Μία απόδραση στον χρόνο, στα καλοκαίρια που νοσταλγούμε μέσα από τα μάτια του Πάτρικ Γουάιτ

Ήταν το καλοκαίρι του 1926. Ήμουν δεκατεσσάρων ετών και είχαν νοικιάσει το σπίτι στο Φέλφαμ του Σάσεξ. Για τη μητέρα μου, το απαλοπράσινο τοπίο που μας περιέβαλλε ήταν εγγλέζικο, όμορφο, κατά πολύ πιο ελκυστικό απ’ το εκτυφλωτικό φως, από την ξηρασία κι από την απειλή των φιδιών. Ο πατέρας μου το είδε σα βοσκότοπο για παραγωγή αρνίσιου και μοσχαρίσιου κρέατος. Όσο για μένα, σήμαινε μοναξιά που μέσα της θα επουλώνονταν οι πληγές μου’ μα οι φωνές της υπαίθρου μου υπενθύμιζαν διαρκώς πως ήμουν ένας ξένος.

Ήμουν κυρίως συντροφιά με τον εαυτό μου στο νεογοτθικό σπίτι που είχαν νοικιάσει οι γονείς μου για τις διακοπές: απόλυτα ξεκομμένος από κάθε άλλη πτυχή της ζωής μου — ωστόσο σ’ αυτό το σπίτι φαινόταν να διαμορφώνεται η ζωή.

Υπήρχε η Μακρόστενη Αίθουσα, στη μιαν άκρη του κήπου’ στην άλλη, ο μεγάλος επίχρυσος καθρέφτης, όλο κηλίδες, λακκάκια και ρυτιδώσεις. Ταλαντευόμουν μες στο υδάτινο γυαλί’ ανάλογα με το φως αποσυρόμουν στα έγκατα του ενυδρείου ή έτρεμα στο προσκήνιο σαν κλωστή κιτρινοπράσινου κάρδαμου. Αυτοί που νόμιζαν πως με γνώριζαν δεν είχαν ιδέα για το πλάσμα που ούτε εγώ γνώριζα καλά-καλά.

Αν στο σχολείο ταμπουρωνόμουν μες στην περηφάνια μου, στις διακοπές δραπέτευα απ’ αυτήν. Οι δρόμοι του Λονδίνου, μου έδιναν αυτοπεποίθηση. Η μηδαμινότητά μου μου επέτρεπε ν’ αφήνομαι να με πηγαίνει το ρεύμα της ζωής. Κατά καιρούς βάδιζα καμαρωτός-καμαρωτός, απολαμβάνοντας την ανωνυμία ανάμεσα στα ροδαλά, απορροφημένα πρόσωπα και σ’ εκείνα που ήταν κατάχλομα και μες στη σαστιμάρα. Παρατηρούσα μανιωδώς την αλαζονεία εκείνων που δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν, τους αναιδείς, κουστουμαρισμένους άντρες, τις ψηλόλιγνες γυναίκες τους που αιμορραγούσαν κάτω από καπέλα κλος, με τις γούνες ριγμένες ανοιχτά πάνω στο κοίλωμα που σχηματίζεται δίπλα στο κόκαλο της κλείδωσης και στα ατροφικά τους στήθη. Η ψυχρότητα τους και το γεγονός πως θα με περιφρονούσαν δεν εξασθένισε, απεναντίας, λίπανε το χώμα στο οποίο κείτονταν οι σπόροι του αποικιακού σνομπισμού.

Αυτό που με αναστάτωνε χωρίς να το καταλαβαίνω ήταν οι φωνές των Ουαλών ανθρακωρύχων που τραγουδούσαν αρμονικά καθώς σέρνονταν στην οδό Μπρόμπτον με τα λιγδιασμένα τους αδιάβροχα. Πασχίζοντας για μιαν ανέφικτη Ιερουσαλήμ, μου άγγιζαν μια χορδή που δεν ήξερα πώς να εξερευνήσω. Κατόπιν, στο ξενοδοχείο, ξάπλωνα στο κρεβάτι, σκαμπανεβάζοντας σε μια θάλασσα από ουαλικές φωνές – και σε μια παράλογη δυστυχία. Σηκωνόμουν, έπλενα το πρόσωπο και τα χέρια μου και κατέβαινα με την οικογένεια μου στην ψησταριά για να φάμε τηγανητό αφρομάριδο μέσα σε μικρά πατατοκάλαθα.

[….] Το Φέλφαμ τις περισσότερες φορές ήταν πληκτικό: τα πλεονάζοντα παιδιά που είχαν προσκληθεί να μείνουν επισκέπτονταν Αυστραλούς κι έδιναν λεπτομέρειες των ευρωπαϊκών περιοδειών και την παρουσίαση τους στην Αυλή. Αν οι ενήλικοι παρατηρούσαν ένα νεφελώδες αγόρι, με τα μάτια προσηλωμένα σε κύκλους μπεζ φανέλας, να μπαινοβγαίνει στις συζητήσεις τους, δε μπορούσαν να το καταλάβουν απολύτως. Οι φωνές που προσπαθούσαν να το διασκεδάσουν χαμήλωναν, κι εκείνο μπορούσε να δραπετεύσει προσωρινά, όχι μόνο από την παρέα, αλλά και από τη δική του αντανάκλαση στον καθρέφτη.

Μισούσα την εμφάνιση που είχα κληρονομήσει, αλλά δεν ήξερα με τι να την αντικαταστήσω, αν μπορούσα να επιλέξω — εκτός αν ήταν κάτι δυνατό και όμορφο, τόσο συνηθισμένο όσο αυτοί που περιφρονούσα και ζήλευα.

[….] Οι γονείς μου ήταν πολύ τρομαγμένοι που είχαν ένα ντελικάτο γιο. Με κρατούσαν μακριά από τα ρεύματα και με προστάτευαν με πολλά μάλλινα. Με χρειάζονταν για να τους δώσω μιαν αίσθηση της δικής τους συνέχειας, κληρονομώντας το μερίδιο μου ενός σημαντικού κτηνοτροφικού αγροκτήματος αρνιών και μοσχαριών. Ο κληρονόμος ενός κτηνοτρόφου έπρεπε να είναι γεροδεμένος, αλλά κανείς δε μπορούσε να διασφαλίσει τη ζωή του γιου που είχαν αποκτήσει. Αν και συνειδητοποιούσα κάπως πως η ατονία και δύσπνοια μου δημιουργούσαν μια σοβαρή κατάσταση, δε στενοχωριόμουν απ’ αυτό. Όλα όσα έβλεπα, όλα όσα συνέβαιναν γύρω μου ήταν τόσο ζωντανά που το καθιστούσαν δύσκολο να πιστέψω πως χάνονταν οι γέροι και τα κατοικίδια ζώα.

Κλαίγαμε για τις γάτες και τους σκύλους που θάβαμε κάτω από τους σταυρούς που φτιάχναμε από βελόνες φοινικόφυλλων, σε τάφους πάνω στους οποίους είχαμε φυτέψει μαραμένους κατιφέδες. Οι θάνατοι ηλικιωμένων αναφέρονταν περιστασιακά. Ελάχιστα μας ενδιέφεραν.

Οι καταιγίδες με κεραυνούς μας φόβιζαν περισσότερο από το θάνατο και την Τρελή και από το σχόλιο που κρυφάκουσα σε μια συζήτηση μεταξύ των μητέρων άλλων παιδιών: «…Δεν το θέλει που είναι λιγάκι ασθενικό παιδί…». Ούτε το γέλιο που ακολούθησε βοήθησε στο να εξηγήσει τι ήμουν ή τι είχα κάνει στους προφανώς δυστυχείς γονείς μου.

Ήταν απλώς μια αναλαμπή φόβου, σαν την αστραπή στις μοβ καταιγίδες με κεραυνούς. Υπήρχαν τα ομιχλώδη πρωινά, η επιστροφή στο σπίτι με τα πόδια απ’ τα λουτρά και το καρπούζι στο τέλος.

Συνέβη καθώς γύριζα πεζός στο σπίτι απ’ τα λουτρά, επτά περίπου χρονών, να έχω την πρώτη μου στύση, θυμάμαι. Ενώ έβλεπα προς τα κάτω, εξέφρασα τη γνώμη στον πατέρα μου πως κάτι ασυνήθιστο συνέβαινε. Εκείνος εκδήλωσε αυστηρότητα και αμηχανία, μετακίνησε το βρεγμένο μαγιό του απ’ τον ένα ώμο στον άλλο και μου είπε να αποχωρήσω για λίγο. Ταυτοχρόνως πρόσεξα μια περαστική αναλαμπή χαμόγελου.

Στην ίδια περίπου ηλικία, μετά τα λουτρά, γνώρισα τον πρώτο μου ποιητή, χωρίς να ξέρω ή να νοιάζομαι και πολύ για το τι είναι ποιητής. Η Σου κι εγώ είχαμε μπηχτεί στο καρπούζι, σ’ ό,τι δηλαδή αποτελούσε για μένα το καλύτερο μέρος του κήπου, όλο ίσκιο και πούλιες, κάτω απ’ τους καρπούς της αννόνας και τους καρπούς ψιδίου της γουάβας, έξω απ’ το δικτυωτό θερινό περίπτερο του κήπου, όταν ο πατέρας μας κατέβηκε τα πέτρινα σκαλοπάτια φέρνοντας κάποιο φίλο που δεν είχα ξαναδεί. Ήταν ντυμένος όπως κάθε κύριος, μ’ ένα κοστούμι στο χρώμα του καπνού, με μια χρυσή καδένα ρολογιού να κρέμεται στη μέση του, με ρεπούμπλικα, κι ένα απ’ αυτά τα σκληρά κολάρα που λερώνονται στις άκρες με το που έρχονται σ’ επαφή με το καθαρότερο δέρμα. Επρόκειτο για το στεγνότερο είδος κυρίου, το πρόσωπο του σα ρυτιδωμένο, μαυρισμένο λεμόνι. Ο πατέρας μου σύστησε τα παιδιά του στον κύριο «Μπάντζο» Πάτερσον. Το αν ο ξένος μίλησε στο παιδί, του οποίου το πρόσωπο ήταν χωμένο σε μια φέτα καρπούζι, δε θυμάμαι. Ο πατέρας μου φαινόταν υπερήφανος για τη γνωριμία. Αναρωτιόμουν έκτοτε για ποιο πράγμα άραγε να συζήτησαν. Θα μπορούσαν να είχαν συναντηθεί εξαιτίας των αλόγων, των προβάτων και των μοσχαριών, και φυσικά η ποίηση ήταν ένα είδος για το οποίο κανείς Γουάιτ που σεβόταν τον εαυτό του δε μπορούσε να νιώθει ντροπή.

Θέλει να γίνει συγγραφέας και θα γίνει: ένα αυτοβιογραφικό κείμενο του Αλέξη Πάρνη

To πατρικό μου σπίτι βρισκότανε σε μια απότομη ακτή της Καστέλλας κι αγνάντευε την Ακρόπολη, τα Φάληρα, τον Υμηττό, την Πεντέλη και τον Πάρνη, όλο το αττικό τοπίο με τα κλασικά χαρακτηριστικά – δεν είχε προφτάσει ακόμα να τα αλλοιώσει η αναγκαστική επιμιξία με το τσιμέντο της άναρχης βαρβαρικής δόμησης. Απ’ την πλευρά του δρόμου ήταν ένα χαμηλό διώροφο, αλλά αν το έβλεπες απ’ τη θάλασσα είχε θωριά τετραώροφου πύργου, θύμιζε τα σκαρφαλωμένα στο βράχο της Ύδρας αρχοντικά.

Μια στενή πέτρινη σκάλα φιδογλιστρώντας ανάμεσα στους βράχους και τ’ αλμυρισμένα αγριόθαμνα σε κατέβαζε απ’ την κουζίνα στη μικρή τσιμεντένια προβλήτα. Την είχαν φτιάξει για να ποδίζουνε οι ψαράδες και ν’ απλώνουν τα δίχτυα τους στα βότσαλα της στενόμακρης ακρογιαλιάς. Εκεί άραζα κι εγώ το βαρκάκι μου. Δεν ήταν μεγαλύτερο απ’ τη σκάφη του πλυσταριού μας κι ωστόσο έκανε θαύματα στο ψάρεμα της τσιπούρας, που αφθονούσε στα καθαρά προπολεμικά νερά του Σαρωνικού.

Η μοίρα του ήθελε να γίνει κι αυτό ένα από τα θύματα του κατοχικού χειμώνα. Μια βροχερή νύχτα του Νοέμβρη το κλέψανε. Σίγουρα το χρειάστηκαν κάποιοι απ’ τους αμέτρητους ανέστιους του καιρού που κυνηγάγανε με πάθος χρυσοθήρα ό,τι μπορούσε να γίνει καυσόξυλο. Στενοχωρήθηκα αφάνταστα, αλλά πείσμωσα κιόλας, αποφασίζοντας ν’ αγοράσω ένα άλλο, το γρηγορότερο.

O πατέρας μου είχε ένα μικρό υφαντουργείο με τέσσερις αργαλιούς στο Νέο Φάληρο. Έφτιαχνε πετσέτες και γάζες για το στρατό. Ύστερα απ’ την κατάρρευση του μετώπου, εφοδίαζε την αγορά με μαντήλια. Τον βοηθούσα όταν δεν είχα σχολείο παίρντοντας τ’ ανάλογο χαρτζιλίκι, που συχνά είχε μεγέθη κανονικού μιστού. Έτσι μάζεψα γρήγορα ένα ποσό αρκετό για την προκαταβολή της καινούργιας μου βάρκας – υπήρχε μια διαθέσιμη στο διπλανό Τουρκολίμανο, όπως το λέγανε τότε.

Όμως την προπαραμονή της μεγάλης γιορτής, το μάτι μου ξεχώρισε σε κάποια εφημερίδα μια αγγελία που μ’ έκανε να ματαιώσω την αγορά της βάρκας για ν’ αγοράσω ένα… ολόκληρο πλοίο μ’ ενεργό δράση στις “πνευματικές θάλασσες”. Κάποιος πουλούσε όλους τους τόμους της “Νέας Εστίας”, από τον ιδρυτικό χρόνο του 1927 μέχρι κείνες τις μέρες, σε τιμή ευκαιρίας.

Το περιοδικό “Νέα Εστία” το διάβαζα από τις πρώτες ακόμα τάξεις του Γυμνασίου. Το έβρισκα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Πειραιά, που μ’ είχε καθημερινό σχεδόν αναγνώστη. Ήταν τόσο μεγάλη η δίψα μου για λογοτεχνικά κείμενα που συχνά το ‘σκαγα από τα μαθήματα για να πάω στο αναγνωστήριο και να πέσω με τα μούτρα στην ανάγνωση, με τις ώρες, χάνοντας την αίσθηση του χρόνου.

Και τώρα ξαφνικά μπορούσα να φέρω μια ολόκληρη βιβλιοθήκη στο σπίτι μου!

Ήταν δυνατό να χάσει παρόμοια ευκαιρία ένας μανιώδης αναγνώστης και επίδοξος συγγραφέας όπως εγώ; Πήρα όσα λεφτά είχα μαζέψει κι έτρεξα στη διεύθυνση του πωλητή – ήταν σ’ ένα ήσυχο δρομάκι της Κυψέλης. Μου άνοιξε ένας ηλικιωμένος άντρας, με αυστηρό γενειοφόρο πρόσωπο κι ευγενικό αλλά επιφυλακτικό ύφος. Ήταν συνταξιούχος καθηγητής που θα ‘φευγε σε λίγες μέρες για το χωριό του. Εκεί υπήρχε ελπίδα να επιζήσει κι αυτός κι η γυναίκα του, κάτι αδύνατο στην τωρινή Αθήνα γι’ ανθρώπους της συνομοταξίας του.

Το δυάρι που νοικιάζανε ήταν ισόγειο και σχεδόν άδειο από έπιπλα – φαίνεται τα ‘χανε πουλήσει κι αυτά – κάτι καρέκλες, το τραπέζι και το κρεβάτι κάνανε πολύ θλιβερό το φωτισμένο από μια λάμπα πετρελαίου δωμάτιο. Θέρμανση δεν υπήρχε, το ηλεκτρικό ήταν κομμένο κι ο γέρος έδειχνε να κρυώνει μέσ’ στο τριμμένο μακρύ παλτό του. Σε μιαν άκρη, ήταν τοποθετημένα με τάξη το ένα πάνω στο άλλο τα περιοδικά – χάρτινες στοίβες, χωρισμένες σε τόμους και σφιχτοδεμένες με σπάγκο.

Μου ‘πε, καθώς με παρατηρούσε εξεταστικά κάτω απ’ τα γυαλιά του, ότι πριν από μένα είχαν έρθει άλλοι τρεις αγοραστές, όμως τους έδιωξε γιατί υποπτεύθηκε πως ήταν εμποράκοι που θέλανε να μεταπουλήσουνε τα περιοδικά σαν χαρτί περιτυλίγματος ή απλά να τα πάνε για πολτοποίηση. Όμως αυτός με τίποτα δεν μπορούσε να το επιτρέψει. Ήθελε να τα πάρει ένας άνθρωπος φιλομαθής, βιβλιόφιλος που σεβόταν την πνευματική προσφορά όπως ο καλός χριστιανός τη θεία μετάληψη. Ήταν συνδρομητής του περιοδικού, από τον πρώτο χρόνο της ίδρυσης κι είχε χρέος να το παραδώσει σε καλά χέρια. Σα σκυτάλη.

[….] Ο ασπρομάλλης, καχεκτικός δάσκαλος με τα βαθουλωμένα μάγουλα και τη γενειάδα μιας χλωμής βυζαντινής αγιογραφίας, που ‘χε φέξει απ’ την αναγκαστική νηστεία, αποχαιρετούσε αυτή τη νύχτα μαζί με τα περιοδικά του μια πλειάδα αγαπημένους ποιητές και συγγραφείς – απ’ τον Παλαμά, τον Πορφύρα και τον Ξενόπουλο ως τον Καβάφη, τον Σικελιανό, τον Μυριβήλη και τόσους άλλους φίλους, δεμένους μαζί του με τους ακατάλυτους δεσμούς μιας ψυχικής και πνευματικής συγγένειας.

Ήταν μ’ ένα λόγο οι άνθρωποί του που δεν είχε τη δυνατότητα να τους πάρει μαζί του, και έπρεπε να τους αφήσει. Τουλάχιστον να τους παραλάβει κάποιος που ξέρει την αξία τους και σέβεται την αξιοπρέπειά τους. Αυτό ζητούσε μόνο ο γέρο-καθηγητής κι εγώ του απόδειξα τελικά ότι είμουν ο κατάλληλος άνθρωπος, επειδή οι φίλοι του ήταν και δικοί μου φίλοι, ήξερα πολλά κείμενα κι είχα αποστηθίσει τα ποιήματά τους.

Ολότελα αυθόρμητα αρχίσαμε να απαγγέλουμε – μια εγώ, μια αυτός. Όταν φτάσαμε στο αποχαιρετιστήριο «σαν έτοιμος από καιρό σαν θαρραλέος», τα μάτια του βουρκώσανε και το πεταμένο καρύδι άρχισε να ανεβοκατεβαίνει στον αδύνατο ζαρωμένο λαιμό, αλλά τελικά κατανίκησε τη συγκίνηση μ’ αξιοπρέπεια ευπατρίδη και φώναξε στη γυναίκα του δυνατά μ’ ένα ξαφνικό κέφι, να φέρει «το χωριάτικο τσίπουρο που το φυλάγανε για τις έκτακτες περιπτώσεις».

Εκείνη, μια ασπρόμαλλη γυναίκα πιο αδύνατη από τον άντρα της, σχεδόν άυλη, σα σκιά, υπάκουσε με χαμογελαστή προθυμία. Όπως με πληροφόρησε αργότερα είχε πολύν καιρό να τον δει σε τέτοια χαρούμενη έξαψη, ήταν κάτι που το χρώσταγαν σε μένα «κι ο Θεός να μ’ έχει καλά και να πραγματοποιήσω ό,τι επιθυμώ» – μου ευχήθηκε.

«Θέλει να γίνει συγγραφέας» – της αποκάλυψε τότε εκείνος. «Και θα γίνει, θα γίνει!», πρόσθεσε χαρούμενος υψώνοντας το ποτήρι. Τα χλωμά του μάγουλα πήρανε χρώμα, τα μάτια του πετάξανε αστραπές.

Ξαφνικά τον κυρίεψε ο παλιός δασκαλίστικος οίστρος, ποιος ξέρει τι εγερτήριες νοσταλγίες ανάδεψε στην ψυχή του το τσίπουρο, άρχισε να με συμβουλεύει, ν’ αραδιάζει τους συγγραφείς και τα κείμενα που έπρεπε να μελετήσω ιδιαίτερα. Ο Παπαδιαμάντης ήταν φυσικά πρώτος στον κατάλογο. Τον αγαπούσε διπλά, – σαν αναγνώστης και σαν δάσκαλος, – το Μεγάλο αυτό Σκιαθίτη τον ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά, τον είχε διδάξει σε χιλιάδες παιδιά. Θέλησε να μου δείξει μερικά δείγματα της διδασκαλίας του, ενώ η γυναίκα του τον κοιτούσε με καμάρι, θυμήθηκε κάποια κείμενα και τα ‘πε χαμηλόφωνα, ευλαβικά, αντιγράφοντας τον δημιουργό τους σε όλα: στην ταπεινή στάση, το χαμηλόθωρο βλέμμα. το σκύψιμο της κεφαλής.

Ανεπαίσθητα μεταμορφώθηκε σ’ ένα σωσία του Κυρ-Αλέξανδρου, βοηθούσε σ’ αυτό και το μυσταγωγικό μισόφωτο της κάμαρης. Ήταν μια φυσιογνωμική ομοιότητα που την έφερνε όλο και πιο κοντά στο πρωτότυπο η πνευματική ταύτιση. Ο πολύχρονος συγχρωτισμός με τα κείμενα ενός μεγάλου συγγραφέα, η μεθοδική επαφή με τη σκέψη του, κάνει συχνά το φανατικό αναγνώστη, κι’ ιδιαίτερα το μελετητή του, να νιώθει και να φέρεται σα να ‘ναι σε κάποιο βαθμό η μετεμψύχωσή του. (Είναι κι αυτό μια από τις πολλές μορφές της ανθρώπινης αθανασίας).

Έτσι ή αλλιώς εγώ δεν θα ξεχνούσα ποτέ εκείνο το παγερό δωμάτιο του φανταστικού μου Παπαδιαμάντη που πριν να φύγει στο χωριό του για να πεθάνει, φώναξε προφητικά σηκώνοντας το ρακοπότηρο: «Θέλει να γίνει συγγραφέας. Και θα γίνει».

Θα ήταν καλύτερα βέβαια να το άκουγα αυτό από τον ίδιο τον Κυρ-Αλέξαντρο. Όμως κι η “μετεμψύχωσή” του έκανε καλή δουλειά. Ανέβασε αρκετά το ηθικό μου σε κείνα τα κατοχικά Χριστούγεννα που τα πέρασα κλεισμένος στην κάμαρή μου ξεφυλλίζοντας τα 334 τεύχη της “Νέας Εστίας”. (Το 335, που έκλεινε τον τόμο του 1942 – αυτό το αγόρασα εγώ απ’ το περίπτερο – ήταν αφιερωμένο στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη).

Προσθέτω μια λεπτομέρεια στην περιγραφή κείνης της τόσο αποδοτικής για μένα αγοράς-επένδυσης. Έφυγα πολύ αργά από το σπίτι του γέρο-καθηγητή, ήταν αδύνατο να βρω μεταφορικό μέσο για να κουβαλήσω τ’ ακριβό μου φορτίο. Αλλά αυτό δεν με ανησυχούσε. Θα έμενε εκεί τη νύχτα και το πρωί θα έστελνα ένα πειραιώτη ταξιτζή, που εξυπηρετούσε συχνά τον πατέρα, να το παραλάβει.

Πριν αποχαιρετήσω τον καλοκάγαθο φίλο μου, ακούμπησα το συμφωνημένο ποσό στο τραπέζι, όμως αυτός απρόσμενα αρνήθηκε να πάρει τα χρήματα. «Θα ‘θελα να στα κάνω δώρο αυτά τα τεύχη. Έτσι για να με θυμάσαι. Ποιος ξέρει. Ίσως με χρόνια και καιρούς να γράψεις κάτι και για μένα…» είπε χαμογελώντας με μια σπάνια για την ηλικία του και την εποχή αισιοδοξία.

Θυμάμαι ότι αρνήθηκα την ανθρώπινη προσφορά του με το γνωστό: «ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο». Δεν βρήκα να πω τίποτ’ άλλο.

Σε παρόμοιες στιγμές υπέρτατης συγκίνησης, το μυαλό δεν προλαβαίνει την καρδιά. Αυτό τρέχει με την ταχύτητα του ήχου, κι εκείνη με την ταχύτητα του φωτός. Τελικά δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τ’ όνομά του, το παρασύρανε οι κατοπινοί χρόνοι της θύελλας κι έτσι αναγκαστικά τον ανακαλώ στη μνήμη μου με τ’ όνομα του Παπαδιαμάντη. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα τον ξεχάσω ποτέ…

Πάει καλά, εγώ μνημόνευα όσο μπορούσα καλύτερα τον Παπαδιαμάντη, ή μάλλον την έννοια που αντιπροσώπευαν οι μετεμψυχώσεις του εδώ στη γη. Αλλά πώς θα μνημόνευε αυτός εμένα και τη μαρξιστική μου στράτευση αν υπήρχε η δυνατότητα της αμοιβαίας ανταπόκρισης;

Σίγουρα τα λόγια του δεν θα ήταν και τόσο κολακευτικά, όμως πιστεύω ότι θ’ αναγνώριζε σαν μεγάλο ελαφρυντικό ότι ξεκίνησα με ευγενικές προθέσεις και ανιδιοτελή κίνητρα.

Στο κάτω-κάτω είχε κι εκείνος κάποια ευθύνη για την ιδεολογική μου επιλογή, καταγγέλοντας από τις σελίδες εκείνου του χριστουγεννιάτικου αφιερώματος της “Νέας Εστίας” τον διαρκή “Αντίχριστο” που αντιπροσωπεύει η πλουτοκρατία: «Αυτή γεννά την αδικίαν, αυτή τρέφει την κακουργία, αυτή φθείρει σώματα και ψυχάς… Αυτή παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα…» Ναι έτσι ακριβώς το έγραφε.

Και λοιπόν τι ήθελες να κάνει Κυρ-Αλέξανδρε ένας δεκαεφτάχρονος έφηβος όταν ήρθανε κάποιοι μαχητικοί αντίπαλοι της πλουτοκρατίας να τον στρατολογήσουνε σ’ έναν αγώνα που ‘χε σαν τελικό σκοπό την εξαφάνισή της;

Ζώστηκε τ’ άρματα και πήγε να δώσει τη ζωή του για το σωτήριο τούτο σκοπό. Δεν θα μετάνιωνε ποτέ γι’ αυτό.

Απλά θα ωρίμαζε όσο έπρεπε για να καταλάβει ότι οι κοινωνικοί αγώνες εκφράζουνε ένα περιορισμένο ποσοστό της ανθρώπινης ψυχής που πρέπει να κάνει ένα τιτάνιο προσωπικό αγώνα για να καλύψει το υπόλοιπο.

Οι τωρινές μου περιπέτειες κι η άρνησή μου να συμβιβαστώ με την εκσυχρονισμένη σοβιετική μορφή της “σηπεδόνος”, δείχνανε πόσο πολύ είχα καταλάβει αυτή την αυταπόδεικτη αλήθεια…

Αλέξης Πάρνης (1924)
(Σωτήρης Λεωνιδάκης)

Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από την Νέα Εστία, τχ. 1561, 15 Ιουλίου 1992 – [Αρχείο ΕΚΕΒΙ], (αποτελεί κεφάλαιο από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Αλέξη Πάρνη “Τα χειρόγραφα του Τυρταίου”)

“Όταν ο ήλιος…”, ένα μυθιστόρημα της Ζωρζ Σαρή (αποσπάσματα)

Το “Όταν ο ήλιος…” (1971) είναι το τρίτο μυθιστόρημα της Ζωρζ Σαρή και η καταξιωμένη συγγραφέας καταπιάνεται με μια σκοτεινή εποχή της ελληνικής ιστορίας (την Κατοχή), όπου ο καθένας πασχίζει να βρει έναν τρόπο για να επιβιώσει και είναι υποχρεωμένος να καταφύγει σε όλα τα μέσα, δίχως όμως να ξεχνά ποτέ την ανάγκη για ελευθερία. Και μέσα σ’ αυτή τη φρίκη, τα παιδιά. Η Ζωή θα μεγαλώσει στη φρίκη της πείνας, θα ελπίσει όταν οι μεγάλοι θα πάρουν τα όπλα να αποτινάξουν τον ζυγό, θα κλάψει, θα θελήσει –παιδί δεν είναι;– να χαρεί. Γύρω της ένας κόσμος παράξενος, σκληρός, ανάλγητος, που τρέχει να γλιτώσει, που τρέχει να βρει ένα κομμάτι ψωμί, οι εκτελέσεις, η αισιοδοξία πως όλα θα τελειώσουν… Τα μάτια της θα δουν πολλά. Θα υποφέρει, θα γνωρίσει την ελπίδα, θα ζήσει μ’ αυτήν ώσπου να έρθει το τέλος του κακού. Κι όταν έρθει, τότε θα μετρήσει τις πληγές και θα προχωρήσει.

Διαβάστε μερικά αποσπάσματα από το μυθιστόρημα:

“…Από τη Δευτέρα που πρωτοχτυπήσανε οι σειρήνες αλλάξανε όλα. Εκείνος ο διαπεραστικός μακρόσυρτος ήχος αναποδογύρισε τη ζωή μας. Τον είχα ακούσει κι άλλες φορές, όταν κάνανε δοκιμές. Μα δεν ήταν ο ίδιος. Έτρεξα στο μπαλκόνι. Οι πόρτες ήταν ορθάνοιχτες. Οι άνθρωποι στο κατώφλι στέκονταν με τα νυχτικά τους. Κοιτούσαν τον ουρανό. Ήταν γαλάζιος με κάτι ξεφτισμένα συννεφάκια. Λες και θ’ άρχιζε το καλοκαίρι. Όμορφο που ήταν το πρωινό! Στην αρχή άκουσα τη λέξη: πόλεμος κι ύστερα οι κουβέντες δυνάμωσαν. Μιλούσανε όλοι μαζί και δεν καταλάβαινα. Η μητέρα είχε ρίξει μια ρόμπα πάνω στους ώμους της. Έμοιαζε σαστισμένη. “Τι τρέχει;” ρωτούσε τον πατέρα. Εκείνος δεν ήξερε να της πει, γιατί εμείς δεν έχουμε ραδιόφωνο. Ο Μήτσος, ο γιος της γειτόνισσας τα ήξερε όλα. Από το μπαλκόνι του φώναζε δυνατά να τον ακούνε και οι άλλοι που είχανε βγει στα παράθυρα. Έλεγε πως άρχισε πόλεμος με τους Ιταλούς. Στις τρεις το πρωί πήγε ο πρεσβευτής της Ιταλίας και βρήκε, λέει, τον Πρωθυπουργό μας και του είπε πως ο Μπενίτο Μουσολίνι, ζητούσε να παραδοθεί αμέσως η Ελλάδα στον Ιταλικό στρατό και πως ο Μεταξάς είχε πει όχι και πως στις πεντέμιση οι Ιταλοί είχανε επιτεθεί στα Αλβανικά σύνορα. 
Η μητέρα του Μήτσου, μια χοντρή σαραντάρα, με ξεχτένιστα, ξέβαφα μαλλιά βγήκε κι εκείνη και μας είπε πως τώρα μόλις τα ιταλικά αεροπλάνα βομβαρδίσανε την Πάτρα και πως σκοτωθήκανε εκατό και πληγωθήκανε διακόσοι πενήντα…”

“…Ναι, σε μια μέρα όλα αλλάξανε. Η ζωή μας έγινε άνω κάτω. Τα σχολεία όπως το χε πει ο Μήτσος κλείσανε. Τα μαγαζιά κατεβάζουν τα ρολά από τις πέντε τ’ απόγευμα. Σ’ όλα τα παράθυρα κρεμάσαμε μαύρες κουρτίνες για να μην περνάει το φως τη νύχτα και βλέπουνε την πόλη τα ιταλικά αεροπλάνα. Με την Ειρήνη κολλήσαμε πάνω στα τζάμια σταυρωτές λουρίδες άσπρο χαρτί. Αν βομβαρδίσουν και σπάσουν να μην πεταχτούν τα γυαλιά. Απανωτοί συναγερμοί. Κάθε φορά που ακούγονται οι σειρήνες πρέπει να κατεβαίνουμε στο καταφύγιο. Έχουμε ένα στη διπλανή πολυκατοικία. Εκεί στριμώχνεται όλη η γειτονιά. Οι εφημερίδες γράψανε πως η Αθήνα κηρύχτηκε ανοχύρωτη πόλις κι έτσι δεν έχουν το δικαίωμα να τη βομβαρδίσουνε. Αν το κάνουν, θα βομβαρδίσουμε και μεις τη Ρώμη…”

“…Ξύπνησα από τα χαράματα και πήγα και στάθηκα στην ουρά. Σαν ανθρώπινο φίδι ήταν. Έπιανε όλο το πεζοδρόμιο, σε λίγο η ουρά της ουράς είχε στρίψει στη γωνιά του δρόμου. Το κόλπο της κουβέρτας είναι σπουδαίο. Η Ειρήνη το σκέφτηκε. Τη ρίχνεις πάνω από το κεφάλι σου και κουκουλώνεσαι ολόκληρη. Στην αρχή ντρεπόμουνα, τώρα δε βαρυέσαι. Τα πόδια ωστόσο ξυλιάζουνε. Ποιος ξέρει πόσα χιλιόμετρα να κανα σημειωτόν σήμερα το πρωί. Και συνήθως οι “χοντρές” αργούν. Ποτέ δεν έρχονται στην ώρα τους. Τις σιχαίνομαι. Όλοι όσοι στέκονται στην ουρά τις σιχαίνονται. Είναι πάντα καλοχτενισμένες, καλοφροντισμένες και κείνο το χαμόγελο! Μια κουτάλα φασόλια κι ένα χαμόγελο. Στάμπα το χουνε βάλει στα μούτρα τους. Δεν είναι όλες τους χοντρές αλλά καλό παρατσούκλι τους βγάλανε τα παιδάκια. “Πατάω ένα κουμπί και βγαίνει μια χοντρή και λέει στα παιδάκια νιξ φαΐ “. Έχει και συνέχεια: “θα πάω να το πω στον Ερυθρό Σταυρό πως είσαστε συνέταιροι εσείς οι δυο”. Αυτό δεν το χω πολυκαταλάβει. Δηλαδή τι συνέταιροι; Ερυθρός σταυρός και κυρίες κλέβουνε; Γερμανοί και κυρίες; Δυο κυρίες μαζί που τρώνε τα φασόλια των παιδιών; Ο πατέρας λέει πως υπάρχουνε ένα σωρό θαυμάσιες, υπέροχες γυναίκες που έχουνε αναλάβει την υπόθεση των συσσιτίων κι εγώ λέω πως σίγουρα δε θα πεινάνε. Κι όταν θ’ ακούνε το μοιρολόι πρωί, μεσημέρι, βράδι: “πεινάω καλές μου κυρίες, πεινάω”, θα νευριάζουνε κι από πάνω. Ναι, πεινάω κι εγώ, καλές μου κυρίες, κι ας μην είμαι κανένα σκελετωμένο αγοράκι. Η κοιλιά μου είναι φουσκωμένη σα μπαλόνι και πεινάω. Σήμερα λιποθύμισα και ίσως γι’ αυτό ν’ άργησε η μητέρα να γυρίσει από το τηλεφώνημα. Θα πέρασε από το “μαύρο χταπόδι” και θ’ άφησε το βραχιόλι της. Πεινάω, Ουφ, έμμονη ιδέα μου χει γίνει τούτο το ρήμα. Θα παίξω για να περάσει η ώρα. Θα βάλω τα ρήματα στη γραμμή, να παραβγούνε στο τρέξιμο. Το πεινάω τερματίζει πρώτο, δεύτερο ακολουθεί το κρυώνω, τρίτο το φοβάμαι και σε μεγάλη απόσταση πίσω τους το πονάω, το μισώ, το αγαπώ. Το γελώ, ξεφτίδι, ούτε ξεκίνησε από την αφετηρία…”

“…Ξεφτίσανε τα σύννεφα στον ουρανό κι ο ήλιος πορτοκαλής, χάνεται πίσω από τη θάλασσα. Για να ξεπορτίσουμε πρέπει να νυχτώσει κι η νύχτα αργεί να φτάσει. (Ποιος να μου το λεγε πως η νύχτα θα γινόταν σύντροφος ακριβός στον αγώνα;). Έχουμε ανοιχτή την μπαλκονόπορτα. Ένα ανάλαφρο αεράκι, της άνοιξης φύσημα, παλεύει τη φιλέ λιωμένη κουρτίνα μας. Το αντικρινό σπίτι λούζεται μέσα στο φως του δειλινού. Το Λενάκι κάθεται στο μπαλκόνι και νανουρίζει την κούκλα της. Θυμάμαι τον Άρη. Πού να βρίσκεται; και γιατί να φύγει; Ο Σέβα είχε δίκιο όταν έλεγε: “Εδώ στην Ελλάδα πρέπει να μείνουμε και ν’ αγωνιστούμε. Κάθε αγωνιστής κι από ένα χτύπημα στον εχθρό”. Από τα ξημερώματα παίρνουμε τους δρόμους. Κουβαλάμε προκηρύξεις, παράνομες εφημερίδες, για να τις μοιράσουμε μόλις σκοτεινιάσει. Με χίλιες προφυλάξεις μαζευόμαστε στα σπίτια και συνεδριάζουμε. Συζητάμε, αποφασίζουμε αν θα γίνει ή δε θα γίνει η απεργία, αν θα βγούμε να φωνάξουμε στους δρόμους, τι θα γράψουμε πάνω στους άσπρους τοίχους της Αθήνας μας. Τα τσακάλια οι Γερμανοί ουρλιάζουν το θάνατο και μεις τον αψηφάμε…”

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΡΖ ΣΑΡΗ

Η Γεωργία Σαριβαξεβάνη Καρακώστα (πραγματικό όνομα της Ζωρζ Σαρή) γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 23 Μαΐου του 1925 στην Αθήνα. Η μητέρα της ήταν Γαλλίδα από τη Σενεγάλη και ο πατέρας της από το Αϊβαλί. Τα παιδικά της χρόνια τα έζησε στην Ελλάδα, όπου τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο. Πριν ολοκληρώσει τις εγκύκλιες σπουδές της, άρχισε ο πόλεμος του 1940. Στη διάρκεια του πολέμου η Ζωρζ Σαρή συμμετείχε στην Αντίσταση και στην ΕΠΟΝ. Το καλοκαίρι του 1962 άρχισε να γράφει το πρώτο της μυθιστόρημα. Ο Θησαυρός της Βαγίας ξεκίνησε σαν παιχνίδι με τα παιδιά που είχε γύρω της, όπως ομολογεί και η ίδια. Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1969 και είχε μεγάλη επιτυχία, ενώ αργότερα μεταφέρθηκε και στην τηλεόραση. Συνολικά έχει γράψει είκοσι μυθιστορήματα, μία νουβέλα, τέσσερα θεατρικά παιδικά έργα και εννιά βιβλία για μικρά παιδιά. Επίσης, στο ενεργητικό της έχει δεκατέσσερις μεταφράσεις μυθιστορημάτων από τα γαλλικά. Όλα τα βιβλία της έχουν κάνει αρκετές επανεκδόσεις και μερικά από αυτά έχουν βραβευτεί. Το 1994 η Νινέτ βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου, καθώς επίσης και από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου (το βραβείο μοιράστηκε με τη Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου). Αργότερα, το 1999 ο Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου τής έδωσε ακόμη ένα βραβείο για το Χορό της ζωής. Το 1988 Τα Χέγια προτάθηκαν για το βραβείο Άντερσεν. Ήταν επίτιμο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Συγγραφέων από το 1972 μέχρι και τον θάνατό της. Πέθανε στις 9 Ιουνίου του 2012 σε ηλικία 87 ετών και στις 12 του ίδιου μήνα κηδεύτηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών.

ΠΗΓΕΣ: http://www.thedailyowl.gr/zorz-sarri-otan-o-ilios/ , https://mytripssonblog.blogspot.com/2017/10/blog-post_28.html , https://wordpress64426.wordpress.com/2017/11/23/%CF%84%CE%BF-%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%AD%CE%BC%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CF%88%CE%AD%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B6%CF%89/

Όταν συνάντησα τον Τίτο Πατρίκιο…

Πάνε 5 χρόνια από τότε… Μέσα σε αυτά βλέπω τον εαυτό μου να μεγαλώνει, να ωριμάζει, να αλλάζει. Αυτό που δεν έχει αλλάξει ούτε λίγο είναι το σκίρτημα στην καρδιά μου κάθε φορά που τα χέρια μου αγγίζουν ένα βιβλίο, που τα μάτια ανοιγοκλείνουν εκστατικά πάνω από ένα ποίημα, που στα αυτιά μου ηχεί μετά μελοποιημένο. Που και που ψάχνω τους ανθρώπους και τους τόπους πίσω από τις λέξεις. Σπάνια τους βρίσκω, μάλλον θα έλεγα τους επινοώ. Σε αυτή τη διαδικασία αναζήτησης, αποδόμησης της ποιητικής και ταυτόχρονης ανοικοδόμησης μιας προσωπικής εικόνας του κόσμου δεν φεύγουν ποτέ τα λόγια που μοιράστηκε μαζί μου εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα, ο Τίτος Πατρίκιος: «Η ποίηση γράφεται από και για τους ανθρώπους, αλλά και από και για τον ποιητή».

Ας τα πάρουμε όμως όλα από την αρχή. Ακόμα στο σχολείο, είχα την τύχη χάρις σε έναν καθηγητή μου να επισκεφθώ τον Τίτο Πατρίκιο στο σπίτι του προκειμένου να τον γνωρίσω και να τον ρωτήσω τις απορίες μου για τη λογοτεχνική άβυσσο. Τις μέρες πριν βάλθηκα να διαβάζω με μανία τα ποίηματά του, που προηγουμένως απλά μπορεί να είχα ακούσει. Στην αρχή μου φαινόταν λίγο πιο ξένα από την ποίηση του Καβάφη και του Σεφέρη που σαν αναγνώστρια ήμουν πιο εξοικειωμένη. Η μικρή τους έκταση, η περιεκτικότητά τους, τα γεγονότα που περιέγραφαν δε θύμιζαν σε τίποτα όλα όσα είχα μέχρι τότε μελετήσει. Η διαφορετικότητα αυτή, ωστόσο, τα έκανε ελκυστικά και όξυνε την περιέργειά μου να γνωρίσω τον δημιουργό τους. Είχα διαλέξει το αγαπημένο μου, είχα κρατήσει σημειώσεις, είχα διαβάσει και ξαναδιαβάσει στοιχεία για τη ζωή του, ήξερα τι ήθελα να μάθω από αυτόν. Ξεκίνησα λοιπόν με λουλούδια στο χέρι, φλόγα στην καρδιά και ανυπομονησία στο μυαλό.

Όταν φτάσαμε στο διαμέρισμα του Τίτου Πατρικίου στο Παγκράτι, βρέθηκα σε ένα σπίτι που έμοιαζε όπως ακριβώς φαντάζεται κανείς το σπίτι ενός ποιητή. Γεμάτο βιβλία, από τα οποία δεν μπορούσα να ξεκολλήσω το βλέμμα μου, με χειρόγραφα και αφιερώσεις του Ρίτσου και του Αναγνωστάκη και μια δόση παλιάς Αθήνας σε κάθε γωνία του. Ο κ. Πατρίκιος εκεί στην είσοδο μας χαιρέτησε χαμογελαστά και εγκάρδια. Δεν αργήσαμε να ξεκινήσουμε τη συζήτηση, αν και διστακτικά μιλούσαμε, γιατί εκείνη την μέρα θέλαμε μονάχα να ακούμε. Σαν σφουγγάρια έτοιμα να απορροφήσουν την γνώση, τη σοφία μιας αυθεντίας, έτσι τουλάχιστον θαρρώ πως τον έβλεπα. Όμως αυτός που στεκόταν μπροστά μου ήταν ένας άνθρωπος ταπεινός, με επίγνωση των πραγμάτων και εμπειρία ζωής. Οι ρυτίδες του προσώπου του, βέβαια , ερχόταν σε αντίθεση με την οξυδέρκεια του μυαλού που μαρτυρούσε έναν σκεπτόμενο ενήλικα και το ζεστό και ευγενικό χαμόγελο που έμοιαζε με εκείνο ενός παιδιού.

Η αλήθεια είναι πως δε θυμάμαι πολλά από εκείνη τη συζήτηση. Υποπτεύομαι θα είναι όλα καταγεγραμμένα στο μικρό, λευκό σημειωματάριο που κουβαλούσα μαζί μου. Θυμάμαι, όμως το πιο σημαντικό.. Θυμάμαι πως ένιωσα κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής αυτής ιδεών και απόψεων, αλλά και μετά. Θυμάμαι πως εκείνη ακριβώς τη στιγμή κατέληξα πόσο αναγκαία είναι η ποίηση στη ζωής μας, σε χαλεπούς και μη καιρούς. Θυμάμαι πως συνειδητοποίησα πως κάποιες φορές πιο αξιοθαύμαστο από το έργο είναι το πρόσωπου που κρύβεται πίσω από αυτό. Θυμάμαι πόσο ανοικτά, διαλλακτικά μιλούσε. Η ποίηση δεν είναι μονάχα προνόμιο μερικών, ούτε ως προς την γραφή, ούτε προς την ανάγνωσή της. Εκεί κατέληξα. Θυμάμαι πως σκέφτηκα πως δεν ήταν αδύνατο να υπηρετήσω και εγώ, στο μέτρο που θα μπορέσω. Για λίγο ένιωσα μικρή, μπροστά σε έναν τόσο μεγάλο καλλιτέχνη. Δεν άργησε η ιδέα αυτή να με εγκαταλείψει και να αντικατασταθεί από έναν πιο βαθύ και ουσιαστικό σεβασμό και θαυμασμό .

Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε, το κορίτσι που έβγαινε από την ίδια πόρτα από την οποία εισήλθε πριν λίγες ώρες, ήταν πολύ πιο συνειδητοποιημένο για τις επιθυμίες, τους στόχους της και τη σχέση της με την ποιητική τέχνη. Αυτή η διαφορά που παρατήρησα και εγώ με σημάδευσε. Και καρφώθηκε στο μυαλό μου: « Η λογοτεχνία είναι ισχυρότερη από τις αποτυχίες της». Θα προσπαθώ και ας αποτυγχάνω, τουλάχιστον θα το κάνω στο βωμό της.

Κάθε φορά που διαβάζω το βιβλίο με την αφιέρωσή του, κάποιο ποίημα, ή ακούω κάποιο από αυτά μελοποιημένα, ταξιδεύω σε αυτή τη συνάντηση, τη συνειδητοποίηση, την αλλαγή και δε νιώθω τίποτα άλλο παρά ευγνωμοσύνη.

Μικρές καθημερινές αλήθειες από τον Τίτο Πατρίκιο

Όταν είχα την τύχη να πέσει στα χέρια μου το βιβλίο “Ο πειρασμός της νοσταλγίας” – σημειώσεις καθημερινότητας των εκδόσεων Κίχλη δεν περίμενα να διαβάσω τόσο αληθινά, επίκαιρα και συγχρόνως ποιητικά και πεζά κείμενα, διαφωτιστικά που με ώθησαν να παρουσιάσω ορισμένα εξ αυτών σε εσάς! Τα υπόλοιπα θα τα βρείτε στο ίδιο το βιβλίο! Πάρτε μια γεύση:

Μιλᾶμε γιὰ κεραυνοβόλους ἔρωτες, φιλίες, προσηλώσεις. Δὲν μιλᾶμε γιὰ τὴν κεραυνοβόλα ἀποξένωση ποὺ μπορεῖ νὰ συμβεῖ τὴν ὁποιαδήποτε στιγμή. Ἴσως ἐπειδὴ ἀργοῦμε νὰ τὴν παραδεχτοῦμε.

*

Ἡ κακογραφία στὰ σημειωματάρια τῶν συγγραφέων ὀφείλεται ὄχι τόσο στὴν ταχύτητα ποὺ ἀπαιτεῖται γιὰ νὰ καταγραφοῦν οἱ σκέψεις τους, ὅσο στὸ ἀκαταστάλαχτο ἀκόμα αὐτῶν τῶν σκέψεων.

*

Μὲ τὴν ἐμπέδωση τῆς δημοκρατίας οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔγιναν πιὸ ἠθικοί, ὅπως φαντάζονταν ἀρκετοί. Οὔτε ὅμως ἔγιναν πιὸ ἀνήθικοι, ὅπως καταγγέλλουν τώρα ἄλλοι. Ἁπλῶς ἡ διαφθορά, ἀπὸ ἀποκλειστικὸ προνόμιο τῶν λίγων, ποὺ ἦταν παλιότερα, ἔγινε τώρα κεκτημένο δικαίωμα τῶν πολλῶν.

*

Μέσα σὲ τί ἐρημιὰ ζοῦνε αὐτοὶ ποὺ πιστεύουν πὼς ἔχουν πάντα δίκιο. Καὶ σὲ τί κατάθλιψη βυθίζονται ἐκεῖνοι ποὺ φοβοῦνται πὼς ἔχουν διαρκῶς ἄδικο.

*

Ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ποίηση μπορεῖ νὰ γιατρέψει κάποιον, αὐτὸς εἶναι ὁ ἀναγνώστης, ὄχι ὁ ἴδιος ὁ ποιητής. Ἐκεῖνον, ἀντίθετα, τὸν ἀρρωσταίνει. Καὶ μάλιστα, γιὰ νὰ εἶναι καλὴ ποίηση, πρέπει νὰ τὸν ἀρρωσταίνει ὣς τὸ ἔπακρο, ὣς ἐκεῖ ποὺ ἀνοίγει κανεὶς στὰ δύο τὸν ἑαυτό του. Ἂν ὁ ποιητὴς χρησιμοποιεῖ τὴν ποίησή του γιὰ δικό του φάρμακο, τὴ νοθεύει, τὴν ἔχει κάνει κιόλας κακὴ ποίηση. Βέβαια ὁ ποιητὴς μπορεῖ κι αὐτὸς νὰ γιατρευτεῖ μὲ τὴν ποίηση, ἀλλὰ μόνο ὡς ἀναγνώστης τῆς ὡραίας ποίησης ἑνὸς ἄλλου ποιητῆ.

*

Καλὰ βιβλία εἶναι αὐτὰ ποὺ εἴτε σοῦ γεμίζουν τὰ κενὰ ποὺ ἔχεις ὅσο νὰ ξεχειλίσουν εἴτε σοῦ δημιουργοῦν κενὰ ποὺ πρέπει ἐσὺ νὰ τὰ γεμίσεις. Τὰ μεγάλα βιβλία εἶναι ἐκεῖνα ποὺ κάνουν ταυτόχρονα καὶ τὰ δύο.

*

Οἱ συγγραφεῖς ποὺ ἀντιγράφουν εἶναι οἱ πιὸ ταπεινοί, οἱ πιὸ λιτοδίαιτοι. Ἀρκοῦνται στὰ ἀποφάγια τῶν ἄλλων συγγραφέων. Ἴσως γι’ αὐτὸ νὰ εἶναι οἱ πιὸ ἐπικίνδυνοι. Ἔχουν ὅλη τὴν κρυμμένη ἐπιθετικότητα ἐκείνου ποὺ πιστεύει ὅτι ἀδικήθηκε γιατὶ κάποιοι πρόλαβαν νὰ διατυπώσουν πρὶν ἀπ’ αὐτὸν τὶς δικές του ἰδέες.

*

Ἀκούω νὰ φωνάζουν κάποιον Θανάση καὶ ἐπαναλαμβάνω μέσα μου τὸ ἀστεῖο: «Ποιός Θανάσης;». Ὁπότε ἀντιλαμβάνομαι ὅτι πρόκειται γιὰ τὸ πιὸ θαρραλέο ὄνομα. Αὐτὸ ποὺ ἀφαίρεσε τὸ στερητικὸ ἄλφα ἀπὸ τὸ Ἀθανάσιος καὶ κατάργησε τὴν ἐπιθυμία τῆς ἀθανασίας. Περιέργως αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία εἶναι σὰν νὰ τὴν ἀποδέχονται, κι ἂς μὴν τὴν ἔχουν, οἱ γυναῖκες, οἱ Ἀθανασίες.

*

Ὅποιος λέει πότε πότε καμιὰ ἀνοησία δὲν σημαίνει πὼς εἶναι βλάκας. Ἀνοησίες ὅλοι λένε, ἀκόμα καὶ οἱ ἰδιοφυεῖς. Μόνο ποὺ ἐκεῖνοι τὸ ἀντιλαμβάνονται ἐγκαίρως. Ἄλλωστε ἕνας σοβαρὸς δείκτης εὐφυΐας εἶναι καὶ ὁ χρόνος ποὺ χρειάζεται κανεὶς γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖ πὼς εἶπε μιὰν ἀνοησία.

*

«Νὰ ξέρεις, παιδί μου, οἱ βλάκες εἶναι οἱ πιὸ πρωτότυποι ἄνθρωποι. Γιατὶ αὐτοὶ μποροῦν νὰ ἐπινοοῦν συνεχῶς καινούργιες βλακεῖες. Ἐνῶ οἱ εὐφυεῖς δὲν μποροῦν νὰ ἐπινοοῦν συνεχῶς καινούργιες ἔξυπνες ἰδέες». Αὐτὸ μοῦ τὸ εἶχε πεῖ ὁ Ἡρακλῆς Ἀποστολίδης, ὁ δημιουργὸς τῆς διάσημης ποιητικῆς ἀνθολογίας, τότε ποὺ πῆγα νὰ τοῦ δώσω τὸ πρῶτο ποιητικὸ βιβλίο μου, τὸ 1954. Ἦταν ἤδη ἡλικιωμένος κι ἐγὼ ἀκόμα πολὺ νέος. Αὐτὴ ἡ κουβέντα μοῦ ἄρεσε καὶ τὴν υἱοθέτησα. Ὅμως μὲ τὸν καιρὸ ἄρχισα νὰ θεωρῶ ὅτι οἱ βλάκες ἐκτὸς ἀπὸ πρωτότυποι μποροῦν νὰ γίνουν καὶ ἐπικίνδυνοι.

Ὕστερα ἀπὸ χρόνια, τὸν καιρὸ τῆς Χούντας καὶ μ’ ἀφορμὴ ἕνα δυσάρεστο περιστατικό, ἔλεγα στὴ φίλη μου τὴ Nina Borruso, στὴ Ρώμη, πὼς οἱ βλάκες εἶναι ἐπικίνδυνοι. Ἐκείνη μὲ ἀντέκρουσε: «Ὄχι ὅλοι οἱ βλάκες. Ἐπικίνδυνοι εἶναι οἱ σκεπτόμενοι βλάκες (οἱ cretini pensanti). Οἱ ἄλλοι εἶναι συνήθως γραφικοί». Υἱοθέτησα καὶ αὐτὴ τὴν κουβέντα. Πέρασαν κι ἄλλα χρόνια ὥσπου εἶδα πώς, ἕως τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ βουλιάξουν στὴ γελοιότητα, οἱ σκεπτόμενοι βλάκες παραμένουν ἀκατανίκητοι. Μόνο ποὺ αὐτὴ ἡ στιγμὴ πολλὲς φορὲς ἀργεῖ νὰ ἔρθει. Καὶ κάποτε δὲν ἔρχεται ποτέ.

*

Διακινδύνευσα μερικὲς φορὲς τὴ ζωή μου ἀλλὰ ὄχι τὴν καθημερινὴ εἰκόνα μου. Γι’ αὐτὴν ἀπέφυγα κάθε ἐξτρεμισμό.

*

Μήπως ἡ παράταση τῆς νεότητας ἑνὸς συγγραφέα συνδέεται μὲ μιὰ παρατεινόμενη ὁμοιομορφία τοῦ ἔργου του; Μήπως γιὰ νὰ ὑπάρξουν βαθιὲς τομὲς στὴν προβληματικὴ καὶ στὸ ὕφος του χρειάζονται ἔντονες τομές, ἀκόμα καὶ χρονικές, στὴ ζωή του;

*

Γιὰ νὰ εἶσαι τελείως ἀνεξάρτητος δὲν φτάνει νὰ μὴν εἶσαι ἐξαρτημένος ἀπὸ ἄλλους. Πρέπει καὶ νὰ μὴν ἔχεις ἄλλους ἐξαρτημένους ἀπὸ ἐσένα. Δηλαδὴ νὰ ἔχεις ἀποκοπεῖ ριζικὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Μήπως ἡ ἀπόλυτη ἀνεξαρτησία εἶναι μιὰ ἐξιδανικευτικὴ φαντασίωση τῆς ἀπόλυτης μοναξιᾶς;

*

Ἡ ζωὴ εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ τὰ δράματά της. Ἡ λογοτεχνία εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ τὶς ἀποτυχίες της.

*

Ἀποφάσισα ἐπιτέλους νὰ ξεκαθαρίσω τὶς λέξεις ποὺ χρησιμοποιῶ. Κυρίως νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ λέξεις ποὺ τὶς εἶχα ἐμπιστευτεῖ κι ἐκεῖνες μὲ παγίδεψαν. Πάνω στὸ ξεκαθάρισμα εἶδα πὼς κι αὐτὸ τὸ ἔκανα μὲ λέξεις ποὺ τὶς ἐμπιστευόμουν.

*

Ὁ δημοκρατικὸς συγκεντρωτισμὸς ὅπως περίπου ἴσχυε στὴν πάλαι ποτὲ Σοβιετικὴ Ἕνωση, δηλαδὴ μὲ τὴν καταγγελία καὶ τὴ διαγραφὴ ὅποιου ἔκανε κριτικὴ στὴν ἡγεσία ἢ καὶ μόνο στὴ γραμμή της, ἰσχύει πλέον σὲ ὅλα τὰ ἑλληνικὰ κόμματα. Εὐτυχῶς χωρὶς τὴ φυσικὴ ἐξόντωση, ὅπως κατὰ κανόνα γινότανε τότε ἐκεῖ. Βέβαια, τὰ κόμματα δὲν τὸν ἀναγνωρίζουν ἀνοιχτά, τὸν ἐφαρμόζουν ὅμως στὴν πράξη. Ἡ ἐπιτυχία τοῦ δημοκρατικοῦ συγκεντρωτισμοῦ μὲ ἐκπλήσσει ἀλλὰ δὲν μὲ ἀνησυχεῖ. Γιατὶ, ὅπως κάθε ἐπανάληψη στὴν ἱστορία, ἔτσι κι αὐτὴ τώρα ἔχει τὴ μορφὴ κωμωδίας.

*

Τὸ ἔνδυμα τῆς λογοτεχνίας προσπαθοῦν πάντα νὰ τὸ φορέσουν ἡ ρητορική, ἡ δημοσιογραφία, ἡ ἀνθρωπολογία. Σ’ αὐτὲς ἔχει προστεθεῖ τελευταῖα ἡ θεωρία τῆς λογοτεχνίας.

*

Ὁ μόνος ἀληθινὸς θάνατος εἶναι ὁ συγκεκριμένος θάνατος ἑνὸς συγκεκριμένου ἀνθρώπου. Ὅλοι οἱ ἄλλοι, οἱ φαντασιακοὶ ἢ οἱ συμβολικοὶ θάνατοι, μόνο φιλολογικὴ ἢ ἐξορκιστικὴ σημασία ἔχουν.

*

Τὰ νοήματα μποροῦν νὰ πολλαπλασιάζονται, νὰ συνδιαπλέκονται, νὰ συγκρούονται, νὰ χωρίζουν μόνο ὅσο εἶναι ζωντανά. Ὅπως τὰ κύτταρα.

*

Γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσουμε μὲ τὸν ἄλλο χρειάζεται νὰ δώσουμε ἕνα σπρώξιμο πρὸς τὰ ἔξω ὥστε νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. Γιὰ νὰ ξαναμποῦμε στὸν ἑαυτό μας χρειάζεται νὰ δώσουμε ἕνα σπρώξιμο πρὸς τὰ μέσα ὥστε νὰ ἀποκολληθοῦμε ἀπὸ τὸν ἄλλο. Εἴμαστε λίγο σὰν τὶς περιστρεφόμενες πόρτες, τὶς revolving doors, τῶν μεγάλων ξενοδοχείων.

*

Πολλὲς φορὲς περισσότερο γυμνωνόμαστε ὅταν μιλᾶμε μὲ κάποιον ἄλλο παρὰ μὲ τὸν ἑαυτό μας. Μάλιστα κάποτε μένουμε τελείως γυμνοὶ ἀπέναντι στὸν ἄλλο. Ὅμως ἀμέσως ξαναβάζουμε κάποιο ροῦχο. Ὑπάρχει καὶ ὁ κίνδυνος τοῦ κρυολογήματος.

*

Τὸ θέμα τῆς γενναιοδωρίας δὲν εἶναι μόνο ἠθικό. Εἶναι καὶ αἰσθητικό.

*

Στὴν ποίηση κυριαρχεῖ ὁ παρὼν χρόνος τοῦ ποιητῆ, ἀκόμα κι ἂν ἀνάγεται στὸν παρελθόντα χρόνο. Στὴν ἱστορία κυριαρχεῖ ὁ παρελθὼν χρόνος στὸν ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ ἱστορικός, ἀκόμα κι ἂν προεκτείνεται ἕως τὸν παρόντα χρόνο.

Ὁ χρόνος τῆς ποίησης διέπεται ἀπὸ τὴ μετακινούμενη μνήμη. Ὁ χρόνος τῆς ἱστορίας προσδιορίζεται ἀπὸ τὴ σταθεροποιημένη μνήμη.

*

Ἀπὸ τὸ πολιτικὰ ὀρθὸ εὔκολα φτάνουμε στὸ ἠθικὰ ὀρθό. Ἀλλὰ σ’ αὐτὸ τὸ τελευταῖο ποιό εἶναι τὸ ἀντίθετο; Τὸ ἠθικὰ πεσμένο ἢ τὸ ἀνήθικα ὄρθιο;

*

Δὲν ξέρω τί εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνο: τὸ νὰ μὴ βρίσκεις λύση σ’ ἕνα αἴνιγμα ἢ τὸ νὰ νομίζεις πὼς ἔχεις λύσεις γιὰ ὅλα τὰ αἰνίγματα;

*

Ἕνας προβληματικὸς ἥρωας, ὅπως τὸν περιγράφουν ὁ Λούκατς, ὁ Λυσιὲν Γκολντμὰν ἢ ὁ Ρενὲ Ζιράρ –ἔχω κατεβάσει σήμερα τὰ βιβλία τους καὶ τὰ ξαναδιαβάζω–, δηλαδὴ ἕνας ἥρωας μυθιστορήματος, τί κάνει ὅταν πρέπει νὰ τηγανίσει δύο αὐγά, νὰ πάει στὸ πλυντήριο τὰ ἐσώρουχά του, νὰ φωνάξει ἕναν ὑδραυλικὸ ἢ ἕναν ἠλεκτρολόγο;

*

Ἂν οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶχαν μιὰ συμπληρωματικὴ ψευδὴ συνείδηση ποὺ μπορεῖ νὰ δικαιώνει τὶς πιὸ ἀντιφατικές, τὶς πιὸ παράλογες, τὶς πιὸ γελοῖες, τὶς πιὸ ἰδιοτελεῖς, τὶς πιὸ ποταπὲς πράξεις τους, θὰ πήγαιναν ὅλοι στὸ φρενοκομεῖο.

*

Τὸ ταξίδι ποὺ ἔχεις νὰ κάνεις γιὰ νὰ διασχίσεις μιὰ θάλασσα ἀπὸ ἀνοησίες εἶναι τόσο πιὸ δύσκολο ὅσο πιὸ εὐλογοφανεῖς εἶναι οἱ ἀνοησίες. Γίνεται ὅμως ἐπικίνδυνο ὅταν οἱ ἀνοησίες αὐτὲς ἀποκτοῦν πολιτικὴ ὑπόσταση.

*

Ὄχι μόνο οἱ ἥρωες τῶν μυθιστορημάτων, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λένε κάποια στιγμὴ πὼς ὑποφέρουν. Συνήθως τὸ ἀποδίδουν στὴν καταδρομὴ τῆς τύχης ἢ στὴν κακότητα τῶν ἄλλων. Εἴτε πάλι στὸ ὅτι ἀφοσιώθηκαν μάταια σ’ ἕνα πρόσωπο ἢ σ’ ἕναν σκοπό. Ὅλα αὐτά, ἀκόμα κι ἂν γίνουν μελοδραματικά, προκαλοῦν πάντα ἐνδιαφέρον. Ὅμως, περισσότερο κι ἀπὸ τοὺς ἥρωες τῶν μυθιστορημάτων, οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι ἀποφεύγουν νὰ ποῦνε ὅτι πολλὲς φορὲς ὑποφέρουν ὄχι γιατὶ δὲν θέλησαν νὰ ξεχάσουν τίποτα ἀλλὰ γιατὶ δὲν τόλμησαν νὰ θυμηθοῦνε τὰ πάντα.

*

Συχνὰ τὸ γῆρας γινόταν ἕνα δράμα, ὄχι μόνο γιὰ τὶς ὡραῖες ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ὡραίους. Σήμερα, μὲ τὴν αὐξανόμενη μακροβιότητα, τὰ βελτιωμένα καλλυντικά, τὴν αἰσθητικὴ χειρουργική, μπορεῖ νὰ γίνει ἱλαροτραγωδία.

*

Τὸ πρόβλημα ἀπὸ τὴν παράταση τῆς ζωῆς δὲν ἐντοπίζεται μόνο στὶς δυσχέρειες τῶν ἀσφαλιστικῶν ταμείων νὰ καταβάλλουν τὶς συντάξεις. Βρίσκεται καὶ στὸ ὅτι ὅλο καὶ περισσότερο ζοῦμε σὲ μιὰ κοινωνία γερόντων στὴν ὁποία κυριαρχεῖ τὸ μοντέλο τῆς διαρκοῦς νεότητας.

*

Καμιὰ περιγραφὴ τῆς φρίκης ἀπὸ τὴν ποίηση ἢ τὸ μυθιστόρημα, καμιὰ ἀναπαράστασή της ἀπὸ τὴ ζωγραφική, τὸ θέατρο, τὸν κινηματογράφο, καμιὰ τέλος πάντων καλλιτεχνικὴ ἀποτύπωσή της, ὅσο δυνατὴ κι ἂν εἶναι, δὲν φτάνει τὰ ὅσα φριχτὰ τρέφουμε καὶ κρύβουμε μέσα μας. Αὐτὰ ποὺ δὲν τὰ κάνουμε ὄχι μόνο γιατὶ τὰ ἐλέγχουμε ἀλλὰ καὶ γιατὶ κάποτε δὲν τὸ τολμοῦμε.

*

Ὅταν κανείς, ὠθώντας ὣς τὰ ἔσχατα τὴ διερεύνηση αὐτοῦ ποὺ βίωσε, κατορθώνει νὰ τὸ φωτίσει, μπορεῖ καὶ νὰ τυφλωθεῖ ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ ξαφνικὰ ξεχύνεται. Εὐτυχῶς ποὺ αὐτὴ ἡ τύφλωση δὲν εἶναι τὸ ἴδιο ὀδυνηρή, οὔτε καὶ μόνιμη, ὅπως ἐκείνη τοῦ Οἰδίποδα.

*

Οἱ νέοι ἄνθρωποι εἶναι σὰν ἀνολοκλήρωτες σφαῖρες. Ἀπὸ τὰ ἐλλείποντα κομμάτια τους πολλὰ τοὺς τὰ προσκομίζει ἡ φιλία. Ἔτσι, συνδέονται βαθύτατα μὲ τοὺς φίλους, ἀλληλοσυμπληρώνονται, καλύπτουν τὶς ἐλλείψεις τους, ὥσπου γίνονται πλήρεις σφαῖρες. Ὅταν ὅμως κάποτε συμβεῖ αὐτό, δὲν χρειάζονται ἄλλο τὶς ὁλικὲς φιλίες ποὺ γεμίζουν ἀκόμα καὶ τὰ ἀνομολόγητα κενά. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα, μὲ τοὺς παλιοὺς φίλους τους, ποὺ κι αὐτοὶ ἔχουν γίνει πλήρεις σφαῖρες, ἢ συγκυλοῦν ἢ συγκρούονται, ὅπως οἱ μπάλες τοῦ μπιλιάρδου.

*

Ἡ λογοκρισία ἔχει κι ἕνα καλό. Μᾶς εὐκολύνει νὰ ἀποδίδουμε σ’ αὐτὴν τὶς ἀδυναμίες τῆς δικῆς μας γραφῆς.

*

Οἱ λογοκριτὲς εἶναι οἱ πιὸ προσεκτικοὶ ἀναγνῶστες, οἱ μόνοι ποὺ διαβάζουν κι ἀνάμεσα στὶς γραμμές, ὅπως λέει ὁ Ἴταλο Καλβίνο.

Πάντως ἀκόμα καὶ σ’ ἐποχὲς βαριᾶς λογοκρισίας, ἡ ποίηση, μὲ τὶς μεταφορές, τὶς παρομοιώσεις, τὶς ἀλληγορίες της, καταφέρνει συχνὰ νὰ ξεγελάσει καὶ τὸν πιὸ προσεκτικό, τὸν πιὸ διεισδυτικὸ λογοκριτή. Ἴσως γι’ αὐτὸ νὰ ἔχει τότε μεγαλύτερη δραστηριότητα ἀπὸ τὴν πεζογραφία.

*

Ἡ δική μας ἀλήθεια γιὰ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ δὲν φτάνει νὰ ἀντιπαρατεθεῖ στὸ ψεῦδος τοῦ ἄλλου. Πρέπει καὶ νὰ διασταυρωθεῖ μὲ τὴ δική του ἀλήθεια.

*

Ἡ παρουσία τοῦ ἄλλου ὄχι μόνο ἀσκεῖ ἕναν ἐξωτερικὸ ἔλεγχο πάνω μας, ἀλλὰ πυροδοτεῖ καὶ τὸν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ μας ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους.

*

Σκύβουμε στὶς ἀδυναμίες, στὰ πάθη μας, ὁμολογημένα ἢ ἀνομολόγητα, ὅπως σ’ ἕνα πηγάδι. Κοιτάζουμε τὸ σκοτεινό του βάθος. Ὄχι γιὰ νὰ φέρουμε κάτι στὸ φῶς ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε γιὰ λίγο ἕναν ἀκίνδυνο ἴλιγγο.

*

Μὲ πιάνει ἴλιγγος ὅταν ἀναλογίζομαι πόσος χρόνος εἶναι κιόλας πίσω μου. Οὔτε θέλω νὰ σκέφτομαι πόσος μπορεῖ νὰ εἶναι ἀκόμα μπροστά μου.

*

Ἀπὸ τὰ πιὸ δυσάρεστα ποὺ μποροῦν νὰ σοῦ συμβοῦν εἶναι νὰ διαφωνεῖς μ’ αὐτοὺς ποὺ ἀγαπᾶς καὶ νὰ συμφωνεῖς μ’ αὐτοὺς ποὺ ἀπεχθάνεσαι.

*

Ἡ λογοτεχνία γίνεται μερικὲς φορὲς μιὰ μορφὴ ἐκλεπτυσμένης αὐτολογοκρισίας.

*

Οἱ ἐπιθυμίες δὲν σβήνουν μὲ τὸν καιρό. Ἁπλῶς μεταλλάσσονται.

*

Πρὶν ἀπὸ κάποια χρόνια, ἂν φώναζες στὸν δρόμο «Ποιητή!…» δὲν θὰ γύριζε κανείς. Τὸ πολὺ νὰ ἀποκρινότανε ὁ Σικελιανός, ὅταν κατέβαινε περήφανα τὴ Βασιλίσσης Σοφίας, στὸ πεζοδρόμιο τοῦ Ἐθνικοῦ Κήπου, μὲ τὴ μαύρη μπέρτα ριχτὴ στὴν πλάτη καὶ τὸ χρυσὸ ρολόι, κρεμασμένο στὸν λαιμὸ ἀπὸ μιὰ χρυσὴ ἁλυσίδα, νὰ αἰωρεῖται στὸ στῆθος του.

Ἂν φωνάξεις σήμερα «Ποιητή!…» ἀμέσως θὰ γυρίσουν τὸ κεφάλι συνταξιοῦχοι στρατηγοί, δικαστικοί, πανεπιστημιακοί, καθηγητὲς καὶ δάσκαλοι, βουλευτές, ὑπουργικοὶ σύμβουλοι, συμβολαιογράφοι, δικηγόροι, γιατροί, φαρμακοποιοί, εἰσαγωγεῖς αὐτοκινήτων, ἔμποροι ἀλλαντικῶν, καὶ ἄλλοι ἀπ’ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα.

Εἶναι φυσικό. Ἀπὸ τὴν ποίηση δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ζήσει, ἄρα γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ γράφει πρέπει νὰ ἔχει κάποιο ἐπάγγελμα ἢ κάποιο εἰσόδημα. Ἄλλο μοῦ κάνει ἐντύπωση. Τὸ πόσοι ἄνθρωποι διαλέγουν τὸν τρόπο τῆς ποίησης γιὰ νὰ ἐκφράσουν ὅσα αἰσθάνονται, ὅσα σκέφτονται, ὅσα τοὺς βασανίζουν. Κι ἀκόμα περισσότερο τὸ ὅτι μποροῦν νὰ τὸ δείχνουν χωρὶς τὶς παλιὲς ἀναστολές, χωρὶς νὰ νιώθουν πιὰ καμιὰ ἐνοχή, καμιὰ μειονεξία. Εὐτυχῶς ποὺ εἶναι πολὺ λίγοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιζητοῦν τὴ δόξα ποὺ φαντάζονται ὅτι δίνει ἡ ποίηση.

*

Δὲν ὑπάρχει ποιητὴς ποὺ δὲν ἔχει γράψει τετριμμένους στίχους τοῦ πόνου τῆς ψυχῆς καὶ τῆς ἀδιέξοδης αὐτοανάλυσης, τοῦ χρόνου ποὺ φεύγει καὶ τοῦ ἔρωτα ποὺ δὲν ἔρχεται, τῆς ἀνέξοδης εἰρωνείας καὶ τοῦ ἀνώδυνου αὐτοσαρκασμοῦ, τῆς σιγουρεμένης ἀμφιβολίας καὶ τῆς κρυφῆς βεβαιότητας. Ἀλίμονο σ’ αὐτοὺς τοὺς στίχους ὅταν παίρνουν τὸν ἑαυτό τους στὰ σοβαρά.

*

Ἡ ποίηση ξεκινάει σὰν αὐτοβιογραφία τοῦ ποιητῆ καὶ ὁλοκληρώνεται σὰν αὐτοβιογραφία τοῦ ἀναγνώστη.

Οι 10 αγαπημένοι μας λογοτέχνες Κωνσταντίνοι

1. Κωνσταντίνος Θεοτόκης

Στον κόσμο δεν μπορεί να ‘ ναι ευτυχισμένοι παρά ή εκείνοι που κάνουν το,καλό , ή εκείνοι που όταν αμαρτήσουν αληθινά μετανιώνουν . Γιατί η ψυχή και του κακού ανθρώπου βαστάει μια θεϊκιά αχτίδα που τηνε φωτίζει . Είναι πλάσμα Θεού ως κι αυτή . Και η θεϊκιά αχτίδα είναι η καλοσύνη . Κι όταν ο νους δεν εξουσιάζει την ψυχή , μάλιστα την ώρα που θα πέσει ο άνθρωπος στον ύπνο , τότε κυριεύει εκείνη η καλοσύνη κι η συνείδηση τον ελέγχει για την κακία του . Παρόμοια θα ’ ναι και η φοβερή ώρα του θανάτου , όταν για το φονιά παίρνει ο χάρος την όψη του σκοτωμένου . Και παρόμοια , όταν οι άνθρωποι κρύβουνε στην καρδιά κάποια λύπη βαριά καιμεγάλη , όσο ο νους εξουσιάζει στον ξύπνιο , ας φαίνεται αυτή η λύπη λησμονημένη και νεκρή , μα τη στιγμή που ας κλείνει τα μάτια ο ύπνος ανασταίνεται μέσα μας και ας χαλάει την ανάπαψη !

2. Κωνσταντίνος Καβάφης

ΤείχηΧωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

3. Κώστας Καρυωτάκης

Κι αν Έσβησε σαν Ίσκιος

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,πουλάκι με σπασμένα τα φτερά·κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιά μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί·κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ –
καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλο ουρανό,η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ‘ζησα ζωή!

4. Κωστής Παλαμάς

Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης,
ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης.
Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι.
Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι.
Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας,
πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας.
ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης·
τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης
καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι
τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι.
Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι,
καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα,
παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα.
Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια
ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια.
Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει
τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι
δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει
τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει
Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω,
καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο.
Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι
καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι,
καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς ν᾿ ἀνοίξω,
καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω;
Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε
γκρικάω, βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: Γκρεμίστε!

5. Κώστας Βάρναλης

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια,
οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σαν μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

6. Κώστας Μόντης

Καλή η λευτεριά, πρώτη η λευτεριά,
μα σου ’χει κάποτε μια σκλαβιά,
σου ’χει μια σκλαβιά!

7. Ντίνος Χριστιανόπουλος

ΙθάκηΔὲν ξέρω ἂν ἔφυγα ἀπὸ συνέπεια
ἢ ἀπὸ ἀνάγκη νὰ ξεφύγω τὸν ἑαυτό μου,
τὴ στενὴ καὶ μικρόχαρη Ἰθάκη
μὲ τὰ χριστιανικά της σωματεῖα
καὶ τὴν ἀσφυχτική της ἠθική.
Πάντως, δὲν ἦταν λύση, ἦταν ἡμίμετρο.
Κι ἀπὸ τότε κυλιέμαι ἀπὸ δρόμο σὲ δρόμο
ἀποχτώντας πληγὲς κι ἐμπειρίες.
Οἱ φίλοι ποὺ ἀγάπησα ἔχουνε πιὰ χαθεῖ
κι ἔμεινα μόνος τρέμοντας μήπως μὲ δεῖ κανένας
ποὺ κάποτε τοῦ μίλησα γιὰ ἰδανικά…
Τώρα ἐπιστρέφω μὲ μίαν ὕποπτη προσπάθεια
νὰ φανῶ ἄψογος, ἀκέραιος, ἐπιστρέφω
κι εἶμαι, Θεέ μου, σὰν τὸν ἄσωτο ποὺ ἀφήνει
τὴν ἀλητεία, πικραμένος, καὶ γυρνάει
στὸν πατέρα τὸν καλόκαρδο, νὰ ζήσει
στοὺς κόλπους του μίαν ἀσωτία ἰδιωτική.
Τὸν Ποσειδῶνα μέσα μου τὸν φέρνω,
ποὺ μὲ κρατάει πάντα μακριά.
Μὰ κι ἂν ἀκόμα δυνηθῶ νὰ προσεγγίσω,
τάχα ἡ Ἰθάκη θὰ μοῦ βρεῖ τὴ λύση;

8. Κώστας Ουράνης

Δεν είμαι εγώ που τη ζωή σου
ήρθα σαν ήλιος να φωτίσω:
το φως στα μάτια μου που λάμπει
δικό σου – και σ’ το στέλνω πίσω!Του μαγικού του κόσμου αν έχω
ανοίξει διάπλατη τη θύρα,
το μυστικό χρυσό κλειδί της
από το χέρι σου το πήρα.Κι αν απ’ τα βύθη ενός ληθάργου
βγήκα, σ’ εσένα το χρωστάω,
σ’ εσένα τους χυμούς που νοιώθω
τη νέα γλώσσα που μιλάω!

9. Κώστας Χατζόπουλος

Πέρασες και είχες στα μαλλιά
ρόδα και φως και είχες στο χέρι
κρίνα λευκά και στάχυα απ᾽τον αγρό·
και σε είδα και είπα κι έφτασε
το καλοκαίρι.

10. Κώστας Κρυστάλλης

Τραγούδι της ξενιτιάς

Ἀνάθεμά σε, ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..
Θὰ πάρω ἕναν ἀνήφορο νὰ βγῶ σὲ κορφοβούνι,
νὰ βρῶ κλαράκι φουντωτὸ καὶ ριζιμιὸ λιθάρι,
νὰ βρῶ καὶ μία κρυόβρυση, νὰ ξαπλωθῶ στὸν ἴσκιο,
νὰ πιῶ νερὸ νὰ δροσισθῶ νὰ πάρω λίγη ἀνάσα,
ν᾿ ἀρχίσω νὰ συλλογισθῶ τῆς ξενιτιᾶς τὰ πάθη,
νὰ εἰπῶ τὰ μαῦρα ντέρτια μου καὶ τὰ παράπονά μου.Ἄνοιξε θλιβερὴ καρδιὰ καὶ πικραμένο ἀχείλι,
βγάλε κάνα χαμόγελο καὶ πὲς κάνα τραγούδι.

Χρόνια τους πολλά λοιπόν

Η Ελένη ως νοητική εποπτεία από τη μυθολογία, τον Όμηρο έως τον Ελύτη και τον Ρίτσο

Λίγη τέχνη…

Μάθημα του Δημήτρη Λιαντίνη, προς τους μετεκπαιδευόμενους δασκάλους του Μαράσλειου Διδασκαλείου.

Απομαγνητοφώνηση:

ΘΕΜΑ : Η Ελένη ως νοητική εποπτεία από τον Όμηρο έως τον Ελύτη

…….Ο γερο-Πρίαμος, ο πιό φρόνιμος, ανάμεσα στους Τρώες, ο εκατοχρονίτης, εκείνος ο βασιλιάς Πρίαμος, από την πλευρά των Τρώων ο Πρίαμος, από την πλευρά των Ελλήνων, σαν φρόνιμος άνθρωπος, ο γερο-Νέστορας, όπως ξέρετε.Λοιπόν, εκεί είναι κάποιοι που γνωρίζουνε και λέει, αυτός εκεί μακρυά που βλέπεις είναι ο Αγαμέμνονας, αυτός είναι ο Μενέλαος, αυτός είναι ο Αίαντας, με το επταβόηον κέρας, την ασπίδα με τα εφτά δέρματα βοδιού…Τούτος είναι.. γι’αυτό λέγεται τοιχοσκοπία ονομάστηκε η ραψωδία από τους Αλεξανδρινούς φιλολόγους.

Εκείνη τη στιγμή, έρχεται και ανεβαίνει επάνω στις επάλξεις, στο τείχος, η Ελένη. Συνοδεύεται από δύο κυρίες των τιμών, θα λέγαμε, που κρατάνε το λευκό της πέπλο που φοράει κι ανεβαίνει, προφανώς, θέλοντας να μεταφέρει κάποιο μήνυμα στον πεθερό της, γιατί ήταν νόμιμη και ευλογητή γυναίκα του Πάρη, του Αλέξανδρου-Πάρη, στο πεθερό της να μεταφέρει ένα μήνυμα, δηλαδή κάποια ικετήρια παράκληση, έ… να γίνουν σπονδές και θυσίες στο ναό της θεάς Αθηνάς, για να εξευμενιστεί η θεά διότι έχει στραφεί με ιδιαίτερη οργή εναντίον των Τρώων, εκείνη τη στιγμή, και τα λοιπά.

Εκείνη τη στιγμή λοιπόν πλησιάζει η Ελένη κοντά στους γέροντες που κάθονται εκεί και συζητούν και βλέπουν. Όταν λοιπόν έρχεται κοντά και τη γνωρίζουν και βλέπουν ότι αυτή είναι η Ελένη, εκεί ο Όμηρος βάζει στο στόμα του Πριάμου, τους ακόλουθους στίχους: Θα σας τους πω στο άγιο πρωτότυπο και θα σας τους μεταφράσω :

Ου νέμεσις τοιήδ’ αμφί γυναικί Τρώας και εϋκνήμιδας Αχαιούς χρόνον πολύν άλγεα πάσχειν: αινώς αθανάτησι θεής εις ώπα έοικεν
(Γ, 156 – 8 ) .

Σημαίνουν αυτοί οι στίχοι: Χαλάλι, τόσοι παιδομοί για μιά τέτοια γυναίκα, στους Τρώες και στους Αχαιούς με τις καλές κνημίδες. Με τις αθάνατες θεές φρικτά μοιάζει στην όψη.

Αυτή είναι όλη, η μόνη και η όλη περιγραφή που γίνεται της Ελένης από τον Όμηρο. Τα σημεία στα οποία σταματάμε εδώ, είναι πρώτον: αυτή η λέξη, η φοβερή λέξη, φρικτά, μοιάζει στην όψη, θα το πούμε, – πού είναι η κιμωλία μου; – αινώς, λέει ο Όμηρος, έτσι, αυτό θα πει φρικτά, αινώς, φρικτά μοιάζει στην όψη με τις αθάνατες θεές.

Η λέξη αυτή, αμέσως μας δίνει την εικόνα του ωραίου. Η ομορφιά σκοτώνει, αγαπητοί μου φίλοι. Η ομορφιά σκοτώνει. Το κάλλος, η ομορφιά, είναι η αρχή του τρομερού, θα μας πει ένας νέος, Ευρωπαίος ωραίος λυρικός, ο Ρίλκε, στις Ελεγείες του Ντουίνο, γιατί η ομορφιά είναι η αρχή του τρομερού που μόλις την αντέχουμε και γαλήνια περιφρονεί και να μας καταστρέψει ακόμη. Η ομορφιά σκοτώνει.

Και από δω κάνοντας μιά προέκταση με μία μεγάλη… έτσι να πούμε ένα άλμα, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί όλοι οι μεγάλοι έρωτες μέσα στην ιστορία ή όπως τους έζησαν οι ποιητές, έχουνε την καταστροφή. Θυμάστε, λέγαμε κάποια μέρα σε άλλες συναρτήσεις ότι δεν υπάρχει μεγάλος έρωτας, που να μην έχει μέσα του την καταστροφή. Εκείνο είναι που τον δικαιώνει και τον οδηγεί σε ακραία ακμή, που τον κάνει αρχέτυπο.

Λοιπόν, η ομορφιά σκοτώνει. Αυτό το μεγάλαιο κεφάλαιο, ν’ αρχίσουμε να πούμε γιατί σκοτώνει και τί είναι η ομορφιά, να δώσουμε δηλαδή την κατηγορία του ωραίου, όπως λέμε στην αισθητική, σ’ αυτό τον κλάδο της φιλοσοφίας.

Ομορφιάς έχουμε δύο είδη: έχουμε το ωραίο, το pulchrum, λατινικός όρος, ωραίο, κανονικές μορφές, έ; – αναλογίες, τομές, το όρισε ο Fechner, πρέπει να υπάρχουν ωρισμένες αναλογίες στη μορφή, στην όψη. Αυτό που λέμε ένα ωραίο τριαντάφυλλο, μία ωραία μορφή, μία ωραία γυναίκα, ένα ωραίο πρόσωπο, ένας ωραίος άντρας, μιά ωραία δύση του ηλίου, μιά ωραία ανατολή, έ; – ένα ωραίο…. η θάλασσα, απλές μορφές, αυτή είναι η κατηγορία του ωραίου.

Αλλά υπάρχει και το υπέροχο, σαν κατηγορία ομορφιάς, μας λέει ο Καντ, στην Κριτική του καθαρού λόγου, Kritik der Urtheilskraft στην αισθητική του δηλαδή, το υπέροχο είναι εκείνο που είναι μιά ανώτερη μορφή, από αυτό το αυτό….. και να πει το pulchrum, το ωραίο που έχει μέσα της τον κίνδυνο. Δηλαδή, ένας κεραυνός, όταν σκάζει δίπλα μας και καταλάβει ο τόπος και μας πιάνει αυτή η φρίκη στον ήχο του, έ; – Τι ομορφιά που έχει! Αλλά σκοτώνει. Μιά τρικυμία, μιά άγρια τρικυμία! Έχει ομορφιά μέσα της. Με κίνδυνο. Ένας σεισμός! Αυτό είναι το υπέροχο! Das Erhabene.

Όταν λέει λοιπόν, φρικτά μοιάζει στην όψη με τις αθάνατες θεές, θέλει να βάλει κι’αυτή την κατηγορία του υπέροχου. Εντάξει. Όλα αυτά τα πράγματα δεν δικαιολογούν το γεγονός ότι η Ελένη είναι η πιό όμορφη γυναίκα και θα είναι και στο μέλλον.

Κάποια άλλα στοιχεία που πρέπει εδώ να προσέξουμε, θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τί σημαίνει αυτή η κρίση του Πριάμου, αυτή η περιγραφή δηλαδή.

Το πρώτο είναι ότι … ποιός μιλάει για ποιόν; Μιλάει ένας γέροντας εκατό χρονών, γεμάτος φρόνηση, γεμάτος ανθρώπινη σοφία, γεμάτος ανθρώπινη πείρα, έ; – Δε μιλάει ένα τζόβενο, ένας έφηβος που είδε μιά ωραία γυναίκα και ξαφνικά κόπηκε στα δύο, έρωτας κεραυνός και δεν ξέρει τί λέει. Μιλάει ένας φρόνιμος άνθρωπος. Έτσι. Να πάθουμε όσα πάθαμε, έ; – δέκα χρόνια τώρα, σφαγή, λοιμός, πείνα, καταστροφή, αγωνία, να πάθουμε όσα πάθαμε, κι’άλλα γι’αυτή τη γυναίκα. Ένας φρόνιμος το λέει.

Και δεύτερον: ποιός είναι αυτός ο φρόνιμος; Είναι εκείνος που θάχε κάθε λόγο να μιλήσει με σκυλίσιο τρόπο, να βρίσει δηλαδή, και να ελεεινολογήσει και να ατιμάσει την Ελένη. Γιατί; Γιατί αυτή είναι η αιτία της συμφοράς του λαού του. Απλά και μόνο να θυμήσουμε το γεγονός ότι ως τη στιγμή εκείνη, στο δέκατο χρόνο του πολέμου που γίνονται αυτά, ως τη στιγμή εκείνη, ο Αχιλλέας του είχε σκοτώσει είκοσι παιδιά, του Πριάμου. Είκοσι παιδιά. Επομένως, τι γνώμη εξ’αντικειμένου, θα λέγαμε, έπρεπε νάχει γι’αυτή τη γυναίκα, που είναι η πέτρα του σκανδάλου, που λέμε. Και όμως. Έ; Έμμεσα πιά συνάγεται το τί γυναίκα πρέπει να ήτανε, για να μιλάει αυτός ο φρόνιμος και ο πολύπαθος, έτσι, για την Ελένη. Αλλά, παρά ταύτα, δε φτάνουμε στο σημείο να πούμε ότι είναι η γυναίκα που προεξόφλησε την ομορφιά του αιώνια θηλυκού, όπως μας λέει ο Γκαίτε, και στο μέλλον. Μία γυναίκα μπορεί να γεννηθεί πιό ωραία.

Εδώ, για να κατανοήσουμε αυτό το σημείο, θα πρέπει πάλι να σκεφτούμε κάτι άλλο. Τί; Πως ήτανε αυτή η Ελένη; Για να πούμε ότι είναι η γυναίκα, η αξεπέραστη ομορφιά. Ήταν ψιλή, ήταν λιγνή, ηταν καμαροφρύδα; έ; Είχε ψιλό λαιμό, είχε ωραίες κνήμες, τί μέση; Τα στήθη της; Ήταν πλούσιο το στήθος της; “Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά”, θα πει ο Σεφέρης στη δική του Ελένη. Ρούσα ήταν; Τα κινήματά της, τα μάτια της, πως ήταν γαλανά, μαύρα; Για κοιτάξτε. Κανένα απ’αυτά τα στοιχεία. Δεν μας δίνει κανένα συγκεκριμένο φυσιογνωμικό χαρακτηριστικό. Τι σημαίνει αυτό; Εδώ είναι η επίνοια και η εφεύρεση του Ομήρου. Την άφησε την Ελένη να την πλάσει ο καθένας μας όπως θέλει, κι όσο μπορεί κι όπου μπορεί και φτάνει με τη φαντασία του. Διότι αν μούλεγε ότι είχε μεγάλα στήθη, θάλεγα, ξέρεις εμένα μου αρέσουν οι μικροβύζες. Αν μούλεγε ότι είναι ξανθιά, η Μέριλιν Μονρόε, να πούμε, θάλεγα, ξέρεις, εμένα μ’αρέσει η Ρόμυ Σνάϊντερ, πούναι καστανή. Αν μούλεγε τούτο, εκείνο, περιόριζε δηλαδή την ομορφιά, καταλάβατε; Την περιόριζε, την έκανε πεπερασμένη, που σημαίνει ότι της αφαιρούσε το στοιχείο του απείρου. Ενώ τώρα, έτσι όπως την έδωσε, η Ελένη είναι το σύμβολο που έχουμε, η ιδέα που έχουμε, η αισθητική καλλιέργεια, σε τελική ανάλυση, που έχει ο καθένας μας, που τον οδηγεί πού; Για την ομορφιά.

Για να το πούμε πολύ απλά, θα σας θυμίσω ένα στίχο, έναν ωραίο στίχο του Ναζίμ Χικμέτ, του ωραίου αυτού τούρκου …………….. πάνω από σωβινιστικές μερικότητες, που λέει σ’ένα τραγούδι του, οι πιό ωραίοι έρωτες, είναι εκείνοι που δε ζήσαμε. Αυτό το πράγμα κάνει ο Όμηρος εδώ. Είναι εκείνο που, δεν μιλάμε για κορυφές πιά, είναι μία ακραία μορφή ομορφιάς. Μιλάμε γιά ύψος. Και στο ύψος δε βρίσκουμε άκρη. Ανοιγόμαστε σε μιά άπειρη διάσταση. Είναι δηλαδή μια εφεύρεση, ένα τρικ, αν θέλετε, που επινόησε ο Όμηρος, αν και είναι συνηθισμένο και γιά άλλες μορφές αυτό, αλλά χαρακτηριστικά με την Ελένη,που προεξοφλεί ότι και στο μέλλον δε θα γεννηθεί γυναίκα καλύτερη από την Ελένη. Ωραιότερη, η Belle Ellene.

Πάει καλά λοιπόν ως εδώ. Ερχόμαστε στο δεύτερο τώρα σημείο. Γιατί αυτή την υπέροχη γυναίκα, το αρχέτυπο του θηλυκού, οι Έλληνες τη θελήσανε μοιχαλίδα και άπιστη; Ρε αδερφέ, ήταν ανάγκη μ’αυτή τη ρετσινιά τη φοβερή; Εδώ, αγαπητή φίλοι, έχουμε ένα από τα πιό σημαντικά σημεία της ελληνικής φιλοσοφίας, της ελληνικής κοσμοθεωρίας και της ελληνικής ηθικής. Είναι μεγάλο το κεφάλαιο αυτό. Γιατί τη θελήσανε πόρνη αυτή τη γυναίκα και άπιστη. Ξελογιάστηκε με τον ωραίο αυτό Πάρη, κάτω εκεί, στους πορτοκαλεώνες της Λακεδαίμονας και στους καλαμιώνες του Ευρώτα και σηκώθηκε και έφυγε. Μα μιά γυναίκα, το αρχέτυπο του θηλυκού, επιτρέπεται να τη θέλουμε άπιστη και μοιχαλίδα;

Το κεφάλαιο είναι πολύ μεγάλο, θάπρεπε να γίνει ειδική ανάλυση επάνω σ’αυτό, γιατί κατεβάζει ολόκληρη την ψυχολογία κι ολόκληρη τη φιλοσοφική ανθρωπολογία κάτω, και θέτει μπροστά στα πόδια μας..Θα σας το πω πολύ συνεπτυγμένα όμως. Πολύ συνοπτικά. Και είναι και η ουσία, το κεντρικό σημείο της ελληνικής ηθικής. Δεν είναι αυτό που λένε, που ακούμε στην τρέχουσα να λένε, ότι μία ωραία γυναίκα δεν ανήκει, δεν μπορεί να ανήκει ποτέ σε ένα μόνο άντρα. Έτσι λέει ο κόσμος, η αρβύλα και τα λοιπά. Μιά ωραία γυναίκα δεν μπορεί να ανήκει σε έναν άντρα. Το πιό ισχυρό αρσενικό, είναι προορισμένο από τη φύση να την κατακτά. Και κατά τούτο είναι δραματική αυτή η γυναίκα. Δε λέω τραγική φύση, αλλά είναι δραματική. Το πιό; Αν κάτι ασυνείδητα από τη φύση της τη φέρνει, να θέλει, ίσως πληρώνει τα λύτρα της στην ευδοκία, στην εύνοια που της έδωσε η φύση να την κάνει τόσο όμορφη. Πληρώνει τα λύ… Είναι προορισμένη δηλαδή να κατακτιέται από το πιό ισχυρό, όταν λέμε πιό ισχυρό εννοούμε πιό ωραίο, αλλά ωραίο, έχουμε πει κι άλλη φορά, είναι βασικά κατηγορία δύναμης και νόησης η ομορφιά, έ; Μην τα λέμε αυτά, τα έχουμε ξαναπεί. Να κατακτιέται από το πιό ισχυρό αρσενικό γι’αυτό δε μπορεί να ανήκει σε έναν άντρα, που σημαίνει κάπου, μοιχαλίς ή άπιστη. Αυτή η ερμηνεία, είναι μιά ερμηνεία που μπορεί να φτάσει μέχρι σ’ένα σημείο, αλλά δεν είναι εκείνο το βαθύτερο που εκφράζει τους Έλληνες. Το βαθύτερο που εκφράζει τους Έλληνες…και γι’αυτό θέλησαν να πλάσουν έτσι την Ελένη, δηλαδή μοιχαλίδα, είναι το γεγονός ότι την ανθρώπινη φύση μέσα στον ορίζοντα της ηθικής, έτσι; μέσα στην κατηγορία της ηθικής, την είδανε οι Έλληνες σαν μία φυσική απορροή, μέσα από τη φυσική πραγματικότητα.Εάν φύγουμε από την ηθική και πάμε στη φύση, εκεί δεν υπάρχει πίστη και απιστία ανάμεσα στα φύλλα, στο αρσενικό και στο θηλυκό. Δεν υπάρχει πίστη. Είναι άλλοι οι νόμοι που λειτουργούν. Και βέβαια το σωστό, το ακέραιο, το αληθινό, δεν είναι η παράσταση που σχηματίζουμε από την οποιαδήποτε ηθική μιάς εποχής ή ενός πολιτισμού και τα λοιπά, αλλά είναι η παράσταση που σχηματίζουμε από τη φυσική οδηγία. Και η φυσική οδηγία, εν προκειμένω, όταν θέλουμε να φτάσουμε πιά σ’αυτά τα βάθη, σ’αυτούς τους μυχούς, σ’αυτό το βαθύτερο κοίτασμα της φυσικής πραγματικότητας, των φυσικών νόμων, μας λέει ότι είναι μέσα στους κανόνες του παιχνιδιού, να μην ανήκει αυτή η έννοια της κατοχής και της κτήσης που έχουμε, σε παντρεύτηκα, με παντρεύτηκες, είσαι κτήμα μου, είμαι κτήμα σου.. Η ιδιοκτησία είναι κλοπή, είπε ο Pouldot, από τους τοπικούς σοσιαλιστές, τον περασμένο αιώνα. Λοιπόν. Κι’αυτό είναι που σκοτώνει τον έρωτα, γιατί τον περιορίζουμε, τον εγκλωβίζουμε και τα λοιπά.

Εν πάσει περιπτώσει, αυτές οι απόψεις πάνε κάπως κόντρα, έ; – Εναντιώνονται στις τρέχουσες ηθικές αντιλήψεις και μάλιστα σε μία αστική, μικροαστική ή μεσοαστική αντίληψη.Θα ιδούμε, από την άλλη πλευρά, για να κατανοήσουμε αυτό το πράγμα, ότι και μέσα στην ιστορία, ποτέ δεν εφαρμόστηκε ο νόμος της μονογαμίας, γι’αυτό σας έλεγα κάποτε, το ου μοιχεύσεις, η όγδοη εντολή του Μωσαϊκού Νόμου, είναι, ό,τι το πιό απάνθρωπο, επινόησε, καθιέρωσε και επέβαλλε η Ιστορία, στην Ηθική. Είναι μιά δαμόκλειος… είναι μιά σπάθα, που κατεβαίνει και κόβει κεφαλές. Γι’αυτό το μόνο νόημα που έχει αυτή η εντολή, έχουμε ξαναπεί, είναι σταθερά, μέσα στην Ιστορία, να παραβαίνεται. Γιατί παραγνωρίζει την ανθρώπινη φύση. Εκείνο που θα λέγαμε, στην έσχατη και πιό επιεική περίπτωση, για το γεγονός ότι θέλησαν οι Έλληνες την Ελένη μοιχαλίδα, είναι ότι είδανε αυτό το βάθος της ανθρώπινης φύσης που δε σημαίνει ότι εισάγει την ερωτική αναρχία ή την ηθική αναρχία.

Το πρόβλημα αυτό, μας δόθηκε η ευκαιρία, νομίζω, και το θίξαμε προχθές, που μιλήσαμε για Πλατωνικό Έρωτα, θυμάστε; Το πρόβλημα είναι, νάσαι πάντα ηθικά εγρήγορος και να αγωνίζεσαι. Κι αν πέσεις, να μπορέσεις να ξανασηκωθείς. Εκεί είναι η ομορφιά και η δραματικότητα, αν θέλετε, και το μεγαλείο, ο πόνος και η οδύνη, που έχει η ηθική, σα ζωντανή ηθική, που λειτουργεί με αίμα και με οστά και όχι με σχηματοποιημένες λύσεις και συνταγές και εντολές και σχήματα, να δίνουμε αυτόν τον περιορισμό, ο οποίος – εδώ θα συμφωνήσετε μαζί μου – εγώ επιχειρώ… δεν οικειοποιούμαι αυτές τις θέσεις, μην τα αποδίδετε σ’εμένα, προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τον Όμηρο, έτσι; Θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι από την άποψη της ιστορικής εξέλιξης και της ιστορικής πείρας, το δίκιο είναι με τους Έλληνες και όχι με τους Εβραίους, με το ου μοιχεύσεις, δηλαδή. Η απιστία είναι μέσα στους κανόνες και πάντα … Απόδειξη το γεγονός, που έχουμε πει πολλές φορές, ότι σήμερα στους τρεις ο ένας χωρίζει. Τι θα πει χωρίζει; Έχει προηγηθεί απιστία. Έχει προηγηθεί μοιχεία ας το πούμε. Έχει προηγηθεί, το γνήσιο αυτό φυσικό κοίτασμα της Ελένης, όπως τη θελήσανε οι Έλληνες. Αλλά. Για νάχουμε και ολοκληρωμένη την εικόνα, πρέπει να πούμε και κάτι άλλο. Εάν ο Όμηρος μας έδωσε την Ελένη μοιχαλίδα, μ’αυτό το στίγμα, μ’αυτή τη ρετσινιά, και στεκόμαστε κριτικά και με επιφυλάξεις απέναντί του, μιά περιορισμένη ηθική αντίληψη, εν πάσει περιπτώσει, αν δώσουμε τα νόμιμα του δικαίου, του δικαιώματος αυτής της αντίληψης, μη ξεχνάμε από την άλλη μεριά ότι ο Όμηρος μας έδωσε και το αντίθετο, τον άλλο πόλο. Η Ελένη άπιστη, αλλά μας έδωσε και την Πηνελόπη, την πιστή. Την Πηνελόπη την πιστή. Και δεν έχουμε σταθεί στην προσπάθεια να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε τί σημαίνει Πηνελόπη πιστή, στην Οδύσσεια. Κοιτάξτε να δείτε. Απλοποιούμε, αγαπητοί μου φίλοι. Για φανταστείτε μιά ωραία γυναίκα, στα είκοσι, εικοσιπέντε της χρόνια, που φεύγει, που έχει πλήρη ερωτική εμπειρία και ερωτική λειτουργία. Όμορφη, θηλυκό, βρυαρό, πλούσιο, τρυφερό, γεμάτο, που θέλει και διψάει το αρσενικό, να το’χει και να το χαίρεται, κάθε μέρα. Φανταστείτε ξαφνικά να μένει μόνη της, μέσα στα δώματα, και να περιμένει είκοσι χρόνια να γυρίσει ο άντρας της. Φέρτε στο μυαλό σας, κάντε μία ψυχική μετάθεση, και φέρτε το σε μία σύγχρονη γυναίκα. Μία, από σας, που είσαστε όλες ζωντανές. Λοιπόν. Τι σημαίνει είκοσι χρόνια να καίγεται και να σταυρώνεται και να πεθαίνει το θάνατο μέσα σ’αυτή τη στέρηση, τη θεία στέρηση, την πενία, που λέει ο Πλάτων. Και να μπορέσει να αντέξει αυτό το πράγμα. Ποιά θα το άντεχε; Κάποιες θα το αντέχανε, αλλά ποιές; Με την έννοια αυτή, η Πηνελόπη είναι μία νοητική εποπτεία, όπως λέμε, ένας τύπος που έχει πλάσει η παγκόσμια λογοτεχνία, άκρως δραματική. Εγώ δε λέω, καθόλου λιγότερο δραματική από τον Οδυσσέα, που πλέει στις θάλασσες και ταξιδεύει, αυτός γνώρισε και τον έρωτα σε όλα του τα μεγαλεία, έ; ………… ofurk (?) στον έρωτα.
Λοιπόν. Αυτή την εποπτεία όμως τη νοητική, σαν αντίθετο πόλο, μας την έδωσε ο Όμηρος. Ένας αντίλογος δηλαδή και μία απάντηση ότι αυτή είναι η Ελένη αλλά αυτή είναι και η Πηνελόπη. Πάει λοιπόν αυτό. Δε θα επιμείνω άλλο στην εικόνα που μας παρουσιάζει ο Όμηρος για την Ελένη, για να πάμε τώρα σε άλλα πράγματα, να ιδούμε πως επεξεργαστήκανε αυτή την υπέροχη μορφή, άλλες σπουδαίες στιγμές της κλασσικής, ελληνικής πρώτα, Τέχνης και ναρθούμε λίγο και στη νεώτερη.

Ο δεύτερος, αγαπητοί μου φίλοι, που δούλεψε αυτό το μοτίβο, αυτό το θέμα, το θέμα Ελένη, μετά τον Όμηρο, είναι ο Στησίχορος. Ο Στησίχορος είναι ένας λυρικός ποιητής, της χορικής ποίησης μάλιστα, δωρικής καταγωγής, δωριαίας, κάτω από τα δωρικά φύλλα της Πελοποννήσου, ο οποίος λέγεται και Στησίχορος διότι, κατά μία εκδοχή, έστησε χορόν, καθώς άρχιζε ο χορός, η λυρική έγινε μελική, και η μελική, έγινε χορική ποίηση. Λυρική με λύρα, μέλος τραγουδούσανε κιόλας, χορική χορεύανε. Εκεί λοιπόν, είχανε κάποιες κινήσεις που κάνανε και σε μιά στιγμή κάνανε τέσσερα-πέντε βήματα και στεκόντουσαν, ας πούμε. Έστησε χορόν. Και μετά, αυτό που λέμε στροφή-αντιστροφή, μετά στην Τραγωδία και λοιπά. Λοιπόν. Ο Στησίχορος, αναφέρεται μία υπέροχη ιστορία από τους Έλληνες για το Στησίχορο. Σκέφτηκε μιά μέρα την Ελένη σα μοιχαλίδα και τον έπιασε οργή. Και πιάνει και γράφει ένα pamflet, ένα λίβελλο. Πιάνει μιά ωδή και της ψέλνει τα εξ’αμάξης, που λέμε. Άτιμη, πόρνη, ελεεινή, φόνισσα, τούτα κείνα, με αφορμή τη μοιχεία της δηλαδή, ποιός είδε το Θεό και δεν τόνε φοβήθηκε! Τί της καταμαρτύρησε, που λέμε… Εκείνη λοιπόν, όταν τελείωσε την ωδή, και το ευχαριστήθηκε κι’όλας, τάψαλλε, ξέρουμε, κι’΄άλλους ποιητές που ήταν και μισογύνηδες, έτσι; Κάποιοι λυρικοί, σπουδαίοι, ένας Σιμωνίδης Αμοργίνος, και λοιπά. Όταν λοιπόν τελείωσε αυτή την ωδή, – αχ, της τάψαλλα και ησύχασα, είπε. Ηρέμησε ο άνθρωπος! Εκείνη τη στιγμή, τυφλώθηκε, κατά την παράδοση. Έχασε το φως του. Χωρίς να υπάρχει λόγος. Δεν ήταν καταρράκτης, δεν ήταν γλαύκωμα. Έχασε το φως, τυφλώθηκε. Βρε τι έπαθα, στα καλά καθούμενα, το φως του… Έμεινε μερικές μέρες εκεί τυφλός, και τότε, εκεί του ήρθε ολίγο ο νους και αρχίνησε να λέει: Βρε, ποιός είμαι εγώ, που έβρισα την Ελένη; Την Ελένη! Τη Διογέννητη Ελένη! Την κόρη του Δία! Τη θεά! Που τη γέννησε σαν ωραίος κύκνος με τη λύρα, κάτω εκεί στον Ευρώτα. Αυτή την υπέροχη γυναίκα, το αξεπέραστο πρότυπο της ομορφιάς και της θηλυκότητας. Ποιός είμαι εγώ ο άθλιος, ο ελεεινός, που έβρισα την Ελένη; Τούρθαν οι τύψεις. Κι αμέσως πιάνει, αγαπητοί μου φίλοι, και γράφει μία πάλιν ωδή, μία άλλη ωδή, ωδή γράφει πάλιν, στην οποία ωδή, πέφτει εκεί, ένδακρυς και ικέτης και ζητάει συγγνώμη και λέει: συγχώρεσέ με, μεγάλη Θεά. Βρέθηκα σε μιά στιγμή ανθρώπινης αδυναμίας, σε μιά στιγμή ποιητικής και καλλιτεχνικής και ηθικής έκπτωσης, και σε έβρισα. Εσένα, το πιό αγνό, το πιό υπέροχο, το πιό όμορφο πλάσμα που αξιώθηκε να γεννήσει η φύση. Συγχώρεσέ με, αν έχεις τη μεγαλοψυχία. Και αμέσως, ξαναβρήκε το φως του. Απ’αυτό το πάλιν ωδή, σώθηκε σε όλες τις γλώσσες, ελληνικά πρώτα, και μετά και στις ευρωπαϊκές και τα λοιπά, η λέξη παλινωδία. Έτσι; Που λέμε μην παλινωδείς, λέω και ξελέω. Έτσι; Η λέξη παλινωδία, να ξέρετε ότι έχει την καταγωγή της εδώ, από το Στησίχορο.

Αυτή η ιστορία παραδίδεται και μάλιστα εκεί μας λέει πιά ο… εισηγείται, δε θυμάμαι αν το κάνει εδώ, ή, εάν πιά παίρνει την αφορμή, εδώ να φτάσουμε στο τρίτο μεγάλο σημείο, στον τρίτο κόμβο της επεξεργασίας της Ελένης, στον Ευρυπίδη. Αλλά ας το κατηγορήσουμε στον Ευρυπίδη, γιατί δε θυμάμαι εάν λέει ο Στησίχορος ότι δεν πήγε ποτέ στην Τροία. Ο τρίτος μεγάλος που ασχολήθηκε με την Ελένη και Απαία η τιμή πάλι εδώ, είναι ο τρίτος τη τάξει μεγάλος τραγικός, ο Ευρυπίδης. (να μου σβύνει κάποιος τον πίνακα, θα σας χαλάσω τις αυτές… γελάει ) Ο Ευρυπίδης, στις δεκαεπτά σωσμένες, από τις ογδόντα περίπου τραγωδίες που έγραψε, μας έγραψε και μιά Ελένη. Που τύχη αγαθή, θα λέγαμε, πολύ καλότυχοι είμαστε, σώθηκε αυτή η Τραγωδία του. Έχει τον τίτλο Ελένη. Εκεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Ευρυπίδης εισηγείται, εισάγει και επεξεργάζεται μία νέα εκδοχή για την Ελένη, η οποία δεν υπάρχει στον Όμηρο. Τι μας λέει; Μας λέει ότι η Ελένη της Σπάρτης δεν πήγε ποτέ στην Τροία. Στον Όμηρο δεν υπάρχει αυτό. Τι θα πει δεν πήγε ποτέ στην Τροία; Μας λέει ότι όταν πήγε να την αρπάξει ο Πάρης, ο Αλέξανδρος- Πάρης και την έβαλε κει κάτω, στο νησάκι Κρανάη, – ποιόν έχουμε από το Γύθειο; – στο νησάκι Κρανάη, από κει την πήρε, στο Γύθειο, στο Μαραθονήσι, που λένε, στο Λακωνικό κόλπο, στο μυχό, είναι ένα μικρό νησάκι κι από κει την έβαλε στο πλοίο και την πήρε. Όταν λοιπόν την έβαλε στο πλοίο, την αγκάλιασε, στα χέρια του αγκαλιά και την πήρε στο πλοίο για να φύγει, να πάει στα Πέργαμα, στην Τροία δηλαδή, εκείνη τη στιγμή επενέβη η θεά Ήρα, η οποία αγαπούσε εξεχόντως, ευνοούσε δηλαδή τους Δωριείς και μάλιστα το βασιλιά της Σπάρτης, το Μενέλαο, και δε θέλησε να του κάνει τέτοια ατιμία και έβαλε στην αγκαλιά του άρπαγος, του Πάρη, το είδωλο της Ελένης. Το είδωλο. Πως γίνεται αυτό;Έ, με λίγη ποιητική ελευθερία, φανταστείτε, κοιτάζουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και τον βλέπουμε εκεί. Αυτό είναι είδωλο, δεν είναι υλικό πράγμα.

Πέστε ότι τό κανε η θεά, τού δωσε, έτσι, υλική υπόσταση, και του βάζει το είδωλο της Ελένης και την αληθινή Ελένη την παίρνει, την έβαλε σ’ένα άλλο πλοίο και την έστειλε στην Αίγυπτο, στα παλάτια του βασιλιά Νηρέα, νομίζω. Εκεί, στις εκβολές, στο Δέλτα του Νείλου. Την έστειλε και της λέει… Ανάθεσε στο βασιλιά εκεί, να τη φυλάει στο παλάτι, ωσότου μια μέρα θα ρθεί ο σύζυγός της και θα την πάρει. Και περίμενε εκεί, αγνή, – έ; – πιστή, καθαρή, αμόλυντη, η Ελένη, δέκα ολόκληρους χρόνους. Και στην Τροία πήγε, ποιος Πήγε το είδωλο της Ελένης. Αυτή είναι η ιστορία, και μας λέει μετά πώς, ύστερα, η Τραγωδία αυτή, ύστερα από μύριες περιπέτειες, κατάφερε και ανακάλυψε ο Μενέλαος ότι είναι εκεί κάτω και την έφερε στη Σπάρτη. Έτσι λήγει, δεν είναι Τραγωδία, είναι… δεν είναι τραγική υπόθεση, είναι δραματική, όπως λέγαμε, κάθε φορά που κάναμε τη διάκριση ανάμεσα σε τραγικό και δραματικό, γιατί λήγει καλά, δε λήγει με καταστροφή.

Μας λέει λοιπόν.. Τώρα δε βρίσκει κανείς πού είναι η ουσία σ’αυτό το ποίημα που έπλασε ο Ευρυπίδης. Εντάξει, μας λέει μιά διαφορετική ιστορία. Υπάρχει μιά φοβερή ουσία! Υπάρχει μιά ουσία που θα μας κάνει, θα μας αφήσει άναυδους! Δε θα σας την πω αυτή τη στιγμή, θα σας την πω, μην αγωνιάτε, σήμερα θα σας το πω, αλλά θα σας το πω στην κατάλληλη θέση, όταν θα μιλήσουμε για την Ελένη του Γιώργου Σεφέρη.

Σαν κατακλείδα κλείνοντας, διότι ο Γιώργος Σεφέρης, τη δική του Ελένη που έπλασε, στην τελευταία περίοδο της ποιητικής του δημιουργίας, την ενεπνεύσθη από την Ελένη του Ευριπίδη Εκεί λοιπόν θα πούμε πού είναι η ουσία και τί φοβερή πάλι ιδέα έπιασε ο Ευριπίδης μ’αυτή την Ελένη! Για να’ρθούμε στην τέταρτη μεγάλη κορφή, μετά τον Ευριπίδη, ώχ! εδώ θέλω λίγο γερά νεύρα, έ; – στον Πλάτωνα. Πώς ο ωραίος αυτός αρσενοκοίτης, επεξεργάστηκε αυτό το υπέροχο πρότυπο, την Ελένη, Ο Πλάτων λοιπόν. Λέμε: Όμηρος, έτσι; Στησίχορος, Ευριπίδης, Πλάτων. Kαι θα σταματήσουμε εκεί, να μην πάμε… ο Γοργίας έχει πλέξει, ο περίφημος αυτός σοφιστής, ένα ωραίο εγκώμιο στην Ελένη, την ύμνησε, αλλά έχουν σωθεί λίγα, δεν έχει σωθεί,νομίζω, ολόκληρο το αυτό… και είναι μάλλον ένα γύμνασμα ρητορικό, οι σοφιστές ήταν και ρήτορες, αλλά εκεί τους πλέκει ωραία το εγκώμιο ο Γοργίας.

Πάμε λοιπόν στον Πλάτωνα. Στον Πλάτωνα έχουμε μία κορυφή, στην επεξεργασία του ειδώλου, που είναι αυτόχρημα της ίδιας ποιότητας με τον Ευρυπίδη και με τον Όμηρο, θάλεγα. Κοιτάξτε τί γίνεται: την Ελένη, του δίνει αφορμές για επεξεργασίες και ορθώματα καλλιτεχνικά, του Πλάτωνα, η Ελένη, στο διάλογο Φαίδρος.Ο Φαίδρος, ο Πλατωνικός Φαίδρος. Σας έχω πει πολλές φορές και τόχετε εντυπώσει πιά. Ο Πλατωνικός Φαίδρος είναι το ωραιότερο ερωτικό ποίημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Στο βαθμό, αγαπητοί φίλοι, που είναι ένας επαρκής αναγνώστης, δε βρίσκω πιό ΟΜΟΡΦΟ και πιό μεγάλο κατόρθωμα, στο χώρο της ερωτικής ποίησης, από τον Πλατωνικό Φαίδρο. Σας έλεγα κάποτε μάλιστα, ότι εδώ αναπτύσσει και τη θεωρία των Ιδεών, στοιχειωδώς. Καθώς επίσης και πολλά άλλα πράγματα λέει εδώ, ποιός είναι ο συγγραφέας, αυτά που λέμε που ψάχνουμε να βρούμε ο μεγάλος συγγραφέας, τα κριτήρια και τα λοιπά, υπέροχο!Μας λέει τους υπέροχους μύθους των Τεττίγων, του Θεύθ, του Θαμούζ, τις ανακαλύψεις, τις εφευρέσεις, τι κακό φέρνουν οι εφευρέσεις, χίλια δύο υπέροχα πράγματα, αλλά είναι ο κατ’εξοχήν ερωτικός διάλογος.

Για να δείτε, θα σας πω λίγα λόγια, είμαστε υποχρεωμένοι, να σας δώσω την εικόνα, έτσι; – τη σκηνογραφία του διαλόγου, για να ιδούμε πώς φτάνει στην Ελένη. Ένα πρωϊ, έτσι αρχίζει ο Φαίδρος, ένα πρωϊ, ένας ωραίος έφηβος, ο Φαίδρος, βρίσκει στην Αγορά, στην Αρχαία Αγορά, εκεί που την είδαμε προχθές, που είχαμε πάει στην Ακρόπολη, κάτω, να περιφέρεται ο Σωκράτης. Πάντα σε στοές, σε κρήνες, ο Σωκράτης, έ; – σε άλση και τα λοιπά. Πήγε λοιπόν και τον παίρνει από κοντά. – Καλημέρα, Σωκράτη. – Καλώς τον ωραίο, τον πάγκαλο!Τον Σωκράτη τον ετρέλαινε η ομορφιά, μας λέει σε πολλούς Διαλόγους ο Πλάτων, στο Θεαίτητο, κυρίως, όπου έβλεπε ωραίο αγόρι, ωραίο έφηβο… Του λέει: ξέρεις, ο Φαίδρος, θέλω να σου πω κάτι. – Πες το μου Χθες, του λέει, μού στειλε ένα γράμμα ερωτικό ο Λυσίας, ο ρήτορας Λυσίας. Θυμάστε, στο Γυμνάσιο μαθαίναμε Λυσίου Υπέρ Αδυνάτου , που μαθαίναμε. Μού στειλε ένα γράμμα, λέει, και μου τα ρίχνει κατευθείαν, μου την έριξε (γελάει) που λέτε σεις, στη γλώσσα σας, η νέα γε … (μου την έπεσε), μου την έπεσε, που λέτε στη γλώσσα σας, η νέα γενεά. Λοιπόν. Μού χει γράψει ένα γράμμα, μ’έχει ζαλίσει. Σαν το κοτόπουλο είμαι, του λέει. Δεν ξέρω, είμαι έτοιμος να εν δώσω – Και τί κάθεσαι; του λέει ο Σωκράτης. Άμα σούχει γράψει τέτοια πράγματα…- Κοίταξε, του λέει, προτού πάρω τις όποιες αποφάσεις, ο Φαίδρος, μιλάμε τώρα, ερχόμαστε, κάνουμε μία πολύ συνοπτική αναφορά στο φαινόμενο ομοφυλοφιλία στην αρχαία Ελλάδα, είναι τεράστιο το πρόβλημα, δεν μπορούμε να το επεξεργαστούμε σήμερα, η σχέση, ως γνωστόν, ήτανε ανάμεσα στον έφηβο από δεκαπέντε έως είκοσι, εικοσιδύο χρονών και στον ώριμο άντρα, από σαράντα έως πενήντα χρονών. Ο ώριμος ήταν ο εραστής, που έπαιζε το ρόλο του παιδαγωγού, έκανε “καλόν καγαθόν”, έφτανε μιά στιβαρή και ρωμαλέα προσωπικότητα εξωτερικά και εσωτερικά, από γυμνάσματα μέχρι καλλιέργειες πνευματικές, το ρόλο του παιδαγωγού, και ο ερώμενος, ήταν το αγόρι, ο ωραίος αυτός έφηβος, που η ομορφιά του, η ομορφιά του και η δροσιά του, το ίουλον και το χνούδι και τα τούτα και τα κείνα, ενέπνεε, διότι υπάρχει μιά ιδιότυπη αντίληψη στους Έλληνες, και όχι μόνο στους Έλληνες, για την ομορφιά, πώς μπορούσε ένα αγόρι, άντρας, να συγκινεί άντρα, από την άλλη μεριά έχουμε το ανάλογο φαινόμενο του λεσβιακού έρωτα, έτσι; Η Σαπφώ και τα λοιπά, γυναίκα με γυναίκα, αυτό που λέμε σήμερα… αχ, σήμερα πού έχουμε φτάσει… σε τι εκπεσμούς… Λοιπόν. Είναι μεγάλο το κεφάλαιο αυτό, η απλή εκδοχή που μας λένε οι καλλιτέχνες, οι γλύπτες, οι ζωγράφοι, οι ποιητές, και τα λοιπά, είναι ότι από πλευράς καθαρά αντικειμενικής, ένα αντρικό σώμα, σαν ομορφιά, αισθητικά, είναι πολύ πιό άρτιο, πολύ πιό τέλειο, από ένα γυναικείο, έστω και αν αυτή η γυναίκα είναι η Ελένη, το σώμα.

Λοιπόν.Πολύ συνοπτικά, πολύ γενικά, σας λέω, να μην αρχίσω την ιστορία, πώς άρχισε το φαινόμενο, πώς εξελίχθηκε, πώς τους λέγανε, ονοματολογίες, είναι ολόκληρη φιλολογία, σας λέω. Σας παραπέμπω εκεί. Ελπίζω να σας δώσω και βιβλιογραφία καμιά φορά, κάπου έχω, μου είχε στείλει πέρσι, ένας μετεκπαιδευόμενος, μία άρτια βιβλιογραφία! Χάζεψα όταν την είδα! Απ’όλους τους αρχαίους, δηλαδή, τί λένε γι’αυτό το … τους μεγάλους συγγραφείς. Λοιπόν. Του λέει, αυτό κι αυτό, είμαι ζαλισμένος με το γράμμα που μούστειλε. –

Εντάξει, του λέει ο Σωκράτης.- Όχι, λέει, θέλω πρώτα να στο διαβάσω. Και να μου πεις η γνώμη σου. Να μου πεις, αν πράγματι είναι σωστή η κρίση μου. – Να μου το διαβάσεις του λέει ο Σωκράτης. Πάμε, του λέει, από δω, από την Αγορά. – Πού να πάμε; – Πάμε να καθίσουμε εκει πέρα, στο ποταμάκι, στον Ιλισσό, εκεί στα πόδια του Αρδηττού λόφου, που είναι το Καλλιμάρμαρο, που λέμε σήμερα, έρεε το ποταμάκι τότε, μέσα σε πλατάνια, δροσιές, (δεν ξέρω τα βάρβαρα….. ) εκεί που είναι η οδός Καλλιρόης σήμερα, απέναντι από τις στήλες. Πήγαν λοιπόν, καθίσαν εκεί, ξυποληθήκανε, βάλανε και τα πόδια τους να τα βρέχει το νεράκι, και πιάνει και του διαβάζει το γράμμα, του Λυσία. – Πές μου, του λέει, δεν είναι πράγματι ωραίο γράμμα;Του λέει ο Σωκράτης:

– Απορώ πώς κάθεσαι! Αυτό δεν είναι γράμμα, παιδί μου. Αυτό, του λέει, κόβει κεφαλές. Ωραιότερο γράμμα, δεν θα μπορούσα να ακούσω να μου διαβάζουν.

– Είδες που στά λεγα, του λέει ο Φαίδρος, είδες που στά λεγα;

– Έχεις δίκιο, του λέει, όρμα του!

-Δε μου λες, του λέει, του κάνει μιά επίθεση ο Φαίδρος. Εσύ, τάχα, του λέει, δεν θα μπορούσες να γράψεις ένα τέτοιο γράμμα;

-στο Σωκράτη. Τον κοιτάζει ο Σωκράτης, μ’ εκείνη την ειρωνία, την τραγική ειρωνία.

– Καϋμένε μου, του λέει. Σου γράψω γω, σου γράψω γράμμα μόνο τέτοιο; Σου καλουπώσω άγαλμα εγώ! Άγαλμα! Εκατό φορές καλύτερο!

– Γράφτο! του λέει ο Φαίδρος.

– Πάρε χαρτί και μολύβι και γράφε, του λέει ο Σωκράτης.

Και πιάνει λοιπόν και του υπαγορεύει ένα γράμμα, ερωτικό. Που παίζει το ρόλο ο Σωκράτης εδώ του εραστή, που προσπαθεί να πείσει τον ερώμενο ότι πρέπει να δεχτεί να γίνει ο ερώμενός του, να δημιουργήσουν αυτό το δεσμό. Όταν λοιπόν τελειώνει το γράμμα, διάβασε, τώρα, του λέει, στο Φαίδρο. Και πες μου αν σ’αρέσει.

Το διαβάζει ο Φαίδρος και λέει: έχεις δίκιο, Σωκράτη. Ωχριά το γράμμα του Λυσία, μπροστά σ’αυτό το γράμμα που μού γραψες εσύ. Κανείς δε μπορεί να γράψει καλύτερο!Είδες που στάλεγα; – του λέει ο Σωκράτης. Εκείνο που πρέπει να ειπωθεί όμως εδώ, είναι ότι η όλη επεξεργασία του προβλήματος, ήτανε απάνω σε μία τακτική ή σε ένα επίπεδο μηχανιστικό. Δηλαδή. Το ερωτικό γράμμα πού χε γράψει ο Λυσίας στο Φαίδρο, τού λεγε ότι οφείλεις να διαλέξεις απ’όλους τους ώριμους άντρες, τους επίδοξους εραστές, εμένα για εραστή σου. Διότι θα είναι η καλύτερη επιλογή που έχεις να κάνεις διότι εάν διαλέξεις εμένα έχεις να πάρεις αυτό, κι αυτό, κι αυτό, κι αυτό, κι αυτό. Θα κερδίσεις όλα αυτά τα πράγματα. Χίλια δύο! Φερεγγυότητα, πλούτο, ιδέες, καλλιέργεια, παιδαγωγική, αξιοπιστία, ότι δεν θα τον προδώσει, ότι δεν θα τον διαβάλλει, θα τον κατασυκοφαντήσει, θα τον εξευτελίσει, χίλια δυό πράγματα! Και συ θα μου δώσεις, λέει, αυτό, που θα μου δώσεις. Ήτανε δηλαδή ένα ερωτικό γράμμα, απάνω σε μιά… στη διαδικασία του do ut des, που λέμε. Σου δίνω, για να μου δώσεις. Σου δίνω για να μου δώσεις. Αυτό είναι έρωτας. Αυτό πράγματι γίνεται. Στην πιό χυδαία, στην πιό απλή, έτσι; – στην πιό εμπράγματη εκδοχή, αυτό γίνεται.Σου δίνω για να μου δώσεις. Όταν συναντιούνται δύο, να πούμε, και… σ’αυτή την οαριστήν, την ερωτική συνάντηση, o ένας δίνει στον άλλον και παίρνει από τον άλλον, είναι δηλαδή μία εμπορική σύμβαση. Ένα είδος τέτοιας, μηχανιστικής, συμπεριφοράς, – καταλάβατε; Κι απάνω σ’αυτό το μοτίβο είχε γράψει το γράμμα ο Λυσίας. Και βεβαίως ο Σωκράτης, ήταν υποχρεωμένος να του απαντήσει στο ίδιο ύφος. Στην ίδια προβληματική και στην ίδια …

Εκεί λοιπόν ήταν που υπερείχε το γράμμα του Σωκράτη. Εκείνη τη στιγμή, που έχει μείνει εκστατικός ο Φαίδρος, μπροστά στην ανάγνωση του γράμματος του Σωκράτη, γίνεται κάτι παράξενο! Κάτι αλλόκοτο, αγαπητοί μου φίλοι.

Ξαφνικά αναποδογυρίζει το μάτι του Σωκράτη, να φανεί το ασπράδι. Μιά ταραχή και μιά σύγχυση, σαν τις αυτές .. τις.. κρίσεις ή τις εκστάσεις που πάθαινε ο Βοναπάρτης πριν απ’τις μεγάλες μάχες, όταν έπιανε τα σχέδια, πώς θα την κάνω, εκεί γινότανε τέρας! Γύριζε το μάτι του ανάποδα! Γιατί αυτό ήταν η φοβερή σύλληψη, εκείνο που δεν το πήρε κανένας άλλος, έτσι; Αναποδογυρίζει το μάτι του Σωκράτη, πέφτει κάτω σε μιά κατάσταση υστερίας, σελληνιασμός! Τον έπιασε μιά κρίση…

– Τί έπαθες του λέει ο..

– Ι……. Φαίδρε, του λέει, ω, Φαίδρε καλέ, ώ ρε Φαίδρε, τι κόντεψα να πάθω!

– Τι έπαθες Σωκράτη; – του λέει

– Δεν έπαθα αλλά θα το πάθω, του λέει. Θα πάθω εκείνο που έπαθε ο Στησίχορος. Θα τυφλωθώ! Θα με τυφλώσει ο έρωτας! Γιατί; Γιατί τον ύβρισα! Τί είναι αυτά τα πράγματα που έπιασε ….. αυτό είναι ο έρωτας; Ντετερμινιστική διαλεκτική, εμπόριο, συναλλαγή, τέτοια αισχρή και ωμή, να πάρω για να πάρεις, σα να πουλάμε κρομμύδια και σκόρδα;

– Ι……Και πέφτει κάτω και ικετεύει, Ω, θείε έρωτα συγχώρεσέ με,που πρόφτασα την τελευταία στιγμή και γλύτωσα γιατί τώρα θα περιγράψω τον αληθινό έρωτα. Τώρα θα πω ποιός είναι ο έρωτας! Κάνει δηλαδή την παλινωδία του ο Σωκράτης προτού τυφλωθεί. Κάνει την παλινωδία του, με την έννοια ότι περιγράφοντας μ’αυτό τον χυδαίο τρόπο τον αυτόν.. και περιγράφει πιά τον έρωτα σαν ουσία, σα βάθος, σαν πέμπτη ουσία, σαν την ομορφιά, σαν τον βαθύτερο κοσμικό Νόμο που κυβερνάει ολόκληρο το σύμπαν. Η αγάπη που τον ήλιο κινάει και τάλλα τ’αστέρια. Έτσι τελειώνει πάντοτε τα τρία μέρη της Κωμωδίας του ο Δάντης. Κι ο Αριστοτέλης θα μας πει, ο Θεός είναι αγάπη, έρωτας δηλαδή με την έννοια του κινούντος-ακινήτου, ως ερωμένου.

Σας τόχω πει ποτέ αυτό; Αυτό είναι συγκλονιστικό! Τι λέει; Ο Αριστοτέλης μας λέει ότι ο Θεός είναι.. από έρωτα έπλασε τον κόσμο και ο έρωτας είναι αυτός που κινεί τον κόσμο, κατά την εξής έννοια: είναι το κινούν ακίνητον ο Θεός που έπλασε και όλα γυρίζουν γύρω, γύρω του, από μία ερωτική αναζήτηση. Τι σημαίνει αυτό, πολύ απλά; Φέρτε στο μυαλό σας την εξής εικόνα: ένας έφηβος ερωτεύεται ένα κορίτσι, μία κόρη, στα δεκαοχτώ της χρόνια. Έρωτας σφοδρότατος! Η κόρη δεν το ξέρει. Και κάθεται μες το σπίτι της, διαβάζει τα μαθήματά της, κεντάει σαν την Αρετή του Ερωτόκριτου, κάνει τις αυτές της… , είναι χαρούμενη, τραγουδάει, γελάει, και τα λοιπά. Ο νέος όμως έχει άγριο έρωτα! Και δεν της έχει πει ακόμη τίποτα. Και όλη η σκέψη του είναι κολλημένη απάνω της. Τι κάνει τώρα,πού είναι, τρέχει στο σπίτι της μήπως τη δει από το παράθυρο, γυρίζει γύρω-γύρω, κάνει κύκλους, ό,τι κάνει το κάνει για να σταθεί μιά μέρα άξιος όταν θα την ζητήσει, – να τι έκανα εγώ και τα λοιπά, εμπνέεται, εργασι … όλες οι κινήσεις, όλες οι δράσεις, όλες οι σκέψεις, εμπνέονται δηλαδή από το αντικείμενο του έρωτά του. Έτσι μας λέει ο Αριστοτέλης είναι και ο Θεός. Έπλασε τα πλάσματά του κι από ένα φοβερό έρωτα, όλα γυρίζουν γύρω από αυτόν κι αυτός δεν ξέρει τίποτα! Όπως η κόρη δεν ξέρει τίποτα! Κι αυτό, λέει, είναι το κινούν ακίνητον, ως ερώμενον, ο Αριστοτέλης, – ο έρωτας. Κάτι ανάλογο λοιπόν, αυτόν τον έρωτα, με όλο αυτό το βάθος και όλη την ουσία και όλη την ευγένεια, αυτό το άρωμα, τώρα, λέει, θα το περιγράψω, ο Σωκράτης. Κι αρχίζει λοιπόν να μας περιγράφει την εικόνα του αυθεντικού έρωτα.

Εδώ θα σταματήσω. Δεν θα πω πώς περιέγραψε την εικόνα του αυθεντικού έρωτα γιατί τα ξέρουμε. Είναι εκείνο το άρμα της ψυχής, που λέγαμε προχθές, με τα δύο κακά άλογα, έ; – Ο Ηνίοχος στη μέση, η άγρια πάλη που γίνεται, – έ; – Οι δυνάμεις, από τη μία να συναντηθούν τα κακά άλογα, επιπηδάν, να ζευγαρώσουν, και τούτα, από την άλλη το σεμνό άλογο, με την αιδώ και τα λοιπά, που αντιστέκεται, η βούληση, ο Ηνίοχος που δεν αφήνει, και όοολη αυτή η ιστορία που είδαμε, αυτά τα υπέροχα πράγματα, αυτό το βάθος και η ομορφιά, η μαγεία και η δραματικότητα της ελληνικής ηθικής, όπως λέγαμε, είναι πιά αυτό το πράγμα που μας λέει ο Σωκράτης κι εκεί δίνεται και η λύση, από μία οπτική, η λύση αυτή, που την έχει αποσιωπήσει η σεμνότυφη παιδεία μας, ότι δεν αποκλείεται ο Σωκράτης να είχε και ερωτική, -πώς το λένε; – σωματική επαφή με τους μαθητές του, ή και όπως τα είπαμε τότε, “την υπό των πολλών μακαριστήν αίρεσιν ειλέσθειν τε και διεπραξάσθην”, “και διαπραξαμένω”, άπαξ, θα το ξανακάνουν, πλην “σπανία δε”, που λέγαμε, όλα αυτά τα πράγματα. Αυτή λοιπόν είναι η Ελένη στον Πλάτωνα. H περίφημη παλινωδία μέσα, που του δίνει αφορμή δηλαδή να περιγράψει μ’αυτόν τον υπέροχο τρόπο, το ερωτικό φαινόμενο.

Θα αφήσω τους αρχαίους, για να πάμε σε μία πιά νεώτερη, πολύ μεγάλη μορφή, που δούλεψε την Ελένη… λίγο-πολύ, όλους τους ποιητές, και στην ευρωπαϊκή μέσα λογοτεχνία, η Ελένη τους έχει απασχολήσει, αλλά θα πάμε σε ένα ακραίο μέγεθος, που έχει τις αξιώσεις, της ίδιας ποιότητας, όπως είναι ο Πλάτων, όπως είναι ο Ευρυπίδης και τα λοιπά. Θα σας πω μόνο πώς είδε ο Γκαίτε την Ελένη, ο μεγάλος αυτός γερμανός ποιητής, ο Ολύμπιος Γκαίτε, όταν λέμε Γκαίτε εννοούμε ο Ευρωπαίος καλλιτέχνης,ποιητής, θεωρητικός, και όλα αυτά τα πράγματα. Πώς την είδε λοιπόν ο Γκαίτε την Ελένη και θα τελειώσουμε, ύστερα, θα κάνουμε μία σύντομη επισκόπηση, πώς την είδανε πιά οι Νεοέλληνες μεγάλοι ποιητές, τέσσερα-πέντε αναστήματα, πολύ μεγάλα, να τελειώσουμε την εισήγησή μας.

Ο Γκαίτε, όπως ξέρετε αγαπητοί μου φίλοι, το μεγάλο του αυτό έργο, η Τραγωδία είναι ο Φάουστ, δούλεψε όπως λέγαμε πενήντα χρόνια, είχαμε μιλήσει, στην ερώτηση της Μαργαρίτας, να μην τα ξανα-υπενθυμίζουμε και τα λοιπά. Ο Φάουστ έχει δύο μέρη: πρώτον και δεύτερον. Φάουστ eins και Φάουστ zwei. Το πρώτο μέρος είναι τέσσερεις, τεσσερσίμισυ περίπου χιλιάδες στίχοι κα το δεύτερο μέρος είναι επτά χιλιάδες στίχοι.Και τα δύο δηλαδή, μας δίνουν μία Ηλιάδα σχεδόν. Το έργο αυτό το δούλευε σε πενήντα χρόνια και εκεί υπάρχει, να πούμε, όλη η σοφία του.. όλες οι δεξαμενές του ευρωπαϊκού πνεύματος. Το δεύτερο μέρος, ο Γκαίτε, του δίνει υπότιτλο Die Tragedie vom Helena. H Tραγωδία της Ελένης. Αυτή η Ελένη, είναι η Ελένη της Σπάρτης. Και μας λέει εκεί, βέβαια ακολουθεί τη ροή, την υπόθεση, την πλοκή του μύθου του, με το Φάουστ, με το Μεφιστοφελή, όλες αυτές οι ιστορίες, η γνώση του κόσμου, η εμπλοκή με την πείρα και την πίκρα και τη μαγεία του κόσμου, όλα αυτά τα σημεία και τα τέρατα που λέει, αλλά συνεχώς παρουσιάζεται η Ελένη, είναι δηλαδή η διοίκουσα γραμμή, η σπονδυλική στήλη, θάλεγε κανείς, ε…. με πολλούς τρόπους την ανασταίνει, δηλαδή, την Ελένη, αυτός την ανάστησε – κάτι ανάλογο θα επιχειρήσει να κάνει και ο Καζαντζάκης στην Οδύσσεια, αλλά αυτουνού… θα πάθει νεκροφάνεια, θα βγει βρυκόλακας η Ελένη, δε θα αναστηθεί, όπως και ο Οδυσσέας του, του Καζαντζάκη δυστυχώς δε θα αναστηθεί στην Οδύσσειά του, γι’αυτό δε διαβάζεται – έχει διαβάσει κανείς σας την Οδύσσεια ολόκληρη, του Καζαντζάκη; Να κάνουμε και εφαρμογές, έ; Να κάνουμε και εφαρμογές.

Λοιπόν. Του Γκαίτε η Ελένη αναστήθηκε όμως. Ζωοδοτήθηκε και ξαναπερπάτησε, σαν την Ελένη του Ομήρου. Λοιπόν. Στο τέλος, η όλη του ιδέα είναι, για να μη τα πολυλογώ, αν θέλετε να μάθετε ελληνική ιστορία, ελληνική γεωγραφία, κλασσική εννοώ, ελληνική μυθολογία, θα πάτε να διαβάσετε το δεύτερο Φάουστ του Γκαίτε. Δεν ξέρετε τι λέει για την Ελλάδα εκεί! Ολα τα λέει και τα περιγράφει λεπτομερώς. Από κοντά του θα τον ακολουθήσει ο Χέλντερλιν, την ίδια εποχή, παρ’ότι αυτοί οι δύο μεγάλοι ευρωπαίοι ποιητές δεν ήρθαν ποτέ στην Ελλάδα. Δεν ήρθαν, δεν την είδαν, δεν την επισκεφθήκανε, όπως ο Μπάϋρον, παραδείγματος χάριν, ενώ ζήσαν και την επανάσταση, και τα λοιπά. Ο Γκαίτε, μάλιστα, έχει προφητεύσει και τη δολοφονία του Καποδίστρια, σας τόχω πει, από τους Μαυρομηχαλαίους, ένα-δυό χρόνια προτού πεθάνει.

Λοιπόν. Γιατί μας βάζει την Ελένη, μέσα στο Φάουστ ο Γκαίτε; Την Ελένη τη βάζει σαν σύμβολο της κλασσικής ιδέας. Αυτό που λέμε το κλασσικόν, όχι το κλασσικιστικόν. Το κλασσικόν. Η κλασσική αντίληψη ζωής και Τέχνης, έτσι; Κλασσική Ελλάδα, Κλασσικός κόσμος, Κλασσική Γραμματεία, Κλασσική Τέχνη. Το Κλασσικό. Το κλασσικό είναι μία τεχνοτροπία, όπως λέμε το ρομαντικό, ο παρνασσισμός, ο συμβολισμός – έ; , ο υπερρεαλισμός, τούτα-κείνα, ο ιμπρεσσιονισμός, εξπρεσσιονισμός, όλα αυτά τα πράγματα, είναι μία τεχνοτροπία, ένας τρόπος δηλαδή με τον οποίον γράφεις, και στους αντίποδές του έχει το ρομαντικό, το ρομαντισμό,αλλά εδώ κάνουμε μία πρώτη βασική παρατήρηση. Είναι οι δύο μόνες τεχνοτροπίες που συνιστούν και ολοκληρωμένους τρόπους ζωής. Δεν είναι απλώς τεχνοτροπία το κλασσικό. Σύμφωνα μ’αυτή την αντίληψη, μπορείς να ζήσεις από το Α ως το Ω, ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία. Το ίδιο και το ρομαντικό. Πράγμα που δεν μπορούμε να ισχυριστούμε με τις άλλες αυτές… αισθητικές κατηγορίες, παραδείγματος χάριν με τον υπερρεαλισμό. Δεν μπορείς να ζήσεις με τον υπερρεαλισμό. Υπερρεαλιστικά δεν μπορείς να ζήσεις. Μπορείς να γράψεις Τέχνη, να συγκινείς και τα λοιπά, αλλά να ζήσεις, όχι. Γι’αυτό ακριβώς είναι και μερικότερα αυτά τα φαινόμενα και κάποτε εξαντλούνται ενώ το κλασσικό και το ρομαντικό είναι ανεξάντλητα.

Λοιπόν. Μας παίρνει λοιπόν την Ελένη και τη βάζει στο δεύτερο Φάουστ, με την έννοια ότι πίσω από αυτό το σύμβολο, υπάρχει η κλασσική Ελλάδα. Και η αντίληψη που είχαν οι Έλληνες για τη ζωή, η κοσμοθεωρία τους και η αντίληψη αυτή, όπως ήρθε στη νεώτερη εποχή και επηρέασε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, μετά την Αναγέννηση. Από την άλλη μεριά όμως, υπάρχει το ρομαντικό. Το άλλο μισό. Ο ρομαντισμός είναι αντίθετο πράγμα. Δεν είναι τώρα της στιγμής, να πιάσουμε να δώσουμε τα βασικά γνωρίσματα, τι είναι κλασσικό, τι είναι ρομαντικό, απλώς σας δίνω την εικόνα και αφορμές για προβληματικές προσωπικές. Δυστυχώς, πολλά πράγματα θα τελειώσουμε και δε θα προφθάσουμε να τα πούμε.

Λοιπόν. Ο ρομαντισμός είναι η Ευρώπη. Το ρομαντικό πνεύμα. Γι’αυτό η Ευρώπη, ο Ρομαντισμός, αρχίζει με τον Οсean, μας λέει ο Σολωμός μας, τον 3ο μ.Χ. αιώνα, αυτόν τον Σκώτο αοιδό και φτάνει, αποκορυφώνεται την εποχή, στα τέλη του 18ου αιώνα – έτσι; Λαμαρτίνος, θυμηθείτε εκεί, όλος…. Ουγκώ, όλος αυτός ο αγώνας, ο ρομαντισμός στην Ευρώπη, η εποχή της Schturm und Drang, oρμής και θύελλας, που λένε στη Γερμανία, ρομαντικοί, και φτάνει στην Ελλάδα, έρχεται καθυστερημένος και πιά όταν έχει περάσει η ακμή του στην Ευρώπη, άρρωστος δηλαδή, και πολύ καθυστερημένος, η ρομαντική σχολή των Αθηνών, που λέμε, οι Φαναριώτες, μετά το 1830, όλα αυτά τα κινήματα, αντίθετα από τη σχολή του Σολωμού, τους Επτανησιώτες, που έχουνε περισσότερο κλασσικίζοντα χαρακτήρα. Λοιπόν.

Το μεγάλο ερώτημα λοιπόν για τον Γκαίτε ήταν: μπορούν αυτά τα δύο ρεύματα, που είναι αντίθετα, το κλασσικό και το ρομαντικό ή η Αρχαία Ελλάδα και η Ευρώπη, ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός, μπορούν αυτά τα δύο να συνδυαστούν, να αποτελέσουν μία εύκρατη, μία οργανική σύνθεση και να μας δώσουν το τέλειο; Εκεί είναι τα δύο μισά, που εάν είναι δυνατόν να τους γίνει η σύνθεση η σωστή, θα μας δώσουν το τέλειο. Κι’αυτό το πρόβλημα ερευνά εισάγοντας την Ελένη. Ρομαντισμός, θα πρέπει ίσως να πούμε δυό-τρία στοιχεία για να καταλάβετε, σαν εντελώς βασικές πληροφορίες, Α-Β, που λέμε η Ευρώπη είναι ρομαντική, ο σκοτεινός μεσαίωνας, που είναι η μήτρα, δέκα αιώνες κείται ο νέος άνθρωπος, ο Ευρωπαίος, στο Μεσαίωνα, για να τον τινάξει η Αναγέννηση και ναρθεί σαν σύνθεση κλασσικών, ελληνικών και λατινικών στοιχείων και από την άλλη μεριά χριστιανικών στοιχείων. Ο ρομαντισμός λοιπόν, είναι αυτό το σκοτεινό, το ομιχλώδες, τα δάση εκεί της Βόρειας Ευρώπης, με τις μάγισσες, φέρτε στο μυαλό σας τον Μακμπέθ, του Σαίξπηρ, το ακαθόριστο, αυτή η φαντασία, να δουλεύει έτσι τα πάθη, το συναίσθημα. Συναίσθημα, αυτό είναι ρομαντικό. Ενώ το κλασσικό, είναι λογική περισσότερο, είναι καθαρότητα, είναι επιστήμη, είναι εμπειρία, πιστεύω πρώτα στα μάτια μου και μετά προχωρώ. Εδώ είναι και η αντίθεση που σας λέω, υπάρχει πολύ μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στην Αρχαία Ελλάδα και στο Χριστιανισμό, στη Χριστιανική διδασκαλία. Αυτά τα πράγματα είναι ασυμβίβαστα, είναι η φωτιά με το νερό. Γι’αυτό πολεμήσανε με τόση μανία οι Χριστιανοί τους πρώτους αιώνες και τα σπάσανε όλα τα κλασσικά, δεν αφήσαν τίποτα, έ; Κι ήρθε ο Θεοδόσιος και δεν άφησε ούτε σχολές, έκλεισε τις σχολές, ούτε θέατρα, ούτε αγώνες γυμναστικούς, υπάρχει μιά φοβερή σύγκρουση εδώ η οποία δεν είναι φαινομενική, είναι από τις μεγάλες κοσμικές αντινομίες, που μας λεει ο Καντ. Δεν συμπληρώνονται (?) ποτέ αυτά τα πράγματα.
HelenMenelaus
Λοιπόν. Η ιδέα του Γκαίτε ήταν, μπορούν να συνδυαστούν αυτά τα πράγματα και να μας δώσουν το τρίτο, το τέλειο πιά; Και πάνω σ’αυτό δούλεψε την παράστασή του με την Ελένη. Μας παρουσιάζει λοιπόν την Ελένη, την οποίαν, τη φέρνει στη Σπάρτη, την ανεβάζει απάνω στο Μυστρά, όχι κλασσική Σπάρτη πιά αλλά ο ρομαντικός Μυστράς, με το Μεσαίωνα, οι Βιλλεαρδουίνοι, τα Κάστρα, το Χρονικό του Μωρέως, θυμάστε, η πρώτη κατάκτηση της πόλης … την ανεβάζει απάνω στο ρομαντικό Μυστρά, φέρνει και το Φάουστ από την Ευρώπη, το ρομαντικό Φάουστ, και τους παντρεύει. Τους παντρεύει λοιπόν, τον Ιππότη, αυτό το Φάουστ, την έκφραση του Ευρωπαϊκού πολιτισμού και την Ελένη, την κλασσική μορφή με το ρομαντικό. Τους παντρεύει, τους φέρνει εις γάμου κοινωνίαν, που λέμε, προσπαθώντας να ιδεί εάν από τη σύνδεση αυτή θα βγεί το τέλειο,που θάναι οργανικό, θάναι …..

Λοιπόν. Πράγματι. Μετά από εννέα μήνες, αυτός ο γάμος δίνει έναν υπέροχο καρπό. Γεννιέται ένα αγοράκι, ο Εyphoreon: Ευφορίων. Ο Ευφορίων. Eyphoreon, το λέει ο Γκαίτε. Ένα υπέροχο αγοράκι, το οποίον από μικρό είναι θαυματουργό και τί δεν κάνει, αυτό το αγοράκι! Πίσω από αυτό το σύμβολο ο Γκαίτε θα σαρκώσει την εικόνα του Μπάϋρον, που την εποχή εκείνη κατεβαίνει στην Ελλάδα. Βλέπετε υπάρχουν εσωτερικοί οιρμοί, που την εποχή εκείνη κατεβαίνει στην Ελλάδα ο Μπάϋρον και μάλιστα, όπως ξέρουμε θα πεθάνει στην Ελλάδα, ο ρομαντικός Μπάϋρον. Μας δίνει λοιπόν… γεννιέται αυτό το παιδάκι, από τον καρπό του έρωτα του Φάουστ και της Ελένης, του κλασσικού και του ρομαντικού, αλλά το παιδάκι αυτό είναι θνησιγέννητο. Όταν θα γεννηθεί, μετά από λίγο θα πεθάνει. Η ιδέα, δηλαδή, του Γκαίτε, είναι πιά ότι αυτά τα δύο πράγματα δεν μπορούν να οδηγηθούν σε οργανική σύνθεση, να δέσουν. Έχουνε τέτοιες αντίθετες δυνάμεις μέσα τους, εσωτερικές και διαλυτικές, που ποτέ δε θα φτάσουν στη χρυσή σύνθεση. Εκεί θα καταλήξει όλη η σοφία του Γκαίτε. Ότι πιά ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από τον ελληνικό πολιτισμό. Μπορεί να πήρε πολλά στοιχεία, να τα αφομοίωσε, κάτω από την οδηγία και την επίδραση της χριστιανικής διδασκαλίας, γιατί η Ευρώπη είναι χριστιανισμός, έτσι; Μην το ξεχνάμε. Η Ευρώπη είναι τα πεντακόσια εκατομμύρια του Πάππα. Τα εφτακόσια εκατομμύρια του Πάππα, Ευρώπη και Αμερική. Ο Πάππας κυβερνάει, δεν κυβερνάνε οι Βοstpon πώς τους λέτε; Και Major. Πώς τον λένε το Γάλλο; Ντεμιρέλ. Το Γάλλο το… Μιτεράν, Μιραμπώ, παρολίγο να πω… Μιραμπώ. Λοιπόν. O Πάππας είναι αυτός που κυβερνάει. H Eυρώπη είναι χριστιανική και ο Νίτσε λέει κάπου, τέσσερι άνθρωποι τη χτίσαν την Ευρώπη, σας τόχω ξαναπεί, έ; Ένας ωραίος ποιητής πάναγνος, ένας φοβερά πονηρός οργανωτής, ο Παύλος, που την έκανε κοσμικό σύστημα, η Μαρία, αυτή η πάναγνη κόρη και ο Πέτρος, που είναι η βάση, η πέτρα, πάνω στην οποία χτίστηκε, είναι η συνέχεια των αποστόλων, ο Πέτρος, το Βατικανό, δηλαδή.

Μεγάλες ιστορίες, τα αφήνουμε αυτά. Η ιδέα του Γκαίτε είναι ότι αυτά τα δύο πράγματα δε μπορούν να συνδεθούν και θα μείνουν, γι’αυτό δίνει να πεθαίνει ο καρπός. Εδώ θέλω να κάνω τώρα μία σύνδεση, μιά σύνδεση με τον μεγάλο μας Σολωμό. Σας λέω πολλές φορές, σας έλεγα όλο το χρόνο πολλές φορές, τι γίγαντας ποιητής είναι ο Σολωμός! Και μου λέγατε, σας έβλεπα να αμφιβάλλετε, στα μάτια σας τόβλεπα, τί μας λέει τώρα… ο Σολωμός.. Αυτή η φοβερή πρόταση του Ελύτη στο “Άξιον Εστί” , ο Σολωμός είναι ένας από τους πέντε ή δέκα μεγαλύτερους ποιητές όλων των αιώνων και όλων των λαών. Πάσχα των Ελλήνων, έλεγε ο … – είχαμε Πάσχα προχθές, λέει ο Σικελιανός. Ημέρα της Λαμπρής, θα πει ο Σολωμός. Δε θα πει Πάσχα, εβραϊκή λέξη. Λαμπρή! Όπως βγήκε μέσα από τη λαχτάρα και την ομορφιά και την ευσέβεια του Έλληνα. Λαμπρή! Ξέρετε πόσο χάος αισθητικό και χάος μεγαλοσύνης, υπάρχει ανάμεσα στους δύο ποιητές ; Απ’αυτή μόνο τη λέξη! Ημέρα της Λαμπρής! Και θα μας δώσει τις περίφημες αυτές τρεις οκτάβες, που είναι ίσως από τα καλύτερα ελληνικά ποιήματα.

Λοιπόν ο Σολωμός, όλη του τη ζωή, από τη στιγμή που άρχισε να γράφει και συνειδητοποιήθηκε, την πέρασε μέσα σε μία φρικτή αγωνία, συμπληγάδες πέτρες, να ενώσει το ρομαντικό με το κλασσικό. Για να βρει το τρίτο είδος, μικτό, αλλά νόμιμο, όπως το λέει, το τρίτο είδος, το μικτό, αλλά νόμιμο, η σύνθεση η μεγάλη, με το οποίον αυτό ύφος να επιχειρήσει να κάνει την Τέχνη του. Αυτό, μας τόχει πει μ’εκατό φωνές, θα το βρείτε στα γράμματά του, στα γράμματα προς τον πατέρα του Γεράσιμου Μαρκορά, θα το βρείτε μέσα στο… πέστε το…. μέσα στους στοχασμούς του ποιητή, στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, ότι, άχ, λέει, στους φίλους του, πόσο χαίρομαι που δεν σας βασανίζει αυτό που με βασανίζει εμένα, να συνθέσω το ρομαντικό με το κλασσικό, και να φέρει σαν άκρα παραδείγματα του κλασσικού, τον Όμηρο. Και σαν άκρα παραδείγματα του ρομαντικού, του ρομαντισμού, τρεις Ευρωπαίους ποιητές, το Δάντη, τον Σαίξπηρ και τον Γκαίτε. Εδώ πάει, τον Γκαίτε λιγώτερο. Τον Δάντη και τον Σαίξπηρ. κυρίως. Και όλος του ο αγώνας είναι να συνθέσει αυτά τα δύο πράγματα και να μπορέσει να δώσει ποίηση. Ποιό ήταν το αποτέλεσμα; Ότι ο Σολωμός δεν μας έδωσε ποίηση. Γιατί δεν μας έδωσε ποίηση, αγαπητοί μου φίλοι; Γιατί συντρίφτηκε μέσα σ’αυτά τα χασματικά του μετέωρα. Σ’αυτή την αδυνατότητα. Ο Σολωμός δεν το επεξεργάστηκε θεωρητικά το πρόβλημα σαν τον Γκαίτε. Ο Γκαίτε το επεξεργάζεται θεωρητικά, γι’αυτό μας καταλήγει με τον Ευφορίωνα, ότι θα πεθάνει ο Ευφορίωνας. Ο Σολωμός, τόζησε στην πράξη, όχι σαν θεωρητικός. Αλλά σαν αγωνιστής, με την έννοια ότι προσπάθησε να κάνει ποίηση. Μ’αυτή τη σύνθεση και αυτό, επειδή δεν μπορεί να γίνει αυτή η σύνθεση, το τρίτο είδος το μικτό αλλά νόμιμο, όπως το λέει, τρίτο είδος μικτό αλλά νόμιμο, επειδή δε μπορεί να γίνει η σύνθεση αυτών των πραγμάτων, γι’αυτό δε μας έγραψε ο Σολωμός και δεν μας άφησε ποίηση, αλλά μας άφησε αποσπάσματα, μόνο φραγκμέντα, στίχους, που κάθε ένα απόσπασμα όμως, κάθε ένας στίχος, αγαπητοί μου φίλοι, ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια, στην τελευταία φάση του Σολωμού, – ξέρετε πόσο βαραίνει; Για δέκα τόμους. Πάτε να διαβάσετε, εκείνος που κατανοεί βαθειά ποίηση και τέχνη, ένα… όταν λέει ο στίχος… ο Σολωμός, το στίχο: “ολίγο φως και μακρινό, σε μέγα σκότος κι’έρμο” .. , να μπορέσει να αναγνώσει κανείς και να ερμηνεύσει αυτό το στίχο. Θέλει να γράψει δέκα τόμους! Όταν λέει ο Σολωμός στα Τελικά του, “αχ, πού είν’ο ύπνος ο γλυκός και τ’όμορφο όνειρό του”… ένας στίχος, δέκα τόμους θα γράψει! Όταν λέει ο Σολωμός “άγγελε, μόνο στ’όνειρο, μου δίνεις τα φτερά σου”, δέκα τόμους θα γράψεις! Και για να φτάσεις σε μιά τέτοια αυτή… μπορεί να βασανιζότανε ένα, δυό, τρία χρόνια, αυτό που λέγαμε.. Ποιές είναι οι κατηγορίες της Τέχνης; Ο Σολωμός λοιπόν δεν μας έδωσε ποίηση διότι στην πράξη επεχείρησε να κάνει, γιαυτό συντρίφτηκε, αυτό που θεωρητικά το έκανε ο Γκαίτε την ίδια εποχή και το δούλεψε. Ο μεγάλος Γκαίτε. Κάπου, ο Ελύτης, σε μιά στιγμή του ευνοημένη, τόπιασε αυτό, και μας τόπε σε δύο ωραίους στίχους, έλα δω Γιώργη, που έχεις κοντά σου το “Άξιον Εστί”, πούν’ο Γιώργης; Πες τους ωραίους αυτούς στίχους, που λέει … μετά.. θα σας τους πω εγώ. Θα μας τους σχολιάσει ο Γιώργος.

Πρώτον. Οι περίφημοι εκείνοι στίχοι, που λέει, κάπου: “Όπου και να σας βρίσκει το κακό αδερφοί, όπου και να θολώνει ο νούς σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη“. Αλλά έχει δύο στίχους θεωρητικούς, που δεν τους κατάλαβε και ο Ελύτης. Είμαι βέβαιος, την ώρα που τους έγραφε, δεν ήξερε τί γράφει. Λέει: – δεν ήξερε, δηλαδή αυτό κάνουν οι μεγάλοι ποιητές, ο poete vates που λένε, ο μάντης ποιητής (η μούσα, η έμπνευση) η μούσα είναι αυτή, ναι, η μανία, δηλαδή. Γιά κοιτάξτε δύο στίχους, λέει: “Ποιητής”, – στο Δοξαστικό, το τρίτο μέρος στο ” Άξιον Εστί“, “Ποιητής, που δουλεύει το μαχαίρι, στο ανεξήτηλο τρίτο του χέρι“. Για κοιτάξτε, τί θέλει να πει ο Ελύτης. “Ποιητής, που δουλεύει το μαχαίρι, στο ανεξήτηλο τρίτο του χέρι”. Ποιό είναι το τρίτο χέρι; Δύο χέρια έχουμε. Ετούτο και κείνο. Ποιό είναι το τρίτο χέρι; Που είναι και το ανεξίτηλο, το πραγματικό; Ήτανε αυτό το ύφος που αναζήτησε ο Σολωμός, σε όλη του τη ζωή. Τον πρόφτασε δηλαδή τον Γκαίτε, στην ίδια εποχή, ο Γκαίτε προηγήθηκε, όπως πρόφτασε και τη φοβερή σφαγή που έγινε ανάμεσα στον Νίτσε και το Βιλαμόβιτς, που σας έλεγα, που περιέγραψε, που κατηγορεί τον Ευρυπίδη, γιατί σκότωσε την αρχαία τραγωδία, που λέει ότι ο μεγαλότολμος Αισχύλος, την υποψιάστηκε, το ρομαντισμό, που θαρθεί μετά από οκτώ αιώνες στην Ευρώπη, αυτά όλα στους στοχασμούς του ποιητή, χίλια δύο άλλα πράγματα, και, όπως προέβλεψε λοιπόν αυτή τη φοβερή σύγκρουση ανάμεσα στο Νίτσε και στο Βιλαμόβιτς, έτσι δούλεψε και στα επίπεδα του Γκαίτε, πολύ πιό αγνός όμως, γιατί αυτός έσπασε και τα μούτρα του κι έπεσε μέσα και συντρίφτηκε, εκεί που ο Γκαίτε, μακριά από την Ευρώπη, αυτό το πράγμα το είδε σαν θεωρητικός και το επεξεργάστηκε με τον τρόπο που επεξεργάστηκε. Θα μου πείτε: Αυτά βγαίνουν εμμέσως. Με την ίδια την Ελένη, έχει καμιά σχέση ο Σολωμός; Όπως θα ιδούμε έχει ο Ελύτης, έχει ο Σεφέρης, έχει, ξέρω εγώ, ο Σικελιανός, έχει ο Καβάφης. Για την Ελένη μας έχει δώσει ένα μόνο στίχο, ο οποίος δεν υπάρχει στην κλασσική έκδοση του Λίνου Πολίτη, που έχει κάνει ο “Ίκαρος”, θα τον βρείτε στα αυτόγραφα έργα του, τις φωτοτυπίες δηλαδή, που τις φωτοτυπήσανε, τα χειρόγραφα που τα φωτοτύπησε ο Λίνος Πολίτης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ο οποίος όμως αυτός στίχος, είναι από εκείνους τους στίχους που λέμε βαραίνει, βαραίνει, όσο ένα κυβικό εκατοστό από μάζα μελανής οπής. (γελάει)

Θυμάστε που σας έλεγα πόσο βαραίνει, ένα κυβικό εκατοστό μάζα, ένα ζάρι δηλαδή, δέκα εις την δεκάτην πέμπτη γραμμάρια, ένα δισεκατομμύριο τόνους δηλαδή. Ποιός είναι ο στίχος; “και την Ελένη αστόχησα κι έλεγα, μνήσθητί μου“. Το “μνήσθητί μου” ο παπάς το λέει για να τον ακούσουμε, τη φριχτή ώρα του θανάτου, που πεθαίνουμε, “και την Ελένη αστόχησα κι έλεγα, μνήσθητί μου”. Για μιά στιγμή την έχασα, δηλαδή, την Ελένη, και χάνομαι. Αυτός ο στίχος είναι από τον “Κρητικό“, το απόσπασμα, το περίφημο εκείνο ποίημα, το απόσπασμα ο “Κρητικός” και θα σας πω, είναι αξιόλογο, ότι αυτό το “μνήσθητί μου”, θα σας δώσω τη γραφή για να δείτε, στο “Σολωμό” μου τόχω βάλει, στο βιβλίο που είχα γράψει παλαιότερα στα νιάτα μου για το Σολωμό, τόχω βάλει μετωπίδα, όταν γρα…συμπεριλαμβάνω τον “Κρητικό” γιατί πιστεύω ότι είναι το καλύτερο κομμάτι του, το γράφει ως εξής: “μνί-σθι-τί μου” , όλα γιώτα, μία λέξη, φωνητική γραφή. Φωνητική, ούτε ορθογραφίες, ούτε τίποτα. Άλλωστε η γραφή του Σολωμού ξέρετε ότι είναι τέτοια, έ; Δεν υπάρχουν ούτε ορθογραφίες, τίποτα, από τα αυτά… Πόσο μακριά έβλεπε, δηλαδή, ή πόσο βλέπει, σε δύο αιώνες, γιατί δε θα γίνουμαι ποτέ, θα εξαφανιστούμε…

Έχω την ιδέα, θα σας πω κάτι πολύ μελαγχολικό, εάν εισαγάγουμε το λατινικό αλφάβητο και μεις, όπως τόκανε ο Ατατούρκ με τους Τούρκους, θα εξαφανιστούμε μέσα στην Ευρώπη. Είναι φοβερό αυτό που σας λέω. Και σαν υπόθεση ακόμη. Αλλά δεν μπορεί να φανταστεί κανείς, τί τραγική μοίρα που έχουμε εμείς, ο μόνος λαός, μέσα στα εκατόν ογδόντα έθνη του ΟΗΕ, που έχουμε μία γλωσσική παράδοση τόσο ισχυρή, με τέτοιο πλούτο και με τέτοια δύναμη και που ζουν στις εκατό οι πενήντα λέξεις, όπως τις έλεγε ο λαός μας την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα, και είμαστε τόσο απομονωμένοι από την Ευρώπη με το αλφάβητο αυτό, γιατί τα γράμματά μας τα βλέπουνε όπως βλέπουμε εμείς… , – σταματήσατε ποτέ σε Κινέζικα; σταματήσατε ποτέ σε Γιαπωνέζικα; σταματήσατε ποτέ στη γραφή του Ισραήλ; ‘Ετσι τα βλέπουνε. Δέκα Γερμανοί μούχαν πει, κατά καιρούς που έκανα στη Γερμανία, πότε, τέλος πάντων, θα βάλετε το λατινικό αλφάβητο, να σας διαβάσουμε και εμείς. Αντιμετωπίζουμε ένα δίλημμα φοβερό, απάνω σ’αυτό, γιατί ένας λόγος είναι να βάλεις το λατινικό αλφάβητο! Ένα δίλημμα φοβερό, σαν αυτό που αντιμετώπισε ο Σολωμός, με το κλασσικό και το ρομαντικό και συντρίφτηκε. Είναι μεγάλη ιστορία, θα μας πάει σε άλλα νερά…

Λοιπόν, τελειώνω με το Σολωμό και κάνω, πολύ, σε τρία λεπτά τελειώνω, πολύ σύντομες αναφορές. Σικελιανός, δεν έπιασε η Ελένη του, όπως δεν έπιασε τίποτα του Σικελιανού, έχει κάτι ωραίους στίχους, πολλά έχει γράψει για την Ελένη, την περίφημη εκείνη “κι ανάμεσα στ’αδέρφια της,που ακροποδίζουν το βουνό, σκυμμένη μέσα σε πέπλο αθάνατο, κατηφοράει σαν το νερό η Ελένη“, – από τον Ταϋγετο που κατεβαίνει, ανάμεσα στους Διοσκούρους, – ε; στον Κάστορα και στον Πολυδεύκη, Δυοσκούροι, οι κούροι του Διός, τα αδέρφια της, οι δύο αστερισμοί που βλέπουμε πάνω τώρα να μεσουρανούν, το βράδυ, στις δέκα η ώρα, έντεκα, οι Δίδυμοι, που λέμε, και είναι, νομίζω, και τώρα η εποχή των Διδύμων, έ; Τα ζώδιά σας και οι βλακείες τους. Οι Δίδυμοι δεν είναι τώρα; Το ζώδιο των Διδύμων είναι. Λοιπόν. Ο Ταύρος είναι. Μετά είναι οι Δίδυμοι. Τώρα είναι ο Αλντεμπαράν! Ω, τι έχουμε να πούμε αύριο για το Αλντεμπαράν του Εμπειρίκου ! Λοιπόν. Τίποτα, δε στάθηκε τίποτα για το (Σικελιανό) , είπε, αλλά δεν την άγγιξε την Ελένη. Την Ελένη την άγγιξε ο Καβάφης. Προσέξτε! Με την εξής ιδιοτυπία. Ο Καβάφης δεν έχει γυναίκες μές την ποίησή του. Το ξέρουμε αυτό. Τέσσερεις,πέντε μορφές, αλλά αυτές σεβάσμιες γυναίκες, η Κρατησίκλεια, αυτή η ωραία Σπαρτιάτισσα, η μάνα του Κλεομένη του Β’ και δυό-τρεις άλλες, να πούμε, Αλεξάνδρα και Ιαναίος, και τέτοια, δεν έχει γυναίκα γιατί έχει τους εφήβους, είχε τη γνωστή αυτή… ωραία , τον ελληνικό έρωτα, ομοφυλοφιλική συμπεριφορά του, αλλά το σύμβολο της Ελένης, θα μπορούσε να πει κανείς, το πέρασε μέσα στο ιδεώδες ζεύγος του Πατρόκλου και του Αχιλλέα, οι οποίοι ήτανε ερωτικό ζευγάρι, όπως ξέρετε, έτσι; Ερώμενος ο Αχιλλέας και εραστής ο Πάτροκλος. Αυτά μας τα λέει.. θα τα διαβάσετε στο Συμπόσιο του Πλάτωνα. Αλλά και άλλες \ μαρτυρίες… , όπως επίσης ερωτικό ζευγάρι ήτανε ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, οι δύο αυτοί τυραννοκτόνοι που παραδίδονται, πηγαίνετε στο Θουκυδίδη να τα βρείτε αυτά. Και βέβαια για τον…. είπαμε ομοφυλοφιλικό έρωτα στην Ελλάδα, δεν έχουμε καιρό.. να ιδείτε τί .. λέει ο Πίνδαρος, έβλεπε ένα αγοράκι δώδεκα χρονών και λέει “λυώνω, όπως λυώνει το κερί της κερύθρας τον Ιούλιο”, ή τι λέει ο Φειδίας ή τι λέει ο Σοφοκλής, είναι άλλα πράγματα, μας στέλνουνε μακριά. Τώρα απλώς, έτσι, αφορμές σας δίνω, αλλά μετά φόβου Θεού τα πλησιάζουμε αυτά.

Λοιπόν. Το ζευγάρι αυτό, ο Αχιλλέας και Πάτροκλος, οι περίφημοι, είτε “Η Κηδεία του Σαρπηδόνος” είτε τα περίφημα ” Άλογα του Αχιλλέως”, θάλεγε κανείς, μέσα από την ομοφυλική του ιδιαιτερότητα την ερωτική, συμπε… Εκείνος που πολλά έχει να πει για την Ελένη, αλλά όχι βέβαια στα βάθη του Σολωμού, – για το Θεό δηλαδή! – , μη μας ακούσουνε, είναι ο Ελύτης που όπως σας έχω πει και άλλοτε, το όνομά του το πήρε από το ΕΛ – της Ελένης, Ελ, Ελένη, Ελευθερία, Ελλάδα, και λοιπά, το Υ grecum, το μόνο ελληνικό γράμμα, παγκόσμια, το Υ grecum, το υ το ποτηράκι, που λέτε, και η αρχαιοπρεπής κατάληξη – ΤΗΣ. Μας έχει δώσει και δύο-τρία ωραία ποιήματα για την Ελένη ο Ελύτης, ήδη από τους Προσανατολισμούς, έτσι; “κι όταν σε πήρε το φιλί γυναίκα“, “με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι“, και άλλα μετά, “η Ελένη με το πρόσωπο και με το πλάι, “κάτασπρο γιασεμί και μυ και μυ και μυστικέ μου Αποσπερίτη, φέρτε με, φέρτε με στη Κρήτη και μη και μη ρωτάτε το γιατί ” . “Ελένη, σελήνη, σελήνη, Ελένη σελήνη αναβρυτή, Ελένη χώρα του Ήδυπνου, πόρπη ασημένια Ελένη“…. , μας έχει δώσει πολλά ωραία, ο Ελύτης, και σταματάμε στο Γιώργο Σεφέρη.

Τρία λεπτά και τελειώνουμε. Η περίφημη Ελένη του Σεφέρη, είναι της ύστερης ποιητικής δημιουργίας του Γιώργου Σεφέρη, μετά το 1950, είναι στο “Ημερολόγιον Καταστρώματος Γ’“, …Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν…», στα ποιήματα για την Κύπρο, την ενεπνεύσθη από κει, και εδω, σαν πηγή, δεν λαβαίνει πιά τον Όμηρο, αλλά λαβαίνει τον Ευρυπίδη. Μας λέει ότι – θυμάστε, εκεί, ότι πήγανε και πολεμούσαν δέκα χρόνια, οι Έλληνες, στην Τροία, και σκοτωνόντουσαν και γέμισε ο Σκάμανδρος κουφάρια, “και τα κορμιά μας σαν τα σταρόσπυρα στις μυλόπετρες”, που τ’αλωνίζανε, γιατί; “Γιά ένα πουκάμισο αδειανό, για μιάν Ελένη“. Ο κλασσικός στίχος. Για κάτι που δεν υπήρχε, δηλαδή, για ένα στόχο που δεν υπήρχε, τούτα και κείνα. Αυτή είναι η ιδέα του Ευρυπίδη, βέβαια, στην Τραγωδία, αυτό που σας είπα τώρα, ξαναγυρίζουμε στον Ευριπίδη, γι’αυτό έχει και μετωπίδα στο ποίημά του αυτό ο Σεφέρης, τους στίχους αυτούς του Ευρυπίδη, κάποιους στίχους από την Ελένη,που λέει “ουκ εύα εις Πέργαμα Τροίας”, δεν πήγε ποτέ στην Τροία, ούτε μπήκε στα “γαλαζόπλωρα καράβια”, “αλλ’είδωλον ην”, το είδωλό της ήταν αυτό που πήγε. Το ερώτημα, εδώ απάνω, αγαπητοί μου φίλοι, είναι το εξής: από τον Ευρυπίδη ο Σεφέρης απλά το μιμήθηκε και θέλησε να του δώσει και μιά πολιτική απόχρωση, με την ασβολερή μοίρα της Κύπρου, τώρα με την κατοχή από τους Άγγλους, την εποχή εκείνη που τόγραφε, και τα λοιπά.

Γιατί πολεμούσαν οι Έλληνες δέκα χρόνια στην Τροία; Για ένα στόχο. Για ένα σκοπό. Υπήρχε στόχος και σκοπός. Και για αυτό τον στόχο τάδωσαν όλα. Φύγανε, αφήσανε οικογένειες, πατρίδες, χωριά, περιουσίες, πλούτη, ειρήνη, χαρά, έρωτες και πηγαίναν και σκοτωνόντουσαν μέχρι τέλους και μέχρις εσχάτων. Ποιός ήταν αυτός ο στόχος; Να πάρουν την Ελένη. Η Ελένη δεν ήταν στην Τροία. Που σημαίνει ότι πίσω από αυτό το στόχο, δεν υπήρχε νόημα, δεν υπήρχε ουσία. Ο στόχος ήταν μία απάτη. Ήταν κάτι δηλαδή χωρίς λόγο, μιά ανοησία, μιά απάτη. Ως εδώ πάει καλά. Από εδώ το πράγμα γίνεται δραματικό και καταντάει τραγικό και μπορούμε να καταλάβουμε την ιδέα του Ευρυπίδη.

Μήπως, μήπως και όλοι αυτοί οι στόχοι που έχουμε και εμείς στη ζωή μας, δεν έχουνε ένα αντίκρυσμα, δεν έχουνε ένα κοίτασμα; Δεν έχουν μιά πραγματικότητα; Είναι μία απάτη; Και την παθαίνουμε και εμεις, όπως εκείνοι που πολεμούσαν για το τίποτα και πεθαίνανε; Μήπως όλη η ζωή μας είναι χωρίς λόγο; Που εισάγεται πιά ένας πεσσιμισμός, μιά απαισιοδοξία, μιά …
Αυτό το πρόβλημα από την αρχαία εποχή απασχολεί τους έλληνες στοχαστές, και μάλιστα την εποχή που, έγραφε, είχε προηγηθεί του Ευρυπίδη, το είχανε επεξεργαστεί οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι και το είχαν κλείσει κάτω από τη φοβερή αυτή στέγη, στην ιστορία της φιλοσοφίας που λέμε γιγαντομαχία της “περί της ουσίας”. Εδώ γίνεται γιγαντομαχία, ουσία υπάρχει ή δεν υπάρχει;

ΤΕΛΟΣ

Ώρα για…

Λίγη μυθολογία…

1.Ποια ήταν η Ωραία Ελένη;

Ο μύθος της, πολύ περίπλοκος, εξελίχτηκε πολύ από τα ομηρικά έπη και ύστερα και φορτώθηκε με στοιχεία πολύ διαφορετικά, που προοδευτικά κάλυψαν την αρχική αφήγηση. Στα ομηρικά έπη η γενεαλογία της είναι ακό­μη σαφής· κόρη του Δία και της Λήδας, έχει ως «ανθρώπινο» πατέρα τον Τυνδάρεο και αδελφούς τους Διοσκούρους, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη. Αδελφή της είναι η Κλυται­μνήστρα. Αλλά από πολύ νωρίς η Ελένη θεωρή­θηκε κόρη του Δία και της Νέμεσης. Η Νέμε­ση, προσπαθώντας να αποφύγει τον Δία, διέτρε­ξε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ άλλαζε συνέχεια μορφή. Στο τέλος μεταμορφώθηκε σε χήνα. Ο Δίας μεταμορφώθηκε σε κύκνο και μ’ αυτή τη μορφή ενώθηκε μαζί της στον Ραμνούντα, στην Αττική. Ύστερα από την ένωση αυτή, η Νέμε­ση γέννησε ένα αυγό, που το εγκατέλειψε μέσα σε ένα ιερό δάσος. Ένας βοσκός το ανακάλυψε και το έφερε στη Λήδα. Εκείνη το έβαλε μέσα σε ένα καλάθι και, τον καιρό που έπρεπε, άνοιξε το αυγό και γεννήθηκε η Ελένη, την οποία η Λή­δα ανέθρεψε σαν να ήταν δική της κόρη.

Η πα­ράδοση, που θεωρεί τη Λήδα μητέρα της Ελέ­νης, διηγούνταν με ανάλογο τρόπο πως ο Δίας είχε ενωθεί μαζί της με τη μορφή κύκνου και πως αυτή είχε γεννήσει ένα αυγό, από όπου βγή­κε η κόρη της. Ή ακόμη πως είχε γεννήσει δύο αυγά· από το ένα βγήκαν η Ελένη και ο Πολυ­δεύκης και από το άλλο η Κλυταιμνήστρα και ο Κάστορας. Εκτός και αν, σύμφωνα με μία τελευταία εκδοχή, η Ελένη, ο Κάστορας και ο Πο­λυδεύκης βγήκαν από το ίδιο αυγό, ενώ η Κλυ­ταιμνήστρα, κόρη του Τυνδάρεου, γεννήθηκε με φυσιολογικό τρόπο.

Άλλες ακόμη παραδόσεις θεωρούσαν την Ελένη κόρη του Ωκεανού ή της Αφροδίτης. Της αποδίδουν επίσης ως αδελφές, εκτός από την Κλυταιμνήστρα, την Τιμάνδρα και τη Φυλονόη.

2.Ο (παρεξηγημένος;) έρωτας της Ελένης και του Μενέλαου

Εδώ, λοιπόν, μπαίνει στην ιστορία η Ελένη, προικισμένη που ήταν με θεϊκή ομορφιά. Το δώρο αυτό όμως την έβαζε συνεχώς σε μπελάδες. Κοριτσάκι ήταν την είδε ο Θησέας, ο γνωστός ήρωας, και μπήκε στον πειρασμό να την απαγάγει, πράγμα που και έκανε, προκαλώντας έτσι την οργή των αδελφών της, του Κάστορα και του Πολυδεύκη, οι οποίοι για να σώσουν την αδελφή τους κατέστρεψαν την Αθήνα, το βασίλειο του Θησέα (μύθος που μας θυμίζει την μετέπειτα χρόνια έχθρα μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών). Αυτό βέβαια είναι το τίμημα του να είσαι ημίθεος, πόσο μάλλον παιδί του Δία. Διότι η ομορφιά της Ελένης δεν ήταν τυχαία. Στην πραγματικότητα η μητέρα της, η Λύδα δεν την έκανε με τον Τυνδάρεω αλλά με τον Δία ο οποίος είχε πάρει τη μορφή ενός λευκού κύκνου, γεννώντας έτσι δύο αυγά μέσα από τα οποία βγήκαν ο παντοδύναμος Πολυδεύκης και η πανέμορφη Ελένη.

Αφού οι Διόσκουροι κατάφεραν να την βρουν και την σώσουν, η Ελένη επέστρεψε στη Σπάρτη μεγαλώνοντας μαζί με τα αδέλφια της και τους Ατρείδες, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο. Και κάπου εκεί ένας έρωτας άρχισε να γεννιέται μεταξύ της Ελένης και του Μενέλαου που εκείνον τον καιρό φύλαγε τα κοπάδια του Τυνδάρεου.

Μεγάλωσαν οι Ατρείδες και ήρθε η ώρα να εκδικηθούν το θάνατο του πατέρα τους. Επέστρεψαν στις Μυκήνες και βοήθεια από τη Σπάρτη και σκότωσαν τον Θυέστη. Έτσι ο Αγαμέμνονας, ως μεγάλος γιος, έγινε ο βασιλιάς των Μυκηνών και ζήτησε για γυναίκα του την Κλυταιμνήστρα, την αδελφή της Ελένης. Όσο για τον Μενέλαο, επέστρεψε στη Σπάρτη κοντά στην αγαπημένη του Ελένη, γνωρίζοντας πως σε λίγο καιρό θα την έχανε για πάντα. Γιατί η Ελένη έφτασε σε ηλικία γάμου και δεκάδες βασιλιάδες και πρίγκιπες ήρθαν να τη ζητήσουν.

Σχεδόν όλοι όσοι πήραν μέρος αργότερα στον Τρωικό Πόλεμο ως αρχηγοί, επισκέφτηκαν το παλάτι του Τυνδάερου με όνειρο να κάνουν δική τους την Ελένη. Ανάμεσα τους ο Αχιλλέας, ο Αίαντας, ο Διομύδης και ο Οδυσσέας. Όλοι τους έπρεπε να περάσουν αθλητικές δοκιμασίες και όποιος έβγαινε πρωταθλητής θα έκανε την Ελένη γυναίκα του. Όμως ήταν δύσκολο να στεφθεί ο νικητής ανάμεσα σε τόσους ήρωες, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να τραβηχτούν όπλα και να ξεσπάσει τρομερός καβγάς.

Τη λύση την έδωσε ο Οδυσσέας. Και ποια λύση ήταν αυτή. Να άφηναν την ίδια την Ελένη να διαλέξει τον άντρα που ήθελε για σύντροφο της.

Έτσι κι έγινε. Η Ελένη αφέθηκε μέσα στα βασιλόπουλα να επιλέξει. Όμως αυτός που επέλεξε δεν ήταν βασιλιάς. Ήταν ο Μενέλαος. Ο παιδικός της φίλος, ο εκλεκτός της καρδιάς της.

Εδώ, λοιπόν, μπαίνει στην ιστορία η Ελένη, προικισμένη που ήταν με θεϊκή ομορφιά. Το δώρο αυτό όμως την έβαζε συνεχώς σε μπελάδες. Κοριτσάκι ήταν την είδε ο Θησέας, ο γνωστός ήρωας, και μπήκε στον πειρασμό να την απαγάγει, πράγμα που και έκανε, προκαλώντας έτσι την οργή των αδελφών της, του Κάστορα και του Πολυδεύκη, οι οποίοι για να σώσουν την αδελφή τους κατέστρεψαν την Αθήνα, το βασίλειο του Θησέα (μύθος που μας θυμίζει την μετέπειτα χρόνια έχθρα μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών). Αυτό βέβαια είναι το τίμημα του να είσαι ημίθεος, πόσο μάλλον παιδί του Δία. Διότι η ομορφιά της Ελένης δεν ήταν τυχαία. Στην πραγματικότητα η μητέρα της, η Λύδα δεν την έκανε με τον Τυνδάρεω αλλά με τον Δία ο οποίος είχε πάρει τη μορφή ενός λευκού κύκνου, γεννώντας έτσι δύο αυγά μέσα από τα οποία βγήκαν ο παντοδύναμος Πολυδεύκης και η πανέμορφη Ελένη.

Αφού οι Διόσκουροι κατάφεραν να την βρουν και την σώσουν, η Ελένη επέστρεψε στη Σπάρτη μεγαλώνοντας μαζί με τα αδέλφια της και τους Ατρείδες, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο. Και κάπου εκεί ένας έρωτας άρχισε να γεννιέται μεταξύ της Ελένης και του Μενέλαου που εκείνον τον καιρό φύλαγε τα κοπάδια του Τυνδάρεου.

Μεγάλωσαν οι Ατρείδες και ήρθε η ώρα να εκδικηθούν το θάνατο του πατέρα τους. Επέστρεψαν στις Μυκήνες και βοήθεια από τη Σπάρτη και σκότωσαν τον Θυέστη. Έτσι ο Αγαμέμνονας, ως μεγάλος γιος, έγινε ο βασιλιάς των Μυκηνών και ζήτησε για γυναίκα του την Κλυταιμνήστρα, την αδελφή της Ελένης. Όσο για τον Μενέλαο, επέστρεψε στη Σπάρτη κοντά στην αγαπημένη του Ελένη, γνωρίζοντας πως σε λίγο καιρό θα την έχανε για πάντα. Γιατί η Ελένη έφτασε σε ηλικία γάμου και δεκάδες βασιλιάδες και πρίγκιπες ήρθαν να τη ζητήσουν.

Σχεδόν όλοι όσοι πήραν μέρος αργότερα στον Τρωικό Πόλεμο ως αρχηγοί, επισκέφτηκαν το παλάτι του Τυνδάερου με όνειρο να κάνουν δική τους την Ελένη. Ανάμεσα τους ο Αχιλλέας, ο Αίαντας, ο Διομύδης και ο Οδυσσέας. Όλοι τους έπρεπε να περάσουν αθλητικές δοκιμασίες και όποιος έβγαινε πρωταθλητής θα έκανε την Ελένη γυναίκα του. Όμως ήταν δύσκολο να στεφθεί ο νικητής ανάμεσα σε τόσους ήρωες, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να τραβηχτούν όπλα και να ξεσπάσει τρομερός καβγάς.

Τη λύση την έδωσε ο Οδυσσέας. Και ποια λύση ήταν αυτή. Να άφηναν την ίδια την Ελένη να διαλέξει τον άντρα που ήθελε για σύντροφο της.

Έτσι κι έγινε. Η Ελένη αφέθηκε μέσα στα βασιλόπουλα να επιλέξει. Όμως αυτός που επέλεξε δεν ήταν βασιλιάς. Ήταν ο Μενέλαος. Ο παιδικός της φίλος, ο εκλεκτός της καρδιάς της.

Κι έτσι το ζευγάρι παντρεύτηκε και έζησε ευτυχισμένο. Αργότερα απέκτησαν ένα κοριτσάκι, την Ερμιόνη. Και όταν ο Τυνδάρεως πέθανε από γηρατειά, τη θέση του πήρε ο Μενέλαος και έγινε βασιλιάς της Σπάρτης.

Την ευτυχία τους όμως ήρθε να ταράξει ο μικρός γιος του Πρίαμου, ο Πάρης. Αυτός ήρθε ως φιλοξενούμενος του Μενέλαου με τον οποίο είχαν γίνει φίλοι πριν από λίγο καιρό στην Τροία, όταν ο πρώτος έσωσε τη ζωή του δεύτερου από ένα αγριογούρουνο. Ο Πάρης όμως είχε άλλα σχέδια καταφθάνοντας στην Σπάρτη. Είχε έρθει για να πάρει το δώρο που του είχε τάξει η θεά Αφροδίτη σε αντάλλαγμα του Μήλου της Έριδος που της χάρισε ως ομορφότερη από τις τρεις θεές που τον είχαν θέσει για κριτή.

Και το δώρο αυτό δεν ήταν άλλο από την ίδια την Ελένη.

Η Ελένη, από τη μεριά της δεν ήθελε να αφήσει ούτε τον άντρα της ούτε και το παιδί της. Οι αναμνήσεις από την απαγωγή του Θησέα και την καταστροφή της Αθήνας της είχαν αφήσει σημάδια. Δεν ήθελε να ξαναπεράσει τα ίδια και χειρότερα για χάρη του νεαρού Τρώα. Όμως αναγκάστηκε να υποκύψει στο όνομα της θεάς. Κι έτσι, μια νύχτα που ο Μενέλαος έλειπε στην Κρήτη για να βρεθεί αναγκαστικά στο πλάι του φίλου του, του Ιδομενέα, έφυγε με τον Πάρη.

Κατά μία έννοια υπήρξε απαγωγή. Δεν έφυγαν οι δυο τους αφού ο Πάρης έκλεψε μαζί με την Ελένη και τους θησαυρούς του Μενέλαου, μαζί και κάποιες γυναίκες του παλατιού. Ο φίλος του ο Αινείας προσπάθησε να τον συνετίσει μα ο Πάρης ήταν αρκετά άπληστος για να σταματήσει. Και μόνο που είχε σβήσει από μέσα του την αγαπημένη του Οινώνη, μια νύμφη με την οποία ήταν παντρεμένος, αυτό αρκούσε

για να φανερώσει την αλαζονεία του.

Τα νέα έφτασαν στον Μενέλαο ο οποίος πληγωμένος τόσο από την γυναίκα του όσο και από την ασυγχώρητη συμπεριφορά του φιλοξενούμενου του, ταξίδεψε ως την Τροία για να λύσει το θέμα ειρηνικά. Οι Τρώες όμως δεν τον δέχτηκαν κι έτσι ο Μενέλαος γύρισε στην Σπάρτη ταπεινωμένος. Ο αδελφός του, ο Αγαμέμνονας, ο οποίος εδώ και καιρό έκανε βλέψεις να κατακτήσει την Τροία, βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε. Θα καλούσε όλους τους βασιλιάδες της Ελλάδας να πολεμήσουν στο πλευρό των Ατρειδών όπως είχαν ορκιστεί να κάνουν την μέρα που η Ελένη διάλεξε τον Μενέλαο για σύζυγο της.

Η συνέχεια είναι σε όλους μας γνωστή. Δεκάδες στρατοί συγκεντρώθηκαν στην Αυλίδα για να σαλπάρουν μέχρι την Τροία και να πολεμήσουν για χάρη της Ελένης και του Μενέλαου. Δέκα ολόκληρα χρόνια κράτησε ο πόλεμος και χιλιάδες Έλληνες και Τρώες έχασαν την ζωή τους, ανάμεσα τους μεγάλοι ήρωες όπως ο Αχιλλέας και ο Έκτορας. Σκοτώθηκε και ο Πάρης από τον Φιλοκτήτη κι έτσι ο Μενέλαος έχασε την ευκαιρία του να τον εκδικηθεί. Ο Διήφοβος, αδελφός του Πάρη, βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε. Να κάνει δική του την Ελένη με αποτέλεσμα να νιώσει την οργή του Μενέλαου όταν ο Δούρειος Ίππος μπήκε στην Τροία και οι Έλληνες έλυσαν την πολιορκία.

Τώρα, έπειτα από τόσον καιρό αγωνίας, σφαγής, πόνου, αίματος και δακρύων, το ζευγάρι ήταν και πάλι μαζί. Η ώρα τους να επιστρέψουν στην πατρίδα και στην κόρη τους, είχε φτάσει.

Ή έτσι πίστευαν.

Ο Μενέλαος και η Ελένη, πέρα από τα δέκα χρόνια που έκαναν να ανταμώσουν, χρειάστηκαν άλλα οχτώ για να γυρίσουν στην Σπάρτη. Μια τρομερή φουρτούνα έξω από την Λακωνία έστειλε το καράβι τους μακριά, σε χώρες που δεν είχαν επισκεφτεί. Πέρασαν από την Συδώνα, την Αιθιοπία, την Κύπρο, την Φοινίκη και την Λιβυή. Στην Αίγυπτο τους φιλοξένησε η βασίλισσα Πολυδάμια η οποία χάρισε στην Ελένη ένα μαγικό βότανο που όποιος το έπινε, ξεχνούσε τα δυσάρεστα του παρελθόντος.

Για να φτάσουν τελικά στην Σπάρτη έπρεπε πρώτα να βρουν τον Πρωτέα, τον Γέρο της Θάλασσας και να πάρουν το χρησμό του. Μετά από πολλές περιπέτειες ο Μενέλαος κατάφερε να αιχμαλωτίσει τον Πρωτέα για να μάθει σε ποιους θεούς έπρεπε να θυσιάσει και ποιον δρόμο να ακολουθήσει.

Ο Πρωτέας αποκάλυψε τα πάντα στον Μενέλαο και μαζί με αυτά τις τύχες των συντρόφων του. Του είπε για την ταλαιπωρία του Οδυσσέα και για την δολοφονία του αδελφού του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο, τον γιο του Θυέστη. Όμως του είπε και κάτι ευχάριστο. Ότι ο Μενέλαος και η Ελένη δεν θα αποχωρίζονταν ποτέ ξανά ο ένας τον άλλον και θα ζούσαν μαζί ως τα βαθιά γεράματα. Και όταν θα έκλειναν τα μάτια τους θα πήγαιναν στα Ηλύσια Πεδία όπου θα συνέχιζαν να ζουν αγαπημένοι για όλη την αιωνιότητα.

Και έτσι έγινε. Ο Μενέλαος και η Ελένη, οι δυο παιδικοί φίλοι που χτυπήθηκαν από την μοίρα να ζουν χωριστά στα ωραιότερα χρόνια της ζωής τους, επιτέλους βρήκαν γαλήνη μετά θάνατον. Και παραμένουν ερωτευμένοι και αγαπημένοι μακριά από τις έχθρες, τις αδικίες και τον πόλεμο, εκεί όπου ξεκουράζονται οι ήρωες και εραστές μιας αλλοτινής εποχής.

3. Το τέλος της Ωραίας Ελένης

Την τραγικότητα του ρόλου της γυναίκας που “έστειλε” χιλιάδες άνδρες να πολεμήσουν στον δεκαετή πόλεμο της Τροίας όλοι τον γνωρίζουμε. Η ωραία Ελένη μισήθηκε, υμνήθηκε κατηγορήθηκε και ενέπνευσε. Όμως τι απέγινε η ωραία Ελένη; Ποιο ήταν το τέλος της; Ας πάμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι του μύθου.
Μετά την φυγή της από την Σπάρτη, μετά τα χρόνια του Τρωικού πολέμου, μετά την πολυτάραχη επιστροφή της στην Σπάρτη, μετά τον θάνατο του Μενέλαου, η Ελένη βρέθηκε ανάμεσα σε δύο προγόνους που την απεχθάνονταν: τον Νικόστρατο και τον Μεγαπένθη. Τότε πήρε την απόφαση να ξαναφύγει, αυτή την φορά μόνη, -κατά μία άλλη εκδοχή εξορίστηκε από τους γιους του Μενέλαου-, για να βρεθεί με μια παιδική της φίλη. Ταξίδεψε μέχρι την Ρόδο και μετέβη στην αργολική αποικία της Ρόδου, όπου βασίλευε η Πολυξώ, χήρα τότε από τις πολλές του Τρωικού πολέμου. Η Ελένη αναζητούσε επιτέλους καταφύγιο κοντά σε μια γυναίκα στις παιδικές της αναμνήσεις. Η Πολυξώ όμως ήθελε να εκδικηθεί για τον άντρα της τον Τληπόλεμο. (Παυσανίας – 3.19.9-11). Όπως πολλές άλλες γυναίκες επέρριπτε στην Ελένη την ευθύνη για τον χαμό του. Αλλά υποδέχθηκε την Ελένη ευγενικά. Για πρώτη φορά δεν παρενοχλούσαν την Ελένη άντρες.
Μια μέρα ονειροπολούσε ξαπλωμένη στην μπανιέρα, όταν εισέβαλαν μερικές θεραπαινίδες της Πολυξούς μεταμφιεσμένες σε Ερινύες. Την έσυραν έξω γυμνή ενώ έσταζε ακόμη νερά και την κρέμασαν σε ένα δέντρο, σε ένα πλάτανο, δέντρο αγαπημένο της θεάς Αφροδίτης αλλά και της Εκάτης. Αργότερα οι Ρόδιοι αφιέρωσαν ναό δίπλα στον πλάτανο που την είχαν βρει κρεμασμένη και λατρεύτηκε σαν Ελένη Δεντρίτις. Η Ελένη των δέντρων, η δενδρίτις τιμήθηκε με πλήθος γονιμικά αφιερώματα. Η δεντρολατρεία φαίνεται πως είναι θέμα πολλών μυκηναϊκών έργων τέχνης. Έτσι συναντάμε στον μύθο την Αριάδνη, θεά της Κρήτης να απαγχονίζεται μόνη της όπως έκανε και η Ηριγόνη της Αττικής, ενώ η Άρτεμις η απαγχονισμένη, είχε ιερό στην Κονδυλαία της Αρκαδίας.

Ο Απολλόδωρος παραδίδει ότι η Ελένη μεταφέρθηκε στα Ηλύσια πεδία, όπου έζησε με τον Μενέλαο. Ο Ευριπίδης (Ορ. 1629 κ.ε.) την είχε ανεβάσει στους ουρανούς με παρέμβαση του Απόλλωνα, που με προσταγή του Δία, σώζει την Ελένη από τα σπαθιά των δύο φίλων, Ορέστη και Πυλάδη, την υψώνει στους αιθέρες, όπου η Ελένη θα ζήσει αθάνατη δίπλα στα αδέλφια της τους Διόσκουρους, παραστέκοντάς τους στο έργο τους για την προστασία των ταξιδιωτών της θάλασσας.
Άλλοτε πάλι λέγεται ότι η Ιφιγένεια τη θυσίασε στην Ταυρίδα ή ότι η Θέτιδα τη σκότωσε στο ταξίδι της επιστροφής για να εκδικηθεί τον θάνατο του Αχιλλέα. Σύμφωνα με άλλη παράδοση η Ελένη παντρεύτηκε τον Αχιλλέα και έζησαν μαζί στο νησάκι Λευκή. Έκαναν μάλιστα και ένα γιο, τον Ευφορίωνα.
Η Ελένη έζησε περιτριγυρισμένη από τον έρωτα μερικών αντρών, από το μίσος πολύ περισσοτέρων και εκείνο όλων των γυναικών. Έτσι η Ελένη επέδειξε την ίδια άσεμνη θρασύτητα των θεαινών, όταν εμφανίστηκε μια νύχτα στον Όμηρο και του έδωσε την εντολή να γράψει ένα έπος για τους πολεμιστές του Τρωικού πολέμου, θέλοντας να παρουσιάσει τον θάνατό τους πιο ζηλευτό από των άλλων, και κατά κάποιο τρόπο χάρη στην τέχνη του Ομήρου, αλλά ιδιαίτερα εξαιτίας της, εκείνο το έπος είναι τόσο θελκτικό και διάσημο ανάμεσα σε όλα.
Αντί να κλάψει τις ενοχές της, παρήγγειλε, σαν βασίλισσα, την Ιλιάδα στον Όμηρο, για να την υμνήσει. Η λογοτεχνία υπάκουσε στο κέλευσμά της απορροφώντας την αφροδίσια μαγεία της. Ο Στησίχορος -που μας διηγείται την ιστορία του ο Πλάτωνας στον Φαίδρο- την κατηγόρησε ως “δίγαμη και τρίγαμη, αυτή που εγκαταλείπει τους άντρες”. Χρειάστηκε να τυφλωθεί και να αναιρέσει τα λόγια και τις κατηγορίες του για την Ελένη και να επανέλθει απολογητικά λέγοντας: “Δεν είναι αληθινός τούτος ο λόγος· δεν μπήκες στα υπερήφανα καράβια κι ούτε έφτασες στης Τροίας το κάστρο”.
Η ένταση ανάμεσα στο είδωλο και το σώμα της Ελένης, σαν είδωλο και μια ομορφιά που εκκολάφτηκε από το αυγό της Ανάγκης, ήταν πολύ δυνατή. Για πολλά χρόνια οι Έλληνες δεν κατάφεραν να την αντέξουν. Στον Όμηρο το σώμα και το είδωλο συνυπάρχουν σιωπηλά. Μετά το Όμηρο, ο κόμπος που τα σφίγγει σε ένα και μόνο πλάσμα χαλαρώνει όλο και περισσότερο, μέχρι που διαχωρίζονται. Από την μια πάντα θα υπάρχει η ένοχη γυναίκα με τους πολλούς άντρες, επανειλημμένα πουλημένη για την ομορφιά της, όπως μια οποιαδήποτε εταίρα. Από την άλλη θα εμφανίζεται η Ελένη, θύμα της ουράνιας μοχθηρίας.
Με έναν εσωτερικό κόσμο αμφισβητήσιμο και με πρόθεση να επιδεικνύεται και να εξαπατά, η ωραία Ελένη για αιώνες υπέμεινε προσβολές και βλαστήμιες. Αλλά ήταν πάντα η μοναδική γυναίκα στην οποία ο Δίας, επέτρεψε να τον αποκαλεί πατέρα.

Πηγές: Ρ.Καλλάσο” Οι γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας”. Ρ.Γκρέιβς “Οι Ελληνικοί Μύθοι” και “Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας” της Δήμητρας Μήττα

http://mythiki-anazitisi.blogspot.com/2017/12/blog-post_5.html?m=1

Μύθοι και Θρύλοι της Αρχαιας Ελλαδας Ν.Α. Κουν εκδ Λειψία, Ιφιγένεια εκδ Στρατικη, Ο Πόλεμος της Τροίας Λιντσει Κλαρκ εκδ Λιβάνη.

https://www.willowisps.gr/main/-/14/2/2017-2

https://www.sakketosaggelos.gr/Article/2655/

http://educandus.forumotion.com/t614-topic

https://antikleidi.com

Τα κόκκινα λουστρίνια, ένα αγαπημένο διήγημα της Ειρήνης Μάρρα

Τα κόκκινα λουστρίνια

Τα κόκκινα λουστρίνια» είναι ένα από τα δεκατρία διηγήματα της συλλογής Η τριλογία του δίφραγκου της Ειρήνης Μάρρα. Το περιεχόμενό τους αναφέρεται σε απλά, καθημερινά περιστατικά από τη ζωή των νεαρών βιοπαλαιστών. Χαρακτηριστικά στοιχεία της συλλογής, που απαντώνται και στο συγκεκριμένο διήγημα, είναι η λιτότητα της έκφρασης και τα ανθρωπιστικά μηνύματα.

Το είχε βάλει από καιρό στο μάτι. Ήταν ένα κομμάτι κόκκινο γυαλιστερό λουστρίνι, καθάριο και αστραφτερό. Ήξερε, βέβαια, πως κόστιζε πολλά, μα κι αυτός είχε κάνει το κουμάντο του από νωρίς. Σύναζε λεφτά κρυφά κι απόκρυφα, χωρίς να φανεί, γιατί φοβόταν πως θα τον παίρναν στο μεζέ αν μάθαιναν τι είχε κατά νου να κάνει.

Περίμενε τη μέρα που το αφεντικό θα τον έστελνε στον ταμπάκη για πανωπέτσια. Του είχε εμπιστοσύνη, βλέπεις, κι όλο αυτόν έστελνε να ψωνίσει, γιατί χώρια που γνώριζε καλά δέρματα και προβιές, ήτανε και παζαριτζής και πάντα πετύχαινε σκόντο, που ’καναν το αφεντικό να τον κερνάει καφέ.

Ως λίγο καιρό πριν, τον κερνούσε γκαζόζα, γιατί τ’ αφεντικό δεν το ’χε προσέξει πως ήταν μεγαλωμένος κάπως πια… Τον είδε όμως που κρυφοκάπνιζε μια μέρα κι από τότε το μπαξίσι του παζαριού έγινε ο γλυκύς βραστός.

Έτσι, τη μέρα της αγοράς, τράβηξε κρυφά τον πάτο του παπουτσιού του κι έβγαλε τα λεφτά. Τα ’σπρωξε βιαστικά στην τσέπη του και, με ύφος αδιάφορο κι ένοχο μαζί, τράβηξε για την αγορά. Το πήρε το λουστρίνι και σε καλή τιμή. Ήταν κομμάτι σπάνιο, ένα κομμάτι απ’ τη λαχτάρα της καρδιάς του.

Γύρισε όλους τους δρόμους εκείνο τ’ απόγιομα και διάλεξε σχέδιο. Είχε στον νου το τι ζητούσε, βλέπεις, κι απ’ την αρχή ξέκοψε τα σχέδια και διάλεξε το πιο αρχοντικό, γιατί αυτό θα ταίριαζε στην περίπτωση.

Ζήτησε απ’ τ’ αφεντικό να δουλέψει μονάχος μερικές μέρες, αφού θα ’κλειναν πια, γιατί, είπε, είχε μαζωχτεί δουλειά πολλή. Τα καλαπόδια θέλαν άδειασμα, για να τεντώσουν πάλι τις καινούριες παραγγελιές. Κι όπως πάντα ήτανε φιλότιμος στη δουλειά, τ’ αφεντικό δεν έβαλε υποψία.

Εδούλευε, λοιπόν, τα καλαπόδια του αφεντικού, να μην αποφανεί στα μάτια του, κι απέ, δούλευε τα λουστρινένια γοβάκια. Καρφάκι και μαντινάδα, φόντι και τραγούδι, ψίδι και αναστεναγμός. Το λουστρίνι έπαιρνε να γίνεται γοβάκι.

Τ’ όνειρό του έπαιρνε να γίνεται αλήθεια. Σαν τέλειωσε, είπε στ’ αφεντικό πως είχε κουραστεί πια και δε θα δούλευε νυχτέρι άλλο. Έκρυψε τα γοβάκια και παραμόνευε την ώρα.

Η κόρη του δασκάλου δεν έβγαινε σεργιάνι ταχτικά. Είχε μάνα αυστηρή και πατέρα σπουδαίο. Σαν έβγαινε όμως, όλοι την κοίταζαν· γιατί είχε σγουρά μαλλιά και μάτια μεγάλα. Είχε στητό κορμί και περπατησιά περήφανη. Του ’χε λαβώσει την καρδιά. Η μάνα του πήγαινε κάθε μέρα στο σπίτι του δασκάλου και παραδούλευε, έκανε τη λάτρα. Τον είχε πάρει κάνα δυο φορές μαζί της, σαν τύχαινε να κουβαλήσει τίποτα πράματα. Τότες την έβλεπε από κοντά και την καμάρωνε. Θάρρητα δεν είχανε, μα όσο να πεις, είχανε αλλάξει κουβέντες κάμποσες φορές. Σε μια τέτοια φορά πρόσπεσε να σηκώσει κάτι που έπεσε κι όσο να μπει και να βγει το κορίτσι, αυτός πρόκαμε και μέτρησε με την παλάμη του το παπούτσι της. Είχε κιόλας, βλέπεις, το σχέδιό του καρφωμένο στο φακιδερό κεφάλι του. Θα της έφτιαχνε ένα ζευγάρι κόκκινα λουστρινένια γοβάκια, που όμοιά τους δε φορεθήκανε ποτέ. Ύστερα θα περίμενε μια γιορτή και, με το μέσον της μάνας του που παραδούλευε στο σπίτι, θα πήγαινε να της τα δώσει ο ίδιος. Θα τα ’δινε, κι αυτή, δεν μπορεί, θα πηδούσε απ’ τη χαρά της. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώτικα, γιατί τέτοια παπούτσια δε γινόταν να ’χει ξαναβάλει. Η κόρη του δασκάλου θα χαιρότανε για το δώρο του, θα τον συμπάθαγε, κι άμα τον συμπάθαγε, ποιος ξέρει…

Την κρίσιμη μέρα τύλιξε τα παπούτσια, τα πήρε σπίτι και τα ’κρυψε. Ήθελε πρώτα να μιλήσει της μάνας, να τα πούνε οι δυο τους και να τα συμφωνήσουνε. Για να γίνει τούτο, έπρεπε πρώτα να κοιμηθούνε τ’ άλλα παιδιά. Καθίσανε στο τραπέζι. Τα φαγητά ξανόσταιναν στο στόμα του. Yπομόνεψε να σηκώσουν το τραπέζι.

Είχε στον νου του ολοένα την κόρη του δασκάλου. Δεν έβλεπε μπροστά του. Όλα τού φαίνονταν σκιές. Σκιά τα κρεβάτια με τ’ αδέρφια που μαλώνανε για τα μαξιλάρια. Σκιά ο πατέρας που ρουφούσε το βιδάνι στο ποτήρι του. Σκιά η αδερφή του που σήκωνε το τραπέζι.

Την κοίταξε πιο προσεχτικά. Πόσο ξέθωρη ήταν μπροστά στην άλλη! Τα μαλλιά της δεν έπεφταν σγουρά στους ώμους. Είχε μια πλεξούδα ίσια που τη σφιχτόδενε στον σβέρκο της μ’ ένα λαστιχάκι των πακέτων. Δεν περπατούσε καμαρωτά. Η μάνα την είχε μάθει να κοιτάζει το χώμα, έτσι που καλά καλά δεν έβλεπες τι χρώμα είχανε τα μάτια της. Αλήθεια, τι χρώμα να ’χανε τα μάτια της αδερφής του;

Της μίλησε κι αυτή σήκωσε το κεφάλι κι αποκρίθηκε. Τα μάτια της ήταν καφετιά, ίδια με τα μάτια των κοριτσιών όλου του κόσμου, και το φουστάνι της με την ποδιά του μαγειρέματος μπροστά ήτανε ξέθωρο κι αυτό, μα τώρα πρόσεξε πως ήταν ξέθωρο απ’ την πολυκαιρία.

Η αδερφή… Στα πόδια φορούσε κουτσοφτέρνια, για να γλιτώνει τα παπούτσια, να τα ’χει σκολιανά να τα ’χει σκολιανά. Η άλλη θα ’χε οπωσδήποτε πασουμάκια μεταξένια και παπούτσια πολλά.

Μα ναι, είχε πολλά κι ένα ζευγάρι παραπάνω που θα της πήγαινε αυτός θα τη γιόμιζαν χαρά μονάχα για λίγο, ως να μπουν στο ράφι με τ’ άλλα παπούτσια. Θα του ’λεγε σίγουρα ευχαριστώ, μα το ευχαριστώ της θα ’τανε για τα παπούτσια μονάχα κι όχι γι’ αυτό τον ίδιο. Σε μια στιγμή κατάλαβε πολλά και σβήστηκε μονοκοντυλιά η κόρη του δασκάλου.

Έδωσε τα λουστρινένια γοβάκια στην αδελφή. Της άξιζαν. Το ’νιωθε πως της άξιζαν. Χιλιάδες ήλιοι φώτισαν τα καφετιά ματάκια και μύρια αστέρια μπερδεύτηκαν στην πλεξούδα της. Πουλιά τρελά τιριτίριζαν στ’ αυτιά της και η καρδιά της μεθυσμένη χόρευε. Τα κόκκινα γοβάκια φωτίσανε το ξέθωρο φουστάνι κι η αδελφή ένιωσε ν’ ανεβαίνει, η ίδια μέσα της, ένα σκαλί πιο πάνω. Το σπίτι άστραψε και γέμισε με το γέλιο της.

Το άλλο πρωί πήγε στη δουλειά λίγο πιο ώριμος. Παρήγγειλε γλυκύ βραστό καφέ κι έπιασε τη φαλτσέτα με το τραγούδι.

Ειρ. Μάρρα, Η τριλογία του δίφραγκου, Ελληνικά Γράμματα

Ακούστε το διήγημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου:

 

Οι ποδηλάτες του Αλέκου Φασιανού

Μία από τις αγαπημένες θεματικές του Φασιανού ήταν οι ποδηλάτες-καπνιστές.

Ο ποδηλάτης διασχίζει βιαστικά το δρόμο, αφήνοντας πίσω τους ένα νέφος από καπνό. Το φουλάρι του ανεμίζει. Το σκηνικό είναι μουντό και χρωματικά έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη μορφή του άντρα ποδηλάτη. Το βλέμμα του δεν απευθύνεται κατευθείαν στο θεατή. Κρατά άχυρα και με τα χ΄ρια του κάνει μια κίνηση αυστηρή και επιτακτική.

Σε άλλους πίνακες του Αλέκου Φασιανού, οι ποδηλάτες είναι ζευγάρια και τότε στον άνεμο παραδίδεται και η μακριά κόμη του κοριτσιού. Κατά κόρον κορίτσια και αγόρια είναι οι πρωταγωνιστές της ζωγραφικής του Φασιανού, οι «νικητές της ζωής», όπως τους ονομάζει ο ίδιος ο ζωγράφος. Νικητές, γιατί έχουν κερδίσει την αιωνιότητα της νιότης μέσα στο έργο του.

Σε άλλους πίνακες με την ίδια θεματική, ο ποδηλάτης μπορεί να φέρει το ποδήλατο του.

Η τεχνική πρόοδος, ένα φοβερό κείμενο του Ε. Παπανούτσου

Όσοι, κουνώντας μελαγχολικά το κεφάλι ή υψώνοντας τη φωνή με οργή, αρνούνται την ηθική πρόοδο του ανθρώπου κατά τους μακρούς αιώνες της ιστορικής του διαδρομής, μιλούν συνήθως με αδιαφορία, ή και με περιφρόνηση, για την αξία της “υλικής” προόδου, των κατακτήσεων δηλαδή της επιστήμης και της τεχνικής, που άλλαξαν στους χρόνους μας τη μορφή του κόσμου.

§Καμιά επιρροή, λέγουν δεν έχουν αυτά τα πολυθρύλητα θαύματα απάνω στον ηθικό βίο του ανθρώπου, στο χαρακτήρα, στην προσωπικότητά του. Άλλη η μια τροχιά, άλλη η άλλη· δεν πηγαίνουν παράλληλα. Ή
Καμιά ουσιαστική αξία, λέγουν, δεν έχουν οι τεχνικές τελειοποιήσεις των μέσων της ζωής, για τις οποίες υπερηφανεύεται ο πολιτισμός μας. Ευτυχέστερος ήταν ο άνθρωπος που ζούσε χωρίς τις σημερινές ανέσεις, σε κοινωνίες απλούστερες, “πρωτόγονες”. Ή
Όχι μόνο δεν καλυτέρεψε, αλλά χειροτέρεψε τον άνθρωπο η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνικής. Πολλαπλασίασε και έκανε πιο raffinee τη δύναμη της κακουργίας του . . .
Θα προσπαθήσω να αποδείξω ότι και οι τρεις αυτές υποθέσεις είναι αστήριχτες· βρίσκονται σε ασυμφωνία με εξώφθαλμα γεγονότα.
Πρώτον, είναι πλάνη να νομίζομε ότι η ευημερία δεν επηρεάζει προς το καλύτερο το ήθος των ανθρώπων. Προσοχή: δε λέγω η ευμάρεια, ο πλούτος, η πολυτέλεια· λέγω η ευημερία, δηλαδή η επάρκεια των υλικών μέσων της ζωής, που επιτρέπει τις απαραίτητες για έναν πολιτισμένο άνθρωπο ανέσεις. Τα παραδείγματα αφθονούν, από παρατηρήσεις απάνω και στην ατομική και στη συλλογική ζωή. Η πενία, ως συνώνυμο της πείνας, της αρρώστιας και της αμάθειας, είναι ο χειρότερος σύμβουλος του ανθρώπου και η μεγαλύτερη μάστιγα των κοινωνιών. Άτομα ή λαοί που λιμοκτονούν, δεκατίζονται από αρρώστιες και είναι βυθισμένοι στην αμάθεια, έχουν το βούρκο και τη δυστυχία μέσα στην ψυχή τους. Φθονούν, απεχθάνονται, μισούν όχι μόνον όσους γεύονται άνετα τα αγαθά της ζωής, αλλά και τους ομοίους των. Η εξαθλίωση διηθείται έως τους εσώτερους πόρους της ψυχής τους και τους εξαχρειώνει. Αρετές όπως η αγάπη της ελευθερίας, η αυτοκυριαρχία, η αξιοπρέπεια δεν μπορούν να ριζώσουν σε έδαφος ψυχικό, που το έχουν αποψιλώσει οδυνηρές υλικές στερήσεις. Σκλάβους, ακρατείς, ευτελείς κάνει τους ανθρώπους η αγιάτρευτη φτώχεια. – Αντίθετα η ευημερία, ως συνώνυμο της ευπορίας στα υλικά μέσα της ζωής, της υγείας και της μόρφωσης, επιδρά ευεργετικά απάνω στο χαρακτήρα των ατόμων και των λαών. Τους κάνει φιλελεύθερους, ευπρεπείς, γενναιόψυχους. Τους δίνει τη χαρά της ζωής που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται την ανθρωπιά του. Να υπερηφανεύεται γι’ αυτήν. Να την τιμά, και στο δικό του πρόσωπο και στο πρόσωπο των ομοίων του. “Ευστάθεια” (με όλες τις σημασίες της λέξης) δεν έχουν ούτε τα άτομα ούτε οι κοινωνίες που μαστίζονται από την εξαθλίωση. Και είναι εχθρός του ανθρώπου εκείνος (ο σοφός ή ο πολιτικός) που θεωρεί άσχετες μεταξύ τους την ευημερία με την ευτυχία, την ευτυχία με την αρετή. Χαρά και καλοσύνη (όσο και αν επιχειρούμε να αντισταθμίσομε τις στερήσεις του παρόντος με προσδοκίες του μέλλοντος) δεν μπορεί να έχει ο άνθρωπος ή ο λαός ο εξαθλιωμένος από τα δεινά της πείνας, της αρρώστιας και της αμάθειας. Χορτάσετέ τον, γιατρέψετέ τον, μορφώσετέ τον και θα δημιουργήσετε τις προϋποθέσεις για ν’ αστράψει μέσα του το φως της αλήθειας, της ομορφιάς και της αρετής – με μια λέξη : της ανθρωπιάς.
Δεύτερον, είναι πλάνη να υποθέτομε ότι οι εκπληκτικές κατακτήσεις της επιστήμης και της τεχνικής, για τις οποίες δικαιολογημένα υπερηφανεύεται ο πολιτισμός μας, δεν έχουν καμιάν ουσιαστικήν αξία, επειδή τάχα δεν έκαναν “ευτυχέστερο” τον άνθρωπο – άρα δεν αποτελούν “πρόοδο”. “Άχ! τι ωραία που ζούσαν άλλοτε οι άνθρωποι στις πρωτόγονες κοινωνίες τους, χωρίς το τηλέφωνο, το ραδιόφωνο, το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο” . . Δεν πρέπει, νομίζω, να παίρνομε στα σοβαρά αυτό τον ψευτορομαντισμό της υποκριτικής νοσταλγίας του παρελθόντος. Πρώτα – πρώτα γιατί δογματίζει “εκ του ασφαλούς” και “με το αζημίωτο”: δεν εγνώρισα ακόμη κανένα οπαδό του δόγματος να διακόψει το ηλεκτρικό ρεύμα στο σπίτι του για να ζήσει ευτυχέστερος. Και έπειτα, γιατί είναι τουλάχιστο γελοίο να υποστηρίζει κανείς ότι ζούσαν “καλύτερα” οι άνθρωποι τότε που οι γιατροί καίγανε με πυρωμένο σίδερο τις μολυσμένες πληγές (χωρίς φυσικά, να μεταχειρίζονται αναισθητικά ή αναλγικά φάρμακα) ή που πέθαιναν τα μωρά κατά εκατομμύρια από εντερίτιδα . . . ή τότε που σοφοί και υψηλής ευαισθησίας άνθρωποι καταδέχονταν να θεωρούν τη δουλεία αναπόφευκτη, επειδή έπρεπε να μένουν ώρες και δυνάμεις σ’ αυτούς και στους οικείους των ελεύθερες για να διαβάζουν και να ψυχαγωγούνται. . .ή τότε που η ανάγνωση και η γραφή ήταν προνόμιο των ολίγων και των “ισχυρών” και ο μεγάλος αριθμός έπρεπε να πιστεύει μοίρα του αδυσώπητη να μένει εσαεί βυθισμένος στην άγνοια, στη δεισιδαιμονία και στο σκότος. Έχομε άραγε όλοι συνειδητοποιήσει τις τεράστιες προόδους που έχει πραγματοποιήσει στα μέσα και στον τρόπο της ζωής μας αυτός ο πολιτισμός που τον αποκαλούμε με περιφρόνηση “απλώς τεχνικό”; Ιδού μια λεπτομέρεια διατυπωμένη με αριθμούς που αξίζει να τη σκεφτούμε πολύ: Στο Λίβερπουλ (της Μεγ. Βρετανίας) ο μέσος όρος ζωής των κατοίκων το 1846 ήταν το 26ο έτος της ηλικίας· στο Μπόστον (των Ηνωμένων Πολιτειών) ο μέσος όρος ήταν πέρσι το 66,7 της ηλικίας. Και δεν είναι μόνο η διάρκεια που μεγάλωσε· έγινε και το ποιόν της ζωής διαφορετικό. Σήμερα ο άνθρωπος των προχωρημένων στον πολιτισμό χωρών έχει άπειρες ευκαιρίες να “εντείνει” και να “υψώσει” (να ευγενίσει με τα αγαθά της παιδείας) τη ζωή του. Να την εκτιμήσει και να τη χαρεί. Ότι ζει “καλύτερα”, “ανετότερα”, “τελειότερα”, “ανθρωπινότερα”, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Είναι άραγε και ευτυχέστερος; Η απάντηση εξαρτάται από το τι ονομάζεται “ευτυχία”. Θα αναγνωρίσετε πάντως ότι όταν πεθαίνει κανείς πολύ νέος, αφού έχει ζήσει μια περιορισμένη, κουτή και τυραννισμένη ζωή – δεν προλαβαίνει τουλάχιστο να ευτυχήσει . . .
Τρίτο και τελευταίο, είναι πλάνη να υποστηρίζομε ότι η επιστημονική και τεχνική πρόοδος των τελευταίων τριών αιώνων όχι μόνο δεν καλυτέρεψε, αλλά χειροτέρεψε τον άνθρωπο. Το επιχείρημα (που με τόσην ελαφρότητα επαναλαμβάνεται ακόμη και από σοβαρούς συζητητές) ότι οι πιο προοδευμένοι στην επιστήμη και στα γράμματα λαοί φάνηκαν οικτρότεροι και πιο αδίσταχτοι, απάνω στον πυρετό του τελευταίου πολέμου, δεν έχει αποδειχτικήν αξία αναμφισβήτητη, άμα το αναλύσει κανείς περισσότερο. Υπενθυμίζω τη διάκριση, που κάνουν οι Μαθηματικοί, μεταξύ αναγκαίων και επαρκών συνθηκών, γιατί αυτή θα μας δώσει το λογικό σχήμα να βάλομε τα πράγματα στη θέση τους. Να υπάρχουν σε μεγάλη ποσότητα υδρατμοί στην ατμόσφαιρα, είναι μια αναγκαία προϋπόθεση της βροχής – όχι όμως και επαρκής, γιατί αυτή και μόνη (χωρίς πχ μιαν ορισμένη πτώση της θερμοκρασίας) δεν φέρνει τη βροχή.
Αυτό συμβαίνει και στη δική μας περίπτωση. Κανείς δεν θα ισχυριστεί ότι φτάνει μια διδακτορική διατριβή στη Χημεία ή ένα νόμπελ της Φυσικής για να γίνει και ηθικά ανώτερος ένας άνθρωπος· όταν όμως φωτίζεται ο νους του με τη διερεύνηση των νόμων του σύμπαντος και από τούτο το φωτισμό υψώνεται το πνευματικό του βλέμμα έως τη θεώρηση κάποιων ανώτερων αληθειών, δημιουργούνται οι αναγκαίες συνθήκες για να αναπτυχθούν μέσα στην ψυχή του τα σπέρματα του καλού (εάν είναι ζωντανά) και έτσι να γίνει πιο άνθρωπος.
Χωρίς αυτόν τον τελευταίο όρο ( την επαρκή συνθήκη του μαθηματικού) ο επιστήμονας ή ο τεχνικός μας θα καταντήσει ένας τερατώδης νους τόσο προσηλωμένος στις άτεγκτες γενικεύσεις του, ώστε να είναι ικανός για τις μεγαλύτερες θηριωδίες. Και τούτο επειδή έχει μείνει στη μέση του δρόμου: στάθηκε στις γνώσεις· δεν προχώρησε έως τη γνώση. Έως δηλαδή εκείνη την ολοκλήρωση του πνεύματος που δεν ξεχωρίζει πια με στεγανά τοιχώματα από δω την “αλήθεια” από κει την “ομορφιά” και παραπέρα την “αρετή”, αλλά αισθάνεται, κρίνει και τιμά, σα μιαν ακατάλυτη ενότητα, την αρετή μέσα στην ομορφιά της αλήθειας. Η σωστή λοιπόν τοποθέτηση του ζητήματός μας είναι να πούμε ότι η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνικής μπορεί να καλυτερέψει τον άνθρωπο (όπως ασφαλώς μπορεί και να τον χειροτερέψει – σαν τον διαρρήκτη που έχει αποκτήσει τελειοποιημένα εργαλεία), αφού δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την πνευματική του απογείωση. Αρκεί να συνεχίσει την πτήση του και να πάει πολύ ψηλά . . . Ας το πάρομε μια για πάντα απόφαση· αφού μπήκαμε στο δρόμο των επιστημονικών και τεχνικών κατακτήσεων, δε γίνεται πια να γυρίσομε πίσω. Αλλά ούτε ωφελεί. Απάρνηση της προόδου σ΄ αυτό τον τομέα σημαίνει επάνοδο στη βαρβαρότητα. Ευτυχέστερη και ηθικότερη θα γίνει η ανθρωπότητα όχι δεσμεύοντας αλλά αφήνοντας πιο ελεύθερο ακόμη το πνεύμα. Η σωτηρία μας είναι όχι λιγότερη, αλλά περισσότερη, πλατύτερη και βαθύτερη μάθηση.