Ο θρίαμβος του θανάτου

Αντί προλόγου

Ο Μακάβριος χορός ή αλλιώς ο χορός του θανάτου αποτελεί τμήμα μιας καλλιτεχνικής παράδοσης που αποτύπωσε εικαστικά και λογοτεχνικά τον πικρό στοχασμό για την εξουσία του θανάτου, επίκαιρος στις μέρες μας ενόψει της πανδημίας που επί μακρόν μαστίζει τον πλανήτη. Στα έργα αυτά οι ασθένειες που πήραν διαστάσεις επιδημίας και άλλοτε πανδημίας αποδόθηκαν ως στρατοί σκελετών που εισβάλλουν αιφνίδια και απρόβλεπτα στις ζωές των ανθρώπων, θυμίζοντάς τους το αναπόδραστο της μοίρας τους, τον ευάλωτο και πρόσκαιρο χαρακτήρα της ύπαρξης.

Continue reading “Ο θρίαμβος του θανάτου”

Blackbird: ένα γλυκόπικρο ταξίδι προς την ωριμότητα

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Το μυθιστόρημα Blackbird του Matthias Brandt είναι μία από τις νεότερες κυκλοφορίες των εκδόσεων Ελκυστής, την οποία το κοινό δεν άργησε να αγκαλιάσει. Με πολύ ωραίο χιούμορ και μια ματιά εφηβική και φρέσκια ο συγγραφέας μάς ταξιδεύει σε όσα συνταράσσουν τον “πρωτόγνωρο” κόσμο του νεαρού ήρωά του, Μότε. «Η εφηβική νιότη παραμένει πάντα και για τους πάντες –άσχετα αν θέλουμε να το αγνοούμε ή όχι– μια συνθήκη επώδυνη, ακατανόητη, μα συνάμα τόσο όμορφη, επειδή τα πάντα συμβαίνουν πρώτη φορά». Είναι ακριβώς η καταλληλότερη επιλογή για όσους αναζητούν ένα ανάγνωσμα ανάλαφρο, απρόσμενα ευχάριστο, μα και πολύ ουσιαστικό ταυτόχρονα.

Continue reading “Blackbird: ένα γλυκόπικρο ταξίδι προς την ωριμότητα”

Ό,τι έγινε. Άνθρωποι και φαντάσματα της Μαρίας Λαϊνά

Αντί προλόγου

Παρά την αδιαμφισβήτητα σημαντική παρουσία της Μαρίας Λαϊνά στα γράμματα, τόσο μέσα από το ποιητικό όσο και από το συγγραφικό και μεταφραστικό της έργο, η πρώτη μου επαφή με τον ποιητικό της κόσμο συντελέστηκε πρόσφατα, μέσω της ποιητικής της συλλογής “Ό,τι έγινε. Άνθρωποι και φαντάσματα” που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους από τις εκδόσεις Πατάκη. Θα επιχειρήσω, λοιπόν, μιλώντας για την συλλογή της αυτή να σας περιηγήσω στην ποιητική της χώρα όπως την γνώρισα μέσα από από τις λέξεις, την στίξη ή την παντελή έλλειψή της και τον απόηχο που άφησαν όλα αυτά στην ψυχή μας μετά από πολλές αναγνώσεις και πισωγυρίσματα στις σελίδες του βιβλίου και του μυαλού μας.

Continue reading “Ό,τι έγινε. Άνθρωποι και φαντάσματα της Μαρίας Λαϊνά”

Σχήματα της Απουσίας ΙΙ του Γιάννη Ρίτσου

Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί,
μπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ
κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και τον χρόνο.
Πάντα εκεί.
Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή, καταμεσής καλοκαιριού,
στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά.
Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξεχωριστή προτίμηση να παίζουν
στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας,
τόσο που ο πόνος κάτω απ΄τα πλευρά μας δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα από την αύξηση.
Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.

Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα ,Τόμος Β’, εκδ. Κέδρος

Ακούστε το εδώ:

«Ιππότης, θάνατος, διάβολος» του Χόφμανσταλ

Λίγα λόγια για τον ποιητή

Ο Hugo Von Hofmannsthal γεννήθηκε την 1η Φεβρουαρίου 1874 στη Βιέννη. Γόνος μεγαλοαστικής αυστριακής οικογένειας, σπούδασε νομικά στη γενέτειρά του, αλλά αφοσιώθηκε από νωρίς στη λογοτεχνία. Συνδέθηκε με την αβανγκάρντ ομάδα Jung Wien και έγραφε ποιήματα. Η γνωριμία του με τον Ρίχαρντ Στράους, το 1900, απέφερε μια γόνιμη συνεργασία, με τον Χόφμαννσταλ να υπογράφει το λιμπρέτο σε αρκετές από τις όπερες του συνθέτη (“Ηλέκτρα”, “Η Αριάδνη στη Νάξο”, “Η γυναίκα δίχως σκιά”, “Ο ιππότης με το ρόδο”, κ.ά.). Στα έργα του αποτύπωσε βιωματικά την κρίση των αρχών του 20ού αιώνα. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου έγραφε προπαγανδιστικούς κυβερνητικούς λόγους και μεταπολεμικά στράφηκε σε πιο θρησκευτικά θέματα. Υπήρξε ένας από τους τρεις μεγάλους ποιητές, μαζί με τον Rilke και τον Stefan George, που ανανέωσαν τη γερμανική λογοτεχνία επηρεαζόμενοι από το γαλλικό Συμβολισμό και Ιμπρεσιονισμό. Τη ίδια εποχή, μάλιστα, αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για την Αγγλική Λογοτεχνία (κυρίως για τον Keats και τον Oscar Wilde), όπως και για το έπος σε τερτσίνες του Δάντη, Θεία Κωμωδία – πιθανότατα από εκεί πήρε το ερέθισμα ο Hofmannsthal για τις δικές του Τερτσίνες και την Μπαλάντα της εξωτερικής ζωής (επίσης το 1896). Οι κεντρικοί άξονες του έργου του, όπως τους συγκέντρωσε σε ένα άλλο ποίημά του, είναι η ζωή, το όνειρο και ο θάνατος («Leben, Traum und Tod»), που αλληλεπιδρούν και «υφαίνουν» την ανθρώπινη ύπαρξη. Οι Τερτσίνες υπ’ αριθμόν 3 δανείζονται ένα στίχο από την σαιξπηρική Τρικυμία (The Tempest, 1611): «We are such stuff/ As dreams are made on» (4η Πράξη, 1η Σκηνή), ενώ και το δεκατετράστιχο Ο κήπος μου αναπολεί την παιδική αθωότητα με παρόμοιο τρόπο, σαν ένα όνειρο που πέρασε. Στις 13 Ιουλίου 1929 αυτοκτόνησε ο γιος του και δύο μέρες αργότερα έφυγε και ο ίδιος από τη ζωή, από έμφραγμα. Σημαντική προσφορά του θεωρείται και η ίδρυση του θεατρικού φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ (1922), από κοινού με τον σκηνοθέτη Μαξ Ράινχαρντ.


Λίγα λόγια για την συλλογή


Η Ανθολογία φέρει την υπογραφή της ποιήτριας Αγγελικής Κορρέ στην επιλογή, τη μετάφραση και το επίμετρο. Τα περισσότερα ποιήματα μεταφράζονται πρώτη φορά στα ελληνικά, ενώ η έκδοση περιλαμβάνει επίσης δύο μονόπρακτα του Χόφμανσταλ, το «Ειδύλλιο» (Idylle) και το «Ο Μώρος και ο Μόρος» (Der Tor und der Tod), των οποίων η συμβολική συνομιλεί με τα ποιήματα.

Ο Χόφμανσταλ του «Ιππότης, θάνατος, διάβολος», όπως διαπιστώνει η μεταφράστρια, δεν είναι ο συγγραφέας της Επιστολής του Λόρδου Τσάντος ούτε ο συνεργάτης του Στράους, αλλά ένας άλλος, πιο μυστηριακός, ένας έφηβος κρυμμένος πίσω από το όνομα του ώριμου εαυτού του. «Ας επαναληφθεί λοιπόν το αμήχανο συμπέρασμα: Έχει πιο πολλά να πει κανείς για τον Χόφμανσταλ ως δραματουργό, αλλά πιο πολλά να θαυμάσει στον Χόφμανσταλ ως ποιητή. Πράγματι, με όρους λογοτεχνίας το δράμα αργά ή γρήγορα επισκιάζει την ποίηση, οι ζυμώσεις είναι στραμμένες εκεί, η εποχή το αναζητάει βιαστικά και λαίμαργα, η Ιστορία το κατακλύζει. Η ποίηση όμως, η ποίηση του Ούγκο Φον Χόφμανσταλ, δεν έχει τελικά άλλον συνομιλητή πέρα από τη ζωγραφική, την οποία ο ποιητής ανακάλυψε στο μέλλον του, σαν το πεπρωμένο του να του το φύλαγε για να διασώσει το παρελθόν του. Ο χρόνος για τον Χόφμανσταλ είναι εμπειρία, η πραγματικότητα είναι εμπειρία, ο χρόνος εντός της πραγματικότητας είναι εμπειρία και η πραγματικότητα εντός του χρόνου. Αυτό που βλέπει τον συναρπάζει περισσότερο από καθετί, όπως τον περιηγητή, όπως τον περιπλανώμενο. Όργανά του το βιούμενο και το δυναμικό. Να ο τρόπος με τον οποίον ο Χόφμανσταλ κατέκτησε τη ζωή• δανδής έστω, αστός, ξένος κι αυτόχθων μαζί στην Αυστρία, ξένος κι αυτόχθων μαζί στη Γερμανία, στο εννοιακό χρέος της γερμανικής γλώσσας και στην παρασιτική -γι’ αυτό και χρειαζούμενη για τη διατήρηση των πραγμάτων- ελληνικότητα. Αλλά δεν βγαίνει αλώβητος κανείς από τη ζωή, συνεπώς δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο μ’ αυτήν παρά να την κατακτήσει».
Η συναρμογή δύο αλληγοριών, του περιπλανώμενου Ιππότη του Άλμπρεχτ Ντύρερ και του περιπλανώμενου Πρίγκιπα του Χέρμαν Μπροχ, υπήρξε έναυσμα επανεξέτασης της πρωτόλειας ποιητικής του Ούγκο φον Χόφμανσταλ, πλέον παραγκωνισμένης από την ίδια τη δραματουργική πορεία του Αυστριακού δημιουργού, την οποία θα σφράγιζε η συνεργασία του με τον Ρίχαρντ Στράους.
Η δυναμική των έργων του Χόφμανσταλ επισφραγίζεται από την προσπάθεια να απαλλάξει την τέχνη του από το βαρύ ένδυμα του Αισθητισμού, συνοδευμένο από έντονο επιφανειακό συναισθηματικό αρχαϊσμό και εκλεπτυσμένο στόμφο. Στα έργα του ο θάνατος ελλοχεύει: εμφανίζεται ξαφνικά, σημαδεύει τα πρόσωπα και αποχωρεί αθόρυβα. Μέσα σε αυτό τον κόσμο η αφοσίωση, ο χαμένος αγώνας της μνήμης απέναντι στην λήθη, η ασφυξία του εγκλεισμού στον πυρήνα της οικογένειας, η δεινότητα του ισχυρού, η βίαιη επιβολή της αρμονίας και του μέτρου, είναι θέματα τα οποία έρχονται και ξανάρχονται στην επιφάνεια.

Όποιοι γνώριζαν τον Χόφμανσταλ μόνο ως θεατρικό συγγραφέα, μετά από την μελέτη αυτής της συλλογής, θα πρέπει ίσως να αναθεωρήσουν! Η ποιητική του διάσταση είναι μεν μυστήρια αλλά αρκετά ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη. Έχει μια πρωτόγνωρη θεατρικότητα, μια παραστατικότητα. Στην υπέροχη αναγνωστική εμπειρία συμβάλλει τόσο η εξαιρετική απόδοση στα ελληνικά όσο και η αισθητική που αποπνέει το βιβλίο αυτό καθ΄ αυτό, κάτι διόλου πρωτότυπο για τις εκδόσεις Κείμενα. Αν θέλετε να το προμηθευτείτε, μπορείτε να το βρείτε εδώ. Υπάρχει διαθέσιμο και online στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας των εκδόσεων να το καταστήσουν προσβάσιμο στο αναγνωστικό κοινό κατά τη διάρκεια του ανοιξιάτικου εγκλεισμού. Όποια μορφή και αν επιλέξετε μην χάσετε αυτό το βιβλίο!

Μπορείτε να ακούσετε ένα δείγμα διαβασμένο από εμάς:

Πηγές:
https://www.poiein.gr/2018/12/18/hugo-von-hofmannsthal-%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81/
https://www.lifo.gr/team/sansimera/35738

Χρόνης Μίσσιος: Αφιέρωμα στον συγγραφέα που μας δίδαξε την αξία της ζωής, του έρωτα και της επανάστασης

Ο Χρόνης Μίσσιος αγαπήθηκε όσο λίγοι Έλληνες λογοτέχνες. Υπήρξε αντιστασιακός και ακτιβιστής. Τον θυμόμαστε κυρίως μέσα από τα βιβλίο του «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;» και «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς»…

η ζωη και η πολιτικη του δραση

Γεννήθηκε το 1930 στην Καβάλα και από νεαρή ηλικία ακολούθησε το επάγγελμα των γονέων του και εργάστηκε ως καπνεργάτης. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά δούλεψε ως μικροπωλητής στη Θεσσαλονίκη, ενώ λίγο αργότερα στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουν την πείνα της Κατοχής. Λόγω ανέχειας δεν κατάφερε να τελειώσει ούτε το Δημοτικό, σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του.Το 1944 σε ηλικία 14 ετών διετέλεσε σύνδεσμος του 16ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Την περίοδο μετά την Απελευθέρωση, έμενε στη Βέροια όπου ήταν σύνδεσμος για τους καταδιωκόμενους ΕΑΜίτες και εντάχθηκε ως στέλεχος στην ΕΠΟΝ. Το 1947 συλλαμβάνεται, ανήλικος ακόμη, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον εμφύλιο πόλεμο ως μέλος του ΔΣΕ πόλεων (ομάδα Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα).

Φυλακίζεται ως το 1953 και από το 1962 ζει εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη. Βασανίστηκε πολλές φορές χωρίς να αποκηρύξει την ιδεολογία του, για αυτό τον περισσότερο χρόνο τον πέρασε στην απομόνωση των κρατητηρίων σε άθλιες συνθήκες κράτησης. Μετά την αποφυλάκιση του διετέλεσε επαγγελματικό στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος του παράνομου ΚΚΕ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Νεολαίας Λαμπράκη και ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Στη δικτατορία φυλακίστηκε (Φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού). Αυτή τη περίοδο της φυλακίσεως του έμαθε ουσιαστικά ανάγνωση και γραφή. Αποφυλακίζεται τον Αύγουστο του 1973.

Συμμετείχε σε ενέργειες προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ δημιούργησε τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα την προστασία της ελληνικής πανίδας στην ΕΡΤ την περίοδο 1994-1996 (εκπομπή Το Βλέμμα). Τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Καπανδρίτι με τη σύζυγό του Ρηνιώ Παπατσαρούχα – Μίσσιου (πρώην στέλεχος της ΕΔΑ) και τα σκυλιά τους σε αγροτόσπιτο. Υπήρξε μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της αριστεράς.

Πέθανε σε ηλικία 82 ετών σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας, έχοντας χάσει τη μάχη με την επάρατο νόσο.

Χρονης Μισσιος και Λογοτεχνια

Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε σε ώριμη ηλικία. Με το πρώτο του βιβλίο το 1985 (“Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς“), αυτοβιογραφικό κείμενο γραμμένο σε συνειρμική και λαϊκή γλώσσα που εντάσσεται στην παράδοση της απομνημονευματογραφίας, καθιερώθηκε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέας στη συνείδηση κριτικής και κοινού.

Ο Μίσσιος υπήρξε εμπνευστής μιας λογοτεχνίας που παρά τον σκληρό κόσμο τον οποίο απεικονίζει, δεν χάνει ποτέ την αισιοδοξία και την πίστη της στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, ο οποίος είναι ικανός υπό συνθήκες ελευθερίας να ζήσει σε μια δημοκρατία που θα εγγυάται τόσο τα ατομικά δικαιώματα όσο και την ευδαιμονία της κοινότητας.

τΙ ΕΙΧΕ ΠΕΙ ΓΙΑ:

Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις είχε δηλώσει:

“Για πρώτη φορά ζω σε μια κοινωνία που δείχνει να έχει πάθει εγκεφαλικό. Δεν αντιδρά με τίποτα”.

Την κρίση :

“είναι πολυεπίπεδη, δεν είναι μονάχα οικονομική. Ουσιαστικά είναι κρίση αξιών και χρεοκοπίας του λογοκρατούμενου και τεχνοκρατικού πολιτισμού μας”.

Την οικολογία και την πράσινη ανάπτυξη:

“Είναι δυνατόν να μιλάμε για οικολογία και πράσινη ανάπτυξη και να έχουμε την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο;”.

Την παιδεία:

“Μη γελιόμαστε. Υπάρχει εκπαίδευση. Άλλο πράγμα η παιδεία και άλλο πράγμα η εκπαίδευση. Σήμερα, λοιπόν τα παιδιά εκπαιδεύονται. Γιατί; Για να βρούνε τη μηχανή του κέρδους”.

Τους εμπνευσμένους ηγέτες:

“Πιστεύω πολύ ότι σε μια κοινότητα, η συλλογική μνήμη είναι πολύ πιο ασφαλής και πιο ισχυρή από οποιονδήποτε ηγέτη”.

Την εξουσία:

“Είναι το χειρότερο, το πιο τρομακτικό εφεύρημα του ανθρώπου. Στην πορεία τής ανθρώπινης ιστορίας, οι μόνοι που έσωσαν την αθωότητα τους ήταν αυτοί που σκοτώθηκαν νωρίς, πριν γίνουν εξουσία”.

Τα βιβλία του

Καλα, εσυ σκοτωθηκες νωρις” (1985)

Στο πρώτο βιβλίο του, μετέτρεψε την οδυνηρή πολιτική του εμπειρία σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τόσο τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του όσο και τους κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και τον δογματισμό τους. Η αμεσότητα του προφορικού του λόγου, που προδίδει μια γνήσια λαϊκή αφήγηση, όπως και η γεμάτη εκπλήξεις πλοκή του, θα επιτρέψουν στον Μίσσιο να υπερβεί το στενό πλαίσιο του αριστερού απομνημονεύματος και να φιλοτεχνήσει μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία με έντονα πολιτικό λόγο.

Αποσπασμα

[…] Έμενα κάποια φορά σ’ ενός γιατρού. Δεξιός ο άνθρωπος, αλλά δε γούσταρε και τους εθνοσωτήρες. Ήξερε ότι ήμουνα κομμουνιστής, και κάθε βράδυ που έβγαινα για δουλειά, γέμιζε από αισιοδοξία. Ε, κάποτε κανονίστηκε μια γιάφκα, και το βράδυ που θα ’φευγα από το σπίτι του, σαν αποχαιρετιστήριο, κατεβάσαμε κάνα δυο ουίσκι. Δυνατό πράμα, σε φτιάχνει στα σβέλτα. Ήμουνα, που λες, φτιαγμένος και ακοντρολάριστος, που λένε. Την ώρα που έφευγα και με χαιρέταγε, τα μάτια του στάζανε λύπη. Μου λέει, πού θα πας τώρα, ρε Φάνη — εγώ μια ζωή το ίδιο ψευδώνυμο στις παρανομίες. Όπως στεκόμασταν όρθιοι, του λέω, σοβαρά μιλάς, γιατρέ, εμένα λυπάσαι; Ξαφνιάστηκε, μα, μου λέει, φεύγεις έτσι μέσα στη νύχτα, σε κυνηγάνε θεοί και δαίμονες, σκοτώνουν, βασανίζουν, δεν έχεις σπίτι, οικογένεια, δεν έχεις όνομα… Τον κοίταξα. Έπρεπε να τον πληγώσω, δεν είχα άλλο δρόμο. Ήμουνα στριμωγμένος, αν αφηνόμουνα στην παραδοχή της λύπης, ήμουνα χαμένος, γιατί τα αντικειμενικά στοιχεία, όπως τα περιέγραψε ο γιατρός, ήτανε σωστά. Όμως είχα ανάγκη να υπερασπιστώ τη ζωή μου, την ουσία της, απέναντι και στον ίδιο τον εαυτό μου. Σοβαρά, του λέω, γιατρέ, εμένα λυπάσαι; Τα έχασε ελαφρώς. Ήταν πολύ καλός και γλυκός άνθρωπος, αλλά και παλικάρι, για να δεχτεί να κρύψει έναν παράνομο σε μια στιγμή που ούτε η μάνα σου, που λέει ο λόγος, δε σ’ έβαζε μέσα. Όπου το ραδιόφωνο ούρλιαζε ημερήσιες διαταγές, «Πας όστις φιλοξενεί άτομον μη δηλωμένον εις τας Αστυνομικάς Αρχάς, θα παραπέμπεται εις το έκτακτον στροτοδικείον…»

Κοίτα να δεις, του λέω, εγώ κρατάω τη ζωή μου και τη μοίρα μου στα χέρια μου, οι επιλογές είναι δικές μου, όποτε θέλω, περνάω στη δική σου θέση. Αν τώρα κάνω ένα τηλεφώνημα στην ασφάλεια και τους πω ότι παύω να ασχολούμαι με την πολιτική, χωρίς να αποκηρύξω τίποτα και κανέναν, αύριο θα περπατάω και γώ «ελεύθερα» και «ακίνδυνα» όπως εσύ… Εσύ μπορείς να περάσεις στη δική μου θέση; Να τα παρατήσεις όλα, λεφτά, καριέρα, οικογένεια, σπίτια, να δεθείς μ’ ένα όνειρο και να το κυνηγήσεις, ν’ αγαπήσεις με πάθος τους ανθρώπους και την ελευθερία τους, να μπεις στην καρδιά της εποχής σου, και από απλός θεατής να γίνεις δημιουργός της ιστορίας; Και, να σου πω και κάτι ακόμα: είμαστε συνομήλικοι. Αν δεχτούμε ότι αυτό που λέμε ζωή δεν είναι να υπάρχεις σαν το δέντρο, δηλαδή να υπάρχεις μονάχα βιολογικά —δεν ξέρω αν χρησιμοποιώ και σωστά τους όρους, αλλά καταλαβαίνεις τί θέλω να πω— δηλαδή αν τη ζωή μπορούμε να τη μετράμε απλώς με την παραγωγή κάποιων αγαθών και κάποιων υπηρεσιών και με το να καταναλώνουμε κάποια αγαθά και κάποιες υπηρεσίες, τότε πιστεύω πως η ζωή δε θα ’ταν τίποτα άλλο, παρά μια απέραντη πλήξη. Νομίζω πως αυτό που ονομάζουμε ζωή μετριέται μονάχα με τα συναισθήματα που νιώθουμε σαν άνθρωποι, τις συγκινήσεις, τις πίκρες, τις χαρές, τις μικρές ευτυχίες, τις μικρές δυστυχίες, την επιβεβαίωση, τελικά, της ανθρώπινης ουσίας μας. Πόσες φορές στη ζωή σου ένιωσες έντονα συναισθήματα και συγκινήσεις, γιατρέ; Όταν πήρες το πτυχίο σου, όταν ερωτεύτηκες τη γυναίκα σου, όταν έκανες καριέρα, όταν γεννήθηκε η κορούλα σου…

Γύρω απ’ αυτά κλείνει ο κύκλος. Εγώ, τα ίδια χρόνια, έζησα τόσο συμπυκνωμένα συναισθήματα, τόσο έντονα, που εσύ ούτε σε εκατό χρόνια της δικής σου ζωής δεν μπορείς να τα ζήσεις. Πόσες φορές έπαιξα με το θάνατο, όχι για το παιχνίδι, γιατί τότε θα μπορούσα απλώς να κάνω ένα επικίνδυνο νούμερο στο τσίρκο, αλλά συνεπαρμένος από τους μύθους μου, από τα οράματά μου, από την αγάπη μου για τη ζωή, για τον άνθρωπο και τη λευτεριά του. Πόσες φορές τόλμησα, μετρήθηκα με φοβερούς μηχανισμούς, άλλοτε νικώντας, άλλοτε χάνοντας, αλλά πάντα νιώθοντας άνθρωπος και ποτέ αντικείμενο κάποιας μοίρας. Ακόμα, γιατρέ μου, σε σχέση με σένα είμαι πολύ νέος, και να σου πω γιατί; Πράγματα που για σένα θεωρούνται δεδομένα και τα περνάς αδιάφορα, για μένα είναι μικρές και μεγάλες ευτυχίες. Τα θαύματα του κόσμου, που λένε, η όρασή μου με εφήβεια έκπληξη τα ζει και με γεμίζει συναισθήματα. Είμαι βέβαιος πως ένας περίπατος τη νύχτα στους έρημους δρόμους της πόλης, είναι για σένα κάτι πολύ συνηθισμένο, αν όχι βαρετό. Ένας περίπατος στο δάσος, ο θόρυβος της θάλασσας, ένα όμορφο δέντρο, ένα λουλούδι, το κρασί, ο έρωτας…

Η επαφή σου με τα πράγματα είναι τυπική, δεν τα πλουτίζεις, δε σε πλουτίζουν, τα ξεπερνάς, δεν τα ζεις. Για μένα, κάθε πρωινό είναι μια έκπληξη, κάθε δειλινό μια νοσταλγία, κάθε νύχτα ένα μεγάλο μυστήριο, ένα ποτήρι κρασί, ένα φιλί. Αλήθεια, ποιες είναι οι επιθυμίες σου, γιατρέ; Είσαι «πετυχημένος», ό,τι επιθυμείς το έχεις, είσαι κορεσμένος, άρα γέρος, γιατί ταυτόχρονα δεν μπορείς να τα ξεφορτωθείς όλ’ αυτά. Είσαι ταξινομημένος, δεν μπορείς να πετάξεις, να μπεις στον δρόμο των συναισθημάτων, της φαντασίας, του ονείρου, της επιθυμίας, μιας νέας επαφής σου με τα πράγματα και τους ανθρώπους. Κοίτα, ψάξε λίγο, ο δρόμος σου είναι ο δρόμος που μετατρέπει τον άνθρωπο σε αντικείμενο με βιολογικές ανάγκες… Μη με λυπάσαι, σε παρακαλώ, εγώ θα είμαι πάντα με τις μειοψηφίες, έκθετος πάντα, ποτέ ένθετος. Δε θύμωσε, δεν μου είπε ότι λέω μαλακίες. Μ’ αγκάλιασε, μου είπε πως είμαστε περίεργοι άνθρωποι αλλά ωραίοι. Με φίλησε, μου έβαλε και δέκα χιλιάρικα στην τσέπη -μεγάλο ποσό για εκείνη την εποχή- και έφυγα. Το ξέρω πως είπα μεγάλα λόγια γιατί, παρ’ όλα αυτά, είμαι ένθετος, τοποθετημένος και ταξινομημένος σε άλλους μηχανισμούς, σε μιαν άλλη λογική, σε μιαν άλλη τάξη πραγμάτων. […]

[πηγή: Χρόνης Μίσσιος, …καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, Γράμματα, Αθήνα 1985, σ. 153-155]

Στα επόμενα βιβλία του ο Μίσσιος θα διατηρήσει τη θερμότητα των αισθημάτων του, μεταδίδοντας το ανθρωπιστικό του μήνυμα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο χωρίς καμία ιδεολογική διόπτρα.

«Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε» (1988)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

“…Έτσι, μ’ αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ανάγκες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν’ απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατέβουμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας…

Όλα, όλα, Σαλονικιέ, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δεν θα έρθει ποτέ… Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για εμάς…

Όμως το αφήσαμε για αύριο… Για να πάμε πού; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και ‘μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας…”

«Τα κεραμίδια στάζουν» (1991)

αποσπασμα

Τα κόμματα μας τελείωσαν, Μιχάλη. Χωρίστηκαν κι αυτά
σε κεφάλι και κορμί, σε αρχηγούς και οπαδούς.
Μόνο όσοι γουστάρουν να ασκούν εξουσία και να εξουσιάζονται,
όσοι νοιώθουν μοναξιά και ανασφάλεια, ανήκουν πλέον στα κόμματα,
από κοινωνικές εκφράσεις έγιναν κοινωνικά εκτοπλάσματα.
Δεν διακονούν την κοινωνία, δεν την απελευθερώνουν, επιβλήθηκαν
στην κοινωνία και την δολοφονούν. 

Είναι πολύ εύκολο, ξέρεις, και αφάνταστατα ανακουφιστικό, να εκχωρείσαι, να
απαλλάσσεσαι από πάσαν ατομικήν ευθύνην.
Κι εδώ που τα λέμε, τα αδιέξοδα όπου μας οδήγησαν – και
που με κομπασμό τα ονομάζουν «πολιτισμό» – οι επιλογές του ανθρώπου,
εξαντλούνται ανάμεσα στον αφηρημένο λόγο του αρχηγού, που
καλύπτει όλη την τραγικότητα και την κτηνωδία της πραγματικότητας,
στη λατρεία των συμβόλων, στο ανάκλιντρο του ψυχαναλυτή και στο
ζουρλομανδύα… 

Η απόλυτη ταύτιση της εξουσίας -σκοπών, μέσων και μεθόδων –
με μοναδικό σκοπό πως θα κατακτήσουν μεγαλύτερο κομμάτι εξουσίας και
περισσότερους οπαδούς, πως θα βάλουν τις «μάζες» να δουλέψουν
καλύτερα, κατατρώγωντας τα σωθικά τους και δολοφονώντας τη μήτρα που
της γέννησε, είναι η κοινή τους συνισταμένη… 

Το όνειρο εκατομμυρίων ανθρώπων που βίωσαν την πιο βάρβαρη εξουσία
των πιο υψηλών ιδανικών: ένα μπουκάλι κόκα κόλα…
Γεμίσαμε από λέξεις που δεν κοστίζουνε τίποτα πια, μαρμαρωμένες στο
παρελθόν από την κακιά μάγισσα της εξουσίας.
Ποιος θα τις λευτερώσει; ποιος θα τις αναστήσει; ποιός θα
τις καθαρίσει από τον τρόμο, την οδύνη και την απάτη;…
Γεμίσαμε από «επαναστάτες» – είναι της μόδας, βλέπεις, δεν κοστίζει τίποτα.
Μα όταν μια ζωή η μόνη σου έγνοια είναι πως
θα λαδώνεις την προπέλα που σου βάλανε στον κώλο το
σύστημα και οι αρχηγοί, είσαι ένα πια…

Ποιος θα πληρώσει την πίκρα των κομμουνιστών, που
μπροστά στον τάφο, δεν έχουν ένα τοπίο να ακουμπήσουν την
τρυφερότητά τους;… Μερικοί βολεύτηκαν: «Δεν φταίνε οι ιδέες, μα οι συνθήκες».
Μάλιστα. Εν ονόματι του μαρξισμού και του «επιστημονικού σοσιαλισμού».
Καημένε Προυντόν, καημένε Όουεν, καημένε Μπακούνιν και όλοι εσείς που
δεν σας επιτρέψαμε να φέρετε στην επανάσταση το άρωμα της
ευαισθησίας, της φαντασίας και του παραλόγου…
Όχι, δεν ανήκω πουθενά, ούτε ψηφίζω πια.
Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν, δε θέλω να
είμαι αρεστός σε κανέναν, μιας και δε θέλω να πείσω κανέναν,
δε θέλω να σώσω κανέναν, δε θέλω καμία νίκη.
Είμαι ευτυχής. Δεν έχω καμία πρόταση, δε φοβάμαι καμία απόρριψη,
παρά μόνον εκείνη στα μάτια των γυναικών…
Μπα, μη θαρρείς πως είμαι λεύτερος. Άλλωστε, ούτε ξέρω πια
τι θα πεί η λέξη που στ’ όνομά της θυσιάστηκαν
τα υψηλότερα συναισθήματα, αλλά που κάθε αγώνας για την
κατάκτησή της παγίωνε την αναίρεσή της, εμπεδώνοντας, όλο και πιο
αποτελεσματικά, όλο και πιο πλατιά, την εξουσία μέσα στην κοινωνία.
Θαρρώ πως δεν μπορούμε να μιλάμε πια για ελευθερία,
αλλά για μια απελευθέρωση… Ναί… πρέπει να αποκαταστήσουμε τη
ζωή μέσα μας.
Χωρίς μια βαθιά επανάσταση του είναι μας, αν δεν
ξεράσουμε όλη τη φιλοσοφική και ιδεολογική σαβούρα που
μας τάϊσε ο «πολιτισμός», δεν πρόκειται να πετάξουμε προς πουθενά…
Μην περιμένεις, σου είπα, δεν έχω καμία πρόταση, ούτε γλώσσα
να σου μιλήσω.
Ένα νεκροταφείο ο λόγος, οι λέξεις με προδίδουν, με παραπέμπουν
ξανά στο παρελθόν, στις λογικές κατασκευές του οράματος.
Αλλά εμείς ποτέ δεν υπήρξαμε «λογικοί», ποτέ δεν ήμασταν ωφελιμιστές.
Γιατί, τότε, τι σκατά ζητάγαμε στα μπουντρούμια, στα βασανιστίρια και
στα εκτελεστικά αποσπάσματα, χωρίς να πιστεύουμε στο ουρί του παραδείσου;
Εμείς, οι υπερασπιστές της ευτυχίας και λάτρεις της ζωής και της
ελευθερίας;
Γιατί δεν κάναμε και μείς τον κοριό, ώσπου να ‘ρθει
η μέρα να μας θάψουνε να ησυχάσουμε;…

Όχι! Εμείς που φτάσαμε ως τα έσχατα, πρέπει να ζορίσουμε
το μυαλό και το κορμί μας να φτάσει ως την
ύψιστη τρέλα της απόλυτης άρνησης, και μέσα από τη φωτιά
της εσωτερικής μας αντίστασης να αναστήσουμε την αισθαντικότητά μας.
το νόημα και τον αισθησιασμό της ζωής μας…
Μπορούμε να το κάνουμε;
Να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες της ζωής μας;
Ιδού το μέγα φιλοσοφικό ερώτημα της εποχής μας… Χιλιάδες εξεγέρσεις,
επαναστάσεις, πολέμοι, πραξικοπήματα, μεταρρυθμίσεις, τεχνολογικές επαναστάσεις,
και η ζωή μας κατάντησε μια τραγική περιπέτεια μέσα στην κρεατομηχανή
της εξουσίας. Απολέσαμε το «υπαρξιακό μας πρόβλημα», που θα μας βοηθούσε να επαναστατήσουμε ή να τρελαθούμε.
Το αίτημα της ατομικής μας ολοκλήρωσης, της εμπραγμάτωσης,
της αισθησιακής και συναισθηματικής μας αρμονίας, γίνεται όλο και πιο
ανέφικτο, όλο και πιο συρρικνωμένο…
Δεν είναι πια δυνατόν να συνεννοηθούμε με ιδεολογίες, αλλά μέσα από
την ατομική συμπεριφορά και πράξη, τη συλλογική μας συν-κοινωνία,
τη συνεργασία, τη συλλογική μας συν-αρμονία, την ατομική μας
συν-διαφορετικότητα.
Ο λόγος, εσωτερικά φαγωμένος, όπως και η ζωή μας, δεν
είναι πια ικανός για συν-κοινωνία.
Οι λέξεις χωρίς μνήμη και ευθύνη, σέρνονται στην καθημερινότητα, κουρέλια
χωρίς σώμα, που τα παίρνει ο άνεμος, όπως τις ξεσκισμένες
αφίσες των κομμάτων και των σωματείων… Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε
διαφορετικά, παρά μόνο μέσα από την αγάπη, την τρυφερότητα
του χαδιού, το ερωτικό μας βλέμμα.
Από την επαφή μας με την γη, με τη φύση,
θα ξαναγεννηθεί ο καινούριος λόγος της ατομικής ευθύνης και μνήμης.

– Άρα έχεις πρόταση…

-Όχι, μα θαρρώ πως μια μέρα θα ξανανταμώσουμε και με
τον εαυτό μας, και με τον διπλανό μας, και με τον κόσμο…
Σκέφτομαι πως η κινητήρια δύναμη της ζωής είναι η αναζήτηση
της χαράς, της ηδονής, της απόλαυσης.
Αυτό το βλέπεις με την πρώτη ματιά γύρω στη φύση,
αν τα μάτια σου είναι ακόμα κατοικημένα από τις αισθήσεις.
Ζωή, ηδονή, χαρά θάνατος, είναι μια αδιατάρακτη ταυτότητα,
κι αυτό είναι ένας σημαντικός λόγος αισιοδοξίας…
Το λάθος των επαναστατικών κινημάτων ήταν πως αναζήτησαν τις νέες
πολιτισμικές αξίες σ’ έναν πυρήνα δυστυχίας.
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις, μα θέλω να πώ πως,
αντί να κηρύξουμε την απόλαυση της ζωής, κηρύξαμε την ισότητα
στα καταναλωτικά αγαθά.
Αντί την απελευθερώση από την πολυπλόκαμη εξουσία, την
ελευθερία του συνέρχεσθαι…
Έτσι, από επαναστατικοί καταλύτες γίναμε απόστολοι – εξουσία του κερατά.
Η αναζήτηση αυτής της «ευτυχίας» μας οδήγησε στην ίδια αντίληψη
για τη ζωή, στον ίδιο τρόπο σκέψης και τρόπο ζωής,
με τον καπιταλισμό, που θέλαμε να ανατρέψουμε.
Ήταν φυσικό λοιπόν, ύστερα από μια δραματική και τραγική περιπλάνηση,
να ξανανταμώσουμε με τον καπιταλισμό, και μάλιστα ως υπανάπτυκτοι ή
ξεπεσμένοι πρίγκηπες, αλλά με εκατομμύρια νεκρούς Δον Κιχώτες που, ποιός
ξέρει, ίσως τούτη τη στιγμή τα θαμμένα κοντάρια τους πετάνε
τα πρώτα βλαστάρια τους μέσα στη γη…
Αλλιώς… δες τα, αν αφαιρέσεις τις λέξεις και τα συνθήματα,
όλα τα άλλα είναι απελπιστικά όμοια…
Μα τι περιμένεις, σαν ο Μάρξ, που ήθελε να λευτερώσει
τον κόσμο, δεν μπόρεσε να λευτερώσει τον εαυτό του…
Το ξέρεις δα πως ήταν «μοίχος», γαμούσε κρυφά την υπηρέτριά του,
δηλαδή και ααφεντικό με δούλα και υπόδουλος στην παντρειά…
Μα πώς αλλιώς, αφού στην φιλοσοφική του ανάλυση «ξέχασε» το
«συνουσιάζομαι άρα υπάρχω» και το αντικατέστησε με την μαλακία του
Καρτέσιου: «σκέφτομαι άρα υπάρχω…»
Κι αφού μόνο εμείς «σκεφτόμασταν», εμείς υπήρχαμε, κι όσο σκεφτόμασταν,
τόσο χάναμε την επαφή μας με τη ζωή…»

«Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι» (1996)

αποσπασμα

«[…] όταν είσαι ερωτευμένος, είναι τέτοια η ταραχή του κορμιού και του νου, που πολλές φορές επιστρατεύεις και τη λογική ακόμα για να δικαιολογήσεις τα συναισθήματα εξουσίας που νιώθεις. Πότε με την έγνοια, πότε με το πρέπει και δεν πρέπει. Έτσι, σιγά σιγά κλείνουν οι πόρτες της περιπέτειας και το ζευγάρι χτίζεται, σαν τους Φαραώ, μέσα σε μεγαλοπρεπείς τάφους, φασκιωμένο με πράγματα εντελώς άσχετα με τη ζωή. Χάνουν το κρυφό νόημα των πραγμάτων. Οι αισθήσεις, αντί γι’ ανοιχτό παράθυρο της ψυχής, συλλέκτες συναισθημάτων που ταξιδεύουν στο τοπίο, γίνονται καθρέφτης που αναπαράγει το χτες σαν φωτογραφία της στιγμής».

«Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001)

αποσπασμα

“Ο άνθρωπος αντί να δει τα όρια της ελευθερίας του στον παράδεισο, τα όρισε στη διεστραμμένη λογική του. Στη σκιά κάθε συναισθήματος καιροφυλακτεί ένας ανταγωνισμός, μια απαγόρευση. Πόσος φτωχοί και ανόητοι είναι εκείνοι που συνδέουν τη μοναξιά με την απουσία του ανθρώπινου πλήθους…” 

8-3 ΙΣΟΝ 11 (2012)

Το τελευταίο του βιβλίο, 8-3 ίσον 11 είναι ένας απολογισμός αγωνιστικής ζωής.

Πηγές

Χρόνης Μίσσιος: Ένας ωραίος αντιεξουσιαστής – “Η ζωή είναι δώρο με ημερομηνία λήξης”

Χρόνης Μίσσιος

Χρόνης Μίσσιος

Το μυστήριο πίσω από τους Αρλεκίνους του Πάμπλο Πικάσο

Τον Οκτώβριο του 1900 ο Πάμπλο Πικάσο επισκέπτεται για πρώτη φορά το Παρίσι, μαζί με τον φίλο του, Κάρλος Κασαχέμας αλλά αναγκάζεται μετά από δύο μήνες να γυρίσει στη Βαρκελώνη για να φέρει στο σπίτι του τον Κασαχέμας, ο οποίος περνούσε μια σοβαρή ψυχολογική κρίση. Στις 17 Φεβρουαρίου 1901 ο Κασαχέμας θα αυτοκτονήσει στο Παρίσι για συναισθηματικούς λόγους, αυτοκτονία για την οποία ο ζωγράφος αισθάνεται εν μέρει υπεύθυνος.

Π. Πικάσο, Οι Δύο Σαλτιμπάγκοι (Ο Αρλεκίνος και η παρέα του), 1901, Μουσείο Καλών Τεχνών Πούσκιν, Μόσχα.

Η «γαλάζια περίοδος» (1901-1904) πηγάζει απευθείας από το θάνατο του Κασαχέμας η σκέψη του οποίου -όπως θα πει ο Πικάσο- τον «ώθησε να ξεκινήσει να ζωγραφίζει γαλάζια». Σ΄αυτήν την περίοδο συναντάμε για πρώτη φορά τον χαρακτηριστικό τύπο του Αρλεκίνου, του υπηρέτη που προέρχεται από την ιταλική Commedia dell’ Arte.

Π. Πικάσο, Αρλεκίνος καθισμένος, 1901, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη.

Το 1904 ο Πικάσο εγκαθίσταται μόνιμα στο Παρίσι και αρχίζει η «ροζ περίοδος» (1904-1906), στην οποία τα θέματα που κυριαρχούν είναι οι φιγούρες των σαλτιμπάγκων και των αρλεκίνων. Η γοητεία που ασκεί η Commedia dell’ Arte στους γάλλους διαννοούμενους μπολιάζει τον καλλιτέχνη.

Π. Πικάσο, Στο Λαπέν Αζίλ (Αρλεκίνος με ποτήρι), 1905, Ιδιωτική Συλλογή, Νέα Υόρκη.

Η διπλή και αινιγματική μορφή του αρλεκίνου, που είναι μισός δημιουργική θεότητα και μισός καταστρεπτικός δαίμονας, άσκησε ανεξάντλητη γοητεία στον Πικάσο  και τη συναντάμε σε πολλά έργα του, διαφόρων τεχνοτροπιών. Ο Αρλεκίνος κατάγεται από τη διαβολική μορφή του Χελεκάιν, ενός μεσαιωνικού δαίμονα, επικεφαλής των νεκρών στα δάση της βόρειας Ευρώπης. Είναι ο ήρωας της μετάβασης, το σκοτεινό πνεύμα που φυλάει άγρυπνο τις πύλες των δύο βασιλείων, των ζωντανών και των νεκρών, της γης και του Άδη, αυτός που εμποδίζει τους νεκρούς να πάρουν τους ζωντανούς στον Κάτω Κόσμο. Ο Αρλεκίνος, όπως ο αρχαίος Ερμής, είναι ο αναιδής ανατροπέας του κατεστημένου.

Π. Πικάσο, Αρλεκίνος σε κόκκινο φόντο, 1905, Συλλογή Berggruen.

Σε πολλούς πίνακες ο ίδιος ο Πικάσο ταυτίζεται με τον αρλεκίνο. Το alter ego του  είναι  ένας μυστηριακός χαρακτήρας με κλασικές ρίζες, ο οποίος συνδέεται με το θεό Ερμή,  την αλχημεία και  τον κάτω κόσμο. Ο αρλεκίνος μπορεί να γίνεται αόρατος και να ταξιδεύει σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου παίρνοντας οποιαδήποτε μορφή. Πρόκειται για ικανότητες που του έδωσε ο Ερμής. Ο Γκιγιόμ Απολινέρ, ο συμβολιστής ποιητής με τον οποίο ο ζωγράφος μοιραζόταν το ενδιαφέρον του για τους σαλτιμπάγκους και τους αρλεκίνους, ήταν αυτός που ταύτισε τον Πικάσο με τον αρλεκίνο, αποκαλώντας τον καλλιτέχνη «τρισμέγιστο». Την περίοδο της Αναγέννησης, με αυτόν τον χαρακτηρισμό εγκωμιαζόταν ο Ερμής, ο  μυθικός εμπνευστής της «Ερμητικής Γραμματείας», ένας από τους προγόνους του αρλεκίνου.

Π. Πικάσο, Κεφάλι Αρλεκίνου, 1905, Ιδιωτική Συλλογή.

Ο ζωγράφος είχε τη συνήθεια να ντύνεται με μια ριγέ μπλούζα, μεταφορά στη σύγχρονη πραγματικότητα του καρό ενδύματος του αρλεκίνου. Η αγάπη του Πάμπλο Πικάσο στον μικροαπατεώνα υπηρέτη του ιταλικού θεάτρου δρόμου μας χάρισε μια σειρά από υπέροχους αλλά και δημοφιλείς πίνακες του μεγάλου ζωγράφου.


Π. Πικάσο, Οικογένεια Σαλτιμπάγκων, 1905, Εθνική Πινακοθήκη, Ουάσιγκτον.


Σε συνέντευξή του ο ίδιος ο ζωγράφος δηλώνει για τους Αρλεκίνους του:

“Δεν είμαι παρά ένας κοινός σαλτιμπάγκος, που κατάλαβε το πνεύμα των καιρών του και εξήντλησε όσο καλύτερα μπορούσε τη βλακεία, τη ματαιοδοξία, τη φιλοχρηματία των συγχρόνων του …”

Π. Πικάσο, Αρλεκίνος, 1915, Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Ν. Υόρκη
Π. Πικάσσο, Αρλεκίνος, 1917, Mουσείο Πικάσο, Βαρκελώνη.
Π. Πικάσο, Αρλεκίνος, 1918, Μουσείο Πικάσο, Παρίσι.
Π. Πικάσο, Αρλεκίνος με Καθρέφτη, 1923, Ίδρυμα Τίσεν-Μπορνεμίτσα, Μαδρίτη.
Π. Πικάσο, Αρλεκίνος μουσικός,1924, Εθνική Πινακοθήκη, Ουάσιγκτον.

Πηγές

Οι Αρλεκίνοι του Πάμπλο Πικάσο

5 καλλιτέχνες που αναγνωρίστηκαν μετά θάνατον

Οι άνθρωποι δημιουργούν τέχνη από την αρχή της ανθρωπότητας ως σήμερα. Κάποιοι έμειναν στην ιστορία για το έργο τους αλλά και έχαιραν αναγνώρισης όσο ήταν ακόμα εν ζωή. Αυτοί κατόρθωσαν να επωφεληθούν σημαντικά και οικονομικά από το πάθος τους, ενώ άλλοι έζησαν φτωχικά αφιερωμένοι με κάθε κόστος στην τέχνη τους. Σίγουρα το έργο που παρήχθη από όλους είναι μοναδικό. Ωστόσο, παραμένει άξια θαυμασμού η αυταπάρνηση ορισμένων και ο διαρκής αγώνας να εκφραστούν σε εποχές που πιθανόν το έργο τους να μην ήταν καλοδεχούμενο διότι ήταν πολύ πρωτοποριακό ή απλώς διαφορετικό από το σύνηθες και εξ’ ου μη αποδεκτό. Συγκεντρώσαμε μια ενδεικτική λίστα με πέντε από αυτούς που θα δείτε πως σήμερα το έργο όλων, ανεξαιρέτως , αποτελεί πηγή έμπνευσης και αισθητική απόλαυση αλλά και αντικείμενο εμπορίας.

1. Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Κατά κύριο λόγο αυτοδίδακτος, ο Vincent van Gogh δημιούργησε πάνω από 900 έργα ζωγραφικής και 1.100 έργα σε χαρτί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας που εργάστηκε ως καλλιτέχνης. Ένας από τους πιο επιδραστικούς καλλιτέχνες της σύγχρονης εποχής, δεν είχε όρεξη για τάξεις και μαθήματα. Διδάχθηκε από τη μητέρα του, αφού οι προσπάθειές της να του παρέχει εκπαίδευση εκτός σπιτιού, ναυάγησαν. Στα 16 του εργαζόταν ως βοηθός εμπόρου τέχνης. Προσπάθησε να γίνει πάστορας, αλλά απέτυχε στις εξετάσεις. Στη συνέχεια φοίτησε για ένα εξάμηνο σε μια ιεραποστολική σχολή και παρόλο που δεν συνέχισε, εργάστηκε ως ιεραπόστολος το 1879. Εκείνη την εποχή ο αδελφός του, Theo, είδε μερικά από τα σκίτσα του και τον παρότρυνε να ασχοληθεί με την τέχνη. Ο Van Gogh έκανε ένα πολύ σύντομο πέρασμα από την Académie Royale des Beaux-Arts των Βρυξελλών το 1880. Για το υπόλοιπο της σύντομης ζωής του, επικεντρώθηκε στη ζωγραφική και ανέπτυξε ένα έντονα προσωπικό στυλ που τροφοδότησε το μεγάλο του μεγάλο έργο. Η συναισθηματική αναταραχή του καθρεφτίζονται στους στροβιλισμούς που κάνει το πινέλο του στον καμβά, και το στυλ του σφυρηλατείται μέσω της διαρκούς εξάσκησης αλλά και της ευτυχίας και της δυστυχίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Έζησε φτωχικά βασισμένος στο εισόδημα του αδελφού του και οι πίνακές του δεν συνάντησαν παρά χρόνια αργότερα την αναγνωρισιμότητα που τους άξιζε.

2. Κλωντ Μονέ

Ίσως ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος του κινήματος του ιμπρεσιονισμού. Τα έργα του, τα οποία συχνά απεικονίζουν τοπία με θέματα εμπνευσμένα από τη φύση, δίνουν συχνά περισσότερη βαρύτητα στην εντύπωση που δημιουργούν τα χρώματα παρά στην ακριβή απόδοση των μορφών. Μάλιστα, ο όρος “Ιμπρεσιονισμός”, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον κριτικό τέχνης Λουίς Λιρόι φέρεται να προήλθε από πίνακα του Μονέ, με τον οποίο συμμετείχε το 1874 στην πρώτη έκθεση της ομάδας των Ιμπρεσιονιστών στο Παρίσι, με τίτλο “Impression, soleil levant”. Αν και ο εν λόγω πίνακας χαίρει σήμερα ιδιαίτερης εκτίμησης και θεωρείται ένα από τα αντιπροσωπευτικά δείγματα του κινήματος του “Ιμπρεσιονισμού”, ο Μονέ, εκείνη την περιόδο, δεν ήταν παρά δέκτης κακών κριτικών, τόσο από το κοινό, όσο και από τους κριτικούς, οι οποίοι θεωρούσαν τα έργα του άμορφα, ημιτελή και άσχημα. Μάλιστα, τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του έζησαν σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, ενώ τα έργα του άρχισαν κάπως να κινούνται εμπορικά μόλις γύρω στο 1880.


3. Γιοχάνες ή Γιαν Βερμέερ


Το πλέον γνωστό έργο του είναι το “Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι” (περ. 1665). Κατά το μεγαλύτερο ποσοστό οι πίνακές του προσαρμόζονται στην κυρίαρχη τάση της ολλανδικής ηθογραφικής ζωγραφικής, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να καταδικάζονται η αμαρτία και τα ανθρώπινα πάθη, με απώτερο στόχο τη διαπαιδαγώγηση και την ανάδειξη της «ενάρετης» ζωής. Για τα δεδομένα της εποχής του ολοκλήρωσε πολύ μικρό αριθμό έργων, περίπου πενήντα από τα οποία τριάντα πέντε έχουν διασωθεί. Ωστόσο, ακόμα και αυτός ο μικρός αριθμός έργων δεν κατάφερε να συγκεντρώσει το ενδιαφέρον της αριστοκρατικής κοινωνικής τάξης την εποχή εκείνη, κυρίως λόγω της τεχνοτροπίας του Βερμέερ, η οποία συγκινούσε περισσότερο την αγροτική μεσαία τάξη. Το 1675 ο Βερνέρ δανείστηκε χρήματα στο Αμστερνταμ, χρησιμοποιώντας την πεθερά του ως εγγυητή. Λίγο αργότερα, απεβίωσε αφήνοντας σημαντικά χρέη στην οικογένειά του.


4. Πωλ Σεζάν


Αν και θεωρείται από πολλούς ο πατέρας της μοντέρνας τέχνης, τα έργα του δεν έτυχαν αναγνώρισης στις εκθέσεις της Γαλλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών. Μάλιστα, όλα τα έργα του με τα οποία επιχείρησε να συμμετάσχει στις εκθέσεις αυτές από το 1864 έως και το 1869 δεν έγιναν δεκτά! Απομονωμένος, έζησε μακριά από το καλλιτεχνικό κέντρο του Παρισιού στην Προβηγκία της νότιας Γαλλίας με τα έργα του να επικεντρώνονται σε μία περιορισμένη θεματολογία νεκρής φύσης, τοπίων και προσωπογραφιών. Η μεγαλύτερη συνεισφορά του στον ιμπρεσιονισμό θεωρείται η πρόσθεση καθαρών γεωμετρικών στοιχείων που αργότερα επηρέασαν το κίνημα του κυβισμού. Έτσι, δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παρά ειρωνεία της τύχης η συμμετοχή του το 1907 στη φθινοπωρινή έκθεση της Ακαδημίας Καλών Τεχνών, λίγους μόνο μήνες μετά το θάνατό του.


5. O Ανρί ντε Τουλούζ-Λωτρέκ


Ιδιαίτερα γνωστός για τις αφίσες που επιμελήθηκε για το καμπαρέ Μουλέν Ρουζ, ο Λωτρέκ ήταν στενός φίλος του Βαν Γκογκ (τον οποίο μάλιστα ζωγράφισε) αλλά και του Σεζάν, χωρίς ωστόσο να επιτύχει μεγαλύτερη εν ζωή αναγνώριση. Αν και γόνος ιστορικής και αριστοκρατικής οικογένειας, πέθανε πάμπτωχος στη Μονμάρτρη, αλκοολικός και έχοντας προσβληθεί από σύφιλη, σε ηλικία μόλις 37 ετών. Καθ’όλη του τη ζωή υπέφερε από αναπηρίες και χρόνια προβλήματα υγείας, ενώ έπασχε και από πυκνοδυσόστωση, νόσο που χαρακτηρίζεται από καθυστερημένη σύγκλειση των κρανιακών ραφών, κοντό ανάστημα και σκελετικές ανωμαλίες, η οποία τελικά πήρε το όνομα του και έμεινε γνωστή ως σύνδρομο “Λωτρέκ”.

Πηγή: www.doctv.gr
https://www.clickatlife.gr/culture/story/38768

Ο πρίγκιπας της ελληνικής Ροκ, Παύλος Σιδηρόπουλος

Κοντεύουν 30 χρόνια από το θάνατο του αγαπημένου καλλιτέχνη Παύλου Σιδηρόπουλου, κι εμείς ετοιμάσαμε ένα μικρό αφιέρωμαστον «Πρίγκηπα της ελληνικής Ροκ».

Γεννήθηκε στην Αθήνααπό ευκατάστατη οικογένεια, ωστόσο μέχρι τα έξι έτη του διέμενε στη Θεσσαλονίκη. Θεία του ήταν η γνωστή λογοτέχνις Έλλη Αλεξίου.

Υπήρξε καλός μαθητής και ξεκίνησε τις σπουδές του ως Μαθηματικός στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, τις οποίες δεν ολοκλήρωσε, καθώς την περίοδο της χούντας κατέβηκε στην Αθήνα. Στο μεταξύ, ήδη από τα εφηβικά του χρόνια, είχε έρθει σε επαφή με τη ροκ μουσική.

Έχοντας ήδη συνεργαστεί μουσικά, ως φοιτητής, με το Βαγγέλη Γερμανό, το 1969 γνώρισε τον Παντελή Δεληγιαννίδη και μαζί κατέβηκαν στην Αθήνα, συγκροτώντας το σχήμα «Δάμων και Φιντίας». Οι πρώτες δισκογραφικές δουλειές του Σιδηρόπουλου έγιναν στα πλαίσια του σχήματος αυτού, στη δισκογραφική εταιρεία «Λύρα».

Λίγο πριν το τέλος της Δικτατορίας, ο Σιδηρόπουλος μαζί με τον Δεληγιαννίδη έγινε μέλος του σχήματος «Τα Μπουρμπούλια». Πραγματοποίησαν ζωντανές εμφανίσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και έβγαλαν ένα δίσκο , ωστόσο στις αρχές του ‘74, το συγκρότημα διαλύθηκε, μην έχοντας ευκαιρία κυκλοφορίας δίσκου μεγάλης διαρκείας, ούτε επαρκείς πόρους από τις εμφανίσεις τους.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο καλλιτέχνης συνεργάστηκε με μια από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού πολιτικού τραγουδιού, το Γιάννη Μαρκόπουλο. Συνεργάστηκαν δυο φορές, με διαφορα είκοσι ετών, παράγοντας σημαντικό καλλιτεχνικό έργο. Ωστόσο ο Σιδηρόπουλος θεωρούσε την πρώτη περίοδο συνεργασίας τους νεκρή καλλιτεχνική περίοδο για τον ίδιο.

Καθώς η δεκαετία του ‘70 προχωράει, ο Σιδηρόπουλος πραγματοποιεί σποραδικές ηχογραφήσεις και ψάχνει σχήμα για να ηχογραφήσει τις συνθέσεις του. Ο φίλος και συνεργάτης του, Δημήτρης Πουλικάκος, του προτείνει το συγκρότημα Σπυριδουλα. Έτσι, το 1978 ξεκινούν επίσημα τις πρόβες για την ηχογράφηση τους δίσκου «Φλου». Συμμετείχαν επίσης, έμπειροι μουσικοί, τους οποίους γνώριζε ήδη ο Σιδηρόπουλος και οι ηχογραφήσεις έγιναν στα στούντιο της Columbia. Oι πρόβες δεν κυλούσαν ομαλά, καθώς υπήρχαν ζητήματα συνεννόησης, πιθανώς εξαιτίας και του προβλήματος εθισμού του Σιδηρόπουλου (ήταν εθισμένος στην ηρωίνη) και ο δίσκος, που εξελίχθηκε στο σημαντικότερο ίσως άλμπουμ της ελληνικής Ροκ, κυκλοφόρησε με καθυστέρηση το Μάιο του ‘79. Η καταξίωση του δίσκου δεν ήρθε αμέσως, παρόλο που η δουλειά αντιμετωπίστηκε θετικά, αλλά σε βάθος χρόνου, με διαρκείς επανεκδόσεις και διακρίσεις. Αρχικά τα αντίτυπα που πωλήθηκαν ήταν πολύ λίγα (5.000)

Την ίδια περίοδο, ο καλλιτέχνης πραγματοποίησε ορισμένες κινηματογραφικές εμφανίσεις, κοντά στο σκηνοθέτη Ανδρέα Θωμόπουλο. Η πορεία του στην υποκριτική θα συμπεριλάβει, λίγα χρόνια αργότερα και μια τηλεοπτική εμφάνιση, στη σειρα του Κώστα Φέρρη «Οικογένεια Ζαρντή», που προβλήθηκε στην ΕΡΤ-1.

Αναζητώντας νέο συγκρότημα, ο Σιδηρόπουλος θα σχηματίσει την Εταιρία Καλλιτεχνών, ένα σχήμα που διατηρήθηκε με αλλαγές μέχρι το 1980, ωστόσο δεν κυκλοφόρησε δίσκο. Κατόπιν και ως το τέλος της ζωής του, ο μουσικός θα παίζει με τους Απροσάρμοστους, κάνοντας μεγάλη επιτυχία. Παράλληλα θα συνεργαστεί για δεύτερη φορά με το Γιάννη Μαρκόπουλο στο δίσκο «Ηλεκτρικός Θησεας», δίνοντας για δεύτερη δορά μαζί του συναυλία στο Ηρώδειο.

Τελευταία προσωπική δισκογραφική δουλειά του ήταν ο δίσκος «Χωρίς μακιγιάζ», μια ζωντανή ηχογράφηση στο συναυλιακό χώρο του Μετρό. Έχοντας μια διαρκώς επιβαρυνόμενη υγεία -το αριστερό του χέρι άρχιζε να παραλύει το καλοκαίρι του ‘90- , ο Παύλος Σιδηρόπουλος κατέληξε στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, έπειτα από υπερβολική δόση ηρωίνης. Το δημοσιευμένο μουσικό του έργο εμπλουτίστηκε μετά το θάνατο του, από ανέκδοτες ηχογραφήσεις, εκτελέσεις συνθέσεων του από άλλους καλλιτέχνες και έργα που δεν πρόλαβε να κυκλοφορήσει ο ίδιος εν ζωή.

ΠΗΓΕΣ:

https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CE%B9%CE%B4%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82

https://www.sansimera.gr/biographies/26

https://www.alfavita.gr/koinonia/306219_paylos-sidiropoylos-o-prigkipas-tis-ellinikis-rok-skinis

Πρέπει να πεθάνεις μερικές φορές πριν μπορέσεις πραγματικά να ζήσεις, Τσαρλς Μπουκόφσκι

Η ζωή είναι περίεργη καθώς την ζεις μονάχα μία φορά και την πληρώνεις δέκα.

Έχεις μονάχα μία ευκαιρία για να βρεις την ιδανική συνταγή, μα αν την πετύχεις μία φορά σου είναι αρκετή.

Για να μπορείς λοιπόν να πεις πως έφτασες στο τέρμα, πως είδες όσα ήθελες και έχεις πια χορτάσει..

Πρέπει τουλάχιστον μία φορά να καεί η γλώσσα και η καρδιά σου.

Πρέπει να γρατζουνιστούν τα γόνατα μα και τα σχέδιά σου.

Πρέπει να αποτύχεις για να επιτύχεις, γιατί όσοι δεν απέτυχαν είναι όσοι ποτέ δε ρίσκαραν.

Πρέπει να γευτείς λεμόνι και αλάτι για να σε γλυκάνει μία σοκολάτα γάλακτος.

Πρέπει να γνωρίσεις τους λάθος ανθρώπους για να εκτιμήσεις την αξία της συντροφιάς όταν βρεις επιτέλους τους σωστούς.

Πρέπει να χάσεις το πτυχίο γαλλικών, την θέση στη σχολή που ονειρευόσουν από παιδί ή έστω τα κλειδιά με το αγαπημένο σου μπρελόκ.

Πρέπει να πληγωθείς μα πρέπει και να πληγώσεις.

Να αποχωριστείς τον πρώτο σου έρωτα και να βρεις το αέναο πάθος της ζωής σου.

Αφού το βρεις, όποιο κι αν είναι, πρέπει ολοκληρωτικά να του δοθείς.

Πρέπει να ξυπνήσεις ένα πρωί και να αναρωτηθείς αν αντέχεις να υπομείνεις την ημέρα που ξεκινάει.

Πρέπει να διαφωνήσεις με τους γονείς σου και να επιμείνεις στην θέση σου ακόμη κι αν δεν μιλήσετε για μερικές ημέρες.

Να σου κλέψουν πρέπει το πορτοφόλι, την θέση parking ή έστω τη σειρά στο ταμείο.

Να κρυολογήσεις άσχημα επειδή δεν έβαλες ζακέτα.

Να παρακοιμηθείς επειδή ζήτησες πέντε λεπτά ακόμη από το ξυπνητήρι σου.

Πρέπει να πιεις για να ξεχαστείς και αντ’ αυτού να θυμηθείς γιατί αξίζει να ζεις.

Να έρθει πρέπει η στιγμή που δεν θα ξέρεις τη σωστή απάντηση.

Ή ακόμη και η στιγμή που δεν θα έχεις καν απάντηση.

Πρέπει να επιλέξεις το λάθος πακέτο τηλεφωνίας και την λάθος κίνηση στο σκάκι.

Πρέπει να δοκιμάσεις ένα παντελόνι που δεν σου κουμπώνει και να σου κάνουν δώρο μια μπλούζα δυο νούμερα μεγάλη.

Πρέπει να απογοητευτείς από φίλους, να γελάσεις με κρύα ανέκδοτα και να υπομείνεις βαρετές ταινίες μέχρι εκείνη που ασυναίσθητα θα σε αλλάξει για πάντα.

Πρέπει να χάσεις στα χαρτιά την ίδια μέρα που θα χάσεις και στην αγάπη.

Να μην έχεις ούτε πίτα, ούτε σκύλο.

Οι αντοχές σου πρέπει να σε εγκαταλείψουν πριν φτάσεις στην γραμμή του τερματισμού.

Πρέπει να δεις το τελευταίο λεωφορείο για την θάλασσα να απομακρύνεται το πιο ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού.

Πρέπει να βρεις έναν άνθρωπο για τον οποίο θα τα παρατούσες όλα και να αναγκαστείς να παρατήσεις την ιδέα του μαζί.

Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως η ζωή σου πήρε έναν δρόμο που δεν διάλεξες εσύ.

Να ευχηθείς να ήσουν για μια στιγμή άλλου, σε εκείνο το “εκεί” που τόσο σου έχει λείψει.

Να έρθει η μέρα που δεν θα μπορέσεις να παραδεχθείς τα συναισθήματά σου, ούτε καν στον εαυτό σου.

Να δεις τον κόσμο σου να καταρρέει τριγύρω μα και μέσα σου.

Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως κάποια όνειρά σου δε θα πραγματοποιηθούν ποτέ και ακόμη πως ποτέ δε θα καταφέρεις να τα έχεις όλα.

Πρέπει να αναγνωρίσεις, λόγω εμπειρίας και όχι θεωρίας, πως τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα, αφού επιθυμήσεις κάτι που δεν μπορείς να αγοράσεις.

Πρέπει να χάσεις το κορίτσι πριν βρεις το θάρρος να της εξηγήσεις.

Και πρέπει να πεθάνεις μερικές φορές πριν μπορέσεις πραγματικά να ζήσεις.

Αγγελική Μαυρομμάτη

“You have to die a few times before you can really live” C. Bukowski