Νίκος Εγγονόπουλος, ο ζωγράφος του ονείρου και των χρωμάτων

Σαν σήμερα, στις 21 Οκτωβρίου του 1907, έρχεται στην ζωή ο Έλληνας ποιητής-ζωγράφος, αυτός που ξεκινά με τη φράση «είμαι ζωγράφος το επάγγελμα» τις αυτοβιογραφικές του σημειώσεις στην πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των συλλογών του, το 1966. Ο λόγος φυσικά για το Νίκο Εγγονόπουλο. Αναγνώστες, θεατές και μελετητές των δύο κλάδων της ποίησης και της ζωγραφικής, με θαυμασμό ή κριτική διάθεση, ακόμα και με πάθος, διατυπώνουν εδώ και χρόνια τις απόψεις τους για τον ποιητή και ζωγράφο. Ωστόσο, όλοι όσοι ασχολήθηκαν μαζί του, έχουν συνείδηση αυτού του κερματισμού, νιώθουν το ατελές της κάθε επιμέρους προσέγγισης. Το πρόβλημα, εξάλλου, δεν ήταν ποτέ η διπλή ιδιότητα του Εγγονόπουλου, αλλά η ενιαία πρόσληψη των δύο τρόπων έκφρασης από τον αναγνώστη ή και θεατή. 

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1907 στην Αθήνα και πραγματοποίησε τις βασικές του σπουδές εσωτερικός σε Λύκειο του Παρισιού. Εργάστηκε ως μεταφραστής σε τράπεζα και γραφέας στο Πανεπιστήμιο, ενώ το 1930 διορίστηκε στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεων.

Το 1932 γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών, όπου μαθήτευσε κοντά στον Κ. Παρθένη, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα βυζαντινής τέχνης στο εργαστήριο των Φ. Κόντογλου και Α. Ξυγγόπουλου, μαζί με το φίλο του Γ. Τσαρούχη. Η Σχολή Καλών Τεχνών υπαγόταν την περίοδο εκείνη στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και ο Δ. Πικιώνης ανέθεσε στον ίδιο και σε άλλους απόφοιτους του τμήματος αυτού την αποτύπωση σπιτιών στην Ελλάδα, με στόχο τη διάσωση της “Λαϊκής αρχιτεκτονικής”. Για το σκοπό αυτό ταξίδεψε στην Δυτική Μακεδονία και στην Ύδρα και στις Σπέτσες και ζωγράφισε θέματα διακοσμητικά και αναπαραστάσεις προσόψεων σπιτιών. Αργότερα, φιλοτέχνησε και τα “αθηναϊκά σπίτια”. Έκανε ελεύθερες σπουδές σε Παρίσι, Βιέννη, Μόναχο και Ιταλία. Δίδαξε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π. , ζωγραφική, ιστορία της τέχνης και σκηνογραφία από το 1938, διαδοχικά ως επιμελητής, έκτακτος, μόνιμος και τακτικός καθηγητής. Την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Α. Εμπειρίκος, ο Γ. Μόραλης και ο Ντε Κίρικο.

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ – Ο ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ & ΠΟΙΗΤΗΣ

Ο Ν. Εγγονόπουλος υπήρξε ο κύριος εκφραστής του Σουρεαλισμού/ Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Ο ίδιος είχε δηλώσει για τον υπερρεαλισμό τα εξής: “Στον υπερρεαλισμό δεν προσεχώρησα ποτέ. Τον υπερρεαλισμό τον είχα μέσα μου, όπως είχα μέσα μου το πάθος της ζωγραφικής, από την εποχή που γεννήθηκα. Αλλά για να βρω τον δρόμο μου τον αληθινό, τον υπερρεαλιστικό, για να μπορέσω να εκδηλωθώ ελεύθερα και απερίσπαστα, αυτό το χρωστώ σε δύο κορυφαίους, στις δύο μεγαλύτερες μορφές που παρουσίασε ποτέ, ίσαμε τώρα, εξ όσων γνωρίζω, το παγκόσμιο υπερρεαλιστικό κίνημα. Ευτύχησα (το λέω για τρίτη φορά), ευτύχησα να γνωρίσω τον μεγάλο ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο και τον μεγάλο ζωγράφο, τον μεγάλο Βολιώτη Γεώργιο ντε Κήρυκο.” (Διάλεξη στο Α.Τ.Ι. στις 6-2-1963. Επιθεώρηση Τέχνης 99, 1963).

“Ο Ερμής εν αναμονή”, Νίκου Εγγονόπουλου (1939)

Τα κύρια στοιχεία της ζωγραφικής του ήταν μεταξύ άλλων: η ελληνική μυθολογία, η Βυζαντινή παράδοση, ο ξεσηκωμός, οι νησιώτες καπεταναίοι, οι φουστανελοφόροι, οι αρματολοί, στοιχεία δηλαδή της γενικότερης ελληνικής παράδοσης και ιστορίας. Στα έργα του η ελληνική ιστορία περιπλέκεται με το φανταστικό και οι διαφορετικές χρονικές περίοδοι γίνονται ένα. Κοντά στον Παρθένη μελετά τη φύση, νιώθει τη σημασία του χρώματος και της γραμμής. Μυήθηκε στην έννοια των αναζητήσεων του Μανέ, στα επιτεύγματα του Σερά, στις κατακτήσεις του Σεζάν, στον Θεοτοκόπουλο. Επηρεάζεται έντονα από τον Φ. Κόντογλου, που ήταν κι αυτός που του έμαθε τη βυζαντινή τεχνοτροπία. Παρακολουθώντας την πορεία του υπερρεαλισμού στην Ευρώπη, πηγαίνοντας σε εκθέσεις υπερρεαλιστών όντας στο Παρίσι γοητεύεται από τον Ντε Κίρικο, μαθαίνει για τον Κλεέ, εκτιμά τον Νταλί. Η άγνοια του Δυτικού κόσμου για την νεοελληνική πραγματικότητα συμβάλλει στη βαθιά ελληνικότητα των έργων του. Γυρνά όλη την Ελλάδα και Βυζαντινά κατάλοιπα κι έτσι δημιουργεί πίνακες με αρχοντικά και απλά σπίτια της Ελλάδας. Εκτός από τα “Βυζαντινής” τεχνοτροπίας έργα του και τις αγιογραφίες του, σε όλο το έργο του βλέπουμε στοιχεία της Βυζαντινής παράδοσης, ακόμα και στους πιο σουρεαλιστικούς του πίνακες.

“Ο ποιητής και η Μούσα”, Νίκου Εγγονόπουλου (1939) (διαβάστε το σχετικό μας αφιέρωμα εδώ)

«Η μεγάλη μου αγάπη στη ζωή ήτανε μόνο η ζωγραφική. Κάθε ώρα, που δεν την αφιερώνω στη ζωγραφική, τη θεωρώ ώρα χαμένη». Είχε πει ο ίδιος για τη ζωγραφική και μάλιστα αφιέρωνε κάθε μέρα τρεις ώρες το πρωί και τρεις ώρες το απόγευμα στη μεγάλη του αγάπη.

“Σύνθεσις”, Νίκου Εγγονόπουλου (1939)

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Εγγονόπουλος θα γνωρίσει και νέες τιμές ως ζωγράφος, με αναδρομικές εκθέσεις των έργων του, ενώ θα δει και το ποιητικό του έργο μεταφρασμένο και μελοποιημένο. Το 1985 η κηδεία του θα γίνει δημοσία δαπάνη, σε αναγνώριση της θέσης του στο χώρο των γραμμάτων και των τεχνών.

“Τρεις γλύπτες”, Νίκου Εγγονόπουλου (1939)

Παρακάτω ακολουθεί ένα βίντεο το οποίο περιλαμβάνει έργα του σπουδαίου αυτού ανθρώπου, ο οποίος θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους της γενιάς του ’30. Παρακολουθήστε το εδώ:

“Ο Ελευθερωτής”, Νίκου Εγγονόπουλου (1940)
“Δαυίδ και Βηθσαβέετ”, Νίκου Εγγονόπουλου (1948)
“Αργώ”, Νίκου Εγγονόπουλου (1948)
“Δυο φιλόσοφοι και ένας στρατιωτικός ήρωας”, Νίκου Εγγονόπουλου (1951)
“Θησέας και Μινώταυρος”, Νίκου Εγγονόπουλου

ΠΗΓΕΣ: https://dromospoihshs.home.blog/2019/02/26/o-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%84%ce%ae%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b7-%ce%bc%ce%bf%cf%8d%cf%83%ce%b1/, http://texni-zoi.blogspot.com/2013/09/blog-post_18.html , http://www.pi-schools.gr/lessons/aesthetics/eikastika/afises/index.php?id=41&v=1, https://www.beasty-press.com/nikos-engonopoulos-o-zwgrafos-kai-poihths-tou-oneirou/ , https://anemourion.blogspot.com/2018/06/blog-post_35.html , https://www.in.gr/2020/10/21/plus/features/nikos-eggonopoulos-eimai-zografos-epaggelma/

«Λωξάντρα»: ένα “μυρωδάτο” και νοσταλγικό μυθιστόρημα για τον ελληνισμό της Πόλης

Η «Λωξάντρα» δεν είναι απλώς βιογραφία, ούτε απλώς μυθιστόρημα. Στο συναρπαστικό αυτό κείμενο, που έγινε ανάρπαστο από την ώρα που πρωτοκυκλοφόρησε από τις εκδόσεις της Εστίας, οι πραγματικοί και οι φανταστικοί χαρακτήρες συγχωνεύονται για να αναπλάσουν την εικόνα της Πόλης πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Μαρία Ιορδανίδου έγραψε το βιβλίο το 1963, όταν ήταν ήδη εξήντα έξι χρόνων, επειδή – έλεγε – δεν ήθελε αυτά τα λίγα πράγματα που ήξερε να τα πάρει μαζί της. Η Λωξάντρα είναι η ιστορία της γιαγιάς της: μέσα από αυτήν, η Μαρία Ιορδανίδου ξαναζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή, ακόμα και ”τώρα, που όλα αυτά πέρασαν και το χορτάρι της λησμονιάς αρχίζει κιόλας να φυτρώνει”. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Η Μαρία Ιορδανίδου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1897 και έζησε τα παιδικά της χρόνια στον Πειραιά και το Βατούμ της Ρωσίας. Φοίτησε σε ρωσικό γυμνάσιο, στη Σταυρούπολη, όπου τη βρήκε η Οκτωβριανή Επανάσταση. Το 1919 γύρισε στην Κωνσταντινούπολη και λίγο αργότερα πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου παντρεύτηκε τον Ιορδάνη Ιορδανίδη. Το 1923 επέστρεψαν μαζί στην Αθήνα, αλλά σύντομα ο Ιορδανίδης έφυγε.
Εξαιτίας των συνθηκών της ζωής της, η Ιορδανίδου απέκτησε μεγάλη γλωσσομάθεια και εργάστηκε ως ιδιωτική υπάλληλος. Έγινε γνωστή στο λογοτεχνικό χώρο με το έργο «Λωξάντρα», που έγραψε σε ηλικία 65 χρονών, το 1962, και γνώρισε πολλές επανεκδόσεις. Η «Λωξάντρα» περιγράφει με μεγάλη ζωντάνια και χιούμορ τα έθιμα και τη ζωή των Ελλήνων της Πόλης και βασίζεται στις αναμνήσεις της Ιορδανίδου πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι ουσιαστικά η ιστορία της γιαγιάς της. Τη ζωή της στη Ρωσία περιγράφει η Ιορδανίδου στο βιβλίο της Διακοπές στον Καύκασο (1965), ενώ στο Σαν τα τρελά πουλιά (1978) μιλά για τα χρόνια στην Αλεξάνδρεια και την Αθήνα κατά το Μεσοπόλεμο. Τελευταίο της έργο είναι Η αυλή μας (1981).
Τα έργα της γνώρισαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Πέθανε στις 6 Νοεμβρίου του 1989.

«Λωξάντρα»

Ελένη Κοκκίδου (από την θεατρική μεταφορά του έργου, Αθήνα 2018)

Η Λωξάντρα είναι μια υπέροχη γυναίκα, που με το ένα χέρι σού φτιάχνει χαλβά και με το άλλο σού ρίχνει ελαφρά σοπάκια για να συνέλθεις. Κι αν συνεχίσεις να την εκνευρίζεις, το στακάτο της «Α!» σημαίνει ότι ως εδώ ήταν, δε σε παίρνει να συνεχίσεις. Η Λωξάντρα είναι η ίδια η Κωνσταντινούπολη, μια γυναίκα βασισμένη στις παραδόσεις που έμαθε, ένα πλάσμα που ξέρει να μαγειρεύει παραδοσιακά, φοβάται τον Κουκουιτζή, το πνεύμα του σπιτιού, αρνείται να αλλάξει την καθημερινότητά της όσο αυξάνονταν οι ανέσεις σε ένα νοικοκυριό κατά το πέρασμα του χρόνου και ένας άνθρωπος που κάθε ιστορική καταστροφή την έβρισκε μαγκωμένη, «τώρα αυτό είναι για καλό μας ή για κακό μας;». Λωξάντρα, Κωνσταντινούπολη, Ιστορία.

Το μυθιστόρημα της Μαρίας Ιορδανίδου ξετυλίγει τη ζωή μιας γυναίκας που έζησε στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 19ου αιώνα και πέθανε πλήρης ημερών λίγα χρόνια μετά την είσοδο του 20ού αιώνα, αφήγηση βασισμένη στην πραγματική γιαγιά της συγγραφέως. Η Λωξάντρα ζει με τον σύζυγό της, Δημητρό, τα δικά του παιδιά, τον Επαμεινώνδα, τον Θεόδωρο, τον Γιώργο και την Αγαθώ, τα οποία και μεγάλωσε, αλλά αργότερα απέκτησε και δικά της, τον Αλέκο και την Κλειώ. Τα παιδιά της, λοιπόν, οι γείτονές της, οι συγγενείς της, ο κοινωνικός ιστός της βασίλισσας των πόλεων, συγκροτούν ένα άρτιο, τρυφερό, συγκινητικό μυθιστόρημα, που σε κάνει να δακρύσεις πολλές φορές, όχι τόσο για τις χαμένες πατρίδες όσο για τη χαμένη καθημερινότητα.

Από την θεατρική μεταφορά του έργου, Αθήνα 2018

Η ζωή τότε κυλούσε μετρώντας τους γάμους και τις γεννήσεις, ζώντας έντονα την κάθε εποχή και φτιάχνοντας το αντίστοιχο γλυκό ή φαγητό, η ώρα πέρναγε με το κέντημα όταν ξένοιαζαν οι γυναίκες από τις δουλειές, ένα απίστευτο ωρολόγιο πρόγραμμα, ικανό να εξοντώσει κάθε νέα νοικοκυρά του σήμερα από την πρώτη ώρα! Και η Λωξάντρα εκεί, φρεγάτα στη θάλασσα της Ιστορίας, να ενσαρκώνει τις αναμνήσεις χιλιάδων ανθρώπων που εκδιώχθηκαν άγρια κατά διαστήματα από τον τόπο τους για να γυρίσουν στην Ελλάδα και τις χαρές και τις λύπες γεγονότων και καθημερινών εργασιών που πλέον φθίνουν.

Γλώσσα στρωτή, αφήγηση που ρέει, ιδιωματισμοί με τις επεξηγήσεις τους, αστεία και σοβαρά περιστατικά, διεισδυτική ματιά στα πρόσωπα και τα πράγματα, λεπτομέρειες που έχουν χαραχτεί στο μυαλό της συγγραφέως, η οποία γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1897 και πρόλαβε πολλούς χαρακτήρες που περιγράφει: τον νερουλά, τον αυγουλά, τον τουλουμπατζή. Οτιδήποτε ξεπερνούσε σε μέγεθος την καθημερινότητά της, η Λωξάντρα το θεωρούσε «σφαή» και οι προσευχές και τα τάματα στην Παναγία Μπαλουκλιώτισσα πήγαιναν κι έρχονταν. Μοναδικό το δέσιμο με την Παναγία και το θαυματουργό της αγίασμα. Μοναδικές και οι συνταγές της. Ανεπανάληπτες οι κωμικές σκηνές του μυθιστορήματος.

Η συγγραφέας ντύνει ιστορικά το κείμενό της με συμπυκνωμένες πληροφορίες για τον Κριμαϊκό πόλεμο, για τη βασιλεία του Αβδούλ Μετζίτ και του Αβδούλ Αζίζ και για το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, οπότε και ολοκληρώνει εκεί την ιστορία της, γιατί πλέον ο κόσμος δε θα έιναι ξανά ίδιος. Η Λωξάντρα μετακομίζει από το εξοχικό Μακροχώρι στο κέντρο της Πόλης και από κει στον Πειραιά. Πώς είναι η ζωή της εκεί; Πώς τα καταφέρνει; Θα προσαρμοστεί στις τελείως διαφορετικές εικόνες που δέχεται; Πόσο θα αλλάξει τις καθημερινές της συνήθειες αυτή η νταρντάνα γυναίκα;

Από την θεατρική μεταφορά του έργου, Αθήνα 2018

Η ιστορία κλείνει με τις περιπέτειες της εγγονής της Λωξάντρας από την Κλειώ, της Άννας, που μοναδικό συμπαραστάτη στη ζωή της βρήκε τη γιαγιά της, στην οποία προσέτρεχε κάθε λίγο και λιγάκι. Περιστατικά που ατσάλωσαν έναν χαρακτήρα που θα γνωρίσουμε στο επόμενο βιβλίο, τις «Διακοπές στον Καύκασο».

Το βιβλίο, που γράφτηκε το 1962, γνώρισε ακόμη μεγαλύτερη προβολή, χάρη στη γνωστή σε όλους ομότιτλη σειρά της ΕΡΤ που προβλήθηκε την τηλεοπτική σαιζόν 1980-1981 σε 30 επεισόδια. Ποιος δε θυμάται τη μορφή της Μπέτυς Βαλάση στον ομώνυμο ρόλο, να σιχτιρίζει τις γάτες, να μαγειρεύει χαλβά και ατζέμ πιλάφι, να κλείνει τη μύτη της φωνάζοντας «τα επτά λέσια!» και να προσεύχεται στην Μπαλουκλιώτισσα; Αυτήν την εικόνα δεν την είδαμε στο μυθιστόρημα, οπότε ίσως η Μπέτυ Βαλάση να πήγε τον χαρακτήρα ένα βήμα παρακάτω, του έδωσε σιλουέτα, προσωπικότητα, προσέθεσε τις δικές της λεκτικές και εκφραστικές νοστιμιές και δημιούργησε μια ηρωίδα που δύσκολα θα ξεχαστεί. Χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα το 2011, στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού ανέβηκε η θεατρική μορφή του έργου, με πρωταγωνίστρια τη Φωτεινή Μπαξεβάνη, η οποία, χωρίς να κοπιάρει τίποτα και κανέναν, δημιούργησε με πρωτόφαντη στα δικά μου μάτια υποκριτική δεινότητα μια άλλη Λωξάντρα, εξίσου στιβαρή και συμπονετικιά, εξίσου ικανή μαγείρισσα («που θα με αφησεις εμένα χωρίς λάδι!»), σε γενικές γραμμές ήταν μια αξιολογότατη πρωταγωνίστρια. Το έργο ανέβηκε τελευταία φορά στο θεατρικό σανίδι τον χειμώνα του 2018 με την Ελένη Κοκκίδου να ενσαρκώνει τον περίφημο ρόλο της Λωξάντρας με μεγάλη επιτυχία.

Η Λωξάντρα είναι ένα υπέροχο μυθιστόρημα, ολοζώντανο και παραστατικότατο, που περιγράφει γλαφυρά μέσα από τα μάτια της κεντρικής ηρωίδας, δεινής μαγείρισσας, τη ζωή, τις χαρές, τις απολαύσεις, τις στιγμές του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης μέχρι την εμφάνιση των Νεοτούρκων. Μυρωδιές της ανατολίτικης κουζίνας ανακατεύονται με τις μυρωδιές από ένα χρυσοποίκιλτο ύφασμα που αργοκαίγεται στο καμίνι της Ιστορίας.

Ένα απλώς εξαιρετικό μυθιστόρημα που σας προτείνουμε να σπεύσετε να απολαύσετε (αν δεν το έχετε ήδη κάνει)!

ΠΗΓΕΣ: Η υπέροχη κριτική του Πάνου Τουρλή (https://www.goodreads.com/book/show/6215512), http://archeia.moec.gov.cy/sm/280/loxandra_iordanidou_didaktiki_protasi.pdf , https://www.politeianet.gr/books/9789600501384-iordanidou-maria-estia-loxantra-201350

«Έντα Γκάμπλερ»: η πιο αυτοκαταστροφική ηρωίδα του Ερρίκου Ίψεν

 «Επιτέλους, μια πράξη»!

Η ατάκα-κραυγή ανήκει στην πιο μοναχική, αμετακίνητη και αυτοκαταστροφική ηρωίδα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, την Έντα Γκάμπλερ.

Η Ιωάννα Παππά στον ρόλο της Έντας, Φεβρουάριος 2020

Η «Έντα Γκάμπλερ» είναι ένα από τα κορυφαία έργα του Ερρίκου Ίψεν. Έντα Γκάμπλερ είναι το πατρικό ονοματεπώνυμο της πρωταγωνίστριας και ο τίτλος του αριστουργήματος του Ίψεν. Από την πρώτη του παρουσίαση το 1891 στη Γερμανία, μέχρι σήμερα, το πρόσωπο της ηρωίδας του δεν έπαψε να απασχολεί τους μελετητές του θεάτρου, και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους δραματικούς ρόλους του παγκόσμιου ρεπερτορίου.

Η Μάγκι Σμιθ στο ρόλο της Έντα γκάμπλερ. Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας (1970)

Προκειμένου να εξασφαλίσει υλική άνεση και μια έντονη κοινωνική ζωή, η Έντα –η υπερήφανη, απαιτητική και αναμφίβολα γοητευτική μοναχοκόρη του στρατηγού Γκάμπλερ- βρίσκεται εγκλωβισμένη σ’ έναν συμβατικό γάμο με τον σχολαστικό & απλοϊκό μικροαστό -πλην επίδοξο ακαδημαϊκό- Γέργκεν Τέσμαν. Ασφυκτιώντας μέσα σε μια καθημερινότητα που δεν της προκαλεί παρά αδιαφορία και περιφρόνηση, βουλιάζει στην ανία.

Η Κέιτ Μπλάνσετ στον ρόλο της Έντας, Λονδίνο 2004

Η Έντα, ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πρόσωπα της εποχής της, φλέγεται να ζήσει, αλλά δεν τολμάει. Παγιδευμένη ανάμεσα στη δίψα της για ελευθερία και στην αυστηρή συμμόρφωση στις κοινωνικές συμβάσεις, αρνούμενη να υποταχθεί στη μοίρα της ως γυναίκας, αλλά και δέσμια της δημόσιας εικόνας της, η Έντα δεν μπορεί να αυτοπροσδιοριστεί παρά μόνο αρνητικά: καταστρέφοντας ό,τι δεν μπορεί να αποδεχθεί.

Η Κέιτ Μπλάνσετ στον ρόλο της Έντας, Λονδίνο 2004

Έτσι, όταν ο παλιός της φίλος Έιλερτ Λέβμποργκ -που αποτελεί για εκείνη την ενσάρκωση του ρομαντικού της ιδεώδους, του ελεύθερου και παθιασμένου για ζωή ήρωα- επανεμφανίζεται στο μοναχικό της δρόμο, η Έντα καταλαμβάνεται από την άγρια επιθυμία να δοκιμάσει για άλλη μια φορά τη δύναμή της πάνω του.

Αφού δεν μπορεί να εξουσιάσει τη δική της ζωή, μπορεί τουλάχιστον να εξουσιάσει τη ζωή ενός άλλου, να την σημαδέψει για πάντα. Επιδίδεται έτσι σ’ ένα δαιμόνιο παιχνίδι χειραγώγησης και σε πράξεις συγκλονιστικής σκληρότητας, στήνοντας μια παγίδα στην οποία τελικά, αφού δει όλες τις προσδοκίες της να διαψεύδονται, θα πιαστεί και η ίδια.

Η Ιωάννα Παππά στον ρόλο της Έντας, Φεβρουάριος 2020

Η Έντα θεωρείται ένας από τους πρώτους πλήρως νευρωτικούς γυναικείους πρωταγωνιστές της λογοτεχνίας. Με αυτό, ο Κρατς εννοεί ότι η Έντα δεν είναι ούτε λογική, ούτε τρελή με την παλιά έννοια του να είναι τυχαία και ανυπόληπτος. Οι στόχοι και τα κίνητρά της έχουν μια μυστική, προσωπική λογική από μόνα τους. Παίρνει αυτό που θέλει, αλλά αυτό που θέλει δεν είναι κάτι που οι φυσιολογικοί άνθρωποι θα παραδέχονταν (τουλάχιστον όχι δημοσίως) ότι τους είναι επιθυμητό. Ένα από τα σημαντικά πράγματα που συνεπάγεται ένας τέτοιος χαρακτήρας, είναι η υπόθεση ότι υπάρχει ένας μυστικός, ενίοτε ασυνείδητος, κόσμος των στόχων και των μεθόδων, ίσως ένα μυστικό σύστημα αξιών που συχνά είναι πολύ πιο σημαντικό από το ορθολογικό και τον κοινώς αποδεκτό σύστημα.

Ο Ερρίκος Ίψεν

Ο Ίψεν ενδιαφερόταν για την τότε πρώιμη επιστήμη της ψυχικής ασθένειας και δεν κατανοούσε πλήρως τα πρότυπα της εποχής του. Οι Βρικόλακες του (διαβάστε το αφιέρωμά μας εδώ) είναι ένα ακόμη τέτοιο παράδειγμα. Παραδείγματα της προβληματικής γυναίκας του 19ου αιώνα μπορεί να περιλαμβάνουν καταπιεσμένους, αλλά “κανονικούς”, εσκεμμένους χαρακτήρες: γυναίκες σε καταχρηστικές ή χωρίς αγάπη σχέσεις, και εκείνες με κάποιο είδος οργανικής νόσου του εγκεφάλου. Ο Ίψεν δεν έχει πρόβλημα να αφήσει τέτοιες εξηγήσεις ανολοκλήρωτες.

Η Κέιτ Μπλάνσετ στον ρόλο της Έντας, Λονδίνο 2004

Για κανένα άλλο έργο του Ίψεν δεν έχουν διασωθεί τόσες προκαταρκτικές σημειώσεις του συγγραφέα όσες για την Έντα Γκάμπλερ. Μερικές από αυτές είναι οι ακόλουθες:

Αυτή η παντρεμένη γυναίκα φαντάζεται όλο και περισσότερο ότι είναι μια σημαντική προσωπικότητα και αισθάνεται υποχρεωμένη να δημιουργήσει για τον εαυτό της ένα εντυπωσιακό παρελθόν.

Τον μισεί τον άντρα της, γιατί αυτός έχει ένα στόχο, μια αποστολή στη ζωή του

Αισθάνεται τρομερή έλξη για τις καινούργιες τάσεις ων καιρών. Αλλά της λείπει το θάρρος. Οι σκέψεις της παραμένουν θεωρίες, απραγματοποίητα όνειρα.

Η Έντα στην ουσία θα ήθελε να ζήσει τη ζωή της σαν άντρας. Αλλά παρεμβαίνουν οι φόβοι και οι ενδοιασμοί, άλλοι κληρονομημένοι, άλλοι εμφυτευμένοι.

Η Έντα είναι η τυπική γυναίκα ως προς την θέση που βρίσκεται και ως προς τον χαρακτήρα της. Παντρεύεται τον Τέσμαν, αλλά αφιερώνει την φαντασία της στον Λέβμποργκ. Τον φέρνει στα όριά του αλλά κάνει πίσω μόνο με την έννοια του σκανδάλου.

Η Ιωάννα Παππά στον ρόλο της Έντας, Φεβρουάριος 2020

Το έργο έχει προσαρμοστεί για την οθόνη αρκετές φορές, από την εποχή των σιωπηλών ταινιών και μετά, σε πολλές γλώσσες. Το BBC προέβαλε μια τηλεοπτική παραγωγή του έργου το 1962 με τους Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Μάικλ Ρεντγκρέιβ, Ραλφ Ρίτσαρντσον και Τρέβορ Χάουαρντ, ενώ το Play of the Month το 1972 χαρακτήρισε τους Τζάνετ Σουζμάν και Ίαν ΜακΚέλεν στους δύο κύριους άξονες. Μια εκδοχή που παρουσιάστηκε στο εμπορικό δίκτυο ITV της Βρετανίας το 1980 τοποθέτησε την Νταϊάνα Ριγκ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η Γκλέντα Τζάκσον ήταν υποψήφια για ένα βραβείο Όσκαρ ως βασική ηθοποιός για το ρόλο της στη βρετανική κινηματογραφική προσαρμογή Hedda (1975) σε σκηνοθεσία Trevor Nunn. Μια ακόμη εκδοχή κυκλοφόρησε για την αυστραλιανή τηλεόραση το 1961.

Η Κέιτ Μπλάνσετ στον ρόλο της Έντας, Λονδίνο 2004

Το 2014, ο Μάθιου Τζον προσάρμοσε επίσης την Hedda Gabler με πρωταγωνιστές τη Ρίτα Ραμνάνι, τον Ντέιβιντ Ρ. Μπάτλερ και τη Σαμάνθα Ε. Χαντ.

Στο θέατρο το ρόλο της Έντα Γκάμπλερ έχουν υποδυθεί μεταξύ άλλων η Μάγκι Σμιθ, η Κέιτ Μπλάνσετ κ.ά. Στην Ελλάδα το έργο του Ίψεν ανέβηκε ξανά τον Φεβρουάριο του 2020 με την Ιωάννα Παππά στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

ΠΗΓΕΣ: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%88%CE%BD%CF%84%CE%B1_%CE%93%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%81 , https://www.elculture.gr/blog/enta-gkampler/ , https://www.monopoli.gr/2020/02/01/showtimes/theatre/344475/i-enta-gkampler-tou-errikou-ipsen-sto-theatro-alma/ , https://www.catisart.gr/eikosi-diachronika-theatrika-erga-poy-prepei-na-doyme-esto-kai-mia-fora-sti-zoi-mas/

«Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος»: ακροβατώντας στο τεντωμένο σχοινί της ύπαρξης

«Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος. Από τη στιγμή που θα εμφανιστεί αυτή η σκέψη, παραμένει. Κολλάει. Αντέχει στον χρόνο. Κυριαρχεί. Ως προς αυτό, δεν μπορώ να κάνω και πολλά. Πιστέψτε με. Δεν φεύγει. Είναι εκεί, άσχετα αν μ’ αρέσει ή όχι. Είναι εκεί όταν τρώω. Όταν ξαπλώνω στο κρεβάτι. Είναι εκεί όταν κοιμάμαι. Εκεί κι όταν ξυπνάω. Είναι εκεί διαρκώς. Διαρκώς.»

To «Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος» είναι η καινούργια δημιουργία του Τσάρλι Κάουφμαν που ξεκίνησε να προβάλλεται πριν λίγο διάστημα και στο ελληνικό Netflix. Η ταινία βασίζεται στο ατμοσφαιρικό ψυχολογικό θρίλερ του Ίαν Ριντ. Με συνεχείς ανατροπές κι ένα τέλος που σου κόβει την ανάσα, ο Ριντ σε αυτό το έργο του διερευνά την έννοια της ταυτότητας, βουτά στην άβυσσο του ανθρώπινου ψυχισμού και θέτει ερωτήματα για την ελεύθερη βούληση, την αξία των σχέσεων, τον φόβο και τα όρια της μοναξιάς.

Η υπόθεση της ταινίας αφορά μια νεαρή γυναίκα, την Λούσι, που σκέφτεται να τερματίσει την σχέση της με τον φίλο της, τον Τζέικ, ωστόσο τον συνοδεύει για πρώτη φορά σε μια επίσκεψη στους γονείς του. Η ταινία χωρίζεται σε τρία μέρη ουσιαστικά, το road trip προς την φάρμα που μένουν οι γονείς του, την σύντομη διαμονή τους με το γεύμα με τους γονείς εκεί και την επιστροφή. Και τα δύο ταξίδια, με έντονη χιονόπτωση.

Αρχικά, η ταινία ακολουθεί την πρώτη εντύπωση που μας δίνει, ώσπου στην σκηνή στο σπίτι, ο Κάουφμαν αποφασίζει να μας βυθίσει σε ένα επαναλαμβανόμενο σκηνικό (βλέπουμε την ίδια σκηνή με μικρές αλλαγές κάθε φορά). Εκεί, πρωταγωνιστεί ο Τζέικ, ο οποίος φαίνεται να φροντίζει στοργικά τους γονείς του και παράλληλα να ασφυκτιά στην συνύπαρξή του μαζί τους και γενικότερα να δυσανασχετεί με την παρουσία του στο πατρικό του. Στην επιστροφή, η συζήτηση του ζευγαριού μπαίνει σε βαθύτερα νερά, με πολλές φιλοσοφικές αναφορές, εξερευνώντας την ηλικία, τον χρόνο, τις επιλογές, την φιλοδοξία, με τρόπο που οι περισσότεροι ίσως δεν έχουμε σκεφτεί. «Φαίνεται απελπιστικό. Σαν να νιώθεις γέρος, το σώμα σου φθίνει, η ακοή σου, η όραση σου, δεν μπορείς να δεις, είσαι αόρατος, πήρες πολλές λάθος στροφές. Το όλο ψέμα, ότι κάτι θα βελτιωθεί, ότι ποτέ δεν είναι αργά, ότι ο Θεός έχει ένα πλάνο για σένα, ότι η ηλικία είναι ένας αριθμός, ότι το πιο βαθύ σκοτάδι είναι πριν την αυγή, ότι ουδέν κακό αμιγές καλού». (Απόσπασμα από την ταινία)

Ακόμα και τα μέλη του καστ εξακολουθούν να μελετούν τα αινίγματα και τις βαθύτερες έννοιες της ταινίας, την οποία ο Kaufman σχεδίασε σκόπιμα για να ανταμείψει τις επαναλαμβανόμενες προβολές. «Ξέρω τι σήμαινε για μένα ενώ γυρνούσαμε τις σκηνές, αλλά ήταν διαφορετική εμπειρία να το παρακολουθώ», λέει ο Τζέσε Πλέμονς. «Με κλόνισε πραγματικά που το παρακολούθησα. Είναι ακόμα μυστηριώδες». «Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τόσες πολλές, ανθρώπινες εμπειρίες και συναισθήματα που μπορεί να είναι ό,τι θέλετε», λέει η Κολέτ. «Δεν χειραγωγεί το κοινό. Και ο Τσάρλι… του αρέσει έτσι. Είναι απλώς μια ιστορία πάνω σε μια ιστορία πάνω σε μια ιστορία, πολύ όμορφα περίπλοκη. Υπάρχει μια απλή αφήγηση για να προσκολληθούμε σε αυτή, και υπάρχει κι αυτό που αφορά πραγματικά αυτή η ταινία». Η ταινία διερευνά θέματα μηδενισμού, υπαρξισμού και ηδονισμού σε πολλές σκηνές. Οδηγώντας μας προς το τέλος της ταινίας, ο Κάουφμαν προσδίδει μια έντονη δόση λυρικότητας στις ως τότε φιλοσοφικές αναζητήσεις, με αναφορές στην λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Όσον αφορά το τέλος, η ταινία δείχνει δύο διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους η ζωή θα μπορούσε να έχει κυλήσει για τον Τζέικ. Είναι δελεαστικό να έχεις κάποιον να τα φορτώσεις. Ειδικά αν είναι η μητέρα σου. Στην παράσταση της ζωής του Τζέικ, ο πατέρας του βρίσκεται μεν στην πρώτη θέση, αλλά η μητέρα του είναι πάνω στην σκηνή. Ίσως να δένει έτσι, την προσπάθεια απενοχοποίησης της μητέρας κάποια στιγμή στο αυτοκίνητο.

«Δεν συμμερίζομαι ότι η μητέρα είναι η αιτία όλων των ψυχολογικών προβλημάτων και αηδίες. Είναι μισογυνιστικές μπούρδες. Φροϋδικές μαλακίες. Είναι δελεαστικό να έχεις κάποιον να τα φορτώσεις, όμως. Που νιώθεις κάπως, που είσαι κάπως. Ένα άτομο, ένας ενήλικας, πρέπει σε κάποια φάση να αναλάβει την ευθύνη για το ποιος είναι. Οι μητέρες είναι άνθρωποι με τον δικό τους πόνο. Την δική τους ιστορία παραμέλησης και κακοποίησης. Όμως τον 20ο αιώνα τις κατηγόρησαν για κάθε γαμημένο παιδικό θέμα». (Απόσπασμα από την ταινία)

Ακόμη κι αν δεν κατάλαβες τι ήθελε να πει ο Κάουφμαν, σίγουρα αντιλήφθηκες το υποκριτικό μεγαλείο των δυο γυναικείων ρόλων της ταινίας του Netflix. Ο Τζέσι Πλέμονς μπορεί να μην είναι Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν. Και ερμηνευτικά είναι μάλλον άλλοι οι δρόμοι τους. Αλλά χρόνο με τον χρόνο, ερμηνεία την ερμηνεία, ξεχωρίζει όλο και πιο πολύ, αφήνει το αποτύπωμά του όλο και πιο βαθιά. Η φυσικότητα που βγάζει στον ρόλο του Τζέικ, ο ανεπιτήδευτος τρόπος με τον οποίο παίζει, αυτό το «μη παίξιμο» παίξιμό του, αυτή η τεράστια υποκριτική του δύναμη που εκδηλώνεται με τα ελάχιστα, με το σχεδόν τίποτα, είναι εντελώς συγκινητική. Πολύ μεγάλος ηθοποιός. Δίπλα του η Τζέσι Μπάκλεϊ είναι αποκάλυψη. Στις σκηνές που θυμίζουν θεατρική παράσταση (στο αυτοκίνητο μέσα στην χιονοθύελλα) η ερμηνεία της είναι δοσμένη χωρίς καμία ατέλεια. Ο Κάουφμαν τους σκηνοθετεί με μεγάλη τρυφερότητα και οι δυο τους συνθέτουν ένα ζευγάρι ηρώων, στο οποίο θα επανερχόμαστε ξανά και ξανά τα επόμενα χρόνια, όσο οδηγούν μέσα στο χιόνι, με τους υαλοκαθαριστήρες να πηγαίνουν πέρα δώθε, κάνοντας τον χαρακτηριστικό τους ήχο, συνοδεύοντας τα λόγια που ανταλλάσσουν μεταξύ τους και τα λόγια που παραμένουν στο μυαλό τους ως σκέψεις. Ακόμη, η Τόνι Κολέτ στο ρόλο της πιο εκκεντρικής, κάπως πειραγμένης μητέρας αξίζει Όσκαρ. Είναι ανατριχιαστική σε όλες τις εκδοχές της μητέρας. Είναι άλλωστε πάντοτε εξαιρετική σε πληθωρικούς ρόλους.

Όποια κι αν είναι η ταυτότητά σου, είτε είσαι ο Τζέικ, είτε η Λούσι, είτε θα δοθεί ένα τέλος στη σχέση σας, είτε όχι και θα ζήσετε μια ζωή μαζί σαν καρικατούρες σαν τους γονείς του Τζέικ, είτε θα ζήσετε μια ζωή ολομόναχοι σαν τον επιστάτη του σχολείου, όποιος κι αν είναι ο επιστάτης του σχολείου, η υπαρξιακή άβυσσος ή εν πάση περιπτώσει η ακροβασία πάνω στο τεντωμένο σχοινί της ύπαρξης είναι εκεί. Αλλά εκεί είναι και το νόημα των πραγμάτων. Και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο όσων λέει ο Κάουφμαν, περισσότερη σημασία ίσως κι από αυτά, έχει ο τρόπος που τα κινηματογραφεί, στην τρίτη σκηνοθετική του δουλειά. Ό,τι κι αν σκέφτεται και αν θέλει να πει ο Τσάρλι Κάουφμαν (διασκευάζοντας και κάνοντας τελείως δικό του υλικό άλλου, το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ίαν Ριντ που γράφτηκε πριν λίγα χρόνια), το δείχνει πάντως με έναν τρόπο εντελώς αγαπησιάρικο και τρυφερό. Δεν ξέρουμε αν αυτό είναι που θα ήθελε να ακούσει ο ίδιος ως έπαινο, πιθανότατα όχι. Όπως και να ‘χει όμως, στο «Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος» σκηνοθεσία, φωτογραφία, μουσική, μοντάζ, ντεκόρ, ηθοποιοί, εφέ, σενάριο, όλα μαζί συνθέτουν ένα τελικό αποτέλεσμα κατάφασης στη ζωή και όχι απόγνωσης· ομορφιάς και όχι απελπισίας.

ΠΗΓΕΣ: https://www.politeianet.gr/books/9789601687568-reid-iain-patakis-skeftomai-na-balo-ena-telos-311481, https://www.elculture.gr/blog/article/skeftome-na-valo-ena-telos-tou-tsarli-kaoufman-ypnotistika-yparxiako-road-trip-sto-chioni/, https://provocateur.gr/femme/19348/skeftomai-na-balw-ena-telos-bathia-ypoklish-sth-toni-kolet-kai-th-tzesi-mpakle , https://www.andro.gr/empneusi/%CE%99m-thinking-of-ending-things-review/

“Alias Grace”: ένα τρομακτικά επίκαιρο πορτραίτο της πατριαρχικής κοινωνίας

«Τορόντο, 1843. Η δεκαεξάχρονη καμαριέρα Γκρέις Μαρκς δικάζεται για την εν ψυχρώ δολοφονία του αφεντικού της Τόμας Κίνεαρ και της οικονόμου και ερωμένης του Νάνσι Μοντγκόμερι. Ο “συνένοχός” της, ο σταβλίτης Τζέιμς ΜακΝτέρμοτ, οδηγείται στην κρεμάλα κι εκείνη τιμωρείται με ισόβια. Δεκαέξι χρόνια μετά, ο δόκτωρ Σάιμον Τζόρνταν, πρωτοπόρος ψυχίατρος και αυθεντία σε θέματα αμνησίας, οδηγεί βήμα βήμα την Γκρέις σ’ ένα συγκλονιστικό ταξίδι στο παρελθόν: ο δρόμος της ξενιτιάς από την Ιρλανδία στον Καναδά, ο θάνατος της μητέρας της, η σημαδιακή φιλία της με την άτυχη υπηρέτρια Μαίρη Γουίτνι. Και πάνω απ’ όλα, η κρίσιμη ώρα του διπλού φονικού, θαμμένη στην πιο σκοτεινή γωνιά του μυαλού της. Είναι τελικά μια μοιραία γυναίκα, μια ψυχρή δολοφόνος, η προσωποποίηση του Κακού; Ή μήπως ένα αδύναμο και άβουλο θύμα στα χέρια του αχαλίνωτου Τζέιμς ΜακΝτέρμοτ;».

Μετά τo “The Handmaid’s Tale” (διαβάστε το αφιέρωμά μας στην αγαπημένη αυτή σειρά εδώ), τη σειρά που βασίστηκε στο μυθιστόρημα της Margaret Atwood που σάρωσε τα τηλεοπτικά βραβεία Emmy, σειρά έχει το “Alias Grace” (“Το Άλλο Πρόσωπο της Γκρέις”), επίσης της Atwood, το οποίο είναι διαθέσιμο και στο ελληνικό Netflix.

Η σειρά, η οποία είναι παραγωγής του καναλιού CBC (της Καναδικής δημόσιας τηλεόρασης δηλαδή) με συνέταιρο – χορηγό το Netflix που την “στριμάρει” για τον υπόλοιπο πλανήτη, αποτελεί έμπνευση και δημιουργία της σπουδαίας ηθοποιού/ συγγραφέως / σκηνοθέτριας Σάρα Πόλεϊ που έγραψε και το σενάριο, ενώ την σκηνοθεσία υπογράφει η Μαίρη Χάρον, γνωστή για το «I Shot Andy Warhol» και κυρίως για την κινηματογραφική μεταφορά του «American Psycho».

Το “Alias Grace” είναι μια παραγωγή μυστηρίου και γκόθικ τρόμου 6 επεισοδίων από το Netflix, που περιλαμβάνει σφραγίδες της Atwood, όπως η ανισότητα μεταξύ των φύλων και η εκμετάλλευση των κατώτερων τάξεων και των μεταναστών. Με μία όμως βασική διαφορά και μία βασικότερη ομοιότητα από το “The Handmaid’s Tale”.

Εάν το “The Handmaid’s Tale” απεικόνιζε ένα δυστοπικό μέλλον που έχει στερήσει ολοκληρωτικά τα ανθρώπινα δικαιώματα από τις γυναίκες, το “Alias Grace” ταξιδεύει σ’ ένα παρελθόν που τα δικαιώματα αυτά ανήκαν ακόμη στη σφαίρα της φαντασίας. Και οι δύο σειρές ωστόσο, η μία μεταδίδοντας από τη συχνότητα του πριν και η άλλη από του μετά, δεν θα μπορούσαν να έχουν συντονιστεί περισσότερο με το σήμερα.

Το πρώτο επεισόδιο ξεκινά με επίγραμμα το ποίημα υπ’ αριθμόν 69 της Έμιλι Ντίκινσον: «Δεν χρειάζεται να είναι κανείς Θάλαμος – για να είναι στοιχειωμένος / δεν χρειάζεται να είναι Σπίτι / το μυαλό έχει Διαδρόμους – που υπερβαίνουν τον Υλικό Χώρο …».

Είναι μια πρώτη προφανής ένδειξη της κατεύθυνσης του βιβλίου (και της σειράς κατ’ επέκταση) προς μια διαχρονική κριτική και καταγγελία της κατάχρησης εξουσίας (ακόμα και στη γλώσσα) των αντρών εις βάρος των γυναικών καθώς και της έμφυλης (αλλά και της ταξικής) βίας, με φόντο τη βικτωριανή εποχή σε σέπια, μουντές και δυσοίωνες αποχρώσεις.

Λίγες μέρες πριν η νέα σειρά κάνει πρεμιέρα στο Netflix, η Βουλή των Αντιπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών περνούσε ένα νομοσχέδιο που περιόριζε τη δυνατότητα έκτρωση. Η ζωή της Grace Marks, κεντρικής ηρωίδας του σόου που ενσαρκώνεται εκπληκτικά από την ανερχόμενη Sarah Gadon, αντηχεί αυτήν την πολιτική εξέλιξη και όχι μόνο. Το ίδιο κάνει και η καταπιεσμένη δική της σιωπή και των υπολοίπων θυμωμένων γυναικών της ιστορίας, τις ίδιες μέρες που τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα σεξουαλικής βίας και παρενόχλησης στο Χόλιγουντ είναι τόσα που δεν προλαβαίνουν να φτάσουν στο πιεστήριο.

Η Grace βασίζεται σε μια αληθινή Ιρλανδή μετανάστρια που μετακόμισε ως έφηβη στον Καναδά τον 19ο αιώνα για να εργαστεί ως υπηρέτρια, και αργότερα κατηγορήθηκε μαζί με τον επιστάτη της φάρμας όπου εργαζόταν για τον διπλό φόνο του αφεντικού τους και της οικονόμου. Τα λίγα στοιχεία για τη Grace που επιβιώνουν ως σήμερα – κυρίως βάσει μαρτυριών από τη δίκη της – είναι διφορούμενα. Για κάποιους ήταν ψυχρή και ικανή για το έγκλημα που είχε τότε συγκλονίσει όλη τη χώρα, για άλλους πολύ κουτή για να το έχει διαπράξει.

«Η λέξη ‘φόνισσα’ μοιάζει θαμπή και καταπιεστική όπως τα νεκρά λουλούδια σ’ ένα βάζο, ενώ η λέξη ‘φονιάς’ ακούγεται στεγνά κτηνώδης, σαν τον ήχο σφυριού που χτυπά το μέταλλο. Θα προτιμούσα να είμαι ‘φόνισσα’ παρά ‘φονιάς’ αν αυτές ήταν οι μόνες επιλογές».

Το “Alias Grace” εκμεταλλεύεται όλες αυτές τις περιγραφές, για να συναρμολογήσει τελικά ένα αινιγματικό προφίλ μιας γυναίκας με κενά μνήμης που εξιστορεί τη ζωή της σε έναν ψυχίατρο, χωρίς όμως ποτέ να κερδίζει την εμπιστοσύνη ενός αξιόπιστου αφηγητή. Διέπραξε τους φόνους ή έπεσε θύμα εκμετάλλευσης;

Το κενό αλλά διαπεραστικό της βλέμμα αποκρύβει κάθε απόπειρα διείσδυσης στα τραύματα, τα κίνητρα και τις προθέσεις της, που μοιράζεται μόνο με μας αλλά σπανίως με όσους την αντιμετωπίζουν ως «αντικείμενο νοσηρής περιέργειας.

Και εάν διέπραξε τους φόνους, το έκανε συνειδητά, είχε κυριευθεί από το πνεύμα της νεκρής της φίλης, ή μήπως πάσχει από διαταραχή προσωπικότητας; Όλα αυτά τα σενάρια παίζουν με ίσες πιθανότητες, αλλά είναι ο έλεγχος της αφήγησής τους από τη Γκρέις που κάνει την εντυπωσιακή μεθοδικότητα της σειράς να συναρπάζει.

Ο κακοποιητικός πατέρας, ο ανειλικρινής εραστής, ο ευγενικός σύζυγος που αντιμετωπίζει τα ψυχολογικά τραύματα σχεδόν ηδονοβλεπτικά, όλοι τους θέλουν να σκαλίσουν τα σωθικά της Grace και των γυναικών που την περιβάλλουν, για να εκθέσουν όλα όσα εκείνες πασχίζουν να κρατήσουν δικά τους σε έναν κόσμο που τις τιμωρεί καθημερινά για το φύλο τους. Όταν το θύμα όμως μάθει να ελίσσεται μέσα στην επιβεβλημένη σιωπή, βρίσκεται τελικά οπλισμένο. Και όταν το όπλο στρέφεται και εναντίον του θεατή, τότε το “Alias Grace” απογειώνεται.

ΠΗΓΕΣ: https://www.lifo.gr/articles/tv-series/167364 , https://www.oneman.gr/entertainment/alias-grace-netflix-series-review/ , https://www.yourate.gr/series/item/5816-alias-grace.html

«Cobra Kai»: ένας άξιος συνεχιστής των θρυλικών ταινιών «Karate Kid»

Το «Karate Kid» δεν ήταν απλά μια οποιαδήποτε ταινία. Για την ακρίβεια δεν ήταν καν μία ταινία αλλά περισσότερες, μόνο που στην πραγματικότητα, όταν μιλάμε για το «Karate Kid», μιλάμε κυρίως για το πρώτο. Για τον νεαρό Daniel Larusso και τον κύριο Miyaki. Για τον «κακό» Johnny και τον ακόμα πιο κακό δάσκαλό του. Για τα μπονζάι και την «Κλωτσιά του Γερανού». Για το γλυκανάλατο λοβ στόρι, την «καθωσπρεπίλα», τη νίκη του καλού απέναντι στο κακό, για το μπούλινγκ (παρότι δεν υπήρχε καν η έννοια αυτή τότε) και το πώς πρέπει κάποιος να ορθώσει το ανάστημά του στους «νταήδες».

Το «Karate Kid» ήταν βαθιά μέσα στα 80s, στην εποχή της αθωότητας, της πολυχρωμίας, των ωραίων τραγουδιών, των κιτς ντυσιμάτων. Γι’ αυτό και πολλές φορές διάφοροι παραγωγοί έχουν προσπαθήσει να αναβιώσουν με κάποιον τρόπο εκείνη την εποχή, με σειρές και ταινίες που γυρίστηκαν πολλά χρόνια, σε μια προσπάθεια επιστροφής στην «ασφάλεια» εκείνων των χρόνων, κάτι που συχνά οδήγησε σε όχι και τόσο επιτυχημένες απόπειρες.

Αυτό έρχεται να αλλάξει το «Cobra Kai». Το «Cobra Kai» ξεκίνησε να προβάλλεται το 2018 μέσω της πλατφόρμας ροής του Youtube, ενώ πρόσφατα προστέθηκε στην λίστα σειρών και του ελληνικού Netflix. Δεν πρόκειται απλά για μια αναβίωση του «Karate Kid», ούτε μια καινούργια προσέγγιση με νέους πρωταγωνιστές. Είναι οι ήρωες του πρώτου Karate Kid, 35 χρόνια μετά, με εκείνους τους ίδιους πρωταγωνιστές που έπαιξαν στην ταινία και αρκετούς καινούργιους. Είναι η συνέχεια της ιστορίας και της ζωής τους 35 χρόνια μετά, με προσωπικές ιστορίες, δράματα, αποτυχίες και επιτυχίες, διαλυμένες ζωές και φαινομενικά επιτυχημένες οικογένειες, που όμως έχουν θέματα να διαχειριστούν, τα οποία δεν ήξεραν καν ότι υπήρχαν.

Η ιστορία ξεκινάει με Flashback του τελευταίου αγώνα του All Valley Tournament της πρώτης ταινίας και την νίκη του Daniel απέναντι στον Johnny.

Ο Daniel Larusso είναι ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας και ευτυχισμένος οικογενειάρχης. Είναι όμως; Ως προς το πρώτο, βεβαίως: έχει αντιπροσωπεία ακριβών αυτοκινήτων, συνδρομή σε λέσχη «μόνο για μέλη», ωραίο σπίτι κι άλλα πολλά. Ως προς το δεύτερο όμως, πίσω από τη βιτρίνα της ευτυχίας αποκαλύπτονται κενά που δεν τα γέμισε ποτέ και προβλήματα που τα χρήματα δεν κατάφεραν ποτέ να λύσουν. Απέναντί του, ο παλιός του αντίπαλος, ο Johnny Lawrence, γεμάτος δαίμονες που τον κυνηγούν, μια διαλυμένη οικογένεια, ένα παιδί που ουσιαστικά δεν το γνώρισε ποτέ και τύψεις για όλα αυτά που έκανε και δεν έκανε στη ζωή του, από εκείνη τη μέρα που έχασε τον αγώνα από τον Daniel-son.

Ο Miguel Diaz (Xolo Maridueña) θα δώσει νέο νόημα στην ζωή του και θα γίνει ο πρώτος του μαθητής στη σχολή που θα ανοίξει και που θα ονομάζεται “Cobra Kai”.  Έτσι ο Johnny από αποτυχημένος μεσήλικας, θα εξελιχθεί σε έναν δάσκαλο με διαφορετικό τρόπο σκέψης από του μέντορά του John Kreese (Martin Kove) και οι nerds μαθητές του σχολείου, θα μάθουν πως  να αντιστέκονται σε όσους τους εκφοβίζουν.

Η σειρά επικεντρώνεται περισσότερο στη ζωή του Johnny Lawrence. Ο ίδιος κάνει ένα δυναμικό come back, συνειδητοποιεί τα λάθη που έκανε νεότερος, και προσπαθεί να τα διορθώσει. Είναι ο χαρακτήρας που έχει την μεγαλύτερη εξέλιξη όχι μόνο από την πρώτη σεζόν, αλλά και από την πρώτη ταινία Karate Kid.

Το σύνθημα Strike First, Strike Hard, No Mercy παίρνει χάρη στον Τζόνι την όμορφη εκδοχή του. Όχι την άσχημη, της πονηριάς που επέβαλλε ο σενσέι Κριζ. Με τον αντίστοιχο Λαρούσο να βρίσκεται αυτή τη φορά στην δική του διδασκαλία. Και το αντίστοιχο βάψιμο τοίχου να είναι το καθάρισμα στρωμάτων και το ξεβούλωμα τουαλέτας.

Δίπλα τους, νέοι μαθητές και προστατευόμενοι, παιδιά και άνθρωποι που αντιμετωπίζουν σαν παιδιά τους, κόντρες, παρεξηγήσεις, δυο αντίπαλες σχολές καράτε, εφηβικοί έρωτες, μυστικά και ψέματα. Ο πολύ κακός δάσκαλος του «Karate Kid» εμφανίζεται όταν πρέπει, οι σκηνές δράσης είναι χορογραφίες υψηλού επιπέδου, οι ρετρό πινελιές (με πλάνα από το παρελθόν, μουσικές, αυτοκίνητα, μπλουζάκια κ.ά) είναι συγκινητικές. Και όλα, με κάποιον τρόπο, «στοιχειώνονται» από την τεράστια απουσία του συγχωρεμένου Pat Morita, του κυρίου Miyagi, στον οποίον η σειρά αποτίει με απέραντο σεβασμό φόρο τιμής.

Είναι ένα πραγματικό αριστούργημα το «Cobra Kai», που δεν περίμενες ότι θα δεις. Ίσως να περίμενες μια σειρά που θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί το ένδοξο παρελθόν. Και καταλήγεις να δεις ένα έπος, επεισόδια γύρω στο μισάωρο που δεν μπορείς να σταματήσεις να βλέπεις, χαρακτήρες που επιτέλους ξεδιπλώνονται διότι στην ταινία τότε δεν «πρόλαβαν», μια διαρκή μάχη ανάμεσα στο «καλό» και το «κακό», μόνο που δεν ξέρεις τελικά ποιος είναι ο «καλός» και ποιος ο «κακός» – και δεν μιλάμε μόνο για τους δυο κεντρικούς ήρωες.

Είναι μια σειρά γεμάτη από όλες εκείνες τις αναμνήσεις που μας σημάδεψαν εμάς τους μεγαλύτερους, αλλά και με «πατήματα» για τους νεότερους, ώστε να γνωρίσουν και να αγαπήσουν την μαγική εποχή των 80s και την κληρονομιά του Karate Kid. Το «Cobra Kai» σου ξυπνάει όμορφα συναισθήματα από εκείνη την εποχή, ενώ ταυτόχρονα σου δίνει την κατάλληλη δόση νοσταλγίας. Σπεύστε να το απολαύσετε!

ΠΗΓΕΣ: https://luben.tv/nerdcult/series/152658 , https://www.ratpack.gr/buzz/features/story/19232/cobra-kai-kati-perissotero-apo-mia-seira , https://lordoftheseries.gr/cobra-kai-review/ , https://menshouse.gr/sires-tenies/83032/cobra-kai-i-istoria-tou-karate-kid-opos-tha-eprepe-na-ipothi-ex-archis

«Μήδεια» του Μποστ: μια μοναδική σάτιρα βασισμένη στις πιο τραγικές ιστορίες της αρχαίας δραματουργίας

Η «Μήδεια» του Μέντη Μποσταντζόγλου (Μποστ) αποτελεί μια από τις κορυφαίες κωμωδίες της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας κι έχει σημειώσει τεράστια επιτυχία ανά περιόδους στο θέατρο Στοά με την Λήδα Πρωτοψάλτη και τον Θανάση Παπαγεωργίου, όπως επίσης από άλλους θιάσους σε καλοκαιρινές περιοδείες στην Ελλάδα. Η τελευταία φορά που ανέβηκε στην χώρα μας ήταν το 2015 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου.

Απ’ το πρώτο ανέβασμα του έργου το 1993, το χιούμορ του Μποστ, που ήθελε «οι θεατές περισσότερο να χαμογελάνε και λιγότερο να χαχανίζουν», πέτυχε το στόχο του και δημιούργησε μια μοναδική σάτιρα βασισμένη στις πιο τραγικές ιστορίες της αρχαίας δραματουργίας. Με την μοναδικότητα της γραφής του, ο Μποστ μετατρέπει την τραγική ηρωίδα του Ευριπίδη σε μια -μέχρι δακρύων από τα γέλια- κωμικοτραγική φιγούρα και παράλληλα, με αριστοφανικές μεταφορές και συνεχείς παρερμηνείες, καυτηριάζει τη νεοελληνική πραγματικότητα.

Όπως ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Πρόκειται για ένα έργο που επικρίνει τους επικριτάς, προβληματίζει τους κριτάς και ελευθερώνει τους θεατάς». 

Υπόθεση: Στη Μήδεια, ο Μέντης Μποσταντζόγλου (Μπόστ) ξεκίνησε να γράψει ένα έργο βασισμένο στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη και κατέληξε να μιλάει σε δεκαπεντασύλλαβο για μια γυναίκα στυγνή, κακούργα δολοφόνισσα, που έσφαξε τα παιδιά της επειδή ήτανε κάτι παλιόπαιδα που δεν παίρνανε τα γράμματα και δεν θέλανε να δουλέψουν. Σαν να μην της έφταναν όλα αυτά είχε κι έναν άντρα, τον Ιάσωνα, που την κεράτωνε από πάνω με μία καλόγρια! Έτσι, θολωμένη η Μήδεια αρπάζει έναν μπαλτά απ’ την κουζίνα και όποιον πάρει ο Χάρος! 

Ο Μποστ/Μέντης Μποσταντζόγλου (πραγματικό όνομα: Χρύσανθος Βοσταντζόγλου) θεωρείται ότι κατάφερε να δημιουργήσει ένα εντελώς προσωπικό και αναγνωρίσιμο σατιρικό ύφος ως σκιτσογράφος, κειμενογράφος, θεατρικός συγγραφέας, αλλά και ζωγράφος. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του έργου του είναι η γλώσσα του και τα επίτηδες ανορθόγραφα κείμενα. Όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, γελοιοποιώντας την καθαρεύουσα πίστευε ότι ίσως μπορέσει να βοηθήσει στην ταχύτερη καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Προκειμένου να σατιρίσει την καθαρεύουσα, ανακάτευε λόγιες εκφράσεις με λαϊκές και έγραφε εντελώς ανορθόγραφα, διεκτραγωδώντας τον ημιμαθή Έλληνα, που προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει την καθαρεύουσα, καθώς εκείνη την εποχή η δημοτική θεωρούνταν “ύποπτη”, κατά δήλωση του ιδίου του Μποστ. Συχνά με την παραφθορά των λέξεων ή την ανορθόγραφη απόδοση του ήχου της δημιουργούσε εσκεμμένα συνειρμούς, με άλλες έννοιες, τις οποίες διακωμωδεί. Επίσης συχνά, χρησιμοποιούσε μεταφορικές εκφράσεις με την κυριολεκτική τους έννοια.

Η σάτιρα του στοχεύει κυρίως τον μικροαστό Έλληνα των μεταπολεμικών δεκαετιών, τον καθωσπρεπισμό, την ημιμάθεια και το νεοπλουτισμό, την ξενομανία, τις έντονες ταξικές αντιθέσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας, καθώς και την ελληνική πολιτική ζωή. Ο Μποστ σατιρίζει ιδιαίτερα την εξάρτηση της Ελλάδας από τον ξένο παράγοντα, την εθνικοφροσύνη των δεξιών κομμάτων και το θεσμό της Βασιλείας, ωστόσο σε πολλά κείμενα διακωμωδεί και την παράταξη της Αριστεράς, στην οποία ανήκε. Σε πολλά από τα κείμενα του γράφει σε πρώτο πρόσωπο ως αφηγητής, ο οποίος διηγείται κάποια εμπειρία του και σχολιάζει δήθεν με αφέλεια τα γεγονότα.

Στα θεατρικά του έργα χρησιμοποιούσε δεκαπεντασύλλαβο στίχο στο προσωπικό του ύφος συμφυρμού πομπωδών καθαρευουσιάνικων εκφράσεων, με ξένες και λαϊκές εκφράσεις, ενώ συχνά εμφάνιζε ιστορικά ή μυθικά πρόσωπα να αναφέρονται σε σύγχρονες καταστάσεις.

ΠΗΓΕΣ: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84 , https://www.lifo.gr/guide/theater/4042 , https://www.kathimerini.gr/culture/agenda/1052262/mideia-toy-mpost-sto-thiseion-ena-theatro-gia-tis-technes/ , https://www.athinorama.gr/theatre/performance/mideia-10066605.html , https://www.culturenow.gr/mideia-toy-mpost-sto-theatro-thiseion/ , https://www.lifo.gr/guide/theater/7329/mideia-toy-mpost , https://nkt.gr/play/10/mhdeia/

«Η 3η Μαΐου 1808»: ο πρώτος μεγάλος επαναστατικός κι αντιπολεμικός πίνακας

«Η 3η Μαΐου 1808» (στα ισπανικά ‘El tres de mayo de 1808′‎, γνωστό και ως El tres de mayo de 1808 en MadridLos fusilamientos de la montaña del Príncipe Pío, ή Los fusilamientos del tres de mayo) είναι πίνακας του Ισπανού καλλιτέχνη Φρανθίσκο Γκόγια. Το έργο, που ολοκληρώθηκε το 1814, βρίσκεται στο Μουσείο του Πράδο στη Μαδρίτη. Με αυτό το έργο, ο Γκόγια θέλησε να τιμήσει τη μνήμη της Ισπανικής αντίστασης στο στρατό του Ναπολέοντα κατά τη διάρκεια της κατοχής του 1808 κατά τον πόλεμο της Ιβηρικής Χερσονήσου. Μαζί με το «ταίρι» του που έχει το ίδιο μέγεθος, τον πίνακα Η 2α Μαΐου 1808, έγινε κατόπιν παραγγελίας της προσωρινής κυβέρνησης της Ισπανίας μετά από πρόταση του Γκόγια.

Στις 16 Φεβρουαρίου 1808, με το πρόσχημα της αποστολής ενισχύσεων στον γαλλικό στρατό που καταλαμβάνει την Πορτογαλία, ο Γάλλος αυτοκράτορας Ναπολέων Βοναπάρτης εισβάλλει  στην Ισπανία. Ο αδύναμος Κάρολος Δ’ κι έπειτα ο γιος του Φερδινάνδος  Ζ’, παραιτούνται  από τον θρόνο. Τη 2α Μαΐου οι κάτοικοι της Μαδρίτης εξεγέρθηκαν εναντίον των Γάλλων κατακτητών. Ξεσπούν πολεμικές μάχες σε όλη την πόλη. Εκατοντάδες μαδριλένοι σκοτώνονται από Γάλλους και Τούρκους στρατιώτες του στρατού του Ναπολέοντα. Ο Γκόγια ζωγράφισε τη στιγμή της επίθεσης των σκληροτράχηλων Αράβων.

Όσοι επαναστάτες συνελήφθησαν, εκτελέστηκαν στις 3 Μαΐου και ο ζωγράφος απεικονίζει με σπαρακτικό τρόπο τις μαζικές εκτελέσεις. Με αυτό το έργο, ο Γκόγια θέλησε να τιμήσει τη μνήμη της Ισπανικής αντίστασης στο στρατό του Ναπολέοντα κατά τη διάρκεια της κατοχής του 1808, κατά τον πόλεμο της Ιβηρικής Χερσονήσου.

Το περιεχόμενο του πίνακα, η απεικόνιση και η συναισθηματική δύναμη, του εξασφαλίζουν τον τίτλο της πρωτοποριακής, αρχέτυπης εικόνας της φρίκης του πολέμου. Η συναισθηματική δύναμη του πίνακα κυριαρχεί. Αν και αντλεί στοιχεία από την υψηλή αλλά και τη λαϊκή τέχνη, «Η 3η Μαΐου 1808» είναι ξεκάθαρο πως σπάει τα δεσμά της συμβατικότητας. Αποκλίνοντας από τις παραδόσεις της Χριστιανικής τέχνης και τις παραδοσιακές απεικονίσεις του πολέμου, δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο έργο – πρόγονο και αναγνωρίζεται ως ένας από τους πρώτους πίνακες της σύγχρονης εποχής. Σύμφωνα με τον ιστορικό τέχνης Κένεθ Κλαρκ, «Η 3η Μαΐου 1808» είναι «ο πρώτος μεγάλος πίνακας που μπορεί να χαρακτηριστεί επαναστατικός με κάθε έννοια της λέξης, στο ύφος, το αντικείμενο, και την πρόθεση».

Είναι αλήθεια πως «Η 3η Μαΐου 1808» είναι ένας πίνακας που κάθε του εκατοστό είναι κατάστικτο από ερμηνευτικά σύμβολα. Όπως για παράδειγμα το γυαλιστερό σπαθί, που κρέμεται στο πλάι ενός από τους Γάλλους στρατιώτες -ένα άχρηστο όπλο, σύμβολο μίας ρομαντικής εικόνας για τον πόλεμο, που ο πίνακας του Γκόγια αποτελεί μια διάτορη απόρριψή του. 

Το έργο αυτό, από μια άποψη, αποτελεί μία μεγάλη επιτυχία, όσον αφορά την στράτευση της τέχνης στην καταγγελία των πολέμων. Η παραγγελία της ισπανικής κυβέρνησης για έναν πίνακα που θα διαιωνίζει τη μνήμη αυτής της ιστορικής σελίδας, έχει ξεπεράσει τον στενό εθνικό κύκλο. Ακόμη και σήμερα, δύο αιώνες μετά τα γεγονότα, οι καλλιτέχνες σε όλον τον κόσμο επιστρέφουν στην «3η Μαΐου 1808» για να αντλήσουν έμπνευση για τα αντιπολεμικά οράματά τους.

«Η 3η Μαΐου 1808» έχει εμπνεύσει μια σειρά από άλλους σημαντικούς πίνακες, όπως μια σειρά έργων του Εντουάρ Μανέ, και τους πίνακες Η Σφαγή στην Κορέα και Γκερνίκα του Πάμπλο Πικάσο. Ο δε Πικάσο εμπνεύστηκε το έργο όταν, στις 26 Απριλίου του 1937- στα πλαίσια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου- Γερμανοί πιλότοι της αεροπορίας των εθνικιστών βομβάρδισαν την κωμόπολη Γκουέρνικα της Χώρας των Βάσκων. Σκοτώθηκαν στο το συγκεκριμένο βομβαρδισμό 1.650 άνθρωποι και ισοπεδώθηκε το 70% της πόλης με 32 τόνους εκρηκτικά.

Το γεγονός της εκτέλεσης των επαναστατών της 3ης Μαΐου 1808 αναπαριστά μια από τις σημαντικότερες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας της Ισπανίας. Γαλουχημένος στα ιδανικά του διαφωτισμού, αλλά και βαθύτατα Ισπανός πατριώτης, ο Γκόγια κατορθώνει να απεικονίσει, όπως σε όλο του το έργο, τη βαρβαρότητα των ανθρωπίνων πράξεων, πάντοτε γυμνή, σκληρή, ανελέητη.

Ο Γκόγια κατορθώνει όχι μόνο να απεικονίσει ένα ιστορικό επεισόδιο, αλλά να συμβολίσει με τον πιο εμβληματικό τρόπο την αγριότητα του πολέμου.

ΠΗΓΕΣ: https://www.elculture.gr/blog/article/3-%ce%bc%ce%b1%ce%90%ce%bf%cf%85-1808-%ce%b7-%ce%b7%ce%bc%ce%ad%cf%81%ce%b1-%cf%80%ce%bf%cf%85-%ce%b5%ce%bd%ce%ad%cf%80%ce%bd%ce%b5%cf%85%cf%83%ce%b5-%cf%84%ce%bf-%ce%bc%ce%b5%ce%b3%ce%ac%ce%bb%ce%bf/ , https://typos-i.gr/article/pws-h-3h-maioy-1808-alla3e-ton-tropo-poy-blepoyme-ton-polemo , https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97_3%CE%B7_%CE%9C%CE%B1%CE%90%CE%BF%CF%85_1808 , https://www.klik.gr/gr/el/stories/3i-maiou-1808-o-korufaios-pinakas-tou-francisco-g/

Η “Επιστροφή του ασώτου υιού” του Ρέμπραντ

Η “Επιστροφή του ασώτου υιού” είναι μια ιστορική ελαιογραφία, ένας από τους τελευταίους πίνακες στη δημιουργική πορεία του Ρέμπραντ που έχει ως θεματολογία τη Παραβολή του Ασώτου του Ιησού, όπως αναφέρεται στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον και είναι ένα από τα διασημότερα έργα του Ερμιτάζ. Το έργο είναι ελαιογραφία 262 επί 205 εκ. και χρονολογείται περί το 1668.

Στο Ευαγγέλιο Σύμφωνα με τον Λουκά (15: 11-32), Ο Χριστός αναφέρει την παραβολή του τον άσωτο Υιό. Ένας γιος ρωτά τον πατέρα του για την κληρονομιά του και φεύγει από το γονικό σπίτι, μόνο για να απολέσει τον πλούτο του. Φτάνοντας επιτέλους σε ασθένεια και φτώχεια, επιστρέφει στο σπίτι του πατέρα του. Ο γέρος τυφλώνεται από δάκρυα καθώς συγχωρεί τον γιο του, όπως ο Θεός συγχωρεί όλους εκείνους που μετανοούν. Όλο αυτό το έργο κυριαρχείται από την ιδέα της νίκης της αγάπης, της καλοσύνης και της φιλανθρωπίας. Το γεγονός αντιμετωπίζεται ως η ανώτατη πράξη της ανθρώπινης σοφίας και της πνευματικής ευγένειας, και λαμβάνει χώρα σε απόλυτη σιωπή και ακινησία.

Την παραβολή του ασώτου, με την οποία ασχολείται στην τελευταία περίοδο τη καριέρας του, την αντιμετωπίζει ως ένα παράδειγμα της ανθρώπινης εμπειρίας που αντιστοιχεί σε μια πανανθρώπινη κατάσταση και σε καθολικές αξίες. Ο Ρέμπραντ αποφεύγει κάθε διακοσμητικό στοιχείο και συγκεντρώνεται σε μια αφήγηση που βασίζεται αποκλειστικά στα ζωγραφικά μέσα: το χρώμα και το φως αποκαλύπτουν την ιστορία του ακόλαστου νέου ο οποίος επιστρέφει για να ζητήσει συγχώρεση από τον πατέρα του. Σε αυτήν τη συμφωνία λαμπερών και σκοτεινών τόνων, έντονου φωτός και σκιάς, που γαληνεύει μυστηριωδώς, η ενέργεια του ηλικιωμένου πλέον ζωγράφου διατηρείται απαράλλαχτη. Το πρόσωπο του τυφλού πατέρα ακτινοβολεί από το εσωτερικό φως και το φως που συγκεντρώνεται στα πέλματα του ασώτου αποκαλύπτει μια ιδιαίτερα εκφραστική λεπτομέρεια: τα φθαρμένα υποδήματα και τα γδαρμένα πόδια, μαζί με τα κουρελιασμένα ρούχα διηγούνται την ιστορία του νέου ότι ο δρόμος της επιστροφής ήταν μακρύς και δύσβατος. Στο αδιαμόρφωτο δωμάτιο, που σχεδόν στερείται τις συντεταγμένες του χώρου, η εντύπωση του βάθους δημιουργείται από τα πρόσωπα, τα οποία αναδύονται από το σκοτάδι και σημαδεύονται από επιφάνειες φωτός που σταδιακά εξασθενούν.

Το δράμα και το βάθος της αίσθησης εκφράζονται στις μορφές του πατέρα και του γιου, με όλη τη συναισθηματική ακρίβεια με την οποία ο Ρέμπραντ ήταν προικισμένος. Οι ευρείες, σκιαγραφούμενες πινελιές του ύστερου ύφους του καλλιτέχνη επιτείνουν τη συγκίνηση και την ένταση αυτού του αριστοτεχνικού πίνακα. Αυτή η παραβολή στη θεραπεία του Ρέμπραντ απευθύνεται στην καρδιά όλων.

Πρόκειται για ένα έργο που ήταν ανέκαθεν αντικείμενο θαυμασμού για τη στοχαστική του συμβολή στο θέμα της συγχώρησης, το οποίο είναι και ένα διαρκές μέλημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Επιπλέον, αντιπροσωπεύει επάξια την ίδια την αναστοχαστική στάση του Ρέμπραντ στην ζωγραφική και στην ζωή, η οποία μεταφέρει το πνεύμα του Χριστιανισμού στην πλέον πεφωτισμένη του εκδοχή και θεωρείται επίσης ότι συνδέεται στενά με την προσωπική του βιογραφία και τα χρόνια της ασωτίας του, τα οποία συνέπεσαν με τα πρώτα χρόνια του γάμου του με την σύζυγό του, Saskia. Παρά την δημοτικότητα του θέματος στο θέατρο και την τέχνη της Ολλανδίας του 16ου και 17ου αιώνα, ο Ρέμπραντ εικονογραφεί με τον δικό του μοναδικό τρόπο την πασίγνωστη βιβλική παραβολή του ασώτου υιού από το Ευαγγέλιο του Αγίου Λουκά, εκμεταλλευόμενος το χρώμα και την φωτοσκίαση, chiaroscuro, προκειμένου να αυξήσει την δραματική ένταση στην απεικόνιση του βιβλικού συμβάντος.

ΠΗΓΕΣ: https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/PPP668/%CE%97%20%CF%83%CF%85%CE%B3%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7/Proimos%2C%20K.%2C%20Signomi%20kai%20sinchoresi%20ston%20Asoto%20Yio%20tou%20Rembrand%20%28Axiologika%202012%29.pdf , https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97_%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%B1%CF%83%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_(%CE%A1%CE%AD%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84), https://el.newmediator.org/1360-rembrandt-return-of-prodigal-son-1668-art-in-detail.html

«Η φαλακρή τραγουδίστρια»: το έργο-σταθμός στο θέατρο του παραλόγου

Γραμμένο το 1948, το έργο «Η φαλακρή τραγουδίστρια» (γαλλικός τίτλος La Cantatrice Chauve) καθιερώνει ουσιαστικά το Θέατρο του Παραλόγου, καταρρίπτοντας όλους τους συμβατικούς κανόνες τις κλασικής δραματουργίας. Περιγράφοντας με παράδοξο τρόπο την τυποποιημένη καθημερινότητα της αστικής κοινωνίας, ο Ευγένιος Ιονέσκο αποκαλύπτει την ανεπάρκεια της γλώσσας ως μέσο επικοινωνίας και επιτίθεται σ΄ έναν κόσμο που μοιάζει να έχει χάσει τη μεταφυσική του διάσταση.

Το έργο ανέβηκε στην σκηνή για πρώτη φορά στις 11 Μαΐου 1950 στο Théâtre des Noctambules στο Παρίσι. Ο θίασος του Théâtre de la Huchette από το 1957 μέχρι σήμερα συνεχίζει να παρουσιάζει το έργο αυτό καθημερινά έχοντας ήδη συμπληρώσει τις 17.000 παραστάσεις.

Το θεατρικό έργο αποτελείται από 11 σκηνές σχεδόν χωρίς περιεχόμενο. Σε ένα προάστιο του Λονδίνου μένει ένα ανδρόγυνο, ο κύριος και η κυρία Σμιθ. Ένα απόγευμα προσπαθούν να κατανικήσουν την ανία ψιλοκουβεντιάζοντας μπροστά στο αναμμένο τζάκι, μέχρι που παρουσιάζεται η υπηρέτρια για να ανακοινώσει δύο απροσκάλεστους επισκέπτες, τον κύριο και την κυρία Μαρτίν. Οι οικοδεσπότες φεύγουν γρήγορα για να αλλάξουν ρούχα, ενώ στην σκηνή προβάλουν οι δύο επισκέπτες. Ο κύριος και η κυρία Μαρτίν συμπεριφέρονται σαν δύο ξένοι που συναντιούνται για πρώτη φορά και ανακαλύπτουν δειλά δειλά τα πρώτα κοινά τους στοιχεία. Τελικά, μετά από κάποια συζήτηση ανακαλύπτουν ότι παλιά ήταν παντρεμένοι. Ακόμα και μετά από αυτή την διαπίστωση παραμένουν απαθείς και τυπικοί, ανταλλάζοντας όμως θερμούς συναισθηματισμούς. Ο κύριος και η κυρία Σμιθ επιστρέφουν στην σκηνή, χωρίς να έχουν αλλάξει ρούχα, προσποιούμενοι όμως, ότι φοράν τις καλύτερες ενδυμασίες προς τιμή των επισκεπτών. Μετά από κάποια αμηχανία αρχίζουν να συζητούν και να διηγούνται τα γεγονότα της ημέρας, τα πάντα πληκτικές ιστορίες μηδαμινού ενδιαφέροντος. Ξαφνικά κτυπάει το κουδούνι. Ο κύριος και η κυρία Σμιθ ανοίγουν την πόρτα, αλλά δεν είναι κανείς. Το ίδιο συμβαίνει τρεις φορές. Την τέταρτη φορά παρουσιάζεται ένας αρχιπυροσβέστης, που ψάχνει απεγνωσμένα να σβήσει μια φωτιά, έτσι για να κάνει κάτι. Οι οικοδεσπότες του προτείνουν να μείνει για λίγο και να τους κάνει συντροφιά. Ο πυροσβέστης δέχεται και αρχίζει να λέει ιστορίες χωρίς νόημα, τις οποίες ανταποδίδει ο κύριος Σμιθ με την ίδια ικανότητα. Εν τω μεταξύ αναμιγνύονται και η κυρία Σμιθ και η υπηρέτρια λέγοντας τα δικά τους. Τελικά η υπηρέτρια αγκαλιάζει τον πυροσβέστη και βγαίνει στην φόρα ότι οι δυο τους παλιά ήταν ερωτικό ζευγάρι. Ο κύριος την απολύει. Ο πυροσβέστης φεύγει και αυτός, ρωτώντας «τι κάνει η φαλακρή τραγουδίστρια;» για να απαντήσει η κυρία Σμιθ: «φοράει ακόμα την ίδια περούκα».

Ο κύριος και η κυρία Σμιθ έχουν μείνει μόνοι. Η συζήτησή τους εξασθενεί, οι προτάσεις διασκορπίζονται, μόνο λίγες λέξεις έχουν απομείνει στο κενό, που τελικά γίνονται απομονωμένα γράμματα. Το έργο τελειώνει με το ρητό “C’est pas par là, c’est par ici” («δεν είναι εκεί, εδώ είναι»). Στην σκηνή μένουν ο κύριος και η κυρία Μαρτίν που έχουν πάρει την θέση του κύριου και της κυρίας Σμιθ.

Ο Ιονέσκο, ο οποίος είχε ξεκινήσει το έργο αυτό εν είδη πειράματος, έμεινε έκπληκτος με το αποτέλεσμα. Το θεατρικό κοινό αποδέχτηκε το έργο του, βρίσκοντάς το ξεκαρδιστικό και γεμάτο νόημα. Η αρχική ιδέα του Ιονέσκο ήταν να παρουσιάσει μια «τραγωδία της γλώσσας», όπως αρχικά ήθελε να ονομάσει το έργο αυτό. Οι διάλογοι παρουσίαζαν την παντελή έλλειψη πνεύματος και ιδεών, μέσα σε ένα κλίμα ανίας. Οι χαρακτήρες του είναι θύματα της ίδιας τους της γλώσσας, αιχμάλωτοι της καθημερινότητας, δύτες σε μια θάλασσα της μοναξιάς, των επιφανειακών σχέσεων και των ανιαρών συνανθρώπων. Οι Σμιθ και οι Μαρτίν δεν είναι σε θέση να συνομιλήσουν, διότι έχουν καταναλώσει όλες τους τις ιδέες, και δεν είναι σε θέση να νοιώσουν κανένα συναίσθημα.

Ο Ιονέσκο συνέλαβε την ιδέα για το έργο αυτό κατά την διάρκεια ενός μαθήματος φροντιστηρίου Αγγλικών σύμφωνα με την μέθοδο «ασιμίλ», και με κάποιο βιβλίο με τον τίτλο L’anglais sans peine (πως να μάθεις αγγλικά χωρίς κόπο). Οι προτάσεις γραμματικής ήταν τόσο ανούσιες και το νόημά τους τόσο αυτονόητο, ενώ ένα ανδρόγυνο ονόματι κύριος και κυρία Σμιθ συζητούσαν λέγοντας ο ένας στον άλλο το όνομά του, ή ότι ήταν μεταξύ τους παντρεμένοι και πόσα παιδιά είχαν. Στα πιο προχωρημένα μαθήματα, για χάρη του διαλόγου, ένα άλλο ζευγάρι, οι Μαρτίν συζητούσαν με τους Σμιθ ανταλλάσσοντας όμως το ίδιο ανιαρές προτάσεις.

Ο Ιονέσκο αποφάσισε να κατασκευάσει ένα θεατρικό έργο χρησιμοποιώντας την δομή και το πνεύμα του βιβλίου αυτού. Το αποτέλεσμα ήταν μια παρωδία γεμάτη καυστική ειρωνεία για την σημερινή κοινωνία.

Αιχμάλωτοι της συνήθειας, των άσκοπων γλωσσικών επαναλήψεων και των επιφανειακών σχέσεων, οι ήρωες του Ιονέσκο χαρακτηρίζονται από παντελή έλλειψη πνευματικότητας και συναισθηματικής νοημοσύνης, θύματα ενός κοινωνικού συστήματος που τους οδηγεί στη λήθη και τον πνευματικό αφανισμό.

Η φαλακρή τραγουδίστρια ανεβαίνει για πρώτη φορά στο Θέατρο Τέχνης το 1961 σε σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν και μετάφραση του Κώστα Σταματίου, φέρνοντας το αθηναϊκό κοινό σε επαφή με την πρωτοποριακή ευρωπαϊκή θεατρική γραφή της εποχής.

ΠΗΓΕΣ: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97_%CE%A6%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%AE_%CE%A4%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1 , http://www.theatro-technis.gr/quot-i-falakri-tragoydistria-quot-toy-eygenioy-ionesko/ , https://www.elculture.gr/blog/falakri-tragoudistria-theatro-texnis/ , https://www.lifo.gr/guide/theater/7135/i-falakri-tragoydistria