«Άνθρωπος του Βιτρούβιου»: ένα έργο-μελέτη του ανθρώπινου σώματος

Ο «Άνθρωπος του Βιτρούβιου» αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι και θεωρείται επίσης ένας από τους αισθητικούς κανόνες της Αναγέννησης. Το διάσημο σχέδιο έχει συνοδευτικές σημειώσεις του Λεονάρντο ντα Βίντσι και φτιάχτηκε περίπου το 1490 σε ένα από τα ημερολόγιά του. Απεικονίζει μία γυμνή αντρική φιγούρα σε δύο αλληλοκαλυπτόμενες θέσεις με τα μέλη του ανεπτυγμένα και συγχρόνως εγγεγραμμένη σε ένα κύκλο και ένα τετράγωνο. Το σχέδιο και το κείμενο συχνά ονομάζονται Κανόνας των Αναλογιών.

Σύμφωνα με τις σημειώσεις του ντα Βίντσι στο συνοδευτικό κείμενο, οι οποίες είναι γραμμένες με καθρεπτιζόμενη γραφή, το σχέδιο έγινε ως μελέτη των αναλογιών του (ανδρικού) ανθρώπινου σώματος όπως περιγράφεται σε μια πραγματεία του Ρωμαίου αρχιτέκτονα Βιτρούβιου, που είχε γράψει για το ανθρώπινο σώμα:

  • μια παλάμη έχει πλάτος τεσσάρων δακτύλων
  • ένα πόδι έχει πλάτος τέσσερις παλάμες
  • ένας πήχυς έχει πλάτος έξι παλάμες
  • το ύψος ενός ανθρώπου είναι τέσσερις πήχεις (και άρα 24 παλάμες)
  • μια δρασκελιά είναι τέσσερις πήχεις
  • Το μήκος των χεριών ενός άντρα σε διάταση είναι ίσο με το ύψος του
  • η απόσταση από την γραμμή των μαλλιών ως την κορυφή του στήθους είναι το ένα-έβδομο του ύψους του άνδρα
  • η απόσταση από την κορυφή του κεφαλιού ως τις θηλές είναι το ένα-τέταρτο του ύψους του άνδρα
  • το μέγιστο πλάτος των ώμων είναι το ένα-τέταρτο του ύψους του άνδρα
  • η απόσταση από τον αγκώνα ως την άκρη του χεριού είναι το ένα-πέμπτο του ύψους του άνδρα
  • η απόσταση από τον αγκώνα ως την μασχάλη είναι το ένα-όγδοο του ύψους του άνδρα
  • το μήκος του χεριού είναι ένα-δέκατο του ύψους ενός άνδρα
  • η απόσταση από την άκρη του πηγουνιού ως την μύτη είναι το ένα-τρίτο του μήκους του προσώπου
  • η απόσταση της γραμμής των μαλλιών ως τα φρύδια είναι το ένα-τρίτο του μήκους του προσώπου
  • το μήκος του αυτιού είναι το ένα-τρίτο του μήκους του προσώπου
  • το μήκος του αντίχειρα ενός ανθρώπου είναι ίσο με το μήκος της μύτης του

Φαίνεται ότι ο ντα Βίντσι δημιούργησε το σχέδιο βασιζόμενος στο De Architectura 3.1.3 του Βιτρούβιου που γράφει:Ο ομφαλός είναι φυσικά τοποθετημένος στο κέντρου του ανθρώπινου σώματος, και, αν σε έναν άνδρα ξαπλωμένο, με το πρόσωπο στραμμένο επάνω και τα χέρια και τα πόδια του ανεπτυγμένα, με τον ομφαλό του ως κέντρο εγγράψουμε ένα κύκλο, θα ακουμπήσει τα δάκτυλα των χεριών και τα δάκτυλα των ποδιών του. Δεν γίνεται μόνο μέσω ενός κύκλου, η περιγραφή ενός ανθρώπινου σώματος, όπως φαίνεται τοποθετώντας τον σε ένα τετράγωνο. Μετρώντας από τα πόδια ως στην κορυφή του κεφαλιού, και έπειτα κατά μήκος των χεριών σε πλήρη έκταση, βρίσκουμε την τελευταία μέτρηση ίση με την πρώτη· έτσι γραμμές σε ορθή γωνία μεταξύ τους, περικλείοντας τη φιγούρα, σχηματίζουν ένα τετράγωνο.

Φαινομενικά, το έργο είναι η αρχιτεκτονική πρόσοψη του ανθρώπινου οικοδομήματος. Αν εξετάσουμε, όμως, μεθοδικά τις λεπτομέρειες που καταγράφει ο Leonardo da Vinci, θα δούμε ότι η αναπαράστασή του είναι όντως πολλαπλή. Η διαφορά μεταξύ δεξιού και αριστερού ποδιού είναι προφανής. Το ίδιο ισχύει και για τα χέρια. Όμως, αν δεν προσέξουμε τα χαρακτηριστικά του κορμιού, θα παραμείνουμε στην εντύπωση ότι είναι απόλυτα συμμετρικός. Ξεχνάμε ότι η ιδιότητα του βαρύκεντρου για τον ομφαλό δεν καθορίζεται αποκλειστικά και με μονοσήμαντο τρόπο. Διότι ακόμα και ο κορμός έχει μια μικρή κλίση που προέρχεται από τη διαφορετική τοποθέτηση των ποδιών στο κάτω μέρος της εικόνας. Η διπλή επικάλυψη αναγκάζει αυτή την κλίση για να είναι ρεαλιστικό το μοντέλο. Δεν είναι απλώς μια ζωγραφιά αλλά ένα δομικό σύστημα. Οι ανδρικοί μύες που βρίσκονται πάνω από τη λεκάνη δίνουν ήδη το στίγμα της ασυμμετρίας. Αυτή η έλλειψη απόλυτης συμμετρίας γίνεται πιο αισθητή στο κάτω μέρος, στο επίπεδο των μηρών. Το εσωτερικό του δεξιού μηρού βρίσκεται μπροστά στο αριστερό ανάλογό του. Και αυτή η στάση ενισχύεται και από την ανοιχτή επικάλυψη. Πιο συγκεκριμένα, η ακριβής αναπαράσταση του ανδρικού πέους από το Leonardo da Vinci που δείχνει και τη διαφορά ύψους των όρχεων, όταν οι μηροί είναι ανοιχτοί, δείχνει ένα διαφορετικό άνοιγμα. Από τη δεξιά πλευρά ο διαχωρισμός μεταξύ μηρού και πέους γίνεται στο επίπεδο του πάνω μέρους του χιτώνα, ενώ δεν ισχύει το ανάλογο από την άλλη πλευρά. Στην πραγματικότητα, αν ο άνθρωπος του Βιτρούβιου καθόταν όρθιος, απόλυτα συμμετρικά σε σχέση με το θεατή, ο διαχωρισμός δεν θα γινόταν στο επίπεδο του χιτώνα, εξαιτίας των εσωτερικών μηρών που ακολουθούν τη γωνία των οστών, όπως διαμορφώνεται από τη λεκάνη. Αυτό σημαίνει ότι ο Leonardo da Vinci διατύπωσε αυτή τη λεπτομέρεια για να διατηρήσει τη ρεαλιστικότητα του μοντέλου. Κατά συνέπεια, ο Leonardo da Vinci δεν διατυπώνει μόνο τις εξωτερικές αναλογίες του Βιτρούβιου αλλά και την εσωτερική δομή του ανθρώπινου σώματος, μέσω του ανδρικού κορμιού. Και για να το αναδείξει, χρησιμοποιεί την ασυμμετρία της ανθρώπινης συμμετρίας. Έτσι δίνει και το στίγμα της ιδιοφυΐας του.

Μία άλλη πηγή έμπνευσης για τον Βιτρούβιο Άντρα του ντα Βίντσι ήταν και ο Παγκόσμιος Άνθρωπος της Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν η οποία σίγουρα θα ήταν και εκείνη εξοικειωμένη με το έργο του Βιτρούβιου.

Η επαναφορά των ανακαλύψεων των μαθηματικών αναλογιών του ανθρώπινου σώματος τον 15ο αιώνα από τον ντα Βίντσι και άλλους θεωρείται ένα από τα μεγάλα επιτεύγματα που οδήγησαν στην Ιταλική Αναγέννηση. Το σχέδιο του ντα Βίντσι συνδυάζει μια προσεκτική ανάγνωση του αρχαίου κειμένου με τις δικές του παρατηρήσεις σε αληθινά ανθρώπινα σώματα. Κατά το σχεδιασμό του κύκλου και του τετραγώνου πολύ σωστά παρατήρησε ότι το τετράγωνο δεν μπορεί να έχει το ίδιο κέντρο με τον κύκλο, στον ομφαλό, αλλά κάπου χαμηλότερα στην ανατομία. Αυτή η ρύθμιση είναι μια καινοτομία στο σχέδιο του ντα Βίντσι και το ξεχωρίζει από προγενέστερες απεικονίσεις.

Το ίδιο το σχέδιο συχνά χρησιμοποιείται ως ένα υπονοούμενο σύμβολο της ουσιώδους συμμετρίας του ανθρώπινου σώματος, και κατά προέκταση του Σύμπαντος ως συνόλου.

Μπορεί να παρατηρηθεί από την εξέταση του σχεδίου ότι ο συνδυασμός των θέσεων των χεριών και των ποδιών μπορεί να δημιουργήσει δεκαέξι διαφορετικές στάσεις. Η στάση με τα χέρια εκτεταμένα μακριά και τα πόδια ενωμένα είναι εγγεγραμμένη στο τετράγωνο. Η στάση με τα χέρια ελαφρώς υψωμένα και τα πόδια ανοικτά εγγράφεται στον κύκλο. Αυτό εικονογραφεί το θεώρημα ότι κατά την εναλλαγή μεταξύ των δύο στάσεων, το φαινόμενο κέντρο της φιγούρας φαίνεται να κινείται, αλλά στην πραγματικότητα ο ομφαλός της φιγούρας που είναι το πραγματικό κέντρο της βαρύτητας παραμένει ακίνητος.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Τέχνης Ρομπέρτο Κόνκας (Κάλιαρι 1952), μέσα στο ίδιο το σχέδιο υπάρχουν πολλά κρυμμένα μυστικά. Τη μεγάλη τομή σε αυτήν τη νέα θεωρία του Κόνκας αποτελεί η υπόθεση πως η κεντρική φιγούρα του Ανθρώπου του Βιτρούβιου δεν απεικονίζει ένα πρόσωπο, αλλά δύο. Πρόκειται για δύο διαφορετικές αναπαραστάσεις ενός άνδρα σε δύο διαφορετικές ηλικίες, ενός ώριμου και ενός νέου. Επίσης, δεν έχει αποκλειστεί η πιθανότητα να απεικονίζεται και ένας τρίτος. «Αυτή η έρευνα είναι συναρπαστική σαν ένα θρίλερ και περίπλοκη σαν ένα μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο», επισημαίνουν ορισμένα δημοσιεύματα στον ιταλικό Τύπο. Ο ίδιος ο Κόνκας σημειώνει πως συνέλαβε αυτήν την υπόθεση το 2012, όταν παρατήρησε πως το πρόσωπο που απεικονίζεται στον Άνθρωπο είναι στην πραγματικότητα διπλό. «Το δεξί μάτι είναι το μάτι ενός ώριμου ανθρώπου, ενώ το αριστερό ενός νεότερου (…). Εάν έγραφε συνέχεια προς τα αριστερά ο Ντα Βίντσι οφείλεται στο γεγονός ότι είχε μάθει να χρησιμοποιεί τον καθρέφτη και σε αυτήν την περίπτωση τον χρησιμοποίησε για να αναπαραστήσει την πλήρη μορφή του σχεδίου», αναφέρει.

Ερευνητές του Imperial College του Λονδίνου πιστεύουν ότι ένα ασυνήθιστο εξόγκωμα επάνω από τη βουβωνική χώρα του «τέλειου» μοντέλου αποκαλύπτει ότι έπασχε από σοβαρή κήλη η οποία πιθανώς να τον σκότωσε. Η προσεκτική ανάλυση του σκίτσου από τον επιστήμονα έδειξε πως το γεγονός ότι ο άνθρωπος του Βιτρούβιου εμφανίζει ένα εξόγκωμα στο αριστερό μέρος της βουβωνικής χώρας μαρτυρεί την ύπαρξη βουβωνοκήλης. Σύμφωνα με τον επιστήμονα, οι γιατροί της εποχής πιθανότατα γνώριζαν το συγκεκριμένο ιατρικό πρόβλημα. «Η γνώση της βουβωνοκήλης υπήρχε στην Αναγέννηση με γιατρούς και χειρουργούς όπως ο Αντόνιο Μπενιβιένι να περιγράφουν διάφορους τύπους κήλης στη Φλωρεντία εκείνης της εποχής» γράφει ο δρ Ασραφιάν και συμπληρώνει: «Ο Άνθρωπος του Βιτρούβιου λοιπόν σχεδιάστηκε πιθανότατα με βάση ένα ζωντανό άτομο που έπασχε από βουβωνοκήλη χωρίς συμπτώματα ή με βάση κάποιον που πέθανε από επιπλοκές της βουβωνοκήλης όπως η περίσφιξη (σ.σ μια κατάσταση που μπορεί να οδηγήσει ραγδαία σε μόνιμη βλάβη ενδοκοιλιακών οργάνων και να απειλήσει ακόμα και τη ζωή του ασθενούς)».

ΠΗΓΕΣ: https://cognoscoteam.gr/%CF%84%CE%B9-%CE%AE%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BF-%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%85/ , https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%92%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%85 , https://www.kathimerini.gr/1055378/article/epikairothta/kosmos/ereynhths-yposthrizei-pws-o-pragmatikos-kwdikas-nta-vintsi-vrisketai-ston-an8rwpo-toy-vitroyvioy , https://www.cnn.gr/style/politismos/story/200071/o-anthropos-toy-vitroyvioy-toy-nta-vintsi-apokalyptei-ta-mystika-toy

10 soundtracks ταινιών που αγαπήσαμε

Η μουσική είναι ένα από τα κομβικά στοιχεία στην επιτυχία μιας ταινίας, όχι μόνο λόγω του ότι δημιουργεί μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα και δίνει το κατάλληλο vibe του είδους και της εποχής, αλλά και γιατί είναι ικανή να μεταδώσει και να καλλιεργήσει σκέψεις, μηνύματα και συναισθήματα.

Η επιτυχία του soundtrack, βέβαια, δεν κρίνεται από το πόσο ποιοτικά ήταν τα τραγούδια που επιλέχθηκαν και πόσο καλές ήταν οι συνθέσεις των μουσουργών. Η επιτυχία του κάθε soundtrack κρίνεται από το πόσο ταιριαστά ήταν τα κομμάτια που ακούστηκαν με το θέμα της ταινίας και το μήνυμα που αυτή ήθελε να περάσει. Η σωστή μουσική δημιουργεί ένα μυστήριο, το οποίο τοποθετημένο στη σωστή χρονική στιγμή, καλεί τον θεατή να το εξερευνήσει και να βρει τη λύση του. Εάν ο θεατής τα καταφέρει, τότε το μυστήριο αυτό δημιουργεί έναν μύθο, ο μύθος οδηγεί στη πληρότητα και η πληρότητα σε συναίσθημα.

Αναγνωρίζοντας λοιπόν το πόσο σημαντικό είναι το soundtrack μιας ταινίας και έχοντας ακούσει μπόλικα, παρακάτω θα σας παραθέσω μερικά από τα αγαπημένα μου.

Σημείωση 1: Δεν είναι απαραίτητα τα καλύτερα soundtracks όλων των εποχών, αλλά εκείνα που είχαν μια επιρροή σε εμένα προσωπικά. Επιπλέον, η ταξινόμηση δεν είναι σε καμία περίπτωση αξιολογική.

Σημείωση 2: Εδώ θα δοθεί μόνο ένα κομμάτι από το soundtrack. Από εκεί και πέρα ο καθένας σας είναι ελεύθερος να περιηγηθεί στο youtube και να το βρει ολοκληρωμένο.

10) The Revenant

Το Revenant δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια απλή ιστορία εκδίκησης. Πρόκειται για ένα θέμα αρκετά κοινότυπο, που όμως ξεχωρίζει από παρόμοια εγχειρήματα λόγω του ότι η ταινία καταφέρνει να δημιουργήσει στον θεατή μια μοναδική εμπειρία. Σε αυτό το αποτέλεσμα δεν συμβάλλει μονάχα η εξαιρετική σκηνοθεσία και εκπληκτική ερμηνεία του Dicaprio, αλλά και η μουσική επένδυση από τους Ryuichi Sakamoto και Alva Noto. Οι δύο συνθέτες κατάφεραν κάτι πολύ δύσκολο. Συγκεκριμένα, μπόρεσαν να αποδώσουν τα συναισθήματα του Hugh Glass (Dicaprio), είτε αυτά ήταν η οργή και ο σωματικός και ψυχικός πόνος, είτε ήταν η αίσθηση της κάθαρσης και της γαλήνης, με τρόπο συλλογικό, μέσα από όλο το soundtrack και όχι διαχωρίζοντας τα σε κάθε διαφορετικό κομμάτι. Σε ένα πρώτο άκουσμα, ξέχωρο από την εμπειρία της ταινίας, το OST μπορεί να φανεί αρκετά απλό και αδιάφορο. Είναι όμως πραγματικά εντυπωσιακό το πως αυτή η απλή μουσική, μπορεί να περιλάβει μέσα της τόσα συναισθήματα, τα οποία ξεκλειδώνονται αμέσως μόλις κάποιος βιώσει την ταινία. Μόλις γίνει αυτό, το στην αρχή απλό και αδιάφορο soundtrack, γίνεται επιβλητικό και μεγαλεπήβολο.

9) Hugo

Ο θρυλικός συνθέτης των Lord of the Rings, Howard Shore, δημιούργησε τη μουσική για την πιο «κατάλληλη» και «παιδική» ταινία του Martin Scorsese, Hugo. Η ταινία αυτή δεν είναι σαν τίποτα από όσα μας έχει συνηθίσει ο μεγάλος σκηνοθέτης. Είναι πιο ανάλαφρη, πιο αθώα, είναι με λίγα λόγια κατάλληλη για όλους. Παρόλο όμως που για αυτά της χαρακτηριστικά η ταινία χαρακτηρίστηκε «παιδική», η αλήθεια είναι πως κάθε άλλο παρά παιδική είναι. Χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες για την ανάλυση της ταινίας, το Hugo περιέχει πολύ σημαντικά μηνύματα, κάποια από τα οποία ένα παιδί δεν θα μπορούσε να καταλάβει και αποτελεί παράλληλα και ένα love letter στον κινηματογράφο. Ευθύς αμέσως από τα πρώτα δευτερόλεπτα, δύο πράγματα συνειδητοποιεί ο θεατής. Πρώτον ότι πρόκειται για μια πανέμορφη ταινία οπτικά και δεύτερον ότι πρόκειται για ένα πανέμορφο soundtrack. Οι συνθέσεις είναι πολύχρωμες, δουλεμένες στην παραμικρή λεπτομέρεια και τοποθετημένες με τέτοιο τρόπο στη ταινία, ώστε να μαγεύουν τον καθένα και να δίνουν τα συναισθήματα που ο σκηνοθέτης επιδιώκει. Το soundtrack μάλιστα είναι τόσο καλό, που αποτελεί ένα πολύ ποιοτικό άκουσμα και μόνο του, ξέχωρα από την ταινία. Είναι επικό στις δικές του διαστάσεις και δικαίως πήρε υποψηφιότητα στα Όσκαρ. Ποιος είπε εξάλλου πως το επικό πρέπει απαραιτήτως να είναι βαρύ και σκοτεινό;

8) Theory of Everything

Ο Johan Johansson που δυστυχώς απεβίωσε μόλις στα 48 του χρόνια, είχε καθιερωθεί ως ένας από τους μεγαλύτερους μουσικοσυνθέτες του Χόλιγουντ. Η μουσική που έγραψε για τη ταινία Theory of Everything, η οποία εξιστορεί τη ζωή του Stephen Hawking, είναι ένα υπέροχο  κομψοτέχνημα, ένα μωσαϊκό συναισθημάτων που εγγυάται πως θα δώσει μια αίσθηση πληρότητας στον θεατή. Κάθε κομμάτι δίνει και από έναν διαφορετικό ρυθμό στη ταινία και ταυτίζεται με τις κινήσεις και τα λόγια των ηθοποιών που βρίσκονται κάθε φορά στην οθόνη.

7) The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford

Είναι πραγματικά άξιο απορίας και τεράστια αδικία το γεγονός ότι η Ακαδημία προσπέρασε τη δουλειά των Nick Cave και Warren Ellis. Σε μια ομολογουμένως δύσκολη ταινία, τοποθετημένη σε Western περιβάλλον, που όμως δεν αποτελεί το κλασικό Western που ο μέσος θεατής περιμένει να δει, οι δύο συνθέτες κάνουν θαύματα. Όχι μόνο καταφέρνουν να κάνουν τον θεατή μέρος του κόσμου που απεικονίζεται, αλλά κανείς θα έλεγε πως τα μηνύματα και οι αξίες που προσπαθεί να περάσει το φιλμ, περνούν και μέσα από τη μουσική. Το OST είναι πραγματικά ένα αριστούργημα που κορυφώνει τη ταινία και της δίνει τον επιπλέον τόνο που χρειάζεται για να εκπληρώσει τον στόχο της.

6) Interstellar

Όσοι έχουν παρακολουθήσει τις ταινίες του Christopher Nolan, θα γνωρίζουν πως η μουσική παίζει καθοριστικό ρόλο στη σύλληψη της ταινίας και στη μετάδοση της σκέψης του σκηνοθέτη. Το Interstellar δεν αποτελεί εξαίρεση και θα μπορούσε κανείς να πει πως αν δεν ήταν ο Hans Zimmer, η ταινία θα είχε χάσει ένα μεγάλο μέρος από την ταυτότητα της. Το Soundtrack εδώ είναι φανταστικό. Άλλοτε μας δίνει το αίσθημα του κινδύνου και της αγωνίας και άλλοτε το αίσθημα της ανακάλυψης και της αγάπης. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η κάθε σύνθεση και ιδιαίτερα το S.T.A.Y, αναμειγνύουν διαφορετικά και ίσως αντιφατικά συναισθήματα μαζί: Θλίψη, αγωνία, αγάπη, φόβος, ακόμα και απουσία συναισθήματος- κενό (το οποίο επίσης θα μπορούσε να λογισθεί ως συναίσθημα) είναι μερικά μόνο από αυτά που νιώθει ο θεατής παρακολουθώντας την ταινία με τη συνοδεία της μουσικής επένδυσης. Εξαιρετική ταινία, εξαιρετικό OST, που σίγουρα θα χαραχτούν στη ψυχή του καθενός και θα παραμείνουν στο κεφάλι του για κάποιο διάστημα και μετά το πέρας της.

5) Pulp Fiction

Ο Tarantino έχει τονίσει αρκετές φορές πόσο σημαντικό είναι για τον ίδιο και τη συγγραφή του σεναρίου του το soundtrack. Έχει δηλώσει μάλιστα πως ένα από τα πρώτα πράγματα που κάνει όταν γράφει ή έχει μια ιδέα για την υπόθεση της ταινίας, είναι να ξεκινήσει να ψάχνει τα κατάλληλα τραγούδια τα οποία θα τον οδηγήσουν στο να βρει τη προσωπικότητα και το πνεύμα της ταινίας. Πάντοτε λοιπόν, σε κάθε του ταινία, η επιλογή των κομματιών είναι άρρηκτα δεμένη με το αποτέλεσμα που βγαίνει στην οθόνη. Ως εκ τούτου η μουσική που παίζεται, είναι και εκείνη που θα βάλει τον θεατή στο σωστό κλίμα για αυτό που πρόκειται να παρακολουθήσει. Στη περίπτωση του Pulp Fiction, ο Tarantino ήθελε η μουσική να είναι η rock ‘n’ roll εκδοχή της μουσικής των Western του Ennio Morricone και τα κατάφερε. Το Soundtrack μάλιστα είναι τόσο καλό, που σχεδόν ο καθένας μετά τη προβολή της ταινίας, έχει την επιθυμία να βρει το κάθε κομμάτι που παίχτηκε σε κάθε σκηνή.

4) Django Unchained

Εξαιρετικό είναι και το soundtrack του Django Unchained από τον Quentin Tarantino, το οποίο περιλαμβάνει διάφορα ανεξάρτητα κομμάτια, μαζί με κάποιες συνθέσεις του Ennio Morricone. Η ταινία είναι ένα Western που τοποθετείται στην εποχή σκλαβιάς των μαύρων στην Αμερική και το OST καταφέρνει να δώσει και τη κατάλληλη ατμόσφαιρα που ταιριάζει στο συγκεκριμένο genre και το αίσθημα της απελευθέρωσης που ταιριάζει στο σκοπό της ταινίας. Κάθε τραγούδι είναι και μια ξεχωριστή απόλαυση και σίγουρα οι λάτρεις της μουσικής είναι απαραίτητο να το ακούσουν.

3) Skyfall

Σε μία από τις καλύτερες ταινίες James Bond όλων των εποχών, με ίσως τον καλύτερο Bond όλων των εποχών, έχουμε πιθανώς και το καλύτερο James Bond soundtrack όλων των εποχών από τον Thomas Newman. Η μουσική καταφέρνει να δώσει τον κατάλληλο τόνο και το κατάλληλο vibe, ώστε ο θεατής να βυθιστεί εύκολα και ευχάριστα στον κόσμο του πράκτορα 007. Άλλοτε δυναμικό και γρήγορο και άλλοτε χαλαρό και βαθύ, το OST του Skyfall είναι μια από τις καλύτερες δουλειές, όχι μόνο του συνθέτη, αλλά και της τελευταίας δεκαετίας γενικά. Εκείνο το στοιχείο μάλιστα που δείχνει πόσο καλά έχει καταφέρει ο Thomas Newman να ταιριάξει τους ήχους του στον χαρακτήρα του James Bond, είναι πως έχει πάρει κλασσικούς ήχους και κλασσικά κομμάτια από την όλη σειρά ταινιών και τους έχει δώσει κάτι καινούργιο, είτε αυτό είναι ένα change of pace είτε είναι μικρές μουσικές αλλαγές σε επιμέρους σημεία. Εν ολίγοις, το soundtrack είναι must για τον οποιονδήποτε.

2) The Lord of the Rings Trilogy

Κανείς δεν μπορεί να μιλάει για τα καλύτερα soundtracks όλων των εποχών, χωρίς να έχει υπόψη του την τριλογία του Peter Jackson. Ο Howard Shore πληρώθηκε δικαίως με δύο Όσκαρ για την εκπληκτική μουσική που πρόσφερε στη τριλογία. Το OST στο σύνολό του, είναι εξαιρετικό χωρίς να φαντάζει βαρετό ή κουραστικό, ενώ είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της επιτυχίας που είχαν οι ταινίες. Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να περιγράψει κανείς πόσο αριστουργηματική είναι η δουλεία του μεγάλου αυτού συνθέτη σε μια μόνο παράγραφο και πολλές φορές τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Καλή απόλαυση.

1) The Good, the Bad and the Ugly

Δεν γινόταν να κλείσουμε τη συγκεκριμένη λίστα χωρίς να περιλάβουμε τον μεγάλο Ennio Morricone που μας άφησε φέτος. Οι συνθέσεις της εν λόγω ταινίας δημιουργούν πραγματικά ένα υπέροχο έργο τέχνης και οδηγούν σε ένα από τα πιο πρωτότυπα soundtracks όλων των εποχών.

Βαγγέλης Φραγκούλης

«Γέρμα»: ένας λυρικός ύμνος για την γονιμότητα, τη μητρότητα και την γυναικεία καταπίεση

Δώσε ρόδο
να ανοίξει στη σάρκα μου,
κι ας ματώσω με χίλια,
χίλια μύρια αγκάθια

~ «Γέρμα» (μετάφραση Τζένη Μαστοράκη)

Η «Γέρμα» είναι τραγικό θεατρικό έργο του Ισπανού συγγραφέα και ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Γραμμένη το 1934, η «Γέρμα» αποτελεί ένα από τα τρία λυρικά έργα του Λόρκα, γνωστά και ως «Αγροτική τριλογία» (τα άλλα δύο είναι «Ο Ματωμένος Γάμος» και το «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα»), στα οποία ο συγγραφέας καταπιάνεται με το θέμα της υποταγής των γυναικών, στα πρότυπα και τις παραδόσεις των πατριαρχικών κοινωνιών, αποζητώντας την ελευθερία και την ισότητα.

Μια γυναίκα ακολουθεί το πρωτόγονο ένστικτό της με τραγικές συνέπειες για εκείνη, αλλά και για τους πάντες γύρω της, σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας με ιλιγγιώδη ταχύτητα και συγκλονιστική κορύφωση.

ΓΕΡΜΑ: η στέρφα, η άκαρπη, η στείρα, η έρημη

Η λέξη “yermo” είναι επίθετο της ισπανικής γλώσσας. Προέρχεται από το λατινικό “eremus”, που δεν είναι άλλο, από το ελληνικό “έρημος”, το οποίο -ενίοτε- προφέρεται “έρμος” και “γέρμος”. Ο τύπος του θηλυκού γένους του “yermo” είναι “yerma”. Από καθαρή σύμπτωση, η ισπανική λέξη “yerma” τυγχάνει ομόηχη της ελληνικής λέξης “γέρμα”, η οποία σημαίνει “γέρσιμο, δύση, ηλιοβασίλεμα, τέλος”. Σε τούτο το δράμα, λοιπόν, η τραγικότητα της κεντρικής ηρωίδας, της Γέρμα (Yerma), ξεκινά από το ίδιο το πολυσήμαντο όνομά της.

Το έργο χωρίζεται σε τρεις πράξεις των δύο σκηνών η κάθε μία. Η πρεμιέρα του έργου έγινε στο Ισπανικό Θέατρο (Teatro Español) στη Μαδρίτη στις 29 Δεκεμβρίου του 1934. Στην Ελλάδα παρουσιάστηκε το 1961 από το Εθνικό Θέατρο (σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, Γέρμα: Άννα Συνοδινού). Το έργο διδάχθηκε επίσης και στο θρυλικό Θέατρο Καισαριανής το 1977, σε σκηνοθεσία R. Salvat. Το 1982 από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος με τον Θόδωρο Τερζόπουλο και την Αννέζα Παπαδοπούλου. Το 1992 από το Θέατρο Τέχνης με τον Μίμη Κουγιουμτζή και τη Ρένη Πιττακή. Τέλος, το 2000 στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Κωστή Τσιάνου, με τη Λυδία Κονιόρδου.

Σ’ ένα αγροτικό χωριό της Ισπανίας των αρχών της δεκαετίας του 1930, η Γέρμα, μια νέα, παντρεμένη γυναίκα, γίνεται στόχος και αντικείμενο κουτσομπολιού επειδή δεν μπορεί να κάνει παιδιά. Απελπισμένη και μελαγχολική, αφού εξαντλήσει όλες τις φυσικές και μεταφυσικές δυνατότητες (ξόρκια, μάγια κλπ.), φτάνει σε αδιέξοδο και κάνει την επανάσταση της: σκοτώνει τον άντρα της και μαζί του τις αξίες που εκείνος εκπροσωπεί. Αυτό το βίαιο ξέσπασμα της Γέρμας, τυφλό και αυτοκαταστροφικό, εκφράζει τα μηνύματα και τους πόθους της για μια ζωή χωρίς συμβατικές και ψυχοφθόρες σχέσεις. Ο Λόρκα εισβάλλει βαθιά στις δομές ύπαρξης των ηρώων του και ανιχνεύει τις ουσιαστικές ανάγκες τους, καταδεικνύοντας το μαρτύριο της στέρησης και της μή επαφής, που οδηγεί στο θάνατο.

Ο διακαής πόθος της για τη μητρότητα τής γίνεται εμμονή και την οδηγεί τελικά σε ένα αποτρόπαιο έγκλημα, στο οποίο την ωθούν τα ήθη και τα πιστεύω της κοινωνίας της. Το έργο τελικά ασκεί κριτική στις κοινωνικές αυτές νόρμες.

Η «Γέρμα» ασχολείται με την απομόνωση, το πάθος και την απόγνωση, αλλά και με το γάμο, τη ζήλια και τη φιλία. Στην πλοκή του έργου διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο κι οι κοινωνικές συνθήκες εκείνης της περιόδου.

Η Γέρμα είναι παντρεμένη με τον Χουάν και ποθεί, από τον άντρα της και μόνο, παιδιά. Ο Χουάν δεν μπορεί, δεν έχει τη φλόγα να κάνει. Ο Βικτόρ που θα μπορούσε δεν της ανήκει. Ο άντρας της, βυθισμένος στις υποψίες για εκείνη, καλεί τις αδερφές του στο σπίτι του να την παρακολουθούν. Η Γέρμα, στην αγωνία της, φτάνει στην υστερία. Μια νύχτα σ’ ένα μοναστήρι κάποιου γονιμικού αγίου, στην ύστατη ελπίδα της, πέφτει πάνω στον Χουάν που έχει κρυφτεί, και ακούει το διάλογο ανάμεσα στη γυναίκα του και μια γριά η οποία της αποκαλύπτει ότι το φταίξιμο είναι του άντρα της. Όταν εκείνος, στα όρια του κυνισμού, της ομολογεί ότι νιώθει καλύτερα χωρίς παιδιά, εκρήγνυται και τον πνίγει. Ο προδομένος έρωτας, η προδομένη φύση, το ανικανοποίητο της μητρότητας. Βλέποντας στον Χουάν και μόνο το παιδί της που δεν έρχεται τον σκοτώνει, σκοτώνοντας μαζί και τη δυνατότητα γι’ αυτό.

Έχουμε μια τραγωδία, την προσωπική τραγωδία μιας γυναίκας που δεν κάνει παιδιά. Αξίζει να αναζητήσει κανείς την αιτία της στειρότητας, όπως παρουσιάζεται στο έργο του Λόρκα. Η δημιουργία δεν είναι προσωπική υπόθεση, είναι υπόθεση δύο μαζί, είναι αποτέλεσμα αμοιβαιότητας.

Η Γέρμα αναφερόμενη στον άντρα της:

«Είναι καλός! Είναι καλός! Και τι μ΄ αυτό; Μακάρι να ΄ταν κακός! Μα δεν είναι. Τραβάει το δρόμο του με τα κοπάδια του και τη νύχτα μετράει τους παράδες του. Σαν πέφτει απάνω μου κάνει το χρέος του, μα νιώθω το κορμί του, παγωμένο σαν κουφάρι. Κι εγώ που πάντα σιχαινόμουνα τις φλογερές γυναίκες, λαχταράω τη στιγμή εκείνη να γίνω ένα βουνό από φωτιά!»

Η Γέρμα φτάνει σε αδιέξοδο και κάνει την επανάστασή της: σκοτώνει τον άντρα της και μαζί του τις αξίες που εκείνος πρεσβεύει. Αυτό το βίαιο, τυφλό και αυτοκαταστροφικό ξέσπασμά της, εκφράζει τη βαθιά επιθυμία της για μια ζωή χωρίς συμβατικές και ψυχοφθόρες σχέσεις.

Η «Γέρμα» αποτελεί έναν λυρικό ύμνο για τη γονιμότητα, τη μητρότητα και την κοινωνική καταπίεση της γυναίκας. Ο Λόρκα ανιχνεύει τις ουσιαστικές ανάγκες των ηρώων του, καταγγέλλοντας το μαρτύριο της στέρησης και της μη επαφής, που οδηγεί στο θάνατο, απευθυνόμενος σε κάθε κοινωνία ανεξαρτήτως εποχής.

«Η ηρωίδα του Λόρκα εκπροσωπεί κατά μια έννοια τον κάθε άνθρωπο που διψά και δεν μπορεί να πιει, τον άνθρωπο που θέλει ελευθερία και ζει μια φυλακή, τον καθένα μας που επιθυμεί ζωή, έρωτα».

Πρώτη πράξη.
Απόσπασμα από την εικόνα 2

ΓΡΙΑ
 Άκου ο άντρας σου σ’ αρέσει;
ΓΕΡΜΑ
 Τι;
ΓΡΙΑ
 Λέω, τον αγαπάς;… Λαχταράς να ‘σαι μαζί του;
ΓΕΡΜΑ
 Δεν ξέρω.
ΓΡΙΑ
Δεν τρέμεις όταν σε ζυγώνει; Δεν πέφτεις στ’ όνειρο όταν σ’ αγγίζουνε τα χείλια του; Πες μου.
ΓΕΡΜΑ
 Όχι. Αυτό δεν το ‘νιωσα ποτέ.
ΓΡΙΑ
 Ποτέ; Ούτε στο χορό;
ΓΕΡΜΑ
 (Καθώς θυμάται) Μπορεί… Μια φορά… Ο Βικτόρ…
ΓΡΙΑ
 Και… λέγε.
ΓΕΡΜΑ
Μ’ άρπαξε απ’ τη μέση και δεν μπόρεσα να του πω λέξη γιατί μου κόπηκε η λαλιά. Άλλη μια φορά, πάλι ο Βικτόρ, εγώ δεκατέσσερω χρονώ (εκείνος παλληκάρι), με σήκωσε στα χέρια του να διαβούμ’ ένα χαντάκι. Μ’ έπιασε μια τρεμούλα, χτυπούσανε τα δόντια μου. Ήμουν πάντοτε ντροπαλή.
ΓΡΙΑ
 Και με τον άντρα σου;…
ΓΕΡΜΑ
Ο άντρας μου ειν’ άλλο. Μου τον έδωσε ο πατέρας μου και τον πήρα. Με χαρά. Αυτή ‘ναι όλη η αλήθεια. Από την πρώτη μέρα που μ’ αρραβώνιασε μ’ αυτόν, ο νους μου ήταν κι όλας… στα παιδιά. Κι είχα καθρέφτη μου τα μάτια του. Ναι, αλλά το ‘κανα για να με βλέπω τόση δα, μικρή και καταδεχτική, σαν να ‘μουν εγώ κόρη δική μου.
ΓΡΙΑ
Ολότελα τ’ ανάποδο από μένα. Μπορεί να ‘ναι αυτό, που δεν έπιασες παιδί στην ώρα σου. Οι άντρες ζουν για να μας δίνουνε χαρά, κορίτσι μου. Να μας ξεπλέκουν τις πλεξούδες και να μας ποτίζουνε νερό απ’ το στόμα τους. Έτσι τραβάει μπροστά ο κόσμος.
ΓΕΡΜΑ
Ο δικός σου, όχι ο δικός μου. Εγώ έχω στο νου μου πολλά, πολλά, κι είμαι σίγουρη πως ολ’ αυτά που ‘χω στο νου μου θα τα κάνει ο γιος μου κάποτε πράξη. Γι’ αυτόν δόθηκα στον άντρα μου και θα του δίνομαι, για να τον δω αν θα ‘ρθει. Μα ποτέ για να φχαριστηθώ.
ΓΡΙΑ
 Και τ’ αποτέλεσμα, να ‘ναι η  ζωή σου άδεια;
ΓΕΡΜΑ
Όχι, άδεια όχι, γιατί ‘μαι γεμάτη μίσος. Πες μου: Φταίω εγώ; Πρέπει στον άντρα να ζητάς τον άντρα μοναχά, τίποτα παραπάνω; Τότε τι θα ‘χεις να σκέφτεσαι όταν σ’ αφήνει στο κρεβάτι με μάτια φαρμακωμένα να κοιτάς το ταβάνι και κείνος σου γυρίζει την πλάτη κι αποκοιμιέται; Πρέπει να σκέφτομαι αυτόν ή τ’ άλλο που μπορεί να βγει ολόφωτο απ’ τα σωθικά μου; Εγώ δεν ξέρω. Πες μου το εσύ, να χαρείς . (Γονατίζει)
ΓΡΙΑ
Αχ! Λουλούδι μου ανοιχτό. Πλάσμα γλυκό κι ομορφιά μου. Παράτα με. Μη με τραβάς να πω κι άλλα. Δε θέλω. Όλα τούτα είναι της τιμής κι εγώ δεν μπορώ να μαυρίσω την τιμή κανενός. Θα τα μάθεις μοναχή σου. Αλλά να ‘χεις τα μάτια σου ανοιχτά.
ΓΕΡΜΑ
(Πικραμένη) Τα κορίτσια απ’ τον κάμπο, όπως εγώ, βρίσκουν κλειστές όλες τις πόρτες. Μεγαλώνουν μέσα στα μισόλογα και σε νοήματα κρυφά, γιατί όλα τούτα, λένε, δεν κάνει να τα μάθουν. Κι εσύ ακόμα, κι εσύ σωπαίνεις, και φεύγεις με μούτρα πολύξερης που τα κατέχει όλα κι αρνιέται να τα πει σε κείνη που πεθαίνει από δίψα.
ΓΡΙΑ
Σ’ άλλη γυναίκα, μαλακιά, θα της μιλούσα. Σε σένα όχι. Γέρασα και ξέρω τι λέω.
ΓΕΡΜΑ
 Ε, τότε ας με σώσει ο Θεός.
ΓΡΙΑ
Όχι ο Θεός. Ποτέ δεν έκανα με τον Θεό. Κι ούτε υπάρχει. Ξύπνα! Οι άντρες μοναχά μπορούνε να σε σώσουν.

ΠΗΓΕΣ: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1_(%CE%B8%CE%B5%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%BF) , https://www.iefimerida.gr/politismos/germa-toy-lorka-enas-ymnos-stin-gonimotita , https://www.protothema.gr/culture/article/887843/germa-to-emvlimatiko-ergo-tou-federiko-garthia-lorka/ , https://www.lifo.gr/guide/theater/7121/germa , http://tomnotas.blogspot.com/2013/06/blog-post_30.html , https://www.catisart.gr/lr-92917461/ , https://www.ntng.gr/default.aspx?lang=el-GR&page=2&production=3898 , https://www.kedros.gr/product/6309/germa.html

“Meet Joe Black”: μία μελέτη για την ζωή και τον θάνατο

Εάν δυσκολεύεστε να αποφασίσετε ποια ταινία να παρακολουθήσετε και παράλληλα αναζητάτε κάτι κλασικό που σίγουρα θα σας αφήσει με τις καλύτερες εντυπώσεις, σας έχουμε την κατάλληλη πρόταση για εσάς που δεν είναι άλλη από την ταινία “Συνάντησε τον Τζο Μπλακ” (“Meet Joe Black”) του 1998, διαθέσιμη και στο ελληνικό Netflix.

Ο Bill Parrish (Anthony Hopkins) τα έχει όλα: επιτυχία, χρήματα, εξουσία και μια οικογένεια που τον αγαπά. Είναι ένας μεγαλοεπιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στις τηλεπικοινωνίες και βρίσκεται στα πρόθυρα μίας μεγάλης επαγγελματικής συμφωνίας. Παράλληλα η πρωτότοκή του, η Allison (Marcia Gay Harden) ετοιμάζει με πυρετώδεις ρυθμούς ένα λαμπερό πάρτι για τα 65α γενέθλια του πατέρα της. Η γαλήνη του Bill θα διαταραχθεί όταν ένας γοητευτικός νεαρός (Brad Pitt) θα εμφανιστεί μπροστά του κι ο οποίος του συστήνεται ως ο Θάνατος. Αφότου τελικά ο Bill πείθεται για την “ταυτότητα” του νεαρού, ο Θάνατος κάνει μαζί του τη συμφωνία πως, εάν ο Bill εκτελέσει χρέη “καθοδηγητή” στην ζωή στην Γη και την ανθρώπινη πραγματικότητα, τότε θα του χαρίσει λίγο ακόμα χρόνο ζωής. Έτσι τον συστήνει στην οικογένεια ως Joe Black. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν η μικρότερη κόρη του Bill, η Susan (Claire Forlani) αναγνωρίζει στον Joe/Θάνατο τον άντρα που την είχε γοητεύσει σε ένα καφέ και που δεν έμαθε ποτέ το όνομά του. Και φυσικά ο έρωτας είναι απρόβλεπτος, ακόμη κι όταν πρόκειται για μία ισχυρή οντότητα όπως ο Θάνατος!

Η ταινία Συνάντησε τον Τζο Μπλακ εμπνέεται από το ιταλικό θεατρικό έργο “La Morte In Vacanza” του Alberto Casella (1924). H διασκευή του σεναρίου φέρει την υπογραφή των Ron Osborn, Jeff Reno ( και οι δύο υπέγραφαν σενάρια για το tv show “Moonlighting”, 1985), Kevin Wade (“Working Girl, 1988) και Bo Goldman (“Άρωμα Γυναίκας”, 1992). Η σκηνοθεσία είναι του Martin Brest, ο οποίος συνεργάζεται και πάλι με τον Goldman μετά το “Άρωμα Γυναίκας”. Γλαφυρή ατμόσφαιρα που αναδεικνύεται από την εξαιρετική φωτογραφία του Εμανουέλ Λουμπέζκι, αλλά και τις πρωταγωνιστικές ερμηνείες καθώς στο πλάι του Μπραντ Πιτ στέκεται ο απαράμιλλος Άντονι Χόπκινς.

Δυστυχώς, όταν κυκλοφόρησε το 1998, η ταινία δεν απέσπασε και τις καλύτερες κριτικές, αποτελώντας έτσι, κατά την γνώμη μας, μία από τις περιπτώσεις αυτές, όπου οι κριτικοί αδυνατούν να αναγνωρίσουν το βάθος και τις διαστάσεις μιας ταινίας.

Ο σκηνοθέτης καταφέρνει και εξισορροπεί τρία είδη ταινιών σε μία μόλις παραγωγή – η φαντασία συναντά το δράμα και το συναίσθημα. Το τρίωρο μπορεί αρχικά να ακούγεται βάρβαρο, αλλά όσο προχωρά η ιστορία, τόσο πιο πολύ παρασέρνει το θεατή. Κι επιπλέον, αντιλαμβάνεται κανείς πως δεν θα ήταν δυνατόν να παραλειφθούν σκηνές, καθώς η απουσία τους θα μείωνε κατά πολύ την ουσία της ιστορίας. Όσο για τις ερμηνείες, όλες τους ξεχωρίζουν. Ο απαράμιλλος Anthony Hopkins κάθε άλλο παρά τον υπερφίαλο πλούσιο υποδύεται. Αντίθετα, παρουσιάζει πτυχές του χαρακτήρα του που φανερώνουν ότι πρόκειται για έναν καλό άνθρωπο και του προσδίδουν μία τρυφερότητα και μία αγωνία για τις κόρες του. Για τον Brad Pitt η ταινία αυτή αποτελεί ίσως μία από τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του. Το κινηματογραφικό ζεύγος που δημιουργείται μεταξύ αυτού και της Claire Forlani βγάζει έναν ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα που “χτυπάει” τις περσόνες τους και (κυρίως) το θεατή.

Συνολικά, η ταινία αποτελεί έναν ύμνο, μία μελέτη για την ζωή και ιδίως τον θάνατο, που σας προτρέπουμε να απολαύσετε, καθώς σίγουρα δεν θα σας αφήσει ασυγκίνητους. Από τις ομορφότερες είναι μία από τις τελευταίες σκηνές της ταινίας, όπου ο Bill Parrish (Άντονι Χόπκινς) λέει στον Joe Black (Μπραντ Πιτ) “Δύσκολο να παρατήσεις την ζωή, ε;” με τον τελευταίο να απαντά “Ναι όντως, Μπιλ”. “Έτσι είναι η ζωή” αποκρίνεται γαλήνια ο Bill Parrish συμφιλιωμένος με το τέλος του.

ΠΗΓΕΣ: https://www.filmy.gr/movies-database/meet-joe-black/ , https://www.dvd-trailers.gr/tainia/synantise_ton_joe_black_1998/ , https://www.k-mag.gr/tag/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%84%CE%B6%CE%BF-%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BA/ , https://cityportal.gr/movie.php?film_id=10206 , https://ishow.gr/productionSynopsis.asp?guid=95006E64-07EB-49E9-A077-CF7BFBB46BE4

«Ο Επιστάτης»: ένα δράμα πάνω στην αδυναμία επικοινωνίας των ανθρώπων

«Ο Επιστάτης» (The Caretaker) είναι θεατρικό έργο του Χάρολντ Πίντερ αποτελούμενο από τρεις πράξεις. «Ο Επιστάτης» γράφτηκε το 1951 και είναι το έργο που έκανε διάσημο τον Πίντερ στην Αγγλία και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Χάρολντ Πίντερ (1930 – 2008) σκηνοθέτης, ηθοποιός, ποιητής, είναι ο συγγραφέας που ταυτίστηκε με τη σύγχρονη πρωτοπορία και άσκησε τη μεγαλύτερη επιρροή στο στο μεταπολεμικό θέατρο. Έγραψε έργα για θέατρο, τηλεόραση, ραδιόφωνο και ταινίες. Το έργο του Πίντερ έχει επηρεαστεί πολύ από τον Σάμουελ Μπέκετ με τον οποίο τον συνέδεσε βαθιά και μακροχρόνια φιλία. Το 2005 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας ενώ είχε λάβει και το βραβείο Φραντς Κάφκα. Το ύφος του ήταν τόσο διακριτό ώστε ο όρος «πιντερικό» εισήχθη στο αγγλικό λεξικό της Οξφόρδης.

«Ο Επιστάτης» παρουσιάστηκε στις 27 Απριλίου 1960 στο Arts Theatre London και ένα μήνα αργότερα μεταφέρθηκε στο Duchess όπου έδωσε 444 παραστάσεις. Έχει παρουσιαστεί σε όλες τις πρωτεύουσες του κόσμου κι έχει παιχτεί στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Στην Ελλάδα παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία το 1965 από το Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, ενώ το 2014 παρουσιάστηκε και στη σκηνή του Θεάτρου Δημήτρης Χορν με τον Γιώργο Κιμούλη στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ο Ντέιβις, ένας άστεγος ηλικιωμένος βρίσκει καταφύγιο σε ένα ακατάστατο δωμάτιο ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού. Ο ίδιος εισβάλλει σε ένα χώρο που διεκδικούν δύο αδέλφια. Ο πρώτος, ο Άστον, ο «καλός Σαμαρείτης» ζει σε μια συναισθηματική απομόνωση. Βρίσκει διέξοδο με το να επισκευάζει τις μηχανές του, ενώ κάνει όνειρα ότι κάποια στιγμή θα φτιάξει στην αυλή ένα υπόστεγο. Ο δεύτερος αδελφός, ο Μικ, έχει επιχειρηματικές ανησυχίες και ζει σε έναν ονειρικό-εφιαλτικό σύμπαν. Ο άστεγος, δέχεται τη δουλειά του επιστάτη που του προσφέρουν τα δύο αδέλφια, χωριστά ο καθένας, αλλά παραμένει καχύποπτος. Δεν εμπιστεύεται κανένα, μισεί τους ξένους, κρατά σε απόσταση τους «εργοδότες» του και υπονομεύει τη μεταξύ τους σχέση προς ίδιον όφελος.

Πρόκειται για έργο μινιμαλιστικό στη σύλληψή του, που οι σκηνικές του απαιτήσεις περιορίζονται σε ένα δωμάτιο γεμάτο πράγματα και τρία πρόσωπα. Ο χώρος δράσης του Επιστάτη είναι ένα δωμάτιο που ανήκει σε κάποιο φθαρμένο από το χρόνο σπίτι, τοποθετημένο σε μια φτωχογειτονιά του δυτικού Λονδίνου.

Είναι ένα δράμα πάνω στην αδυναμία επικοινωνίας των ανθρώπων και θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα έργα του σύγχρονου δραματολογίου παγκοσμίως. Σε πρώτη προσέγγιση έχει ένα αναγνωρίσιμο απλό πυρήνα, αλλά όπως όλα τα έργα του Πίντερ κρύβει πολλαπλά επίπεδα. Στην υπόθεση του έργου, ένας άστεγος μεσήλικας βρίσκει καταφύγιο σε ένα ακατάστατο δωμάτιο ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού. Πρόκειται για την εισβολή ενός παρείσακτου σε ένα χώρο που τον διεκδικούν δύο αδέλφια. Ο ένας, ο Άστον, ζει σε μια συναισθηματική απομόνωση, μαστορεύοντας τις διάφορες μηχανές του και κάνοντας όνειρα ότι θα φτιάξει στην αυλή ένα υπόστεγο. Ο άλλος, ο Μικ με επιχειρηματικές ανησυχίες μοιάζει πολυάσχολος αλλά, κατά βάση ζει σε ένα δικό του εφιαλτικό κόσμο. Ο άστεγος δέχεται την δουλειά του Επιστάτη που του προσφέρουν τα δύο αδέλφια, χωριστά ο καθένας, χωρίς όμως να εμπιστεύεται κανέναν. Μισεί τους ξένους, φοβάται και κρατάει σε απόσταση τα δύο αδέλφια και νοιώθει να απειλείται ακόμη και μέσα από την προσφορά και υπονομεύει τη σχέση και των δύο αδελφών προς ίδιον όφελος. Μέσα από τις ταραγμένες σχέσεις τριών προσώπων, ο Πίντερ σχολιάζει καυστικά τα πολλαπλά πρόσωπα της εξουσίας, τους κοινωνικούς κανόνες αλλά και τις απέλπιδες προσπάθειες του ανθρώπου να συμβιώσει και να συνυπάρξει αρμονικά.

Σημαίνουσα θέση στο κείμενο του Πίντερ είναι η «εμφανώς κρυμμένη» σχέση γιων – πατέρα, είτε Πραγματικά, είτε Φαντασιακά είτε Συμβολικά. Ο Πατέρας είναι παρών απών σε όλο το έργο. Η λακανική προσέγγιση βοηθά την ανάλυση του κειμένου, αλλά την ίδια στιγμή αρχίζει παραστασιακά ένα μεγάλο πρόβλημα: πώς να μιλήσεις για τον Πατέρα, όταν στο έργο, επειδή ακριβώς ο Πίντερ θέλει να δηλώσει την έλλειψη αυτή, δεν ακούγεται πουθενά το Όνομά του, ενώ παράλληλα υπάρχει ένας διαρκής υπαινιγμός σ’ αυτόν; «Μου θυμίζεις τον αδελφό του θείου μου, είσαι φτυστός αυτός», λέει κάποια στιγμή ένας εκ των αδελφών στον Επιστάτη, αρνούμενος να εκφέρει το όνομα Πατέρας. Την ίδια στιγμή που και ο Επιστάτης ψεύδεται: αποφεύγει ή αρνείται να ονοματίσει τον εαυτό του. «Πώς σε λένε;», ρωτούν τα δύο αδέλφια πάλι και πάλι, ξανά και ξανά τον Επιστάτη, κι εκείνος είτε λέει ένα ψεύτικο όνομα και επώνυμο, Μπέρναρντ Τζένκινς, είτε λέει ένα υποτιθέμενα αληθινό επώνυμο χωρίς όνομα: Ντέιβις, για να αναγκαστεί ο ένας απ’ τα δύο αδέλφια να τον ρωτήσει στο τέλος: «Έχεις δύο ονόματα. Ποια είναι τα άλλα;» Ενώ παράλληλα και τα δύο επώνυμα, που έχει χρησιμοποιήσει αυτός, κρύβουν ετυμολογικά… από ένα πατρώνυμο: Τζένκινς, ο γιος του Τζον, και Ντέιβις, ο γιος του Νταβίντ. Η εβραϊκή καταγωγή του Πίντερ είναι εμφανής στην επιλογή των ονομάτων που δίνει στα πρόσωπα του έργου.

Το κείμενο του Πίντερ είναι τόσο συμπυκνωμένο και κλειστό, που σου απαγορεύει κάθε παραστασιακή επεξήγηση. Αγαπάει να είναι κρυμμένο, ως κάτι το πολύ φυσικό. “Ο Επιστάτης δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια συγκεκριμένη κατάσταση, που έχει δημιουργηθεί από τη σχέση τριών ανθρώπων, οι οποίοι δεν έχουν τίποτα το συμβολικό. Το έργο μου είναι ρεαλιστικό, αυτό που κάνω εγώ δεν είναι”, λέει ο Πίντερ.

ΠΗΓΕΣ: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82 , https://www.athinorama.gr/theatre/performance/o_epistatis-10003022.html , https://www.lifo.gr/guide/culturenews/theater/40921 , http://www.avgi.gr/article/10971/1804771/-eisai-idios-me-ton-adelpho-tou-theiou-mou-e-e-elleipse-tou-patera-

«Πότε θα Παντρευτείς;»: Η Ταϊτή μέσα από τα μάτια του Γκωγκέν

Ο πίνακας «Πότε θα Παντρευτείς;» («Nafea Faa Ipoipo») του περίφημου Γάλλου μεταϊμπρεσιονιστή ζωγράφου Πωλ Γκωγκέν είναι μια ελαιογραφία του 1892. Το 2015 ο πίνακας πωλήθηκε σε δημοπρασία, όπου και άγγιξε το ποσό των 300 εκ. δολαρίων, καταρρίπτοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ στις πωλήσεις έργων τέχνης.

Τον πίνακα έβγαλε σε δημοπρασία ένας Ελβετός συλλέκτης, ενώ αγοραστής, σύμφωνα με πληροφορίες της «Wall Street Journal» και των «New York Times», ήταν μια ομάδα κρατικών μουσείων του Κατάρ.

Το ποσό των 300.000.000 δολαρίων καταρρίπτει το προηγούμενο γνωστό ρεκόρ για ιδιωτική αγοραπωλησία, που καταγράφηκε πριν από τρία χρόνια, όταν πάλι το Κατάρ αγόρασε έναντι περίπου 250.000.000 δολαρίων το έργο «Οι Χαρτοπαίχτες», του Πολ Σεζάν.

Ο πίνακας αποτελεί ένα διπλό πορτρέτο δυο γυναικών από την Ταϊτή, με ζωντανά, έντονα χρώματα.

Ο Γκωγκέν, που αναγνωρίστηκε σε μεγάλο βαθμό μετά το θάνατό του, επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τη ζωή του στην Ταϊτή, όπου ζωγράφισε αρκετά γυναικεία πορτρέτα, ενώ οι πειραματισμοί του με τη χρήση χρωμάτων και συμβόλων, επηρέασαν τόσο τους σύγχρονούς του, όπως τον Βαν Γκογκ, όσο και μεταγενέστερους καλλιτέχνες.

Ο Γκωγκέν στην Ταϊτή

Ο Γκωγκέν ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Ταϊτή το 1891, όπου και ήλπιζε να βρει “έναν ιδανικό παράδεισο, όπου θα μπορούσε να δημιουργήσει καθαρή ‘πριμιτιβιστική’ τέχνη κι όχι τα πριμιτιβιστικά faux έργα τέχνης που παρήγαγαν ζωγράφοι στην Γαλλία”. Κατά την άφιξή του, διαπίστωσε ότι η Ταϊτή δεν ήταν όπως την φαντάστηκε: είχε αποικιστεί τον 18ο αιώνα και τουλάχιστον τα δύο τρίτα των αυτόχθονων κατοίκων του νησιού είχαν σκοτωθεί από ασθένειες που έφερναν οι Ευρωπαίοι. Ο «πρωτόγονος» πολιτισμός είχε εξαλειφθεί. Παρ ‘όλα αυτά, ζωγράφισε πολλές εικόνες γηγενών γυναικών: γυμνές, ντυμένες με παραδοσιακά ρούχα της Ταϊτής και ντυμένες με δυτικό στιλ ντυσίματος, όπως συμβαίνει και με την φιγούρα στο πίσω μέρος του πίνακα «Πότε θα Παντρευτείς;».

Το έδαφος στο μπροστινό και πίσω μέρος του πίνακα αποδίδεται με αποχρώσεις του πράσινου, του κίτρινου και του μπλε. Μια παραδοσιακά ντυμένη νεαρή γυναίκα βρίσκεται στο μπροστινό μέρος του πίνακα πάνω στο έδαφος. Ο Richard Field επισημαίνει ότι η λευκή γαρδένια πίσω από το αριστερό της αυτί υποδηλώνει ότι βρίσκεται σε ηλικία γάμου και αναζήτησης συζύγου. Πίσω της μια δεύτερη φιγούρα με ρούχα δυτικού στυλ κάθεται στητή. Η μπροστινή γυναίκα είναι τεντωμένη και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της είναι δοσμένα απλά. Η πίσω γυναίκα αντιπροσωπεύει το κέντρο του πίνακα. Το ροζ χρώμα του φορέματός της είναι σαφώς διαφορετικό από τα άλλα χρώματα του πίνακα. Κάτω δεξιά αναγράφεται “NAFEA Faa ipoipo”  (“Πότε θα παντρευτείς;”). Ο Γκωγκέν συχνά πρόσθετε επιγραφές στους πίνακές του στην γλώσσα της Ταϊτής. Ήταν γοητευμένος από την γλώσσα, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να μάθει περισσότερα πέρα από τα βασικά.

Η ιστορικός τέχνης Nancy Mowll Mathews επεσήμανε ότι ο Γκωγκέν “απεικόνισε τους κατοίκους της Ταϊτής να ζουν μόνο για να τραγουδούν και να κάνουν έρωτα. Έτσι πήρε λεφτά από τους φίλους του και έστρεψε το ενδιαφέρον του κοινού στην προσωπική του περιπέτεια. Ωστόσο, φυσικά και γνώριζε την αλήθεια, ότι η Ταϊτή ήταν ένα μοναδικό νησί με διεθνή δυτικοποιημένη κοινότητα. Αυτοί οι πίνακες των κατοίκων της Ταϊτής, συμπεριλαμβανομένου του «Πότε θα Παντρευτείς;» αντιμετωπίστηκαν με σχετική αδιαφορία, όταν ο Γκωγκέν επέστρεψε στην Γαλλία. Ο συγκεκριμένος του πίνακας αγοράστηκε τελικά το 1917 στην έκθεση της Maison Moos στην Γενεύη.

Ένα σκίτσο μολυβιού της κεντρικής φιγούρας του πίνακα αποκαλύφθηκε ως γνήσιο το 2017 σε ένα επεισόδιο της σειράς του BBC, Fake or Fortune?.



«Η υπέροχη φίλη μου»: ένας ύμνος για τις φιλίες που μας καθορίζουν

Η συναρπαστική σειρά «Η υπέροχη φίλη μου» (My Brilliant Friend/L’ Amica Geniale), βασισμένη στο ομότιτλο μπεστ σέλερ μυθιστόρημα της Ιταλίδας συγγραφέως Έλενα Φεράντε, είναι η νέα σειρά που παρακολουθήσαμε πρόσφατα στην online πλατφόρμα της ΕΡΤ, ΕΡΤFLIX. Η δεύτερη σεζόν της δημοφιλούς σειράς προβλήθηκε από την COSMOTE TV.

«Η υπέροχη φίλη μου» είναι το πρώτο μυθιστόρημα της «Τετραλογίας της Νάπολης» και αφηγείται την ιστορία δύο γυναικών, της Έλενα και της Ραφαέλα, με φόντο τις φτωχογειτονιές της Νάπολης, ξεκινώντας από την παιδική τους ηλικία, τη δεκαετία του ’50.

Όταν η πιο σημαντική φίλη της ζωής της εξαφανίζεται χωρίς να αφήσει ίχνη, η Έλενα Γκρέκο, μια ηλικιωμένη γυναίκα που ζει σ’ ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, ανοίγει τον υπολογιστή της και αρχίζει να γράφει τη δική της ιστορία και αυτήν της Ραφαέλα, που ανέκαθεν φώναζε Λίλα. Διηγείται την ιστορία της φιλίας τους, που άρχισε στο σχολείο τη δεκαετία του 1950 σε μια επικίνδυνη αλλά γοητευτική Νάπολη, και της ζωής τους επί εξήντα χρόνια. Μια ιστορία που ξεδιπλώνει το μυστήριο που καλύπτει τη Λίλα, την καλύτερη φίλη και, ταυτόχρονα, την χειρότερη εχθρό της Έλενα.

Η οικογένεια του τσαγκάρη, του θυρωρού, της τρελής χήρας, του μαραγκού, του δον Ακίλλε… Στους τίτλους αρχής, με την εξαιρετική μουσική υπόκρουση του Μαξ Ρίχτερ, οι κάρτες μας συστήνουν τις οικογένειες της σειράς σαν ένα νοσταλγικό view master χαρακτήρων. Οι φωτογραφίες αποτυπώνουν μέσα από τα πρόσωπα, την ενδυματολογική επιμέλεια και το σκηνογραφικό φόντο τη σκληράδα, αλλά και τις τρυφερές συγγένειες των μελών, κάνοντας σαφές πως οι δυναμικές που θα αναπτύξουν οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες αποτελούν το υπόστρωμα της πλοκής. Παράλληλα, δίνουν πρόσωπο σε μία εποχή και συνδέουν τις φτωχογειτονιές της Νάπολης της δεκαετίας του ‘50 με συγκεκριμένες σχέσεις.

Οι μικρές Ελίζα Ντελ Τζένιο και Λουντοβίκα Νάστι στους ρόλους των Έλενα Γκρέκο και Λίλα Τσερούλλο χτίζουν άμεσα χημεία και αποτελούν οπτικά ένα πολύ ενδιαφέρον δίπολο. Η ξανθιά, ήσυχη Έλενα που προσπαθεί για το καλύτερο και η μελαχρινή, ατίθαση Λίλα, που τα καταφέρνει αβίαστα. Και οι δυο όμως είναι ανήλικα κορίτσια σε έναν κόσμο που δεν τις υπολογίζει. Οι σκηνές που οι μικρές φίλες εκπαιδεύονται με τις «Μικρές Κυρίες» της Λουίζα Μέι Άλκοτ, το γοερό κλάμα της χήρας καθώς διαλύει το σπίτι της όταν η οικογένεια του εραστή της αποφασίζει να εγκαταλείψει την πόλη, η θαρραλέα παράκληση των δυο κοριτσιών στο κατώφλι του δον Ακίλλε, είναι μερικά από τα highlights του πρώτου επεισοδίου που φιλτράρονται μέσα από την αυθεντικότητα της ναπολιτάνικης διαλέκτου κι αφήνουν μακριά το μελόδραμα και τους συναισθηματισμούς.

Μόνο η πιστότητα, που φαίνεται να θαυμάζει το «υπέροχο» μυθιστόρημα σαν ευαγγέλιο, και δεν αφήνει δημιουργικές ελευθερίες φαντάζει μέχρι τώρα μειονέκτημα στη σειρά που θέλει περισσότερο να ικανοποιήσει, κι όχι να εκπλήσσει με όραμα. Ακόμα και σε σκηνές που το voice over – μόνιμη υπενθύμιση της λογοτεχνικής πηγής – δεν κρίνεται απαραίτητο, από τη στιγμή που οι εικόνες μπορούν να «μιλήσουν» με αυτάρκεια.

Η συγγραφέας Έλενα Φερράντε εμπλέκεται στο σενάριο της σειράς, που το συνυπογράφει με τον Φραντσέσκο Πίκολο («Το Ανθρώπινο Κεφάλαιο»), τη Λάουρα Παολούτσι (παραγωγό του «Γόμορρα) και τον σκηνοθέτη, ενώ στην παραγωγή φιγουράρει το όνομα του Πάολο Σορεντίνο («Η Τέλεια Ομορφιά»).

Η τηλεοπτική μεταφορά των βιβλίων σπάει πολλούς κανόνες κι αυτό είναι που την κάνει να ξεχωρίζει. Η τετραλογία της Elena Ferrante έκανε τόσο μεγάλη αίσθηση, αρχικά στην Ιταλία και μετά παγκοσμίως ώστε να τραβήξουν την προσοχή του HBO. Αυτή είναι και η πρώτη παράδοση που σπάει, αφού αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά για τα ιταλικά τηλεοπτικά δεδομένα. Ο αγώνας των γυναικών για τα δικαιώματα και την ανεξαρτησία στον ιταλικό νότο της εποχής διαγράφεται με μαεστρία μέσα από το καλογραμμένο σενάριο. Κι το σπάσιμο των κανόνων συνεχίζεται. Οι ηθοποιοί της σειράς Elisa Del Genio / Margherita Mazzucco σαν παιδιά και Ludovica Nasti / Gaia Girace  σαν έφηβες, είναι πραγματικά καλοί. Αν και για τις δύο μικρές είναι η πρώτη τηλεοπτική εμφάνιση. Ένας ακόμα κανόνας που κάνει τη διαφορά είναι η αποφυγή των στερεότυπων που αφορούν τη μαφία και την εγκληματικότητα της εποχής στη Νάπολη.

Με μία πιο προσεκτική ματιά η σειρά τελικά αφορά πολλά περισσότερα πράγματα από την τρυφερή ιστορία δύο κοριτσιών. Αριστερή πολιτική, έμφυλη βία, υπέροχα παπούτσια. Στρατιωτική δύναμη της πατριαρχίας, γυναικεία δημιουργικότητα. Μία δυνατή φωνή για το ταξίδι-άλμα τη ζωής που μας χαρίζεται μέσω της εκπαίδευσης και για την πρόσβαση της εύπορης τάξης στην τέχνη και στα γράμματα.

Παρά την ποιότητα της σειράς τα δημοσιεύματα στη γειτονική χώρα περιγράφουν την τεράστια προκατάληψη που επικρατεί. H σειρά προβάλλεται από το κανάλι Rai 1. Στην Ιταλία υπάρχει μία κοινή πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν ‘πραγματικές’ τηλεοπτικές σειρές αλλά μόνο σαπουνόπερες. Οι Millenials και οι διανοούμενοι σνομπάρουν τη μυθοπλασία που παράγεται στη χώρα τους.  Όσο καλή κι αν είναι η παραγωγή για τους επιλεκτικούς παραμένει μία προβολή στο Rai 1 άρα και ‘επαρχιακή’. Όσο κι αν αναβοσβήνει το λογότυπο του HBO στους τίτλους, όσο κι αν η φωτογραφία είναι αντάξια μεγάλων παραγωγών, όσο κι αν οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές, μία μερίδα Ιταλών την απορρίπτουν πριν καν τη δουν κι έτσι η σειρά βρίσκει αναγνώριση κυρίως εκτός των Ιταλικών συνόρων.

Ένας ύμνος για τις φιλίες που μας καθορίζουν, ακόμα κι αν οι δεσμοί τους δεν παραμείνουν άρρηκτοι με τα χρόνια, την ζήλεια και τη λατρεία που τροφοδοτεί την άμιλλα, «Η υπέροχη φίλη μου» ξεδιπλώνει την ιστορία μιας φιλίας, μιας γειτονιάς κι εντέλει ενός έθνους που βιώνει κοσμοϊστορικές αλλαγές με το πέρασμα των δεκαετιών. Γήινο και τρυφερό, μία αναλογία του μικρόκοσμου που παρατηρούμε ως παιδιά και μας προετοιμάζει ως ενήλικες, η τηλεοπτική «Υπέροχη Φίλη μου» ξεκινά παράλληλα με πολλές υποσχέσεις. Σας προτρέπουμε να σπεύσετε να το απολαύσετε!

ΠΗΓΕΣ: https://www.ert.gr/radiotileorasi/politismos-radiotileorasi/technes-radiotileorasi/i-yperochi-fili-moy-i-synarpastiki-dramatiki-seira-stin-ert2/ , http://cinemagazine.gr/nea/arthro/my_brilliant_friend_review-130993288/ , https://www.savoirville.gr/i-iperoxi-fili-mou/ , https://www.ladylike.gr/life/savvato-i-iperochi-fili-mou-ine-i-sira-pou-eprepe-na-echis-idi-di/

Stateless: η λεπτή γραμμή που χωρίζει την ελευθερία από την σκλαβιά

Το Stateless είναι η νέα αυστραλέζικη τηλεοπτική σειρά βασιζόμενη σε πραγματικά γεγονότα, την οποία παρακολουθήσαμε πρόσφατα και στο ελληνικό Netflix. Το Stateless είναι μια δυνατή και επίκαιρη σειρά για τέσσερις ξένους, των οποίων οι ζωές συγκρούονται σε ένα κέντρο κράτησης μεταναστών, που βρίσκεται στη μέση της αυστραλιανής ερήμου: μια αεροσυνοδός που τρέχει να γλυτώσει από μια επικίνδυνη αίρεση, ένας Αφγανός πρόσφυγας και η οικογένειά του που διώκονται, ένας νεαρός πατέρας που δραπετεύει από το αδιέξοδο και μια φιλόδοξη γραφειοκράτης που προσπαθεί να συγκαλύψει ένα εθνικό σκάνδαλο.

Το προσφυγικό δράμα δεν είναι μία μακρινή ανάμνηση από άλλες πιο σκληρές εποχές. Δυστυχώς, παίρνει σάρκα και οστά στα σύνορα όλου του κόσμου, καθώς η απελπισία σπρώχνει τους ανθρώπους να φύγουν μακριά από τον τόπο τους μόνο και μόνο για να βρεθούν φυλακισμένοι σε άλλες γωνιές του πλανήτη. Η Αυστραλία είναι μία χώρα που κτίστηκε πάνω σε πρόσφυγες και μετανάστες, οι τακτικές όμως απέναντι σε αυτό το πολύ λεπτό ζήτημα είναι πολύ συχνά απάνθρωπες,  όπως φαίνεται ξεκάθαρα και στο Stateless.

Το κεντρικό πρόσωπο αυτής της δραματικής σειράς είναι, δίχως αμφιβολία, η Sofie Werner – μία λευκή Αυστραλίδα που αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχικά προβλήματα. Η ιστορία του χαρακτήρα που υποδύεται εξαιρετικά η Yvonne Strahovski (πιο γνωστή από το επίσης εξαιρετικό Handmaid’s Tale – την κριτική μας γι’ αυτό μπορείς να την διαβάσεις εδώ) είναι βασισμένη στην πραγματική “οδύσσεια” που βίωσε η Cornelia Rau, ένα αληθινό πρόσωπο που η μοίρα της έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι. Ή μάλλον ένα άσχημο παιχνίδι που θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα για τον καθένα μας. Αρκεί να βρισκόμασταν χωρίς τα απαραίτητα χαρτιά στο έδαφος της Αυστραλίας.

Η απομακρυσμένη χώρα του Νότιου Ημισφαιρίου τηρεί αυστηρή έως απάνθρωπη στάση απέναντι σε όλους όσους βρεθούν να μη διαθέτουν τις κατάλληλες διαπιστεύσεις. Είτε είναι μετανάστες, είτε είναι πρόσφυγες, είτε -όπως στην περίπτωση της Cornerlia Rau- είναι άνθρωποι που βρέθηκαν στο λάθος μέρος της λάθος στιγμή. Ο μόνος δρόμος είναι τα κέντρα κράτησης που ελάχιστη διαφορά έχουν από φυλακές.

Η Rau εργαζόταν στα τέλη των 90s ως αεροσυνοδός στην Qantas, τη μεγαλύτερη αεροπορική εταιρεία της Αυστραλίας. H ευαίσθητη ψυχολογία της την οδήγησε να γίνει μέλος μίας αίρεσης με το όνομα KENJA. Σχετικά γρήγορα, εκείνο που ένιωσε ως κάλεσμα μεταμορφώθηκε σε εφιάλτη: Η ηγεσία της αίρεσης την ταπείνωνε, την εκμεταλλευόταν, έφτασε στο σημείο να της επιτεθεί σεξουαλικά και με λίγα λόγια διέλυε σιγά σιγά τις άμυνές της. Όταν, τελικά, η Rau προσπάθησε να ξεφύγει ήταν μάλλον αργά. Η διπολισμός και η σχιζοφρένεια είχαν κάνει ήδη την εμφάνισή τους.

Μετά από διάφορες νοσηλείες σε νοσοκομεία, η άτυχη κοπέλα βρέθηκε κάποια στιγμή το 2004 να περιπλανιέται χαμένη και αποπροσανατολισμένη στις ερημιές της Αυστραλίας. Εκεί, αντί να λυτρωθεί, βρέθηκε να ζει έναν δεύτερο Γολγοθά, καθώς όταν οι αρχές τη βρήκαν χωρίς χαρτιά, την έστειλαν κατευθείαν στα κέντρα κράτησης μεταναστών και προσφύγων. Το Stateless αφηγείται την ιστορία της – και μαζί με αυτήν την πιο παλιά ιστορία του κόσμου, για το πώς δηλαδή ακόμα και στον 21ο αιώνα μία λεπτή κόκκινη γραμμή χωρίζει την ελευθερία από τη σκλαβιά.

Την αυστραλέζικη τηλεοπτική σειρά 6 επεισοδίων συνοπογράφουν η Κέιτ Μπλάνσετ (ως παραγωγός και πρωταγωνίστρια), η Ελίζ ΜακΚρίντι και ο Τόνι Εϊρς. Η σειρά έκανε την πρεμιέρα της την 1η Μαρτίου στο ABC της Αυστραλίας και κατόπιν αγοράστηκε από το Netflix που αναλαμβάνει την παγκόσμια διανομή του σε όλο τον κόσμο. Όπως εξηγούν στην κοινή τους δήλωση, «Το “Stateless” αποτελεί τον καρπό της δουλειάς και της αγάπης μας πολλών ετών κι είμαστε ενθουσιασμένοι που θα το δει το παγκόσμιο κοινό στο Netflix. Τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται η σειρά αφορούν όλο τον πλανήτη αλλά σκεπάζονται με σιωπή και μπερδεύονται με το φόβο και την παραπληροφόρηση. Ελπίδα μας είναι το “Stateless” να πυροδοτήσει μια παγκόσμια συζήτηση σχετικά με τα σύνορα, τα κρατικά συστήματα και το πώς αυτά επηρεάζουν τον ανθρωπισμό μας.»

Στη σειρά συμπρωταγωνιστούν, μαζί με την Κέιτ Μπλάνσετ, οι Τζέι Κόρτνεϊ, Άσερ Κέντι, Φεϊσάλ Μπάζι, Ντόμινικ Γουέστ, η πρωτοεμφανιζόμενη Σοράγια Χεϊνταρί και, φυσικά, η γι’ άλλη μια φορά συγκλονιστική Ιβόν Στραχόφσκι που μας καθηλώνει όλο και περισσότερο με κάθε νέα της δουλειά και ερμηνεία.

ΠΗΓΕΣ: https://flix.gr/news/cate-blanchett-stateless-goes-to-netflix.html , https://esquire.com.gr/culture/tv/10561/to-stateless-tou-netflix-rixnei-fos-sta-apanthropa-kentra-kratisis-tis-australias , https://lordoftheseries.gr/stateless-h-nea-seira-tis-cate-blanchett-erchetai-sto-netflix/ , https://dromospoihshs.home.blog/2019/10/12/the-handmaids-tale-margaret-atwood/

«Λυσσασμένη Γάτα»: το έργο των ανομολόγητων συναισθημάτων και αδυναμιών

«Αλλά βέβαια, εγώ δεν έχω τη γοητεία του ηττημένου, εγώ έχω ακόμα κουράγιο ν’ αγωνίζομαι και είμαι αποφασισμένη να νικήσω… Αν και δεν ξέρω τι είδους νίκη μπορεί να πετύχει μια λυσσασμένη γάτα πάνω σε καυτή, τσίγκινη στέγη ─ μόνο να προσπαθήσει να κρατηθεί εκεί πάνω για όσο αντέχει…» (απόσπασμα από το έργο «Λυσσασμένη Γάτα»)

Πρόκειται για ένα από τα κορυφαία έργα της παγκόσμιας δραματουργίας. Η «Λυσσασμένη Γάτα» («Cat on a Hot Tin Roof») του Τενεσί Ουίλιαμς είναι ένα έργο τρυφερό όσο και σκληρό, ρομαντικό όσο και ρεαλιστικό, όπου αναβλύζει η ποιητικότητα της γραφής του Ουίλιαμς. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να δραπετεύσεις από την πραγματικότητα: Οι ήρωες του Ουίλιαμς επιλέγουν τον κόσμο της φαντασίας και της ψευδαίσθησης. Η «Λυσσασμένη Γάτα» εξετάζει σε βάθος τις διαπροσωπικές σχέσεις των ζευγαριών και καταδεικνύει πως μόνο με την αποδοχή της προσωπικότητας του άλλου μπορεί να διασωθεί ένας έρωτας που ξεκίνησε από την ειλικρινή έλξη και των δύο.

Λίγα λόγια για την υπόθεση του έργου

Σε μια πλούσια αγροικία, η οικογένεια Πόλιτ συγκεντρώνεται για τα 65α γενέθλια του Big Daddy, ο οποίος αγνοεί ότι είναι βαριά άρρωστος. Κατά τη διάρκεια των εορτασμών, μια σειρά γεγονότων φέρνει στο φως γιατί ο μικρός γιος, Μπρικ, δεν κάνει παιδιά με την πανέμορφη σύζυγό του, Μάγκι και έχει επιλέξει για μόνιμη συντροφιά του το ποτό. Ο μεγάλος γιος, Γκούπερ, ετοιμάζεται να γίνει για έκτη φορά πατέρας και ζητά το μερίδιο της κληρονομιάς που θεωρεί ότι του αναλογεί. Οι ενδοοικογενειακές διαμάχες και -κυρίως – η σύγκρουση του Μπιγκ Ντάντι με τον Μπρικ θα αλλάξει τις ζωές όλων.

Η Μάγκι. Ο Μπρικ. Ο Big Daddy. Τρία πρόσωπα, τρεις ρόλοι γραμμένοι από τον Τενεσί Ουίλιαμς, συνθέτουν ένα διαφορετικό τρίγωνο, οικογενειακό και ερωτικό, το τρίγωνο της «Λυσσασμένης γάτας». Το αιώνιο παιχνίδι του έρωτα και του θανάτου, της απελπισίας και της ελπίδας, της γονιμότητας και της στειρότητας, της φιλίας και της οικογένειας.

Το θεατρικό του Τένεσι Γουίλιαμς έκανε πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ στις 24 Μαρτίου του 1955 με τον Μπεν Γκαζάρα στο ρόλο του Μπρικ και την Μπάρμπαρα Μπελ Γκέντες στο ρόλο της Μάγκι, ενώ το 1958 μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη με τον Πωλ Νιούμαν και την Ελίζαμπεθ Τέιλορ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.  Η ταινία έλαβε 6 υποψηφιότητες για βραβείο Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, χωρίς όμως να κερδίσει κάποιο. Ο Τένεσι Γουίλιαμς ήταν απογοητευμένος από το σενάριο, στο οποίο είχαν αφαιρεθεί σχεδόν όλες οι αναφορές πάνω στην ομοφυλοφιλία του Μπρικ και όπου είχε προστεθεί μια σκηνή στην οποία ο Μπρικ συμφιλιώνεται με τον πατέρα του. Ο Πωλ Νιούμαν ήταν επίσης απογοητευμένος από την προσαρμογή του θεατρικού. Ο Κώδικας Κινηματογραφικής Δεοντολογίας του Χέιζ έβαλε περιορισμούς στη σεξουαλική επιθυμία του Μπρικ για τον Σκίπερ και εκμηδένισε το βασικό θέμα του έργου του Γουίλιαμς εκείνο της ομοφοβίας. Ο Γουίλιαμς ήταν τόσο απογοητευμένος από τη μεταφορά του θεατρικού του που είπε σε κάποιους από τους θεατές που έκαναν ουρά για να δουν την ταινία: Αυτή η ταινία θα γυρίσει την κινηματογραφική βιομηχανία 50 χρόνια πίσω. Γυρίστε στα σπίτια σας!

Στην Αμερική της δεκαετίας του ’50, όταν η διαφύλαξη της εθνικής ταυτότητας καθίσταται ζήτημα υψίστης προτεραιότητας, όταν οτιδήποτε εναλλακτικό θεωρείται αυτομάτως απειλή προς τον παραδοσιακό τρόπο ζωής,όταν οι κομμουνιστές και οι ομοφυλόφιλοι μετατρέπονται σε αποδιοπομπαίους τράγους και συλλαμβάνονται, ενώ το κράτος καλεί τους πολίτες να καταδώσουν φίλους και συνεργάτες, οι ήρωες του Ουίλιαμς φτιάχνουν τους δικούς τους γυάλινους κόσμους προκειμένου να επιβιώσουν, να βρουν ένα ασφαλές μέρος για να ανασάνουν ελεύθερα.

Επινοούν εκ νέου τον εαυτό τους, συγκεντρώνουν θραύσματα εμπειρίας, αληθινά και ψεύτικα, κατασκευάζουν μια δική τους αφήγηση του κόσμου, ένα δωμάτιο με απαλό φωτισμό, σαν αυτόν που αποζητά η Μπλανς Ντιμπουά στο “Λεωφορείο ο Πόθος” για να παρουσιάζει τον εαυτό της, όπως εκείνη τον θυμάται.

Ο Μπρικ, με τη σειρά του, ένας από τους κεντρικούς ήρωες της Λυσσασμένης Γάτας, προσπαθεί κι αυτός να ξεφύγει από τα φαντάσματά του, την ενοχή που αισθάνεται για την αυτοκτονία του επιστήθιου φίλου του Σκίπερ, μουδιάζει τον πόνο του στο αλκοόλ, αρνείται την αλήθεια της επιθυμίας του, οδηγείται σε ψυχική και σωματική αναπηρία.

Ακόμη και η Μάγκι, η σύζυγος του Μπρικ, που πατάει γερά στο παρόν και ούτε στιγμή δεν ονειρεύεται να επιστρέψει στο παρελθόν της φτώχειας και της εξάρτησης, ακόμη κι εκείνη έχει κάτι υπερβολικά δραματικό στη σύστασή της: τι πιο θεαματικό από μια λυσσασμένη γάτα; «Αλλά βέβαια, εγώ δεν έχω τη γοητεία του ηττημένου, εγώ έχω ακόμα κουράγιο ν’ αγωνίζομαι και είμαι αποφασισμένη να νικήσω… Αν και δεν ξέρω τι είδους νίκη μπορεί να πετύχει μια λυσσασμένη γάτα πάνω σε καυτή, τσίγκινη στέγη ─ μόνο να προσπαθήσει να κρατηθεί εκεί πάνω για όσο αντέχει…» λέει στον Μπρικ. Η Μάγκι δεν υποδύεται κανέναν ρόλο, χορεύει τον χορό της επιβίωσης όσο πιο παθιασμένα μπορεί. Όταν χρειαστεί, όμως, θα καταφύγει κι αυτή στο θέατρο: θα ανεβάσει την τέλεια παράσταση, προκειμένου να πείσει τα πεθερικά της ότι είναι έγκυος και συνεπώς δικαιούται να κληρονομήσει την περιουσία του Μπιγκ Ντάντι.

Μέσα από τη «Λυσσασμένη Γάτα» ο Τενεσί Ουίλιαμς τοποθετεί το θεατή να παρακολουθήσει στενά, για ακόμα μια φορά, την πολυεπίπεδη πτώση της παραδοσιακής οικογένειας του Νότου, ενός Νότου που πάντα ήταν ο συντηρητικός πυλώνας της αμερικανικής κοινωνίας.

Είναι ένα έργο όπου πιστεύουμε κάθε λέξη που δεν εκφέρεται, κάθε συναίσθημα που δεν εκδηλώνεται, κάθε αδυναμία που δεν ομολογείται. Οι δύο κύριοι χαρακτήρες του, εκρηκτικοί μέσα στα αδιέξοδά τους, είναι διατεθειμένοι να συγκρουστούν έως τη συντριβή και την κατάρρευση. Έχουμε να κάνουμε εδώ με μια έγγαμη ερωτική σχέση που θυμίζει περισσότερο εναγκαλισμό θανάτου παρά προσπάθεια συμβίωσης. Η διεκδικητική Μάγκι προσπαθεί να αναστήσει πεθαμένα αισθήματα στον παραιτημένο Μπρικ, που μετά τον βιολογικό τραυματισμό του σε κάποιο γήπεδο αποσύρεται στο δωμάτιό του και καταφεύγει στο ποτό.

Το 2017 η «Λυσσασμένη Γάτα» ανέβηκε στο σανίδι του θεάτρου Θησείον με την εξαιρετική Μαρία Κίτσου στο ρόλο της Μάγκι.

ΠΗΓΕΣ: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CF%85%CF%83%CF%83%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7_%CE%93%CE%AC%CF%84%CE%B1_(%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B1) , https://www.culturenow.gr/lyssasmeni-gata-2os-kyklos-parastaseon-sto-theatro-thiseion/ , https://www.ticketservices.gr/event/lyssasmeni-gata-theatro-thiseion/?lang=el , https://www.lifo.gr/print/theater_feature/169984 , https://www.politeianet.gr/books/9789603352600-williams-tennessee-iridanos-lussasmeni-gata-215072

«Έτερος Εγώ – Χαμένες Ψυχές»: η ανατριχιαστική αστυνομική σειρά διεθνών προδιαγραφών με άρωμα ελληνικής μυθολογίας

Το «Έτερος Εγώ» και ο εκκεντρικός καθηγητής εγκληματολογίας Δημήτρης Λαΐνης (κατά κόσμον Πυγμαλίων Δαδακαρίδης) δεν χρειάζονται πλέον συστάσεις στο ελληνικό – και όχι μόνο – κοινό.

Το 2016 απολαύσαμε στις κινηματογραφικές αίθουσες το υπέροχο αστυνομικό θρίλερ «Έτερος Εγώ» του Σωτήρη Τσαφούλια που κέρδισε το Βραβείο Κοινού στα Διεθνή Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, LAGFF και LIEGE. Η ταινία χειροκροτήθηκε και αγαπήθηκε όσο λίγες ελληνικές παραγωγές και μόλις πέρσι, το 2019, ακολούθησε η – άτυπη – συνέχειά της, η τηλεοπτική σειρά «Έτερος Εγώ – Χαμένες Ψυχές» (βασισμένο σε μια ιδέα των Σωτήρη Τσαφούλια και Παναγιώτη Ιωσηφέλλη και σε σενάριο του Σωτήρη Τσαφούλια με την Κατερίνα Φιλιώτου).

Η πλοκή ξεκινάει, όταν μια σειρά δολοφονιών θορυβεί τις αστυνομικές αρχές, καθώς άγνωστα σύμβολα εντοπίζονται στον τόπο κάθε εγκλήματος. Όταν όλα τα στοιχεία των ερευνών γύρω από τον δράστη σκιαγραφούν το προφίλ ενός serial killer, επιστρατεύεται – για ακόμα μία φορά – ο εκκεντρικός, πλην όμως χαρισματικός καθηγητής εγκληματολογίας, Δημήτρης Λαΐνης που τον υποδύεται κι εδώ όπως και στην ταινία ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης. Ο καθηγητής καλείται να βρει τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις συνεχόμενες δολοφονίες, να αποκρυπτογραφήσει τη σημασία των συμβόλων και να λύσει ακόμα ένα μυστήριο.

Χωρισμένο σε οκτώ επεισόδια και δοσμένο σαν θρίλερ μοντέρνας γραφής με στρωτή αφήγηση και πλοκή που καταφέρνει να χτίζει το σασπένς επεισόδιο το επεισόδιο με αποκορύφωμα ένα φινάλε απίστευτα ανατρεπτικό, το «Έτερος Εγώ – Χαμένες Ψυχές» – σε παραγωγή της Cosmote Tv – δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από ξένες παραγωγές διεθνών προδιαγραφών.

Αυτή τη φορά, οι δολοφονίες ακολουθούν τους άθλους του Θησέα, και ο ιδιοφυής καθηγητής μαζί με τους αστυνομικούς Απόστολο Μπαρασόπουλο (Μάνος Βακούσης) και Παντελή Σκλαβή (Πέτρος Λαγούτης) θα πρέπει να αποκρυπτογραφήσει τη σημασία των συμβόλων του Θησέα και να προβλέψει την επόμενη κίνηση του δολοφόνου. Χωρίς να σας προδώσουμε περισσότερα σας παραθέτουμε παρακάτω 10 στοιχεία που θα σας βοηθήσουν να φτάσετε πρώτοι… στον δολοφόνο!

Τα γεγονότα της σειράς «Έτερος Εγώ – Χαμένες Ψυχές» εξελίσσονται 2 χρόνια μετά από τα όσα συνέβησαν στην κινηματογραφική ταινία.

Πρωταγωνιστής είναι και ο εδώ ο εκκεντρικός καθηγητής εγκληματολογίας Δημήτρης Λαΐνης (που τον υποδύεται κι εδώ όπως και στην ταινία ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης), οποίος έρχεται αντιμέτωπος με έναν ακόμη ιδιόρρυθμο serial killer, ο οποίος δολοφονεί τα θύματά του με βάση τους άθλους του Θησέα.

Η υπόθεση φτάνει στον Λαΐνη μετά από ένα περίεργο δέμα που λαμβάνει, ενώ αυτή την φορά ο καθηγητής συνεργάζεται πιο στενά με την Αστυνομία και τον προϊστάμενο του τμήματος ανθρωποκτονιών Απόστολο Μπαρασόπουλο (Μάνος Βακούσης), ο οποίος βρίσκεται λίγους μήνες πριν την σύνταξή του.

Η πρώτη δολοφονία εξελίσσεται σε ένα ψυχιατρείο, ενώ η σειρά παίζει για άλλη μια φορά με την ηθική του πόσο πραγματικά μπορεί κάποιος να θεωρείται «κακός» αν δολοφονεί μόνο άλλους δολοφόνους και βιαστές.

Οι δολοφονίες εστιάζουν αρκετά στο gore, με τα τρία πρώτα θύματά του να είναι το ένα πιο άγρια δολοφονημένο από το προηγούμενο.

Οι ύποπτοι μέχρι στιγμής αρκετοί: ο διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής Φίλιππος Λαζαρίδης (Ακης Σακελλαρίου) φαίνεται πως γνωρίζει περισσότερα πράγματα από όσα λέει, ένας από τους νοσοκόμους του ψυχιατρείου (Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος) κρύβει αρκετά μυστικά, αλλά και ο συνάδελφος του Λαΐνη στο πανεπιστήμιο (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης) με τις υπερβολικά «καλές» γνώσεις του για τους άθλους του Θησέα.

Ο Λαϊνης προσπαθεί να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει τα όσα συνέβησαν στο φινάλε της ταινίας, ενώ είναι φανερό πως είναι ευάλωτος, μετέωρος και μόνος.

Στην υπόθεση μπλέκεται και η δημοσιογράφος Χριστίνα Στεργίου (Βίκυ Παπαδοπούλου) η οποία προσπαθεί να λύσει κι αυτή, με τις δικές της μεθόδους, το μυστήριο πίσω από τις δολοφονίες, αλλά μέχρι στιγμής δεν την έχουμε δει να συνεργάζεται με τον Λαΐνη.

Love is in the air. Πέρα από το αίμα και το gore, ένα καινούργιο ειδύλλιο φαίνεται πως ξεκινά τόσο για τον ίδιο τον Λαΐνη με την καινούργια του γειτόνισσα, όσο και για τον Μπαρασόπουλο με μια μοριακή βιολόγο που δουλεύει στο τμήμα και την υποδύεται η Κατερίνα Διδασκάλου.

Στη σειρά πρωταγωνιστεί επίσης και μια γλυκύτατη γάτα η οποία καταφέρνει να τρυπώνει, από το δίπλα μπαλκόνι, στο διαμέρισμα του Λαΐνη με κάθε πρώτη ευκαιρία.

Πλάι στους πρωταγωνιστές της πρώτης ταινίας (Δαδακαρίδης, Βακούσης) προστίθεται σε βασικό ρόλο ο Πέτρος Λαγούτης που μας εξιστόρησε τον τρόπο που βρέθηκε στη σειρά: «Το έχω πει και άλλες φορές, είχα βρεθεί σχεδόν με το ζόρι, μετά από παράκληση μιας φίλης, στην πρεμιέρα του «Έτερος Εγώ» γιατί είχα αμφιβολίες για το ενδιαφέρον που μπορεί να είχε μια ελληνική αστυνομική ταινία. Όταν η ταινία τελείωσε, αγκάλιασα τον σκηνοθέτη, τον οποίο δεν γνώριζα ως εκείνη τη μέρα, και του είπα πως ότι κάνει στο μέλλον θα ήθελα να συμμετέχω. Έτσι γνωριστήκαμε και όταν μου πρότεινε το ρόλο για τη συνέχεια δεν το σκέφτηκα καθόλου. Είμαι ευτυχής και τυχερός που βρίσκομαι εδώ.»

Ο Σωτήρης Τσαφούλιας, το μυαλό πίσω από όλα, επιστρέφει στη σύγκρουση νόμιμου και ηθικού, που είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Έτερος Εγώ». «Το αιώνιο βάσανο του Έλληνα να προσπαθεί να δώσει μια ηθική ερμηνεία στο νόμο με βάση κάποιες άλλες αξίες, βασανίζει τους ήρωες και εδώ όπως βασανίζει και όλους μας στην καθημερινότητα». Σε ό,τι αφορά την ιδέα του σίκουελ, συμπλήρωσε: «Η ταινία έχτισε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τον κόσμο και αρχικά δεν ήθελα να προδώσω αυτή τη σχέση, γι’ αυτό και δεν υπήρχε κάποια ιδέα για σίκουελ στη λογική ότι οι συνέχειες είναι συνήθως κατώτερες της πρώτης ταινίας. Όταν προέκυψε η ιδέα για τη σειρά και η συνεργασία με την COSMOTE TV, που διασφάλισε ότι θα υπάρχει production value και διατήρηση μιας κινηματογραφικής αισθητικής, για μένα ήταν κάτι τρυφερό και ιντριγκαδόρικο το ότι θα ξανασυναντούσα αυτούς τους χαρακτήρες. Πολλά πράγματα μας δυσκόλεψαν πολύ κατά τη διάρκεια της παραγωγής, ενώ το να φτιάξεις χρονικά κάτι που ισοδυναμεί με 4 ταινίες μέσα σε 55 μέρες, δε θα γίνονταν ποτέ χωρίς την υποστήριξη της παραγωγής».

Μπορείτε να παρακολουθήσετε δωρεάν την ταινία «Έτερος Εγώ» στο Youtube (κάνοντας κλικ εδώ).

Μετά την πρώτη σεζόν της σειράς, στο νέο κύκλο επεισοδίων μία νέα σειρά δολοφονιών με θύματα φοιτήτριες έρχεται να ταράξει τους πανεπιστημιακούς κύκλους. Ο καθηγητής εγκληματολογίας Δημήτρης Λαΐνης (Πυγμαλίων Δαδακαρίδης) έρχεται αντιμέτωπος με τις αστυνομικές αρχές, καθώς βασικός ύποπτος θεωρείται ο υποψήφιος Πρύτανης, συνεργάτης και φίλος του, Ηλίας Βελισσαράτος, τον οποίο υποδύεται ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. Όσο η ιστορία εκτυλίσσεται, οι ανατροπές διαδέχονται η μια την άλλη και μία καλοστημένη πλεκτάνη που συνδέει όλες τις υποθέσεις αρχίζει να βγαίνει στην επιφάνεια. Το σενάριο είναι μία ιδέα του Σωτήρη Τσαφούλια, το οποίο υπογράφει σε συνεργασία με την Κατερίνα Φιλιώτου. Η σειρά, η οποία πραγματοποιεί γυρίσματα αυτό το διάστημα σε περιοχές της Αττικής, αναμένεται να έρθει σύντομα στους τηλεοπτικούς μας δέκτες.

ΠΗΓΕΣ: https://flix.gr/news/the-other-me-lost-souls-preview.html , https://www.athinorama.gr/tv/article/to_eteros_ego_xamenes_psuxes_kanei_premiera_sto_star_-2540160.html , https://www.cosmote.gr/portal/eteros-ego , https://www.youtube.com/watch?v=y3zho2aV2bs , https://sputniknews.gr/tileorasi/202002256468902-eteros-ego-neos-kyklos/ , https://www.cnn.gr/style/psyxagogia/story/209923/erxetai-o-deyteros-kyklos-toy-eteros-ego , https://www.cosmote.gr/portal/eteros-ego