Η θλίψη πίσω από τα μάτια ενός γενναίου παιδιού

Ο Joe O’Donnell ήταν Αμερικανός Φωτογράφος, φωτορεπόρτερ και δημιουργός ντοκιμαντέρ. Το 1945 εστάλη από τον στρατό των ΗΠΑ να αποτιμήσει τη ζημία που προκλήθηκε στην Ιαπωνία από τις αεροπορικές επιδρομές και τις ατομικές βόμβες. Τους επτά μήνες που έμεινε εκεί ταξίδεψε στη Δυτική Ιαπωνία, καταγράφοντας την καταστροφή, αποκαλύπτοντας την κατάσταση των θυμάτων των βομβών, συμπεριλαμβανομένων των νεκρών, των τραυματιών, των αστέγων και των ορφανών. Οι εικόνες του ανθρώπινου πόνου χαράχτηκαν τόσο στα αρνητικά όσο και στην καρδιά του.

Στη παραπάνω φωτογραφία, ένα αγόρι στέκεται όρθιο, έχοντας κάνει το καθήκον του φέρνοντας τον νεκρό αδερφό του σε ένα σημείο, ώστε να αποτεφρωθεί. Το αγόρι κάθεται σε στάση προσοχής, κάτι που δείχνει τι βιώνει ένα τόσο μικρό παιδί κατά την διάρκεια ενός πολέμου. Κοιτάζοντας το αγόρι που κουβαλάει τον μικρότερο αδερφό του στην πλάτη του, προσπαθεί και κρατά ένα τόσο σοβαρό ύφος, προσπαθεί τόσο σκληρά για να είναι γενναίος, παρ’όλο που στα μάτια του είναι ξεκάθαρη η θλίψη.

Ο φωτογράφος δηλώνει χρόνια αργότερα σε συνέντευξη του: «Είδα ένα αγόρι περίπου δέκα ετών να περπατάει. Μετέφερε ένα μωρό στην πλάτη του. Εκείνες τις μέρες στην Ιαπωνία, είδαμε συχνά παιδιά να παίζουν με τα μικρά αδέρφια τους στην πλάτη τους, αλλά αυτό το αγόρι ήταν σαφώς διαφορετικό. Μπορούσα να καταλάβω ότι είχε έρθει σε αυτό το μέρος για σοβαρό λόγο. Δεν φορούσε παπούτσια. Το πρόσωπό του ήταν σκληρό. Το αγόρι στάθηκε εκεί για πέντε ή δέκα λεπτά. Άντρες με λευκές μάσκες περπάτησαν σε αυτόν και άρχισαν να βγάζουν ήσυχα το σχοινί που κρατούσε το μωρό. Τότε είδα ότι το μωρό ήταν ήδη νεκρό. Οι άνδρες κράτησαν το σώμα από τα χέρια και τα πόδια και το έβαλαν στη φωτιά. Το αγόρι στάθηκε εκεί ακίνητο, βλέποντας τις φλόγες. Δαγκώνει το κάτω χείλος του τόσο σκληρά που μάτωσε. Έπειτα το αγόρι γύρισε και έφυγε σιωπηλά.»

Η ιστορία της παραπάνω φωτογραφίας μας θύμισε πολύ την ιαπωνική ταινία κινουμένων σχεδίων Grave of the Fireflies του 1988, μία απίστευτη ταινία που προτείνουμε σε όλους σας να δείτε.

Πηγή: rarehistoricalphotos.com

Το τρομοκρατημένο παιδί από τη Συρία

Το 2015 το ίντερνετ κατακλύστηκε από την παραπάνω φωτογραφία. Η φωτογραφία είχε αναρτηθεί από τη φωτορεπόρτερ Nadia Abu Shaban. Πολλοί υποστήριξαν ότι η φωτογραφία είναι σκηνοθετημένη, ενώ ρώτησαν γιατί δεν εμφανίζεται το όνομα του πρακτορείου ή του φωτογράφου και η Shabam παραδέχτηκε ότι δεν ήταν εκείνη που την τράβηξε, δεν γνώριζε όμως ούτε το πότε, το πώς ή το ποιος.

To βρετανικό δίκτυο BBC κατάφερε να ανακαλύψει την πηγή της φωτογραφίας. Ο Τούρκος φωτορεπόρτερ Osman Sağırlı έχει τραβήξει την επίμαχη εικόνα με την τετράχρονη Hudea τον Δεκέμβριο του 2014 σε ένα καταυλισμό προσφύγων της Συρίας, μόλις 10 χιλιόμετρα μακριά από τα σύνορα με την Τουρκία.

«Χρησιμοποιούσα τηλεφακό και η μικρή νόμισε ότι ήταν όπλο. Συνειδητοποίησα ότι ήταν τρομοκρατημένη αφού είδα την εικόνα που τράβηξα. Βλέποντας τα σφιγμένα χείλη και τα χέρια που είχε σηκώσει ψηλά. Συνήθως τα παιδιά τρέχουν μακριά, κρύβουν το πρόσωπο τους ή χαμογελούν όταν βλέπουν κάμερα» δηλώνει ο φωτογράφος. Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2015 στην τουρκική εφημερίδα Turkiye.

Πηγή: bbc

Ο φάρος στον βράχο των ερωτικών απογοητεύσεων

Ο φάρος της φωτογραφίας είναι ο φάρος Δουκάτο. Ο επιβλητικός αυτός φάρος δεσπόζει στο ακρωτήρι Λευκάτας, στο νοτιότερο σημείο του νησιού της Λευκάδας. Το συγκεκριμένο ακρωτήριο ονομάζεται και Κάβος της Κυράς (ή της Νηράς). 

Το ακρωτήρι είναι ένας από τους πιο γνωστούς βράχους της αρχαιότητας, πιθανότατα η ομηρική “Λευκάς Πέτρη”, με άσπρα βράχια με ύψος 60 μέτρα πάνω από τα κύματα του Ιουνίου πελάγους. Περίπου το 1.200 π.Χ. λέγεται πως οι Φοίνικες θυσίαζαν από τον βράχο αυτό ανθρώπους για να κατευνάσουν την οργή των θεών και να γαληνεύει η θάλασσα. Οι Φοίνικες στεκόντουσαν στο ύψος του βράχου και πετούσαν νέους στο γκρεμό για να μπορέσουν να πλεύσουν στη θάλασσα χωρίς τρικυμία.

Αργότερα, το 400 π.Χ αντικατέστησαν τα θύματα με κατάδικους δίνοντας τους όμως πιθανότητες σωτηρίας. Πριν τους ρίξουν στο βράχο, τους έδεναν γύρω από το σώμα τους πουλιά και φτερά για ομαλότερη προσγείωση. Αν ο κατάδικος γλίτωνε, του χάριζαν τη ζωή.

Στην θέση του σημερινού φάρου βρίσκονταν τα απομεινάρια ενός αρχαιοελληνικού ναού. Οι τετράγωνοι λίθοι όπου βρέθηκαν στο σημείο, σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Γουλιέλμο Δαίρπφελδ, ανήκουν σε ναό που ήταν αφιερωμένος στον θεό Απόλλωνα. Στον Απόλλωνα αποδίδεται το πήδημα από το βράχο σαν μέσο ενάντια στο βασανιστικό ερωτικό πάθος.

Σύμφωνα με τον μύθο η Σαπφώ, η λυρική ποιήτρια από τη Λέσβο, ερωτεύτηκε ένα θαλάσσιο δαίμονα και ακόλουθο της Αφροδίτης, τον Φάωντα, ο οποίος χάρη στην Αφροδίτη ομόρφυνε και έγινε ελκυστικός στις γυναίκες. Ανάμεσα σε εκείνες που δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στην ομορφιά του ήταν και η Σαπφώ, η οποία τον ερωτεύτηκε και έγιναν εραστές. Κάποια στιγμή ο Φάων δυσαρεστήθηκε μαζί της και την εγκατέλειψε. Η Σαπφώ από τη θλίψη της ανέβηκε στα απόκρημνα βράχια της Λευκάδας και έπεσε στη θάλασσα.

Συνολικά, σύμφωνα με τον Πτολεμαίο Ηφαιστείων, από τον βράχο Λευκάτα έπεσαν επτά θνητοί ανάμεσα τους η Βασίλισσα της Καρίας, η Αρτεμισία που ήταν ερωτευμένη με κάποιο Δάρδανο από την Άβυδο.

Ο φάρος «Δουκάτο», στο σημείο αυτό, ξεκίνησε να λειτουργεί το 1890 με πετρέλαιο. Κατά τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο παρέμεινε σβηστός και λειτούργησε ξανά το 1945 και πάλι με πετρέλαιο. Το 1950 καταστράφηκε από σεισμό και λειτούργησε προσωρινά ως αυτόματος πυρσός ασετυλίνης μέχρι το 1956 οπότε και επισκευάστηκε. Το 1986 αντικαταστάθηκαν τα μηχανήματα πετρελαίου και ξεκίνησε να λειτουργεί πλέον με ηλεκτρικό ρεύμα.

Πηγές: wondergreece, μηχανή του χρόνου, πρώτο θέμα

Η αγάπη προς την μητέρα εν μέσω κορονοϊού

Ο Jihad Al-Suwaiti είναι ένας 30χρονος άντρας που κατάγεται από την πόλη Χεβρών, που βρίσκεται στην Παλαιστίνη, πιο συγκεκριμένα στην δυτική όχθη. Η συγκεκριμένη πόλη, όπως και συνολικά η περιοχή δίνει μεγάλη μάχη ώστε να αποφύγει ένα δεύτερο κύμα κορονοϊού.

Η μητέρα του συγκεκριμένου άντρα, που ονομάζεται Rasma Salama, έχει διαγνωστεί με λευχαιμία και διατρέχει μεγάλο κίνδυνο από μια πιθανή έκθεσή της στον ιό. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν επιτρεπόταν στον γιο της να την επισκεφτεί. Αυτός όμως δεν μπορούσε να αντέξει την ιδέα, ότι η μητέρα του είναι ολομόναχη. Έτσι, όπως βλέπουμε και στις φωτογραφίες, κατάφερε σκαρφαλώνοντας τον τοίχο να φτάσει στο παράθυρό της, και να της κάνει παρέα από εκεί, χωρίς να κινδυνεύει η ίδια.

«Περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας εκεί, παρατηρώντας την κατάσταση της μητέρας του από το παράθυρο, και κατέβαινε μόνο όταν εκείνη είχε κοιμηθεί» δήλωσε εκπρόσωπος του νοσοκομείου. Μέχρι που δυστυχώς η μητέρα του έχασε την μάχη και απεβίωσε.

Η σπαρακτική εικόνα του Jihad καθισμένου έξω από το παράθυρο του νοσοκομείου έχει κάνει από τότε τον γύρο του διαδικτύου, και έχει εμπνεύσει συγκινητικά post όπως αυτό που ανέβηκε πρόσφατα στο Twitter και θα δείτε παρακάτω.

Πηγή: metro.co.uk

Η τελευταία φωτογραφία του Κώστα Καρυωτάκη

Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιος του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την Χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.

Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς. Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921.

Το 1920 ο Κώστας Καρυωτάκης γνωρίζεται με την επίσης χαρισματική αλλά και «καταραμένη» ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη (1/4/1902 – 29/4/1930). Η ίδια σε επιστολή της σε φίλη της αναφέρει για τον Καρυωτάκη: «Στο κάτω-κάτω εγώ αγάπησα έναν ποιητή. Δεν αγάπησα έναν ήρωα. Αν ήθελα ήρωα, θα αγαπούσα τον Ανδρούτσο». Πληροφορίες λένε πως η Πολυδούρη τού είχε προτείνει γάμο, αλλά αυτός αρνήθηκε με τη αιτιολογία ότι «πάσχει από ανίατο αφροδίσιο νόσημα και δεν θέλει να πάρει στο λαιμό του καμιά γυναίκα». Τη νόσο την περιγράφει ο Καρυωτάκης χαρακτηριστικά στο ποίημά του Ωχρά Σπειροχαίτη, που είναι το όνομα του μικροβίου που προκαλεί τη σύφιλη.

Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».

Το Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας.

Οι συνθήκες της αυτοκτονίας του και κυρίως η αφορμή που τον οδήγησε σε αυτή την πράξη θα παραμείνουν πάντα ένα μυστήριο. Γιατί σύμφωνα με τη σύγχρονη έρευνα ο Καρυωτάκης δεν αυτοκτόνησε από κατάθλιψη, ούτε εξαιτίας της μετάθεσής του στην Πρέβεζα, παρόλο που και οι δύο αυτοί λόγοι οπωσδήποτε επηρέασαν σοβαρά την ψυχική του διάθεση. Ο ποιητής βρίσκεται αντιμέτωπος με μια απειλητική κατηγορία να τον βαραίνει. Η αποχαιρετιστήρια επιστολή του προβλημάτισε και συζητήθηκε σχεδόν όσο κανένα άλλο κείμενο Έλληνα λογοτέχνη.

Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί.

Την επόμενη ημέρα, 21 Ιουλίου 1928, 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης ξαπλώνει κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτονεί με μια σφαίρα στην καρδιά. Στο σημείο που άφησε την τελευταία του πνοή βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού. Μια μαρμάρινη επιγραφή γράφει  «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης»

Πηγή: sansimera, lifo

Η αυτοπυρπόληση ενός βουδιστή μοναχού

Ο Θικ Κουάνγκ Ντουκ  γεννήθηκε το 1897 ως Λαμ Βαν Τουκ. Ήταν Βιετναμέζος μαχαγιάνα βουδιστής μοναχός ο οποίος έθεσε τέρμα στην ζωή του με αυτοπυρπόληση στην Σαϊγκόν στις 11 Ιουνίου του 1963, ως διαμαρτυρία για την καταδίωξη των βουδιστών μοναχών από την νοτιοβιετναμέζικη κυβέρνηση του Νγκο Ντιν Ντιέμ. Οι φωτογραφίες της αυτοπυρπόλησης του κυκλοφόρησαν ευρέως διεθνώς και έφεραν τις πρακτικές της κυβέρνησης του Ντιέμ στο επίκεντρο. Ο φωτογράφος του συμβάντος, Μάλκολμ Μπράουν, κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ για την φωτογραφία αυτή.

Πιο συγκεκριμένα, στις 11 Ιουνίου του 1963, σε κεντρικό σημείο της Σαϊγκόν και στα πλαίσια πορείας διαμαρτυρίας των βουδιστών για τις διακρίσεις εναντίον τους, ο Ντουκ εμφανίστηκε βγαίνοντας από αυτοκίνητο μαζί με άλλους δύο μοναχούς. Ο ένας από τους μοναχούς τοποθέτησε ένα μαξιλάρι πάνω στο δρόμο, ενώ ο άλλος άνοιξε το πορτ μπαγκάζ και έβγαλε ένα μεγάλο μπιτόνι βενζίνης. Ο Ντουκ κατόπιν κάθισε ήρεμα πάνω στο μαξιλάρι στην μέση του δρόμου και άρχισε να διαλογίζεται. Ο μοναχός που είχε το μπιτόνι άρχισε να περιλούζει τον Ντουκ με την βενζίνη και κατόπιν απομακρύνθηκε, άναψε ένα σπίρτο, και το πέταξε στο ίχνος της βενζίνης που οδηγούσε στον Ντουκ. Ο Ντουκ άρχισε αμέσως να καίγεται και να βγαίνει μαύρος καπνός. Καθώς καιγόταν δεν κινήθηκε ούτε και φώναξε, και παρέμεινε σε καθιστή στάση.

Τα τελευταία λόγια του ο Ντουκ τα είχε γράψει σε γράμμα λίγο πριν τον θάνατο του:

Πριν κλείσω τα μάτια μου και μετακινηθώ προς το όραμα του Βούδα, απευθύνω παράκληση με σεβασμό προς τον Πρόεδρο να αισθανθεί συμπόνοια προς τους ανθρώπους του έθνους και να προχωρήσει σε θρησκευτική ισότητα για την διατήρηση της ισχύος της μητέρας πατρίδος αιωνίως. Καλώ τους σεβάσμιους, αιδεσιμότατους, μέλη της σάνγκα και τους απλούς Βουδιστές να οργανωθούν με πνεύμα συμπαράστασης και να κάνουν θυσίες για την προστασία του Βουδισμού.

Οι φωτογραφίες του συμβάντος κυκλοφόρησαν ευρέως σε όλο τον κόσμο και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων διεθνώς. Το συμβάν αυτό θεωρείται πως συνέβαλε καθοριστικά στην μετέπειτα κατάρρευση του καθεστώτος του Ντιέμ, τον οποίο οι ΗΠΑ έβρισκαν πλέον ιδιαίτερα δύσκολο να υποστηρίξουν μετά την γενική κατακραυγή. Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος Τζον Κέννεντι ανέφερε σχετικά με την φωτογραφία πως καμιά φωτογραφία στην ιστορία δεν προκάλεσε τόσο συναίσθημα παγκοσμίως όσο η συγκεκριμένη.

Στην Ευρώπη οι φωτογραφίες όπου καίγονταν πωλούνταν στους δρόμους ως καρτ ποστάλ κατά την δεκαετία του 1960, ενώ οι αρχές της κομμουνιστικής Κίνας διένειμαν στον πληθυσμό εκατομμύρια αντίτυπα ως απόδειξη του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Το σώμα του Ντουκ αποτεφρώθηκε ξανά για τους σκοπούς της κηδείας, όμως η καρδιά του παρέμεινε άθικτη και δεν κάηκε. Φυλάχτηκε ως ιερό κειμήλιο και ως σύμβολο συμπόνοιας, ενώ ο ίδιος θεωρείται από τους Βουδιστές ως μποντισάτβα, δηλαδή πεφωτισμένος.

Πηγή: Wikipedia

Ο άνθρωπος με την κουκούλα

Ο αγνώστων στοιχείων κρατούμενος φορά μια μαύρη κουκούλα που του εμποδίζει την όραση. Του έχουν φορέσει ένα ριχτό ύφασμα και τα χέρια του είναι τεντωμένα στην στάση του σταυρωμένου. Στα δάκτυλα του είναι περασμένα ηλεκτρικά καλώδια. Ο Ιβάν Φρέντερικ, ένας από τους λοχίες των φυλακών Αμπού Γκράιμπ στο Ιράκ κατά τους τελευταίους μήνες του 2003, ήταν αυτός που έβγαλε τη διάσημη πλέον φωτογραφία του «ανθρώπου με την κουκούλα». Το συγκεκριμένο στιγμιότυπο αποτελεί μια λιγότερο σαφή εικόνα των βασανιστηρίων που υπέστησαν πάνω από 7.000 κρατούμενοι στη διάρκεια του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας». Για περισσότερο από ένα έτος, αμερικανοί στρατιώτες υπέβαλλαν τους έγκλειστους σε φρικτά βασανιστήρια, μεταξύ των οποίων ξυλοδαρμούς, σοδομισμό, απειλές με την παρουσία όπλου και  σκύλων και ψυχολογικό πόλεμο.

Η φυλακή Αμπού Γκράιμπ, στην ομώνυμη πόλη, μερικά χιλιόμετρα μακριά από τη Βαγδάτη, υπήρξε μια από τις πιο διαβόητες φυλακές κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης του Σαντάμ Χουσεΐν. Στη φυλακή κρατούνταν περίπου 50.000 άνδρες και γυναίκες κάτω από άθλιες συνθήκες και υπό καθημερινούς βασανισμούς. Μετά την πτώση του Χουσεΐν, η φυλακή έκλεισε προσωρινά. Όταν όμως το 2003 ξέσπασε ο «Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας» και αμερικανικά στρατεύματα εισέβαλαν στο Ιράκ, ο στρατός των ΗΠΑ επαναλειτούργησε τη φυλακή και την μετέτρεψε σε στρατιωτικό κρατητήριο. Η φήμη της φυλακής ως συνώνυμο του τρόμου συνεχίστηκε.

Τον Ιανουάριο του 2004, μετά από συνεχόμενες καταγγελίες των ιρακινών κρατουμένων για κακομεταχείριση από αμερικανούς στρατιώτες, ανατέθηκε στον αντιστράτηγο Αντόνιο Ταγκούπα, διεξαγωγή έρευνας για τις πραγματικές συνθήκες των φυλακισμένων. Το πόρισμα, μεταξύ άλλων, μιλούσε για «πολλά περιστατικά σαδιστικής, ωμής και ανεύθυνα εγκληματικής κακομεταχείρισης». Ο Ταγκούμπα εντόπισε ως αρχιβασανιστές δύο στρατιωτικούς και δύο μέλη του πολιτικού προσωπικού της φυλακής. Παράλληλα, ανέφερε πως πολλοί αξιωματικοί ενθάρρυναν τους στρατιώτες να κακοποιούν τους κρατούμενους, με σκοπό να τους προετοιμάζουν για την επικείμενη ανάκρισή τους. Το πόρισμα, αλλά και φωτογραφίες μέσα από το κολαστήριο διέρρευσαν στον αμερικανικό Τύπο και το θέμα πήρε τεράστιες διαστάσεις. Ο δημοσιογράφος Σέιμουρ Χερς του «Νew Yorker» ήταν από τους πρώτους που απέσπασε από τον Ταγκούμπα πληροφορίες και φωτογραφίες. Ακολούθησε η «Washinghton Post» και το τηλεοπτικό «CBS». Οι φωτογραφίες και τα βίντεο ανήκαν όλα στο στρατιωτικό προσωπικό των φυλακών. Καθώς βασάνιζαν τα θύματά τους, τραβούσαν φωτογραφίες ή βίντεο και στη συνέχεια μοίραζαν μεταξύ τους το αποθηκευμένο υλικό.

Ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, δήλωσε «αποτροπιασμένος» από τις αποκαλύψεις και τις φωτογραφίες και επισήμανε ότι επρόκειτο για μεμονωμένα περιστατικά στρατιωτών που προχώρησαν σε βασανισμό κρατουμένων. Οι δηλώσεις του δεν έπεισαν πολλούς κι η κυβέρνηση του δέχτηκε διεθνή κατακραυγή όταν τα ντοκουμέντα έκαναν τον γύρο του κόσμου. Τα καταγεγραμμένα στοιχεία έλεγαν πως η κακοποίηση εγκλείστων ήταν παγιωμένη τακτική στα στρατιωτικά κρατητήρια του Ιράκ, του Αφγανιστάν και του Γκουαντάναμο στην Κούβα. Όσο κι αν διακήρυσσε η Αμερική ότι η εισβολή στο Ιράκ είχε απώτερο σκοπό τη σταθεροποίηση της δημοκρατίας  στη χώρα μετά την πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν, οι φωτογραφίες έδειχναν ακριβώς το αντίθετο.

Αν και συνελήφθησαν αρκετοί στρατιώτες που υπηρετούσαν στην Αμπού Γκράιμπ εκείνη την περίοδο, η αμερικανική δικαιοσύνη τους αντιμετώπισε με επιείκεια. Έντεκα στρατιώτες εξέτισαν ολιγόμηνη ποινή φυλάκισης, τρεις απαλλάχθηκαν εντελώς από τις κατηγορίες και κανείς δεν κατηγορήθηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Ο αντιστράτηγος Αντόνιο Ταγκούπα, ο οποίος ασχολήθηκε με την έρευνα των βασανιστηρίων, καθαιρέθηκε λίγο αργότερα. Οι φυλακές της Αμπού Γκράιμπ, έκλεισαν οριστικά στις 15 Απριλίου 2014.

Πηγή: μηχανή του χρόνου

Η πιο “όμορφη” αυτοκτονία

Στις 10.40 το πρωί της 1ης Μαΐου του 1947, ο αστυνομικός Τζον Μόρισεϊ παρατήρησε ένα λευκό μαντήλι να αιωρείται γύρω απ’ το Empire State Building της Νέας Υόρκης. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα άκουσε ένα φοβερό κρότο και είδε κόσμο να συγκεντρώνεται στο πεζοδρόμιο κάτω απ’ το ψηλότερο κτίριο της πόλης. Έτρεξε προς το σημείο και είδε το άψυχο σώμα μιας κοπέλας, ξαπλωμένο πάνω σε μια κατεστραμμένη κάντιλακ. Την σκηνή απαθανάτισε ένας νεαρός φωτογράφος, ο Ρόμπερτ Γουάιλς, ο οποίος έτυχε να περνάει από εκεί. Η φωτογραφία ονομάστηκε «η πιο όμορφη αυτοκτονία» και δημοσιεύτηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού Life.

Η όμορφη αυτόχειρας ήταν η 23χρονη Έβελιν Μακχέιλ. Πριν πηδήξει στο κενό απ’ την κορυφή του Empire State Building, είχε βγάλει το γκρίζο παλτό της και το είχε αφήσει δίπλα στην τσάντα της. Μέσα στη τσάντα είχε μερικά καλλυντικά, λίγα δολάρια, οικογενειακές φωτογραφίες και ένα σημείωμα.

Έγραφε: «Δε θέλω κανείς, ούτε η οικογένειά μου, να με δει. Μπορείτε να κάψετε το σώμα μου; Ικετεύω εσάς και την οικογένειά μου – μην με κηδέψετε και μη κάνετε κανένα μνημόσυνο. Ο μνηστήρας μου, μου ζήτησε να τον παντρευτώ τον Ιούνιο. Δεν νομίζω ότι θα ήμουν καλή σύζυγος. Είναι πολύ καλύτερα χωρίς εμένα. Πείτε στον πατέρα μου ότι έχω κληρονομήσει πάρα πολλές απ’ τις συνήθειες της μητέρας μου».

Είχε διαγράψει τις τρεις προτάσεις που αναφέρονταν στο μνηστήρα της. Η άσημη Έβελιν άθελα της κατάφερε να γίνει διάσημη και ο κόσμος να μάθει λεπτομέρειες για τη ζωή της.

Η μητέρα της εγκατέλειψε την οικογένεια πολύ νωρίς και ο πατέρας της, Βίνσεντ, μεγάλωσε την Έβελιν και τα 6 αδέρφια της. Λίγα χρόνια μετά, μετακόμισαν στη Νέα Υόρκη. Μετά το λύκειο, κατατάχτηκε στο γυναικείο στρατό της Αμερικής. Όταν έληξε η θητεία της, έκαψε τη στολή της. Επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και αρραβωνιάστηκε τον στρατιωτικό Μπάρι Ρόουντς. Η Έβελιν ήταν παράνυμφος της αδερφής του Ρόουντς και όταν τελείωσε ο γάμος, έκαψε το φόρεμά της όπως είχε κάνει και με τη στρατιωτική στολή. Στις 30 Απριλίου του 1947 αποφάσισαν με τον Ρόουντς να παντρευτούν τον Ιούνιο. Την επόμενη μέρα, η Έβελιν πήρε το τρένο για να επιστρέψει στο σπίτι του αδερφού της, όπου έμενε. Ο Ρόουντς δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι πριν φύγει, τη φίλησε και του φαινόταν, «ευτυχισμένη όπως κάθε κοπέλα που πρόκειται να παντρευτεί».

Στις 10.30 το πρωί της 1ης Μαΐου, η Έβελιν έβγαλε εισιτήριο για τον 86ο όροφο του Empire State Building. Δέκα λεπτά μετά, ήταν νεκρή. Η σορός της αποτεφρώθηκε, όπως ακριβώς είχε ζητήσει. Όμως δεν κατάφερε να περάσει απαρατήρητη όπως ήλπιζε. Η φωτογραφία του θανάτου της έκανε τον γύρο του κόσμου και ενέπνευσε καλλιτέχνες, όπως ο  Άντι Γουόρχολ. Ο φωτογράφος, που απαθανάτισε την στιγμή, δεν δημοσίευσε ποτέ ξανά φωτογραφία.

Έχουν περάσει 71 χρόνια απ’ το θάνατό της και δεν έχει γίνει κανένα μνημόσυνο, αλλά ο κόσμος τη θυμάται ακόμα για τον λάθος λόγο. Επειδή αυτοκτόνησε.

Πηγή: μηχανή του χρόνου

Η πρώτη selfie

Οι selfie φωτογραφίες έχουν μπει τα τελευταία χρόνια για τα καλά στην ζωή μας. Με τον όρο «selfie», εννοούμε την αυτο-φωτογράφηση συνήθως με την κάμερα του κινητού ή με τη βοήθεια ενός καθρέφτη και την κοινοποίησή της σε διάφορα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η λέξη «selfie» πρωτοεμφανίστηκε το 2005 από τον φωτογράφο Jim Krause και το 2009 είχε πλέον διεισδύσει τόσο πολύ στην κοινωνία, ώστε συμπεριελήφθη ως λήμμα στο λεξικό Oxford English Dictionary. Όμως, η αυτο-φωτογράφηση ως ιδέα, έχει ιστορία πολλών ετών.

Η πρώτη selfie τραβήχτηκε το 1839.

Το μοντέλο και ταυτόχρονα φωτογράφος ονομαζόταν Robert Cornelius. Πάθος του ήταν η χημεία και η φωτογραφία, που τότε βρισκόταν σε πολύ πρώιμα στάδια εξέλιξης. Τον Οκτώβριο του 1839, ο Cornelius εργαζόταν στην επιχείρηση της οικογένειάς του και στον ελεύθερό του χρόνο, ασχολούνταν με την νταγκεροτυπία, όπως ονομαζόταν η πρώτη μέθοδος φωτογράφησης.

Ο νεαρός Cornelius επέλεξε να στήσει τη φωτογραφική μηχανή έξω από το κατάστημά του και για να γλιτώσει χρόνο, αποφάσισε να ποζάρει ο ίδιος μπροστά στο φακό, ώστε να ολοκληρώσει το πείραμά του. Έβγαλε λοιπόν το κάλυμμα του φακού, στάθηκε ακίνητος μπροστά στη μηχανή για μερικά λεπτά και έπειτα τρέχοντας, τοποθέτησε το κάλυμμα πίσω στο φακό. Το αποτέλεσμα ήταν η παραπάνω φωτογραφία που θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί ως μία επιτυχής selfie.

Αρκετά μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πρώτη ομαδική selfie, η οποία βέβαια τραβήχτηκε πολλά χρόνια αργότερα. Είναι Δεκέμβρης του 1920. Πέντε γνωστοί φωτογράφοι της εποχής μαζεύονται στο στούντιο του ενός στην Νέα Υόρκη και ανεβαίνουν στην ταράτσα. Τη φωτογραφική μηχανή κρατάει με το δεξί του χέρι ο Joseph Byron και με το αριστερό ο Ben Falk. Στο κέντρο Pirie MacDonald, Colonel Marceau, Pop Core. Αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα, δεν είναι τόσο φανερό ότι η φωτογραφία τραβήχτηκε πριν 100 χρόνια.

Και όπως λοιπόν περνάνε τα χρόνια, φτάσαμε στο σημείο να έχουμε φωτογραφία selfie ακόμα και από το διάστημα. Ο Αμερικανός μηχανικός και πρώην αστροναύτης Buzz Aldrin είναι ο δεύτερος άνθρωπος στην Ιστορία που περπάτησε πάνω στη Σελήνη, μετά τον Neil Armstrong, αλλά κατάφερε να έχει μια άλλη πρωτιά. Κατά τη διάρκεια της αποστολής Gemini XII τράβηξε την πρώτη, ας την πούμε διαστημική, selfie.

Αφήστε τους να ανασάνουν

17 Ιουνίου του 2014. Ο Eric Garner, ένας 43χρονος πατέρας έξι παιδιών που ζούσε στην Νέα Υόρκη στριμώχθηκε από 4 αστυνομικούς. Σύμφωνα με την αστυνομία κατηγορείται για παράνομη πώληση αφορολόγητων τσιγάρων. Σύμφωνα με τον Ramsey Orta, ο οποίος ήταν μπροστά στο περιστατικό, το μόνο που είχε κάνει ο Garner για να παρενοχληθεί από την αστυνομία, ήταν ότι μπήκε στη μέση να σταματήσει ένα καυγά. Δεν έχει και τόσο σημασία ο λόγος της σύλληψης, αλλά η υπέρμετρη βία κατά την διάρκεια αυτής.

Ο Eric Garner βρίσκεται ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο. Ο αστυνομικός Daniel Pantaleo μαζί με τους συνάδελφους του έχουν ακινητοποιήσει τον Eric, ενώ ο συγκεκριμένος τον σφίγγει στον λαιμό. Ο Garner επαναλαμβάνει 11 φορές τις λέξεις “I can’t breathe” μέχρι να χάσει τις αισθήσεις του. Όταν φτάνει στο νοσοκομείο, ανακοινώνεται ο θάνατός του.

25 Μαΐου του 2020. Ο George Floyd, ένας 46χρονος που ζούσε στην Μινεάπολη φέρεται να αγοράζει από ένα ψιλικατζίδικο ένα πακέτο τσιγάρα με πλαστό χαρτονόμισμα. Οι δύο πρώτοι αστυνομικοί έφτασαν στο κατάστημα τέσσερα λεπτά μετά την καταγγελία και πλησίασαν το αυτοκίνητο που είχε επιβιβαστεί ο Floyd, μετά την έξοδο του από το ψιλικατζίδικο. Μάλιστα, ο ένας εκ των δύο τράβηξε λίγο αργότερα το όπλο του, χωρίς όμως να έχει διασαφηνιστεί η αιτία για αυτή του την κίνηση.

Τον βγάζουν έξω από το όχημα του, του φορούν χειροπέδες, ενώ στην προσπάθεια να τον βάλουν στο περιπολικό, τον ξαπλώνουν στο έδαφος. Ο αστυνομικός Derek Chauvin πιέζει με το γόνατό του τον λαιμό του Floyd, που κείτεται στο έδαφος. Ο Floyd επαναλαμβάνει 16 φορές τις λέξεις “I can’t breathe”, όμως ο αστυνομικός δεν παίρνει το πόδι του από τον λαιμό του, ακόμα και όταν ο George χάνει τις αισθήσεις του. Όταν φτάνει στο νοσοκομείο, ανακοινώνεται ο θάνατός του.

Βλέπετε εσείς κάποια διαφορά στις δύο ιστορίες; Η ιστορία δυστυχώς επαναλαμβάνεται. Ένας Αφροαμερικανός δολοφονείται από αστυνομικούς. Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να πάρει ανάσα επειδή κάποιος άλλος δεν τον αφήνει. Επειδή κάποιος θεωρεί ότι είναι ανώτερος του άλλου που έχει κάτι διαφορετικό από αυτόν. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που σκέφτονται έτσι, θα ζούμε σε μια κοινωνία που δεν μπορεί να ανασάνει.