Το αγόρι που λιμοκτονεί

Το 1980 ο Mike Wells τράβηξε αυτήν την συγκλονιστική φωτογραφία ενός καθολικού ιεραπόστολου που κρατά το χέρι ενός πεινασμένου αγοριού της Ουγκάντα. Φαίνεται σχεδόν απίθανο ότι αυτό το χέρι είναι ανθρώπινο. Και όμως είναι το χέρι ενός ανθρώπου. Ενός πεινασμένου ανθρώπου.

Ο ανεξάρτητος φωτορεπόρτερ Mike Wells εξήγησε στο περιοδικό Holland Herald, σε συνέντευξή του, αφού κέρδισε το βραβείο World Press Photo of the Year, ότι το 1980 βρισκόταν στην Αφρική εργαζόμενος για την οργάνωση Save the Children του Ηνωμένου Βασιλείου, καλύπτοντας την εκστρατεία κατά της πολιομυελίτιδας στην Σουαζιλάνδη και το Μαλάουι. Ο Wells τράβηξε αυτήν την εικόνα, ενώ ήταν σε ένα ταξίδι στην Ουγκάντα. Εκεί ιερείς της Βερόνα μοίραζαν φαγητό, ήδη από τις πρώτες μέρες του λιμού. Ένας από τους μοναχούς περιέγραψε την κατάσταση στον Wells και του είπε ότι το αγόρι ήταν από την φυλή Karamojong και ήταν περίπου τεσσάρων ετών.

Η έλλειψη τροφίμων στην Karamoja ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1978, μετά την ξηρασία, την αποτυχία των καλλιεργειών και τις ασθένειες των φυτών. Χωρίς να είναι περιοχή μεγάλης οικονομικής ή πολιτικής σημασίας για την κυβέρνηση της Ουγκάντα, η διοίκηση του προέδρου Idi Amin δεν έλαβε καμία ενέργεια, παρόλο που ειδοποιήθηκε για την κατάσταση εκείνο το έτος. Μετά την ανατροπή του Amin και την φυγή των στρατιωτών του το 1979, οι πολεμιστές του Karamojong απέκτησαν μεγάλη ποσότητα όπλων και πυρομαχικών. Η εισροή πυροβόλων όπλων άλλαξε δραστικά τις περιφερειακές ισορροπίες ισχύος και τις πολιτιστικές παραδόσεις γύρω από τις επιδρομές. Έγινε επικίνδυνο να μετακινηθείτε μέσα και έξω από την Karamoja με βοοειδή ή σπόρους.

Επιπλέον, η εθνική ανασφάλεια προκάλεσε πλήρη κατάρρευση του εμπορίου. Οι οικογένειες άρχισαν να εξαντλούν τα τρόφιμα στις αρχές του 1980. Η κατάσταση έγινε κρίσιμη τον Μάιο και ο λιμός έφτασε στο αποκορύφωμά του τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Τον Ιούλιο, οι ιερείς της Βερόνα στη Karamoja ζήτησαν βοήθεια από το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα στη Ρώμη. Οι καθολικές ιεραποστολικές δραστηριότητες είχαν αρχίσει στην περιοχή το 1933, με την Καθολική Εκκλησία να παρέχει βοήθεια σε περιόδους λιμού από τη δεκαετία του 1960.

Ο φωτογράφος Mike Wells, ο οποίος αργότερα θα κέρδιζε το World Press Photo Award για αυτήν τη φωτογραφία, παραδέχτηκε ότι ήταν ντροπή να τραβήξει τη φωτογραφία. Ένιωθε ντροπιασμένος, καθώς δεν μπήκε από μόνος του στον διαγωνισμό και ήταν αντίθετος στο να κερδίσει βραβεία με εικόνες ανθρώπων που λιμοκτονούσαν μέχρι θανάτου.

Πηγή: rarehistoricalphotos

Ό,τι μας απέμεινε από τον παράδεισο

Κατά τη διάρκεια μιας θεατρικής παράστασης στο δρόμο, το σενάριο είχε τον ηθοποιό να ξαπλώνει στο πάτωμα τραυματισμένος. Φυσικά, ο τραυματισμός του ήταν προσποιητός, κάτι που ήταν σαφές σε όλους τους παρευρισκόμενους. Ή μάλλον πιο σωστά, σχεδόν σε όλους.

«Ο χαρακτήρας που έπαιζα τραυματίστηκε και πονούσε πολύ», είπε ο πρωταγωνιστής στα τοπικά δίκτυα. «Είχε πέσει από ένα άλογο και μπορούσε να αναπνέει με δυσκολία.»

Όμως ένα μέλος του κοινού με τέσσερα πόδια δεν ήταν απόλυτα σίγουρο, οπότε αποφάσισε να μπει στη σκηνή για διερεύνηση. Ο ηθοποιός φαίνεται έκανε τόσο καλή δουλειά, που το κουτάβι πίστευε ότι δεν ήταν μόνο ο χαρακτήρας του αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος που αντιμετώπιζε προβλήματα. Αποφάσισε να βοηθήσει και πήγε να αγκαλιάσει τον ηθοποιό, προσφέροντας του παρηγοριά. «Ένιωσα μια ζεστασιά κοντά στο πρόσωπό μου. Αρχικά νόμιζα ότι ο συμπρωταγωνιστή μου ερχόταν προς το μέρος μου.»

Αφού συνειδητοποίησε την αλήθεια, δεν μπορούσε παρά να βγει για λίγο από τον ρόλο και να δώσει στον σκύλο ένα μεγάλο χαμόγελο. «Ήμουν πολύ χαρούμενος όταν ένιωσα τα φιλιά του σκύλου. Ήμουν πολύ συγκινημένος. Ήταν σαν άγγελος που ήθελε να με βοηθήσει. Ήταν μια πολύ συναισθηματική στιγμή για μένα. Δεν το περίμενα.»

Ότι μας απέμεινε από τον παράδεισο είναι τα ζώα, όπως έχει πει και ο Μίλαν Κούντερα.

Το φιλί των επεισοδίων

Το σφύριγμα της λήξης του αγώνα χόκεϊ ανάμεσα στους Vancouver Canucks και τους Boston Bruins έβρισκε τους γηπεδούχους να χάνουν το Stanley Cup. Οι ταραχές στους δρόμους του Βανκούβερ μετά την ήττα δεν άργησαν να ξεσπάσουν και οι αρχές ανέλαβαν δράση για να περιορίσουν τα επεισόδια.

Η Alex Thomas θα βρεθεί πεσμένη, σοκαρισμένη και ελαφρώς τραυματισμένη στον δρόμο από τις δυνάμεις των αστυνομικών. Ο Scott Jones, το αγόρι της, στην προσπάθεια του να την ηρεμήσει, πέφτει πάνω της, την αγκαλιάζει και της δίνει ένα φιλί. Τη στιγμή αιχμαλωτίζει ο φωτογράφος Rich Lam.

«Επικρατούσε χάος. Οι δυνάμεις των ΜΑΤ άρχισαν να μας απωθούν. Αφού σταμάτησα να τρέχω, παρατήρησα πίσω από τις δυνάμεις των αστυνομικών δύο νέους πεσμένους στον δρόμο. Αρχικά πίστεψα πως ένας από τους δύο είχε χτυπήσει. Ήξερα ότι είχα τραβήξει μια καλή φωτογραφία, αλλά μόνο όταν επέστρεψα στο γραφείο διαπίστωσα με τον αρχισυντάκτη μου πως οι δύο νέοι φιλιούνται» δηλώνει ο φωτογράφος.

Ο πατέρας του νεαρού ανεβάζει τη φωτογραφία στην προσωπική του σελίδα στο Facebook.
Η λεζάντα που την συνοδεύει:
“Κάντε έρωτα, όχι πόλεμο”.

Το φιλί του ζευγαριού, με φόντο το πολεμικό σκηνικό που είχε στηθεί, γίνεται μία από τις πιο διάσημες φωτογραφίες των τελευταίων χρόνων.
Δεν ήταν όμως λίγοι εκείνοι που αμφισβήτησαν τη γνησιότητα της φωτογραφίας, που έγινε αντικείμενο πολλών συζητήσεων στα Social Media.
Τελικά η σκηνή ήταν αυθόρμητη και το περιστατικό αληθινό. Σε βίντεο, που βρέθηκε και δόθηκε στη δημοσιότητα, διακρίνεται καθαρά το ζευγάρι να σωριάζεται στο έδαφος, μετά από επίθεση με κλομπ των αστυνομικών.

Το 2015 η εφημερίδα Huffington Post τους αναζήτησε και έμαθε πως η Thomas και ο Jones είναι ακόμα ζευγάρι και ζουν στην Αυστραλία.
Οι δυο τους μένουν σε ένα διαμέρισμα στη Μελβούρνη, όπου ο Jones εργάζεται ως μάνατζερ σε ένα μπαρ και η Thomas στο σχεδιασμό αποχετεύσεων και επεξεργασίας λυμάτων.

Παρότι δεν είναι πλέον στο επίκεντρο της δημοσιότητας, εκτός από τις αναμνήσεις τους, πήραν και ένα αναμνηστικό από αυτή τους την εμπειρία:
«Ο Rich Lam, που τράβηξε τη φωτογραφία, μας έδωσε από ένα αντίγραφό της με την υπογραφή του και έχουμε κρεμάσει το ένα στο υπνοδωμάτιο» δηλώνει ο Scott Jones.

Πηγή: 3pointmagazine

Γίνε αυτός ο άνθρωπος

Η φωτογραφία τραβήχτηκε κατά την καθέλκυση ενός γερμανικού στρατιωτικού σκάφους το 1936, σε μια τελετή στην οποία παρευρέθηκε ο ίδιος ο Αδόλφος Χίτλερ. Μέσα στην εικόνα ένας μοναχικός άντρας στάθηκε με τα χέρια σταυρωμένα καθώς εκατοντάδες άντρες και γυναίκες γύρω του σήκωσαν τα χέρια τους, κάνοντας τον χαιρετισμό που δείχνει αφοσίωση στο ναζιστικό κόμμα και τον αρχηγό του, τον Αδόλφο Χίτλερ. Το 1933 ο ναζιστικός χαιρετισμός είχε καταστεί υποχρεωτικός για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους, από τον υπουργό Εσωτερικών του τρίτου Ράιχ, και υποδήλωνε την λατρεία προς το πρόσωπο του Χίτλερ.

Στην φωτογραφία βλέπουμε έναν άνθρωπο που δεν υπάκουσε. Ο άνθρωπος αυτός ονομαζόταν August Landmesser.  Στην φωτογραφία είναι 26 ετών. Ο August Landmesser έγινε μέλος του ναζιστικού κόμματος το 1931 με σκοπό να βρει μια δουλειά. Κατάφερε να βρει δουλειά ως εργάτης στα ναυπηγεία Blohm + Voss shipyard του Αμβούργου.

Το 1934, ο Landmesser συνάντησε την Εβραία Irma Eckler και οι δύο τους ερωτεύτηκαν βαθιά. Η σχέση τους είχε ως αποτέλεσμα, ένα χρόνο αργότερα να τον διαγράψουν από το κόμμα. Επίσης, η αίτησή τους για γάμο απορρίφθηκε σύμφωνα με τους νέους νόμους της Νυρεμβέργης.

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο August και η Irma έκαναν ένα κοριτσάκι, την Ingrid. Το 1937 η οικογένεια έκανε μια αποτυχημένη προσπάθεια να φύγει στη Δανία, όπου συνελήφθησαν στα σύνορα. Ο Landmesser συνελήφθη και κατηγορήθηκε για «ατιμάτωση της φυλής» βάσει του ναζιστικού φυλετικού νόμου. Υποστήριξε ότι ούτε αυτός ούτε ο Eckler γνώριζαν ότι ήταν 100% Εβραία και αθωώθηκε στις 27 Μαΐου 1938 λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, με την προειδοποίηση ότι η επανάληψη της παράβασης θα οδηγούσε σε ποινή φυλάκισης πολλών ετών.

Το ζευγάρι συνέχισε τη σχέση του, χωρίς καμία προσπάθεια να κρυφτεί και ένα μήνα αργότερα, ο Landmesser συνελήφθη ξανά και καταδικάστηκε σε καταναγκαστική εργασία για δύο χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά την αγαπημένη του γυναίκα. Η Eckler συνελήφθη από τη Γκεστάπο και κρατήθηκε στη φυλακή Fuhlsbüttel, όπου γέννησε την δεύτερη κόρη τους, Irene.

Μετά την αποφυλάκιση του August τον Ιανουάριο του 1941 στάλθηκε στο μέτωπο, στην μονάδα Bewährunsbataillon 999, μια ιδιαίτερη σκληρή μονάδα με πρώην κρατούμενους και «ανεπιθύμητους». Οι Ναζί τοποθετούσαν σε αυτή την μονάδα αυτούς που τους έδιναν την ευκαιρία να αποδείξουν ότι είναι πατριώτες σύμφωνα με τα πρότυπα τους. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη του August Landmesser. Εικάζεται ότι σκοτώθηκε σε αυτή την μονάδα.

Η γυναίκα του πιστεύεται ότι μεταφέρθηκε στο λεγόμενο Κέντρο Ευθανασίας Bernburg τον Φεβρουάριο του 1942, όπου ήταν μεταξύ των 14.000 ανθρώπων που σκοτώθηκαν.

Ο August Landmesser είχε την δύναμη να δείξει τα πιστεύω του και να παλέψει για αυτά. Προτίμησε να πάει κόντρα στους εκατοντάδες συνάδελφους του που χαιρέτησαν ναζιστικά, και όχι να γίνει σαν αυτούς. Προτίμησε να προσπαθήσει να φτιάξει έναν καλύτερο κόσμο για αυτόν και την οικογένεια του. Μακάρι ο κόσμος μας να ήταν γεμάτος με ανθρώπους σαν τον August, αντί για “ανθρώπους” που σκοτώνουν ανθρώπους σαν τον August.

Πηγή: rarehistoricalphotos

Ακούω

Τη συγκλονιστική αυτή στιγμή απαθανάτισε ο φωτογράφος Jack Bradley. Πάτησε το κουμπί της φωτογραφικής μηχανής ακριβώς τη στιγμή που ο γιατρός ενεργοποίησε το ακουστικό στο αριστερό αυτί ενός μικρού αγοριού.

Το μικρό αγόρι είναι ο πεντάχρονος Harold Whittles που ακούει για πρώτη φορά. Γεννήθηκε κωφός, αλλά το 1974 η τεχνολογία του άλλαξε τη ζωή. Ένα μικροσκοπικό αντικείμενο τον μετέφερε από τον κόσμο της σιωπής σε έναν κόσμο με πλούσιο, ζωντανό ήχο. Η έκφραση της έκπληξης στο πρόσωπό του είναι εμφανής και συγκινητική. Τα μάτια του είναι γουρλωμένα, γεμάτα περιέργεια. Δεν ξέρει τι συμβαίνει, νιώθει ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα, ίσως και τρόμο. Κάτι απόλυτα φυσιολογικό για ένα παιδί που δεν έχει ακούσει ποτέ τον παραμικρό ήχο. Η παραπάνω φωτογραφία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Reader’s Digest τον Φεβρουάριο του 1974.

Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα

Ο Ζαν Ντομινίκ Μπομπί ήταν αρχισυντάκτης του γνωστού γαλλικού περιοδικού Elle. Το 1995, σε ηλικία 43 ετών, ενώ οδηγούσε, συγκρούστηκε με επερχόμενο όχημα. Ο Μπομπί έπεσε σε κόμμα για τρεις εβδομάδες και όταν ξύπνησε συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να κινηθεί. Είχε παραλύσει ολόκληρος εκτός από την περιοχή γύρω από τα μάτια του. Έπασχε από locked-in syndrome (LIS), κατά το οποίο ο ασθενής διατηρεί την συνείδησή του αλλά όλοι του οι μύες έχουν παραλύσει, εκτός από τους μύες των ματιών.

Δυστυχώς, δεν υπήρχε καμία προοπτική για βελτίωση. Θα παρέμενε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του εγκλωβισμένος στο σώμα του αλλά με την ικανότητα να σκέφτεται κανονικά. Για τα επόμενα δύο χρόνια ο Μπομπί παρέμεινε στο παραθαλάσσιο νοσοκομείο του Μπερκ στην Γαλλία. Η καθημερινότητά του ακολουθούσε την ίδια ρουτίνα. Κάθε Σαββατοκύριακο τον επισκέπτονταν τα παιδιά και η γυναίκα του και κάθε Τρίτη η μητέρα του. Συχνά ερχόντουσαν φίλοι και του διάβαζαν μυθιστορήματα ή του έλεγαν ιστορίες.

Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούσε να επικοινωνήσει ήταν ανοιγοκλείνοντας το αριστερό του μάτι. Μία φορά για «ναι» και δύο φορές για «όχι». Με το μυαλό του να ταξιδεύει και να σκέφτεται, ο Μπομπί ήθελε να εκφράσει τους πόνους του, την θλίψη του, τα συναισθήματά του και να ξαναμιλήσει. Με την βοήθεια της νοσοκόμας του, Κλοντ Μεντιμπίλ, ο Μπομπί άρχισε να γράφει την αυτοβιογραφία του χρησιμοποιώντας μόνο το αριστερό του μάτι. Για να το πετύχει αυτό, η νοσοκόμα κρατούσε μπροστά του πίνακα με την γαλλική αλφάβητο. Η κατάταξη των γραμμάτων είχε γίνει ανάλογα με το πόσο συχνά χρησιμοποιούνται στη γαλλική γλώσσα. Η νοσοκόμα διάβαζε ή έδειχνε τα γράμματα στον Μπομπί κι εκείνος ανοιγόκλεινε το μάτι του ως ένδειξη επιλογής. Μία φορά για «ναι», δύο φορές για «όχι». Τα βράδια συνέτασσε τις προτάσεις του και οργάνωνε τις σκέψεις του, έτσι ώστε όταν ερχόταν το πρωί η νοσοκόμα να είναι έτοιμος. Μία λέξη του έπαιρνε περίπου δύο λεπτά. Μερικές φορές γίνονταν και λάθη. «Μία φορά προσπάθησα να πω πως ήθελα να γυαλιά μου και με ρώτησε [η νοσοκόμα] τι το θέλω το φεγγάρι». Στα Γαλλικά τα γυαλιά είναι «lunettes» ενώ το φεγγάρι «lune».

Για να γράψει το βιβλίο ανοιγόκλεισε το μάτι του περίπου 200.000 φορές. Ο τίτλος του βιβλίου ήταν «Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα». Αναφερόταν στην ακινησία του σώματός του που έμοιαζε σαν να βρισκόταν μέσα σε σκάφανδρο και το ελεύθερο μυαλό του που θύμιζε πεταλούδα. Στο βιβλίο περιγράφει λεπτομερώς τις στιγμές που έζησε στο νοσοκομείο αλλά και διάφορες σκέψεις, όπως όταν μετάνιωσε που είχε προλάβει να διαβάσει βιβλία που ήθελε και έπρεπε πια να του διαβάζουν οι άλλοι. Γράφει επίσης για την ζωή του πριν το δυστύχημα και την επιτυχία του ως δημοσιογράφος. Το βιβλίο, που ξεπερνά τις 100 σελίδες, εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1997. Δύο ημέρες αργότερα ο Μπομπί πέθανε από πνευμονία.

Μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη το 2007 από τον σκηνοθέτη Τζούλιαν Σνάμπελ με τίτλο «Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα». Απέσπασε 2 Χρυσές Σφαίρες και προτάθηκε για 4 Όσκαρ

Πηγή: μηχανή του χρόνου

Η πιο ακριβή φωτογραφία

Η παραπάνω είναι μια έγχρωμη φωτογραφία που τραβήχτηκε από τον Γερμανό καλλιτέχνη Andreas Gursky το 1999 και ονομάστηκε Rhein II. Στην εικόνα, βλέπουμε ένα ποτάμι, συγκεκριμένα τον Ρήνο, να ρέει οριζόντια κατά μήκος του οπτικού πεδίου, ανάμεσα σε επίπεδα πράσινα λιβάδια, κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό. Ο καλλιτέχνης αφαίρεσε από την φωτογραφία κάποια στοιχεία, όπως πατημασιές σκύλων και ένα εργοστάσιο, χρησιμοποιώντας ψηφιακή επεξεργασία.

Η φωτογραφία αγοράστηκε αρχικά από την γκαλερί Sprüth Magers και στη συνέχεια από έναν ανώνυμο γερμανό συλλέκτη. Ο συλλέκτης αυτός την πούλησε, μέσω δημοπρασίας στο Christie’s New York στις 8 Νοεμβρίου 2011, ο οποίος υπολόγισε ότι θα έπιανε τιμή 2,5-3,5 εκατομμυρίων δολαρίων. Εν τέλει, η φωτογραφία πωλήθηκε στα 4.338.500 $, κάτι που την κατατάσσει στην πρώτη θέση της σχετικής λίστας. Η ταυτότητα του αγοραστή δεν έχει αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα.

Ζωγραφίζοντας τον φόβο

Η Deanne Fitzmaurice είναι Αμερικανίδα φωτογράφος και φωτορεπόρτερ, που γεννήθηκε το 1957. Έχει εργαστεί σε πολλές εφημερίδες της χώρας της και το 2005 κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ για την παραπάνω φωτογραφία.

Τον Οκτώβριο του 2003, ο Saleh και ο 16χρονος αδερφός του, Dia, ανακάλυψαν μια βόμβα, που δεν είχε σκάσει, σε μια αυλή κοντά στο σπίτι τους.

Ο Saleh πίστευε ότι η συσκευή ήταν κάποιου είδους παιχνίδι , και την έπιασε. Αυτή τότε έσκασε, τραυματίζοντας του το δεξί του χέρι, τα αριστερά δάχτυλά του, το στομάχι, και στέλνοντας ένα κομμάτι θραύσματος μέσα από το μάτι του. Ο DIia σκοτώθηκε προσπαθώντας να τον σώσει.

Η φωτογραφία δείχνει τον μικρό Ιρακινό Saleh, ο οποίος έπειτα από την έκρηξη μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ και νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο του Όκλαντ, στην Καλιφόρνια, για να πραγματοποιηθούν διορθωτικές επεμβάσεις. Μέσα σε διάστημα 10 μηνών, ο μικρός Saleh έκανε 32 χειρουργεία.

Μια μέρα, τα άλλα παιδιά, αρχίζουν να τον κοροϊδεύουν για την εμφάνισή του και ο μικρός αναστατώνεται. Οι νοσοκόμες για να τον ηρεμήσουν δένουν πάνω στο ακρωτηριασμένο του χέρι, ένα μολύβι. Το περιεχόμενο της ζωγραφιάς του μας συγκλονίζει όλους. Ο μικρός Saleh ζωγράφισε ένα αεροπλάνο που ρίχνει βόμβες.

Η θλίψη πίσω από τα μάτια ενός γενναίου παιδιού

Ο Joe O’Donnell ήταν Αμερικανός Φωτογράφος, φωτορεπόρτερ και δημιουργός ντοκιμαντέρ. Το 1945 εστάλη από τον στρατό των ΗΠΑ να αποτιμήσει τη ζημία που προκλήθηκε στην Ιαπωνία από τις αεροπορικές επιδρομές και τις ατομικές βόμβες. Τους επτά μήνες που έμεινε εκεί ταξίδεψε στη Δυτική Ιαπωνία, καταγράφοντας την καταστροφή, αποκαλύπτοντας την κατάσταση των θυμάτων των βομβών, συμπεριλαμβανομένων των νεκρών, των τραυματιών, των αστέγων και των ορφανών. Οι εικόνες του ανθρώπινου πόνου χαράχτηκαν τόσο στα αρνητικά όσο και στην καρδιά του.

Στη παραπάνω φωτογραφία, ένα αγόρι στέκεται όρθιο, έχοντας κάνει το καθήκον του φέρνοντας τον νεκρό αδερφό του σε ένα σημείο, ώστε να αποτεφρωθεί. Το αγόρι κάθεται σε στάση προσοχής, κάτι που δείχνει τι βιώνει ένα τόσο μικρό παιδί κατά την διάρκεια ενός πολέμου. Κοιτάζοντας το αγόρι που κουβαλάει τον μικρότερο αδερφό του στην πλάτη του, προσπαθεί και κρατά ένα τόσο σοβαρό ύφος, προσπαθεί τόσο σκληρά για να είναι γενναίος, παρ’όλο που στα μάτια του είναι ξεκάθαρη η θλίψη.

Ο φωτογράφος δηλώνει χρόνια αργότερα σε συνέντευξη του: «Είδα ένα αγόρι περίπου δέκα ετών να περπατάει. Μετέφερε ένα μωρό στην πλάτη του. Εκείνες τις μέρες στην Ιαπωνία, είδαμε συχνά παιδιά να παίζουν με τα μικρά αδέρφια τους στην πλάτη τους, αλλά αυτό το αγόρι ήταν σαφώς διαφορετικό. Μπορούσα να καταλάβω ότι είχε έρθει σε αυτό το μέρος για σοβαρό λόγο. Δεν φορούσε παπούτσια. Το πρόσωπό του ήταν σκληρό. Το αγόρι στάθηκε εκεί για πέντε ή δέκα λεπτά. Άντρες με λευκές μάσκες περπάτησαν σε αυτόν και άρχισαν να βγάζουν ήσυχα το σχοινί που κρατούσε το μωρό. Τότε είδα ότι το μωρό ήταν ήδη νεκρό. Οι άνδρες κράτησαν το σώμα από τα χέρια και τα πόδια και το έβαλαν στη φωτιά. Το αγόρι στάθηκε εκεί ακίνητο, βλέποντας τις φλόγες. Δαγκώνει το κάτω χείλος του τόσο σκληρά που μάτωσε. Έπειτα το αγόρι γύρισε και έφυγε σιωπηλά.»

Η ιστορία της παραπάνω φωτογραφίας μας θύμισε πολύ την ιαπωνική ταινία κινουμένων σχεδίων Grave of the Fireflies του 1988, μία απίστευτη ταινία που προτείνουμε σε όλους σας να δείτε.

Πηγή: rarehistoricalphotos.com

Το τρομοκρατημένο παιδί από τη Συρία

Το 2015 το ίντερνετ κατακλύστηκε από την παραπάνω φωτογραφία. Η φωτογραφία είχε αναρτηθεί από τη φωτορεπόρτερ Nadia Abu Shaban. Πολλοί υποστήριξαν ότι η φωτογραφία είναι σκηνοθετημένη, ενώ ρώτησαν γιατί δεν εμφανίζεται το όνομα του πρακτορείου ή του φωτογράφου και η Shabam παραδέχτηκε ότι δεν ήταν εκείνη που την τράβηξε, δεν γνώριζε όμως ούτε το πότε, το πώς ή το ποιος.

To βρετανικό δίκτυο BBC κατάφερε να ανακαλύψει την πηγή της φωτογραφίας. Ο Τούρκος φωτορεπόρτερ Osman Sağırlı έχει τραβήξει την επίμαχη εικόνα με την τετράχρονη Hudea τον Δεκέμβριο του 2014 σε ένα καταυλισμό προσφύγων της Συρίας, μόλις 10 χιλιόμετρα μακριά από τα σύνορα με την Τουρκία.

«Χρησιμοποιούσα τηλεφακό και η μικρή νόμισε ότι ήταν όπλο. Συνειδητοποίησα ότι ήταν τρομοκρατημένη αφού είδα την εικόνα που τράβηξα. Βλέποντας τα σφιγμένα χείλη και τα χέρια που είχε σηκώσει ψηλά. Συνήθως τα παιδιά τρέχουν μακριά, κρύβουν το πρόσωπο τους ή χαμογελούν όταν βλέπουν κάμερα» δηλώνει ο φωτογράφος. Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2015 στην τουρκική εφημερίδα Turkiye.

Πηγή: bbc