοί να μείνουμε σαράντα χρόνια στην τρύπα μας χωρίς να πούμε λέξη, ωστόσο όταν βγαίνουμε στο φως της μέρας, μιλάμε ακατάπαυστα.»

Η νεανική του εκδοχή , στο δεύτερο μέρος, αποτελεί μια παρωδία του κλασσικού μοτίβου του ρομαντικού ήρωα που απαντάται στα ρώσικα μυθιστορήματα, είναι εύθικτος, μορφωμένος, δειλός, εμπνεόμενος από υψηλές ιδέες και ιδανικά, οι δε χαρακτήρες με τους οποίους αλληλεπιδρά απεικονίζουν τη παθογένεια και την υποκρισία της σύγχρονής του Ρώσικης κοινωνίας. Ο συγγραφέας κοιτά βαθιά μέσα στον ήρωα του, μια γκροτέσκα εκδοχή του εαυτού του και των λογοτεχνικών ηρώων του, τον αποδομεί και καρατομεί με τον πιο λεπτό τρόπο την πνευματική και ηθική του ακεραιότητα, τη μισάνθρωπη στάση του απέναντι στην κοινωνία.
Ο συγγραφέας σκιαγραφεί την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του ήρωά του, μέσα από την απολύτως ειλικρινή εξιστόρηση κάποιων γεγονότων της ζωής του και χωρίς να φοβάται την αλήθεια, ψυχογραφεί σε βάθος την ανθρώπινη φύση.
«Στις αναμνήσεις κάθε ανθρώπου υπάρχουν πράγματα που δεν τα εμπιστεύεται σ’ όλο τον κόσμο, αλλά μόνο στους φίλους του. Υπάρχουν άλλα που δεν τα εμπιστεύεται στους φίλους του, τα λέει μοναχά στον εαυτό του, κι αυτό στα κρυφά. Και τέλος, υπάρχουν κι εκείνα που ο άνθρωπος φοβάται να τα ομολογήσει και στον ίδιο του τον εαυτό.»
Στις ιστορίες που μας εμπιστεύεται ο ήρωας μας είναι νέος 24 ετών, υπάλληλος στο υπουργείο, αλλά η ζωή του είναι θλιβερή, μοναχική σαν του άγριου ζώου. Οι χαρακτήρες που αλληλεπιδρά καθρεπτίζουν την Ρώσικη κοινωνία με όλη της την υποκρισία και την παθογένεια. Είναι έξυπνος, μορφωμένος με υψηλές αξίες και ιδανικά, αλλά δειλός, εσωστρεφής και χαμηλώνει πάντα τα μάτια μπροστά σε κάθε άνθρωπο που γνωρίζει. Έχει έναν υπέρμετρο εγωισμό που τον κάνει να νοιώθει ότι δεν μοιάζει με κανέναν.
«Εγώ είμαι ο ένας, κι αυτοί είναι η ολότητα.»
Ωστόσο υποτιμά τον εαυτό του, επειδή η συμπεριφορά του δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του, με αποτέλεσμα να βιώνει μια συνεχή εσωτερική σύγκρουση. Σιχαίνεται λοιπόν και περιφρονεί όλους τους συναδέλφους του και τους ανθρώπους της εποχής του, θεωρώντας τους σαχλούς, επιδειξιομανείς, ανόητους, αρνιά από το ίδιο κοπάδι. Μοναδικό του καταφύγιο το διάβασμα. Πνίγει με ξένες εντυπώσεις ό,τι βράζει μέσα του. Η πλήξη όμως και τα δυνατά του πάθη τον οδηγούν στην κραιπάλη.
Μια νύχτα, περνώντας έξω από μία ταβέρνα, είδε έναν καυγά και έναν άντρα να τον πετούν απ’ το παράθυρο. Ζήλεψε και μπήκε μέσα για να ζήσει το ίδιο. Δεν τόλμησε όμως να προκαλέσει κανέναν και το χειρότερο ήταν πως ένας αξιωματικός, ο οποίος προφανώς συμβολίζει τη Ρώσικη αριστοκρατία, τον περιφρόνησε σαν να ήταν κουνούπι. Ο εξευτελισμός που ένοιωσε γέμισε την ψυχή του μίσος και θυμό. Έμαθε τα πάντα γι’ αυτόν και προσπάθησε να βρει το ηθικό θάρρος που του έλειπε, για να τον αντιμετωπίσει. Για χρόνια έβλεπε τον αξιωματικό στο δρόμο.
«Έκανε τόπο να περάσουν οι στρατηγοί και οι επίσημοι, και γλιστρούσε κι αυτός σαν χέλι ανάμεσά τους μα όταν επρόκειτο γι’ ανθρώπους σαν κι εμένα ή κατά τι καλύτερους, κυριολεκτικά μας κουρέλιαζε: ερχόταν γραμμή καταπάνω μας, σαν να’ χε το κενό μπροστά του, και για κανένα λόγο δεν υποχωρούσε ούτε μία σπιθαμή. Μεθούσα απ’ την κακία μου κοιτάζοντάς τον, και… λυσσώντας, παραμέριζα μπροστά του.»

Υπέφερε και έβαλε σκοπό να εξισωθεί μαζί του, να μην ξαναϋποχωρίσει πρώτος. Δανείστηκε χρήματα για να βελτιώσει την εμφάνισή του, και αποφασισμένος βγήκε στο δρόμο. Το μόνο που κατάφερε ωστόσο ήταν να βρεθεί κάτω από τα πόδια του αξιωματικού, εξευτελισμένος όσο ποτέ. Ως εκ θαύματος, την επομένη νύχτα, που είχε αποφασίσει να παραιτηθεί από τον σκοπό του, σκόνταψε πάνω του ώμο με ώμο και δεν υποχώρησε ούτε σπιθαμή. Έσωσε την αξιοπρέπειά του δείχνοντας μπροστά σ’ όλο τον κόσμο την κοινωνική του ισότητα. Μετά την κραιπάλη βρισκόταν ολότελα στον πάτο. Ένοιωθε αηδία, μεταμέλεια και ξεκινούσε μια οδυνηρή εσωτερική ανάλυση. Έπειτα κατέφευγε στα όνειρα. Ονειρευόταν το «ωραίο και υψηλό», τον κόσμο όπως ήθελε να είναι, γινόταν ήρωας, βρισκόταν πιο ψηλά απ’ όλους. «Όλοι είναι σκουπίδια μπροστά μου και είναι υποχρεωμένοι να αναγνωρίζουν, θέλοντας και μη, την τελειότητά μου και τότε συγχωρώ όλο τον κόσμο.»
Μέσα σ’ αυτήν την απόλυτη ευτυχία, γέμιζε πίστη και ελπίδα. Η ψυχή του πλημμύριζε από αγάπη και ένοιωθε την ανάγκη να σφίξει στην αγκαλιά του ολόκληρη την ανθρωπότητα. Του αρκούσε μόνο εκείνη τη στιγμή, να είχε δίπλα του έστω και έναν άνθρωπο. Έτσι αποφάσιζε να επισκεφτεί τους μοναδικούς δύο γνωστούς του. Τον προϊστάμενό του και έναν παλιό συμμαθητή του, τον Σιμόνοφ, γεγονός ωστόσο που τον προσγείωνε δυσάρεστα στην πραγματικότητα, με τις ανόητες και πληκτικές συζητήσεις τους.
Σε μία επίσκεψη στον Σιμόνοφ, όπου περισσότερο τον έσπρωξε η μοναξιά, συνάντησε άλλους δύο παλιούς συμμαθητές του, οι οποίοι τον υποτιμούσαν για την κοινωνική του ασημαντότητα. Συζητούσαν για ένα αποχαιρετιστήριο γεύμα που ήθελαν να προσφέρουν την επομένη, προς τιμήν του Ζβερκόφ, ενός αξιωματικού παλιού συμμαθητή τους. Χωρίς να το πολυσκεφτεί ο ήρωάς μας, αυτοπροσκλήθηκε για να τους εκμηδενίσει, αφού εκτός από την αντιπάθεια που έτρεφε για τους παρόντες, τον συνέδεε με τον Ζβερκόφ μια παλιά διαμάχη και τον θεωρούσε υποκριτή και αχρείο. Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας, μέσα από μια εφιαλτική νύχτα του ήρωά του, μας γνωστοποιεί την παιδική και εφηβική του ηλικία, αποδομώντας συγχρόνως το εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής του και αγγίζοντας τα μύχια της πληγωμένης ψυχής του.
«Όλη τη νύχτα οι αναμνήσεις της ζωής της φυλακής που έκανα στο σχολείο, μου βάραιναν το μυαλό και δεν μπορούσα να τις διώξω. Μακρινοί συγγενείς από τους οποίους εξαρτιόμουν και δεν ήξερα τι απόγιναν από τότε, με είχαν χώσει σ’ αυτό το σχολείο – ορφανό, αποβλακωμένο από τα μαλώματά τους, σκεφτικό, σ’ αυτήν την ηλικία, σιωπηλό με άγριο βλέμμα. Οι συμμαθητές μου με υποδέχθηκαν με σαρκασμούς μοχθηρούς και ανελέητους, γιατί δεν έμοιαζα με κανέναν τους. Μα δεν μπορούσα να υποφέρω τις κοροϊδίες. Τους σιχάθηκα αμέσως και κλείστηκα στον εαυτό μου, μέσα στη σκοτεινή μου περηφάνια, πονεμένος και φοβισμένος. Η προστυχιά τους με αναστάτωνε. Κορόιδευαν αναιδέστατα το πρόσωπό μου, την αδέξια στάση μου. Και όμως, πόσο βλακώδη ήταν τα δικά τους μούτρα! Στο σχολείο η έκφραση των προσώπων μας γινόταν ολότελα κουτή, άλλαζε. Πόσο ωραία παιδιά μπαίνανε σ’ αυτό! Και μέσα σε λίγα χρόνια λυπόσουν να τα βλέπεις… Ήταν διεφθαρμένα ως το κόκκαλο. Και χωρίς άλλο, η διαφθορά τους προερχόταν από την αδιαντροπιά των μεγάλων… Για να αποφύγω τις κοροϊδίες τους, άρχιζα να εργάζομαι όσο μπορούσα περισσότερο, διάβαζα βιβλία που εκείνοι δεν μπορούσαν να διαβάσουν… Με τα χρόνια ένοιωσα μέσα μου την ανάγκη ενός φίλου, μα η ψυχή μου ήταν πια δεσποτική… Η πρώτη μου δουλειά όταν τελείωσα το σχολείο, ήταν να εγκαταλείψω την ειδική αυτή τέχνη για την οποία προετοιμαζόμουν, να σπάσω όλους τους δεσμούς, να καταραστώ το παρελθόν και να ρίξω στάχτη πάνω τους… Να πάρει ο διάβολος! Ύστερα απ’ όλα αυτά, πως μου κάπνισε να πάω να βρω τον Σιμόνοφ!»
Παρ’ όλα αυτά πήγε στο γεύμα, το οποίο αποδείχθηκε ανυπόφορο και εξευτελιστικό. Εκτός του ότι περίμενε μία ώρα, αφού είχαν αλλάξει το ραντεβού και δεν τον ειδοποίησαν, κατά τη διάρκεια της βραδιάς, τον περιφρονούσαν για την κοινωνική και οικονομική του θέση και αγνοούσαν την παρουσία του παρ’ όλες τις προσπάθειες που έκανε για να τον προσέξουν. Μέθυσε, ταπεινώθηκε και γεμάτος θυμό, μετά από μια εσωτερική πάλη της λογικής με το συναίσθημα, αποφάσισε να πάει να τους βρει στον οίκο ανοχής που συνέχισαν τη βραδιά τους. Καμία ανθρώπινη δύναμη δεν μπορούσε να τον εμποδίσει. Δυστυχώς όμως η παρέα του είχε φύγει. Η αγωνία και ο θυμός που έβραζε μέσα του γύρευαν διέξοδο.
Την βρήκε στο πρόσωπο της Λίζας, μιας νεαρής πόρνης που γνώρισε εκεί. Ξέσπασε πάνω της όλη τη συναισθηματική του ένταση, παρουσιάζοντας με τον πιο ωμό και σκληρό τρόπο την κατάστασή της. Τη φθορά και την σαπίλα που την περιέβαλαν, ακόμα και τον μελλοντικό εξευτελιστικό θάνατο της. Στην πορεία της συζήτησης ωστόσο, και μέσα απ’ τα λόγια του, έβλεπε να έρχεται ένας σκοπός. Να παροτρύνει αυτή τη γυναίκα ν’ αλλάξει ζωή, να τη σώσει απ’ την σκλαβιά της. Της μίλησε με τρυφερότητα για την αληθινή αγάπη, για τον ευτυχισμένο γάμο, την ομορφιά της ζωής, που εκείνη δεν θα ζήσει ποτέ αν παραμείνει πόρνη. Η δύναμη των λόγων του λύγισε τη Λίζα. Της έδωσε τη διεύθυνσή του και την άφησε βυθισμένη στη ντροπή και την απελπισία. Την επόμενη μέρα, μετάνιωσε για την συμπεριφορά του και τον κυρίεψε ο φόβος της επίσκεψης της Λίζας στο σπίτι του. Της παρουσιάστηκε σαν ήρωας και τον αναστάτωνε η σκέψη ότι θα έβλεπε τη φτώχεια του, την πραγματική κατάστασή του και το ζώο τον υπηρέτη του. Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε την ιδιόρρυθμη και εξαρτημένη σχέση που έχει με τον υπηρέτη του, έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, τον οποίο μισεί και σιχαίνεται, αλλά η ύπαρξή του είναι χημικά ενωμένη με τη δική του. Ο φόβος του έγινε πραγματικότητα, αφού η Λίζα τον επισκέφτηκε ξαφνικά, σε μια δύσκολη στιγμή που καυγάδιζε μαζί του. Με την κουρελιασμένη του ρόμπα, ρεζιλεμένος και εκμηδενισμένος μπροστά της, σε μια νευρική κρίση αλήθειας, της εξομολογήθηκε τα γεγονότα όπως συνέβησαν. Της έδειξε τον πραγματικό του εαυτό, κι εκείνη αντί να φύγει, ένοιωσε τη δυστυχία του και τον παρηγόρησε. Οι ρόλοι ξαφνικά άλλαξαν, εκείνη ήταν η ηρωίδα και αυτός ο ταπεινωμένος. Το αίσθημα της κυριαρχίας και της εκδίκησης, τον έσπρωξαν να την κάνει δική του και να της βάλει μετά στη χούφτα το χαρτονόμισμα.
«Για μένα αγάπη θα πει να τυραννάς και να κυριαρχείς στην ψυχή του άλλου… Γιατί η προσβολή είναι ένας εξαγνισμός, είναι ο πιο οδυνηρός και ο πιο καυτερός πόνος για να γνωρίσει κανείς την πραγματικότητα.»
Όταν ωστόσο αργότερα είδε το χαρτονόμισμα στο τραπέζι, έτρεξε να την προλάβει αλλά μάταια. Σεβόταν τόσο λίγο τους ανθρώπους, που δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα φερόταν έτσι. Γύρισε στο δωμάτιό του μισοπεθαμένος από τον ηθικό πόνο.
«Γιατί όλοι έχουμε ξεσυνηθίσει σε τέτοιο βαθμό τη ζωή, που σε μερικές στιγμές αισθανόμαστε κάποια αηδία για την πραγματική ζωή και για τούτο την αποστρεφόμαστε όταν μας την θυμίζουν. Καταντήσαμε να θεωρούμε «την πραγματική ζωή» σαν αγγαρεία, σχεδόν σαν επάγγελμα, και όλοι μέσα μας είμαστε της γνώμης ότι είναι προτιμότερο να ζει κανείς τη ζωή των βιβλίων… Βαριόμαστε ακόμη και που είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι με σάρκα και οστά αληθινά, ντρεπόμαστε γι αυτό και το θεωρούμε ατιμία μας. Γυρεύουμε να γίνουμε ένας τύπος γενικού ανθρώπου που δεν υπήρξε ποτέ. Είμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθούμε και χρόνια μας γεννούν πατέρες που δεν είναι ζωντανοί, μια κατάσταση που μας ευχαριστεί όλο και πιο πολύ. Σε λίγο, θα επινοήσουμε κάποιο τρόπο να γεννιόμαστε από μια ιδέα. Μα δε θέλω πια να γράψω μέσα στο «υπόγειο»…»

Πηγές: http://logoteckyklos.blogspot.com/2018/02/blog-post_28.html

 https://frapress.gr/2015/10/mia-gnorimia-ipogio-tou-ntostogiefski/

The English Game και η γέννηση του επαγγελματικού ποδοσφαίρου

Ίσως το γεγονός ότι η σειρά περιστρέφεται γύρω από ένα άθλημα που αν και τόσο αγαπητό από την πλειονότητα του κόσμου, διαθέτει ταυτόχρονα και φανατικούς πολεμίους, να αποθάρρυνε μερικούς να την παρακολουθήσουν. Όσο διστάζουν οι φίλοι του ποδοσφαίρου να αφιερωθούν σε μια ιστορική ανασκόπησή του στον μακρινό 19ο αιώνα, άλλο τόσο οι μη υποστηρικτές του κουράζονται να χαραμίσουν ένα ταξίδι στο χρόνο για να πληροφορηθούν πως γεννήθηκε ένα άθλημα που παρά την αναγνωρισμένη αξία του σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει κατηγορηθεί για πολλά κακώς κείμενα. Ωστόσο, και οι δυο αυτές πλευρές μπορούν να ρίξουν νερό στο κρασί τους, όταν πρόκειται για μια, αρκετά πιστή, μεταφορά στην μικρή οθόνη μιας συναρπαστικής ιστορίας που αναδεικνύει τις συνθήκες μιας εποχής μακριά μεν από τη δική μας, με ανθρώπους, όμως που μοιράζονταν παρόμοιες ανάγκες και αξίες.

Το έργο μας μεταφέρει στο Ηνωμένο Βασίλειο περί τα τέλη του 19ου αιώνα. Το ποδόσφαιρο δεν ήταν κάτι άγνωστο σε εκείνο το σημείο. Το άθλημα είχε πάρει σάρκα και οστά, είχαν οριστεί οι κυριότεροι εκ των κανόνων του, ενώ είχε κιόλας από το 1871 ξεκινήσει η διοργάνωση του FA Cup, της πρώτης διασυλλογικής διοργάνωσης στην ιστορία, στην οποία συμμετείχαν 100 ομάδες. Εξ αυτών, μέχρι το 1884 νικήτριες ήταν οι ομάδες που προέρχονταν από την αστική τάξη. Οι ομάδες αυτές, πλην του γεγονότος ότι λόγω της κοινωνικής θέσης και το εισοδήματός τους διέθεταν περισσότερους πόρους και χρόνο για να αφιερώσουν στην προπόνηση, κατείχαν καίριες θέσεις στις αθλητικές επιτροπές της εποχής εκείνης. Ήταν, με λίγα λόγια, εκείνοι που όριζαν τόσο τους κανόνες της αγοράς όσο και τους κανόνες του ποδοσφαίρου. Το τελευταίο ήταν για αυτούς μια απόλαυση που τους συνέδεε με τα κολεγιακά τους χρόνια, όχι ένα άθλημα για τις κατώτερες τάξεις. Υιοθετούσαν μια ελιτιστική προσέγγιση και κατέκριναν τα ταπεινά ένστικτα της μάζας, την τυφλή και παρωπιδική προσήλωσή τους στο ποδόσφαιρο, πόσο μάλλον το γεγονός ότι κάποιες φορές λάμβαναν αμοιβή για να παίζουν.

Από την άλλη πλευρά, στέκονταν νέες ομάδες που προέβαλαν από εργοστάσια, βιοτεχνίες και νηματουργεία, στις οποίες συμμετείχαν ως επί το πλείστον αφιλοκερδώς οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις αυτές. Και εδώ ξεκινά η ιστορία μας, πίσω από λίγο βαμβάκι και την ευφυή ιδέα ενός αφεντικού νηματουργείου στο Ντάργουεν να φέρει δυο εργάτες- παίκτες από την Γλασκώβη να δουλέψουν για αυτόν και να παίξουν ποδόσφαιρο στην ομάδα της επιχείρησής του. Οι παίκτες αυτή που έμελε να μείνουν χαραγμένοι στις σελίδες του ποδοσφαίρου ήταν ο Φέργκους Σκούτερ και ο Τζέιμι Λοβ. Αυτοί και η ομάδα τους καλούνται να συναγωνιστούν τους έμπειρους και πλούσιους Ολντ Ετόνιανς. Από εκεί και έπειτα, η σειρά αποτυπώνει με τον ευαγέστερο τρόπο την Αγγλία της ύστερης Βικτωριανής περιόδου που πάλλεται, την κοινωνική ανισότητα Βορρά και Νότου, τις εργατικές κινητοποιήσεις. Συγχρόνως όμως, τρυπώνουν και οι ιστορίες ζωής των ηρώων. Μια από αυτές είναι και εκείνη του Άρθουρ Κίνερντ, ποδοσφαιριστή στους Ολντ Ετόνιανς, γιο τραπεζίτη και πρωτοπόρο του αθλήματος, ο οποίος αποτέλεσε τον μακροβιότερο Πρόεδρο στην ιστορία της Αγγλικής Ομοσπονδίας.

Μια κοινωνία σε παρακμή που συνεχίζει όμως να ελπίσει, η αντιπαράθεση μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων, οι σχέσεις των δύο φύλων, η θέση της γυναίκας, η σημασία του ποδοσφαίρου στη ζωή των απλών ανθρώπων, είναι η κύρια θεματική ενός σήριαλ που μιλά πολύ πέρα από το ποδόσφαιρο, που μας μεταδίδει υπό τον ήχο της σφυρίχτρας τον σφυγμό μιας ολόκληρης εποχής και μιας Αγγλίας που σταδιακά μεταβαλλόταν, εισερχόμενη στον 20ο αιώνα. Τα προσωπικά δράματα τον πρωταγωνιστών, οι αγωνίες που νιώθουν, οι ανησυχίες, η πίστη τους στην σωτηρία τους από την άθλια αυτή πραγματικότητα μέσω της πρόσκαιρης “νάρκωσης” που τους χάριζε η παρακολούθηση ενός αγώνα και η στιγμιαία αλλά βαθιά ικανοποίηση με τη δικαίωση της ομάδας τους δεν ανήκουν τόσο στο παρελθόν όσο θα θέλαμε να φανταζόμαστε, αλλά υφίστανται και θα συνεχίσουν να υπάρχουν.

Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές, με αυτή, κατά την γνώμη μας, του Φέργκους Σκούτερ, τον οποίο υποδύεται ο Κέβιν Γκούτρι, να ξεχωρίζει. Ο τρόπος με τον οποίο ο ηθοποιός απέδωσε την φλόγα και το πάθος του πρώτου επαγγελματία ποδοσφαιριστή στην ιστορία ήταν καθηλωτικός. Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει τα εύσημα που αποδίδονται στον σκηνοθέτη Τζούλιαν Φέλλοους που μάστερ στα έργα εποχής ήδη από τον Πύργο του Ντάουταουν, κατόρθωσε με αριστοτεχνικό τρόπο να μας μεταφέρει σε μια εποχή όπου οι παίκτες φορούσαν αλλόκοτες στολές, έπαιζαν τεράστιες δερμάτινες μπάλες, τέρματα με μόνο κάθετα δοκάρια και μια κλωστή, πολύ ψηλά, αντί για οριζόντια, έκαναν σκληρά μαρκαρίσματα και έδιναν τα πάντα για μια νίκη.

Παράλληλα, στην σειρά αναδεικνύονται και κάποια μελανά σημεία που από τότε αναδύθηκαν στο ποδόσφαιρο. Πέρα από την επιθετικότητα και την έλλειψη σεβασμού μεταξύ των παικτών, τον παραμερισμό των αξιών τους στο βωμό των μεγαλύτερων χρηματικών απολαβών και της μεταξύ τους ανταγωνιστικότητα, θίγει σε αδρές μεν γραμμές τον φανατισμό και τον χουλιγκανισμό. Τον αποδοκιμάζει, σαφώς, αλλά δείχνει πως τότε είχε ίσως ταξικές καταβολές, κάτι που στις μέρες μας, όχι μόνο δεν ισχύει, αλλά είναι και σαν σκέψη αποδοκιμαστέα.

Για όσους λοιπόν αγαπάτε το ποδόσφαιρο, για όσους τρελαίνεστε με την ιστορία και για όσους είστε λάτρεις των ταινιών εποχής, η συγκεκριμένη σειρά έχει πολλά να σας προσφέρει. Σε μόλις 6 επεισόδια θα σας ταξιδέψει στην Βικτωριανή Αγγλία, στα γήπεδα της εποχής αλλά και στην ζωή των ηρώων της με έναν τρόπο συναρπαστικό. Για όσους προλάβατε να την δείτε, παραθέτουμε την πραγματική ιστορία των ομάδων και των πρωταγωνιστών, απαλλαγμένη από τους καλλωπισμούς του έργου.

Το 1879, πράγματι, η Ντάργουεν έπαιξε την Ολντ Ετόνιανς «στα ίσα», όταν οι δύο ομάδες συναντήθηκαν στον τέταρτο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας. Αλλά, δεν κατάφερε να την αποκλείσει. Μάλιστα, εκείνη τη χρονιά ο Κινέρτ και οι συμπαίκτες του κατέκτησαν το τρόπαιο. Το πρώτο ματς έληξε ισόπαλο 5-5, αν και οι εργάτες είχαν βρεθεί να χάνουν με 5-1. Οι Ολντ Ετόνιανς αρνήθηκαν να παίξουν παράταση, και ο επαναληπτικός έπρεπε να διεξαχθεί στο γήπεδο της Ντάργουεν. Εκείνη, όμως, δέχτηκε να ταξιδέψει ξανά στο Λονδίνο, με αντάλλαγμα 25 λίρες. Ούτε το δεύτερο παιχνίδι έβγαλε νικητή (2-2). Και στο τρίτο, πάλι στην έδρα της Ολντ Ετόνιανς, ηττήθηκε με 1-0. Η Ολντ Ετόνιανς, όντως, έχασε το Κύπελλο του 1883. Αλλά, όχι από την Ντάργουεν. Από την Ολίμπικ του Μπλάκμπερν (2-1). Αυτή ήταν η πρώτη ομάδα της εργατικής τάξης που κατέκτησε τον τίτλο, και δεν είχε τον Σούτερ στη σύνθεσή της. Ο Σκωτσέζος αποχώρησε από την Ντάργουεν το 1880, όμως πήγε στη Ρόβερς (του Μπλάκμπερν), όχι στην Ολίμπικ. Η Ρόβερς αναμετρήθηκε με τους Ολντ Ετόνιανς σε τελικό (1882), με τον Σούτερ στην ενδεκάδα, όμως δεν νίκησε. Ηττήθηκε από τους αριστοκράτες με 1-0. Ο Σούτερ ευτύχησε, τελικώς, να σηκώσει το Κύπελλο (τρεις φορές, μάλιστα), αλλά ποτέ εναντίον των Ολντ Ετόνιανς. Οταν ο Σούτερ πήγε στην Ντάργουεν, δεν πήρε μαζί του τον Λαβ. Τον βρήκε εκεί. Κι όταν έφυγε (1880), δεν το έκανε επειδή η Ρόβερς του προσέφερε περισσότερα χρήματα. Είχε αφήσει έγκυο μια γυναίκα και, λίγο πριν από τη γέννηση του παιδιού, εξαφανίστηκε από την πόλη για να γλιτώσει το σκάνδαλο. Ολοκλήρωσε την καριέρα του το 1888 (στα 28), κι άνοιξε παμπ στο Μπλάκμπερν. Ο Λαβ (ήταν εξαιρετικός σκόρερ) δεν ακολούθησε τον Σούτερ στο Μπλάκμπερν. Κατετάγη στο Βασιλικό Ναυτικό και πέθανε, πολύ νέος, από ξαφνική ασθένεια στην Αίγυπτο. Ο Κινέρτ, ο αρχηγός των Ολντ Ετόνιανς, ήταν… «τσεκούρι» από τα λίγα. Κι ας τον έλεγαν «Λόρδο». Υπήρξε ρέκορντμαν συμμετοχών σε τελικό Κυπέλλου Αγγλίας. Οταν αποσύρθηκε από τη δράση, έγινε πρόεδρος της αγγλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας. Κατείχε τη θέση αυτή επί 33 χρόνια (1890-1923). Πέθανε τη χρονιά που εγκαινιάστηκε το «Ουέμπλεϊ».

Πηγή: Protagon.gr

Τα ματωμένα χώματα, ένα “ιστορικό λογοτέχνημα” της Διδούς Σωτήριου

«Ένα μικρό κορίτσι ξεκινάει απ’ τ’ ανώμαλα καλντερίμια μιας επαρχιακής πόλης της Μικρασίας, που λέγεται Αϊντίνι. Το μελαχρινό πρόσωπό του με τα μαύρα μάτια το πλαισιώνουν ολόξανθες μπούκλες που πέφτουν καλαίσθητα, κάτω από ένα ροζ, ανάλαφρο καπελάκι, χαρωπό σύμβολο μιας ρόδινης , ξένοιαστης ζωής. Εκείνες οι παιδιάστικες μπουκλίτσες , που ήταν απαλές σαν μετάξι κι έλαμπαν σαν το χρυσάφι στον ήλιο, έδιναν στο χλωμό κοριτσίστικο πρόσωπο μια παράξενη χάρη, μια υπόσχεση, μια ελπίδα… Η μικρή, που άφηνε πρόωρα, τον ξέγνοιαστο παιδιάτικο κόσμο της και ξεκινούσε ανυπόμονη για τη μεγάλη περιπέτεια της ζωής, ήμουν εγώ η ίδια, η Διδώ.

 Γεννήθηκα σε μια ζεστή χώρα που οι γιαγιάδες βάζουν τον “Μάρτη” στα χεράκια των παιδιών, στη Μικρά Ασία, στο Αϊντίνιον. Χώματα ευλογημένα., καρπερά, χορτάτα από βλάστηση .Όπου έβαζες ένα κλαράκι ξεραμένο έβγαζε φύλλα. Σαν άνοιγες την Κυριακή τις πόρτες των σπιτιών , αντάμωνες έναν κόσμο δουλευτάδων με την καθαρή του αλλαξιά, το γιορτινό του τραπέζι, το ρακί του, το μερτικό του στη χαρά και άσβηστο τον πόθο να λυτρωθεί απ’ τη ραγιαδοσύνη. Αυτή η γη η εύφορη, η όμορφη, όπου οι Μικρασιάτες μέχρι τον πόλεμο είχαν τα πάντα στα χέρια τους, είναι η γη μου. Κι ύστερα πέρασε πάνω απ’ αυτή τη χώρα ο πόλεμος και ο ξεριζωμός …

Γι’ αυτή λοιπόν την πατρίδα μου, την αγαπημένη Μικρασία, μιλούν τα Ματωμένα Χώματα. Προσπάθησα αρχικά να ζωγραφίσω με χρώματα όμορφα μα και φοβερά μαζί μια πλατιά τοιχογραφία : τη σκληρή ζωή των Ελλήνων χωρικών της Μικράς Ασίας και την ειρηνική συνύπαρξή τους με τους Τούρκους αγρότες. «Κείνοι που έζησαν μέσα στη θύελλα φεύγουν ένας-ένας κι η ζωντανή μαρτυρία τους χάνεται. Χάνονται οι λαϊκοί θησαυροί ή μπαλσαμώνονται στα ιστορικά αρχεία. ˝Απ’ του πεθαμένου το μάτι, μην περιμένεις δάκρυ˝ λέει μια μικρασιατική παροιμία. Γι’αυτό έσκυψα στις μνήμες των ζωντανών .Ακούμπησα μ’ αγάπη και πόνο τ’ αυτί στις καρδιές τους, εκεί που κρατούν τις θύμησες, όπως στο κονοστάσι τα βάγια και τα στέφανα».

Οι πρωταγωνιστές μιας εποχής συνταρακτικής, ακόμα και οι απλοί αυτόπτες μάρτυρες, όταν πάψουν να βρίσκονται στο προσκήνιο, νιώθουν την ανάγκη κάποιας μεγαλύτερης ειλικρίνειας, είτε απομνημονεύματα γράφουν ή αφηγήσεις κάνουν. Κι επωφελήθηκα από τη νηφαλιότητά τους, όπως και από τις κραυγές της οργής τους μπρος στο “συμμαχικό εμπαιγμό”, που πήρε την έκταση εθνικής συμφοράς στη Μικρασία. Το αίμα, αχ το αίμα, τι άδικο, ξεχνιέται και μένει το μελάνι. Κι αυτό το μελάνι πρέπει να μιλήσει, γιατί πρέπει κάπου να ζούνε αυτοί οι άνθρωποι… ».  Για μένα «λογοτεχνία είναι να υπηρετείς την ιστορία και τη ζωή. Να βάλεις να κατοικήσει μέσα στο βιβλίο η ζωή». Αυτό προσπάθησα να κάνω . Εσύ ο αναγνώστης θα κρίνεις αν τα κατάφερα.

Πρόκειται για  «Βίβλο της σύγχρονης εξόδου του Μικρασιάτικου Ελληνισμού», ένα βιβλίο υπερεθνικό… Πολλά βιβλία περιγράφουν τη μικρασιατική καταστροφή, κανένα όμως όπως τα Ματωμένα Χώματα. Η Διδώ Σωτηρίου με αυτό το έργο της παρουσιάζει τη μικρασιατική καταστροφή, αλλά και την προηγούμενη εποχή ,της ειρήνης ,με την προσωπική της ματιά, καθώς υπήρξε γέννημα της μικρασιατικής γης και έζησε από κοντά τα γεγονότα. Κρατά λοιπόν μια πιο αντικειμενική, αλλά και πιο σοφή ίσως στάση απέναντι στην ελληνοτουρκική διαμάχη. Τα «Ματωμένα χώματα» είναι ένα έντιμο βιβλίο γιατί πείθει για το δράμα και των δύο λαών, χωρίς ακρότητες και εθνικές προκαταλήψεις, παρόλο που η ματιά της Διδώς Σωτηρίου είναι καθαρά ελληνοκεντρική.

Μέσα στην επική ατμόσφαιρα του βιβλίου αυτού, που είναι ένα βιβλίο «Πολέμου και Ειρήνης» της Ελλάδας αντί να αναζωπυρώνεται το μίσος, ζωντανεύει το ανθρώπινο δράμα όλων των μικρών λαών που σφαγιάζονται στο βωμό των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων. Για τη Διδώ Σωτηρίου δεν υπάρχουν Έλληνες και Τούρκοι. Υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν το ίδιο, που αντιδρούν στα γεγονότα κατά τον ίδιο, πανομοιότυπο σχεδόν τρόπο, και ζούνε με το ιδανικό της απλής, ήρεμης και ειρηνικής ζωής. Και όμως, οι άνθρωποι αυτοί, κάτω από συνθήκες που δημιουργεί ο πόλεμος, χάνουν τον ανθρωπισμό τους, μεταβάλλονται, χωρίς να το αντιληφθούν οι ίδιοι, σε πραγματικά κτήνη. Ο μεγάλος υπεύθυνος για την τραγωδία του Μικρασιατικού λαού, για τη συγγραφέα, είναι ο πόλεμος και τα συμφέροντα που τον υποκινούν. Και εναντίον του στρέφεται.

 Τα «Ματωμένα χώματα» είναι ένα «έντιμο βιβλίο», «σεισμική δόνηση». Μυθιστόρημα που «τσούζει. Ζεματάει. Καίει. Τιμωρεί. Έχει ψυχή ανθρώπινη. Οργή λαού. Πόνο εθνικό» «Κάστρο σωστό λόγου, ενάντια στον καιρό, τη λησμονιά και το ψέμα». Να το διαβάσετε μόνο αν έχετε γερό στομάχι αλλά όχι, διαβάστε το έτσι κι αλλιώς, γιατί έτσι πρέπει να είναι η Ιστορία, χωρίς καλλωπισμούς…

Τόσα χρόνια πέρασαν κι οι μνήμες δε λησμονούνται, φουντώνουν και καίνε είναι η κουβέντα που από μικρά παιδιά ακούγαμε από τους παππούδες και της γιαγιάδες  μας για τον ξεριζωμό από τη Μικρασία και την προσφυγιά. Μέχρι που ζούσε πάντα ακούγαμε ιστορίες από κείνα τα μέρη, ιστορίες που ,ευτυχώς ,έμαθαν και οι νεώτεροι. Ήταν ένα παραμύθι με άσχημο τέλος. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ακόμη την καταγωγή των προγόνων μας , ούτε ότι αυτό το παραμύθι δεν ήταν παραμύθι αλλά το παρελθόν της ίδιας μας της οικογένειας. Τότε μπορεί να συναντήσαμε καταχωνιασμένο σε κάποιο ράφι ένα βιβλίο που οι περισσότερες βιβλιοθήκες κρύβουν ή θα έπρεπε να κρύβουν και μάθαμε πως αυτά τα παραμύθια δεν ήταν απλές οι ιστορίες, ήταν η ιστορία, ενός λαού που ξεριζώθηκε, ενός λαού που χαρίστηκε στα συμφέροντα, ενός λαού που εγκαταλείφθηκε τη στιγμή που χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ βοήθεια, ενός λαού που δεν απέχει πολύ από το σήμερα και ας έχουν περάσει 100 χρόνια. Γιατί ο λαός αυτός άφησε το σημάδι του στην πορεία και την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, από τα προσφυγικά στην Νέα Ιωνία και την Κοκκινιά, μέχρι τα τραγούδια και τα φαγητά. Σαν φόρο τιμής, αν δεν το έχετε κάνει ακόμα κάνει: διαβάστε αυτήν την ιστορική και λογοτεχνική μαρτυρία. Θα κλάψετε, θα σοκαριστείτε, θα αγαπήσετε, θα θαυμάσετε.

Ο Προφήτης του Χαλίλ Γκιμπράν, ένα ανάγνωσμα που σου αλλάζει τη ζωή

Από τους αγαπημένους, ενταγμένους στον κύκλο των “αγνώστων” της Δύσης, συγγραφείς του εικοστού αιώνα, ο Χαλίλ Γκιμπράν μεταμορφώνει την αλήθεια σε ποίηση, ή αν προτιμάτε “ντύνει” την αλήθεια με μία εξαιρετική λυρικότητα. Στο έργο του διαφαίνεται η ικανότητά του να διασώζει (καλεί και τον αναγνώστη να κάνει το ίδιο) σκέψεις και ιδέες για να τις θέσει μπροστά στον άνθρωπο.

Ο Χαλίλ Γκιμπράν γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Λίβανο. Από την ηλικία των είκοσι ετών και μετά εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο ποιητής, όντας ο ίδιος οδοιπόρος της ζωής, φωτίζει μονοπάτια και καλεί τον κόσμο να ανοίξει τους δικούς του δρόμους, βαδίζοντας. Ιστορίες για πρίγκιπες και πριγκίπισσες, μακρινά βασίλεια, αμαρτωλούς και αγίους, γυναίκες και άνδρες, ζωντανούς και νεκρούς ξετυλίγονται στα βιβλία του.

Όλα όσα γράφτηκαν στα έργα του δεν είναι από εκείνα που εντάσσονται στην κατηγορία του προφανούς, αλλά κρύβουν νοήματα. Όσο περισσότερο τον διαβάζεις τόσο περισσότερο κατανοείς τι σου λέει.

Ο Γκιμπράν προσπάθησε να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ο Λιβανέζος ποιητής – παράλληλα στοχαστής και ζωγράφος – υπήρξε αντικείμενο θαυμασμού και πηγή έμπνευσης μεταξύ άλλων και για τους Έλβις Πρίσλεϋ και Τζον Λένον.

Το τραγούδι “Julia” των Beatles, γραμμένο για τη μητέρα του Τζον Λένον, ενέχει παραλλαγές των στίχων του Γκιμπράν: “Half of what I say is meaningless, but I say it just to reach you” αντί για “Half of what I say is meaningless, but I say it so that the other half may reach you”, και “When I cannot sing my heart, I can only speak my mind” αντί για το “When life does not find a singer to sing her heart she produces a philosopher to speak her mind” του Γκιμπράν.

Τα πρώτα έργα είναι γραμμένα στα αραβικά, ενώ από το 1918 και μετά, αποκλειστικά στα αγγλικά. Όσον αφορά στην πολιτική, ο Γκιμπράν δήλωνε ότι “δεν είμαι πολιτικός, ούτε και εύχομαι να γίνω”. Το μουσείο του Χαλίλ Γκιμπράν (“Gibran Museum”) βρίσκεται στην πόλη Bsharri του Λιβάνου, 120 χιλιόμετρα περίπου από τη Βηρυτό. Μνημεία και αγάλματά του έχουν χτιστεί σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο, ενώ στην Ευρώπη υπάρχει το πάρκο του Χαλίλ Γκιμπράν (Parcul Khalil Gibran) στη Ρουμανία.

Με επιρροές από τον χριστιανισμό, τον σουφισμό, τον ινδουισμό και τη θεοσοφία, επικεντρώνεται στη σημασία της πνευματικής αγάπης που μπορεί να συνδέσει τους ανθρώπους, ενώ είναι παράλληλα ένα από τα πιο ευπώλητα ποιητικά βιβλία όλων των εποχών. Στον Προφήτη αλλά και σε άλλα βιβλία του, που έχουν εικονογραφηθεί από τον ίδιο με μυστικιστικά σχέδια, εκφράζονται οι βαθύτερες ορμές της ανθρώπινης ψυχής και του πνεύματος, ενώ η ανθρώπινη επικοινωνία και συνύπαρξη γίνεται το κύριο αντικείμενο του ποιητικού στοχασμού. Ο ίδιος ο ποιητής πίστευε πως ο Προφήτης ήταν το σημαντικότερο έργο του.

Είχε πει χαρακτηριστικά: «Πιστεύω πως, από τότε που συνέλαβα τον Προφήτη στο όρος Λίβανος, δεν μπορώ να υπάρξω χωρίς αυτόν. Φαίνεται πως έγινε ένα τμήμα του εαυτού μου… Φύλαξα το χειρόγραφο για τέσσερα χρόνια προτού το παραδώσω στον εκδότη μου, επειδή ήθελα να είμαι βέβαιος, απόλυτα βέβαιος, πως κάθε του λέξη είναι ό,τι καλύτερο έχω να προσφέρω». Το αίτημα της καθολικής αγάπης που διαπνέει τον Προφήτη του Γκιμπράν τού προσδίδει μια οραματική, όσο και απτή διάσταση. Είναι ένα έργο του οποίου το μήνυμα παραμένει και σήμερα επίκαιρο όσο και αναγκαίο.

Ο Προφήτης του Χαλίλ Γκιμπράν δεν είναι ένα δογματικό βιβλίο. Απευθύνεται σε όλους ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους, την κοινωνική τους τάξη ή τα πλούτη τους. Είναι η ιστορία ενός σοφού ανθρώπου, του Μουσταφά, που μένει μακριά από την πατρίδα του 12 χρόνια σε ένα νησί. Όταν έρχεται η ώρα να φύγει, μαζεύονται όλοι οι κάτοικοι του νησιού με λύπη να τον αποχαιρετήσουν. Μια ιέρεια, η Αλμίτρα, που ήταν κοντά του από την ημέρα του ερχομού του, του λέει: «Δάσκαλε, μοιράσου μαζί μας μερικέÏ ‚ από τις αλήθ ειες σου και φανέρωσε εμάς σε μας τους ίδιους και ό,τι έχεις νιώσει, ό,τι βρίσκεται ανάμεσα στη γέννηση και στον θάνατο».Κι εκείνος ανταποκρίνεται στο αίτημά τους.

Ο Γκιμπράν μέσα από 26 ποιητικά πεζογραφήματα απαντά σε ερωτήσεις που κρύβουν τους πόθους και τους φόβους των ανθρώπων του νησιού. Απαντά σε ερωτήσεις που αγγίζουν τις πιο καίριες στιγμές της ανθρώπινης ζωής, όπως ο γάμος, τα παιδιά, η εργασία, ο πόνος, η χαρά, η φιλία, ο θάνατος και άλλα γεγονότα και συναισθήματα που αντανακλούν κάθε πτυχή της ζωής μας.

Στις απαντήσεις βρίσκουμε τη δική του άποψη και τη φιλοσοφία, πάντοτε επίκαιρη, ακόμα και σήμερα. Η επίδραση των γεγονότων της ζωής του και των αγώνων του είναι φανερή. Οι επιμέρους απαντήσεις μπορεί να φαίνονται απλοϊκές συναισθηματικές ή και αντικρουόμενες, αντιμετωπίζουν όμως τις υποσυνείδητες ή συνειδητές ανασφάλειες και ανησυχίες του ανθρώπου και προβάλουν τη φιλοσοφία του Γκιμπράν ως προς τη σημασία και την αξία της ανθρώπινης ύπαρξης.

“Ο Προφήτης” μεταφέρθηκε ως animation στον κινηματογράφο. Στην ταινία, η οποία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Τορόντο το 2014, συμμετείχαν 9 σκηνοθέτες, όλοι υπό την επίβλεψη του Ρότζερ Άλερς, σκηνοθέτης γνωστός και από την ταινία “The Lion King”.

Για να καταλάβουμε την αξία αυτού του έργου αρκεί να ρίξουμε μια ματιά σε κάποια όμορφα αποσπάσματα που συγκεντρώσαμε από αυτό:

Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.

Γιατί ο εαυτός είναι μια θάλασσα απεριόριστη και άμετρη.
Μη λέτε, “Βρήκα την αλήθεια”, αλλά να λέτε, “Βρήκα μίαν αλήθεια”.
Μη λέτε, “Βρήκα το μονοπάτι της ψυχής”, αλλά να λέτε, “Συνάντησα την ψυχή που περπατούσε στο μονοπάτι μου”.
Γιατί η ψυχή περπατά πάνω σ’ όλα τα μονοπάτια.
Η ψυχή δεν περπατά πάνω σε μια γραμμή, ούτε μεγαλώνει σαν καλάμι.
Η ψυχή ξεδιπλώνεται, όπως ο λωτός με τα αναρίθμητα πέταλα.

Μονάχα όταν πιείτε από το ποτάμι της σιωπής, θα μπορέσετε πραγματικά να τραγουδήσετε. Και μόνο όταν φτάσετε στη βουνοκορφή, θ’ αρχίσετε να σκαρφαλώνετε. Και όταν η γη γυρέψει τα μέλη σας, τότε μόνο θα χορέψετε πραγματικά.

Και μήπως δεν είναι ο Χρόνος όπως είναι η αγάπη, αδιαίρετος και χωρίς ρυθμό; Αλλά αν στη σκέψη σας έχετε ανάγκη να μετράτε το χρόνο σε εποχές, κάνετε κάθε εποχή να περιλαμβάνει όλες τις άλλες εποχές, Και κάνετε το σήμερα να αγκαλιάζει το παρελθόν με την ανάμνηση και το μέλλον με τη λαχτάρα.

Ο πόνος σας είναι το σπάσιμο του όστρακου που περικλείει τη γνώση σας. Όπως το τσόφλι του καρπού πρέπει να σπάσει, για να βγει η καρδιά του στο φως του ήλιου, έτσι κι εσείς πρέπει να γνωρίσετε τον πόνο. Κι αν μπορούσατε να κρατάτε στην καρδιά σας το θαυμασμό για τα καθημερινά θαύματα της ζωής σας, ο πόνος δε θα σας φαινόταν λιγότερο θαυμαστός από τη χαρά σας. Και θα δεχόσαστε τις εποχές της καρδιάς σας, όπως δέχεστε από πάντα τις εποχές που περνούν πάνω από τα χωράφια σας. Και θα παρατηρούσατε με ηρεμία τους χειμώνες της θλίψης σας. Πολλούς από τους πόνους σας τους διαλέγετε μονάχοι. Είναι το πικρό φάρμακο που μ’ αυτό ο γιατρός που είναι μέσα σας θεραπεύει τον άρρωστο εαυτό σας. Γι’ αυτό, να εμπιστεύεστε το γιατρό, και να πίνετε το φάρμακό του, σιωπηλά και ήρεμα. Γιατί το χέρι του, αν και βαρύ και σκληρό, οδηγείται από το τρυφερό χέρι του Αόρατου, Και η κούπα που σας δίνει, μ’ όλο που καίει τα χείλη σας, είναι φτιαγμένη από τον πηλό που ο μεγάλος Αγγειοπλάστης μούσκεψε με τα δικά του άγια δάκρυα.

Πληροφορίες: https://www.culturenow.gr/o-profhths-xalil-gkimpran/

Τι έμαθα διαβάζοντας Χαλίλ Γκιμπράν

Περί τυφλότητας: κάτι παραπάνω από μια επιδημία

Στο έργο του «Περί Τυφλότητας», σε ένα μυθιστόρημα που καταφέρνει να διαπεράσει τα όρια της λογοτεχνίας του φανταστικού αναγόμενο σε φιλοσοφική πραγματεία και σε ενδελεχή υπαρξιακή διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και των κοινωνικών συμπεριφορών και σχέσεων εξουσίας, μια ολόκληρη κοινωνία οδηγείται σταδιακά στο σκοτάδι της τυφλότητας όταν ένας οδηγός περιμένοντας μέσα στο αμάξι του ένα φανάρι να ανάψει πράσινο χάνει ξαφνικά την όρασή του και ο ιός αρχίζει να μεταδίδεται πολύ γρήγορα σε όλη την πόλη. Άμεσα ξεσπά επιδημία και οι ασθενείς μεταφέρονται σ’ ένα εγκαταλελειμμένο νοσοκομείο με εντολή της κυβέρνησης, ενώ τα κρούσματα συνεχίζουν διαρκώς να αυξάνονται.

“Δεν πιστεύω ότι χάνουμε το φως μας. Πιστεύω πως ανέκαθεν ήμασταν τυφλοί. Τυφλοί, μα που βλέπουν. Άνθρωποι που έχουν όραση, μα δεν βλέπουν πραγματικά” 

Ο στρατός που φυλάει το παλιό νοσοκομείο πυροβολεί όποιον προσπαθώντας να ξεφύγει από τις αυστηρές συνθήκες επιτήρησης φτάνει στην έξοδο. Το ερώτημα που βασανίζει τους πρωταγωνιστές του έργου αφορά τη φύση της τυφλότητας: τι είναι αυτή η περίεργη ασθένεια και από πού προήλθε; Είναι στη φύση του ανθρώπου ή μπορεί κάποιος να θεραπευτεί; Υπάρχει πιθανότητα λύτρωσης και ίασης; Μπορούν να ξεφύγουν από μια μοίρα εγκλωβισμού, εσωτερικής απομόνωσης και ταυτόχρονα επίμονου και σκληρού αγώνα επιβίωσης που τους οδηγεί σταδιακά να χάνουν την ανθρώπινη ιδιότητα τους; Εντός των ορίων του κτιρίου, όσο πληθαίνουν οι τυφλοί, διαδραματίζονται παιχνίδια εξουσίας, υποταγής και χειραγώγησης.

Ύστερα από δραματικές εξελίξεις, με θανάτους και δολοφονικές επιθέσεις ανακαλύπτουν ότι πλέον δεν υπάρχουν φύλακες και μπορούν να βγουν έξω από το κτήριο, που το εγκαταλείπουν ενώ φλέγεται και καταρρέει και γίνεται ομαδικός τάφος για τους υπολοίπους. Αυτό που έχουν να αντιμετωπίσουν στην πόλη, όμως, είναι εξίσου ή και περισσότερο τραγικό. Άνθρωποι αδέσποτοι σαν τα ζώα, περιφερόμενοι για αναζήτηση τροφής και στέγης, υποκινούμενοι από τα ταπεινότερα των ενστίκτων τους, λειτουργούν μόνο για τη βιολογική τους επιβίωση και δεν γνωρίζουν ηθικό φραγμό.

Εξαίρεση αποτελεί η ομάδα των έξι ατόμων και ενός μικρού παιδιού που έχουν πάρει υπό την προστασία τους, χωρίς όνομα όλοι αλλά με ένα μοναδικό χαρακτηριστικό τους να προσδιορίζει την ταυτότητά τους. Ως μέλος της ομάδα προστίθεται και ένας αδέσποτος σκύλος, ο σκύλος με τα δάκρυα, που λειτουργεί πολύ πιο εξευγενισμένα από το σύνολο των ανθρώπων που βρίσκονται τυφλοί αλλά ελεύθεροι στην πόλη. Ο νόμος της ζούγκλας στον υπερθετικό βαθμό κυριαρχεί και υποβιβάζει το τελειότερο των δημιουργημάτων της φύσης, τον άνθρωπο, σε κτήνος. Ο θάνατος του ενός είναι η ζωή του άλλου κι αυτός ο νόμος διέπει τη νέα κοινωνία.

Η καθημερινότητά τους συγκλονίζει στις λεπτομέρειές της. Ο αγώνας για την επιβίωση του σώματος και του μυαλού για τη μικρή αυτή ομάδα που αντιστέκεται στη γενική σήψη, είναι κοπιώδης. Παλεύουν για να μη χάσουν ό,τι απόμεινε μέσα τους σε ανθρωπιά. Τραγικές φιγούρες όλοι τους αλλά περισσότερο η γυναίκα του γιατρού, που βλέπει και αποτελεί το στήριγμά τους, αλλά αυτό ακριβώς είναι το δράμα της: το ότι βλέπει. Έφτασε στο σημείο να εύχεται να μην έβλεπε για να προφυλάξει τον εαυτό της από τις εικόνες που έφταναν στα μάτια της.

Το «Περί τυφλότητας» μέσα από τη μέθοδο της πολιτικής αλληγορίας καταφέρνει να διεισδύσει βαθιά μέσα στον ανθρώπινο ψυχισμό και να αναδείξει τη βαθύτερη αδυναμία του ανθρώπου να αντικρίσει τον κόσμο γύρω του και να αποδώσει πραγματική αξία ως συνθήκη επιβίωσης στην ανθρώπινη επικοινωνία και συνεργασία σε έναν κόσμο που εγκλωβίζεται σε συνθήκες αυστηρούς κυβερνητικής επιτήρησης και ενός σκληρού αγώνα επιβίωσης που καταφέρνει να στρέψει τον ένα εναντίον του άλλου σε μια διαρκή προσπάθεια εκμετάλλευσης και χειραγώγησης.

Το κεντρικό ερώτημα του έργου αυτού του Σαραμάγκου αφορά την ικανότητα της κοινωνίας να αντικρίσει τον εαυτό της και του ανθρώπου να στραφεί ξανά προς τον άλλο άνθρωπο σε μία σύγχρονη κοινωνία που στηρίζεται σε έναν τυφλό αγώνα επιβίωσης και προσπάθειας εκμετάλλευσης στο όνομα του κέρδους. Τι είναι όμως πραγματικά αυτή η τυφλότητα που βυθίζει μια ολόκληρη κοινωνία στο σκοτάδι;

Οι ανώνυμοι χαρακτήρες του Σαραμάγκου (αποτελεί μέρος της τεχνοτροπίας του να μην “βαφτίζει” με συγκεκριμένα ονόματα τους πρωταγωνιστές των έργων του), έχοντας πάντα στην άκρη του μυαλού τους την ελπίδα πως η “λευκή τυφλότητα” θα υποχωρήσει, ματώνουν αγωνιζόμενοι γύρω από ενα βασανιστικό ερώτημα: Είναι η κατάσταση της τυφλότητας που καθορίζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων ή μήπως τα πάντα θα πρέπει να καταλογιστούν σε αυτήν την ίδια την ανθρώπινη φύση;

Τόσο ο συγγραφέας, όσο και ο σεναριογράφος Ντον Μακέλαρ και ο σκηνοθέτης Φερνάντο Μεϊρέλες, θεωρούν την ανθρωπότητα «τυφλή». Και ούσα τυφλωμένη είναι αδύνατο να συμβιώσει ειρηνικά. Με το παραμικρό καταφεύγει σε αστόχαστες και βίαιες πράξεις. Κανένας δε θεωρεί κανέναν συνάνθρωπο. Αντίθετα ο καθένας βλέπει τον καθένα σαν μια πηγή για εκμετάλλευση! Με την πρώτη ευκαιρία προσπαθεί να κυριαρχήσει πάνω του, να τον εξουσιάσει, να τον βάλει στη δούλεψή του, να τον χρησιμοποιήσει σαν σκεύος ηδονής. Του παίρνει το φαγητό, τον εκμεταλλεύεται γενικά. Και ζει μέσα στη βρώμα και στη δυσοσμία! Σε μια κοινωνία «τυφλών». Σε μια κοινωνία ζώων..

Μια γυναίκα, η γυναίκα ενός γιατρού ο οποίος τυφλώθηκε, ο μοναδικός άνθρωπος που δεν έχασε το φως του, που βλέπει τα πράγματα καθαρά, πρώτα εθελοντικά ακολουθεί τον τυφλό άντρα της και στη συνέχεια και τους άλλους τυφλούς στην τυφλή κοινωνία τους. Θέλει να τους βοηθήσει να επιβιώσουν! Σιγά σιγά, όμως, ανακαλύπτει πως οι τυφλοί με την τυφλή συμπεριφορά τους σίγουρα θα οδηγηθούν σε οριστικά αδιέξοδα. Θα φάει ο ένας τον άλλον στο τέλος. Αναλαμβάνει, λοιπόν, πέρα από την επιβίωσή τους και την ευθύνη να τους βοηθήσει να εξανθρωπιστούν. Αναλαμβάνει την ευθύνη να οδηγήσει την τυφλή κοινότητα (ανθρωπότητα) στο πραγματικό φως. Εκεί, δηλαδή, που ο άνθρωπος θα βλέπει, όπως πρέπει να βλέπει ο άνθρωπος που έχει την όρασή του (τη λογική του, την ανθρωπιά του). Ο αγώνας της, βέβαια, είναι εξαντλητικός. Οι τυφλοί γύρω της με τις αστόχαστες και βίαιες πράξεις τους, πράξεις τυφλών ανθρώπων, την πληγώνουν. Εκείνη όμως, σαν υπεύθυνο άτομο, σαν άτομο που βλέπει, που βλέπει καθαρά, θα επιμείνει.

Σουρεαλισμός από την αρχή μέχρι το τέλος. Ο οποίος είναι πέρα για πέρα διδακτικός και προβληματίζει. Ωστόσο, η γενίκευση των δημιουργών, είναι σίγουρα λανθασμένη. Το σύνολο των ανθρώπων σε καμία περίπτωση δεν είναι, δεν μπορεί να είναι ανθρωποφαγικό. Δεν υπάρχει μόνον ένας άνθρωπος που βλέπει καθαρά. Οι άνθρωποι βιολογικά όλοι έχουν καθαρή όραση. Και, βέβαια, δεν «τυφλώνονται» ξαφνικά και χωρίς λόγο. Η επιδημία έχει όνομα! Είναι το κοινωνικό σύστημα, ο καπιταλισμός, που παράγει τυφλούς ανθρώπους. Ανθρώπους ανταγωνιστές. Αδικους!

Η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου έγινε από τον Βραζιλιάνο σκηνοθέτη Φερνάντο Μεϊρέλες (“Ο Επίμονος Κηπουρός”) με τον τίτλο “BLINDNESS” και άνοιξε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Κανών το 2008. Πρωταγωνίστρια η Τζούλιαν Μουρ που την πλαισίωσαν ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, ο Μαρκ Ράφαλο, ο Ντάνι Γκλόβερ κ. ά. Για δεύτερη μόλις φορά στην 61χρονη ιστορία του Φεστιβάλ των Καννών, μία ταινία από τον Καναδά, επελέγη ως η ταινία έναρξης, μετά το 1980, δηλαδή μετά το “FANTASTICA” του Καναδού Gilles Carle (από το Κεμπέκ). Η ταινία επίσης συμμετείχε και στο διαγωνιστικό τομέα, το 2008, διεκδικώντας το μεγάλο βραβείο, κάτι που δεν συνηθίζεται για ταινία που ανοίγει το φεστιβάλ (συνήθως οι ταινίες της πρεμιέρας είναι πάντα εκτός συναγωνισμού).

Πρώτα ο συγγραφέας και μετά οι δημιουργοί της ταινίας απόφυγαν να πούνε ονόματα. Η στάση τους ελέγχεται, γιατί αδίκησε και τους ανθρώπους και το έργο τους. Φυσικά, για να είμαστε δίκαιοι, η ταινία τελειώνει αισιόδοξα. Αφού η γυναίκα, που δεν την κόλλησε η «τύφλωση», τελικά θα δικαιωθεί. Μαζί της, με άλλα λόγια, δικαιώνεται και ο άνθρωπος. Η έλλειψη, ωστόσο, παραμένει! Και αυτό είναι μια φιλοσοφική προχειρότητα.



«Προχειρότητα» υπήρξε και στην κινηματογράφηση. Ο Φερνάντο Μεϊρέλες θέλοντας να δώσει μια γαλακτερή θολούρα, όπως υποτίθεται «έβλεπαν» οι τυφλοί, γενίκευσε και εδώ! Αρκετά πλάνα που δεν ανήκαν στους τυφλούς, αλλά στη γυναίκα που έβλεπε ή και αυτά που έβλεπε μόνη της η κάμερα, είχαν και αυτά τη γαλακτερή θολούρα των τυφλών. Και αυτό έφερνε σύγχυση στο θεατή ο οποίος «διαβάζει» τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά πλάνα.

Όσον αφορά το οπτικό αποτέλεσμα και την αισθητική της ταινίας, ο Μεϊρέλες επέλεξε το γκρι. Ήθελε να εκφράσει την απρόσμενη τύφλωση όπως καθορίζεται από τον συγγραφέα και τα σκοτεινά χρώματα του βιβλίου με την ομίχλη και τις σκιές. Είναι γνωστός, εξάλλου, για τη βιρτουζιτέ του στην αισθητική των ταινιών του. Η πρόκληση ήταν, πώς κινηματογραφείται μια ταινία που όλοι οι χαρακτήρες δεν έχουν όραση άρα και υποκειμενική οπτική γωνία; Για να αποδώσει αυτό, έκανε την επιλογή να αλλάζει οπτική γωνία καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Ξεκινά με το υποκειμενικό πλάνο του σκηνοθέτη και αφού ο θεατής τοποθετηθεί σε αυτόν τον κόσμο, στη συνέχεια οδηγεί η οπτική γωνία της Γυ ναίκας του Γιατρού, μετά του Άντρα με το Μαύρο Μάτι που αφηγείται ιστορίες σε αυτούς που βρίσκονται σε καραντίνα συνδέοντας τον έξω κόσμο με τον εσωτερικό τους κόσμο.

Όσον αφορά στους χώρους, τα πρώτα, εξωτερικά γυρίσματα έγιναν στο Σάο Πάουλο της Βραζιλίας, το οποίο είναι και η γενέτειρα του σκηνοθέτη, το δεύτερο μέρος στο άσυλο όπου φυλάσσονται όσοι βρίσκονται σε καραντίνα γυρίστηκε σε μια εν αχρηστία φυλακή του Καναδά και το τρίτο μέρος με το κατεστραμμένο τοπίο μιας μητρόπολης που αποσυντέθηκε, γυρίστηκε στο Σάο Πάουλο και το Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης.

Ο σκηνοθέτης σημειώνει
 «Αυτό που μου προκάλεσε το ενδιαφέρον είναι ιδέα ενός πολιτισμού που καταρρέει. Όμως διαβάζοντας το βιβλίο ξανά και ξανά και αργότερα γράφοντας το σενάριο άρχισα να ανακαλύπτω πολλά διαφορετικά επίπεδα. Στο βιβλίο βλέπεις το πόσο εύθραυστο είναι ο πολιτισμός. Είναι σαν να κάνουμε πατινάζ πάνω σ’ ένα λεπτό στρώμα πάγου. Τα πάντα μπορούν να συμβούν Θεωρούμε τους εαυτούς μας τόσο δυνατούς και σταθερούς. Και ξαφνικά κάτι συμβαίνει και τα πάντα καταρρέουν…»
Και συνεχίζει: «Μπορείς να προσεγγίσεις την ιστορία από μια ψυχολογική οπτική και να δεις ότι οι άνθρωποι είναι τόσο πρωτόγονοι, όπως τα ζώα. Υποδυόμαστε τους πολιτισμένους, τους εκλεπτυσμένους επειδή έχουμε φαγητό και επειδή τα πάντα είναι καλά ρυθμισμένα, όμως αν αυτά χαθούν τότε αποκαλύπτεται τι πραγματικά είμαστε από κάτω. Μπορούμε να δούμε την ιστορία από μια φιλοσοφική οπτική ή πολιτική ή κοινωνιολογική, για το πώς οργανώνομαι μια κοινωνία όταν αυτή έχει καταρρεύσει, πως την οργανώνομαι εξ αρχής; Πως πρέπει να συμπεριφερθούμε; όπως ο ηθικός βασιλιάς της πτέρυγας 1 ή θα πρέπει να ‘μαστε σκληροί όπως ο ηγέτης της πτέρυγας 3 που όμως μπορεί να προσφέρει τροφή στους συναδέλφους τους; Υπάρχουν τόσα πολλά διαφορετικά επίπεδα και τόσα πολλά διαφορετικά ζητήματα στην ταινία. Αυτό είναι κάτι που μ’ αρέσει».
Πάντως, παρ’ όλες τις φιλοσοφικές και τεχνικές ατέλειες, η ταινία μαστιγώνει. Ο σοβαρός θεατής σίγουρα θα κάνει την αυτοκριτική του, θα κοιτάξει την όρασή του. Ο καπιταλισμός έχει τις ευθύνες του και εμείς, ο καθένας ξεχωριστά και στη συνέχεια όλοι μαζί, τις δικές μας ευθύνες.

Εξ’ αιτίας της σημασίας που δίνει στην εικόνα ο σκηνοθέτης κατηγορήθηκε ότι έδωσε περισσότερο βάρος στο στιλ παρά στην ουσία. Αυτό δεν θα μπορούσε να είναι αλήθεια για ένα πολύ απλό λόγο: σ’ αυτή την ιστορία η όραση παίζει καθοριστικό ρόλο και η εικόνα μετατρέπεται σε πνευματικό όχημα για τον θεατή που πασχίζει να νοιώσει. Και τα καταφέρνει.

Ξεδιπλώνοντας τις πτυχές του έργου βλέπουμε να θίγονται διάφορα ζητήματα που αφορούν στη θρησκεία, την κοινωνία, το κράτος στην όποια μορφή του, πολιτική και στρατιωτική, όπως καλά την ξέρει ο συγγραφέας.

Η απαραίτητη αναφορά του στη θρησκεία γίνεται με τρόπο συμβολικά καταγγελτικό. Ο Θεός και οι άγιοι, τυφλοί, τυφλοί όσο και οι άνθρωποι, αφού τυφλώθηκαν με τρόπο ανεξήγητο όπως κι εκείνοι, κατεβαίνουν, χάνουν τη θεϊκή τους υπόσταση και αφενός θεωρούνται υπαίτιοι, αφού δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την τραγωδία, αφετέρου γίνονται υποψήφιοι δράστες των ίδιων πράξεων βίας και αποτροπιασμού. Αιρετική αντιμετώπιση για ακόμη μια φορά, όπως στο Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο, όπου ο Θεός καταγγέλλεται ως υπαίτιος της Σφαγής των Νηπίων και ο Σαραμάγκου θέλει τον Ιησού στον σταυρό να ζητά από την ανθρωπότητα να συγχωρήσει τον Θεό για τα σφάλματά του.

Ο Στρατός σκορπίζει θάνατο αλύπητα, χωρίς ίχνος οίκτου για τους άτυχους τυφλούς, ανίκανος να διασφαλίσει την ασφάλειά τους και μια στοιχειώδη τάξη.

Η πολιτεία καταγγέλλεται για τις σπασμωδικές κινήσεις της, μια δράση χωρίς σχέδιο, χωρίς λύσεις για την έκτακτη αυτή ανάγκη.

Η κοινωνία δρα με γνώμονα το προσωπικό συμφέρον του καθενός και καταντά να γίνεται κοπάδι, χωρίς προσωπική σκέψη αφήνεται να άγεται και να φέρεται στα χέρια όποιου εκδηλώσει ηγετικές τάσεις, γι αυτό και η πλειοψηφία αναφέρεται με τον γενικό όρο “τυφλοί”, χωρίς αξιομνημόνευτο χαρακτηριστικό που να τους κάνει να ξεχωρίζουν σαν άτομα. Φέρονται πρόθυμοι να επωφεληθούν από τη θυσία του άλλου χωρίς οι ίδιοι να είναι έτοιμοι να θυσιαστούν για οποιονδήποτε. Οι λίγοι που ξεχώρισαν από το κοπάδι αυτό ήταν εκείνοι που με τον τρόπο τους αντέδρασαν, καλά ή άσχημα, δεν έμειναν απαθείς και άβουλοι.

Κανένας δεν φάνηκε να δίνει σημασία στις ενδείξεις ότι η σύζυγος του γιατρού έβλεπε, εφόσον εκείνη εξακολουθούσε να λειτουργεί υποστηρικτικά προς όφελος της ομάδας.

Η ηθική των ανθρωπίνων πράξεων κρίνεται στη στάση ανδρών και γυναικών, όταν τέθηκε το θέμα της προμήθειας τροφίμων με αντάλλαγμα τις σεξουαλικές υπηρεσίες των γυναικών.

Πηγές: http://www.nostimonimar.gr/zoze-saramagkou-peri-tyflotitas/

https://www.rizospastis.gr/story.do?id=4768981

https://provocateur.gr/manners/10305/diaba-zw-peri-tyflothtas-toy-zoze-saramagkoy

http://www.cinemanews.gr/v5/movies.php?n=5583

https://m.myfilm.gr/3176

Brooklyn: ένα μεταναστευτικό δράμα εποχής

Ένα όμορφο, καλοφτιαγμένο ρομαντικό δράμα ενηλικίωσης, που φαίνεται να αγγίζει προσωπικά και την εξαιρετική νεαρή πρωταγωνίστρια Saoirse Ronan, η οποία ωριμάζει υποκριτικά όπως ακριβώς ωριμάζει συναισθηματικά και η ηρωίδα την οποία υποδύεται.

Η Eilis Lacey (Saoirse Ronan) μεταναστεύει από την Ιρλανδία στο Brooklyn της Αμερικής τη δεκαετία του ’50 για ένα καλύτερο μέλλον. Αρχικά τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά καθώς η νεαρή Eilis νιώθει νοσταλγία για την πατρίδα και την οικογένειά της. Σύντομα όμως θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τον Tony (Emory Cohen), θα προσαρμοστεί και θα αρχίσει να χτίζει μια καλή ζωή. Όταν όμως το παρελθόν της την καλεί πίσω στην Ιρλανδία, θα αναγκαστεί να ξανασκεφτεί τι είναι αυτό που πραγματικά θέλει και να επιλέξει ανάμεσα σε δυο χώρες και δυο πιθανές ζωές. Μόλις φτάσει εκεί πρέπει να επιλέξει: θα μείνει από φόβο και τύψεις στα οικεία, ή θα διασχίσει ξανά ωκεανούς απαιτώντας, όχι την επιβίωση, αλλά την ευτυχία;

Where is really our “home”? Τις παραμέτρους αυτής της γλυκόπικρης ερώτησης επιχειρούν να εξερευνήσουν η σκηνοθεσία του John Crowley και το σενάριο του Nick Hornby. Βασισμένοι στο ομότιτλο βιβλίο του Colm Toibin αυτό το δίδυμο μας κοινωνεί σε μία ιστορία που μπορεί να αγγίξει σχεδόν τον καθένα μας. Αυτό οφείλεται ως επί το πλείστον στο σοβαρό, χωρίς υπέρογκους μελοδραματισμούς σενάριο, που ασχολείται αποκλειστικά με τα πανανθρώπινα συναισθήματα και την ψυχοσύνθεση ενός μετανάστη της εποχής στις ΗΠΑ. Η αίσθηση πως η πατρίδα σου δε μπορεί πλέον να σου προσφέρει τίποτα, η επώδυνη περίοδος που προσπαθείς να εγκλιματιστείς στο νέο σου τόπο, η συνειδητοποίηση πως πλέον έχεις μια καινούρια ζωή και, όσο κι αν η επιστροφή επί καλύτερων όρων μοιάζει θελκτική, η θύμηση των παθογενειών που σ’έκαναν να φύγεις εξ’αρχής.Προκειμένου να το καταφέρουν αυτό, έστησαν μια όμορφη ιστορία για μια χαμηλών τόνων νεαρή Ιρλανδή που προσπαθεί να απδεχτεί ως σπίτι της το Brooklyn. Οι δυσκολίες και οι ευκολίες εναλλάσσονται διαρκώς και μέσα από αυτές η Eilis μεταμορφώνεται από πλάνο σε πλάνο. Από συνεσταλμένο και ντροπαλό κορίτσι της επαρχίας, μετατρέπεται σε μια δυναμική Αμερικανίδα! Τα πάντα επάνω της μαρτυρούν την εντυπωσιακή αλλαγή. Η εμφάνισή της, οι κινήσεις της, ακόμα και ο τρόπος που μιλάει και ο αέρας που αποπνέει. Για  όλα αυτά βέβαια αξίζει να δώσουμε εύσημα σε τεράστιο βαθμό και στην ερμηνεία της ανερχόμενης Saoirse Ronan, η οποία φαίνεται πως έχει αρχίσει να διαγράφει την δική της πορεία στον χώρο της έβδομης τέχνης.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια που επιστράτευσαν οι δημιουργοί της ταινίας έχουν μια μυρωδιά από 50’s και οι χαρακτήρες περιδιαβαίνουν μέσα σ’ αυτά σαν να μην γεννήθηκαν στην πραγματικότητα σχεδόν μισό αιώνα αργότερα. Αυτό προσδίδει μια μοναδική αληθοφάνεια σε αυτήν την υπέροχη ταινία εποχής.

Είναι μοναδική η ωριμότητα και η σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζει το ρόλο της, καταφέρνοντας να ισορροπήσει περίφημα τα αντικρουόμενα συναισθήματα μέσα της. Ενδεχόμενη υποψηφιότητα της για Όσκαρ, θα κρινόταν ως απόλυτα επιβεβλημένη. Προκύπτει ένα πλάσμα ωχρό αλλά ατσάλινο, ντροπαλό αλλά θαρραλέο, σοβαρό αλλά απολαυστικά απρόβλεπτο. Ο σκηνοθέτης κοιτά την πρωταγωνίστριά του με προστατευτικότητα, αλλά ποτέ χειραγωγικά – αντιθέτως, με θαυμασμό. Όλοι οι δευτερογενείς χαρακτήρες (ειδικά ο αυτός της μεγάλης αδελφής) δημιουργούν ένα πλέγμα κατανόησης, αναγνώρισης, ενσυναίσθησης. Σπουδαία η χημεία της και με τον συμπρωταγωνιστή της, Emory Cohen (The Place Beyond the Pines). Όσον αφορά τη μικρή παρουσία του Domnhall Gleeson, έχουμε πολλάκις αναφερθεί στον Ιρλανδό, πως πρόκειται για ίσως τον πιο ενδιαφέροντα ηθοποιό της γενιάς του. Στους υπόλοιπους ρόλους, θα ξεχωρίσουμε δύο «βετεράνους» δυσθεώρητης ποιότητας, στα πρόσωπα των Jim Broadbent και Julie Walters. Μαζί με την εκπληκτική μουσική του Michael Brook (The Perks of Being a Wallflower), το “Brooklyn” δίνει νέα πνοή στο μεταναστευτικό δράμα εποχής. Ο Κρόουλι κοιτά την πρωταγωνίστριά του με προστατευτικότητα, αλλά ποτέ χειραγωγικά – αντιθέτως, με θαυμασμό. Ολοι οι δευτεροχαρακτήρες (ειδικά ο αυτός της μεγάλης αδελφής) δημιουργούν ένα πλέγμα κατανόησης, αναγνώρισης, ενσυναίσθησης, ενώ ο συμπρωταγωνιστής Εμορι Κοέν (στο ρόλο του Τόνι) είναι μία πραγματική, γοητευτική αποκάλυψη.

Τελικά, η απάντηση του “Brooklyn” είναι: “Home is where you decide to build your life”. Και όσα μέσα χρησιμοποιεί στην πορεία για να ενισχύσει αυτό το μήνυμα (σενάριο, σκηνοθεσία, σκηνογραφία-κοστούμια, ερμηνείες, φωτογραφία) είναι τελικά τα συστατικά για ένα νοσταλγικό, όμορφο και καλοστημένο κινηματογραφικό πιάτο που μοσχοβολάει με το άρωμα των 50’s.

Κάπως έτσι αποφεύγονται οι παγίδες μίας υπογραμμισμένης φορσέ συγκίνησης, ενός βαρύγδουπου μελοδράματος για την ξενιτιά και την απώλεια. Γιατί ο Crowley, ακόμα κι όταν δεν αποφεύγει τον καλλιγραφικό ακαδημαϊσμό του είδους, ποτέ δεν υποκύπτει στη νοσταλγία – κοιτά σύγχρονα και δυναμικά. Η Eilis θα μπορούσε να ζει σήμερα στην Ελλάδα, η μητέρα της να την εκβίαζε με την εύθραυστη υγεία της, το μέλλον στο μίνι μάρκετ της γειτονιάς και το βαρύ σύννεφο της κρίσης να έμοιαζε μονόδρομος. Να μια ταινία όμως που ανοίγει το παράθυρο στη μοναδική ζωή που έχουμε, φυσά φρέσκο αέρα κουπαστής και μας καλεί να κοιτάξουμε κατάματα τα επιβλητικά υπερωκεάνια προς το άγνωστο, ή τις συμβιβασμένες, μη-τρομαχτικές, θυματοποιημένες μοίρες μας.

Πηγή:

https://flix.gr/cinema/brooklyn-review.html

Τρυποκάρυδος: Μία ασυνήθιστη ιστορία αγάπης

Ποιος ξέρει να κάνει την αγάπη παντοτινή; Αυτή η πρωταρχική ερώτηση στριφογυρίζει μέσα στις λέξεις του Τρυποκάρυδου, ενός περίεργου βιβλίου που όμοιό του δεν έχει γραφτεί μέχρι σήμερα.

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Η Λη-Τσέρι, μια πριγκίπισσα με ευρωπαϊκή καταγωγή χωρίς όμως βασίλειο, ζει με τον πατέρα της, τον εξόριστο βασιλιά Μαξ, που πλέον αρέσκεται στο να παρακολουθεί μπάσκετ και να παίζει στοίχημα, και τη μητέρα της, τη βασίλισσα Τίλλι, που αφιερώνει όλη της την προσοχή σε ένα τσιουάουα και στην εκφορά της ίδιας ατάκας «Ω, Ω, σπαγκέττι, Ω» με κάθε ευκαιρία, στην παραλία του Πάτζετ Σάουντ στο Σηάτλ των Ηνωμένων Πολιτειών.

Όχι σε πείσμα των πριγκιπικών συνηθειών αλλά μάλλον σε επιβεβαίωσή τους, η Λη-Τσέρι αρνείται να πειθαρχήσει στα μοναρχικά πρότυπα και ήδη πριν κλείσει τα είκοσι μετράει μία έκτρωση, μία αποβολή σε κοινή θέα, μπόλικη μελαγχολία —εκείνη που συνοδεύει το «τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα», όπως μας υπενθυμίζει υπερβολικά συχνά ο Ρόμπινς— και κάμποσες ματαιώσεις από την ερωτική της ζωή.

Η Λη-Τσέρι νιώθει την ανάγκη να αφοσιωθεί σε έναν ανώτερο σκοπό, θέλει να διαφοροποιηθεί από την αιμομικτική τρέλα που ταλαιπωρεί για αιώνες το βασιλικό της σόι και ταυτόχρονα να ξεφύγει από τη στενή εποπτεία του πρωτοκόλλου και των μυστικών υπηρεσιών. Χωρίς να είναι ακριβώς ξεκάθαρο το περιεχόμενο ή ο στόχος αυτής της παρέκκλισης, σπεύδει στο Συνέδριο Γεω-Θεραπείας στη Χαβάη, όπου διάφοροι εναλλακτικοί γκουρού ετοιμάζονται να συσκεφθούν σχετικά με το τι πρέπει να κάνουμε για τον πλανήτη μας —μαντέψτε—, «στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα». Κι εκεί όπου η φλογερή μας πριγκίπισσα θα παρακολουθούσε μακάρια τις αμφιβόλου κύρους εργασίες του συνεδρίου, εμφανίζεται ο Μπέρναρντ. Ο Τρυποκάρυδος.

Ο Μπέρναρντ, ένας παράνομος με ειδίκευση στις εκρηκτικές ύλες θα ανατινάξει, εκτός από τον χώρο του συνεδρίου, και τα αναχώματα που τόσο προσεκτικά έχει κατασκευάσει η Λη-Τσέρι μέσα της. Και μαζί θα μας πουν μια ασυνήθιστη ιστορία αγάπης, που εξηγεί τη διαφορά ανάμεσα στους παράνομους και τους κακοποιούς, που εξαίρει την σεληνιακή μέθοδο αντισύλληψης και εξερευνά το εσωτερικό μιας σύγχρονης πυραμίδας.

Ο έρωτας είν’ ο ύστατος παράνομος. Απλώς δεν παραδέχεται κανονισμούς. Το περισσότερο που εμείς μπορούμε να κάνουμε είναι να προσυπογράψουμε σαν συνεργοί του. Αντί να ορκιζόμαστε τιμή κι υπακοή καλύτερα να ορκιζόμαστε βοήθεια και παρακίνηση. Αυτό σημαίνει πως η ασφάλεια αποκλείεται. Οι λέξεις «κάνω» και «να μείνει» καταντάνε ακατάλληλες. Ο έρωτάς μου για σένα δε δέχεται δεσμά. Σ’ αγαπάω ελεύθερα και τσάμπα.

Ο Μπέρναρντ ξεχειλίζει από έναν παράξενο ποιητικό ρεαλισμό, μια φιλοσοφία που δύσκολα κατατάσσεται και προεκτείνεται αδιατάραχτη πάνω από τα σύνορα που γνωρίζουν οι μεγάλες σχολές σκέψης των ανθρώπων, χωρίς να νοιάζεται για τέτοιες διευθετήσεις. Έχει δίκιο ο Τρυποκάρυδος; Ναι. Και όχι. Γι’ αυτό τον λόγο σε καλεί σε διαρκή επαγρύπνηση, ζητάει να μπει στο μυαλό σου, να το ταλαιπωρήσει, να το δοκιμάσει. Αλλά και να το φιλήσει γλυκά.

Θα έλεγε κανείς ότι ανάμεσα στους λογοτεχνικούς ήρωες που κυκλοφορούν νευρικά μέσα στο γενικευμένο χάος του «τελευταίου τέταρτου του εικοστού αιώνα», ο Τρυποκάρυδος είναι εκείνος που κουβαλάει την μεταμονερνικότητά του με έναν τρόπο άφταστα ηδονιστικό, σίγουρα ανιστορικό, μα πάντως αυθεντικό. Ο Μπέρναρντ δεν λέει απλώς ότι μεγάλες αφηγήσεις έχουν καταρρεύσει, βουτάει το χέρι του στα συντρίμμια για να σιγουρευτεί ότι πρόκειται για αλήθεια κι όχι για ένα τέχνασμα της διαφήμισης. Αν υπάρχει πράγματι κάποια διαφορά.

Μην αφήνεις τον εαυτό σου να γίνεται θύμα της εποχής του. Δεν είναι η εποχή μας που θα μας διαλύσει, όπως δεν είναι ούτε η κοινωνία. Έτσι και κατηγορήσεις την κοινωνία, καταντάς να καταφεύγεις στην κοινωνία για να βρεις τη λύση. […] Δεν είναι οι άντρες που περιορίζουν τις γυναίκες. Δεν είναι οι κανονικοί που περιορίζουν τις αδερφές. Δεν είναι οι λευκοί που περιορίζουν τους μαύρους. Αυτό που περιορίζει τους ανθρώπους είναι η έλλειψη χαρακτήρα. Αυτό που περιορίζει τους ανθρώπους είναι πως δεν έχουν το θάρρος του κερατά, δεν έχουν τη φαντασία, να πρωταγωνιστήσουν στην ίδια τους την ταινία κι ακόμα λιγότερο να τη σκηνοθετήσουν. Μπλιάχ!

Εντυπώσεις

Στην περίπτωση του Τρυποκάρυδου μπορούν να συμβούν δύο τινά. Είτε μια χρυσή κουτάλα θα αναμοχλεύσει μέσα σου μια πρωτόγονη, εφηβική σούπα γεμάτη σπίθες, ορμή και ακατάλυτη τρέλα, εισβάλλοντας σε κάθε νευρώνα σου και ηλεκτρίζοντάς τον, είτε θα αναμετρηθεί με τις αντοχές σου, θα ταράξει τα νεύρα σου και τις προσδοκίες σου σχετικά με το πώς πρέπει να αφηγούμαστε μια ιστορία και θα σε κάνει να τον παρατήσεις.

Πρόκειται για μια ιστορία πλημμυρισμένη από άκοπα διαμαντάκια που χορεύουν στον αέρα κι έτσι όπως περνάνε από δίπλα μας, χαράζουν και σκίζουν μαλακές επιφάνειες, στιγματίζουν νεαρές καρδιές και προσφέρουν απλόχερα ονειρικές εξάρσεις σε εκείνους που δεν τις έζησαν όσο νωρίς θα έπρεπε.

Οι αγνοούντες την εκκεντρικότητα των πραγμάτων θέλουσιν βιώσει νεκρικήν ακαμψίαν εν ζωή.

Το έργο προωθεί την αποσάθρωση έναντι της τάξης, την έκρηξη απέναντι στη νηνεμία, την αβεβαιότητα απέναντι στον πουρισμό της συνείδησης.

Αξίζει ακόμη να σημειώσουμε ότι, ανάμεσα σε όλα τα άλλα που μπορεί να κάνει καλά, ο Τομ Ρόμπινς ξέρει να εμφιαλώνει σε μικρά μπουκαλάκια μίνι πραγματείες για κάθε λογής πιθανό κι απίθανο φαινόμενο.

Στην ηπειρωτική Αμερική έπεφτε βροχή. Η περίφημη βροχή του Σηάτλ. Η ψιλή, γκρίζα βροχή που λατρεύουν τα μανιτάρια. Η επίμονη βροχή που ξέρει κάθε κρυφή χαραμάδα και περνάει σε κολλάρα και σε σακκούλες με ψώνια. Η ήρεμη βροχή που μπορεί να σκουριάσει μια τενεκεδένια σκεπή χωρίς η τενεκεδένια σκεπή να κάνει τον παραμικρό θόρυβο διαμαρτυρίας. Η «σαμανική» βροχή που τροφοδοτεί τη φαντασία. Η βροχή, που στην πραγματικότητα, μοιάζει με κρυφή γλώσσα, με μουρμουρητό, σαν την έκσταση των πρωτόγονων και την πεμπτουσία των πραγμάτων.

Ο καλύτερος τρόπος να διαβάσει κανείς αυτό το βιβλίο κρύβεται στο να αφήσει στην άκρη την εκλογίκευση και να αφεθεί ελαφρύς και πράος, να ρουφήξει τις λέξεις και να νιώσει ζωντανός και σφριγηλός μέσα στην καταπραϋντική πρόζα του Ρόμπινς, χωρίς να αναζητήσει την τάξη, αλλά να αφήσει τα λόγια του Τρυποκάρυδου να του πιπιλίσουν το μυαλό για καιρό.

Δεν ξέρω πια τι θα πει αγάπη. Την περασμένη βδομάδα είχα ένα κάρρο ιδέες. Για το τι είναι η αγάπη και πώς να την κάνεις να μείνει. Τώρα που είμαι ερωτευμένος, δεν έχω ιδέα. Τώρα που είμαι ερωτευμένος, είμαι τελείως βλάκας πάνω σ’ αυτό το θέμα.

Περιεχόμενο του έργου του

“Το να προσπαθείς να περιγράψεις ένα βιβλίο του Τομ Ρόμπινς, είναι σαν να δείχνεις σε κάποιον μια νιφάδα και να περιμένεις να καταλάβει τι είναι το σκι”. Οι λέξεις στο βιβλίο τρέχουν. Υπέροχα φλύαρες μα κι εντελώς απαραίτητες. Η ελευθερία κυλιέται στα χορτάρια με τον σουρεαλισμό. Φιλιούνται, καπνίζουν, κι ακούνε χίπικη μουσική σχεδιάζοντας βομβιστικές επιθέσεις. Ε, και στο τέλος ερωτεύονται…Ή μάλλον, ψέματα. Απ’ την αρχή τους, ερωτεύονται. Κι όχι με αναστεναγμούς και με χοντρές φιλοσοφίες. Ο έρωτας του Τρυποκάρυδου είναι αστείος, αληθινός, γεμάτος σάρκα, πρόστυχο σάλιο κι αγνό καρδιοχτύπι. Είναι ένας έρωτας χωρίς φαμφάρες, κι άρα μπορείς να τον εμπιστευτείς.

Ο έρωτας, η περιπέτεια, η οικολογία, η αναζήτηση της ευτυχίας και άλλες ρομαντικές αξίες σε κάνουν να τον αγαπήσεις μέσα από τα βιβλία του. Αγαπάς τους ήρωες του με τις αδυναμίες τους, την αλλόκοτη συμπεριφορά τους, τον ρομαντισμό που τους χαρακτηρίζει, τη εσωτερική δύναμη τους. Προσωπικά ο Ρόμπινς με έκανε να θυμηθώ την μαγεία των βιβλίων, που είχα ξεχάσει. Ο Τρυποκάρυδος (το πρώτο βιβλίο του Ρόμπινς που διάβασα), μου άνοιξε ένα παράθυρο στην αθώα αλλά συγχρόνως και τη σκεπτόμενη πλευρά του εαυτού μου και μου έμαθε πως τελικά τα όνειρα των παιδιών θα έπρεπε να είναι οι στόχοι των μεγάλων. Το κάθε βιβλίο του είναι μια πραγματικά απολαυστική ιδιόμορφη ιστορία που κατακλύζεται από μαγεία στην οποία τόσο πολύ ο ίδιος πιστεύει. Ωστόσο όσο διαβάζεις και οι σελίδες γλιστρούν, διαπιστώνεις πως με μοναδικό τρόπο, θίγει κοινωνικοπολιτικά προβλήματα και χωρίς να το καταλάβεις βρίσκεσαι προβληματισμένος σχετικά με αναπάντητα ερωτήματα που μέχρι τότε μπορεί να μην είχες πλησιάσει ποτέ. Στα βιβλία του Ρόμπινς, τα πιο αλλόκοτα πρόσωπα λένε τα πιο σημαντικά πράγματα στον κόσμο. Καουμπόισσες, πριγκίπισσες, αναρχικοί, επιστάτες, χρηματιστές, ο κάθε χαρακτήρας με τις ιδιαιτερότητες του σου ανοίγει έναν φαντασιακό κόσμο που κάποιες φορές θα ήθελες να είσαι μέρος του. Kάθε φορά ένα καινούριο παραμύθι που ξετυλίγεται, σε συνδυασμό με τη προκλητική, ασυμβίβαστη και πολυμήχανη γραφή του, σου αφήνει στο τέλος τη γλυκιά γεύση ενός ονείρου που τελείωσε.

Στο βιβλίο εμφανίζεται μπροστά σου ένας απίστευτος και τόσο διαφορετικός τρόπος γραφής που δεν συνάντησα ποτέ ξανά σε κανένα σύγχρονο συγγραφέα. Η γραφή του Ρόμπινς είναι άκρως αντισυμβατική και εντελώς πέρα από τα συνήθη παρασύροντας σε με την γοητευτικά συνειρμική της διάθεση.

Οι χαρακτήρες – όπως και η πλοκή -στο βιβλίο αυτό, είναι ακραίοι, δεν είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Φαινομενικά σε αυτούς δεν θα συναντήσεις τον εαυτό σου, ούτε θα ταυτιστείς με οποιονδήποτε τρόπο  μαζί τους. Η ιστορία  όντας δοσμένη μέσα από σουρεαλιστικά γεγονότα σαφώς και δεν έχει τον πρώτο λόγο στο βιβλίο αυτό. Την πρώτη θέση κατέχουν οι υπαρξιακές-φιλοσοφικές ανησυχίες και άλλοτε οι καυστικές πολιτικές απόψεις του συγγραφέα. Απόψεις, τις οποίες σερβίρει με απίστευτες δόσεις έξυπνου χιούμορ έτσι ώστε να σε αναγκάσει να σταματήσεις την ανάγνωση, να σκεφτείς για μερικά δευτερόλεπτα τι ακριβώς είναι αυτό που μόλις διάβασες, και έπειτα να γελάσεις αβίαστα (μεταξύ μας τι πιο μαγικό από αυτό;)
Με τον Ρόμπινς αναγκάζεσαι να διαβάσεις πίσω από τις λέξεις, πίσω από τα ευφυολογήματα και τα λογοπαίγνια που χρησιμοποιεί, και αυτό στις περιπτώσεις που η μετάφραση καταφέρει να ανταποκριθεί  επιτυχώς στις απαιτήσεις του πρωτότυπου. Για αυτό όσοι έχουν την ευχέρεια να το διαβάσουν στην αυθεντική του έκδοση σίγουρα θα το απολαύσουν ακόμα περισσότερο.
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την απλή αυτή ιστορία για να περάσει με ένα υπόγειο τρόπο το προσωπικό,  φιλοσοφικό και κοινωνικό του πλέγμα ιδεών, που ακόμα και αν διαφωνήσεις επί της ουσίας μαζί του, αν μη τι άλλο θα το απολαύσεις, γιατί πολύ απλά έχει μεγάλη πλάκα.
Ο Τρυποκάρυδος του Ρόμπινς είναι το βιβλίο εκείνο που θα αγαπηθεί από τον 17χρονο επαναστατημένο και ανήσυχο έφηβο αλλά παράλληλα μπορεί να κάνει και τον πιο συντηρητικό αναγνώστη να θαυμάσει τη χαρισματική ευφυΐα του συγγραφέα. 
Αν διαβάζοντας το έχεις τα μάτια και την καρδιά σου ανοιχτή το σίγουρο είναι ότι κλείνοντας το οπισθόφυλλο δε μπορείς παρά να μείνεις με ένα ελαφρύ πονηρό και συνωμοτικό μειδίαμα αναγνωρίζοντας σε αυτή την ακραία ιστορία αγάπης συναισθήματα που και εσύ ο ίδιος έχεις ξεχάσει.
Tip: Στο τέλος του βιβλίου απαντάτε και το ερώτημα «Γιατί χάνεται ο έρωτας; » και αναμφίβολα η απάντηση που μας δίνει ο Ρομπινς είναι άκρως πειστική.

Πηγές: https://ohthatbookblog.wordpress.com/2018/10/31/trypokarydos-tom-robbins/

https://provocateur.gr/out-about/15921/diaba-zoyme-o-tyrypokarydos-toy-tom-rompins

http://books-street.blogspot.com/2012/03/blog-post_02.html?m=1

https://www.athensvoice.gr/72950_tom-rompins

Ραμανούτζαν: η ιστορία ενός σπουδαίου μαθηματικού στην μεγάλη οθόνη

Χειμώνας 1913.

Η Ευρώπη βράζει. Οι στρατοί παρατάσσονται. Στην Αγγλία οι εργάτες κάνουν απεργίες, όμως στο Κέμπριτζ τίποτε δεν έχει αλλάξει. Φυσικοί και μαθηματικοί αισθάνονται Θεοί της επιστήμης που σπάνια καταδέχονται να ρίξουν μια ματιά πέρα από τη μύτη τους. Ο διασημότερος των μαθηματικών, ο 36χρονος Χάρντι, είναι ο πιο μεθοδικός «Απόστολος της Απόδειξης».

Στο πρόσωπό του συνυπάρχουν η πιο αμείλικτη, απαιτητική μαθηματική πλευρά, με την πιο επιεική, αμφιλεγόμενη ελευθεριότητα του πνεύματος. Εργάζεται άοκνα, διαβάζει καθημερινά τους Τάιμς, κάνει ενθουσιώδεις μαθηματικές διαλέξεις, παίζει τένις, παρακολουθεί μανιωδώς αγώνες κρίκετ, και δηλώνει φανατικός αρνησίθεος. Η καριέρα του είναι εδραιωμένη, η ζωή του άνετη, το μέλλον του εξασφαλισμένο.

Ώσπου ένα πρωί, φτάνει στα χέρια του μια επιστολή από την Ινδία.

Ένας ασήμαντος 26χρονος Ινδός, ένας υπάλληλος, ένας αυτοδίδακτος μαθηματικός, ο Σρινιβάσα Ραμανουτζάν, τολμά να παραθέσει στον καθηγητή Χάρντι τις λύσεις σε δεκάδες ανεπίλυτα, σημαντικότατα θεωρήματα και ένα σωρό παράξενες διατυπώσεις γνωστών μαθηματικών εννοιών. Ο Χάρντι συγκλονίστηκε – ήταν κάτι σαν προσβολή. Παράτησε το χειρόγραφο και βυθίστηκε ξανά στις σελίδες των Τάιμς. Όμως, τα έξαλλα θεωρήματα και οι αποδείξεις του Ραμανουτζάν γέμισαν τις ώρες του με ανησυχία. Σιγά σιγά, σαν σε παράξενη μετάλλαξη, κοιτώντας τη χειρόγραφη επιστολή, άρχισε να αισθάνεται ευγνωμοσύνη για την ύπαρξη αυτού του άγνωστου. Παραδεχόταν, πλέον, πως κρατούσε το δημιούργημα ενός μαθηματικού μέγιστης ποιότητας, με εξαιρετική πρωτοτυπία και δύναμη φαντασίας – μια σπάνια μαθηματική ιδιοφυία. Ο Χάρντι κίνησε γη και ουρανό να του φέρουν τον Ραμανουτζάν στην Αγγλία.Ο Ραμανουτζάν επιζητούσε επαφή με τους ευρωπαίους τιτάνες της μαθηματικής διανόησης, όμως δεν ήθελε να αφήσει την αγαπημένη του Ινδία.

Τελικά, από τα χαμόσπιτα του Μαντράς βρέθηκε στα επιβλητικά κτήρια του Κέμπριτζ, στο ανοίκειο πολιτιστικό, κοινωνικό και επιστημονικό περιβάλλον της Αγγλίας – «από τα αλώνια, στα σαλόνια» της διανόησης.Επί 5 χρόνια, αποκλεισμένος από την πατρίδα του εξαιτίας του πολέμου, άφησε την οικογένειά του, τον παραδοσιακό τρόπο ζωής του και παρέμεινε στην αφιλόξενη Μεγάλη Βρετανία, φιλοτεχνώντας μέσα από 21 σπουδαίες δημοσιεύσεις μια αθάνατη μαθηματική κληρονομιά.Ανέκαθεν ήταν δεκτικός σε μεταφυσικές εικοτολογίες και πίστευε πως η μαθηματική πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από τους ανθρώπους – απλώς περιμένει την ανακάλυψή της. Διαβάζοντας ένα παμπάλαιο εγχειρίδιο μαθηματικών ανακάλυψε όλα όσα οι συνομίληκοί του διδάσκονταν στα πιο φημισμένα πανεπιστήμια της Ευρώπης.

Οι αριθμοί και οι μαθηματικές τους σχέσεις , στο μυαλό του Ραμανουτζάν, συνέδεαν μεταξύ τους τα διάφορα μέρη του Σύμπαντος. Κάθε νέο του θεώρημα συνιστούσε ένα ακόμη κομμάτι του απροσμέτρητου Άπειρου. Δήλωνε απερίφραστα πως καμιά εξίσωση δεν είχε νόημα γι’ αυτόν αν δεν εκφράζει μια σκέψη του Θεού. Ήταν απλός, εύθικτος ακόμη και σε ασήμαντες παρατηρήσεις. Οι ανάγκες του ήταν στοιχειώδεις. Δεν ήταν επηρμένος, ήταν επίμονος, εργαζόταν σκληρά, εξέπεμπε μια ιδιότυπη γοητεία και επιδείκνυε υψηλή νοημοσύνη σε όλα – όχι μόνο στα μαθηματικά.Όμως, δεν άντεχε το κλίμα, τις διατροφικές συνήθειες και το κοινωνικό περιβάλλον της Δύσης. Σχεδόν μόνιμα άρρωστος, είχε περιόδους πλούσιας επιστημονικής παραγωγής που του εξασφάλισαν την ύψιστη τιμή για επιστήμονα, υπήκοο του βρετανικού Στέμματος: τον τίτλο του Εταίρου της Βασιλικής Εταιρίας.Οι εργασίες του δεν έχουν ακόμη αποκαλύψει τα μυστικά τους.Τα θεωρήματά του εφαρμόζονται σε περιοχές της επιστήμης –όπως στη χημεία των πολυμερών, στους υπολογιστές, ακόμη και στην, εντελώς άγνωστη, τότε, μελέτη του καρκίνου– που ο ίδιος δεν είχε καν φανταστεί.

Η ταινία

Πάνω στο βιβλίο «Ο Άνθρωπος που Γνώριζε το Άπειρο» του Ρόμπερτ Κάνιγκελ που τυχαία έπεσε στα χέρια του σκηνοθέτη Ματ Μπράουν και που τον μάγεψε η ιστορία, βασίζεται η εν λόγω ταινία. Έχοντας κερδίσει τον συγγραφέα αλλά και τους παραγωγούς Έντουαρντ Ρ. Πρέσμαν και Τζιμ Γιανγκ, ο Μπράουν ξεκίνησε την αναζήτηση του βασικού πρωταγωνιστή. Ο κλήρος έπεσε στον Ντεβ Πατέλ («Slumdog Millionaire», «The Secong Best Exotic Marigold Hotel») που δέχθηκε αμέσως. Όσο για τις απαιτήσεις του ρόλου και την συνεργασία του με τον μεγάλο Τζέρεμι Άιρονς, εξομολογείται: « Μερικές φορές το να μην χρειάζεται να μιμηθείς συμπεριφορές ή κινήσεις που βλέπεις σε ένα βίντεο, σημαίνει μεγαλύτερη ελευθερία για έναν ηθοποιό. Και είχα την φοβερή βοήθεια του Τζέρεμι Άιρονς – η συνεργασία μαζί του είναι όνειρο για κάθε ηθοποιό και ήταν ό,τι περίμενα. Έχει καταπληκτική αίσθηση του χιούμορ και είναι φοβερά γενναιόδωρος, κάτι που έκανε εύκολο να χτίσουμε την σχέση μαθητή-δασκάλου. Είναι επίσης πολύ αφοσιωμένος στην δουλειά και το γύρισμα, δίνει ιδιαίτερη προσοχή στις λεπτομέρειες που κάνουν την διαφορά – είναι πραγματικά καταπληκτικός».

Από την άλλη ο οσκαρικός Άιρονς, αναφέρει ότι: «Αυτό που βρήκα συναρπαστικό στο πρότζεκτ, είναι ότι δεν ήξερα τίποτα για την ιστορία ή τον Ραμανουτζάν, και βρήκα την εξερεύνηση του κόσμου των μαθηματικών φοβερά ενδιαφέρουσα. Συνειδητοποίησα ότι ένας κόσμος που σε μένα φαίνεται εντελώς στεγνός και αδιάφορος, μπορεί να μοιάζει γεμάτος πάθος και μυστήριο και δέος για κάποιους άλλους. Με προσέλκυσε επίσης η σχέση των δύο ηρώων: ο Χάρντι, ένας στερεοτυπικά εσωστρεφής και συγκρατημένος Άγγλος, παίρνει τον Ραμανουτζάν από μια ζωή γεμάτη χρώμα, ζέστη και συναίσθημα και τον φέρνει σε μια κρύα χώρα στο χείλος του πολέμου. Είναι δύο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι στον τρόπο με τον οποίο προσέγγιζαν την ζωή, αλλά είχαν κοινό το πάθος τους για τα μαθηματικά. Τελικά, αυτό ήταν αρκετό για να δημιουργηθεί μια δυνατή φιλία». Για τον ρόλο του ο Άιρονς, χρησιμοποίησε ως βάση μια ατάκα/περιγραφή του Χάρντι αναφορικά με τα χρόνια που πέρασε με τον Ραμανουτζάν ως «το μοναδικό ρομαντικό περιστατικό της ζωής του». Ο ηθοποιός εξομολογείται ότι: «Είναι, βέβαια, μια δύσκολη σχέση να ορίσεις και να καταλάβεις σήμερα. Η δήλωση του Χάρντι έχει παρερμηνευθεί κατά τη γνώμη μου. Εμείς σήμερα θεωρούμε ότι η λέξη ρομαντικός συνδέεται με την ερωτική αγάπη αποκλειστικά, αλλά δεν είναι έτσι στην πραγματικότητα. Η λέξη ρομαντικός μπορεί να αναφέρεται σε εκείνη την περίοδο στη ζωή σου όπου όλα μοιάζουν πιο ζωηρά και πιο χρωματιστά, και αυτό νομίζω ότι εννοούσε ο Χάρντι. Σίγουρα, πάντως, τα χρόνια κατά τα οποία συνεργάστηκε με τον Ραμανουτζάν ήταν η περίοδος στην οποία ήταν περισσότερο περήφανος για την δουλειά του και περισσότερο ευτυχισμένος». Όλα αυτά ακούγονται ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και όπως και να το κάνουμε, οι πραγματικές ιστορίες πάντα έχουν ένα κλικ συμπάθειας παραπάνω στο ταινιόφιλο κοινό. Είδαμε και αγαπήσαμε τέτοιες τα τελευταία χρόνια που αναγνωρίστηκαν και πρωταγωνίστησαν στα μεγαλύτερα κινηματογραφικά βραβεία ανά την υφήλιο.

Μια από τις θέσεις που σωστά διατυπώνει ατακαριστά αυτή η ταινία είναι πως «Η μεγάλη γνώση συχνά πηγάζει απ’ τις ταπεινότερες καταβολές». Η μεγάλη τέχνη επίσης. Σε αυτήν επουδενί ανήκει τούτη η βρετανική παραγωγή (από έναν σκηνοθέτη και σεναριογράφο που, τουλάχιστον ακόμα, στη δεύτερη μεγάλου μήκους του, δεν… μετράει), η οποία προστίθεται στο υποσύνολο – μακρυνάρι που απαρτίζεται απ’ τα μπούστα υπαρκτών «ο (σπουδαίος αλλά) άγνωστος Χ» προσωπικοτήτων τα οποία καταστρέφει η πιασάρικη, bigger than life απεικόνισή τους στο πανί. Το χειρότερο: προτείνοντας σε επίπεδο γραφής μια αντιδιαφορική εξίσωση, με το εξαγόμενο να υπολείπεται αισθητά του προτύπου – που, φυσικά, είναι «Ο Ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ», εδώ στο περιόδου και με exotica εκθέτη κλάσμα του.

Διατηρώντας ως άξονα την 5χρονη σχέση αλληλοτροφοδότησης τού χαρισματικού Σρινιβάσα Ραμάνουτζαν με τον Γκόντφρεϊ Χάρντι (μαρτυρίες από τα απομνημονεύματα τού δεύτερου είναι ανεπίσημα η βάση της ιστορίας, με επίσημη τη μοναδική βιογραφία τού πρώτου που υφίσταται, δια χειρός Ρόμπερτ Κάνιγκελ), ο Μπράουν αθροίζει στο standard δυναμικής κρατούμενο του διπόλου «Άγγλος, ακαδημαϊκός, άθεος, δημοκράτης, παντρεμένος με την επιστήμη του και είλωτάς της» απ’ τη μια και «Ινδός, άνευ πτυχίου, ταπεινής κάστας και συχνά χωρίς πόρους, πιστός Βραχμάνος, με γυναίκα και μάνα αλάργα, ιδιοφυία» απ’ την άλλη τούς παράγοντες «ρατσισμός» και «πανεπιστημιακό κατεστημένο» αρχικά, «Πρώτος Παγκόσμιος» και «ψυχοσωματικές δοκιμασίες» στη συνέχεια. Το γινόμενο; Την κλασική καταστασιακή ακολουθία «λεκτική διαφωνία ανάμεσα στους δύο ήρωές μας και πάλη στο χαρτί ή στον μαυροπίνακα με τα νούμερα που πρέπει να βγουν και πειραγματάκια απ’ τον φιλικό ή προσκόμματα απ’ τον εχθρικό περίγυρο και πέρασμα στην Ινδία (ενίοτε δια της αναπόλησης) όπου οι δύο γυναίκες της ζωής τού ξενιτεμένου είναι στα μαχαίρια = απειροστική πλοκή» διακόπτουν μόνο υποδιαστολές αλλά σπανίως με αξία – και δεν εννοώ αριθμητική αλλά αφηγηματική.

Και πώς να είναι η λύση ο φιλικά προσκείμενος προς το δίδυμό μας Μπέρτραντ Ράσελ (ο Νόρθαμ πιο κόντρα από ποτέ) ως κομπάρσος στην απόξω ενώ πολεμάει εντός κολεγίου με χιουμοράκι για το φιλοσοφικό πολιτικό του όραμα ή ένα ζέπελιν που βομβαρδίζει το Λονδίνο με τον επισκεπτόμενο Ταμίλ μας σε κίνδυνο (add CGI), όταν η τριγωνομετρία τού εν προόδω και ανθρώπινου πλησιάσματος ανάμεσα στον ξερακιανό Βρετανό οπαδό τής τεκμηρίωσης των θεωρημάτων και τον Γκάνγκα Ντιν τής θεϊκής διαίσθησης του χορού των ψηφίων περνάει απ’ την καλοπροαίρετη θεωρία στην κάπως νιανιά πράξη, με τον ένα να προπαγανδίζει στεντόρεια την αλλαγή στις μουχλιασμένες τάξεις των συναδέλφων του και τον άλλο να ψαύει το άγαλμα του παλιού fellow Νεύτονα αδημονώντας για την αναγνώριση, τα πρακτικά ανταλλάγματα της οποίας θα του επιτρέψουν να επανενωθεί με την παιδική αγαπημένη του;

Ο ρατσισμός, διαχρονική τετραγωνική ρίζα τού εχθρικού προς την αλλοδαπή διάνοια κατεστημένου, υποσημειώνει σωστά τα τεκταινόμενα εδώ. Αλλά ως ίντριγκα που διαιρεί ακόμα και σε επίπεδο αλληλογραφίας τα νταλκαδιασμένα ερωτευμενάκια μουγκανίζει μια ιερή αγελάδα τού είδους τού ρομαντικού melo (βλ. «κακιά πεθερά»), ενώ οι σχετικές, διάσπαρτες στο δεύτερο ήμισυ νοερές αναδρομές τού «μαυριδερού» Αϊνστάιν μας στη συζυγική Αρκαδία του επιχειρούν ακόμη πιο άγαρμπα να μαζέψουν το μπερδεμένο σάρι τής καρδιάς και του μυαλού του. Αυτά προτού μια σεκάνς παραίσθησης κάνει το σφάλμα να λογαριαστεί μιγαδικά εφετζίδικα με το έτερο κινηματογραφικό αλγεβρικό πρότυπο τού Μπράουν, το «Ένας Υπέροχος Άνθρωπος», καθώς τα… δέκατα των κακουχιών έχουν πολλαπλασιάσει την παθολογία τού χαρακτήρα και μαζί τη δραματικότητα τής μυθοπλαστικής μοίρας τού Ραμάνουτζαν.

Καθώς δεν παίζεις τις χάντρες τού άβακα από πλήξη, η συνάρτηση δεν θα λογιζόταν ως ελλειπτική σε τέτοιο βαθμό, εάν η διδασκαλία τού επιρρεπούς στον σεντιμενταλισμό τής μάσκας τού προσώπου Πατέλ είχε αφαιρέσει από τις εκφράσεις του – και η posh γκαρνταρόμπα του δεν τον εξέθετε χαρακτηριστικά, ειδικά εκείνο το ανθρακί κασμιρένιο παλτό (άπαξ, για δευτερόλεπτα). Αντίθετα, μαζί με τις μουσικές υπογραμμίσεις, το φλέγμα σε ατάκες και κάποια γκαγκ που θα λατρέψουν οι καταρτισμένοι στο γνωστικό πεδίο (κάντε υπομονή για το όψιμο δις ξεπέταγμα του φετίχ των οπαδών τού Ραμάνουτζαν, του 1729), ο Άιρονς ανήκει στα συν, παρά το ότι η φιγούρα του αρτιώνεται αξιωματικά πλάι σ’ εκείνη τού προστατευομένου του και την ψιλοκαπελώνει. Πριν απ’ τους τίτλους τέλους ξέρετε τι διαμέριση σας επιφυλάσσουν για φόρτιση, κλασικά: δύο πραγματικές φωτογραφίες τού τιμώμενου (σχεδόν οι μόνες διασωθείσες, ευτυχώς αντίθετα με το ρηξικέλευθο έργο του) και μετάτιτλοι για το τι απέγινε, ως μνημόσυνο της προσφοράς του σε όλους εμάς. «Το Παιχνίδι της Μίμησης», που λέγαμε. Ολοκληρώματα είναι αυτά;

Η ιστορία

«Κύριε, κατάλαβα από το γράμμα σας ότι ανυπομονείτε να με έχετε στο Κέιμπριτζ. Από το πανεπιστήμιο μου ξεκαθάρισαν ότι δεν χρειάζεται να ανησυχώ για τα έξοδα και το επίπεδο των αγγλικών μου και ότι θα μπορώ να παραμείνω χορτοφάγος εκεί. Άρα μαζί με τον κύριο Λίτλγουντ μπορείτε να αναλάβετε να με φέρετε στην χώρα σε λίγους μήνες». Με αυτά τα λόγια ο Σρινιβάσα Ραμανουτζάν, ένας φτωχός Ινδός επαρχιώτης, ενημέρωσε τον σπουδαίο άγγλο μαθηματικό Γκόντφρεϊ Χάρντι ότι αποδεχόταν την πρόταση να μαθητεύσει στο πλευρό του….

Ο Σρινιβάσα Ραμανουτζάν γεννήθηκε με ένα χάρισμα: Έβλεπε τον κόσμο μέσα από τους αριθμούς. Κι ο μικρός Ινδός, από πολύ νωρίς, ήθελε να παίξει μαζί τους. Ωστόσο, η ινδική επαρχία της δεκαετίας του 1880 δεν ήταν το πλέον ευνοϊκό μέρος για βαθύτερες αναζητήσεις και προχωρημένες μαθηματικές αναλύσεις. Ο πατέρας του Ραμανουτζάν εργαζόταν σε ένα μαγαζί με υφάσματα και η μητέρα του έψελνε στον τοπικό ναό. Τίποτα από το παραδοσιακό οικογενειακό του υπόβαθρο δε δικαιολογούσε την εμμονή και για την αγάπη του για τις αριθμητικές πράξεις. Πριν ακόμα πάει σχολείο έλυνε με ευκολία ασκήσεις που δυσκόλευαν παιδιά δημοτικού. Μέχρι την ηλικία των 11 είχε εξαντλήσει τη σχολική ύλη των μαθηματικών και άρχισε να επεκτείνεται σε πιο προχωρημένες έννοιες. Αναζητούσε ακαδημαϊκά βιβλία, δημιουργούσε δικά του θεωρήματα και κατακτούσε διακρίσεις σε τοπικούς διαγωνισμούς. Στο γυμνάσιο, λόγω έλλειψης εκπαιδευτικού προσωπικού, ο Ραμανουτζάν ανέλαβε και χρέη καθηγητή. Στην πραγματικότητα όμως είχε τεράστια κενά στα μαθηματικά κορυφαίου επιπέδου. Μία αυτοδίδακτη διάνοια Ωστόσο τα υπόλοιπα μαθήματα τον άφηναν αδιάφορο. Έτσι, όταν αποφοίτησε από το σχολείο, δεν κατάφερε να συνεχίσει τις σπουδές του σε υψηλότερο επίπεδο. Φυσικά, η αγάπη του για τα μαθηματικά δεν υποχώρησε. Στον ελεύθερό του χρόνο εξακολουθούσε να μελετάει και να επινοεί δικά του θεωρήματα….

Η πρώτη του επαφή με τον ακαδημαϊκό κόσμο των μαθηματικών ήρθε μετά το 1910, όταν ο Ραμανούτζαν γνώρισε τον ιδρυτή της Ινδικής Μαθηματικής Εταιρίας, Ραμασουάμι Άιερ. Ο Άιερ διάβασε τα τετράδια με τις σημειώσεις του νεαρού Ινδού και αμέσως εντυπωσιάστηκε. Αποφάσισε να τον συστήσει σε συναδέλφους του στην πόλη Μαντράς, όπου βρισκόταν το ομώνυμο πανεπιστήμιο….

Ωστόσο, αυτό που είχε ανάγκη ο Ραμανουτζάν ήταν δουλειά. Οι σπουδές έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα. Άλλωστε, ήταν πλέον οικογενειάρχης, καθώς πρόσφατα είχε παντρευτεί μία δεκάχρονη συμπατριώτισσά του. Αλλά εκτός από το νέο σπίτι που είχε να συντηρήσει, έπρεπε να αντιμετωπίσει και ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που απαιτούσε χειρουργική επέμβαση. Και τα χρήματα ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Έτσι, χάρη στη διαρκή επικοινωνία του με τους καθηγητές του Μαντράς και της Μαθηματικής Εταιρείας, αλλά και χάρη σε καινοτόμες μαθηματικές δημοσιεύσεις που είχε κάνει σε μεγάλο επιστημονικό περιοδικό, εξασφάλισε μία θέση γραμματέα τρίτης κλάσης στο λογιστήριο του λιμανιού του Μαντράς. Ήταν μία τυποποιημένη κι εύκολη δουλειά που του άφηνε αρκετό ελεύθερο χρόνο προκειμένου να ασχολείται με τη μεγάλη του αγάπη, τα μαθηματικά. Βέβαια, ο Άιερ και οι καθηγητές του Μαντράς που γνώριζαν τις δυνατότητες και το σπάνιο ταλέντο του, δεν ήθελαν να τον αφήσουν να το χαραμίσει. Έτσι, τον παρότρυναν να έρθει σε επικοινωνία με βρετανούς μαθηματικούς. Προώθησαν τη δουλειά του σε ομολόγους τους σε μεγάλα πανεπιστήμια της Βρετανίας και τον βοήθησαν να έρθει σε επικοινωνία μαζί τους. Οι αρχικές απαντήσεις ήταν διστακτικές. Οι βρετανοί μαθηματικοί αναγνώριζαν το ταλέντο του νεαρού Ινδού αλλά επισήμαιναν το γεγονός ότι του έλειπε το γνωστικό υπόβαθρο για να γίνει δεκτός στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Αναγνώριζαν όμως ότι αυτός ο σχεδόν αμόρφωτος νέος ήταν μαθηματική ευφυΐα. Ο Ραμανουτζάν βέβαια δεν το έβαλε κάτω και ξεκίνησε να επικοινωνεί αυτοπροσώπως με ανθρώπους από το Κέιμπριτζ. Τότε ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τους καθηγητές Γκόντφρεϊ Χάρντι και Τζον Λίτλγουντ. Οι δύο μεγάλοι μαθηματικοί ενθουσιάστηκαν τόσο από το έργο του Ινδού που τον προσκάλεσαν να ταξιδέψει στην Αγγλία. Εκείνος, αν και αρχικά αρνήθηκε, μετά από πολλές πιέσεις και διαβεβαιώσεις ότι οι συνθήκες εκεί θα ήταν ιδανικές, συμφώνησε να δεχθεί την πρότασή τους….

Στις 14 Απριλίου του 1914 ο Ραμανουτζάν έφτασε για πρώτη φορά στο Κέιμπριτζ. Όμως ήταν γεμάτος τύψεις που είχε αφήσει την οικογένεια του πίσω στο Μαντράς και φόβο διότι βρισκόταν ολομόναχος σε μία ξένη χώρα, του πήρε αρκετό καιρό μέχρι να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Ομολογουμένως, ο Χάρντι και ο Λιτλγουντ τον βοήθησαν αρκετά να συμπληρώσει τα κενά του και να βάλει σε μια τάξη τα ευρήματά του. Στο πλευρό τους ο Ινδός διέπρεψε. Μέσα σε διάστημα πέντε χρόνων, διατύπωσε μια πληθώρα από μαθηματικούς τύπους, οι οποίοι ήταν τόσο προχωρημένοι που μετέπειτα εξετάστηκαν σε βάθος και άνοιξαν νέους ερευνητικούς ορίζοντες. Τα συμπεράσματα που διατύπωσε ήταν τόσο πρωτότυπα, όσο και αντισυμβατικά. Ανάμεσα στα πιο αξιοσημείωτα συγκαταλέγονται οι Πρώτοι Αριθμοί Ραμανουτζάν και η Συναρτήση Θήτα Ραμανουτζάν. Το 1916 τού απονεμήθηκε πτυχίο Θετικών επιστημών και δύο χρόνια αργότερα, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων επιστημόνων, εκλέχθηκε μέλος της Μαθηματικής Εταιρίας του Λονδίνου και ύστερα, της Βασιλικής Εταιρίας. Ήταν ο δεύτερος Ινδός στην ιστορία που εξασφάλιζε μία τέτοια περίοπτη θέση, αλλά και ένα από τα νεότερα μέλη του οργανισμού….

Παρά το νεαρό της ηλικίας του η μαθηματική κληρονομιά που άφησε ήταν τεράστια. Τόσο οι μαθηματικοί της περιόδου εκείνης, όσο και μεταγενέστεροι επιστήμονες δεν δίστασαν να συγκρίνουν τον Ινδό με προσωπικότητες όπως ο Τζακόμπι, ο Όιλερ, ο Αρχιμήδης κι ο Νεύτωνας. Κι αυτό διότι πέρα από το έργο του, ο Ραμανουτζάν μοιραζόταν με αυτές τις ιστορικές διάνοιες ένα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα. Το πηγαίο μαθηματικό τους ταλέντο δεν ήταν κάτι επίκτητο, αλλά έρεε από μέσα τους. Όπως επισήμαινε ο Χάρντι στα γραπτά του, ο Ραμανουτζάν, πέρα από το εντυπωσιακό γεγονός ότι ήταν πλήρως αυτοδίδακτος, λειτουργούσε διαισθητικά. Ο Χάρντι, ο Λίτλγουντ και οι υπόλοιποι μεγάλοι μαθηματικοί της περιόδου ήταν στυγνοί ορθολογιστές. Ένθερμοι υποστηρικτές της μαθηματικής απόδειξης και της αυστηρότητας, αποζητούσαν λύσεις σε περίπλοκα προβλήματα μέσω μιας συγκεκριμένης λογικής και μεθοδευμένης πορείας σκέψης. Από την άλλη, ο Ραμανουτζάν λειτουργούσε ως επί το πλείστον διαισθητικά. Ήταν ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος που είχε μάθει να εμπιστεύεται το ένστικτό του. Όπως υποστήριζε, οι αριθμοί μιλούσαν στην ψυχή του κι δίχως να ξέρει ακριβώς το λόγο, οι λύσεις και οι καινοτόμες ιδέες του έρχονταν αβίαστα. Σήμερα, η συνεισφορά και το ταλέντο του μεγάλου μαθηματικού έχουν αναγνωριστεί διεθνώς. Θεωρείται ως ένα από τα κορυφαία μαθηματικά μυαλά του 20ου αιώνα και τα θεωρήματά του μελετούνται ακόμη. Τον Δεκέμβριο του 2011 η κυβέρνηση της Ινδίας διακήρυξε την ημέρα των γενεθλίων του Ραμανούτζαν (22 Δεκεμβρίου) ως ετήσια «Εθνική Ημέρα των Μαθηματικών» καθώς και το έτος 2012 ως «Εθνικό Χρόνο των Μαθηματικών» προς τιμήν του.…

Μέσα από τη συγκλονιστική ιστορία του Ραμανουτζάν μαθαίνουμε πώς πρέπει συμπεριφερθούμε σε μια ιδιοφυία μόλις διαπιστώσουμε την ύπαρξή της. Ο Χάρντι, ο αριστοκράτης άγγλος μαθηματικός με τις ασυναγώνιστες ακαδημαϊκές περγαμηνές, «μεταχειρίστηκε» τον εύθραυστο Ραμανουτζάν σαν ένα σπάνιο

άνθος που δεν θα ανεχόταν να «μπουκώσει» με τη μεθοδικότητα που απαιτούσε η μαθηματική γνώση. Όμως, η κοινωνία της εποχής, δεν έκανε το ίδιο.

Πόσοι ακόμη Ραμανουτζάν διαβιούν σήμερα στην Ινδία, άγνωστοι, δίχως αναγνώριση; Πόσοι βρίσκονται στην Αμερική και τη Μεγάλη Βρετανία, αποκλεισμένοι σε φυλετικά ή οικονομικά γκέτο, με την αμυδρή γνώση ότι υπάρχουν κι άλλοι κόσμοι πέρα από τον δικό τους;

Πηγή : http://www.mixanitouxronou.gr/srinivasa-ramanoytzan-o-aytodidaktos-indos-mathimatikos-poy-sygkrinetai-me-ton-archimidi-kai-ton-neytona/

www.lifo.gr

www.ert.gr

www.freecinema.gr