Στὸν πολιτισμό μας ἡ χρήση αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ σχέση, τείνει νὰ ὑποκαταστήσει τὴν κοινωνία τῆς χρείας μὲ παράλληλες ἄπληστες χρήσεις. Διαμορφώνει ἀνεπαίσθητα τὸν ψυχισμό μας αὐτὸς ὁ πολιτισμός, μᾶς μπολιάζει μὲ ἀντανακλαστικὰ κυρίως χρησιμοθηρικά, μὲ προϊούσα ἀνικανότητα σχέσης, ἀνέραστη συμπεριφορά.
ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΘΟΥΝ, ὅταν ταυτίζουν τὸν ἔρωτα μόνο μὲ τὴ χρήση τοῦ ἄλλου. Δὲν φταῖνε, γιατὶ δὲν ἀσκήθηκαν ποτὲ στὴ σχέση, δὲν ξέρουν νὰ σχετίζονται, κάθε ἐπιθυμία τους ἐκπληρώνεται πατώντας ἕνα κουμπί. Δὲν ἔμαθαν νὰ μοιράζονται τὸ θέλημά τους, νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ ἐγώ τους. Ξέρουν μόνο τὴ χρήση, ὄχι τὴ σχέση, μόνο τὰ χρήματα, ὄχι τὰ πράγματα.
Ο Χρήστος Γιανναράς (10 Απριλίου 1935) είναι σύγχρονος Έλληνας καθηγητής φιλοσοφίας και συγγραφέας. Σπούδασε θεολογία στην Αθήνα και φιλοσοφία στη Βόννη και στο Παρίσι (Σορβόνη). Το συγγραφικό του έργο σχετίζεται πολύ με την έρευνα των διαφορών ανάμεσα στην ελληνική και στη δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία και ορθόδοξη χριστιανική παράδοση. Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 10 γλώσσες.
Σαν σήμερα το 1798 γεννιέται στη Ζάκυνθο ο μεγαλύτερος ποιητής του 19ου αιώνα, ο εθνικός μας ποιητής, Διονύσιος Σολωμός. Ήταν ο αρχηγός της λεγόμενης Επτανησιακής σχολής, ηγέτης του νεοελληνικού έμμετρου λόγου, που ουσιαστικά αρχίζει μετά από αυτόν και, τέλος, εθνικός ποιητής της Ελλάδας, γιατί έγραψε τον Εθνικό μας Ύμνο, ύμνησε τον Εθνικό αγώνα της Ανεξαρτησίας, και γιατί πρώτος χρησιμοποίησε στον ποιητικό και πεζό του λόγο την εθνική λαϊκή μας γλώσσα, τη δημοτική.
Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1789 (έτος του μαρτυρίου του Ρήγα) και πέθανε στην Κέρκυρα το 1859, δυο χρόνια πριν γεννηθεί ο Παλαμάς. Ο πατέρας του Νικόλαος Σολωμός ήταν πλούσιος άρχοντας και κόμης, ενώ η μητέρα του, Αγγελική Νίκλη, ήταν γυναίκα του λαού. Έμεινε ορφανός σε νεαρή ηλικία, αλλά τα άφθονα οικονομικά μέσα του επέτρεψαν να συνεχίσει τις σπουδές του. Σε ηλικία δέκα χρονών, συνοδευόμενος από τον οικοδιδάσκαλό του καθολικό αββά Σάντο Ρόσσι, πήγε στη Βενετία και συνέχισε πανεπιστημιακές σπουδές στην Κρεμόνα και την Παβία της Ιταλίας.
Τα ενδιαφέροντα του ήταν φιλολογικά, δεδομένου μάλιστα ότι από μικρός στιχουργούσε ο ίδιος. Η λαμπρή άνθηση της ιταλικής φιλολογίας δεν τον άφησε ανεπηρέαστο. Καθώς μάλιστα μιλούσε πλέον θαυμάσια την ιταλική γλώσσα, τα ποιήματα του τα έγραφε ιταλικά. Εξάλλου γνωρίστηκε με γνωστά ονόματα της πνευματικής Ιταλίας (Μαντσόνι, Μόντι κ.ά.), μπήκε στους φιλολογικούς κύκλους τους, και τελειοποιούμενος ολοένα στις ποιητικές κατακτήσεις του, εξελισσόταν σ’ έναν καλό ποιητή της ιταλικής γλώσσας.
Το 1818 χρειάστηκε να γυρίσει στη Ζάκυνθο. Τα δέκα χρόνια που έζησε στην Ιταλία τον είχαν επηρεάσει βαθύτατα, ώστε και στην Ελλάδα να συνεχίσει γράφοντας ιταλικά. Αλλά το 1822 η γνωριμία του και οι συζητήσεις του με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη τον έπεισαν, ότι έπρεπε να γίνει Έλληνας ποιητής, να γράφει στην ελληνική γλώσσα, και μάλιστα στη γλώσσα του λαού, τη δημοτική.
Δύο διαδοχικές υπογραφές του ποιητή: Dionisio Salamon και Dionisio Solomòs
Άρχισε τότε να διαβάζει τον Χριστόπουλο, να μελετάει τα δημοτικά τραγούδια, να παρακολουθεί όλη την πριν απ’ αυτόν ποιητική παραγωγή (τη λεγομένη προσολωμική), ώσπου να είναι σε θέση να γράψει ελληνικά ποιήματα. Το πρώτο ποίημα του, που έδειξε στον Τρικούπη ήταν η «Ξανθούλα». Το 1823 έγραψε τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν», που τυπώθηκε τον επόμενο χρόνο στο Μεσολόγγι. Τον ίδιο μήνα, στο Μεσολόγγι, πέθανε ο Λόρδος Βύρων, στον οποίο ο Σολωμός αφιέρωσε συγκινητικό ποίημα. Στα 1826 γράφει τον «Λάμπρο» και τη «φαρμακωμένη». Αλλά το μεγάλο, το επικό γεγονός της χρονιάς αυτής, ήταν η παρατεινόμενη τρομερή πολιορκία του Μεσολογγίου και η θαυμαστή πίστη και αντοχή των «ελευθέρων πολιορκημένων». Τα κανόνια ακούγονταν ως την Ζάκυνθο, και οι πρόσφυγες Μεσολογγίτες γυρνούσαν στους δρόμους της Ζακύνθου ζητώντας ελεημοσύνη. Με εθνική συγκίνηση, και ψυχικό ρίγος παρακολουθούσε ο ποιητής την Εθνική εποποιία, από την οποία προέκυψε η ποιητική του σύνθεση των «Ελευθέρων πολιορκημένων».
Το σπίτι του Σολωμού στην Κέρκυρα, που σήμερα στεγάζει το κερκυραϊκό Μουσείο Σολωμού
Το 1828 ο Σολωμός πηγαίνει στην Κέρκυρα, σημαντικό πνευματικό κέντρο της εποχής, και ζει εκεί ως αρχηγός κύκλου θαυμαστών και ποιητών ενός πυρήνα από πνευματικούς ανθρώπους με μεγάλη μόρφωση, με προοδευτικές και φιλελεύθερες ιδέες, με αισθητική κατάρτιση, με αυστηρές αξιώσεις από την τέχνη και με φιλοδοξίες για μιαν αναγέννηση της Νεοελληνικής Γραμματείας. Είναι ο κύκλος που δημιούργησε την Επτανησιακή Σχολή, με αρχηγό, καθοδηγητή και σύμβουλο τον Σολωμό. Από τον κύκλο αυτόν αρχίζει η ποιητική άνοδος της ελληνικής ποίησης, πολλές δεκάδες χρόνια πριν από την Αθήνα, όπου ο Παλαμάς δημιούργησε μία δεύτερη ποιητική αναγέννηση.
Ο Σολωμός στο διάστημα 1847-51 επιχείρησε να ξαναγράψει ιταλικά ποιήματα. Ήταν όμως ήδη Έλληνας ποιητής, ο μεγαλύτερος ποιητής του καιρού του, μία μορφή γεμάτη αίγλη, κύρος και δόξα για ολόκληρη την Ελλάδα. Είχε πετύχει να ξεπεράσει τη μεγάλη δυσκολία της γλώσσας, να την κατακτήσει και να την αξιοποιήσει με ποιητικά αριστουργήματα, στα οποία έβλεπες τον μεγάλο τεχνίτη.
Στις 3 Φεβρουαρίου του 1849 παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος, διότι «με την ποίηση του διέγειρε τα αισθήματα του λαού στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία».
Πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου του 1857 στην Κέρκυρα, ύστερα από αλλεπάλληλες εγκεφαλικές συμφορήσεις. Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1865 στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν αρχικώς σ’ ένα μικρό μαυσωλείο στον τάφο του Κάλβου. Ήταν τόσο γενική και στερεή η φήμη του, ώστε, όταν μαθεύτηκε ο θάνατος του όλος ο λαός πένθησε. Το θέατρο της Κέρκυρας έκλεισε, η Ιόνια Βουλή σταμάτησε τις εργασίες της και αποφάσισε να γίνει δημόσιο το πένθος για τον ποιητή.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1859, κυκλοφόρησαν τα «Άπαντα» του Σολωμού, σε έκδοση και με πρόλογο του Ιάκωβου Πολυλά, ενός από τους οξυνούστερους παράγοντες του φιλολογικού του κύκλου, που έμεινε πλέον και ο ηγέτης του κύκλου αυτού. Μάλιστα σε αυτό ακριβώς το έργο του Πολυλά χαρακτηρίζεται ο Σολωμός για πρώτη φορά ως “εθνικός ποιητής”.
Το 1864 οι πρώτες στροφές από τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν» του Σολωμού ορίστηκε ως ο Εθνικός ύμνος της Ελλάδας. Ήταν η πρώτη επίσημη αναγνώριση του ποιητή στην κυρίως Ελλάδα. Η επιβολή του ονόματός του σε ευρύτερα στρώματα έφερε ως επακόλουθο και την ευρύτερη διάδοση του έργου του, που άσκησε σιγά-σιγά την επήρεια του επί μία εικοσαετία και τελικά αποτέλεσε την αφετηρία, για ένα ξεκίνημα των νέων ποιητών, πάνω σε καινούριες βάσεις και έξω από τους θρήνους και ολοφυρμούς των ρομαντικών.
Οι χτυπητές λέξεις, οι φλύαροι στίχοι, τα άχρηστα παραγεμίσματα έπαψαν να αποτελούν ποίηση. Ο Σολωμός έδειξε, ότι η ποίηση πρέπει να έχει πυκνότητα. Με τις λιγότερες και μουσικότερες λέξεις να αποδίδει υψηλά νοήματα και καθαρές εικόνες, όπου τίποτα περιττό δεν υπήρχε κι όπου όλα – γλώσσα, νόημα, ρυθμός, εικόνα – ήταν αισθητικά οργανωμένα, αλλά όχι και εγκεφαλικά. Τίποτα δεν πρόδιδε την επίπονη κατεργασία. Αντίθετα το ποίημα είχε δροσιά, φυσικότητα και παρθενικότητα. Ο Σολωμός πέτυχε, μία θαυμαστή ισορροπία πνεύματος και μορφής, νόησης και αισθήματος γλώσσας και μουσικότητας.
Είχε μία θεωρητική κατάρτιση, που τη βλέπουμε και στο «Διάλογο» του (όπου μιλούν ο ποιητής, ο φίλος και ο σοφολογιότατος), και που του επέτρεψε να συλλάβει σωστά το πρόβλημα της ποίησης, και να το πραγματοποιήσει σε βαθμό τελειότητας, δημιουργώντας μία παράδοση και κερδίζοντας επάξια τον τίτλο του γενάρχη του νέου μας ποιητικού λόγου.
Οι πρώτες του δοκιμές σε μία γλώσσα, που δεν τη χρησιμοποίησε ακόμα με την ευχέρεια της μητρικής γλώσσας, έδωσαν λαμπρά αποτελέσματα με στροφές ειδυλλιακές, γεμάτες φως, διαύγεια και ιδεαλιστική πνοή. Κατακτώντας σιγά – σιγά το γλωσσικό του όργανο και ζώντας τον παλμό, του Αγώνα και την αγωνία του επαναστατημένου Έθνους, έντυσε τις εμπνεύσεις του με τα χτυποκάρδια των πολεμιστών. Έδωσε ποιητικό νόημα στην Εθνεγερσία. Έγινε η έκφραση των αισθημάτων του καιρού του και της πατρίδας του. Και με τόσο βαθιά συναίσθηση ευθύνης, ώστε, μπρος στο τέλειο και το ιδεώδες, που επιδίωκε, να γράφει και να ξαναγράφει τις ποιητικές του συνθέσεις σε διάφορα σχεδιάσματα, ώσπου να πετύχει να συνδυάσει την πιο τέλεια μορφή με το πιο υψηλό περιεχόμενο.
«… Ο Σολωμός, – γράφει ο Α. Καραντώνης – γύρεψε να συγχωνέψει σε μία τέλεια και καθαρή, απλή όσο και βαθιά μορφή μουσικού ποιητικού λόγου, όλες τις ιδιότητες και τις ενέργειες του ανθρώπου – από το πιο αυθόρμητο ψυχικό σκίρτημα ως τη φιλοσοφική ενόραση και την πνευματική σύλληψη της Θείας Δημιουργίας, συνταιριασμένες με μία ανώτερη αντίληψη του Χρέους».
Το σπουδαιότερο πρόβλημα που απασχόλησε τη μεγαλοφυΐα του εθνικού μας ποιητή Δ. Σολωμού, ήταν το πρόβλημα της Ελευθερίας. Της ελευθερίας πρώτα της Εθνικής που είναι συνυφασμένη με την Ηθική ελευθερία του ατόμου, και της ελευθερίας ως Ιδέας, που περικλείει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Τις θέσεις αυτές τις αποτύπωσε ο Σολωμός στον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν», στους «Ελεύθερους πολιορκημένους», και στον «Διάλογο» ποιητή και σοφολογιότατου.
Χειρόγραφο του ποιητή από τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους”
Σαν σήμερα γεννήθηκε η Μάγια Αγγέλου. Αμερικανίδα ποιήτρια, τραγουδίστρια, πεζογράφος, ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των πολιτών και καθηγήτρια πανεπιστημίου. Κυκλοφόρησε επτά αυτοβιογραφίες, τρεις μελέτες, αρκετές ποιητικές συλλογές καθώς και μια λίστα από θεατρικές παραστάσεις, ταινίες και τηλεοπτικά προγράμματα μέσα σε 50 χρόνια. Από όσα έγραψε απομονώσαμε 15 αγαπημένες μας φράσεις. Πάρτε μια γεύση:
1.Αν δεν σου αρέσει κάτι, άλλαξέ το. Αν δεν μπορείς να το αλλάξεις, άλλαξε τον τρόπο που το αντιμετωπίζεις. Μην παραπονιέσαι.
2.Οι άνθρωποι μπορεί να μη θυμούνται τι έκανες ή τι τους είπες, αλλά πάντα θα θυμούνται πώς τους έκανες να αισθανθούν.
3.Τίποτε δεν δουλεύει αν δεν δουλέψεις εσύ
4.Δεν είναι δυνατό να ξοδέψεις όλη σου τη δημιουργικότητα. Όσο περισσότερη χρησιμοποιείς, τόσο περισσότερη έχεις.
5.Θα γνωρίσεις πολλές ήττες στη ζωή σου, αλλά ποτέ μην επιτρέψεις στον εαυτό σου να νικηθεί.
6.Ζήτα αυτό που θέλεις και να είσαι προετοιμασμένος να το αποκτήσεις.
7.Δεν πρέπει ποτέ να κάνεις πρώτη σου προτεραιότητα κάποιον που σε βλέπει απλά σαν μια εναλλακτική λύση.
8.Νομίζω πως το πιο σημαντικό πράγμα, πέρα από την πειθαρχία και τη δημιουργικότητα, είναι η τόλμη να τολμάς.
9.Αν εγώ δεν είμαι καλός με τον εαυτό μου, πώς μπορώ να περιμένω να είναι οι άλλοι καλοί μαζί μου;
10.Τα παιδιά έχουν ταλέντο να υπομένουν, που πηγάζει από την άγνοια εναλλακτικών λύσεων.
11.Να φυλάγεσαι από τον γυμνό άνθρωπο που σου χαρίζει το πουκάμισό του.
12.Είναι πολύ λεπτή η γραμμή ανάμεσα στο να αγαπάμε τη ζωή και να είμαστε άπληστοι για αυτήν.
13.Οι λέξεις σημαίνουν περισσότερα από αυτό που διατυπώνεται γραπτά. Χρειάζεται η ανθρώπινη φωνή για να τις διαποτίσει με ένα βαθύτερο μήνυμα.
14.Όταν οι άνθρωποι σου δείχνουν ποιοι πραγματικά είναι, να τους πιστεύεις, την πρώτη φορά. Αυτοί ξέρουν καλύτερα τον εαυτό τους.
15.Κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς μέχρι να μάθεις. Μετά όταν μάθεις καλύτερα, θα το κάνεις καλύτερα.
Η αρπαγή των θυγατέρων του Λευκίππου είναι πίνακας ζωγραφικής του Φλαμανδού καλλιτέχνη Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, που δημιουργήθηκε το 1618. Σήμερα εκτίθεται στην Παλαιά Πινακοθήκη (Alte Pinakothek) του Μονάχου.
Ο πίνακας απεικονίζει την Αρπαγή των θυγατέρων του Λευκίππου: Οι Διόσκουροι, ο θνητός Κάστορας και ο αθάνατος Πολυδεύκης απάγουν τις θυγατέρες του Λευκίππου Φοίβη και Ιλάειρα. Ο Κάστορας, ο γητευτής των αλόγων, αναγνωρίζεται από την πανοπλία του, ενώ ο πυγμάχος Πολυδεύκης εμφανίζεται γυμνός από τη μέση και άνω. Ξεχωρίζουν, επίσης, από τα άλογά τους: Αυτό του Κάστορα συμπεριφέρεται ήρεμα υποστηριζόμενο από έναν ερωτιδέα, ενώ του Πολυδεύκη είναι ανασηκωμένο στα πίσω πόδια του. Τα μαύρα φτερά του ερωτιδέα προδιαγράφουν το πεπρωμένο των Διόσκουρων. Η Φοίβη και η Ιλάειρα δεν έχουν κάποιο χαρακτηριστικό που να τις ξεχωρίζει.
Ο πίνακας αγοράστηκε στην Αμβέρσα το 1714 από τον εκλέκτορα παλατινάτο Γιόχαν Βίλχελμ. Αρχικά στάλθηκε στο Μανχάιμ και το 1805/6 έφθασε στο Μόναχο.
Ο Μύθος της Αρπαγής των Λευκιππιδών
Οι Λευκιππίδες ήταν κόρες του Λεύκιππου. Με τη σειρά του ο Λεύκιππος ήταν αδερφός του Τυνδάρεου, του Ικάριου και του Αφαρέα.
Ο Λεύκιππος είχε τρεις κόρες, την Ιλάειρα, τη Φοίβη και την Αρσινόη. Ως Λευκιππίδες όμως θεωρούνται μόνο η Ιλάειρα και η Φοίβη.
Οι δυο αδερφές είχαν παντρευτεί δύο αδέρφια, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, με τους οποίους ήταν ξαδέρφια, αφού οι δύο τελευταίοι ήταν παιδιά του Τυνδάερου και της Λήδας. Η Ιλάειρα είχε παντρευτεί τον Κάστορα και η Φοίβη τον Πολυδεύκη.
Η ιστορία με τις Λευκιππίδες έχει να κάνει με διαμάχη που ξέσπασε για χάρη τους ανάμεσα στους Κάστορα και Πολυδεύκη από τη μια μεριά και τους Ίδα και Λυγκέα από την άλλη, που ήταν παιδιά του Αφαρέα• ένας καυγάς, λοιπόν ανάμεσα στα ξαδέρφια για δυο ξαδέρφες τους.
Τα γεγονότα παρουσιάζονται με διάφορες παραλλαγές.
α’ παραλλαγή: Οι Λευκιππίδες ήταν παντρεμένες πρώτα με τον Ίδα και το Λυγκέα, τους οποίους χώρισαν, για να παντρευτούν τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη. Όταν είχαν έρθει στη Σπάρτη ο Αινείας και ο Πάρης (για να επισκεφτούν υποτίθεται το Μενέλαο, αλλά στην πραγματικότητα για να κλέψουν την ωραία Ελένη) οι Διόσκουροι τους προσέφεραν συμπόσιο. Πάνω στο ποτό ο Ίδας κι ο Λυγκέας, που παρευρίσκονταν κι αυτοί ως καλεσμένοι, κατηγόρησαν τα ξαδέρφια τους ότι είχαν παντρευτεί τις πρώην γυναίκες τους, χωρίς να πληρώσουν προίκα στον μπαμπά τους, τον Αφαρέα. Ο καυγάς κατέληξε σε συμπλοκή και σκοτώθηκαν όλοι εκτός από τον Πολυδεύκη.
β’ παραλλαγή: Οι Λευκιππίδες ήταν αρραβωνιασμένες με τον Ίδα και το Λυγκέα και την ώρα των γάμων τις απήγαγαν οι Διόσκουροι. Την παραλλαγή αυτή ακολουθεί ο Θεόκριτος στο Ειδύλλιό του για τους Διόσκουρους.
γ’ παραλλαγή: Οι Διόσκουροι απήγαγαν τις Λευκιππίδες, αλλά ο Ίδας κι ο Λυγκέας δεν αντέδρασαν. Μάλιστα αργότερα οργάνωσαν κι οι τέσσερις μαζί εκστρατεία στην Αρκαδία, για να κλέψουν ζώα. Στην επιστροφή φιλονίκησαν για τη μοιρασιά, που είχε αναλάβει να την οργανώσει ο Ίδας ως εξής: Είχε σφάξει ένα βόδι, το μοίρασε στα τέσσερα κι αποφάσισε πως εκείνος που θα έτρωγε πρώτο το μερίδιό του θα έπαιρνε το μισό μέρος της λείας• εκείνος που θα τελείωνε δεύτερος θα έπαιρνε το υπόλοιπο. Στη συνέχεια όμως ο Ίδας καταβρόχθισε όχι μόνο το δικό του μερίδιο αλλά και του αδερφού του. Έτσι πήρε για δική του όλη τη λεία. Οι Διόσκουροι δυσαρεστήθηκαν κι επιτέθηκαν στη Μεσσηνία, τη χώρα των ξαδέρφων τους, απ’ όπου πήραν πολλά βόδια. Στη συνέχεια έστησαν ενέδρα στα ξαδέρφια τους. Ο Κάστορας κρύφτηκε στην κουφάλα μιας βελανιδιάς. Όμως τον εντόπισε ο Λυγκέας με το διαπεραστικό του βλέμμα, ειδοποίησε τον Ίδα κι εκείνος τον σκότωσε. Ο Πολυδεύκης τους καταδίωξε, σκότωσε το Λυγκέα, όμως ο Ίδας του επιτέθηκε με μια μεγάλη πέτρα που την είχε αποσπάσει από την τάφο του πατέρα του Αφαρέα, χτύπησε τον Πολυδεύκη και τον άφησε αναίσθητο. Τότε ο Δίας, που ερχόταν να βοηθήσει το γιο του, σκότωσε τον Ίδα και μετέφερε τον Πολυδεύκη στον ουρανό.
Οι Λευκιππίδες είχαν ιερό στη Σπάρτη, όπως αναφέρει ο Παυσανίας στα Λακωνικά XVI. “πλησίον δὲ Ἱλαείρας καὶ Φοίβης ἐστὶν ἱερόν: ὁ δὲ ποιήσας τὰ ἔπη τὰ Κύπρια θυγατέρας αὐτὰς Ἀπόλλωνός φησιν εἶναι. κόραι δὲ ἱερῶνταί σφισι παρθένοι, καλούμεναι κατὰ ταὐτὰ ταῖς θεαῖς καὶ αὗται Λευκιππίδες…”
Η αδυναμία στο διάβασμα, ο εθισμός στη μυρωδιά του βιβλίου και στον ήχο καθώς γυρνάς σελίδες είναι κάτι που ξεκινά από την παιδική ηλικία. Μέσα από τα βιβλία το παιδί παίρνει ερεθίσματα, διευρύνει τους ορίζοντες του, ψυχαγωγείται και ταξιδεύει στο άγνωστο, που στην παιδική ηλικία μοιάζει τόσο συναρπαστικό. Παράλληλα, όμως, τα παιδικά βιβλία δεν προσφέρουν αποκλειστικά διασκέδαση και εξερεύνηση, αλλά παίρνουν όμορφα μηνύματα που μπορεί εκείνη τη στιγμή σαν παιδί να μην τα αντιλαμβανόμαστε ακριβώς, αλλά διεισδύουν στον ψυχισμό μας και αποκρυσταλλώνονται καθώς ωριμάζουμε και αναπτυσσόμαστε. Αυτό που μπορώ να ανακαλέσω από την παιδική μου ηλικία είναι ατελείωτα καλοκαίρια συντροφιά με ένα βιβλίο, βροχερά Σαββατοκύριακα πάλι με ένα βιβλίο στο χέρι να μου κρατάει συντροφιά, αγωνία για το τέλος της ιστορίας, γέλια και συγκινήσεις. Σίγουρα, όπως και εγώ, έτσι κι εσείς έχετε διαβάσει παιδικούς συγγραφείς που σας στιγμάτισαν, σας προβλημάτισαν, ή απλά υπήρξαν το κίνητρο να γίνεται βιβλιοφάγοι και αναγνώστες. Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου, βρήκαμε αφορμή να σας παρουσιάσουμε ορισμένους από αυτούς και μέσω αυτού να τους τιμήσουμε για το όμορφο έργο που επιτέλουν.
1. Ευγένιος Τριβιζάς
Πολυγραφότατος, με πάνω από 100 βιβλία στη συγγραφική του καριέρα, ο πατέρας της Φρουτοπίας, ο εθνικός μας παραμυθάς μας έδωσε την ευκαιρία στα 33 ροζ ρουμπίνια και στα 88 ντολμαδάκια να επιλέξουμε εμείς το τέλος της ιστορίας. Μας άφησε να επιβιβαστούμε σε ένα ταξίδι σε χώρες με περίεργα ονόματα και με χαρακτήρες που έγιναν φίλοι μας. Τα παραμύθια νοτρεμύθια με την Ποπού και την Καρλότα, το Σμουμπί και το Φαγκρί, τη Μπανανόφλουδα μεγάλωσαν μια ολόκληρη γενιά σαν νέοι μύθοι του Αισώπου. Είναι περιττό να αναφέρουμε τα βραβεία που έχει αποσπάσει, τις ευρύτατες σπουδές του, γιατί το πιο σημαντικό είναι ότι μέσα από τα βιβλία του βίωσαμε το μαγευτικό αποτέλεσμα του συνδυασμού της φαντασίας και της πραγματικότητας, του συμβολισμού, του χιούμορ και της σοβαρότητας.
2. Άλκη Ζέη
Μια πολύ μεταφρασμένη συγγραφέας βιβλίων που μας πέρασαν από την παιδική ηλικία στην εφηβεία. Αλλά όπως η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της μας έδειξαν την σκληρή πραγματικότητα που σαν παιδιά αποφεύγουμε να γνωρίσουμε, αλλά σαν το καπλάνι της βιτρίνας διέγειραν τη φαντασία μας και την παιχνιδιάρικη διάθεση μας. Δε θα ξεχάσω ποτέ με πόσα δάκρυα είχα γεμίσει τον Μεγάλο περίπατο του Πέτρου. Κάθε φορά που σκέφτομαι, που έχω την ευκαιρία να διαβάζω κάποιο απόσπασμα ή να το δω διασκευασμένο στο θέατρο η συγκίνηση που νιώθω είναι η ίδια. Το μικρό αγόρι της ιστορίας κατέχει σίγουρα ένα μέρος του παιδικού μου εαυτού. Είναι μια συγγραφέας που είχαμε την τύχη να μας επισκεφθεί στο σχολείο για να μας μιλήσει και ειλικρινά επιβεβαίωσε την αγάπη μας για το έργο της.
3. Ζωρζ Σαρή
Άλλη μια συγγραφέας που υπηρέτησε το απαιτητικό μεταίχμιο παιδικής ηλικίας και εφηβείας με τον καλύτερο τρόπο. Τα βιβλία της ήταν διδακτικά. Από την κατοχή, τη Μικρασιατική καταστροφή, μέχρι το Πολυτεχνείο και τον πόλεμο στο Ιράκ η Ζωρζ Σαρή μας έμαθε την ιστορία της εποχής που έζησε μέσα από τους ανθρώπους της. Αγαπήσαμε τη Βαγία, ακόμα και να δεν την έχουμε ποτέ επισκεφθεί μέσα από τη Σοφία και τους Θησαυρούς της Βαγίας, με τη Νινέτ ταξιδέψαμε ακολουθώντας της σε όλες τις χώρες που έζησε. Αυτό που θα μου μείνει χαραγμένο είναι το συναίσθημα διαβάζοντας “Τα γενέθλια” σε παιδική ηλικία, ο αποτροπιασμός, η θλίψη που ένιωσαν με έκαναν να αποστασιοποιούμαι από οτιδήποτε απηχεί εμφυλιακές αντιλήψεις.
4. Μάνος Κοντολέων
Καθιερώθηκε ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων λόγω του ογκώδους έργου του. Ωστόσο, αν όχι όλα έστω τα περισσότερα βιβλία του είναι μάλλον στοχαστικά, χαρίζουν απλόχερα τη δυνατότητα περισυλλογής και φαίνεται να προέρχονται από έναν άνθρωπο με βαθιά κριτική σκέψη, που αναζητά, που ενημερώνεται. Είναι ένας συγγραφέας που διάβασε μεγαλώνοντας και μεγαλώνοντας ακόμα πιο πολύ εκτίμησα περισσότερο. Ανακαλώ τον εαυτό μου να διαβάζει τον Ανίσχυρο Άγγελο μια χρονιά δύσκολη για τη χώρα και τους ανθρώπους της. Ήταν ένα βιβλίο αφυπνιστικό που λειτούργησε σαν υπενθύμιση ότι υπάρχει και η άλλη πλευρά σε κάθε ιστορία και ότι πολλές φορές όσοι βρίσκονται στην “κακή” πλευρά είναι όχι μόνο αθώοι αλλά και αδικημένοι.
5. Λίτσα Ψαραύτη
Άλλη μια συγγραφέας που είχα την τύχη να συναντήσω και να συνομιλήσω, άλλη μια συγγραφέας που εκτίμησα και σαν προσωπικότητα. Η πάλη για τον έρωτά και τη ζωή, την ελπίδα και τα όνειρα είναι οι κύριοι άξονες των έργων της που γοητεύουν την παιδική και την εφηβική ηλικία. Από το χαμόγελο της Εκάτης μέχρι τα δάκρυα της Περσεφόνης χανόμασταν στο Αιγαίο και στη Σάμο που αγαπά η συγγραφέας. Μέσα από εκείνη και τις ηρωίδες της γνωρίσαμε τον αγνό εφηβικό έρωτα, που είναι όμως την ίδια στιγμή έντονος και γεμάτος πρωτόγνωρες συγκινήσεις.
6. Βούλα Μάστορη
Πολυτάλαντη, χάρισε στο κοινό της παραμύθια, μυθιστορήματα και ποιήματα. Μια συγγραφέας ευαίσθητη, τρυφερή με αυτά συναισθήματα να αναβλύζουν και στην εργογραφία της. Πραγματικά ένα προς ένα είναι όλα όχι μόνο λογοτεχνικά επιτεύγματα αλλά και ηθικοπλαστικά διδάγματα. Χωρίς να μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο, ένα βιβλίο της που με σημάδεψε ήταν η Δωριλένια. Όντας παιδί είναι πράγματι σοκαριστικό να βλέπεις τι συμβαίνει στο μυαλό ενός άλλου παιδιού με αυτισμό. Και όλο αυτό να παρουσιάζεται με τον πιο γλυκό, ειλικρινή και ανθρωπιστικό τρόπο.
7. Αγγελική Βαρελλά
Τώρα, πόσο εύκολο είναι να κλείσει κανείς μέσα σε λίγα λόγια το μεγάλο κεφάλαιο της παιδικής λογοτεχνίας Αγγελική Βαρελλά, δυσκολεύομαι να το προσδιορίσω. Μπορώ να πω με βεβαιότητα όμως πως είναι μια παραμυθού που κρατά με πάθος την πένα. Εμπνευσμένη, ακούραστη, γεμάτη χιούμορ και αισιοδοξία. Είναι η Αγγελική που στα βιβλία της τα κάνει να φαίνονται μια ομορφιά, εξοβελίζει το ρατσισμό, τις διακρίσεις και ενώνει τα παιδιά . Που νοιάζεται όχι μόνο για τα παιδιά και εγγόνια της, αλλά για όλα τα παιδιά του κόσμου. Είναι η Αγγελική Βαρελλά που δεν προλαβαίνει να αδειάσει τη βαλίτσα της αφού -όταν δε γράφει- ταξιδεύει για να συναντά τους μικρούς αναγνώστες στα σχολεία τους, σε βιβλιοθήκες ,οπουδήποτε. Θυμάμαι να διαβάζω το Δώσε την αγάπη και η παιδική μισαλλοδοξία έναντι στο ξένο και το διαφορετικό να φεύγει από πάνω μου. Αυτό το χρωστάω στην Αγγελική Βαρελλά
8. Πηνελόπη Δέλτα
Έχει μείνει στην ιστορία και δικαίως, όχι μόνο για τον έρωτά της με τον Ίωνα Δραγούμη, αλλά και για τα συγγράμματά της που μιλούν για τον Μακεδονικό Αγώνα, για την Ελλάδα όπως την έζησε, για τους απλούς και καθημερινούς ανθρώπους. Ο Μάγκας, τα Μυστικά του βάλτου είναι δύο μονο δείγματα μιας ασύγκριτης και τέλος μοναδικής συγγραφικής πορείας που ταύτισε στο μυαλό του συνόλου των αναγνωστών την Πηνελόπη Δέλτα με το Μαλεδονικό Αγώνα, τους Βαλκανικούς Πολέμους και την αντίστοιχη ελληνική κοινωνία. Αγαπήθηκε όσο λίγοι, τόσο για το έργο όσο και για την πολυτάραχη ζωή της.
9. Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Ο συγγραφέας που μεγάλωσε γενιές και γενιές. Τα ψηλά βουνά διδάσκονταν αν όχι ολοκληρωτικά έστω αποσπάσματά τους για πολλά χρόνια στα ελληνικά δημοτικά σχολεία. Εκτός της αξίας που έχει σαν λογοτεχνικό αριστούργημα το έργο περνούσε στους νεότερους πληροφορίες για έναν πιο παλιό, πιο παραδοσιακό, πιο αγνό τρόπο ζωής, για τη φύση από την οποία έχουμε απομακρυνθεί, για τις ανθρώπινες σχέσεις εν τέλει. Η παράδοση της απλότητας και της φυσικότητας αγκάλιαζε τη νέα γενιά με τα ψηλά βουνά του Παπαντωνίου και πάντα συγκινούσε…
10. Αίσωπος
Και για το τέλος δε θα μπορούσαμε να φυλάξουμε άλλον από τον Αίσωπο. Μπορεί να μην πρόκειται για παραμυθά με την ακριβή έννοια της λέξης, αλλά σήμερα πιστεύουμε ότι κάθε παραμύθι ακόμα και το πιο απλό στην πραγματικότητα κρύβει πολλούς συμβολισμούς. Έτσι και στους μύθους του Αισώπου μπορεί να υπερείχε το συμβολικό στοιχείο δεν έπαυαν όμως να είναι ιστορίες που μας διασκέδαζαν, μας προκαλούσαν γέλιο, αλλά πάντα μας έκαναν να σκεφτόμασταν και να αναρωτιόμασταν. Πράγματι μοιάζαμε με την αλεπού; Με το λιοντάρι; Με τη χελώνα και το λαγό;; Υπάρχουν πολλά από αυτά τα είδη στην κοινωνία, ανάμεσα μας και θα πρέπει να ευχαριστήσουμε τον Αίαωπο που μας έμαθε να τα ξεχωρίζουμε, να τα διακρίνουμε.
Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου, σας παρουσιάζουμε ένα διήγημα του συγγραφέα Ευγένιου Τριβιζά για τον έρωτα και την αγάπη
Το Ηλιοτρόπιο
Του Ευγένιου Τριβιζά
Ήταν κάποτε ένα λιβάδι γεμάτο ηλιοτρόπια. Κι όλα αυτά τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν ολημερίς με θαυμασμό τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, γύριζαν από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, γυρνούσαν από δω. Εκτός από ένα.
Ένα μόνο ηλιοτρόπιο απ΄όλα τα ηλιοτρόπια του κάμπου δεν κοίταζε τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, το ηλιοτρόπιο αυτό κοιτούσε από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, το ηλιοτρόπιο κοιτούσε από δω
“Μα γιατί δεν κοιτάς κι εσύ τον ήλιο τον ακριβοθώρητο όπως εμείς;” ρωτούσαν τ΄άλλα ηλιοτρόπια απορημένα.
“Και γιατί να τον κοιτάω;”
“Επειδή είναι χρυσός. Επειδή λάμπει κι ανασαίνει φως”.
“Ε και λοιπόν; Χαρά στο πράγμα! Ανασαίνει φως και κάτι έγινε”
“Τι θες να πεις; Δεν σ΄αρέσει δηλαδή;”
“Καλός είναι δεν λέω, αλλά όχι και να τον θαυμάζει κανείς απ΄το πρωί ίσαμε το βράδυ. Αλήθεια, δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκετε και τον κοιτάτε σαν χαζά, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει”.
“Δεν είναι στα καλά του, σκεφτόνταν τα ηλιοτρόπια “Ακούς εκεί, να μη θέλει να κοιτάζει τον ήλιο;”
Και περνούσαν οι μέρες. Και όλα τα ηλιοτρόπια κοιτούσανε τον ήλιο, εκτός από κείνο το ηλιοτρόπιο το ένα, που κοιτούσε πάντα από την αντίθετη μεριά.
“Δε μου λες; Γιατί δεν με κοιτάς;” το ρωτάει μια μέρα ο ήλιος
“Άσε με ήσυχο” είπε το ηλιοτρόπιο
“Πες μου, γιατί δε με κοιτάς;” ξαναρωτάει ο ήλιος.
“Θέλεις αλήθεια να σου πω;”
“Ναι”
“Επειδή… θέλω να βγαίνεις μόνο για μένα. Μόνο για μένα να γελάς. Να λάμπεις μόνο για μένα. Εμένα μόνο να ζεσταίνεις” είπε το ηλιοτρόπιο. “Αν έβγαινες μόνο για μένα, τότε ναι θα σε κοιτούσα” “Μα δεν γίνεται αυτό” αποκρίθηκε ο ήλιος. “Δεν γίνεται να βγαίνω μόνο για σένα, να γελάω μόνο για σένα, εσένα μόνο να ζεσταίνω. Δεν γίνεται”
“Τότε κι εγώ δεν θα σε κοιτάω”
“Μα πρέπει μικρό ηλιοτρόπιο. Θα μαραθείς, αν δε με κοιτάς”
“Και τι σε νοιάζει εσένα αν μαραθώ. Παράτα με” είπε το ηλιοτρόπιο. Δεν μίλησε ο ήλιος. Και το ηλιοτρόπιο κοιτούσε με πείσμα από την άλλη τη μεριά. Και περνούσαν οι μέρες και άρχισε να χλωμιάζει το ηλιοτρόπιο.
“Είδατε;” ψιθύρισαν τ’ άλλα ηλιοτρόπια μεταξύ τους “Δεν κοιτάζει τον ήλιο και ορίστε.. Ιδού τα αποτελέσματα. Δεν το βλέπω καθόλου καλά. Να το θυμηθείτε ότι έτσι που πάει αργά ή γρήγορα θα μαραθεί”.
Είχε δίκιο. Κάθε μέρα που περνούσε το ηλιοτρόπιο γινόταν όλο και πιο χλωμό, ο μίσχος στα πέταλά του μαραινόταν, αλλά ούτε που γύριζε να κοιτάξει τον βασιλιά τον ήλιο.
Παραξενεμένα τα ηλιοτρόπια, το άκουγαν να μιλάει μόνο του. “Φύγε” έλεγε “δε θέλω να σε βλέπω. Φύγε”
Ώσπου ένα βράδυ, το τελευταίο κείνο βράδυ, όταν όλα τ΄άλλα ηλιοτρόπια είχαν αποκοιμηθεί, μέσα στη νύχτα, μέσα στη σιωπή, πρόβαλε ο ήλιος. Πρώτη φορά έβγαινε το βράδυ. Δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Βγήκε κι έδιωξε το σκοτάδι και πλημμύρισε μ΄ένα χρυσαφένιο φως, μαγευτικό φως τ΄όνειρό του.
“Ήρθες;” είπε το ηλιοτρόπιο.
“Ήρθα” είπε ο ήλιος
“Μόνο για μένα;”
“Μόνο για σένα” αποκρίθηκε ο ήλιος “Έλα”.
Ένιωσε ανάλαφρο το ηλιοτρόπιο, τόσο ανάλαφρο σαν να μη το έδενε η ρίζα του στο χώμα. Λες κι έγιναν φτερά τα φύλλα του, αφέθηκε ν΄ανεβαίνει.. Κι ανέβαινε, όλο ανέβαινε.. Ήταν τόσο μαγευτικός ο ουρανός, τόσο φωτεινός, δεν γίνεται πιο φωτεινός.. Κι έφτασε κοντά στον ήλιο. Κι από κει ψηλά είδε όλες τις θάλασσες, κι όλα τα λιβάδια, είδε λίμνες, είδε λιμώνες, είδε δάση, είδε ροδώνες και χώρες μαγικές και κόρφους μυστικούς και νησιά που ταξιδεύανε στο κύμα και πράσινα ποτάμια που στραφτάριζαν κι ολόλευκα πουλιά πάνω απ΄τα βουνά τ΄ασημένια.
“Έλα κοντά μου” είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε κοντά.
“Πιο κοντά” είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε πιο κοντά.
“Κοίτα με” είπε ο ήλιος “Κοίτα με ηλιοτρόπιο” Το ηλιοτρόπιο τον κοίταξε.
“Εσένα μόνο” είπε ο ήλιος, και το άγγιξε με την ανάσα του.
Κι ένιωσε την ανάσα εκείνη να το καίει σαν πυρετός, σαν φλόγα να το αγκαλιάζει, σαν αστραπή θαμπωτική να το πονά κι ήταν όλα ένα χρυσάφι μέσα του, ολόγυρά του. Φλόγα θαμπωτική ο ουρανός απ΄άκρη σε άκρη. Κι ένιωσε τα φυλλοκάρδια του ν΄ανοίγουν, να γλιστράνε, να σκορπάν τα σπόρια του, να πέφτουν δάκρυ και βροχή στις θάλασσες του κόσμου κι όπως αγγίζαν τον αφρό, όπως άγγιζαν το κύμα σπίθες ξενες να πηδούν, μυριάδες ηλιοτρόπια να βλασταίνουν στη στιγμή, κύματα κι άλλα κύματα από ηλιοτρόπια χρυσά, ήλιοι λουλουδένιοι που στραφτάριζαν ολούθε ονειρικά, θάλασσες απέραντες χωρίς αρχή και τέλος.
Είχε συννεφιά τ΄άλλο πρωί. Δεν βγήκε τη μέρα εκείνη ο ήλιος. Κατασκότεινος ο ουρανός, λες κι ήταν βουρκωμένος . Το ηλιοτρόπιο έγερνε στο μίσχο του ξερό, καψαλισμένο, δίχως δροσιά, χωρίς πνοή, ανάμεσα στα δροσά ηλιοτρόπια του κάμπου.
“Τά΄θελε και τά΄παθε” είπε ένα ηλιοτρόπιο
“Πήγαινε γυρεύοντας” είπε ένα άλλο. Έτσι είπαν.
Έτσι είπαν και το λυπήθηκαν. Το λυπήθηκαν επειδή κανένα τους δε μάντεψε, πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του, κανένας δεν έμαθε ποτέ το τελευταίο όνειρό του.
Ακούστε τον ίδιο τον συγγραφέα να διαβάζει το διήγημά του, στην εκπομπή “Στα Άκρα” που είχε φιλοξενηθεί.
Ο Κώστας Καρυωτάκης και η Μαρία Πολυδούρη ήταν δύο ποιητές της γενιάς του 1920, που ερωτεύθηκαν και αγαπήθηκαν πολύ, αλλά δεν κατάφεραν να βρουν την ευτυχία μέσα από τον έρωτά τους.
Γνωρίστηκαν τον Δεκέμβριο του 1921 στη Νομαρχία Αθηνών, όπου εργάζονταν ως δημόσιοι υπάλληλοι κι αμέσως ανάμεσά τους αναπτύχθηκε ένα έντονο ερωτικό συναίσθημα.
Η σκέψη και η ποίηση του Καρυωτάκη γοήτευσε τη νεαρή ποιήτρια, ενώ εκείνος από την πλευρά του, ερωτεύτηκε την όμορφη κοπέλα με τα μαύρα μάτια και το εντυπωσιακό κορμί. Η σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους ήταν πολύ έντονη, αλλά ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Ο συνεσταλμένος νέος δεν μπορούσε να δεχτεί τον «προκλητικό» χαρακτήρα της αγαπημένης του. Η μποέμικη ζωή της Πολυδούρη κινδύνευε να στιγματίσει τον ποιητή στα μάτια του κόσμου. Η απελευθερωμένη κοπέλα, έφτασε σε σημείο να κάνει ακόμα και πρόταση γάμου στον Καρυωτάκη, πράγμα αδιανόητο για τα ήθη της τότε κοινωνίας. Ο ποιητής, αν και όπως φάνηκε από ποιήματά του, που είδαν αργότερα το φως της δημοσιότητας, αγαπούσε την Πολυδούρη, αρνήθηκε τον έρωτά της. Αρχικά χρησιμοποίησε σαν πρόσχημα την καχεκτική του εμφάνιση και όταν δέχτηκε την επίσημη πρόταση από την αγαπημένη του, δεν τόλμησε να την παντρευτεί, γιατί όπως της είπε, έπασχε από αφροδίσιο νόσημα. Η Πολυδούρη δεν τον πίστεψε και θεώρησε ότι ήταν μια δικαιολογία για να χωρίσουν.
Το ποίημα του «Ωχρά Σπειροχαίτη» ( το όνομα του μικροβίου που προκαλεί τη σύφιλη), είναι σύμφωνα με τους μελετητές του έργου του, η απόδειξη ότι ο ποιητής έπασχε από την ασθένεια. Παρά την αρνητική του απάντηση, ο Καρυωτάκης πρότεινε στην Πολυδούρη να συνεχίσουν τη φιλία τους. Εκείνη δέχτηκε, αλλά οι συναντήσεις τους μετά τον χωρισμό άρχισαν να αραιώνουν. Η κοπέλα πληγώθηκε πολύ και ένιωσε προδομένη και ταπεινωμένη. Αργότερα έφυγε για το Παρίσι, όπου συνέχισε την αντισυμβατική ζωή. Γυρνούσε στο σπίτι τα ξημερώματα και συναναστρεφόταν αντρικές παρέες. Ένα βράδυ τη βρήκαν πεσμένη σε ένα σοκάκι του Παρισιού. Διαγνώστηκε με φυματίωση και λίγο αργότερα μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, στο τότε σανατόριο Σωτηρία. Τον Ιούλιο του 1928, η Πολυδούρη πληροφορήθηκε ένα τραγικό γεγονός. Ο αγαπημένος της Κώστας Καρυωτάκης είχε αυτοκτονήσει. Ο ποιητής είχε μετατεθεί στην Πρέβεζα, αλλά δεν είχε καταφέρει να βρει τη γαλήνη. Αυτοκτόνησε με πιστόλι σε μια παραλία του Αμβρακικού, αφήνοντας μόνο ένα σημείωμα. Στην τελευταία του εξομολόγηση ανέφερε ότι πριν δοκιμάσει το πιστόλι, είχε προσπαθήσει να αυτοκτονήσει στη θάλασσα, αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί ήξερε καλό κολύμπι. Αν είχε παντρευτεί την αγαπημένη του, ίσως εκείνη κατάφερνε να διώξει το «κοράκι», αλλά αυτό δεν είναι παρά μια υπόθεση εργασίας. Όταν η Πολυδούρη έμαθε πως ο αγαπημένος της αυτοκτόνησε, κλονίσθηκε και η ήδη άσχημη κατάσταση της υγείας της, επιδεινώθηκε. Η άλλοτε δυναμική γυναίκα κατέρρευσε. Ο χρόνος και για εκείνη μέτραγε πια αντίστροφα. Στις 29 Απρίλιου του 1930, έφυγε από τη ζωή, με ενέσεις μορφίνης, που της προμήθευσε στο «Σωτηρία» ένας φίλος της. Οι δυο νέοι άφησαν την τελευταία τους πνοή σε μικρή ηλικία. Η κλονισμένη τους υγεία θεωρήθηκε αποτέλεσμα του ανεκπλήρωτου έρωτά τους, κάτι που δεν αποδείχτηκε ποτέ. Μένουν μόνο τα ποιήματά τους, για να θυμίζουν τη μεγάλη τους αγάπη.
Με της σιωπής τα κρίνα που λυγούνε μέσα στα νικημένα μου τα χέρια, με τις σκέψεις που μάταια κυνηγούνε η μια την άλλη πέρα από τ’ αστέρια, με τα μάτια που κάτι νοσταλγούνε, κάτι που μου είναι αγνοημένο πλέρια, σα να μη βλέπουν, σα να μην αλγούνε, εξαϋλωμένα μάτια, μάτια αιθέρια, στέκω οραματισμένη και πιστεύω. Δεν ξέρω τι πιστεύω. Ξεφυλλίζω τα ποιήματά σου κι όλο μεσιτεύω στη σκέψη σου και στη βουλή του απείρου. Κι όπως ποτέ τα μάτια δε σφαλίζω ξέρω πως πια δεν είναι απάτη ονείρου.
(Από τη συλλογή «Οι Τρίλλιες που σβήνουν», ενότητα «Αφιέρωση», 1928)
Επιστολή της Πολυδούρη, από την Καλαμάτα, στον Καρυωτάκη: Σάββατο βράδυ
Τάκη αγαπημένε μου! Πόσο μου φαίνεται χρόνος κάθε ώρα που περνώ μακριά σου! Επίστευα, πριν φύγω, πως δε θα σε θυμόμουν έτσι πολύ και με τόσο πόνο· υπέθετα πως θα έβρισκα λίγα πράγματα,στον τόπο που κλείνει τη μισή μου ζωή, που θα μπορούσαν να μ’απασχολήσουν οπωσδήποτε ευχάριστα. Τίποτε δεν έχει ενδιαφέρον για μένα που δεν είναι από σένα, που δεν μιλεί για σένα, Τάκη. Ετοιμαζόμουν για να βγω έξω, στον καθρέφτη δε βλέπω το δικό μου, βλέπω το δικό σου πρόσωπο· κατεβαίνω τη σκάλα, στέκω, μου φαίνεται πως σε βλέπω να ανεβαίνεις· στο δρόμο συναντώ έναν γνωστό μου, με σταματά και μου μιλεί, γελώ, και σε μια στιγμή που τον κοιτάζω φεύγει το κεφάλι του, και το δικό σου πηγαίνει στη θέση του… Γελάς; Τα ψηλά δέντρα, ο ουρανός, η θάλασσα, μόλις φθάνουν να χωρέσουν την εικόνα σου· όταν τρώω, βρίσκω ευκαιρία να καταπιώ και λίγα δάκρυά μου. Τάκη, με θυμάσαι καμιά φορά; Πες μου, πονείς λίγο στη σκέψη ότι η αγάπη μου σε σένα είναι μεγάλη σαν ένας μεγάλος πόνος; Γιατί όχι; Πώς μπορεί; Η ψυχή η δική σου,που είναι όμοια πονεμένη με τη δική μου, πώς δε θα μ’ένιωθε; δε θα συμπονούσε; Το βραδάκι σήμερα είναι γλυκό, μελαγχολικό και η πνοή του απαλή σαν χάδι καλοσύνης… Πού είσαι;
Μαρίκα(28-5-22)
Επιστολή του Κ. προς την Πολυδούρη, γραμμένη πίσω από δύο δελτάρια που εικονίζουν ορεινά τοπία της Ιταλίας, συνοδευμένα από έντυπες λεζάντες ιταλικών στίχων: Μαρίκα μου,
Έλαβα χθες το γράμμα σου του Σαββάτου. Μου μετέδωσε όλη τη λύπη σου. Γιατί να υποφέρεις έτσι; Πρέπει να υπομείνεις αυτό το χωρισμό, αφού δε θα διαρκέσει πολύ. Προσπάθησε να διασκεδάζεις. Βγαίνε όσο μπορείς συχνότερα έξω. Πήγαινε με τις φίλες σου. Θα φύγεις και θα νοσταλγήσεις πάλι την ωραία πατρίδα σου. Χρυσή μου, γιατί με ρωτάς αν πονώ στη σκέψη ότι μ’αγαπάς έτσι; Πονώ επειδή σ’αγαπώ περσότερο από όσο εφαντάστηκα ότι μπορούσα ποτέ ν’αγαπήσω. Τι έχω κάμει λοιπόν για να μη με πιστεύεις ακόμη; Πόσο καλό μου κάνουν τα γράμματά σου, όσο κι αν είναι γεμάτα από τη μελαγχολία σου εκείνη! Και πόσο είναι όμορφα γραμμένα! Ένα “Τάκη” ή ένα “πού είσαι;”, καθώς τα βάζεις εκεί που πρέπει, φτάνουν ως την καρδιά μου. Ήθελα πράγματι να ήμαστε, έστω και πουλιά, στο θαυμάσιο εκείνο τοπίο, όπως ήθελα να’ μαστε στο χωριό αυτό των Άλπεων, καλύτερα όμως -το ομολογώ- άνθρωποι, αλλά πιο απλοϊκοί, πιο ελεύθεροι από τώρα. Εν ανάγκη δε και Φρατέλοι. Τότε τουλάχιστο θα είχαμε την όμορφη αυτή γλώσσα να λέμε την αγάπη μας.
Η Σαρλότ Μπροντέ απεβίωσε μα μέρα σαν σήμερα το 1855. Ήταν η μεγαλύτερη από τις Αδελφές Μπροντέ. Γεννήθηκε στο Θόρντον του Γιορκσάιρ (Αγγλία) το 1816 και ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά του Ιρλανδού κληρικού Πάτρικ Μπροντέ και της Μαρία Μπράνγουελ. Μετά το θάνατο της μητέρας της από καρκίνο, την ανατροφή της καθώς και των αδελφών της ανέλαβε η θεία της, ενώ τον Αύγουστο του 1824, η Σαρλότ, μαζί με την Έμιλι, τη Μαρία και την Ελίζαμπεθ, στάλθηκαν σε εκκλησιαστικό σχολείο στο Λάνκασαϊρ. Οι κακές συνθήκες του σχολείου επηρέασαν την υγεία και τη φυσική κατάσταση της Σαρλότ, ενώ επέσπευσαν το θάνατο των δυο μεγαλύτερων αδελφών της (Μαρία και Ελίζαμπεθ) από φυματίωση το 1825.
Στο πατρικό τους σπίτι, η Σαρλότ μαζί με τα αδέλφια της, Μπράνγουελ, Έμιλι και Άννα, άρχισαν να γράφουν για τη ζωή και τα έργα των κατοίκων των φανταστικών βασιλείων τους: η Σαρλότ κι ο Μπράνγουελ για το βασίλειο της Άνγκρια, η Έμιλι κι η Άννα για το βασίλειο του Γκόνταλ.
Η Σαρλότ συνέχισε την εκπαίδευσή της κι έγινε δασκάλα. Από το 1839 ως το 1841 δούλεψε ως οικονόμος σε αρκετές οικογένειες, ενώ το 1842 μαζί με την Έμιλι εργάστηκαν σε ένα οικοτροφείο στις Βρυξέλλες, μέχρι το θάνατο της θείας τους το 1842.
Το 1843, η Σαρλότ επέστρεψε στο οικοτροφείο, όπου έγινε μοναχικός χαρακτήρας, νοσταλγούσε το πατρικό της σπίτι κι ήταν ιδιαίτερα δεμένη με τον εργοδότη της, Κονσταντέν Εζέ. Επέστρεψε το 1844 και τα βιώματά τής ενέπνευσαν κάποια από τα μετέπειτα έργα της.
Το 1846, η Σαρλότ, η Έμιλι κι η Άννα εξέδωσαν μια ποιητική συλλογή με τα ψευδώνυμα Κάρερ, Έλλις και Άκτον Μπελ.
Η εργογραφία της περιορίζεται σε τέσσερα μυθιστορήματα:
Jane Eyre «Τζέιν Έιρ» (1847)
Shirley «Σίρλεϊ» (1849)
Villette «Βιλέτ» (1853)
The Professor «Ο Καθηγητής» (1857)
Τα έργα της δεν βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση από τους κριτικούς, ενώ υπήρξαν αρκετές συζητήσεις για την πραγματική ταυτότητα του «Κάρερ Μπελ». Το πρώτο της βιβλίο, «Ο Καθηγητής», ήταν εμπνευσμένο από τον έρωτα της για τον Εζέ, ενώ μεγάλη επιτυχία κι αναγνώριση της έφερε η Τζέιν Έιρ, που ήταν ουσιαστικά σαν αυτοβιογραφία της.
Πέθανε το 1855 ένα χρόνο μετά τον γάμο της με τον Άρθουρ Μπελ Νικόλς και κατά την διάρκεια εγκυμοσύνης. Τα περισσότερα στοιχεία για τη ζωή της είναι γνωστά από τη βιογραφία της, από την Ελίζαμπεθ Γκάσκελ.
2. Λίγα λόγια για το έργο της
Σε αντίθεση με την δυσχερέστατη και μίζερη, εξωτερικά τουλάχιστον ζωή της, τα έργα της βρίθουν πάθους, δίψας για ζωή, φιλοδοξία και αγώνα για επιβίωση, για αγάπη, για συντροφικότητα. Όλα χαρακτηρίζονται από έντονο ρομαντισμό και λυρισμό και είναι κυρίως εμπνευσμένα από τις προσωπικές της εμπειρίες. Η ροή είναι κοινή κια στα τέσσερα βιβλία της. Ξεκινά λοιπόν η Μπροντέ να στήνει μια σκηνή γύρω από την οποία θα διαδραματίστει το κύριο περιστατικό. Αυτή η σκηνή περιπλέκεται αρμονικά με το παρελθόν των πρωταγωνιστών, με αποτέλεσμα τίποτα από όσα θα εκτυλιχθούν εν συνεχεία να μην ξενίζει. Συνήθως οι περιγραφές αυτές, το ταξίδι στη ζωή των πρωταγωνιστών είναι εκτενέστατο, ώστε μέσα από αυτό να διαγράφονται οι χαρακτήρες, να δικαιολογούνται οι συμπεριφορές και να προοικονομούνται με τον πιο διακριτικό τρόπο όσα πρόκεινται να ακολουθήσουν. Η μαγεία στο γράψιμό της εντοπίζεται στο ότι η ροή που περιγράψαμε παραπάνω δεν απέχει από αυτή του ποταμού. Έτσι, η αρχή είναι ομαλή, θα έλεγε κανείς μάλλον συνηθισμένη, στη συνέχεια που και που το ρεύμα αλλάζει και άλλοτε αγριεύει, άλλοτε γαληνεύει. Μέχρι που έρχεται το σημείο του καταρράκτη. Τότε που όλα ανατρέπονται, που οι προσδοκίες καταρρέουν, που οι ήρωες βρίσκονται έρμαιοι στα χέρια της μοίρας. Το αν θα αγωνιστούν να την νικήσουν είναι καθαρά δική τους απόφαση. Κάποιοι παλεύουν και νικούν την ορμή του ποταμού, καταλήγοντας σε μια όαση. Άλλοι πάλι, λιγότερο τολμηροί ή αδύναμοι αφήνοται. Το που θα καταλήξουν τότε εξαρτάται από τους τολμηρούς. Σε κάθε περίπτωση όμως, το τέλος είναι αυτό που αρμόζει στις επιλογές του καθενός, ευτυχισμένο ή δυστυχισμένο.
3. Λίγα λόγια για τους ήρωές της
Αυτό που η Σαρλότ Μπροντέ επιτυγχάνει με μοναδικό τρόπο είναι να συμπορεύσει την απόλυτη παράδοση που αισθάνεται κάποιος στον έρωτα με την εγωιστική εγκράτεια που επέβαλε η εποχή μέσα στην οποία έζησε και δηιούργησε. Δεν έπλασε ήρωες που θυσιάζουν τα πάντα για το όνειρό τους ,έπλασε ανθρώπους προσγειωμένους στην πραγματικότητα που πασχίζουν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Μοιάζει σα να πήρε τα πορτρέτα των ανθρώπων που συνάντησε στη ζωή της και να τα επεξεργάστηκε περίτεχνα, κτίζοντας γύρω από την εμφάνιση και τους τρόπους τους αληθοφανείς και ρεαλιστικούς χαρακτήρες με τα ελαττώματα και τις ατέλειες. Η Σαρλότ απεχθανόταν την τελειότητα ή μάλλον οι θρησκευτικές της αντιλήψεις την ώθησαν στο να πιστεύει πως η τελειότητα δεν ταιριάζει στον άνρθωπο παρά μόνο στο Θεό. Η άποψη αυτή, ακόμα και αν ήταν βαθιά ριζωμένη μέσα της λόγω της αγγλικανής παιδείας που πήρε ήταν καθόλα ευεργετική για το έργο της. Οι “αντήρωες” των ιστοριών της είναι προσιτοί στον αναγνώστη, βλέπει μέσα σε αυτούς τον εαυτό του, τις δικές του ελλέιψεις. Διευκολύνει όλη αυτή η διαδικασία την ταύτιση και την παρακολούθηση των ενεργειών των πρωταγωνιστών. Αλλά και οι φιγούρες που τους περιτριγυρίζουν είναι αριστοτεχνικά φτιαγμένες, προσεγμένες μέχρι και στην λεπτομέρεια, ώστε τίποτα να μην φαίνεται παράλογο, περιττό, ανούσιο ή οξύμωρο.
Εκτός των άλλοων, η Σαρλότ άλλαξε συνειδητά τον όρο “έρωτας” από αυτό που σήμαινε στην εποχή της και ιδιαίτερα όσον αφορά τις γυναίκες, με έναν τρόπο που επηρέασε την κοινωνία μας πολύ περισσότερο από τις ταπεινές της προσδοκίες και, ίσως, πέρα ακόμα κι από τις προθέσεις της. Για εκείνη έρωτας ήταν απελυθέρωση, όχι υποδούλωση. Η παράδοση τους ενός στον άλλο ήταν πάντα αμφίδρομη και δε σήμαινε τον παραγκωνισμό της περηφάνειας (όχι της εγωπαθούς αλλά αυτής που ταιριάζει σε κάθε άνθρωπο με αυτοσεβασμό), των επιθυμιών και των μελλοντικών σχεδίων, όπως ήταν διαδεδομένο στη Βικτωριανή εποχή. Οι γυναίκες στο έργο της είναι γυναίκες κοινές, που έχουν βιώσει τις δυσκολίες της ζωής, κυρίως οικονομικά και κοινωνικά αδύναμες, αλλα έχουν μια ασύγκριτη εσωτερική δύναμη, έναν ενθουσιασμό, μια βαθιά σιγουριά με την οποία πορεύονται. Δεν είναι μόνη τους έγνοια ο καλλωπισμός προκειμένου να πετύχουν ένα καλό γάμο, αλλά η μόρφωση και η καλλιέργεια, η πίστη στις αρχές και στα όνειρά τους, όσο ταπεινά και αν είναι αυτά. Ερωτεύονται όχι τη δύναμη ή τα χρήματα, αλλά την ψυχή του ανθρώπου που έχουν απέναντί τους. Και αυτό ακριβώς ερωτεύονται με τη σειρά τους οι ίδιοι, αφού οι πρωταγωνίστριες της Σαρλότ ποτέ δεν αυγκαταλέγονται στα κλασικά πρότυπα γυναικείας ομορφιάς. Η απλότητα και η φυσικότητα είναι αυτά τα στοιχεία που τις κάνουν να ξεχωρίζουν. Σε αυτά συγκατελέγονται βέβαια και ο φεμινισμός του που συμπορεύεται με την αντιθετική ταπεινή τους θέση. Εξωτερικά γυναίκες παγιδευμένες σε μια κοινωνία ανδροκρατούμενη, εσωτερικά όμως δυνατές, με πυγμή, φιλοδοξίες και ελπίδα. Έχουν θάρρος, όχι θράσος, αγαπούν βαθιά και ουσιαστικά και όχι επιφανειακά, έχουν σεβασμό στον εαυτό τους και αυτοπεποίθεση, μαζί με επίγνωση όμως της θέσης και των δυνατοτήτων τους, έχουν ελαττώματα, αλλά τα προτερήματά τους είναι τόσο σπάνια που μαγεύουν στους άνδρες συμπρωταγωιστές τους. Δεν τους τυφλώνουν όμως, γιατί τις ερωτεύονται όχι για αυτό που δείχνουν στους άλλους και στην κοινωνία αλλά για αυτό που είναι και δείχνουν μόνο σε αυτούς.
4. Λίγα λόγια για τα βιβλία της
Τζέην Έυρ
Το πιο αναγωνρίσιμο βιβλίο της είναι χωρίς αμφιβολία, η Τζέην Έυρ, ένα μυθιστόρημα ρομαντικό που περιγράφει τον έρωτα μια γκουβερνάντας με τον κύριο του σπιτιού. Η Τζέην της ιστορίας είναι μια ορφανή κοπέλα που οδηγείται σε οικοτροφείο από τη θεία της, η οποία δεν επιθυμεί να την αναθρέψει. Εκεί διαβιώνει με δυσκολία, καθώς η ψυχοσύνθεσή της συνθίβεται από την αυστηρότητα, την πείνα και τις αρρώστιες. Η διαμονή της στο ίδρυμα για οκτώ χρόνια την κάνει πιο δυνατή και την προικίζει με γνώσεις, με αποτέλεσμα να γίνει δασκάλα. Με την ιδιότητά της αυτή, προσλαμβάνεται ως γκουβερντάντα ενός μικρού κοριτσιού στο Θόρνφιλντ. Εκεί γνωρίζει τον Έντουαρντ Ρότσεστερ. Η σχέση τους εξελίσσεται από φιλία και έναν δυνατό έρωτα που όμως δεν καταφέρνει να τους ενώσει, διότι τους χωρίζουν ανυπέρβλητα εμπόδια. Η Τζέην αναγκάζεται να φύγει και να ζήσει απομονωμένη μακριά από όλους και όλα. Ο έρωτάς της όμως δεν κατευνάζεται και επιστρέφει κοντά στον αγαπημένο της.
Ο Καθηγητής
Το πρώτο της έργο, σχεδόν αυτοβιογραφικό, περιγράφει τη ζωή ενός νέου που φεύγει από την πατρίδα του μετά από τη διάψευση των προσδοκιών του να δουλέψει ως έμπορος. Καταλήγει στις Βρυξέλλες να εργάζεται ως καθηγητής Αγγλικών σε σχολείο αρρένων και μετέπειτα και θηλέων. Τα αισθήματά του θα γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης, μέχρι να γνωρίσει και να αγαπήσει μια μαθήτριά του, τη Φράνσις που εργάζεται παράλληλα ως δασκάλα στο ίδιο σχολείο. Θα περάσουν μέσα από 40 κύματα ώσπου να καταφέρουν να είναι μαζί. Θα νικήσει όμως στο τέλος, η αγάπη, η ταπεινότητα και η αέναη προσπάθειά τους για κάτι καλύτερο, οι αρχές και το ήθος έναντι στην ανηθικότητα που κυριαρχούσε τους κύκλους τους.
Βιλέτ
Δημοσιευμένο τον Ιανουάριο του 1853, πέντε χρόνια μετά την εκπληκτική επιτυχία της “Τζέην Έυρ”, το μυθιστόρημα Βιλέτ αφηγείται την ιστορία μιας νεαρής κοπέλας ώς τη στιγμή που η ζωή της κατασταλάζει. Μεγάλα κομμάτια του, μεταπλασμένα με αριστοτεχνικό τρόπο σε λογοτεχνία, αποτυπώνουν μάλλον τη ζωή της ίδιας της Σάρλοτ Μπροντέ. Λεπτότατες ψυχολογικές παρατηρήσεις παρακολουθούν την περιπέτεια της ηρωίδας λεπτό προς λεπτό: έναν απροσδόκητο έρωτα, μια μεγάλη αγάπη, την αγωνία, τη μοναξιά, το θάρρος ενός ανθρώπου που ψάχνει το δρόμο του. Ο αναγνώστης παρασύρεται σ’ άλλον χρόνο, συνδιαλέγεται, εισχωρεί στο τοπίο του 19ου αιώνα.
Σίρλεϊ
Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στο Γιόρκσαϊρ του 1811-12, κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής ύφεσης που προκλήθηκε στην Αγγλία, εξαιτίας των Ναπολεόντειων πολέμων και του πολέμου του 1812 και εκτυλίσσεται με φόντο τις εξεγέρσεις των Λουδιτών στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας του Γιόρκσαϊρ. Το μυθιστόρημα αποτελείται από δύο σκέλη που συνυφαίνονται. Το πρώτο αφορά στους αγώνες των εργαζομένων ενάντια στους ιδιοκτήτες των κλωστοϋφαντουργικών μύλων και το δεύτερο αφορά στην έντονη εσωτερική συναισθηματική ζωή των δύο ηρωίδων του βιβλίου.
Η Σίρλεϊ, είναι μια ισχυρή και πεισματάρα κοπέλα, που μετακομίζει σε ένα μικρό χωριό όπου έχει κληρονομήσει μία τεράστια έκταση γης, ένα σπίτι και έναν μύλο. Ο Ρόμπερτ Μουρ υπενοικιάζει αυτόν τον μύλο και τον λειτουργεί ως κύριος ιδιοκτήτης της επιχείρησης. Το εμπόριο δεν πάει καλά και πολλοί έμποροι αντιμετωπίζουν ενδεχόμενη πτώχευση. Οι ιδιοκτήτες μύλων όπως ο Ρόμπερτ Μουρ, αναγκάζονται να διώξουν πολλούς από τους εργαζόμενούς τους. Η φτώχεια και η απόγνωση του κόσμου οδηγεί σε μεγάλη ένταση μεταξύ των αγροτών και της ανώτερης τάξης και οι κληρικοί βρίσκονται ανάμεσά τους. Ο Ρόμπερτ Μουρ ασχολείται πάρα πολύ με την προβληματική δουλειά του και δεν δίνει προσοχή στη μακρινή ξαδέλφη του, την ευαίσθητη και ντελικάτη Κάρολαϊν Χέλστοουν που είναι κρυφά ερωτευμένη μαζί του. Η Κάρολαϊν και η Σίρλεϊ γίνονται επιστήθιες φίλες. Ο Ρόμπερτ σκέπτεται το γάμο με την πλούσια και ανεξάρτητη Σίρλεϊ, για να ξεφύγει από το οικονομικό του αδιέξοδο, αλλά βαθειά μέσα στην καρδιά του έχει την ξαδέλφη του, Κάρολαϊν. Ενώ η Κάρολαϊν προσπαθεί να καταστείλει τα αισθήματά της για τον Ρόμπερτ, πεπεισμένη ότι εκείνος δε θα ανταποδώσει ποτέ την αγάπη της, η Σίρλεϊ τρέφει συναισθήματα για κάποιον, που κανείς δεν μπορεί να υποπτευθεί..
5. Προσωπικότητες που ξεχώρισα
Τζέην Έυρ (από το ομώνυμο βιβλίο)
Η Τζεην Ευρ είναι μια ήρεμη δύναμη, μια φιλομαθής νέα που υπερασπίζεται τον εαυτό της, τα θέλω της και τις αρχές της. Απορροφά τη γνώση σαν σφουγγάρι και σε αυτή βλέπει τη μόνη διαφυγή από μια πραγματικότητα που την ταλανίζει. Έχει αυτογνωσία χωρίς όμως έλλειψη αυτοπεποίθησης. Έχει θάρρος να εκφράζει τη γνώμη της με ειλικρίνεια και είναι υπέρμαχος του σωστού και του δικαίου ηθικά. Ο έρωτας της είναι αγνός και ολοκληρωτικός, όπως είναι και η ίδια. Αγαπά τους ανθρώπους, συγχωρεί και πάρα το νεαρό της ηλικίας της είναι ώριμη και κατασταλαγμένη.
Έντουαρντ Ρότσεστερ (από το βιβλίο Τζέην Έυρ)
Από την άλλη πλευρά, το αντικείμενο του πόθου της Τζέην είναι ένας άντρας εύστοχος, εύστροφος και οξυδερκής, βαθύς όμως σε αντίθεση με άλλους της αντίστοιχης κοινωνικής και οικονομικής θέσης. Μοιάζει να αναζητά μια γαλήνη, μια εσωτερική ηρεμία, ένα λιμάνι γιατί διαρκώς διώκεται από τον κόσμο και τον εαυτό του. Αυτό το βρίσκει στα μάτια της Τζέην που αγαπά με πάθος ενός νέου και με στοργικότητα ενός πεπειραμένου. Όταν την χάνει, χάνει και τον εαυτό του, την καλή εκδοχή του εαυτού του, που εκείνη του χαρίζει, αφήνεται. Θα πρέπει μόνο να βρεθούν πάλι κοντά για να ξαναγεννηθεί ο δυναμικός, με χιούμορ και ενσυναίσθηση άνδρας που αγάπησε η Τζέην.
Γουίλιαμ Κρίμσγουορθ (από το βιβλίο Καθηγητής)
Ο καθηγητής είναι ένας άνδρας νέος, αλλά μόνος. Αναζητά το αποκούμπι στον αδελφό του και μετέπειτα και σε φίλους, αλλά κανείς δεν του συμπεροφερεται όπως του αρμόζει με αποτέλεσμα να πορεύεται μόνος του. Είναι αυστηρός στις αρχές και έχει κυριαρχία των συναισθημάτων του, αγαπά τη διδασκαλία και τους μαθητές του. Για αυτόν ο έρωτας είναι κάτι που έρχεται σταδιακά και πορεύεται από το θαυμασμό των αρετών της συντρόφου, όχι των εξωτερικών αλλά των εσωτερικών.
6. Η Σαρλότ Μπροντέ εμπνέει την 7η τέχνη
Τα βιβλία της έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο αλλά και στη μικρή οθόνη και έχουν αγαπηθεί από τους θεατές παγκοσμίως. Πάρτε μια γεύση :
1. «Είναι καλό να αγαπάς πολλά πράγματα, γιατί εκεί βρίσκεται η πραγματική δύναμη. Όποιος αγαπά πολύ, κάνει πολλά, μπορεί να καταφέρει πολλά και κάθε τι που γίνεται στην αγάπη γίνεται πολύ καλά.»
2. «Τα μεγάλα πράγματα έγιναν μετά από μία σειρά μικρότερων πραγμάτων που ήρθαν κοντά.»
3. «Πως θα ήταν η ζωή αν δεν είχαμε το κουράγιο να πετύχουμε τίποτα;»
4. «Η συνείδηση είναι η πυξίδα του ανθρώπου.»
5. «Έβαλα την καρδιά και την ψυχή μου στη δουλειά μου και έχασα το μυαλό μου κατά τη διάρκεια.»
6. «Μία μεγάλη φωτιά καίει μέσα μου, αλλά κανείς δεν σταματά να ζεστάνει τον εαυτό του σε αυτή, οι περαστικοί βλέπουν μόνο ένα ίχνος καπνού.»
7. «Οι κοντινοί μας φίλοι είναι πραγματικός θησαυρός της ζωής. Μερικές φορές μας ξέρουν καλύτερα απ’ ότι εμείς τους εαυτούς μας. Με ευγενική ειλικρίνεια, είναι πρόθυμοι να μας καθοδηγήσουν και να μας υποστηρίξουν. Μοιράζονται το γέλιο και το δάκρυ μας. Η παρουσία τους μας θυμίζει ότι ποτέ δεν είμαστε μόνοι.»
8. «Συχνά σκέφτομαι πως η νύχτα είναι πιο ζωντανή και πιο πλούσια χρωματισμένη από ότι η μέρα.»
9. «Το να είσαι φυσιολογικός είναι ένας πλακόστρωτος δρόμος. Είναι άνετος να περπατάς αλλά δεν φυτρώνουν λουλούδια σε αυτόν.»
10. «..έχω τη φύση, τη τέχνη και την ποίηση και αν αυτό δεν είναι αρκετό, τότε τι είναι;»
11. «Κάποτε ο θάνατος θα μας πάει σε άλλο αστέρι.»
12. «Ονειρεύομαι αυτό που θέλω να ζωγραφίσω και μετά ζωγραφίζω το όνειρό μου.»
13. «Δεν ξέρω τίποτα με σιγουριά, αλλά το να βλέπω τα αστέρια με κάνει να ονειρεύομαι.»
14. «Δεν υπάρχει τίποτα πιο καλλιτεχνικό από το να αγαπάς κάποιον.»
15. «Εάν ακούς μία φωνή μέσα σου να σου λέει πως δεν μπορείς να ζωγραφίσεις, τότε με κάθε μέσο ζωγράφισε και η φωνή θα σιωπήσει.»
«Το να είσαι φυσιολογικός είναι ένας πλακόστρωτος δρόμος. Είναι άνετος να περπατάς αλλά δεν φυτρώνουν λουλούδια σε αυτόν» είχε πει ο ίδιος. Και πράγματι μέσα από την άνοιξη που απεικόνιζε στη φύση γεννούσε καθετί νεκρό και στην δική του ψυχή. Τα ηλιοτρόπια, οι αμυγδαλιές και οι ίριδες είναι πια δικά του… Ας καλωσορίσουμε για άλλη μια φορά την άνοιξη ολόγυρα μας θαυμάζοντας τα θεματικά έργα του καλλιτέχνη που γεννήθηκε σαν σήμερα..
Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ γεννήθηκε στο ολλανδικό χωριό Ζούντερτ (Zundert) μια μέρα σαν σήμερα και ήταν ο μεγαλύτερος από τα συνολικάοκτώ παιδιά της οικογένειάς του, γιος του πάστορα Θεόδωρου βαν Γκογκ. Στον Βίνσεντ δόθηκε το όνομα του παππού του, το οποίο είχε δοθεί και στο πρωτότοκο παιδί της οικογένειας, το οποίο είχε πεθάνει σε βρεφική ηλικία. Ήδη από τα πολύ νεανικά του χρόνια παρουσίασε τάσεις μελαγχολίας και πρώιμα ψυχολογικά προβλήματα.Σε ηλικία 16 ετών και αφού είχε ήδη καταπιαστεί χωρίς επιτυχία με αρκετά επαγγέλματα, ασχολήθηκε για ένα
διάστημα με το εμπόριο έργων τέχνης, στην εταιρεία Goupilator & Company, όπου τον επόμενο χρόνο προσελήφθη
και ο αδελφός του Τεό βαν Γκογκ (Theo van Gogh). Το 1873, η εταιρεία τον μεταθέτει στο Λονδίνο και αργότερα στο Παρίσι. Την περίοδο αυτή, εντείνεται το ενδιαφέρον του για τη θρησκεία, επηρεασμένος εμφανώς και από την ιδιότητα του πατέρα του.
Αφού απολύεται από την εργασία του το 1876, επιστρέφει στο Άμστερνταμ για να σπουδάσει θεολογία. Οι σπουδές του διαρκούν για περίπου ένα έτος και το 1878 του ανατίθεται μία θέση ιεροκήρυκα στο Βέλγιο και συγκεκριμένα στην υποβαθμισμένη περιοχή Μπορινάζ, όπου λειτουργεί ορυχείο.Ο βαν Γκογκ κηρύττει για περίπου έξι μήνες επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ένδεια των ανθρώπων της περιοχής. Αυτή είναι και η περίοδος κατά την οποία ξεκινά να σχεδιάζει μικρά έργα και πιθανόν αποφασίζει να ασχοληθεί με την τέχνη.
Το 1880, σε ηλικία 27 ετών, ξεκινά να παρακολουθεί τα πρώτα του μαθήματα ζωγραφικής, ωστόσο σύντομα έρχεται σε ρήξη με τον δάσκαλό του, Αντόν Μωβ (Anton Mauve), γύρω από καλλιτεχνικά ζητήματα.
Τα επόμενα χρόνια δημιουργεί έργα κυρίως επηρεασμένα από τη ζωγραφική του Ζαν Φρανσουά Μιγέ (Jean-François Millet), ενώ ταξιδεύει στην ολλανδική επαρχία ζωγραφίζοντας θέματα που εμπνέεται από αυτή. Το χειμώνα του 1885,
παρακολουθεί μαθήματα στην Ακαδημία της Αμβέρσας, τα οποία όμως διακόπτονται πολύ σύντομα αφού αποβάλλεται από τον καθηγητή της ακαδημίας Ευγένιο Σιμπέρ (Eugene Siberdt). Παρά το γεγονός αυτό,ο βαν Γκογκ προλαβαίνει να έρθει σε επαφή με την ιαπωνική τέχνη από την οποία και δανείζεται στοιχεία ή πολλέςφορές μιμείται την τεχνοτροπία της. Αρκετές από τις προσωπογραφίες του, περιλαμβάνουν επίσης σε δεύτερο πλάνο κάποιο έργο ιαπωνικής τέχνης.
Την άνοιξη του 1886 επισκέπτεται το Παρίσι όπου ζει με τον αδελφό του — επιτυχημένο πλέον έμπορο τέχνης στην περιοχή της Μονμάρτης, κέντρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Κατά την παραμονή του, έρχεται σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές Εντγκάρ Ντεγκά, Καμίλ Πισαρό, Πωλ Γκωγκέν και Τουλούζ Λωτρέκ. Επηρεάζεται σημαντικά από το κίνημα του ιμπρεσιονισμού και ειδικότερα σε ότι αφορά τη χρήση του χρώματος. Ο ίδιος ο βαν Γκογκ κατατάσσεται περισσότερο στους μετα-ιμπρεσιονιστές ζωγράφους. Χρησιμοποίησε συχνά τεχνικές των ιμπρεσιονιστών αλλά διαμόρφωσε παράλληλα και ένα προσωπικό ύφος, το οποίο διακρίνεται από την χρήση συμπληρωματικών χρωμάτων που οι ιμπρεσιονιστές αποφεύγουν.Δύο χρόνια αργότερα, το 1888, ο βαν Γκογκ εγκαταλείπει τη γαλλική πρωτεύουσα και επισκέπτεται τη νότια Γαλλία και την περιοχή της Προβηγκίας. Υπάρχουν αναφορές πως εκεί εμπνέεται από το τοπίο καθώς και την αγροτική ζωή των κατοίκων, θέματα τα οποία προσπαθεί να αποδώσει και στη ζωγραφική του. Την περίοδο αυτή, επινοεί και μία ιδιαίτερη τεχνική των στροβιλισμάτων με το πινέλο ενώ στους πίνακές του κυριαρχούν έντονα χρώματα, όπως κίτρινο, πράσινο και μπλε, με χαρακτηριστικά δείγματα τα έργα Έναστρος ουρανός και μία σειρά πινάκων που απεικονίζουν ηλιοτρόπια.
Το έργο Κόκκινο αμπέλι αυτής της περιόδου είναι επίσης το μοναδικό έργο που κατάφερε να πουλήσει ο βαν Γκογκ εν ζωή.
Κατά το διάστημα της παραμονής του στην Αρλ, δέχεται και την επίσκεψη του ζωγράφου Γκωγκέν. Ωστόσο, μετά από λίγους μήνες, οι δυο τους διαφωνούν έντονα και λόγω της ασταθούς ψυχικής του υγείας, ο βαν Γκογκ κόβει μέρος του αριστερού του αυτιού καταλήγοντας στο νοσοκομείο της περιοχής. Υπάρχουν ισχυρισμοί πως ο βαν Γκογκ είχε απειλήσει να σκοτώσει τον Γκωγκέν και προέβη στο κόψιμο του αυτιού του αναζητώντας ένα είδος κάθαρσης από τις τύψεις του.
Το 1889 εισάγεται στο ψυχιατρικό κέντρο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στον Σαιν Ρεμύ, όπου και παραμένεισυνολικά για ένα περίπου χρόνο πάσχοντας από κατάθλιψη. Κατά την παραμονή του εκεί, συνεχίζει να ζωγραφίζει.ΤΑον Μάιο του 1890 εγκαταλείπει την ψυχιατρική κλινική και ζει για ένα διάστημα σε μία περιοχή κοντά στο Παρίσι,όπου παρακολουθείται από τον γιατρό Πωλ Γκασέ, στον οποίο είχε συστήσει τον βαν Γκογκ ο ζωγράφος Καμίλ Πισαρό.Στο διάστημα που παρακολουθείται ιατρικά, ο βαν Γκογκ παράγει ένα μόνο έργο, που αποτελεί προσωπογραφία του Γκασέ.Τον Ιούλιο του 1890, ο βαν Γκογκ εμφανίζει συμπτώματα έντονης κατάθλιψης και τελικά αυτοπυροβολείται στο στήθος
στις 27 Ιουλίου ενώ πεθαίνει δύο ημέρες αργότερα. Δεν είναι απολύτως βέβαιο ποιο ήταν το τελευταίο του έργο, αλλά πρόκειται πιθανά για το έργο με τον τίτλο Ο κήπος του Ντωμπινύ ή για τον πίνακα Σιτοχώραφο με κοράκια.Μετά το θάνατο του βαν Γκογκ, η φήμη του εξαπλώθηκε ραγδαία, με αποκορύφωμα μεγάλες εκθέσεις έργων του που πραγματοποιήθηκαν στο Παρίσι (1901), το Άμστερνταμ (1905), την Κολονία (1912), τη Νέα Υόρκη (1913) και το Βερολίνο (1914).
Συνολικά δημιούργησε σε διάστημα περίπου δέκα ετών περισσότερα από 800 πίνακες και 1000 μικρότερα σχέδια.Σώζεται ακόμα εκτενής αλληλογραφία του με τον αδελφό του, που περιλαμβάνει περισσότερα από 700 γράμματα.Επίσης ο βαν Γκογκ είναι διάσημος για τις πινελιές του οι οποίες πολλές φορές παρουσιάζουν μια κίνηση.
Συνολικά δημιούργησε σε διάστημα περίπου δέκα ετών περισσότερα από 800 πίνακες και 1000 μικρότερα σχέδια.