Η ζωή: Η ιστορία πίσω από το έργο του Πικάσο και ο θάνατος του φίλου του που τον στιγμάτισε

Το έργο η Ζωή (La Vie, 1903) ανήκει στη γαλάζια περίοδο και κατασκευάστηκε για να αποτελέσει φόρο τιμής στο φίλο του, Καζατζέμας. Σήμερα διαφυλάσσεται στο μουσείο Cleveland.

Ο Carlos Casagemas, στενός φίλος του Πικάσο, επίσης ζωγράφος μετανάστευσε μαζί με τον Πικάσο, τον Οκτώβριο του 1900 από τη Μαλάγα της Ισπανίας στο Παρίσι, στην κοιτίδα του πολιτισμού και των τεχνών. Ο Πικάσο έρχεται σε επαφή με την πνευματική άνθιση που γνωρίζει το Παρίσι στις αρχές του 20ου αιώνα και αρχίζει να πουλάει τους πρώτους πίνακες, ο Καζατζέμας δοκιμάζει εκείνη την περίοδο ένα αδιέξοδο έρωτα.

Ερωτεύεται μια νεαρή γλύπτρια, την Germaine Pichot, η οποία ήταν ήδη παντρεμένη, με αποτέλεσμα να τον απορρίψει. Παύει να ζωγραφίζει και σταδιακά γίνεται αλκοολικός. Ο Πικάσο είναι μάρτυρας της κατάρρευσης του, τον παίρνει μαζί του τα Χριστούγεννα για να τον φέρει κοντά στους δικούς, με σκοπό να τον βοηθήσει να ξεπεράσει την ερωτική απογοήτευση που είχε προηγηθεί και να καταφέρει να ξεπεράσει τον αλκοολισμό. Παρ’ όλα αυτά, όταν η οικογένεια του έρχεται αντιμέτωπη με την εικόνα του νεαρού ζωγράφου, ο Καζατζέμας γίνεται δέκτης των αρνητικών σχολίων της, γεγονός που επιδεινώνει την ψυχολογική του κατάσταση. Ο Καζατζέμας μένει αδιάφορος στις νουθεσίες των γονιών του και την ομορφιά του τοπίου. Εξακολουθεί να πίνει και να «σέρνεται» σε ταβερνεία και πορνεία. Ο Καζατζέμας γυρίζει στο Παρίσι, χωρίς τον Πικάσο.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 17 Φεβρουαρίου 1901, κανονίζει μια έξοδο για να γιορτάσει τα γενέθλια του στο L’Hippodrome. Ανάμεσα στους εφτά προσκεκλημένους και η αγαπημένη του. Αφού τους μίλησε λίγο για τους δύσκολους μήνες που βίωσε έβγαλε ένα πιστόλι, σημάδεψε τη Germaine,η οπoία μόλις πρόλαβε να αποφύγει τον πυροβολισμό και μετά αυτοκτόνησε. Ήταν ο θάνατος του φίλου του αυτού που ενέπνευσε τον Πικάσο να περάσει στη γαλάζια περίοδο, μια πένθιμη περίοδο για τον ίδιο, με χρώματα ψυχρά, καταθλιπτικά, με μορφές ασθενικές, θλιμμένες, με πίνακες που εμπνέουν ένα συναίσθημα αδιεξόδου, εγκατάλειψης και λύπης.

Ο θάνατος του φίλου του σημάδεψε τον Πικάσο, ο οποίος προσπάθησε να επουλώσει το τραύμα του, μετουσιώνοντάς το σε έργο. Μια σειρά από έργα είναι αφιερωμένη στο φίλο του, στο μάταιο θάνατό του, στη νιότη του. Έτσι, πνίγει τον πόνο του και εκφράζει το πένθος του με μια σειρά πινάκων από το 1901 εώς το 1903 με τελευταίο και σημαντικότερο τη Ζωή (La Vie,1903).

«Δεν του έδωσα εγώ αυτόν τον τίτλο», λέει ο Πικάσο. «Ζωή…». Ανασηκώνει τους ώμους «δεν ήθελα να ζωγραφίσω σύμβολα. Ζωγράφισα μονάχα τις εικόνες που παρουσιάζονταν στα μάτια μου. Ας προσπαθήσουν άλλοι να τους βρουν νόημα. Για μένα ένας πίνακας μιλάει μόνος του. Τι χρειάζονται οι εκ των υστέρων εξηγήσεις;» Ένας ζωγράφος ξέρει μονάχα μια γλώσσα. Τα άλλα…»

Ορελί, ένας πίνακας του Περικλή Βυζάντιου

Η ιστορία πίσω από τον πίνακα “Ορελί” του Περικλή Βυζάντιου…

Όπως αφηγείται ο ίδιος: “H μεγαλύτερή μου χαρά ήταν όταν η Oρελί μου έλεγε: «Allons nous coucher» και μ’ έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε για ύπνο στην κρεβατοκάμαρή μας. Άναβε ένα κερί σε ένα μπρούτζινο σαμντάνι επάνω στον κομό. Eγώ γρήγορα γρήγορα γδυνόμουνα και φόραγα τη μακριά πουκαμίσα κι έμπαινα στο κρεβάτι κι έκανα πως κοιμόμουνα, ενώ με το ένα μάτι ανοιχτό παρακολουθούσα το γδύσιμο της Oρελί μπροστά στον καθρέφτη και τη θαύμαζα. H Oρελί ήτανε καλοφτιαγμένη, ψηλή, με άφθονα καστανά μαλλιά. Βέβαιη πως εγώ κοιμάμαι, γδυνότανε σιγά σιγά, γυρίζοντάς μου την πλάτη. Tα διάφορα νταντελωτά μεσοφόρια, μεγάλα λεπτά εσώρουχα περασμένα με ροζ κορδέλες, της έπεφταν στα ωραία της πόδια, και γυμνή εντελώς σκούπιζε με μια κρέμα το πρόσωπό της σκυμμένη προς τον καθρέφτη. Mα εγώ δεν έβλεπα μονάχα τη ράχη της· μέσα στον καθρέφτη διέκρινα και το σφιχτό και στέριο στήθος, που πολλές φορές το κρατούσε με τα ωραία της χέρια και το καμάρωνε και η ίδια. Στο τέλος φορούσε μια μακριά νυχτικιά με κεντήματα στο στήθος και στις άκρες των μανικιών, πλησίαζε το κερί, το έσβηνε, κι ερχότανε στο μικτό κρεβάτι μου να με σκεπάσει καλά. Έσκυβε και με φιλούσε στο μέτωπο. Eγώ, φυσικά, έκανα πως κοιμόμουνα, και ούτε ανέπνεα, γιατί φοβόμουνα μήπως ακούσει την καρδιά μου που χτυπούσε δυνατά…”

Οφηλία: Η ιστορία πίσω από τον πιο γνωστό πίνακα του Μιλέ

Το έργο «Οφηλία» αποτελεί ίσως το πιο γνωστό έργο του Τζον Έβερετ Μιλέ. Απεικονίζει μια γυναίκα που κείται νεκρή σε ένα ποτάμι, στην πραγματικότητα είναι η αγαπημένη του Άμλετ στο ομώνυμο έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ που οδεύει στην υγρό της τάφο. Το πιο θλιβερό, όμως, δεν είναι ο πίνακας αυτός καθ’ αυτός αλλά η ιστορία πίσω του.

Η γυναίκα που πόζαρε για τον ζωγράφο ήταν η Ελίζαμπεθ Σιντάλ. Η νεαρή κοπέλα, μόλις 19 τότε, έπρεπε να παραμείνει ξαπλωμένη φορώντας τα ρούχα της στο μπάνιο του καλλιτέχνη, αφού ήταν αδύνατο λόγω του κρύου να επιχειρηθεί το αντίστοιχο στον ποταμό, όπως αρχικά σχεδίαζε ο καλλιτέχνης. Με λάμπες πετρελαίου μάταια προσπαθούσαν να θερμάνουν το παγερό νερό. Όταν η μία λάμπα έσβησε, η κατάσταση για την Ελίζαμπεθ έγινε ακόμα πιο αφόρητη. Αλλά εκείνη δεν παραπονέθηκε ούτε στιγμή. Λόγω αυτού, αρρώστησε βαριά με πνευμονία και ο πατέρας της κατηγορώντας τον Μιλέ για αυτό, τον εξανάγκασε να πληρώσει τα ιατρικά έξοδα.

Για να γιατρευτεί, ταξίδεψε στη Νίκαια και το Παρίσι. Έπασχε από φυματίωση, αλλά πολλοί υποστηρίζουν πως είχε ανορεξία και άλλες ψυχικές διαταραχές λόγω της απιστίας του συζύγου της, ποιητή Ροσέτι. Εξαιτίας των ασθενειών που την ταλανιζαν και της κατάθλιψης που άρχισε να τη φλερτάρει, έλαβε μεγάλες ποσότητες από το φάρμακο της εποχής το λάβδανο, ένα μείγμα από αλκοόλ και όπιο, με αποτέλεσμα να εθιστεί σε αυτό. Το τελειωτικό χτύπημα ήταν ο θάνατος του νεογέννητου παιδιού της. Όταν συνειδητοποίησε πως ήταν έγκυος για δεύτερη φορά, αυτοκτόνησε στους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης από υπερβολική δόση.

Πηγές:http://mythagogia.blogspot.com/2016/03/blog-post_9.html?m=1

https://www.tate.org.uk/art/artworks/millais-ophelia-n01506

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Elizabeth_Siddal