Αναμνήσεις μιας Γκέισας: μια ταινία γεμάτη έρωτα και ιστορία

Στο Κιότο του 1929, η 9χρονη Τσίγιο κλείνεται δια τη βίας σε ένα σπίτι με γκέισες, γίνεται μαθητευόμενη της διάσημης γκέισας Μαμεχά, προκαλεί την αντιζηλία της Χατσουμόμο, μιας άλλης διάσημης γκέισας που διαβλέπει το λαμπρό μέλλον της αντιπάλου της και θέλει να το σαμποτάρει, ενώ όλο αυτό το διάστημα είναι ερωτευμένη με έναν πελάτη, κάτι απαγορευμένο για μια γκέισα.

Ο συγγραφέας και μελετητής της ασιατικής τέχνης Άρθουρ Γκόλντεν έμελλε να γίνει γνωστός από το μοναδικό του μέχρι στιγμής μυθιστόρημα που δεν είναι άλλο από το Οι αναμνήσεις μιας γκέισας. Ένα βιβλίο που παρέμεινε στη λίστα με τα best seller επί δύο χρόνια και μεταφράστηκε σε πάνω από 30 γλώσσες σε όλο τον κόσμο. Ένα βιβλίο που απ’ ό,τι φαίνεται ταλαιπώρησε τον συγγραφέα μέσω μιας δικαστικής αντιπαλότητας που προέκυψε μετά την έκδοση του βιβλίου, τον επανέφερε στο προσκήνιο το 2005 χρονιά που κυκλοφόρησε η ομώνυμη ταινία αλλά τελικά αποδείχτηκε απλώς μία σπουδαία στιγμή στην κατά τα άλλα αφανή συγγραφική καριέρα του.

Η συγκινητική φωνή της αφηγήτριας που επιλέγει να εξιστορήσει την προσωπική της εμπειρία ως γκέισα συνοδεύει τον αναγνώστη καθ όλη την διάρκεια της ανάγνωσης και του δημιουργεί την αίσθηση ότι αυτή είναι εκεί για να του κρατάει το χέρι κατά την διάρκεια της αφήγησης και όχι το αντίθετο, όπως ίσως θα ήταν αναμενόμενο.

Η ιστορία ξεκινάει από το μεθυσμένο σπίτι σ’ ένα μικρό ψαροχώρι της Ιαπωνίας όπου η πρωταγωνίστρια έμελλε να περάσει τα παιδικά της χρόνια ωσότου η αρρώστια της μητέρας της και ο επικείμενος θάνατός της πιέσουν τον ηλικιωμένο πατέρα της να πουλήσει την ίδια και την μεγαλύτερη αδερφή της για να μεταφερθούν στην πρωτεύουσα όπου και θα εκπαιδευτούν ως γκέισες. Τη νεαρή μας πρωταγωνίστρια χαρακτηρίζει μία ομορφιά που δεν βλέπουμε ποτέ και όμως την αναγνωρίζουμε και μία ευφυΐα που αν και δεν αποδεικνύεται συχνά οι άνθρωποι που την περιτριγυρίζουν υποστηρίζουν ότι έχει.

Αν και πρόκειται για ένα βιβλίο που ξεπερνάει τις 700 σελίδες η ροή της αφήγησης δεν είναι καθόλου ανιαρή και η αφηγήτρια αποδεικνύει ότι γνωρίζει σε βάθος να χειρίζεται την τέχνη της αποπλάνηση και της σαγήνης, μένοντας μόνο σε κομβικά επεισόδια, δίνοντας λεπτομέρειες και εξηγήσεις για έννοιες και υλικά του ανατολίτικου πολιτισμού που ο αναγνώστης αγνοεί, προσθέτοντας έτσι και έναν εκπαιδευτικό χαρακτήρα στην ιστορία.

Όποιος νομίζει ότι με την ταινία είναι καλυμμένος θα ήταν καλό να δώσει μία ευκαιρία και στο βιβλίο και να μην φοβηθεί από το μέγεθός του. Διαβάζεται απλά σαν ένα παραμύθι. Και όπως κάθε παραμύθι, δυτικού τύπου, που σέβεται τον εαυτό του αποτελείται από μία αθώα κατατρεγμένη ορφανή, όπου η απαράμιλλη ομορφιά της χάραξε την μοίρα της προτού η ίδια αποκτήσει καν την αντίληψη του τι είναι όμορφο, Ένα παραμύθι με την κακιά μητριά ή Μητέρα όπως λέγεται στην προκειμένη η ιδιοκτήτρια του σπιτιού που αγόρασε την πρωταγωνίστρια μας όταν βρισκόταν σε μικρή ηλικία. Φυσικά, ως αντιστάθμισμα δεν θα μπορούσε να απουσιάζει η καλή νεράιδα, μεταμφιεσμένη εδώ στην ήδη έμπειρη και πανέμορφη γκέισα που θα αναλάβει τον ρόλο της καθοδηγήτριας προστάτιδας. Και τέλος, δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι δύο κακές αδερφές που μοναδικός τους αυτοσκοπός είναι να βασανίσουν και να καταστρέψουν το λαμπρό μέλλον που διαγράφεται στην ομορφιά της πρωταγωνίστριας.

Εννοείται ότι δεν θα μπορούσε να λείπει ο πρίγκιπας, στη συγκεκριμένη ιστορία ο Πρόεδρος, ένας άντρας με ισχύ που γοητεύει την νεαρή γκέισα και ένας αντίζηλος που θα διεκδικήσει με κάθε τρόπο την καρδιά της. Πολλά άλλα πρόσωπα εμφανίζονται στην ιστορία, το καθένα με τον δικό του σημαίνοντα ρόλο που θα βοηθήσει ο καθείς με τον τρόπο του να ανοίξει ο δρόμος για να ολοκληρώσει το πεπρωμένο της η πρωταγωνίστριά μας. Ένα πεπρωμένο που όπως η ίδια υποστηρίζει δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον αγώνα που κάνει την κάθε μέρα της ζωής της για να υπάρξει.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για μία ερωτική ιστορία, που ξεδιπλώνεται μέσα από τη ζωή μιας νεαρής κοπέλας και τις δυσκολίες που έπρεπε να αντιπαλέψει για να μπορέσει να γίνει γκέισα και να κάνει το βήμα που καμία γκέισα δεν είχε τολμήσει μέχρι τότε να κάνει, να ερωτευτεί. Μέσα από αυτή την ιστορία ο συγγραφέας μοιράζεται πολλές πληροφορίες όχι μόνο για έναν πολιτισμό πολύ μακρινό από τον δικό μας συνηθισμένο αλλά και για ένα επάγγελμα παγκοσμίως παρεξηγημένο, το επάγγελμα της γκέισα που όπως και να το κάνουμε σημαίνει άτομο της τέχνης, γιατί άλλωστε για κάποιους η σαγήνη και η αποπλάνηση είναι μία μορφή τέχνης.

Οι γκέισες, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, αποτελούν γυναικείες φιγούρες που ασκούν μια μυστηριακή γοητεία τόσο στην Ιαπωνία όσο και σε ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο. Για αιώνες, έφευγαν από το σπίτι τους το σούρουπο, σαν πεταλούδες μέσα απ’ το κουκούλι τους, για να τελέσουν τις υποχρεώσεις τους σε πολυτελή τεϊοποτεία για πλούσιους πελάτες. Οι συναντήσεις για επαγγελματικούς λόγους το βράδυ αποτελούν παράδοση στην Ιαπωνία, και η παρουσία γκεϊσών δήλωνε ότι ο οικοδεσπότης της βραδιάς διέθετε το αντίστοιχο βαλάντιο για να έχει τη λαμπερή αυτή γυναικεία συντροφιά.

Ούτε σύζυγος αλλά ούτε και πόρνη, η γκέισα είναι μια καλλιτέχνης που κερδίζει τα προς το ζην διασκεδάζοντας πλούσιους και κοινωνικά καταξιωμένους άντρες. Η γκέισα είναι μία καλά εκπαιδευμένη χορεύτρια, τραγουδίστρια και μουσικός, καθώς επίσης και μία πνευματώδης ομιλήτρια. Γελάει με τα αστεία των πελατών της, δεν αποκαλύπτει ποτέ τα μυστικά που της εμπιστεύτηκαν αυτοί, ενώ μπορεί να δημιουργήσει αίσθηση μόνο με μια απλή κίνηση της βεντάλιας της.
Χρόνια σκληρής δουλειάς και πειθαρχίας την έχουν μεταμορφώσει σε ένα εκλεπτυσμένο πλάσμα, αλλά κάτω από τα σφιχτοδεμένα υφάσματα που απαρτίζουν ένα κιμονό και την ουδέτερη μάσκα στο πρόσωπο, που δημιουργείται με το ιδιόμορφο μακιγιάζ, κρύβεται μία γυναίκα με σάρκα και οστά, με το δικό της παρελθόν, τις αναπόφευκτες απογοητεύσεις και τα ανομολόγητα όνειρα. Τα μυστικά που, τόσο καλά, κρατά φυλαγμένα τα ξέρει μόνον η δική της καρδιά, και κανείς άλλος.
Τα σπίτια με τις γκέισες, τα οποία με τόση ζωντάνια περιγράφει ο Arthur Golden στο μυθιστόρημά του, υπάρχουν ακόμη και σήμερα, ενώ αληθινές γκέισες συνεχίζουν να διασκεδάζουν τους πελάτες στα όμορφα, παλιά τεϊοποτεία. Ντύνονται κομψά, περιποιούνται τον εαυτό τους και συμπεριφέρονται όπως έκαναν οι γκέισες εδώ και αιώνες. Οι γυναίκες που γίνονται γκέισες σήμερα, ακολουθούν αυτό το επάγγελμα μέσα από το ενδιαφέρον τους για τις παραδοσιακές τέχνες και μπορούν να παραμείνουν σ’ αυτό μόνο για μερικά χρόνια. Κάποτε θεωρούνταν οι πιο καλοντυμένες γυναίκες της χώρας τους. Στην εποχή τους οι πιο διάσημες απ’ αυτές ήταν κάτι αντίστοιχο με τα σημερινά σούπερ-μόντελ.

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο σκηνοθέτης Rob Marshall για να προετοιμαστεί για την ταινία ήταν να διαβάσει ξανά το βιβλίο. «Ήθελα να κάνω το ταξίδι από την αρχή, για να δω τι θα με εντυπωσίαζε περισσότερο», είπε. Ο σκηνοθέτης είχε ξεκαθαρίσει μέσα του ότι δεν επρόκειτο με τίποτε να κάνει ένα ντοκιμαντέρ για τις γκέισες. «Συνειδητοποίησα ότι οι δραματικές καταστάσεις που περνούν οι ήρωες, σε συνδυασμό με τη λάμψη και τον εξωτισμό που κρύβει ο κόσμος τους, θα μας επέτρεπαν να πετύχουμε κάτι μοναδικό και συναρπαστικό», είπε. «Και αν και το είχα αποφασίσει ότι θα απομακρυνόμουν από το παλιό, το παραδοσιακό, έπρεπε αρχικά να καταλάβω πλήρως την αλήθεια που κρύβει αυτή η ιστορία».

Στη συνέχεια, ο Marshall συγκέντρωσε όλα τους επικεφαλής συνεργάτες της ομάδας του για ένα ταξίδι στην Ιαπωνία. «Είχα αποφασίσει να πω την ιστορία της Sayuri ως ένα σημάδι κάποιου τόπου και χρόνου στη μνήμη μιας γυναίκας, αλλά πρώτα ήθελα να καταλάβω την αλήθεια της ιστορίας», εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Συμφωνήσαμε όλοι ότι μόνο αν βυθιστούμε στον κόσμο της Sayuri, θα μπορέσουμε να δουλέψουμε σωστά, οπότε ταξιδέψαμε όλοι μαζί στο Κιότο, για να μαζέψουμε όσες περισσότερες εμπειρίες γινόταν».

Η ομάδα των 10, επισκέφτηκε μουσεία και τόπους λατρείας, έκανε μία ξενάγηση σ’ ένα εργοστάσιο που κατασκευάζει κιμονό, είδε έναν αγώνα σούμο, έκανε βόλτες με δίτροχα αμαξάκια, ανίχνευσε τη θαλάσσια περιοχή της Ιαπωνίας, παρακολούθησε ανοιξιάτικα φεστιβάλ παραδοσιακού χορού και παρακολούθησε μία μαθητευόμενη γκέισα (maiko) να απλώνει το μακιγιάζ στο πρόσωπό της και να φοράει το κιμονό. Ο Marshall και ο John DeLuca, συμπαραγωγός και χορογράφος της ταινίας, έγιναν δεκτοί στα παρασκήνια του θεάτρου για να δουν το θρυλικό ηθοποιό και χορευτή Tamasaburo Bando να ετοιμάζεται για μία παράσταση του θεάτρου Kabuki. Οι Γιαπωνέζοι οικοδεσπότες κανόνισαν επίσης ώστε οι Αμερικανοί επισκέπτες να διασκεδάσουν μία βραδιά με παρέα γκεϊσών, στην κλειστή λέσχη του τεϊοποτείου Ιτσιρικί.

Το να γνωρίσουν από κοντά την ατμόσφαιρα που αποπνέει η Γκιόν και άλλες hanamachi (συνοικία με γκέισες) ήταν πολύ σημαντικό για τη δουλειά τους. «Ο Dion Beebe, ο διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας, ο Rob κι εγώ, αφηνόμασταν να χαθούμε μέσα στους δρόμους και βγάζαμε διαρκώς φωτογραφίες», λέει ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνογράφος John Myhre. «Όταν ήρθε η ώρα να κατασκευάσουμε τα κτίρια του σκηνικού, κοιτάξαμε τις φωτογραφίες μας και λέγαμε, αυτή εδώ η σκεπή θα δέσει καταπληκτικά μ’ αυτό το είδος παράθυρου, το οποίο ταιριάζει μια χαρά μ’ αυτό το είδος πόρτας».

Οι πιθανές τοποθεσίες γυρισμάτων εντοπίστηκαν, αλλά ο Marshall, ο Myhre, ο Beebe και η Patricia Whitcher (εκτέλεση παραγωγής) συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούσαν να γυρίσουν όλη την ταινία στην Ιαπωνία. «Όταν είδαμε αναλυτικά τον όγκο της δουλειάς που είχαμε να κάνουμε στους δρόμους», εξηγεί η Whitcher, «καταλάβαμε ότι ήταν αδύνατο να διαταράξουμε τις δραστηριότητες των κατοίκων για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, προκειμένου να αναπαραστήσουμε αυτό που χρειαζόμασταν πραγματικά ώστε να αφηγηθούμε την ιστορία μας».

Επιπλέον, οι hanamachi στην Ιαπωνία, είχαν αλλάξει πάρα πολύ από την εποχή κατά την οποία εκτυλίσσεται η ταινία. «Ακόμη και στις πανέμορφες παλιές πόλεις, δεν μπορούσαμε να βρούμε μία περιοχή για γύρισμα που να μην έχουν προστεθεί μοντέρνα στοιχεία», είπε ο Marshall. Όμως, όλη η ομάδα γύρισε στην πατρίδα, εμπνεόμενη από τις κοινές εμπειρίες και τις συλλογικές αναφορές, στις οποίες θα προσέτρεχαν συχνά τους επόμενους μήνες και αποφάσισαν να χτίσουν τη δική τους γειτονιά.

Ο σκηνογράφος John Myhre μαζί με τον Rob Marshall σχεδίασαν μία πλήρη κάτοψη του χωριού. Μετά φτιάχτηκε ένα πλήρες σχέδιο με όλες τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες για περίπου 40 κτίρια και κατασκευάστηκε μία ολοκληρωμένη μακέτα της hanamachi, σε μικρό μέγεθος, στο οποίο προστέθηκαν μέχρι και αυτοκίνητα μινιατούρες και αμαξάκια, ενώ έσκαψαν για να φτιάξουν την κοίτη ενός ελικοειδούς ποταμού. Η μακέτα χρησίμευσε ως σημείο αναφοράς για να λυθούν πολλά προβλήματα του σχεδιασμού παραγωγής. «Βάλαμε μια λαπαροσκοπική κάμερα, που μας επέτρεπε να κινηθούμε μέσα στο μοντέλο σαν να ήταν κανονικό σκηνικό, ώστε να μπορούμε να βλέπουμε σ’ ένα μόνιτορ την εικόνα που θα είχαμε όταν θα το κατασκευάζαμε στις πραγματικές του διαστάσεις», είπε ο Myhre. «Ο Rob και Dion έπαιζαν συνέχεια με την κάμερα, ενώ στο τέλος τη χρησιμοποίησαν για να οργανώσουν και μία περίπλοκη λήψη από γερανό».

Η περιοχή με τις γκέισες χτίστηκε στις φάρμες Ventura, μία τεράστια έκταση εκτροφής αλόγων, περίπου μία ώρα έξω από το Λος Άντζελες, με βουνά στο βάθος και θέα σε καταπράσινες κοιλάδες. Μέσα σε 14 εβδομάδες, ο βοσκότοπος μεταμορφώθηκε σε πέντε περίπλοκα οικοδομικά τετράγωνα από σκυρόστρωτους δρόμους και στενοσόκακα. Ο συντονιστής σκηνικών κατασκευών, John Hoskins, και η ομάδα του άρχισαν να στρώνουν μία επιφάνεια έκτασης 120 x 120 μέτρων, και μετά στο κέντρο έσκαψαν για να δημιουργήσουν ένα ποτάμι. Περίπου 75 μέτρα μακρύ, 7 μέτρα πλατύ και 2,5 μέτρα βαθύ, το ποτάμι διέθετε ένα ειδικό σύστημα ανακύκλωσης, για να δημιουργεί την εντύπωση του τρεχούμενου νερού.

Το να κάνουν τη hanamachi βολική για τα γυρίσματα ήταν επιτακτική ανάγκη. «Οριοθετήσαμε όλη την περιοχή πάνω στο έδαφος με πασσάλους και σκοινιά, ώστε να ξέρουμε πού βρίσκεται το κάθε τι, και να μπορούμε να περπατάμε άνετα ανάμεσα», είπε ο Myhre, «μετά προβάραμε τις διάφορες σκηνές ώστε να μπορέσουμε να χορογραφήσουμε τη δράση».

Το σκηνικό χτίστηκε με κέδρο, μπαμπού και έλατο. Το μαύρο μπαμπού και οι φέτες από φλοιό κέδρου, δεν υπάρχουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, οπότε εισήχθησαν από την Ιαπωνία, μαζί με φράκτες από μπαμπού κι ανάμεσά του πλεγμένο ψεύτικο χόρτο. Ο σκηνογράφος Gretchen Rau, ένας έμπειρος συνεργάτης απ’ το «Ο τελευταίος Σαμουράι», έφερε τεράστιες ποσότητες από παραπετάσματα παραθύρων, καλαμιές και χαλάκια, τα οποία αγόρασε από το Κιότο, ειδικά για την ταινία. Για να εξυπηρετήσει τις αλλαγές των εποχών, όπως αυτές ορίζονταν από το σενάριο, ο Danny Ondrejko, που ήταν υπεύθυνος για τη δημιουργία των φυτών, έφτιαξε χειροποίητα τέσσερις κερασιές, μία για την κάθε εποχή του χρόνου. Άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα, που αφορά τις εποχές του χρόνου, είναι αυτό που σχετίζεται με το φως. Αν και η τοποθεσία των γυρισμάτων είχε απίστευτες φυσικές ομορφιές, δεν πρόσφερε δυστυχώς το ομαλό, αμετάβλητο χειμωνιάτικο φως του Κιότο – κάτι που έθεσε ξανά σε δοκιμασία το κουράγιο της ομάδας παραγωγής.

Το να δημιουργήσεις την κατάλληλη φωτιστική ατμόσφαιρα με τη χρήση φίλτρου διάχυσης (silk) είναι μία συνηθισμένη και απλή τεχνική, αλλά το να καλύψεις ένα τεράστιο σκηνικό με το αντίστοιχης έκτασης δικτυωτό φίλτρο ώστε να διαχέει το φως – που να μπορούν να αφαιρείται όταν χρειάζεται και να μη δημιουργεί προβλήματα στην ηχοληψία – ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Ο επικεφαλής κατασκευών Scott Robinson και η ομάδα του, θα έπρεπε να καλύψουν μια έκταση σχεδόν 7 στρεμμάτων με τη μεγαλύτερη κατασκευή που χτίστηκε ποτέ πάνω από κινηματογραφικό σκηνικό. Το ίδιο το ύφασμα (6 στρέμματα) σαν λεπτό καραβόπανο, που χωριζόταν σε έξι μεγάλα τμήματα – και κινιόταν πάνω σε οριζόντιους δοκούς kevlar, στηρίχτηκε πάνω σε τέσσερις δοκούς. Τα τμήματα αυτά μπορούσαν να απαλύνουν το σκληρό φως της μέρας ή να εξαφανίζουν το σκοτάδι της νύχτας, κάτι που επέτρεψε στο συνεργείο να γυρίζει και τη νύχτα, κυριολεκτικά κάνοντας τη νύχτα μέρα. Για αντίβαρο στην κατασκευή χρησιμοποιήθηκαν δεξαμενές που περιείχαν ένα εκατομμύριο γαλόνια νερό και στερεώθηκαν μεταξύ τους με 10.000 μπουλόνια, ενώ οι δοκοί εκτείνονταν σαν γέφυρα, σε ύψος 75 μέτρων και ήταν αρκετά ψηλοί ώστε να προσαρμοστούν τα ψηλά φώτα, σε ύψος 18 μέτρων.

«Ξοδεύτηκε πολλή φαιά ουσία για τη λεπτομερή οργάνωση», είπε ο Beebe. «Ξέραμε ότι ο άνεμος μπορεί να μας δημιουργούσε προβλήματα με παρασιτικούς ήχους, αφού θα είχαμε αυτό το τεράστιο ύφασμα από πάνω μας να κινείται από τον άνεμο. Το στερεώσαμε πολύ γερά επειδή μια ομάδα από έμπειρους συνεργάτες είχε το κουράγιο να αναλάβει το εγχείρημα. Τελικά αυτό το τεράστιο φίλτρο συνέβαλε πολύ στην όλη ατμόσφαιρα της ταινίας».

Για αρκετά κτίρια του σκηνικού φτιάχτηκε μόνο η πρόσοψή, όμως για τα περισσότερα στήθηκε και ολοκληρωμένο το εσωτερικό τους. Ανάμεσα σ’ αυτά είναι το τεϊοποτείο Youkimoto, η κλινική του Δρ. Crab, τα δημόσια λουτρά και το διαμέρισμα της Mameha. Η διώροφη οκιγιά (σπίτι όπου διαμένουν γκέισες) σχεδιάστηκε να μοιάζει ότι είναι 150 χρόνων παλιά. Το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της Sayuri εκτυλίσσεται στα δωμάτιά του, από την άφιξή της ως μικρή Chiyo, την πρώτη νύχτα της στη μεγάλη πόλη, μέχρι την εκρηκτική αναμέτρησή της Sayuri με την αντίπαλό της, τη Hatsumomo, πολλά χρόνια αργότερα.

Πολλοί από τους τοίχους σ’ αυτά τα δωμάτια φτιάχτηκαν από χάρτινες πόρτες (shoji) της Ιαπωνίας, εκείνης της εποχής. Τα περίτεχνα σκαλισμένα ξύλινα δικτυωτά (ranma) πάνω από τις shoji, ήταν επίσης γιαπωνέζικες αντίκες, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της επίπλωσης στην οκιγιά. Η ομάδα του Myhre βρήκε επίσης και αναπαρήγαγε γιαπωνέζικες εφημερίδες της εποχής εκείνης, για να καλύψει τις τρύπες στους τοίχους της οκιγιά, στις σκηνές όπου το σπιτικό βρίσκεται σε οικονομική κρίση. Οι καρέκλες αποτελούν μια παραφωνία σε έναν κόσμο όπου οι πάντες κάθονται στο πάτωμα, έτσι ο Myhre κοίταξε τα σκηνικά του από αυτή την οπτική, καθορίζοντας το επίπεδο το ματιού στο ύψος του ενός μέτρου από το πάτωμα.

Ο Beebe χάρηκε που είχε την ευκαιρία να εξερευνήσει τις φωτιστικές αντιθέσεις ανάμεσα στον ηλεκτρισμό και τις λάμπες πετρελαίου. «Ο Rob λατρεύει την αισθητική του παλιού, του φθαρμένου. Θα ήθελε να φτιάξει έναν κόσμο βουτηγμένο στην ομίχλη του καπνού», είπε. «Δημιουργήσαμε πολλές φωτιστικές πηγές στην οκιγιά, από φλόγες φωτιάς μέχρι τις αντανακλάσεις από λάμπες πετρελαίου. Αυτές οι φωτιστικές πηγές που τρεμόπαιζαν όλη την ώρα, έδωσαν μια αίσθηση ζεστασιάς και πρόσθεσαν μυστήριο και βάθος».

Στη διάρκεια της ζωής της, μία γκέισα περνάει πολλές ώρες με μαθήματα, τελειοποιώντας τις τέχνες που της χάρισαν τη θέση ενός συμβόλου στη γιαπωνέζικη κουλτούρα. Στην εποχή της Sayuri, η εκπαίδευση στο χορό και η άρτια εκμάθηση του τρίχορδου μουσικού οργάνου σαμισέν ξεκινούσε πολύ πριν ένα νεαρό κορίτσι γίνει μαθητευόμενη γκέισα. Έτσι μέχρι την εποχή που μία κοπέλα γινόταν πλήρως εκπαιδευμένη γκέισα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα – ο τρόπος με τον οποίο κάθεται ανάλαφρα στο πάτωμα, σηκώνεται από το τραπέζι, κινείται με ευχέρεια διασχίζοντας ένα δωμάτιο και σερβίρει σακέ – γίνονταν μία δεύτερη φύση γι’ αυτήν.

Για να βοηθήσει τις ηθοποιούς του με αυτές τις τόσο ζωτικής σημασίας ικανότητες, ο Marshall τις έφερε στο Κέντρο Εκπαίδευσης Γκέισας, στο Λος Άντζελες, έξι εβδομάδες πριν το γύρισμα, για μια εντατική περίοδο προβών και μαθημάτων, με μια ομάδα ειδικών, που καθοδήγησαν τις ηθοποιούς μέσα στον κόσμο μιας αληθινής γκέισας. «Ήταν κάτι πολύ καινούργιο για μένα», είπε η Gong Li, «κάναμε πρόβες στην πιο μικρή σκηνή, στην κάθε λέξη».

Οι ηθοποιοί έκαναν πρόβες φορώντας τα κιμονό για να συνηθίσουν το βάρος, την αίσθηση και την κίνηση αυτών των περίτεχνων ενδυμάτων. Τα μαθήματα χορού τις βοήθησαν να τελειοποιηθούν στη γλώσσα του σώματος που αναπτύσσει μία γκέισα. «Δεν μπορείς να κινείσαι λες και φοράς τζιν», σχολιάζει η Youki Kudoh, η οποία ερμηνεύει την Κολοκύθα. «Είσαι πολύ περιορισμένη στο ρόλο και τα ρούχα μιας γκέισας, οπότε πρέπει να ξαναχτίσεις τον εαυτό σου. Μαθαίνεις να είσαι κομψή».

Η τεχνική σύμβουλος Lisa Dalby, η οποία υπήρξε και σύμβουλος του Arthur Golden για το μυθιστόρημά του, μύησε τις ηθοποιούς στις πιο λεπτές αποχρώσεις της συμπεριφοράς μιας γκέισας. Συγγραφέας και ανθρωπολόγος, η Dalby είναι η μόνη γυναίκα από τη Δύση, η οποία έζησε και εργάστηκε ως γκέισα στην Ιαπωνία. «Κάποια πράγματα που ήταν πολύ δύσκολα τότε για μένα να τα μάθω, όπως το να περπατώ φορώντας κιμονό, είναι πράγματα που μπορούσα άνετα πια να τα εξηγήσω αναλυτικά στις ηθοποιούς», λέει η ίδια. Επίσης τις καθοδήγησε για να παίζουν με αληθοφάνεια το σαμισέν. «Εντυπωσιάστηκα από την ικανότητά τους να δείχνουν ότι παίζουν αληθινά το τρίχορδο όργανο», είπε η Lisa Dalby, που η ίδια είναι μία έμπειρη παίκτρια. «Η Michelle Yeoh έμαθε να παίζει πραγματικά –έχει καταπληκτικό μουσικό αυτί». Η Michelle Yeoh είχε ως κίνητρο τη δασκάλα της, «Από τη στιγμή που η Mameha είναι το πρότυπο της γκέισας», είπε, «ήξερα ότι θα πρέπει να είμαι πειστική στην οθόνη. Έτσι πέρασα πολλές ώρες παρακολουθώντας τη Lisa, η οποία παραμένει ακόμη και σήμερα μία αληθινή γκέισα».

Το να ντυθεί μία γκέισα σωστά με το επίσημο κιμονό, είναι μέρος της επιτυχίας της δουλειάς της. Ο ηθοποιός Thomas Ikeda, ο οποίος παίζει τον αμπιγιέρ κύριο Bekku, συνεργάστηκε με τη σύμβουλο για κιμονό, Yuko Tokunaga, και ένα μοντέλο για να μάθει να απλώνει, να διπλώνει, να σταυρώνει, να κουμπώνει καθώς και άλλα τεχνικά σημεία του τελετουργικού. Ο Marshall ήθελε ο Ikeda να γίνει ειδήμονας σε κάθε βήμα του τελετουργικού, έστω κι αν επρόκειτο να γυριστούν μόνο ορισμένα σημεία του ντυσίματος. «Ο Rob μού είπε ότι ο χαρακτήρας που έπαιζα ήταν πιθανόν ο γιος μιας γκέισας», εκμυστηρεύτηκε ο Ikeda.

Το ταξίδι της ζωής της Sayuri συχνά μοιάζει σαν την πορεία ενός ποταμού και η αγάπη της για το νερό έγινε ένα σταθερό μοτίβο μέσα στην ταινία. «Υπάρχουν σχέδια του νερού σχεδόν σε όλα τα κιμονό της», είπε η βραβευμένη με Όσκαρ ενδυματολόγος Colleen Atwood. «Το καλύτερο απ’ όλα το φοράει στο τέλος, ένα διαφανές μπλε-γκρι με το σχέδιο ενός καταρράκτη ο οποίος πέφτει ξεκινώντας από το obi (φαρδιά διακοσμητική ζώνη του κιμονό) μέχρι τον ποδόγυρο».

Ο Marshall επέλεξε να πει την ιστορία της Sayuri σαν να βλέπουμε μέσα από το φίλτρο της μνήμης της τις από καιρό βαθιά κρυμμένες στιγμές ενός κόσμου που χάνεται, και ήθελε να δώσει στους κεντρικούς χαρακτήρες την εξωτερική εμφάνιση των ηρώων ενός μύθου. «Μας αποκαλύπτει τις νεανικές της αναμνήσεις, τα πιο συνταρακτικά επεισόδια της ζωής της», είπε. «Θέλαμε οι κεντρικοί χαρακτήρες να δείχνουν εμφανισιακά με τον τρόπο που τους είδε και η Sayuri – πιο σημαντικούς απ’ ό,τι πραγματικά είναι».

Η Hatsumomo, την οποία ερμηνεύει η Gong Li, φοράει πιο έντονα χρώματα και σχέδια απ’ ό,τι θα φορούσε μια αληθινή γκέισα. Αψηφά ακόμη και το επιτρεπόμενο μήκος των μανικιών του κιμονό. «Η Hatsumomo είναι μια μοδάτη ηρωίδα», είπε η Atwood, «πράγμα που για μένα σημαίνει ότι είναι ένα πρόσωπο που δε φορά αυτά που είναι στη μόδα, αλλά ότι η ίδια δημιουργεί τη μόδα. Φοράει τα κιμονό πάνω της με μια μεγάλη δόση πόζας».

«Η δεκαετία του 1930 είναι η χρυσή εποχή της γκέισας, οπότε οι κεντρικοί χαρακτήρες διαθέτουν ένα μεγάλο αριθμό από κιμονό», συνεχίζει η Atwood. «Είναι ένα σχετικά απλό ρούχο – οκτώ γιάρδες μονοκόμματο ύφασμα – αλλά αυτό που του δίνει όλη την ομορφιά είναι η τεχνική με την οποία το φορά κανείς. Ένα εξαιρετικό κιμονό θα πρέπει να είναι ζωγραφισμένο στο χέρι και να έχει περάσει από shibori, μια συγκεκριμένη τεχνική βαφής, να διαθέτει χειροποίητο κέντημα, και να ολοκληρώνεται με το obi, μια φαρδιά ζώνη που είναι πλεγμένη επίσης στο χέρι. Στην Ιαπωνία, χρειάζεται περίπου ένας χρόνος για να φτιάξεις ένα κιμονό».

Εκτός απ’ το να σχεδιάσει θεσπέσια κιμονό για τις πρωταγωνίστριες, η Atwood εφοδίασε με ρούχα εκατοντάδες άλλους χαρακτήρες, ανάμεσά σε αυτούς, τους χωρικούς σε ένα ψαράδικο χωριό, τους κατοίκους μίας hanamachi που ζει στη χρυσή εποχή της ευημερίας της, τους καλεσμένους στα αριστοκρατικά πάρτι με ρούχα δυτικού τύπου, Γιαπωνέζους στρατιώτες και απελπισμένους πρόσφυγες πολέμου, καθώς και τον πληθυσμό των hanamachi μετά τον πόλεμο. «Μας φαινόταν ότι σχεδόν κάθε μέρα γυρίζαμε μία σκηνή η οποία ήταν τελείως διαφορετική από αυτήν που είχαμε γυρίσει την προηγούμενη μέρα», είπε.

Οι αυθαιρεσίες που έγιναν στο σχεδιασμό των ρούχων των πρωταγωνιστριών, δεν εφαρμόστηκαν και στους εκατοντάδες μικρότερους χαρακτήρες και στους κομπάρσους. «Ήταν πολύ σημαντικό για μας να ξέρουμε τι υπήρχε πραγματικά στο χρόνο και τον τόπο που εξετάζαμε», τονίζει η Atwood. «Έψαξα στα αρχεία του Ινστιτούτου Μόδας στο Τόκιο και είδα πολλές εφημερίδες από εκείνη την εποχή, ένα σωρό εικόνες που με βοήθησαν πάρα πολύ».

Τα κιμονό για τους κομπάρσους νοικιάστηκαν από τη συλλογή Γιούγια στο Τόκιο, που ειδικεύεται στα γιαπωνέζικα ρούχα των εποχών Taisho (1912-1926) και Showa (1926-1990). Άλλα αγοράστηκαν από την Αγγλία, τη Δανία, τη Νέα Υόρκη, το Λος Άντζελες. «Μέχρι που αγόρασα όμορφα, παλιά κιμονό από ένα Ρώσο συλλέκτη στο eBay», είπε η Atwood.

Η εμπειρία μιας ομάδας υφαντουργών που δούλεψε επί τόπου, με επικεφαλής τον Matt Reitsma, επέτρεψε στην Atwood να κατασκευάσει και να διακοσμήσει τα καινούργια υφάσματα με σχέδια που είχε δει πάνω σε αυθεντικά. Η ίδια ομάδα έβαψε, έκανε τα σταμπωτά σχέδια, ζωγράφισε και κέντησε με το χέρι το μπλε-γκρι κιμονό της Sayuri με τον καταρράκτη. Ανάμεσα στα υφάσματα που έφτιαξαν ήταν και οι ρόμπες που φόρεσαν οι ηθοποιοί στις ιαματικές πηγές.

Οι άντρες πρωταγωνιστές της ταινίας φόρεσαν κοστούμια δυτικής τεχνοτροπίας και ειδικής κατασκευής, από το αντρικό τμήμα της Atwood – σε μία μεγάλη γκάμα ρούχων από στρατιωτικές στολές για το Στρατηγό και τους βοηθούς του μέχρι φούστες από χορτάρι για τους χωρικούς ψαράδες. Η Deborah Ambrosino, που ειδικεύεται στην κατασκευή ενδυματολογικών αξεσουάρ, έφτιαξε τα εντυπωσιακά, ύψους 20 εκατοστών, μαύρα λακαριστά σανδάλια για το χορό της Sayuri.

Οι σημερινές γκέισες εκπροσωπούν την παραδοσιακή, παρά τη μοντέρνα Ιαπωνία, αλλά υπήρχε μία εποχή που αυτές λανσάριζαν τη μόδα στη χώρα τους, και στοιχεία του τόσο ξεχωριστού στιλ τους εμφανίζονται στη μόδα της Δύσης. «Ήταν ένα πολύ ξεχωριστό και όμορφο στιλ ντυσίματος», είπε η Atwood. «Προβλέπω ότι το χαμηλό ντεκολτέ στον αυχένα θα επανέλθει στη μόδα μετά απ’ αυτή την ταινία».

Το χλωμό πρόσωπο της γκέισας, τα κατάμαυρα μαλλιά και τα κατακόκκινα χείλη της υπήρξαν το σήμα κατατεθέν της για αιώνες, και περνούσαν μέσα στην okiya από τη μια γενιά γκεϊσών στην επόμενη. Η γεννημένη στην Ιαπωνία, υπεύθυνη για το μακιγιάζ, Noriko Watanabe, ακολούθησε πιστά τις αρχές του παραδοσιακού μακιγιάζ της γκέισας για τις πρωταγωνίστριες της ταινίας, αλλά επίσης απάλυνε κάποια έντονα στοιχεία της εμφάνισης ενώ τόνισε κάποια άλλα για να αναδείξει την ομορφιά των γκεϊσών. «Για να γίνεις γκέισα, έπρεπε να σε επιλέξουν», τονίζει. «Για να σε επιλέξουν, έπρεπε να είσαι τόσο όμορφη και έξυπνη, που τελικά μια γκέισα έμοιαζε απρόσιτη».

Η Noriko Watanabe προέβλεψε τις δυσκολίες που θα είχε το λευκό μακιγιάζ μιας γκέισας στο γύρισμα. «Η υφή και η πυκνότητά του είναι διαφορετική από το βάψιμο που συνήθως χρησιμοποιούμε σε μια κανονική ταινία», είπε. «Στεγνώνει αμέσως κι αν δε δουλέψεις γρήγορα σπάει, κάνει γραμμές». Η Noriko δημιούργησε μια νέα γενιά από ειδικούς στο μακιγιάζ της γκέισας, στήνοντας εργαστήρια στο Λος Άντζελες πολύ πριν το ξεκίνημα των γυρισμάτων. «Σε ειδικά μαθήματα έξι εβδομάδων, εκπαιδεύσαμε πάνω από 100 ανθρώπους, ανάμεσά τους και περίπου, 65 υψηλού επιπέδου τεχνίτες».

Η λευκή βάση του μακιγιάζ, την οποία φορά μόνον η επαγγελματίας γκέισα και μόνο στις επίσημες περιστάσεις, και οι μαθητευόμενες (maiko) όποτε εμφανίζονταν δημοσίως, απλώνεται στο πρόσωπο, το λαιμό, τον αυχένα και τα χέρια. Η σαγήνη που ασκεί στους πελάτες το πίσω μέρος του λαιμού τονίζεται αφήνοντας άβαφα δύο μικρά τρίγωνα (σανμπόν-ασί), σε σχήμα V, ή τρία, σε πολύ ξεχωριστές περιστάσεις.

Η υπεύθυνη κομμώσεων Lyndell Quiyou εκσυγχρόνισε διακριτικά τα χτενίσματα των επαγγελματιών και μαθητευόμενων γκεϊσών για τις ανάγκες της ταινίας. Αφού συμβουλεύτηκε ιστορικά βιβλία, γκραβούρες και έργα ζωγραφικής, πέρασε όλη την περίοδο της προετοιμασίας της ταινίας δημιουργώντας, με τη βοήθεια των συνεργατών της, χτενίσματα για ένα μεγάλο αριθμό πρωταγωνιστριών, χορευτριών και κομπάρσων. «Ο Rob είπε, σκέψου μία γκέισα σαν να ’χει καταφύγει στο Παρίσι, κι αυτό ακριβώς ήταν που κάναμε», είπε. «Φτιάξαμε τα σχήματα και τις σιλουέτες πιο μοντέρνες και γεωμετρικές».

Τελικά, για τις πρωταγωνίστριες προβλέφθηκε μικρό χτένισμα, εκτός από τη Hatsumomo. «Έκανα τη δική της περούκα πραγματικά πολύ μεγάλη», είπε η Lyndell Quiyou. «Όσο πιο ψηλά ανέβαινε, τόσο πιο όμορφη φαινόταν, και ήταν και πιο κοντά στο παραδοσιακό στιλ. Τα χτενίσματα των κομπάρσων επίσης είχαν ένα πιο παραδοσιακό ύφος». Το να βρεθεί το κατάλληλο στιλ για το μοναχικό χορό της Sayuri ήταν μεγάλη πρόκληση. «Έφτιαχνα μεγάλα χτενίσματα με εντυπωσιακά στολίδια, μέχρι που είδα τι χορό έπρεπε να κάνει η Sayuri», θυμάται η Quiyou. «Πήρα μια μακριά περούκα, της έκανα μια χωρίστρα στη μέση, της έφτιαξα μια αλογοουρά και την έβαψα κόκκινη. Μετά πρόσθεσα μακριές τούφες, για να την κάνω να μοιάζει περισσότερο στο στιλ του θεάτρου Kabuki, και την άφησα να κρέμεται από το πρόσωπό της σαν κουρτίνα – ήταν κάτι απλό αλλά και όμορφο».

Στην ταινία, η καρδιά και η ψυχή που βάζει η Sayuri στο χορό της, την καθιερώνει ως ένα από τα πιο λαμπερά φώτα στη hanamachi. Αν και μία μαθητευόμενη γκέισα, στην πραγματικότητα ποτέ, ή τέλος πάντων σε πολύ εξαιρετική περίπτωση, θα τολμούσε να χορέψει μόνη, πόσο μάλλον βάζοντας τέτοιο πάθος, ο Marshall επέλεξε, για το δραματικό σόλο της Sayuri, μία χορογραφία εμπνευσμένη από το θέατρο Kabuki.
Η σημασία που έχει ο χορός στον κόσμο των γκεϊσών είναι κάτι που έλαβαν σοβαρά υπόψη τόσο ο Marshall όσο και ο χορογράφος John DeLuca. «Ήθελα μ’ αυτό το χορό να μεταφέρω στους θεατές το πάθος και τον αναβρασμό που κυριαρχεί στην καρδιά της Sayuri. Ήταν πολύ συναρπαστικό για μας να αναμείξουμε τις πανέμορφες παραδόσεις του γιαπωνέζικου χορού με το προσωπικό καλλιτεχνικό μας όραμα, στην αφήγηση της ιστορίας της Sayuri».
Ο John DeLuca, ο υπεύθυνος χορογραφιών στην ταινία Chicago που σκηνοθέτησε ο Marshall, ήταν επικεφαλής και της χορευτικής ομάδας στο «Αναμνήσεις μιας γκέισας». Η Denise Faye, επίσης συνεργάτης στο Chicago, υπήρξε η βοηθός χορογράφος του DeLuca, ενώ η Miyako Tachibana, μία δασκάλα στη σχολή Fujima Kansuma στο Λος Άντζελες ήταν η σύμβουλος χορογραφιών από την πλευρά της Ιαπωνίας. Η συνεργασία απέφερε ένα μοναδικό χορευτικό υβρίδιο, πολύ μοντέρνο και πρωτοποριακό.
«Ο γιαπωνέζικος χορός είναι πολύ ελεγχόμενος και βασίζεται σε διακριτικές, εκλεπτυσμένες φιγούρες», είπε η Tachibana. «Ο Rob και ο John και η Denise απορρόφησαν σαν σφουγγάρια τα βασικά στοιχεία, και μετά πρόσθεσαν τη δική τους κινηματογραφική εμπειρία. Ήταν αληθινή μαγεία».
Η εικόνα από τα, ύψους 20 εκατοστών, μαύρα λακαριστά σανδάλια, τα οποία οι εταίρες φορούσαν για να ηγούνται των παρελάσεων στα αρχαία φεστιβάλ, ήταν ένα βασικό στοιχείο για τον DeLuca στο να δημιουργήσει το δραματικό σόλο της Sayuri. Στην ιστορία του χορευτικού, μια θλιμμένη εταίρα που την έχει εγκαταλείψει ο εραστής της, αποφασίζει να αυτοκτονήσει – ένα θέμα οικείο στο γιαπωνέζικο χορό. «Στο πρώτο κομμάτι του χορού που δίδαξα στη Ziyi, έπρεπε να φοράει τα ψηλά σανδάλια, κι αυτή αμέσως συμφώνησε», θυμάται ο DeLuca. «Δε φοβήθηκε, δε δίστασε ούτε στιγμή».
Ο χειμωνιάτικος αυτός χορός λαμβάνει χώρα σ’ ένα στενό διάδρομο (hanamichi και όχι hanamachi), που το έκανε να θυμίζει περισσότερο το στιλ Kabuki. «Αυτό ήταν ιδέα του Rob», είπε ο DeLuca. «Ο στενός χώρος το έκανε να μοιάζει ακόμη πιο δύσκολο με τα φώτα και το χιόνι να πέφτει από πάνω».
Η Zhang συμφωνεί. «Σίγουρα ήταν μία πρόκληση, και στο τέλος είχα καταπιεί τεράστιες ποσότητες από ψεύτικο χιόνι. Όταν είδα για πρώτη φορά τα παπούτσια με το τακούνι των 20 πόντων, νόμισα ότι ήταν κάποια αντικείμενα για το γύρισμα. Τότε ο John μού είπε ότι θα έπρεπε να χορέψω φορώντας τα! Ο χορός επιβάλει και μια μεγάλη ποσότητα υποκριτικής. Είναι κάτι σαν θέατρο μέσα στο θέατρο. Η μουσική ήταν μελαγχολική και πολύ ταιριαστή με τη διάθεση της γυναίκας που την παράτησε ο εραστής της».
Η αφοσίωση που έδειξε η Zhang της χάρισε την εκτίμηση και την αγάπη του Marshall. «Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να το κάνει η Ziyi», λέει χαριτολογώντας. Η Miyako Tachibana ένιωσε παρόμοια. «Το να κινείσαι με χάρη μ’ αυτά τα παπούτσια, να δείχνεις ότι νιώθεις άνετα, το κιμονό να ανεμίζει γύρω σου και να κρατάς μία ομπρέλα είναι πολλά πράγματα για να τα σκέφτεσαι ταυτόχρονα. Κι όμως τα χειρίστηκε όλα υπέροχα».

Ο DeLuca θέλησε να κάνει μια αναφορά στις βεντάλιες, στον ανοιξιάτικο χορό των μαθητευόμενων γκεϊσών που προηγείται από το σόλο της Sayuri. «Αποφάσισα να αναμείξω μεγάλες βεντάλιες με τις πιο μικρές παραδοσιακές, και να κάνω τις μεγάλες να είναι διάφανες. Ήταν άλλος ένας τρόπος να δηλώσουμε ότι αφηγούμαστε την ιστορία της Sayuri σαν μύθο, κι όχι ότι αντιγράφουμε αυστηρά την κουλτούρα του κόσμο των γκεϊσών κατά την περίοδο της δεκαετίας του ’30».
Το να γράψεις τη μουσική που θα συνοδέψει το δραματικό ταξίδι της Sayuri ήταν μια πολύ δύσκολη ευθύνη, που απαιτούσε να βρεθεί ένας συνθέτης που να μπορεί να αποδώσει τη συναισθηματική ένταση της ιστορίας, το εξωτικό και το επικό ύφος. Ο Marshall άκουσε με μεγάλη χαρά ότι ο John Williams, βραβευμένος πέντε φορές με Όσκαρ μουσικής, συμφώνησε να αναλάβει αυτό το εγχείρημα.

«Νιώθω μεγάλη τιμή που είχα την ευκαιρία να συνθέσω τη μουσική για την ταινία του Rob Marshall, «Αναμνήσεις Μιας Γκέισας». «Για χρόνια θαύμαζα το υπέροχο βιβλίο του Arthur Golden, και το να συνεργαστώ με τους φίλους Yo-Yo Ma και Itzhak Perlman σ’ αυτήν την τόσο ξεχωριστή ταινία, ήταν ένα όνειρο που επιτέλους έγινε πραγματικότητα».
Στις συνθέσεις του ο John Williams χρησιμοποίησε τόσο τον ανατολικό όσο και το δυτικό τρόπος ενορχήστρωσης, ενώ ειδικοί του samisen, του koto, του shakuhachi, του τυμπάνου taiko και άλλων παραδοσιακών γιαπωνέζικων οργάνων ήταν ανάμεσα στους μουσικούς του στην ηχογράφηση της μουσικής του «Αναμνήσεις Μιας Γκέισας». Για αρκετές μέρες, στο UCLA`s Royce Hall, η ορχήστρα περιλάμβανε στα μέλη της τον Itzhak Perlman, τον φημισμένο βιολονίστα, και τη διάσημη τσελίστρια Yo-Yo Ma – δύο μουσικούς οι οποίοι δημιούργησαν πολλές αξέχαστες στιγμές στα μουσικά μονοπάτια της ταινίας. Στο «Αναμνήσεις Μιας Γκέισας», το βιολί του Perlman δίνει ζωή στο κομμάτι «Το Βαλς του Προέδρου», ενώ το τσέλο της Ma συνοδεύει γλυκά το «Θέμα της Sayuri».

Η ταινία προβλήθηκε στους κινηματογράφους τον Δεκέμβριο του 2005 , ενώ στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2006. Έχει αποσπάσει 3 βραβεία Όσκαρ το 2006 (Καλύτερων Κοστουμιών, Καλύτερης Φωτογραφίας και Καλύτερης Σκηνογραφικής Διεύθυνσης) και μια Χρυσή Σφαίρα ( Καλύτερης Μουσικής).

Πηγές:

http://www.cine.gr/film.asp?id=706720&page=2

Μικρά Αγγλία: ένας ανεκπλήρωτος κινηματογραφικός και μυθιστορηματικός έρωτας

Μικρά Αγγλία έλεγαν κάποτε την Άνδρο, χάρη στη ναυτιλία της που τολμούσε να υψώσει το ανάστημά της και να κοιτάξει στα μάτια την θαλασσοκράτειρα Μεγάλη Βρετανία. Μικρά Αγγλία λέγεται και το πλοίο πάνω στο οποίο θα μπαρκάρει κάποτε ο Σπύρος, ο άντρας που θα μπει ανάμεσα στις δύο κόρες ενός ανδριώτη πλοίαρχου. Η εσωστρεφής Όρσα, η μεγάλη κόρη, τρέφει για αυτόν έναν θηριώδη έρωτα που θα μείνει ανεκπλήρωτος, καθώς η μητέρα της θα την υποχρεώσει να παντρευτεί έναν πλούσιο καραβοκύρη. Αργότερα, πλοιοκτήτης και αυτός πια -συνεπώς άξιος για να μπει στην οικογένεια- ο Σπύρος θα παντρευτεί τη μικρή και επαναστάτρια κόρη, τη Μόσχα. Τα δύο ζευγάρια θα κατοικήσουν στο ίδιο σπίτι με ένα λεπτό ξύλινο ταβάνι ανάμεσά τους. Η Όρσα θα αφουγκράζεται τα βήματα, τα τριξίματα και τα φιλιά και το μαχαίρι θα μπαίνει όλο και πιο βαθιά μέσα της. Αυτό βέβαια όσο οι άντρες βρίσκονται στο νησί και δεν είναι φευγάτοι στα καράβια.

Η ιστορία διαδραματίζεται στην εικοσαετία από το 1930 μέχρι το 1950. Πίσω από το ασίγαστο πάθος της Όρσας που αποτελεί την κινητήρια δύναμη του δράματος, αναδύεται ο ασφυκτικός μικρόκοσμος του νησιού εκείνης της εποχής και τα αποπνικτικά ήθη του: οι κοινωνικές συμβάσεις, η ιδιότυπη μητριαρχία που έχει επιβληθεί από την απουσία των αρσενικών, το πάθος για κοινωνική άνοδο και εξουσία… Και βέβαια, η πορεία των χαρακτήρων διασταυρώνεται με τα μεγάλα γεγονότα που άλλαξαν τη μοίρα του νησιού και της Ελλάδας. Με τον πόλεμο, με τους τορπιλισμούς των εμπορικών πλοίων, με την Κατοχή και τον εμφύλιο.

Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, κυκλοφόρησε το 1997 κερδίζοντας το κρατικό βραβείο και συγκινώντας μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού.

Ενώ η ιδέα για το βιβλίο προέκυψε τυχαία. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, Ιωάννα Καρυστιάνη: «Ένας παλιός συμφοιτητής με φώναξε για έναν καφέ στο σπίτι του και είδα τις φωτογραφίες πέντε πνιγμένων ναυτικών σε κάδρα. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα άλλαξαν όλα μέσα μου. Ένιωσα ένα τεράστιο σοκ και αναρωτήθηκα πώς ένα σπίτι μπορεί να αντέξει τέτοιο πένθος. Στην Άνδρο σχεδόν όλα τα σπίτια είναι λαβωμένα από ναυάγια. Αυτό με έκανε να αγαπήσω παράφορα το νησί και τη ναυτική ζωή και αποφάσισα ότι ήθελα να γράψω ένα βιβλίο γι’ αυτό το θέμα».

Δεκαέξι χρόνια μετά, η ιστορία των δύο αδελφών που μοιράζονται τον ίδιο –απόντα- άντρα, μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη σε σενάριο της Καρυστιάνη και σκηνοθεσία του Παντελή Βούλγαρη. Ο τελευταίος έμεινε πιστός στο πνεύμα του βιβλίου, ενσωματώνοντας στο δράμα τόσο την κοινωνική διάρθρωση του νησιού όσο και το ιστορικό πλαίσιο, ενώ παράλληλα, έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο στο φυσικό σκηνικό της Άνδρου. Με τον τρόπο αυτό, η ταινία ξεφεύγει από τα στενά όρια της ηθογραφίας και αποκτά περισσότερα επίπεδα ανάγνωσης. Γίνεται ένα ανθρωποκεντρικό δράμα που αποπνέει γνήσια συγκίνηση και αγγίζει θέματα που μόνο η καλή τέχνη μπορεί να πλησιάσει.

Πιθανόν κάποιοι να βρουν αργό τον ρυθμό με τον οποίο κουμπώνουν μεταξύ τους τα επιμέρους κομμάτια και στήνεται το σύμπαν της ταινίας. Όμως οι αρετές της κινηματογραφικής γραφής του Βούλγαρη (η εξαιρετική καθοδήγηση των ηθοποιών, η συνετή κλιμάκωση της ιστορίας, η «έντιμη» και χωρίς εκζήτηση κινηματογράφηση, η εμμονή στην λεπτομέρεια…) είναι παρούσες και ικανές να αποζημιώσουν τον υπομονετικό θεατή.

Η κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της Ελλάδας, τα ήθη, οι νοοτροπίες και οι παγιωμένες αντιλήψεις της μικροαστικής κοινωνίας ενός λαού που παραπαίει μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αποτελούν στοιχεία που πάντα έθελγαν την προσοχή του Παντελή Βούλγαρη. Βασικός εκπρόσωπος του ρεύματος «Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος» (1970-1980), ο σκηνοθέτης με όργανο την κάμερα καταγράφει κάθε φορά διάφορες όψεις της ελληνικής κοινωνίας ανοίγοντας μια προβληματική πάνω στις κοινωνικές δομές και τους θεσμούς.

Ο Παντελής Βούλγαρης αρέσκεται στην ωμή και ρεαλιστική περιγραφή των ανθρώπινων σχέσεων, οι οποίες συχνά εκτίθενται μέσα από το πρίσμα μιας αλληλεπίδρασης μεταξύ καταπιεζόμενου και καταπιεστή, εξουσιαζόμενου και εξουσιαστή με προκανονισμένα και αυθαίρετα σύμφωνα («Το Προξενιό της Άννας», «Οι Νύφες») που καθορίζουν το μέλλον και τη μοίρα των νεαρών θυμάτων.

Το φυσικό ντεκόρ της Άνδρου μάς παραδίδεται με εικόνες καρτποσταλικής ομορφιάς και συνάδει με τον εσωτερικό διάκοσμο των σπιτιών, παραδοσιακό και προσεγμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Οι εξωτερικοί και εσωτερικοί χώροι εικονοποιούν το αλλοτινό και τωρινό «πρόσωπο» της Άνδρου φέρνοντας στην επιφάνεια μια «ελληνικότητα» που διατρέχει το χρόνο.


Πίσω από τα αυστηρά συντεταγμένα κοφτά, τα κεντήματα, τα πολύτιμα φλιτζάνια και τους κουραμπιέδες αναδύεται ένα άρωμα συντηρητισμού, απομόνωσης και στέρησης. Οι χαρακτήρες βυθίζονται σε αυτήν την ατμόσφαιρα και περιπλανώνται ως έρμαια μιας δράσης που τους ξεπερνά, ανήμποροι να ελέγξουν το πεπρωμένο τους, όπως στην αρχαία τραγωδία.


Το ντεκόρ συμβάλλει αποφασιστικά στην αναπαράσταση των διαδραματιζόμενων. Έτσι, η Όρσα μέσα σε ένα όμορφο κτήμα με λεμονιές θα αντιδράσει στην απόφαση της μάνας της λέγοντας της ότι «δεν είναι χωράφι για να την ξεπουλήσει». Από την άλλη, η θάλασσα με τα κύματά της εκφράζει εύγλωττα τη φυγή του Σπύρου από τη ζωή της Όρσας ή και τη συνεχή φυγή πολλών ανδρών των οικογενειών του νησιού, καθότι αυτοί ήταν ναυτικοί. Μια συνεχή ροή, μια ρευστότητα και αστάθεια διατρέχει τη διήγηση και το δράμα των ηρώων παραπέμποντας στην αντίστοιχη ρευστότητα και αστάθεια που χαρακτηρίζει την ελληνική πραγματικότητα (και ταυτότητα;) από αρχαιοτάτων χρόνων.

Το μοντάζ της ταινίας είναι αυτό που καθορίζει τη δραματοποίηση των καταστάσεων εκφράζοντας εύγλωττα τις συγκινήσεις. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή της σύγκρουσης μεταξύ των δύο αδελφών: τα ηχητικά ρακόρ φουρτουνιασμένης θάλασσας σε συνδυασμό με τη χρήση έντονα κινούμενης κάμερας που μιμείται το ρυθμό της κίνησης κυμάτων που ξεσπούν δίνουν ένα εξαίσιο οπτικό σύνολο, με τις εικόνες να μπαίνουν στη θέση των λέξεων, (κατά)δηλώνοντας την οργή των ηρώων. Η χρήση της voice over και του hors-champ, επίσης, λειτουργεί ως καθοριστικός παράγοντας αύξησης της τραγικότητας. Επιπλέον, η αντίθεση αποτελεί μια ακόμη άσκηση ύφους, καθώς η στατικότητα, η αναμονή και η ήρεμη ζωή του σπιτιού αντι-παρατάσσεται δίπλα στην άστατη και φουρτουνιασμένη ζωή των ναυτικών.

Σε οπτικοακουστικό επίπεδο η Μικρά Αγγλία διαθέτει αναμφίβολα την ποιότητα που απαιτεί το είδος της ταινίας εποχής. Καταρχάς πρόκειται για την πρώτη ταινία του Βούλγαρη που δεν γυρίστηκε σε φιλμ. Ο διευθυντής φωτογραφίας Σίμος Σαρκετζής χρησιμοποίησε ψηφιακό μέσο, κάτι που έκανε και πιο ευέλικτο το γύρισμα και πιο εύκολη την επεξεργασία των τόνων και των χρωμάτων στη συνέχεια. Τα κοστούμια της Γιούλας Ζωιοπούλου και τα ντεκόρ του Αντώνη Δαγκλίδη είναι πρώτης γραμμής, ενώ πολύ θετική εντύπωση κάνει η μουσική της εικοσιπεντάχρονης Κατερίνας Πολέμη. Το μοντάζ έφερε σε πέρας ο πολύπειρος Τάκης Γιαννόπουλος.

Ο Βούλγαρης ήταν πάντα ένας «σκηνοθέτης ηθοποιών». Εδώ, η συνεργασία του με τις νεαρές Πηνελόπη Τσιλίκα και Σοφία Κόκκαλη που επωμίστηκαν τους ρόλους της Όρσας και της Μόσχας αντίστοιχα, απέφερε πολύ δυνατές και «φρέσκες» ερμηνείες. Ιδιαίτερη αίσθηση κάνει και η παρουσία της Αννέζας Παπαδοπούλου. Η έμπειρη ηθοποιός, σε μια από τις μετρημένες στα δάχτυλα κινηματογραφικές εμφανίσεις της, κατάφερε να δώσει σπάνιο βάθος στο ρόλο της μητέρας –του θεματοφύλακα των ηθών και των συμφερόντων της οικογένειας- χαρίζοντάς μας μια πραγματικά μεγάλη ερμηνεία.

Η Ανδρος του 1930 είναι ένα νησί ναυτικό: οι άντρες περιπλανώνται στις θάλασσες του κόσμου προσπαθώντας να γίνουν καπετάνιοι και να κάνουν ένα κομπόδεμα, αλλά συχνά χάνονται στα κύματα. Οι γυναίκες μένουν πίσω στο νησί και παλεύουν να φτιάξουν μια τύχη για κείνες και για τις οικογένειές τους. Μια τέτοια γυναίκα, η Μίνα, με στρατηγικό πολυμήχανο μυαλό, κανονίζει τα προξενιά των κοριτσιών της, της Ορσας και της Μόσχας, εξασφαλίζοντάς τους καλή ζωή, χωρίς να νοιάζεται για «αισθήματα» και ρομάντζα. Μόνο που οι δυο κόρες αγαπούν τον ίδιο άντρα και οι μηχανορραφίες της μάνας τους θα φέρουν μοιραίες συγκρούσεις στην οικογένειά τους.

Ο Παντελής Βούλγαρης μεταφέρει στο σινεμά το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, σε σενάριο δικό της, κρατώντας ατόφια την καρδιά της ιστορίας και φτιάχνοντας μια ειλικρινή και συγκινητική ταινία εποχής. Η αίσθηση του παρελθόντος έχει ρεαλισμό και ακρίβεια, αλλά την ιστορία κουβαλούν ήρωες και ανθρώπινες ισορροπίες σύγχρονες ή, καλύτερα, διαχρονικές.

Η Ανδρος μεταμορφώνεται σ’ ένα κλειστό σύμπαν αυτόνομο, ολοζώντανο, μια μικρογραφία της παλιάς Ελλάδας που, ξανά, αγωνιζόταν να επιβιώσει. Η φωτογραφία του Σίμου Σακερτζή, τα σκηνικά του Αντώνη Δαγκλίδη, τα ρούχα της Γιούλας Ζωιοπούλου, συνθέτουν μια πιστή απεικόνιση του «τότε», που ταυτόχρονα έχει ανάσα μοντέρνα, ελκυστική. Η δουλειά στον ήχο της ταινίας μάς αφήνει ν’ ακούμε, στα κλεφτά, ατάκες περαστικών, ή επίκαιρα, που με δυο λόγια αποδίδουν το κλίμα των καιρών. Η υπέροχη μουσική (και, στους τίτλους αρχής, η φωνή) της Κατερίνας Πολέμη συνοδεύει τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα των ηρώων με ταιριαστή μελαγχολία. Αλλά ενώ η ιστορική αναπόληση έχει σημασία, η ιστορία η ίδια μεταφέρεται με ένταση, με πνεύμα καίριο, με πάθος κι έναν άγριο ρομαντισμό.

“Η ανάσα της ναυτικής παράδοσης με κινητοποιεί. Το ήθος της εποχής με συγκινεί. Οι νοοτροπίες και οι ανθρώπινες σχέσεις αποζητούν μια καίρια και ευαίσθητη καταγραφή. Θέλησα να καταφέρω να αφουγκραστώ τα πάθη, να φωτίσω τη σημασία της μακράς απουσίας και της απαντοχής, την ανακούφιση του σμιξίματος μετά από καιρό, το πένθος για τις απώλειες. Ειδικά αυτή τη γκρίζα εποχή, τους στενάχωρους καιρούς για τον τόπο και τους ανθρώπους, αξίζει να προσφέρουμε ένα κινηματογραφικό έργο πλούσιο σε αισθήματα και ανθρωπιά και μαζί ένα ταξίδι σε άγνωστες σελίδες της ιστορίας. Στα χρόνια που κάνω σινεμά, κοντά στα πρόσωπα της οικογένειας και των φίλων της νεότητας μου, προστίθενται και άλλα άγνωστα στην αρχή, που στο τέλος μιας ταινίας παίρνουν μια θέση στην καρδιά μου. Με τα μάτια και τη φωνή τους, διηγούμαι αυτό που με αναστατώνει. Μπορεί να περνάει καιρός μετά από την περιπέτεια που έζησα μαζί τους, όμως τα ονόματα τους διατηρούν για πάντα τη μοναδικότητα τους.” Παντελής Βούλγαρης

Ο Βούλγαρης επιλέγει δοκιμασμένους ηθοποιούς για τους δεύτερους ρόλους του, αλλά στην πρωταγωνιστική τετράδα αποκαλύπτει πρόσωπα νέα, φρέσκα, ιδιαίτερα, φωτογενή, φτιαγμένα για τη μεγάλη οθόνη, που κι αν κατά στιγμές ξεφεύγουν «θεατρικά» από την απλότητα της ταινίας, ενσαρκώνουν τους ρόλους τους συναρπαστικά. Κι αν η διάρκεια ξεπερνά πληθωρικά τις δυο ώρες, λίγα παραπάνω χαρτομάντιλα και η άνευ όρων παράδοση στο συναίσθημα έκανε το χρόνο να περνά πιο γρήγορα και απολαυστικά.

Από τη σύγχρονη ελληνική παραγωγή λείπουν τα εμπορικά δράματα με καλλιτεχνικές αξιώσεις και η «Μικρά Αγγλία» ήρθε να πληρώσει αυτή τη θέση. Μια ταινία ευαίσθητη, συγκινητική και ζωισμένη, κλασική και δροσερή ταυτόχρονα, ένα ωραίο δείγμα κινηματογραφικής πληρότητας.

Πηγές: https://www.oanagnostis.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%AC-%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE/

https://www.clickatlife.gr/cinema/story/21627

https://flix.gr/cinema/mikra-agglia.html

https://m.tvxs.gr/mo/i/144611/f/news/sinema/%C2%ABmikra-agglia%C2%BB-i-tragiki-istoria-enos-anekplirotoy-erota.html

Ο Μεγάλος αδελφός στην μεγάλη οθόνη: κινηματογραφική μεταφορά του 1984

Σαν σήμερα γεννιέται ο Τζορτζ Όργουελ και τι καλύτερο από το να αφιερώσουμε την ημέρα Πρεμιέρας μας σε ένα μοναδικό έργο, που μετατράπηκε σε μια συγκλονιστική ταινία! Ο λόγος για το 1984! Μια ταινία πολιτική, κοινωνική, συναισθηματική, ανθρώπινη μα πάνω από όλα επίκαιρη και καθηλωτική.

Το «1984» του Τζορτζ Όργουελ είναι ένα από τα συγκλονιστικότερα βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το «1984» γράφτηκε από τον Όργουελ στα μέσα του προηγούμενου αιώνα και εκδόθηκε το 1949, ένα χρόνο πριν τον θάνατο του. Έχει περάσει λοιπόν, πάνω από μισός αιώνας αφότου κυκλοφόρησε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Σε αντίθεση με τα έργα επιστημονικής φαντασίας που γερνούν σχετικά γρήγορα, το βιβλίο του Όργουελ εξακολουθεί να λειτουργεί σαν προειδοποίηση για τον κόσμο που ζούμε και για εκείνον που έρχεται. Πολιτικό μανιφέστο κατά του ολοκληρωτισμού, ελεγεία της χαμένης ελευθερίας, αλληγορία των πολιτικών μύθων του Ψυχρού Πολέμου, όπως και αν το ονομάσει κανείς, παραμένει έργο αιχμής. Το βιβλίο περιγράφει εφιαλτικά το έτος 1984 σαν μια χρονολογία όπου ο κόσμος ζει παγιδευμένος στα γρανάζια ενός αδίστακτου δικτατορικού καθεστώτος, όπου τα πάντα ελέγχονται από τον περιβόητο Μεγάλο Αδελφό…

Ο πρωταγωνιστής είναι ο Γουίνστον Σμιθ, στον εφιαλτικό κόσμο της Ωκεανίας, μιας χώρας που βρίσκεται κάτω από ένα απολυταρχικό καθεστώς στο οποίο όλοι οι κάτοικοι βρίσκονται υπό συνεχή παρακολούθηση. Τα γεγονότα διαδραματίζονται το έτος 1984 – αντιστροφή του 1948, έτος συγγραφής από τον Όργουελ του ομώνυμου βιβλίου.

Οι κοινωνικές τάξεις στην Ωκεανία είναι τα μέλη του εσωτερικού κόμματος που ασκούν τη διοίκηση της χώρας, τα μέλη του εξωτερικού κόμματος (οι κρατικοί υπάλληλοι) και οι προλετάριοι (τα εργατικά χέρια). Το κόμμα ασκεί την εξουσία έχοντας καταλύσει κάθε έννοια ελευθερίας. Όλοι παρακολουθούνται, ακόμα και μέσα στα σπίτια τους, με την βοήθεια τηλεοθονών. Όλα και όλοι ελέγχονται από τον Μεγάλο Αδερφό. Όλα οφείλονται και πηγάζουν από τον Μεγάλο Αδερφό. Ένα πρόσωπο που χρησιμοποιείται για την προσωποποίηση του κόμματος. Η ελευθερία έκφρασης αλλά ακόμα και σκέψης έχει ποινικοποιηθεί. Στην προσπάθεια να ελεγχθεί, έχοντας ως στόχο να καταργηθεί, η σκέψη, χρησιμοποιείται η γλώσσα.

Η εξουσία ετοιμάζει τη «Νέα Ομιλία». Ο Όργουελ με το στόμα του Σάιμ (συναδέλφου του Ουίνστον) αναφέρει: «…η Νέα Ομιλία είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που το λεξιλόγιο της λιγοστεύει κάθε χρόνο…» για να προσθέσει ότι «…ο σκοπός της Νέας Ομιλίας είναι να στενέψει τα όρια της σκέψης. Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδύνατο το έγκλημα της σκέψης, γιατί δεν θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς…».

Ο Ουίνστον προσπαθεί να εναντιωθεί σε αυτήν την κατάσταση. Κρίνει την εξουσία, την ίδια στιγμή κάνοντας κάτι αδιανόητο. Ερωτεύεται όταν ο έρωτας έχει γίνει κολάσιμη πράξη. Σκέφτεται όταν η σκέψη τείνει να καταργηθεί. Τα καταφέρνει τελικά; Αλλάζει κάτι στη ζωή του και στην ζωή των συνανθρώπων του;

Όταν πριν 70 χρόνια εκδόθηκε το βιβλίο «1984» του Τζορτζ Όργουελ, το όραμα του συγγραφέα για το μέλλον του κόσμου μάγεψε αλλά και έκανε να φρίξουν οι αναγνώστες του – όλα αυτά τα χρόνια.Η επιρροή αυτού του βιβλίου στις αντιλήψεις και πεποιθήσεις των ανθρώπων δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Η βρετανική ταινία που βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Τζορτζ Όργουελ, ονομάστηκε ‘Χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα’ γυρίστηκε το 1984 (!) σε σενάριο και σκηνοθεσία του Μάικλ Ράντφορντ και με πρωταγωνιστές τους Τζον Χαρτ, τον Ρίτσαρντ Μπάρτον (στην τελευταία του ταινία) και την Σουζάνα Χάμιλτον. Για τον ρόλο του Ω Μπράιεν, είχαν προταθεί και οι Πωλ Σκοφιλντ, Αντονυ Χόπκινς Hopkins και Σον Κόννερυ.
Τα γυρίσματα έχουν γίνει στην ίδια την πόλη και τους μήνες του χρόνου, ακριβώς όπως τα φαντάστηκε ο Όργουελ.

Επίσης, η ιστορία παραμένει αναλλοίωτη, γιατί οι δημιουργοί θεώρησαν άσκοπη τρέλα να αλλάξουν στο οτιδήποτε μια τόσο δυνατή διήγηση. Αν μη τι άλλο, θεωρούσαν ότι οι θεατές απαιτούσαν ένα ακόμα πιο ισχυρό συναισθηματικό μήνυμα από ό,τι οι αναγνώστες παλαιότερα.

Το «1984» είναι μοναδικό, ασυμβίβαστο, σε στοιχειώνει, όμως παραμένει το κεντρικό του θέμα, αυτό της ηρωικής πάλης.
Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας θεωρεί τον Τζορτζ Όργουελ κορυφαίο υπέρμαχο της νίκης της ηθικής και της ελευθερίας του ατόμου απέναντι στο κράτος. Και το αποδεικνύει. Οι ρόλοι έντονοι, οι ερμηνείες δυνατές, η σκηνοθεσία καθηλωτική.

Στο τέλος της θέασης, όπως και στο τέλος της ανάγνωσης ο θεατής και ο αναγνώστης μένουν με αναπάντητα ερωτήματα και ταλανίζονται από αμφιβολίες για τον κόσμο που ζούμε. Σίγουρα η ταινία δεν υποκαθιστά σε καμία περίπτωση το βιβλίο. Ωστόσο, αν θέλετε να ξαναθυμηθείτε την υπόθεση ή αν θέλετε να προϊδεαστείτε προτού το διαβάσετε είναι σίγουρα μια καλή λύση. Αναμφίβολα, το σφίξιμο στο στομάχι είναι αναπότρεπτο!

Πηγή: https://press.ert.gr/tv/ert1-1984-sygklonistiki-tainia-vasismeni-sto-vivlio-stathmo-toy-tzortz-orgoyel-05-01-2020/

Άλλη μια “Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ”

Με σιγουριά δεν υπάρχει είδος πιο αξιόπιστο για την τηλεοπτική επιτυχία από τις σειρές εποχής; Οι κορσέδες, οι περούκες και τα άβολα παπούτσια που αναγκάζονται να φορούν οι πρωταγωνιστές, παρέχουν στο κοινό μικρή απόλαυση για όσους αγαπούν να ξεκλέβουν λίγα λεπτά από τη σύγχρονη καθημερινότητα για να ασχοληθούν με τα πάθη και τις αμαρτίες καιρών περασμένων.

Μια τέτοια σειρά είναι και η μεταφορά του ‘Howards End’ στη μικρή οθόνη με βάση το ομώνυμο κλασικό βιβλίο του E.M. Forster.

Δύο οικογένειες της Εδουαρδιανής Αγγλίας, οι Wilcox και οι Schlegel, αντιπροσωπεύουν τις δύο πλευρές της ανώτερης τάξης. Οι πρώτοι συντηρητικοί και μετρημένοι. Οι δεύτεροι που εκπροσωπούνται μαζί με αδελφό τους από δύο προοδευτικές, αγαπημένες αδελφές σε έναν κόσμο φτιαγμένο για άντρες, είναι αντισυμβατικοί και ιδεαλιστές. Η ψήφος της γυναίκας και η στάση τους απέναντι στην εργατική τάξη, θα ήταν δύο μόνο από τα σημεία τριβής τους όταν θα βρίσκονταν να περνούν παρέα τον καιρό τους.

Η υποσημείωση που θα γινόταν τελικά σταθμός για τις ζωές τους, θα ήταν η γνωριμία με τον Leonard Bast. Έναν εκλεπτυσμένο πλην όμως φτωχό νεαρό λογιστή που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τη σύζυγό του, χωρίς την παραμικρή βοήθεια από το περιβάλλον του. Χωρίς να γίνει ακριβώς σαφές, υπονοείται πως εκτός από το χαμηλό στάτους της γυναίκας του ως πρώην πόρνη, ρόλο στον αποκλεισμό τους παίζει και το γεγονός ότι είναι μαύρη.

Η Jacky δεν είναι ο μοναδικός μαύρος χαρακτήρας στη σειρά ωστόσο, υπάρχει και μια υπηρέτρια των Schlegel ίδιου χρώματος που το υπόλοιπο προσωπικό αντιμετωπίζει διαφορετικά. Σπάνια μετατροπή η συμμετοχή μη λευκών ηθοποιών από τη σελίδα στην οθόνη όσον αφορά τις σειρές εποχής, αλλά πάντοτε ευπρόσδεκτη.

Από το εκλεκτό καστ ξεχωρίζουν και οι βετεράνοι Matthew Macfadyen και Hayley Atwell – κι όμως, είχε περισσέψει ακόμη ένας μουντρούχος εποχής μέσα στον Macfadyen – και οι ανερχόμενοι Philippa Coulthard (Annabelle: Creation) και Alex Lawther (The End of the F**ing World, Black Mirror), ενώ η σκηνοθεσία της Hettie MacDonald απομακρύνει τη σειρά από τις συγκρατημένες συνήθως ερμηνείες του είδους και της δίνει την καθαρή παλέτα που είδαμε στο ‘Fortitude’. Το γερό χαρτί του ‘Howards End’ όμως είναι ο οσκαρικός σεναριογράφος Kenneth Lonergan (Manchester By the Sea, Margaret) που γράφει ρεαλιστικούς διαλόγους και αποφεύγει το γλυκερό τέλος. Ο Lonergan πάντα ενδιαφερόταν για τους οικογενειακούς δεσμούς και τα προνόμια ως θεματικές, οπότε εδώ έχει την ευκαιρία να τα εξετάσει υπό το πρίσμα το κλασικού.

Η συνάντηση και οι δυναμικές μεταξύ των τριών κόσμων που ενορχηστρώνει θα αλλάξει τη ζωή όλων με τρόπο μη αναμενόμενο, την ίδια στιγμή που το αιώνιο ερώτημα του Forster θα ριζώνει στον πυρήνα της σειράς. Μετά από την περίοδο των εντάσεων και της τεκτονικής σχεδόν μεταβολής των παραδοσιακών αξιών και της οικονομίας, ποια τάξη θα κληρονομήσει την Αγγλία τελικά;

Το ίδιο ερώτημα θα μπορούσε εύκολα να ανακύψει και τώρα σχετικά με την Ευρώπη, έχοντας μάλιστα και μια νέα λεπτομέρεια υπόψιν. Σήμερα ο πάμπτωχος Leonard, δεν θα είχε καν την πολυτέλεια να μένει στο Λονδίνο.

Αγαπημένο μυθιστόρημα στους βιβλιοφιλικούς κύκλους και όχι μόνο, ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας εξαιρετικά διαχρονικό λόγω της διορατικότητας και της οξυδέρκειας με την οποία ο συγγραφέας Έντουαρντ Φόρστερ παρατήρησε τις τάξεις στην Αγγλία του εικοστού αιώνα αναπλάθεται για την μικρή οθόνη σε μία συμπαραγωγή του BBC One και του τηλεοπτικού δικτύου Starz, που αν και σύντομο περικλείει τον κόσμο του συγγραφέα στο βέλτιστο. Περίπου 30 χρόνια μετά την αξεπέραστη «Επιστροφή στο Χάουαρντς Έντ» του James Ivory, οι χαρακτήρες που υποδύθηκαν οι Emmna Tomson, Antony Hopkins και Helen Bonam Carter αλλάζουν χέρια και αυτήν την φορά καταφέρνουν σε τέσσερα επεισόδια να μας ξεναγήσουν στον κόσμο του χρήματος και της διανόησης αλλά κυρίως στις σχέσεις που κατευθύνουν αυτές οι δύο έννοιες και τις συνέπειες που βαραίνουν τους ανθρώπους.

Τέτοια σφαιρικότητα της σκέψης φυσικά βρίσκουμε και σε πολλά κλασσικά αριστουργήματα και αυτός είναι και ένας από τους λόγους που η προσέγγισή τους, είτε κινηματογραφική είτε τηλεοπτική, χαίρει πάντα ιδιαίτερου σεβασμού ως προς το πρωτότυπο. Διότι, φαινομενικά το “Howards End” προσφέρει ίντριγκα με τα δράματα των αριστοκρατών ή την βιοπάλη των μικροαστών, όπως γίνεται και στις μέρες μας, όμως κάτω από την επιφάνεια τα εργαλεία των συγκρίσεων και των παραλληλισμών που χρησιμοποιεί η σειρά αντικατοπτρίζουν την μαεστρία του συγγραφέα και υπαινίσσονται την χιλιοειπωμένη ατάκα περί “μικρογραφίας της κοινωνίας”, που να είστε σίγουροι ότι ισχύει στην προκειμένη περίπτωση.

Πηγή:https://www.oneman.gr/entertainment/howards-end-mini-series-review/

https://www.moveitmag.gr/news/howards-end-s01-me-sevasmo-sto-prototypo/58502&amp

Η σκακιστική νουβέλα: το κύκνειο άσμα του Στέφαν Τσβάιχ

Έργο μεταιχμιακό, με πολλές φιλοσοφικές και αλληγορικές προεκτάσεις, η «Σκακιστική νουβέλα*» του μεγάλου αυστροεβραίου συγγραφέα Στέφαν Τσβάιχ είναι δικαίως μια από πλέον διαβασμένες και σχολιασμένες νουβέλες του εικοστού αιώνα.

Ήταν η τελευταία πράξη ενός πολυσύνθετου έργου –ποίηση, μεταφράσεις, λιμπρέτα, δοκίμια, πεζογραφία–, το οποίο σημαδεύτηκε από την αναγκαστική εξορία του συγγραφέα στην Αγγλία, στις ΗΠΑ και τέλος στη Βραζιλία, υπό το βάρος της επέλασης της ναζιστικής κτηνωδίας στη χώρα του και στην Ευρώπη γενικότερα. Εκεί, σε ένα μπάγκαλοουζ στην Πετρόπολη, στα εξήντα ένα του χρόνια, ο Τσβάιχ και η δεύτερη γυναίκα του, η Λότε Άλτμαν, έδωσαν τέλος στη ζωή τους, δίνοντας έτσι στη «Σκακιστική νουβέλα» το χαρακτήρα πνευματικής διαθήκης. Στο σημείωμά του προς τις βραζιλιάνικες αρχές, το ύφος του οποίου μαρτυρά πνευματική διαύγεια και ψυχική νηφαλιότητα, εξηγεί ως εξής την απόφαση που πήρε από κοινού με τη γυναίκα του: «[…] Ο κόσμος της γλώσσας μου σκοτείνιασε για μένα, και η Ευρώπη, ο χώρος των πνευματικών δεσμών μου, έχει κι αυτή αφανιστεί. […] Οι δυνάμεις μου έχουν εξαντληθεί από τα ατελείωτα χρόνια της ξενιτιάς μακριά από τα μέρη που με σημάδεψαν.»

H “σκακιστική νουβέλα” μας μεταφέρει σε ένα πλοίο που ταξιδεύει από τη Νέα Υόρκη στο Ρίο και το Μπουένος Άιρες, όπου η μοίρα θα φέρει σε επαφή, μέσω ενός αθώου στοιχήματος αρχικά, δύο αντίθετης τεχνικής σκακιστές, τον δρ.Μπ και τον παγκόσμιο πρωταθλητή σκακιού Μίρκο Τσέντοβιτς, για να μας δείξει πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να παίξουν εάν δεν έχουν σκακιέρα μπροστά τους, και άλλοι οι οποίοι στήνουν ολόκληρες παρτίδες στο μυαλό τους με το ρίσκο να διασχίσουν το κατώφλι της σχιζοφρένειας.

Ο Τσβάιχ χρησιμοποιεί το σκάκι ως αλληγορικό στοιχείο για να καθρεφτίσει έναν κόσμο, τόσο τον δικό του, τον εσωτερικό όσο και αυτόν που ξεθωριάζει γύρω του. Η ζωή μοιάζει με σκακιέρα και εκείνος μοιάζει με πιόνι χαμένο στην μετάφραση, βυθισμένο στην απουσία και την ανυπαρξία. Ο κ. Μπ όπως και ο ίδιος ο Τσβάιχ είναι η προσωποποίηση ενός αέναου δράματος που τέλος δεν έχει αλλά βρίσκει. Στην νουβέλα δράττεται της ευκαιρίας να αφηγηθεί την τρέλα ενός ανθρώπου που βίωσε την απόλυτη παράνοια όντας έγκλειστος σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου δίχως την παραμικρή δυνατότητα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Σε ένα βιβλίο σκακιού βρίσκει ένα στήριγμα, μια παρέα, μία προσωρινή λύτρωση που σιγά σιγά μετατρέπεται σε εφιάλτη, θα αντέξει; Επιστρατεύοντας κάθε ικμάδα δύναμης που έχει μέσα του αντιστέκεται και εξαντλεί κάθε πιθανότητα επιβίωσης ενώ μάχεται να ξεφύγει από τον παραλογισμό, την σύνθλιψη, τον εξευτελισμό αλλά και από μια μιζέρια και μια οικουμενική φυλακή που ετοιμάζεται να απλώσει τα δίχτυα της μέσω ενός καθεστώτος που είναι αβυσσαλέο και αδυσώπητο, ανελέητο και παράφρον. Και όμως οι παρτίδες σκάκι που είναι ο μονόδρομος απασχόλησης του μυαλού καταντούν πλέον η απειλή του αφού εφευρίσκει εσωτερικούς εχθρούς, παίζει για λογαριασμό δύο, σκέφτεται για δύο, ταυτόχρονα είναι το άσπρο και το μαύρο στρατόπεδο σαν τον ηθοποιό που καλείται να υποδυθεί δύο ρόλους με διαφορά δευτερολέπτων.

Τελικά από ποιο είδος αιχμαλωσίας κινδυνεύει πλέον; Και ομολογεί: «Η φοβερή κατάσταση στην οποία βρισκόμουν με ανάγκασε να κάνω τουλάχιστον αυτήν την προσπάθεια, να διχάσω το εγώ μου σε μαύρο και λευκό, προκειμένου να μη με συνθλίψει η φρικτή ανυπαρξία γύρω μου». Αλλά παράλληλα παραδέχεται: «Είχα καταληφθεί από μια μανία, στην οποία δεν μπορούσα να αντισταθώ». «Ήταν αδύνατο να φανταστώ τη ζωή ενός ανθρώπου με ζωηρό πνεύμα ο οποίος περιορίζει τον κόσμο του σε έναν στενό μονόδρομο ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο, αναζητεί τους θριάμβους του σε τριάντα δύο πιόνια και στο συνεχές τους πέρα δώθε, στο πίσω μπρος […]». Πράγματι η αποστολή του είναι δύσκολη, είναι ένας αγώνας άνισος και όταν βρίσκεται στο πλοίο της γραμμής αντιμέτωπος με τα φαντάσματα του παρελθόντος τότε όλα παίρνουν άλλη τροπή. Γιατί θα αναρωτηθεί και εύλογα είναι πάλι μία επικίνδυνη επιστροφή σε έναν εθισμό από τον οποίο πίστευε πως έχει απαλλαχθεί;

Ο Τσβάιχ παίζει επικίνδυνα με την ίδια του την ψυχολογία και δεν το κάνει για πρώτη φορά. Καταπιάνεται με την ασταθή ψυχοσύνθεσή του, τον ευαίσθητο όσο και εύθραυστο χαρακτήρα του, το πολιτιστικό και πολιτισμικό σοκ μέσα από το οποίο προσπαθεί συνεχώς να συνέλθει αλλά αδυνατεί. Δέσμιος της απογοήτευσης και της απελπισίας να βρει το δικό του καταφύγιο περιπλανιέται από χώρα σε χώρα ξένος να αναζητά τον τόπο εξορίας του δίχως αυτό να επουλώνει τις ανοιχτές πληγές. Είναι θαυμαστό όμως πως βρίσκει το θάρρος, το σθένος, την τόλμη και την γενναιότητα να μιλήσει για τον ίδιο, να θέσει τον ίδιο στο κέντρο της προσοχής μας και να παραδώσει ένα τέτοιο αριστουργηματικό τελικό σύγγραμμα και ύστερα ξεμένοντας από δυνάμεις να θέσει τέλος σε όλο αυτό το μαρτύριο με την ησυχία και την βεβαιότητα πως έπραξε ότι ήταν λογοτεχνικώς και ανθρωπίνως δυνατό.

Αν και μόλις 120 σελίδες, η «Σκακιστική νουβέλα» αποτελεί ένα συναρπαστικό και πολυεπίπεδο ανάγνωσμα, που επιδεικνύει την ώριμη συγγραφική μαεστρία του Τσβάιχ. Με μία παιγνιώδη όσο και ουσιαστική αφήγηση, συνδυάζει την πολιτική αλληγορία με το ψυχογράφημα των χαρακτήρων. Τα θέματα του μονομανιακού πάθους και των μυστηρίων της ανθρώπινης φύσης ξεδιπλώνονται παράλληλα με μία σοφά εξελισσόμενη ψυχολογική προσέγγιση. Έτσι, σε μια διήγηση που κόβει την ανάσα, γίνεται αναφορά στις μεθόδους βασανιστηρίων του εθνικοσοσιαλισμού, ενώ έχουμε επίσης μια σύγκριση ανάμεσα σε δύο ανθρώπινους τύπους, ο ένας κλειστός και με αυτάρκεια στο παιχνίδι του, και ο άλλος που έζησε μια τρομερή δοκιμασία, στην οποία οφείλει την πνευματική του ιδιαιτερότητα αλλά και εξαιτίας της οποίας παραμένει υπερβολικά εύθραυστος.

Όπως καταλάβατε, η σκακιστική νουβέλα είναι πολλά περισσότερα από μια παρτίδα σκάκι. Μέσα στις λίγες σελίδες της που ο αναγνώστης της απορροφά με μανία πετυχαίνει να αναδείξει τις βαρβαρότητες του εθνικοσοσιαλισμού, την ευθραυστότητα του ανθρώπινου νου, τη μαγεία και τη μανία ενός παιχνιδιού. Εκτός από τα πιόνια του σκακιού που εμφανίζονται στην σκακιέρα, εμφανίζονται μπροστά μας σκέψεις περί εγκλεισμού, περί αντοχής, περί προσδοκιών. Το τέλος αφήνεται με μαεστρία στην φαντασία του αναγνώστη που καλείται να λύσει τον δικό του σκακιστικό γρίφο! Αν δεν το έχετε διαβάσει ακόμα, τώρα είναι η ευκαιρία να το πράξετε!

Πηγές:

https://www.culturenow.gr/skakistiki-noyvela-stefan-tsvaix-kritiki-vivlioy/

https://www.bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/skakistiki-vouvella

https://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1386_2585

Μια επίσκεψη στο υπόγειο του Ντοστογιέφσκι

Ο Ντοστογιέφσκι έγραψε το «Υπόγειο» ή αλλιώς «Αναμνήσεις από το υπόγειο» το 1864, όταν επέστρεψε στη Ρωσία από το Παρίσι, χρεοκοπημένος από τη χαρτοπαιξία και βρήκε τη σύζυγό του Μαρία Ντιμιτρίεβνα ετοιμοθάνατη. Στο χρονικό διάστημα που της παραστάθηκε στο κρεβάτι του πόνου έγραψε αυτό το σπουδαίο έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, το οποίο ο ίδιος χαρακτήρισε «τραχύ» και «παράδοξο».Εκεί, έθεσε για πρώτη φορά το πρόβλημα της σύγκρουσης μεταξύ συναισθήματος και λογικής, το οποίο αποκορυφώθηκε στα κατοπινά του έργα. Μέσα σε λίγες σελίδες, ο συγγραφέας, μ’ έναν βαθιά φιλοσοφικό τρόπο, ξεγυμνώνει την ανθρώπινη σκέψη και ψυχή, την κομματιάζει αναλύοντάς την και τη ξανασυνθέτει εμβαθύνοντας στην ανθρώπινη ύπαρξη.


Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος, ο ήρωας βρίσκεται μέσα στο υπόγειο και τον γνωρίζουμε από τον μονόλογό του, ενώ στο δεύτερο μέρος βγαίνει από το υπόγειο και αφηγείται τρεις ιστορίες από την καθημερινότητά του. Ίσως αυτή η δομή του βιβλίου να μοιάζει ασύνδετη, ωστόσο τα δύο μέρη είναι απολύτως συνδεδεμένα και αναγκαία για να προσεγγίσει ο αναγνώστης την ψυχοσύνθεση του ήρωα και την υπαρξιακή του σύγκρουση. Η γλώσσα και το ύφος του συγγραφέα δημιουργούν καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης μια πνευματική και ψυχική υπερδιέγερση, αλλά και μια εκ βαθέων λογοτεχνική απόλαυση.

Ο συγγραφέας μας συστήνεται ως ένας συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος σαράντα χρόνων που αυτοπροσδιορίζεται ως άνθρωπος του Υπογείου, ως διανοούμενος, ως ένας «ποντικός» με υπερτροφική συνείδηση. Απέναντι στον άνθρωπο του Υπογείου, ο ήρωας μας αντιδιαστέλλει τον πρακτικό άνθρωπο της δράσης, αυτόν με την ελάχιστη συνείδηση που σταματά χωρίς βαθιά περίσκεψη μπροστά στο τοίχο που ορθώνεται μπρος του και υποτάσσεται με ανακουφιστική προθυμία σε όλα τα αξιώματα της επιστήμης και της κοινωνίας. Αυτοί που ανήκουν στη κατηγορία των πρακτικών ανθρώπων δύνανται να δρουν, καθώς όντας μετριότητες, παίρνουν τις πλησιέστερες αιτίες σαν αιτίες πρωτογενείς, και πείθονται ευκολότερα και γρηγορότερα βρίσκοντας κάποια βάση ακλόνητη για τη δράση τους. Ο άνθρωπος του υπογείου πάλι, σύνθετος και πολυεπίπεδος, μοιάζει αιώνια καταδικασμένος στην τύχη όλων των έξυπνων ανθρώπων, τη φλυαρία. Ο ήρωας μας απορρίπτει τις ρασιοναλιστικές θεωρίες της εποχής, κόντρα στον ακραιφνή ορθολογισμό που θα οδηγούσε σε μια ολότελα λογικά δομημένη, μα και ολότελα πληκτική κοινωνία, και προτάσσει την ανάγκη διαμόρφωσης της ελεύθερης βούλησης.


Ο ανώνυμος άνθρωπος του υπογείου προσπαθεί με την πρώτη πρόταση να αυτοπροσδιοριστεί.
«Είμαι άρρωστος…. Είμαι κακός. Δεν είμαι καθόλου ευχάριστος».
Για να μας πει παρακάτω:
«Όχι μόνο δεν μπόρεσα να γίνω κακός, μα δεν μπόρεσα να γίνω τίποτε. Ούτε κακός, ούτε τιποτένιος, ούτε τίμιος, ούτε ήρωας ή ένα τόσο δα ζωύφιο. Τώρα περνώ τα τελευταία χρόνια της ζωής μου εξοργισμένος απ’ τη σαρκαστική και τιποτένια αυτή παρηγοριά, πως ένας έξυπνος άνθρωπος δεν κατορθώνει ποτέ να πετύχει στον προορισμό του, μόνο ένας ηλίθιος το καταφέρνει.»
Από το πρώτο κεφάλαιο, λοιπόν, καταλαβαίνουμε την εσωτερική σύγκρουση του ήρωα και την ανάγκη του να μιλήσει για τον εαυτό του.
«Θα μιλήσω λοιπόν για μένα.»
Είναι σαράντα χρονών, πρώην δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος μετά από μια κληρονομιά παραιτήθηκε και αποσύρθηκε στο υπόγειό του, ζώντας είκοσι χρόνια απομονωμένος με τον υπηρέτη του, τον μοναδικό άνθρωπο που δέχεται δίπλα του παρ’ όλο που τον μισεί. Ξεκινά λοιπόν ένας μονόλογος-εξομολόγηση ή ένας διάλογος με τον αναγνώστη, ο οποίος προφανώς δίνει τροφή για πολλή σκέψη και γεννά πολλά φιλοσοφικά και υπαρξιακά ερωτήματα. Ο λόγος του είναι μια κραυγή απόγνωσης και πολύχρονης μοναξιάς. Επιτίθεται με δριμύτητα σε όλα τα πνευματικά ρεύματα και τις κοινωνικές θεωρίες της εποχής του, της Ρωσίας και της Ευρώπης. Η σκέψη του βροντάει σαν την ανυπόφορη σπάθα του αξιωματικού, ασυγκράτητη, αληθινή. Αμφισβητεί, μετανιώνει, αυτοτιμωρείται.
Διαχωρίζει τον πρακτικό άνθρωπο από τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Τους θέτει απέναντι στην προσβολή, στον εξευτελισμό, στην εκδίκηση. Ο πρακτικός άνθρωπος σταματά μπροστά στον τοίχο που θέτουν οι φυσικοί νόμοι, οι επιστήμες και τα μαθηματικά. Δέχεται απόλυτα το αξίωμα του «δύο και δύο κάνουν τέσσερα». Ο διανοούμενος, όμως, με την υπερτροφική του συνείδηση βλέπει τον τοίχο σαν πρόκληση, σαν πρόφαση ν’ αλλάξει δρόμο, αμφιβάλλει και βυθίζεται σαν τον ποντικό σε μία λάσπη από άλυτα ερωτήματα. Θέτει ξεκάθαρα λοιπόν τον εαυτό του απέναντι στην ορθολογική σκέψη.
«Θεέ μου τι μ’ ενδιαφέρουν εμένα οι νόμοι της φύσης και της αριθμητικής όταν οι νόμοι αυτοί μπορεί να μην μου αρέσουν. Δεν θα σπάσω φυσικά τον τοίχο με το κεφάλι μου αν δεν έχω τη δύναμη που χρειάζεται, μα δε θα υποκύψω μόνο και μόνο επειδή έχω μπροστά μου ένα πέτρινο τοίχο και δεν έχω τη δύναμη που χρειάζεται για να τον σπάσω.»
Στη συνέχεια κατηγορεί τον μορφωμένο άνθρωπο της εποχής του για υποκρισία και θέτει το θέμα της αυτογνωσίας και του αυτοσεβασμού.
«Μπορεί ένας άνθρωπος να σέβεται τον εαυτό του έχοντας συνείδηση του ξεπεσμού του;»

Τολμά να μιλήσει για τις ανθρώπινες αδυναμίες, τα πάθη, τα λάθη, την μετάνοια, την πλήξη για να καταλήξει στο αιώνιο ερώτημα. Τι είναι καλό και ωφέλιμο για τον άνθρωπο; Είναι ο κατάλογος που έχουν καταρτίσει όλοι οι στατιστικολόγοι, οι σοφοί και οι φιλάνθρωποι δηλαδή η ευμάρεια, ο πλούτος, η ελευθερία, η ανάπαυση; Εξημερώνει ο πολιτισμός τον άνθρωπο ή τον κάνει περισσότερο αιμοχαρή, αφού οι περισσότεροι αιμοχαρείς άνθρωποι ήταν πολύ πολιτισμένοι; Μπορεί ο ορθολογισμός και η επιστήμη να λύσουν όλα τα ζητήματα ώστε ο κόσμος να γίνει παράδεισος; Χαρακτηρίζει τον άνθρωπο σαν ον δίποδο, αχάριστο, ανήθικο και παράλογο, παραθέτοντας μεταξύ άλλων παραδειγμάτων από την ιστορία και την Κλεοπάτρα, η οποία αισθανόταν ευχαρίστηση να μπήγει χρυσές βελόνες στα στήθη των σκλάβων της γυναικών. Καταλήγει λοιπόν ότι:
«Ο άνθρωπος μόνο ένα πράγμα έχει ανάγκη. Να είναι η θέλησή του εντελώς ανεξάρτητη, όσο κι αν του στοιχίζει αυτή του η ανεξαρτησία, όσες κι αν είναι οι κακές συνέπειες που συνεπάγονται.»
Συνεχίζει τονίζοντας τη σπουδαιότητα της βούλησης στον άνθρωπο σε σχέση με τη λογική, υποστηρίζοντας ότι η θέληση είναι όλη η εκδήλωση της ζωής, δρα συνολικά με όσες δυνάμεις έχει μέσα της και συνειδητά ή ασυνείδητα ζει ακόμη κι όταν ξεγελιέται.
«Συμφωνώ, δύο και δύο κάνουν τέσσερα, είναι θαυμάσιο πράγμα, ε λοιπόν και τα δύο και δύο κάνουν πέντε, είναι καμιά φορά πιο χαριτωμένο.»
Αναφέρεται, επίσης, στη χρησιμότητα του πόνου στον άνθρωπο σαν αιτία συνείδησης. Δεν παραλείπει ωστόσο να επιτεθεί στο πολιτικό καθεστώς της Ρωσίας, το οποίο παρομοιάζει με κρυστάλλινο παλάτι και αναρωτιέται με καυστική ειρωνεία αν ο άνθρωπος που ζει σ’ αυτό θα ήταν προτιμότερο να ξαναγυρίσει στις βελόνες.
«Προσέξτε τώρα: στη θέση του παλατιού, ας υποθέσουμε πως βρίσκεται ένα κοτέτσι, και αρχίζει να βρέχει είναι πολύ πιθανό να μπω μέσα στο κοτέτσι για να μη βραχώ μα δε θα πάρω ποτέ το κοτέτσι για παλάτι από ευγνωμοσύνη, επειδή με προστάτεψε από τη βροχή. Γελάτε. Λέτε μάλιστα πως σε μια τέτοια περίσταση, κοτέτσι και παλάτι είναι το ίδιο. Ναι, θα απαντήσω, αν ζει κανείς μόνο για να μη βρέχεται…. Έπειτα, ξέρετε, είμαι βέβαιος ότι εμείς που κατοικούμε στα υπόγεια, είναι ανάγκη να μας κρατούν σαν μαντρόσκυλα, καλά δεμένους. Γιατί μολονότι είμαστε ικανοί να μείνουμε σαράντα χρόνια στην τρύπα μας χωρίς να πούμε λέξη, ωστόσο όταν βγαίνουμε στο φως της μέρας, μιλάμε ακατάπαυστα.»

Η νεανική του εκδοχή , στο δεύτερο μέρος, αποτελεί μια παρωδία του κλασσικού μοτίβου του ρομαντικού ήρωα που απαντάται στα ρώσικα μυθιστορήματα, είναι εύθικτος, μορφωμένος, δειλός, εμπνεόμενος από υψηλές ιδέες και ιδανικά, οι δε χαρακτήρες με τους οποίους αλληλεπιδρά απεικονίζουν τη παθογένεια και την υποκρισία της σύγχρονής του Ρώσικης κοινωνίας. Ο συγγραφέας κοιτά βαθιά μέσα στον ήρωα του, μια γκροτέσκα εκδοχή του εαυτού του και των λογοτεχνικών ηρώων του, τον αποδομεί και καρατομεί με τον πιο λεπτό τρόπο την πνευματική και ηθική του ακεραιότητα, τη μισάνθρωπη στάση του απέναντι στην κοινωνία.
Ο συγγραφέας σκιαγραφεί την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του ήρωά του, μέσα από την απολύτως ειλικρινή εξιστόρηση κάποιων γεγονότων της ζωής του και χωρίς να φοβάται την αλήθεια, ψυχογραφεί σε βάθος την ανθρώπινη φύση.
«Στις αναμνήσεις κάθε ανθρώπου υπάρχουν πράγματα που δεν τα εμπιστεύεται σ’ όλο τον κόσμο, αλλά μόνο στους φίλους του. Υπάρχουν άλλα που δεν τα εμπιστεύεται στους φίλους του, τα λέει μοναχά στον εαυτό του, κι αυτό στα κρυφά. Και τέλος, υπάρχουν κι εκείνα που ο άνθρωπος φοβάται να τα ομολογήσει και στον ίδιο του τον εαυτό.»
Στις ιστορίες που μας εμπιστεύεται ο ήρωας μας είναι νέος 24 ετών, υπάλληλος στο υπουργείο, αλλά η ζωή του είναι θλιβερή, μοναχική σαν του άγριου ζώου. Οι χαρακτήρες που αλληλεπιδρά καθρεπτίζουν την Ρώσικη κοινωνία με όλη της την υποκρισία και την παθογένεια. Είναι έξυπνος, μορφωμένος με υψηλές αξίες και ιδανικά, αλλά δειλός, εσωστρεφής και χαμηλώνει πάντα τα μάτια μπροστά σε κάθε άνθρωπο που γνωρίζει. Έχει έναν υπέρμετρο εγωισμό που τον κάνει να νοιώθει ότι δεν μοιάζει με κανέναν.
«Εγώ είμαι ο ένας, κι αυτοί είναι η ολότητα.»
Ωστόσο υποτιμά τον εαυτό του, επειδή η συμπεριφορά του δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του, με αποτέλεσμα να βιώνει μια συνεχή εσωτερική σύγκρουση. Σιχαίνεται λοιπόν και περιφρονεί όλους τους συναδέλφους του και τους ανθρώπους της εποχής του, θεωρώντας τους σαχλούς, επιδειξιομανείς, ανόητους, αρνιά από το ίδιο κοπάδι. Μοναδικό του καταφύγιο το διάβασμα. Πνίγει με ξένες εντυπώσεις ό,τι βράζει μέσα του. Η πλήξη όμως και τα δυνατά του πάθη τον οδηγούν στην κραιπάλη.
Μια νύχτα, περνώντας έξω από μία ταβέρνα, είδε έναν καυγά και έναν άντρα να τον πετούν απ’ το παράθυρο. Ζήλεψε και μπήκε μέσα για να ζήσει το ίδιο. Δεν τόλμησε όμως να προκαλέσει κανέναν και το χειρότερο ήταν πως ένας αξιωματικός, ο οποίος προφανώς συμβολίζει τη Ρώσικη αριστοκρατία, τον περιφρόνησε σαν να ήταν κουνούπι. Ο εξευτελισμός που ένοιωσε γέμισε την ψυχή του μίσος και θυμό. Έμαθε τα πάντα γι’ αυτόν και προσπάθησε να βρει το ηθικό θάρρος που του έλειπε, για να τον αντιμετωπίσει. Για χρόνια έβλεπε τον αξιωματικό στο δρόμο.
«Έκανε τόπο να περάσουν οι στρατηγοί και οι επίσημοι, και γλιστρούσε κι αυτός σαν χέλι ανάμεσά τους μα όταν επρόκειτο γι’ ανθρώπους σαν κι εμένα ή κατά τι καλύτερους, κυριολεκτικά μας κουρέλιαζε: ερχόταν γραμμή καταπάνω μας, σαν να’ χε το κενό μπροστά του, και για κανένα λόγο δεν υποχωρούσε ούτε μία σπιθαμή. Μεθούσα απ’ την κακία μου κοιτάζοντάς τον, και… λυσσώντας, παραμέριζα μπροστά του.»

Υπέφερε και έβαλε σκοπό να εξισωθεί μαζί του, να μην ξαναϋποχωρίσει πρώτος. Δανείστηκε χρήματα για να βελτιώσει την εμφάνισή του, και αποφασισμένος βγήκε στο δρόμο. Το μόνο που κατάφερε ωστόσο ήταν να βρεθεί κάτω από τα πόδια του αξιωματικού, εξευτελισμένος όσο ποτέ. Ως εκ θαύματος, την επομένη νύχτα, που είχε αποφασίσει να παραιτηθεί από τον σκοπό του, σκόνταψε πάνω του ώμο με ώμο και δεν υποχώρησε ούτε σπιθαμή. Έσωσε την αξιοπρέπειά του δείχνοντας μπροστά σ’ όλο τον κόσμο την κοινωνική του ισότητα. Μετά την κραιπάλη βρισκόταν ολότελα στον πάτο. Ένοιωθε αηδία, μεταμέλεια και ξεκινούσε μια οδυνηρή εσωτερική ανάλυση. Έπειτα κατέφευγε στα όνειρα. Ονειρευόταν το «ωραίο και υψηλό», τον κόσμο όπως ήθελε να είναι, γινόταν ήρωας, βρισκόταν πιο ψηλά απ’ όλους. «Όλοι είναι σκουπίδια μπροστά μου και είναι υποχρεωμένοι να αναγνωρίζουν, θέλοντας και μη, την τελειότητά μου και τότε συγχωρώ όλο τον κόσμο.»
Μέσα σ’ αυτήν την απόλυτη ευτυχία, γέμιζε πίστη και ελπίδα. Η ψυχή του πλημμύριζε από αγάπη και ένοιωθε την ανάγκη να σφίξει στην αγκαλιά του ολόκληρη την ανθρωπότητα. Του αρκούσε μόνο εκείνη τη στιγμή, να είχε δίπλα του έστω και έναν άνθρωπο. Έτσι αποφάσιζε να επισκεφτεί τους μοναδικούς δύο γνωστούς του. Τον προϊστάμενό του και έναν παλιό συμμαθητή του, τον Σιμόνοφ, γεγονός ωστόσο που τον προσγείωνε δυσάρεστα στην πραγματικότητα, με τις ανόητες και πληκτικές συζητήσεις τους.
Σε μία επίσκεψη στον Σιμόνοφ, όπου περισσότερο τον έσπρωξε η μοναξιά, συνάντησε άλλους δύο παλιούς συμμαθητές του, οι οποίοι τον υποτιμούσαν για την κοινωνική του ασημαντότητα. Συζητούσαν για ένα αποχαιρετιστήριο γεύμα που ήθελαν να προσφέρουν την επομένη, προς τιμήν του Ζβερκόφ, ενός αξιωματικού παλιού συμμαθητή τους. Χωρίς να το πολυσκεφτεί ο ήρωάς μας, αυτοπροσκλήθηκε για να τους εκμηδενίσει, αφού εκτός από την αντιπάθεια που έτρεφε για τους παρόντες, τον συνέδεε με τον Ζβερκόφ μια παλιά διαμάχη και τον θεωρούσε υποκριτή και αχρείο. Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας, μέσα από μια εφιαλτική νύχτα του ήρωά του, μας γνωστοποιεί την παιδική και εφηβική του ηλικία, αποδομώντας συγχρόνως το εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής του και αγγίζοντας τα μύχια της πληγωμένης ψυχής του.
«Όλη τη νύχτα οι αναμνήσεις της ζωής της φυλακής που έκανα στο σχολείο, μου βάραιναν το μυαλό και δεν μπορούσα να τις διώξω. Μακρινοί συγγενείς από τους οποίους εξαρτιόμουν και δεν ήξερα τι απόγιναν από τότε, με είχαν χώσει σ’ αυτό το σχολείο – ορφανό, αποβλακωμένο από τα μαλώματά τους, σκεφτικό, σ’ αυτήν την ηλικία, σιωπηλό με άγριο βλέμμα. Οι συμμαθητές μου με υποδέχθηκαν με σαρκασμούς μοχθηρούς και ανελέητους, γιατί δεν έμοιαζα με κανέναν τους. Μα δεν μπορούσα να υποφέρω τις κοροϊδίες. Τους σιχάθηκα αμέσως και κλείστηκα στον εαυτό μου, μέσα στη σκοτεινή μου περηφάνια, πονεμένος και φοβισμένος. Η προστυχιά τους με αναστάτωνε. Κορόιδευαν αναιδέστατα το πρόσωπό μου, την αδέξια στάση μου. Και όμως, πόσο βλακώδη ήταν τα δικά τους μούτρα! Στο σχολείο η έκφραση των προσώπων μας γινόταν ολότελα κουτή, άλλαζε. Πόσο ωραία παιδιά μπαίνανε σ’ αυτό! Και μέσα σε λίγα χρόνια λυπόσουν να τα βλέπεις… Ήταν διεφθαρμένα ως το κόκκαλο. Και χωρίς άλλο, η διαφθορά τους προερχόταν από την αδιαντροπιά των μεγάλων… Για να αποφύγω τις κοροϊδίες τους, άρχιζα να εργάζομαι όσο μπορούσα περισσότερο, διάβαζα βιβλία που εκείνοι δεν μπορούσαν να διαβάσουν… Με τα χρόνια ένοιωσα μέσα μου την ανάγκη ενός φίλου, μα η ψυχή μου ήταν πια δεσποτική… Η πρώτη μου δουλειά όταν τελείωσα το σχολείο, ήταν να εγκαταλείψω την ειδική αυτή τέχνη για την οποία προετοιμαζόμουν, να σπάσω όλους τους δεσμούς, να καταραστώ το παρελθόν και να ρίξω στάχτη πάνω τους… Να πάρει ο διάβολος! Ύστερα απ’ όλα αυτά, πως μου κάπνισε να πάω να βρω τον Σιμόνοφ!»
Παρ’ όλα αυτά πήγε στο γεύμα, το οποίο αποδείχθηκε ανυπόφορο και εξευτελιστικό. Εκτός του ότι περίμενε μία ώρα, αφού είχαν αλλάξει το ραντεβού και δεν τον ειδοποίησαν, κατά τη διάρκεια της βραδιάς, τον περιφρονούσαν για την κοινωνική και οικονομική του θέση και αγνοούσαν την παρουσία του παρ’ όλες τις προσπάθειες που έκανε για να τον προσέξουν. Μέθυσε, ταπεινώθηκε και γεμάτος θυμό, μετά από μια εσωτερική πάλη της λογικής με το συναίσθημα, αποφάσισε να πάει να τους βρει στον οίκο ανοχής που συνέχισαν τη βραδιά τους. Καμία ανθρώπινη δύναμη δεν μπορούσε να τον εμποδίσει. Δυστυχώς όμως η παρέα του είχε φύγει. Η αγωνία και ο θυμός που έβραζε μέσα του γύρευαν διέξοδο.
Την βρήκε στο πρόσωπο της Λίζας, μιας νεαρής πόρνης που γνώρισε εκεί. Ξέσπασε πάνω της όλη τη συναισθηματική του ένταση, παρουσιάζοντας με τον πιο ωμό και σκληρό τρόπο την κατάστασή της. Τη φθορά και την σαπίλα που την περιέβαλαν, ακόμα και τον μελλοντικό εξευτελιστικό θάνατο της. Στην πορεία της συζήτησης ωστόσο, και μέσα απ’ τα λόγια του, έβλεπε να έρχεται ένας σκοπός. Να παροτρύνει αυτή τη γυναίκα ν’ αλλάξει ζωή, να τη σώσει απ’ την σκλαβιά της. Της μίλησε με τρυφερότητα για την αληθινή αγάπη, για τον ευτυχισμένο γάμο, την ομορφιά της ζωής, που εκείνη δεν θα ζήσει ποτέ αν παραμείνει πόρνη. Η δύναμη των λόγων του λύγισε τη Λίζα. Της έδωσε τη διεύθυνσή του και την άφησε βυθισμένη στη ντροπή και την απελπισία. Την επόμενη μέρα, μετάνιωσε για την συμπεριφορά του και τον κυρίεψε ο φόβος της επίσκεψης της Λίζας στο σπίτι του. Της παρουσιάστηκε σαν ήρωας και τον αναστάτωνε η σκέψη ότι θα έβλεπε τη φτώχεια του, την πραγματική κατάστασή του και το ζώο τον υπηρέτη του. Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε την ιδιόρρυθμη και εξαρτημένη σχέση που έχει με τον υπηρέτη του, έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, τον οποίο μισεί και σιχαίνεται, αλλά η ύπαρξή του είναι χημικά ενωμένη με τη δική του. Ο φόβος του έγινε πραγματικότητα, αφού η Λίζα τον επισκέφτηκε ξαφνικά, σε μια δύσκολη στιγμή που καυγάδιζε μαζί του. Με την κουρελιασμένη του ρόμπα, ρεζιλεμένος και εκμηδενισμένος μπροστά της, σε μια νευρική κρίση αλήθειας, της εξομολογήθηκε τα γεγονότα όπως συνέβησαν. Της έδειξε τον πραγματικό του εαυτό, κι εκείνη αντί να φύγει, ένοιωσε τη δυστυχία του και τον παρηγόρησε. Οι ρόλοι ξαφνικά άλλαξαν, εκείνη ήταν η ηρωίδα και αυτός ο ταπεινωμένος. Το αίσθημα της κυριαρχίας και της εκδίκησης, τον έσπρωξαν να την κάνει δική του και να της βάλει μετά στη χούφτα το χαρτονόμισμα.
«Για μένα αγάπη θα πει να τυραννάς και να κυριαρχείς στην ψυχή του άλλου… Γιατί η προσβολή είναι ένας εξαγνισμός, είναι ο πιο οδυνηρός και ο πιο καυτερός πόνος για να γνωρίσει κανείς την πραγματικότητα.»
Όταν ωστόσο αργότερα είδε το χαρτονόμισμα στο τραπέζι, έτρεξε να την προλάβει αλλά μάταια. Σεβόταν τόσο λίγο τους ανθρώπους, που δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα φερόταν έτσι. Γύρισε στο δωμάτιό του μισοπεθαμένος από τον ηθικό πόνο.
«Γιατί όλοι έχουμε ξεσυνηθίσει σε τέτοιο βαθμό τη ζωή, που σε μερικές στιγμές αισθανόμαστε κάποια αηδία για την πραγματική ζωή και για τούτο την αποστρεφόμαστε όταν μας την θυμίζουν. Καταντήσαμε να θεωρούμε «την πραγματική ζωή» σαν αγγαρεία, σχεδόν σαν επάγγελμα, και όλοι μέσα μας είμαστε της γνώμης ότι είναι προτιμότερο να ζει κανείς τη ζωή των βιβλίων… Βαριόμαστε ακόμη και που είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι με σάρκα και οστά αληθινά, ντρεπόμαστε γι αυτό και το θεωρούμε ατιμία μας. Γυρεύουμε να γίνουμε ένας τύπος γενικού ανθρώπου που δεν υπήρξε ποτέ. Είμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθούμε και χρόνια μας γεννούν πατέρες που δεν είναι ζωντανοί, μια κατάσταση που μας ευχαριστεί όλο και πιο πολύ. Σε λίγο, θα επινοήσουμε κάποιο τρόπο να γεννιόμαστε από μια ιδέα. Μα δε θέλω πια να γράψω μέσα στο «υπόγειο»…»

Πηγές: http://logoteckyklos.blogspot.com/2018/02/blog-post_28.html

 https://frapress.gr/2015/10/mia-gnorimia-ipogio-tou-ntostogiefski/

Ο Προφήτης του Χαλίλ Γκιμπράν, ένα ανάγνωσμα που σου αλλάζει τη ζωή

Από τους αγαπημένους, ενταγμένους στον κύκλο των “αγνώστων” της Δύσης, συγγραφείς του εικοστού αιώνα, ο Χαλίλ Γκιμπράν μεταμορφώνει την αλήθεια σε ποίηση, ή αν προτιμάτε “ντύνει” την αλήθεια με μία εξαιρετική λυρικότητα. Στο έργο του διαφαίνεται η ικανότητά του να διασώζει (καλεί και τον αναγνώστη να κάνει το ίδιο) σκέψεις και ιδέες για να τις θέσει μπροστά στον άνθρωπο.

Ο Χαλίλ Γκιμπράν γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Λίβανο. Από την ηλικία των είκοσι ετών και μετά εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο ποιητής, όντας ο ίδιος οδοιπόρος της ζωής, φωτίζει μονοπάτια και καλεί τον κόσμο να ανοίξει τους δικούς του δρόμους, βαδίζοντας. Ιστορίες για πρίγκιπες και πριγκίπισσες, μακρινά βασίλεια, αμαρτωλούς και αγίους, γυναίκες και άνδρες, ζωντανούς και νεκρούς ξετυλίγονται στα βιβλία του.

Όλα όσα γράφτηκαν στα έργα του δεν είναι από εκείνα που εντάσσονται στην κατηγορία του προφανούς, αλλά κρύβουν νοήματα. Όσο περισσότερο τον διαβάζεις τόσο περισσότερο κατανοείς τι σου λέει.

Ο Γκιμπράν προσπάθησε να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ο Λιβανέζος ποιητής – παράλληλα στοχαστής και ζωγράφος – υπήρξε αντικείμενο θαυμασμού και πηγή έμπνευσης μεταξύ άλλων και για τους Έλβις Πρίσλεϋ και Τζον Λένον.

Το τραγούδι “Julia” των Beatles, γραμμένο για τη μητέρα του Τζον Λένον, ενέχει παραλλαγές των στίχων του Γκιμπράν: “Half of what I say is meaningless, but I say it just to reach you” αντί για “Half of what I say is meaningless, but I say it so that the other half may reach you”, και “When I cannot sing my heart, I can only speak my mind” αντί για το “When life does not find a singer to sing her heart she produces a philosopher to speak her mind” του Γκιμπράν.

Τα πρώτα έργα είναι γραμμένα στα αραβικά, ενώ από το 1918 και μετά, αποκλειστικά στα αγγλικά. Όσον αφορά στην πολιτική, ο Γκιμπράν δήλωνε ότι “δεν είμαι πολιτικός, ούτε και εύχομαι να γίνω”. Το μουσείο του Χαλίλ Γκιμπράν (“Gibran Museum”) βρίσκεται στην πόλη Bsharri του Λιβάνου, 120 χιλιόμετρα περίπου από τη Βηρυτό. Μνημεία και αγάλματά του έχουν χτιστεί σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο, ενώ στην Ευρώπη υπάρχει το πάρκο του Χαλίλ Γκιμπράν (Parcul Khalil Gibran) στη Ρουμανία.

Με επιρροές από τον χριστιανισμό, τον σουφισμό, τον ινδουισμό και τη θεοσοφία, επικεντρώνεται στη σημασία της πνευματικής αγάπης που μπορεί να συνδέσει τους ανθρώπους, ενώ είναι παράλληλα ένα από τα πιο ευπώλητα ποιητικά βιβλία όλων των εποχών. Στον Προφήτη αλλά και σε άλλα βιβλία του, που έχουν εικονογραφηθεί από τον ίδιο με μυστικιστικά σχέδια, εκφράζονται οι βαθύτερες ορμές της ανθρώπινης ψυχής και του πνεύματος, ενώ η ανθρώπινη επικοινωνία και συνύπαρξη γίνεται το κύριο αντικείμενο του ποιητικού στοχασμού. Ο ίδιος ο ποιητής πίστευε πως ο Προφήτης ήταν το σημαντικότερο έργο του.

Είχε πει χαρακτηριστικά: «Πιστεύω πως, από τότε που συνέλαβα τον Προφήτη στο όρος Λίβανος, δεν μπορώ να υπάρξω χωρίς αυτόν. Φαίνεται πως έγινε ένα τμήμα του εαυτού μου… Φύλαξα το χειρόγραφο για τέσσερα χρόνια προτού το παραδώσω στον εκδότη μου, επειδή ήθελα να είμαι βέβαιος, απόλυτα βέβαιος, πως κάθε του λέξη είναι ό,τι καλύτερο έχω να προσφέρω». Το αίτημα της καθολικής αγάπης που διαπνέει τον Προφήτη του Γκιμπράν τού προσδίδει μια οραματική, όσο και απτή διάσταση. Είναι ένα έργο του οποίου το μήνυμα παραμένει και σήμερα επίκαιρο όσο και αναγκαίο.

Ο Προφήτης του Χαλίλ Γκιμπράν δεν είναι ένα δογματικό βιβλίο. Απευθύνεται σε όλους ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους, την κοινωνική τους τάξη ή τα πλούτη τους. Είναι η ιστορία ενός σοφού ανθρώπου, του Μουσταφά, που μένει μακριά από την πατρίδα του 12 χρόνια σε ένα νησί. Όταν έρχεται η ώρα να φύγει, μαζεύονται όλοι οι κάτοικοι του νησιού με λύπη να τον αποχαιρετήσουν. Μια ιέρεια, η Αλμίτρα, που ήταν κοντά του από την ημέρα του ερχομού του, του λέει: «Δάσκαλε, μοιράσου μαζί μας μερικέÏ ‚ από τις αλήθ ειες σου και φανέρωσε εμάς σε μας τους ίδιους και ό,τι έχεις νιώσει, ό,τι βρίσκεται ανάμεσα στη γέννηση και στον θάνατο».Κι εκείνος ανταποκρίνεται στο αίτημά τους.

Ο Γκιμπράν μέσα από 26 ποιητικά πεζογραφήματα απαντά σε ερωτήσεις που κρύβουν τους πόθους και τους φόβους των ανθρώπων του νησιού. Απαντά σε ερωτήσεις που αγγίζουν τις πιο καίριες στιγμές της ανθρώπινης ζωής, όπως ο γάμος, τα παιδιά, η εργασία, ο πόνος, η χαρά, η φιλία, ο θάνατος και άλλα γεγονότα και συναισθήματα που αντανακλούν κάθε πτυχή της ζωής μας.

Στις απαντήσεις βρίσκουμε τη δική του άποψη και τη φιλοσοφία, πάντοτε επίκαιρη, ακόμα και σήμερα. Η επίδραση των γεγονότων της ζωής του και των αγώνων του είναι φανερή. Οι επιμέρους απαντήσεις μπορεί να φαίνονται απλοϊκές συναισθηματικές ή και αντικρουόμενες, αντιμετωπίζουν όμως τις υποσυνείδητες ή συνειδητές ανασφάλειες και ανησυχίες του ανθρώπου και προβάλουν τη φιλοσοφία του Γκιμπράν ως προς τη σημασία και την αξία της ανθρώπινης ύπαρξης.

“Ο Προφήτης” μεταφέρθηκε ως animation στον κινηματογράφο. Στην ταινία, η οποία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Τορόντο το 2014, συμμετείχαν 9 σκηνοθέτες, όλοι υπό την επίβλεψη του Ρότζερ Άλερς, σκηνοθέτης γνωστός και από την ταινία “The Lion King”.

Για να καταλάβουμε την αξία αυτού του έργου αρκεί να ρίξουμε μια ματιά σε κάποια όμορφα αποσπάσματα που συγκεντρώσαμε από αυτό:

Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.

Γιατί ο εαυτός είναι μια θάλασσα απεριόριστη και άμετρη.
Μη λέτε, “Βρήκα την αλήθεια”, αλλά να λέτε, “Βρήκα μίαν αλήθεια”.
Μη λέτε, “Βρήκα το μονοπάτι της ψυχής”, αλλά να λέτε, “Συνάντησα την ψυχή που περπατούσε στο μονοπάτι μου”.
Γιατί η ψυχή περπατά πάνω σ’ όλα τα μονοπάτια.
Η ψυχή δεν περπατά πάνω σε μια γραμμή, ούτε μεγαλώνει σαν καλάμι.
Η ψυχή ξεδιπλώνεται, όπως ο λωτός με τα αναρίθμητα πέταλα.

Μονάχα όταν πιείτε από το ποτάμι της σιωπής, θα μπορέσετε πραγματικά να τραγουδήσετε. Και μόνο όταν φτάσετε στη βουνοκορφή, θ’ αρχίσετε να σκαρφαλώνετε. Και όταν η γη γυρέψει τα μέλη σας, τότε μόνο θα χορέψετε πραγματικά.

Και μήπως δεν είναι ο Χρόνος όπως είναι η αγάπη, αδιαίρετος και χωρίς ρυθμό; Αλλά αν στη σκέψη σας έχετε ανάγκη να μετράτε το χρόνο σε εποχές, κάνετε κάθε εποχή να περιλαμβάνει όλες τις άλλες εποχές, Και κάνετε το σήμερα να αγκαλιάζει το παρελθόν με την ανάμνηση και το μέλλον με τη λαχτάρα.

Ο πόνος σας είναι το σπάσιμο του όστρακου που περικλείει τη γνώση σας. Όπως το τσόφλι του καρπού πρέπει να σπάσει, για να βγει η καρδιά του στο φως του ήλιου, έτσι κι εσείς πρέπει να γνωρίσετε τον πόνο. Κι αν μπορούσατε να κρατάτε στην καρδιά σας το θαυμασμό για τα καθημερινά θαύματα της ζωής σας, ο πόνος δε θα σας φαινόταν λιγότερο θαυμαστός από τη χαρά σας. Και θα δεχόσαστε τις εποχές της καρδιάς σας, όπως δέχεστε από πάντα τις εποχές που περνούν πάνω από τα χωράφια σας. Και θα παρατηρούσατε με ηρεμία τους χειμώνες της θλίψης σας. Πολλούς από τους πόνους σας τους διαλέγετε μονάχοι. Είναι το πικρό φάρμακο που μ’ αυτό ο γιατρός που είναι μέσα σας θεραπεύει τον άρρωστο εαυτό σας. Γι’ αυτό, να εμπιστεύεστε το γιατρό, και να πίνετε το φάρμακό του, σιωπηλά και ήρεμα. Γιατί το χέρι του, αν και βαρύ και σκληρό, οδηγείται από το τρυφερό χέρι του Αόρατου, Και η κούπα που σας δίνει, μ’ όλο που καίει τα χείλη σας, είναι φτιαγμένη από τον πηλό που ο μεγάλος Αγγειοπλάστης μούσκεψε με τα δικά του άγια δάκρυα.

Πληροφορίες: https://www.culturenow.gr/o-profhths-xalil-gkimpran/

Τι έμαθα διαβάζοντας Χαλίλ Γκιμπράν

Τρυποκάρυδος: Μία ασυνήθιστη ιστορία αγάπης

Ποιος ξέρει να κάνει την αγάπη παντοτινή; Αυτή η πρωταρχική ερώτηση στριφογυρίζει μέσα στις λέξεις του Τρυποκάρυδου, ενός περίεργου βιβλίου που όμοιό του δεν έχει γραφτεί μέχρι σήμερα.

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Η Λη-Τσέρι, μια πριγκίπισσα με ευρωπαϊκή καταγωγή χωρίς όμως βασίλειο, ζει με τον πατέρα της, τον εξόριστο βασιλιά Μαξ, που πλέον αρέσκεται στο να παρακολουθεί μπάσκετ και να παίζει στοίχημα, και τη μητέρα της, τη βασίλισσα Τίλλι, που αφιερώνει όλη της την προσοχή σε ένα τσιουάουα και στην εκφορά της ίδιας ατάκας «Ω, Ω, σπαγκέττι, Ω» με κάθε ευκαιρία, στην παραλία του Πάτζετ Σάουντ στο Σηάτλ των Ηνωμένων Πολιτειών.

Όχι σε πείσμα των πριγκιπικών συνηθειών αλλά μάλλον σε επιβεβαίωσή τους, η Λη-Τσέρι αρνείται να πειθαρχήσει στα μοναρχικά πρότυπα και ήδη πριν κλείσει τα είκοσι μετράει μία έκτρωση, μία αποβολή σε κοινή θέα, μπόλικη μελαγχολία —εκείνη που συνοδεύει το «τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα», όπως μας υπενθυμίζει υπερβολικά συχνά ο Ρόμπινς— και κάμποσες ματαιώσεις από την ερωτική της ζωή.

Η Λη-Τσέρι νιώθει την ανάγκη να αφοσιωθεί σε έναν ανώτερο σκοπό, θέλει να διαφοροποιηθεί από την αιμομικτική τρέλα που ταλαιπωρεί για αιώνες το βασιλικό της σόι και ταυτόχρονα να ξεφύγει από τη στενή εποπτεία του πρωτοκόλλου και των μυστικών υπηρεσιών. Χωρίς να είναι ακριβώς ξεκάθαρο το περιεχόμενο ή ο στόχος αυτής της παρέκκλισης, σπεύδει στο Συνέδριο Γεω-Θεραπείας στη Χαβάη, όπου διάφοροι εναλλακτικοί γκουρού ετοιμάζονται να συσκεφθούν σχετικά με το τι πρέπει να κάνουμε για τον πλανήτη μας —μαντέψτε—, «στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα». Κι εκεί όπου η φλογερή μας πριγκίπισσα θα παρακολουθούσε μακάρια τις αμφιβόλου κύρους εργασίες του συνεδρίου, εμφανίζεται ο Μπέρναρντ. Ο Τρυποκάρυδος.

Ο Μπέρναρντ, ένας παράνομος με ειδίκευση στις εκρηκτικές ύλες θα ανατινάξει, εκτός από τον χώρο του συνεδρίου, και τα αναχώματα που τόσο προσεκτικά έχει κατασκευάσει η Λη-Τσέρι μέσα της. Και μαζί θα μας πουν μια ασυνήθιστη ιστορία αγάπης, που εξηγεί τη διαφορά ανάμεσα στους παράνομους και τους κακοποιούς, που εξαίρει την σεληνιακή μέθοδο αντισύλληψης και εξερευνά το εσωτερικό μιας σύγχρονης πυραμίδας.

Ο έρωτας είν’ ο ύστατος παράνομος. Απλώς δεν παραδέχεται κανονισμούς. Το περισσότερο που εμείς μπορούμε να κάνουμε είναι να προσυπογράψουμε σαν συνεργοί του. Αντί να ορκιζόμαστε τιμή κι υπακοή καλύτερα να ορκιζόμαστε βοήθεια και παρακίνηση. Αυτό σημαίνει πως η ασφάλεια αποκλείεται. Οι λέξεις «κάνω» και «να μείνει» καταντάνε ακατάλληλες. Ο έρωτάς μου για σένα δε δέχεται δεσμά. Σ’ αγαπάω ελεύθερα και τσάμπα.

Ο Μπέρναρντ ξεχειλίζει από έναν παράξενο ποιητικό ρεαλισμό, μια φιλοσοφία που δύσκολα κατατάσσεται και προεκτείνεται αδιατάραχτη πάνω από τα σύνορα που γνωρίζουν οι μεγάλες σχολές σκέψης των ανθρώπων, χωρίς να νοιάζεται για τέτοιες διευθετήσεις. Έχει δίκιο ο Τρυποκάρυδος; Ναι. Και όχι. Γι’ αυτό τον λόγο σε καλεί σε διαρκή επαγρύπνηση, ζητάει να μπει στο μυαλό σου, να το ταλαιπωρήσει, να το δοκιμάσει. Αλλά και να το φιλήσει γλυκά.

Θα έλεγε κανείς ότι ανάμεσα στους λογοτεχνικούς ήρωες που κυκλοφορούν νευρικά μέσα στο γενικευμένο χάος του «τελευταίου τέταρτου του εικοστού αιώνα», ο Τρυποκάρυδος είναι εκείνος που κουβαλάει την μεταμονερνικότητά του με έναν τρόπο άφταστα ηδονιστικό, σίγουρα ανιστορικό, μα πάντως αυθεντικό. Ο Μπέρναρντ δεν λέει απλώς ότι μεγάλες αφηγήσεις έχουν καταρρεύσει, βουτάει το χέρι του στα συντρίμμια για να σιγουρευτεί ότι πρόκειται για αλήθεια κι όχι για ένα τέχνασμα της διαφήμισης. Αν υπάρχει πράγματι κάποια διαφορά.

Μην αφήνεις τον εαυτό σου να γίνεται θύμα της εποχής του. Δεν είναι η εποχή μας που θα μας διαλύσει, όπως δεν είναι ούτε η κοινωνία. Έτσι και κατηγορήσεις την κοινωνία, καταντάς να καταφεύγεις στην κοινωνία για να βρεις τη λύση. […] Δεν είναι οι άντρες που περιορίζουν τις γυναίκες. Δεν είναι οι κανονικοί που περιορίζουν τις αδερφές. Δεν είναι οι λευκοί που περιορίζουν τους μαύρους. Αυτό που περιορίζει τους ανθρώπους είναι η έλλειψη χαρακτήρα. Αυτό που περιορίζει τους ανθρώπους είναι πως δεν έχουν το θάρρος του κερατά, δεν έχουν τη φαντασία, να πρωταγωνιστήσουν στην ίδια τους την ταινία κι ακόμα λιγότερο να τη σκηνοθετήσουν. Μπλιάχ!

Εντυπώσεις

Στην περίπτωση του Τρυποκάρυδου μπορούν να συμβούν δύο τινά. Είτε μια χρυσή κουτάλα θα αναμοχλεύσει μέσα σου μια πρωτόγονη, εφηβική σούπα γεμάτη σπίθες, ορμή και ακατάλυτη τρέλα, εισβάλλοντας σε κάθε νευρώνα σου και ηλεκτρίζοντάς τον, είτε θα αναμετρηθεί με τις αντοχές σου, θα ταράξει τα νεύρα σου και τις προσδοκίες σου σχετικά με το πώς πρέπει να αφηγούμαστε μια ιστορία και θα σε κάνει να τον παρατήσεις.

Πρόκειται για μια ιστορία πλημμυρισμένη από άκοπα διαμαντάκια που χορεύουν στον αέρα κι έτσι όπως περνάνε από δίπλα μας, χαράζουν και σκίζουν μαλακές επιφάνειες, στιγματίζουν νεαρές καρδιές και προσφέρουν απλόχερα ονειρικές εξάρσεις σε εκείνους που δεν τις έζησαν όσο νωρίς θα έπρεπε.

Οι αγνοούντες την εκκεντρικότητα των πραγμάτων θέλουσιν βιώσει νεκρικήν ακαμψίαν εν ζωή.

Το έργο προωθεί την αποσάθρωση έναντι της τάξης, την έκρηξη απέναντι στη νηνεμία, την αβεβαιότητα απέναντι στον πουρισμό της συνείδησης.

Αξίζει ακόμη να σημειώσουμε ότι, ανάμεσα σε όλα τα άλλα που μπορεί να κάνει καλά, ο Τομ Ρόμπινς ξέρει να εμφιαλώνει σε μικρά μπουκαλάκια μίνι πραγματείες για κάθε λογής πιθανό κι απίθανο φαινόμενο.

Στην ηπειρωτική Αμερική έπεφτε βροχή. Η περίφημη βροχή του Σηάτλ. Η ψιλή, γκρίζα βροχή που λατρεύουν τα μανιτάρια. Η επίμονη βροχή που ξέρει κάθε κρυφή χαραμάδα και περνάει σε κολλάρα και σε σακκούλες με ψώνια. Η ήρεμη βροχή που μπορεί να σκουριάσει μια τενεκεδένια σκεπή χωρίς η τενεκεδένια σκεπή να κάνει τον παραμικρό θόρυβο διαμαρτυρίας. Η «σαμανική» βροχή που τροφοδοτεί τη φαντασία. Η βροχή, που στην πραγματικότητα, μοιάζει με κρυφή γλώσσα, με μουρμουρητό, σαν την έκσταση των πρωτόγονων και την πεμπτουσία των πραγμάτων.

Ο καλύτερος τρόπος να διαβάσει κανείς αυτό το βιβλίο κρύβεται στο να αφήσει στην άκρη την εκλογίκευση και να αφεθεί ελαφρύς και πράος, να ρουφήξει τις λέξεις και να νιώσει ζωντανός και σφριγηλός μέσα στην καταπραϋντική πρόζα του Ρόμπινς, χωρίς να αναζητήσει την τάξη, αλλά να αφήσει τα λόγια του Τρυποκάρυδου να του πιπιλίσουν το μυαλό για καιρό.

Δεν ξέρω πια τι θα πει αγάπη. Την περασμένη βδομάδα είχα ένα κάρρο ιδέες. Για το τι είναι η αγάπη και πώς να την κάνεις να μείνει. Τώρα που είμαι ερωτευμένος, δεν έχω ιδέα. Τώρα που είμαι ερωτευμένος, είμαι τελείως βλάκας πάνω σ’ αυτό το θέμα.

Περιεχόμενο του έργου του

“Το να προσπαθείς να περιγράψεις ένα βιβλίο του Τομ Ρόμπινς, είναι σαν να δείχνεις σε κάποιον μια νιφάδα και να περιμένεις να καταλάβει τι είναι το σκι”. Οι λέξεις στο βιβλίο τρέχουν. Υπέροχα φλύαρες μα κι εντελώς απαραίτητες. Η ελευθερία κυλιέται στα χορτάρια με τον σουρεαλισμό. Φιλιούνται, καπνίζουν, κι ακούνε χίπικη μουσική σχεδιάζοντας βομβιστικές επιθέσεις. Ε, και στο τέλος ερωτεύονται…Ή μάλλον, ψέματα. Απ’ την αρχή τους, ερωτεύονται. Κι όχι με αναστεναγμούς και με χοντρές φιλοσοφίες. Ο έρωτας του Τρυποκάρυδου είναι αστείος, αληθινός, γεμάτος σάρκα, πρόστυχο σάλιο κι αγνό καρδιοχτύπι. Είναι ένας έρωτας χωρίς φαμφάρες, κι άρα μπορείς να τον εμπιστευτείς.

Ο έρωτας, η περιπέτεια, η οικολογία, η αναζήτηση της ευτυχίας και άλλες ρομαντικές αξίες σε κάνουν να τον αγαπήσεις μέσα από τα βιβλία του. Αγαπάς τους ήρωες του με τις αδυναμίες τους, την αλλόκοτη συμπεριφορά τους, τον ρομαντισμό που τους χαρακτηρίζει, τη εσωτερική δύναμη τους. Προσωπικά ο Ρόμπινς με έκανε να θυμηθώ την μαγεία των βιβλίων, που είχα ξεχάσει. Ο Τρυποκάρυδος (το πρώτο βιβλίο του Ρόμπινς που διάβασα), μου άνοιξε ένα παράθυρο στην αθώα αλλά συγχρόνως και τη σκεπτόμενη πλευρά του εαυτού μου και μου έμαθε πως τελικά τα όνειρα των παιδιών θα έπρεπε να είναι οι στόχοι των μεγάλων. Το κάθε βιβλίο του είναι μια πραγματικά απολαυστική ιδιόμορφη ιστορία που κατακλύζεται από μαγεία στην οποία τόσο πολύ ο ίδιος πιστεύει. Ωστόσο όσο διαβάζεις και οι σελίδες γλιστρούν, διαπιστώνεις πως με μοναδικό τρόπο, θίγει κοινωνικοπολιτικά προβλήματα και χωρίς να το καταλάβεις βρίσκεσαι προβληματισμένος σχετικά με αναπάντητα ερωτήματα που μέχρι τότε μπορεί να μην είχες πλησιάσει ποτέ. Στα βιβλία του Ρόμπινς, τα πιο αλλόκοτα πρόσωπα λένε τα πιο σημαντικά πράγματα στον κόσμο. Καουμπόισσες, πριγκίπισσες, αναρχικοί, επιστάτες, χρηματιστές, ο κάθε χαρακτήρας με τις ιδιαιτερότητες του σου ανοίγει έναν φαντασιακό κόσμο που κάποιες φορές θα ήθελες να είσαι μέρος του. Kάθε φορά ένα καινούριο παραμύθι που ξετυλίγεται, σε συνδυασμό με τη προκλητική, ασυμβίβαστη και πολυμήχανη γραφή του, σου αφήνει στο τέλος τη γλυκιά γεύση ενός ονείρου που τελείωσε.

Στο βιβλίο εμφανίζεται μπροστά σου ένας απίστευτος και τόσο διαφορετικός τρόπος γραφής που δεν συνάντησα ποτέ ξανά σε κανένα σύγχρονο συγγραφέα. Η γραφή του Ρόμπινς είναι άκρως αντισυμβατική και εντελώς πέρα από τα συνήθη παρασύροντας σε με την γοητευτικά συνειρμική της διάθεση.

Οι χαρακτήρες – όπως και η πλοκή -στο βιβλίο αυτό, είναι ακραίοι, δεν είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Φαινομενικά σε αυτούς δεν θα συναντήσεις τον εαυτό σου, ούτε θα ταυτιστείς με οποιονδήποτε τρόπο  μαζί τους. Η ιστορία  όντας δοσμένη μέσα από σουρεαλιστικά γεγονότα σαφώς και δεν έχει τον πρώτο λόγο στο βιβλίο αυτό. Την πρώτη θέση κατέχουν οι υπαρξιακές-φιλοσοφικές ανησυχίες και άλλοτε οι καυστικές πολιτικές απόψεις του συγγραφέα. Απόψεις, τις οποίες σερβίρει με απίστευτες δόσεις έξυπνου χιούμορ έτσι ώστε να σε αναγκάσει να σταματήσεις την ανάγνωση, να σκεφτείς για μερικά δευτερόλεπτα τι ακριβώς είναι αυτό που μόλις διάβασες, και έπειτα να γελάσεις αβίαστα (μεταξύ μας τι πιο μαγικό από αυτό;)
Με τον Ρόμπινς αναγκάζεσαι να διαβάσεις πίσω από τις λέξεις, πίσω από τα ευφυολογήματα και τα λογοπαίγνια που χρησιμοποιεί, και αυτό στις περιπτώσεις που η μετάφραση καταφέρει να ανταποκριθεί  επιτυχώς στις απαιτήσεις του πρωτότυπου. Για αυτό όσοι έχουν την ευχέρεια να το διαβάσουν στην αυθεντική του έκδοση σίγουρα θα το απολαύσουν ακόμα περισσότερο.
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την απλή αυτή ιστορία για να περάσει με ένα υπόγειο τρόπο το προσωπικό,  φιλοσοφικό και κοινωνικό του πλέγμα ιδεών, που ακόμα και αν διαφωνήσεις επί της ουσίας μαζί του, αν μη τι άλλο θα το απολαύσεις, γιατί πολύ απλά έχει μεγάλη πλάκα.
Ο Τρυποκάρυδος του Ρόμπινς είναι το βιβλίο εκείνο που θα αγαπηθεί από τον 17χρονο επαναστατημένο και ανήσυχο έφηβο αλλά παράλληλα μπορεί να κάνει και τον πιο συντηρητικό αναγνώστη να θαυμάσει τη χαρισματική ευφυΐα του συγγραφέα. 
Αν διαβάζοντας το έχεις τα μάτια και την καρδιά σου ανοιχτή το σίγουρο είναι ότι κλείνοντας το οπισθόφυλλο δε μπορείς παρά να μείνεις με ένα ελαφρύ πονηρό και συνωμοτικό μειδίαμα αναγνωρίζοντας σε αυτή την ακραία ιστορία αγάπης συναισθήματα που και εσύ ο ίδιος έχεις ξεχάσει.
Tip: Στο τέλος του βιβλίου απαντάτε και το ερώτημα «Γιατί χάνεται ο έρωτας; » και αναμφίβολα η απάντηση που μας δίνει ο Ρομπινς είναι άκρως πειστική.

Πηγές: https://ohthatbookblog.wordpress.com/2018/10/31/trypokarydos-tom-robbins/

https://provocateur.gr/out-about/15921/diaba-zoyme-o-tyrypokarydos-toy-tom-rompins

http://books-street.blogspot.com/2012/03/blog-post_02.html?m=1

https://www.athensvoice.gr/72950_tom-rompins

10 ταινίες βασισμένες σε βιβλία που αγαπήσαμε την δεκαετία που πέρασε

Είναι αλήθεια πως από την αρχή της ζωής του κινηματογράφου αυτός συνδέθηκε στενά με τη λογοτεχνία αφού έδωσε χρώμα, ήχο και εικόνα σε σελίδες αγαπημένων βιβλίων και ψυχή σε ήρωες που μέχρι τότε ζούσαν μόνο μέσα στο μυαλό του κοινού. Αυτή η δεκαετία υπήρξε αρκετά παραγωγική “φέρνοντας στη ζωή” αμέτρητους χαρακτήρες της πιο σύγχρονης θα μπορούσαμε να πούμε λογοτεχνίας. Ωστόσο, κάποια κλασσικά διαμάντια έλαμψαν τόσο στη μικρή όσο και στη μεγάλη οθόνη. Αυτό μας δυσκόλεψε να ξεχώρισουμε 10 αγαπημένες, μια για κάθε χρόνο ταινίες που βασίστηκαν σε βιβλία. Κάποιες χρονιές υπήρχε σοβαρή έλλειψη, ενώ κάποιες άλλες δεν αποφασίζαμε ποια να πρωτοδιαλέξουμε. Εστίασαμε σε ταινίες που ήταν βασισμένες σε εξαιρετικά βιβλία και που αποδόθηκαν με όμορφο τρόπο. Δείτε παρακάτω την λίστα μας, πείτε μας αν συμφωνείτε, αν διαφωνείτε, ποια παραλείψαμε και ποια κατά τη γνώμη σας ήταν ο καλύτερος συνδυασμός καλής μεταφοράς και ενός αξιόλογου έργου. Αναμένουμε τη δική μας γνώμη.

1. Inception (2010)

Το «Inception» του Κρίστοφερ Νόλαν είναι από τις ταινίες που μπορεί να δεις και να μην καταλάβεις πολλά, αλλά δεν την ξεχνάς ποτέ. Αυτό το συνεχές πέρα-δώθε ανάμεσα στα όνειρα και την πραγματικότητα και η βύθιση σε όνειρο-μέσα σε όνειρο-μέσα σε όνειο ήταν εντυπωσιακό αλλά άφησε πολύ κόσμο μπερδεμένο.Δεν είναι η μοναδική ταινία με το τέλος της να χωρά πολλές αναγνώσεις, αλλά σίγουρα αποτελεί την «επιτομή» του διφορούμενου κινηματογραφικού φινάλε, με επίκεντρο μια σβούρα. Το Inception του Κρίστοφερ Νόλαν, μια σκοτεινή ταινία με αστυνομική και ψυχολογική πλοκή, αγαπήθηκε για το σενάριο, τα πρωτοποριακά εφέ, αλλά και την αίσθηση του «ανολοκλήρωτου» που άφηνε μόλις άναβαν τα φώτα στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Η ταινία παρακολουθεί μια ομάδα που μισθώνει τις υπηρεσίες της σε όσους θέλουν να αποσπάσουν κάθε είδους πληροφορίες. Η μέθοδος της ομάδας είναι να παραβιάζει τα όνειρα των στόχων ώστε να εισβάλλει στο υποσυνείδητο και να κλέψει τα στοιχεία.

Ωστόσο, επειδή το «ταξίδι» στο υποσυνείδητο, πολύ περισσότερο ενός άλλου ανθρώπου, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, κάθε μέλος της ομάδας έχει έναν δικό του τρόπο να μην μπερδεύει το όνειρο με την πραγματικότητα. Ο ήρωας της ταινίας, τον οποίο ερμηνεύει ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, χρησιμοποιεί μία σβούρα την οποία γυρνάει. Αν η σβούρα πέσει, τότε βρίσκεται στην πραγματικότητα.

Στην τελευταία σκηνή ο ήρωας επιστρέφει το σπίτι και στα παιδιά του. Για να καταλάβει αν το ζει όντως αυτό,, γυρίζει την σβούρα και τρέχει να αγκαλιάσει τα παιδιά του. Η ταινία τελειώνει, χωρίς να μάθουμε αν έπεσε ή όχι.

Το μυστικό άντεξε οκτώ χρόνια. Πρόσφατα, ο διάσημος ηθοποιός Μάικλ Κέιν, ο οποίος έπαιξε στην ταινία, αποκάλυψε το πραγματικό τέλος, με έναν μάλλον παράδοξο τρόπο. Μιλώντας στο κοινό μια πρόσφατη προβολή της ταινίας, ο Κέιν είπε πως όταν διάβασε το σενάριο ήταν πολύ μπερδεμένος, διότι δεν καταλάβαινε ποιες σκηνές ήταν το όνειρο. Ο Νόλαν του είπε: «’Οποτε είσαι στη σκηνή είναι και η πραγματικότητα». «Οπότε καταλαβαίνετε: εάν είμαι μέσα, είναι η πραγματικότητα. Εάν δεν είμαι στη σκηνή, τότε είναι όνειρο». Στην τελευταία σκηνή βρίσκεται και ο Κέιν.

2. Το άλογο του πολέμου (2011)

Ο Αλμπερτ είναι δεκατεσσάρων χρόνων. Ζει σε μια φάρμα με τη βιοπαλαιστή μητέρα του και τον μέθυσο, επιπόλαιο πατέρα του. Οταν ο πατέρας του Αλμπερτ αγοράσει ένα πανάκριβο, υπέροχο πουλάρι, ο Αλμπερτ θ’ αναλάβει να το εκπαιδεύσει αλλά και να βρει τρόπο ώστε το ζώο να βοηθήσει στο βιοπορισμό τους. Το άλογο, ο Τζόι και ο Αλμπερτ θα γίνουν αχώριστοι φίλοι. Μόνο που όταν η σοδειά της οικογένειας αγροτών πάει κατά διαβόλου και ο Πρώτος Παγκόσμιος ξεσπάσει, ο πατέρας του Αλμπερτ θα πουλήσει το άλογο στο Βρετανικό Στρατό. Κι εκεί θα ξεκινήσει μια οδύσσεια για τον Τζόι που θ’ αλλάξει χέρια και χώρες και στρατόπεδα, αλλά θα κρατήσει σταθερή την αγάπη του για τον Αλμπερτ, σταθερότερη από την αγάπη του ανθρώπου για τον άνθρωπο.

Η ιστορία του «War Horse» ξεκίνησε ως δημοφιλές παιδικό βιβλίο, έγινε θεατρικός θρίαμβος και συνεχίζει την πορεία του, στα χέρια του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Εκεί μεταμορφώνεται σε μια ωδή στο βιοπαλαιστή, στις απλές αξίες της ανθρωπιάς, της πίστης και της αγάπης, με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια.

Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ βρίσκεται στο έδαφός του, δημιουργώντας, στην ουσία, την τέλεια ταινία που θα ήθελε ο ίδιος να δει. Το «Αλογο του Πολέμου» είναι μια ταινία ταυτόχρονα παιδική και ενήλικη. Το κεντρικό θέμα είναι απόλυτα ανθρωπιστικό, περισσότερο από αντιπολεμικό: ο άνθρωπος βγάζει τον καλύτερό του εαυτό όταν εμμένει στα βασικά του ένστικτα, την επιβίωση, την αλληλοβοήθεια, την αγάπη, την προστασία. Και μπορεί όλα να τα καταστρέψει όταν παραδοθεί στη φιλαργυρία, τον ανταγωνισμό, την εκδίκηση, την πλεονεξία, τον πόλεμο. Κι αυτά όλα η ταινία τα παρουσιάζει όχι διδακτικά, αλλά με τον πιο απλό, όμορφο, άμεσο τρόπο.

Ταυτόχρονα, ο Σπίλμπεργκ κάνει μια ταινία-μεταφορά των αγαπημένων του ταινιών της χρυσής αμερικανικής εποχής του Τζον Φορντ. Ολόκληρη η ουσία και η μορφή τους βρίσκεται στο «Αλογο του Πολέμου». Η αλώβητη ηθική, οι απλοί, σταράτοι άνθρωποι της γης, τα ανοιχτά τοπία με τον πλατύ ορίζοντα, η σχέση του ανθρώπου με τη φύση και με τον άνθρωπο, τα μαγικά ηλιοβασιλέματα που νομίζεις ότι έχουν χρωματιστεί με Technicolor. Το «Αλογο του Πολέμου» είναι μια ταινία του Τζον Φορντ, που έχει σκηνοθετήσει ο Στίβεν Σπίλμπεργκ. Είναι επίσης μια κλασική ταινία – της Disney, συγκεκριμένα – όπου ο κεντρικός ήρωας είναι το άλογο, το ζώο και ο άνθρωπος περνά σε δεύτερη μοίρα, όπως ακριβώς στην αγαπημένη της παιδικής μας ηλικίας «Μαύρη Καλλονή».

Η αθωότητα του ανθρώπου και η αθωότητα του κινηματογράφου είναι οι δυο άξονες στους οποίους κινείται ο Σπίλμπεργκ και, ως σκηνοθέτης – μάγος, παραθέτει μαγικές σκηνές, με κορύφωση το τρέξιμο του Τζόι, του όμορφου αλόγου, μέσα από τα στρατόπεδα των κρυμμένων στα χαρακώματα αντιπάλων, προς την ελευθερία ή το θάνατο. Ωστόσο, ο Σπίλμπεργκ δεν προσθέτει κάτι στο είδος του σινεμά που επιλέγει να μιμηθεί – τι να προσθέσεις, άλλωστε, στο «Searchers»; – δε μεταμορφώνει την ταινία σε δική του, απλώς την ξανακάνει, κατά κάποιον τρόπο, με μεγαλειώδη ακρίβεια, αλλά χωρίς προσωπική προσθήκη. Το «Αλογο του Πολέμου», δηλαδή, δεν είναι καν μια μεταμοντέρνα ταινία, ή ένας φόρος τιμής: είναι η απόδειξη ότι ο Σπίλμπεργκ μπορεί να κάνει σινεμά όπως οι σπουδαιότεροι σκηνοθέτες της Αμερικής του ’50. Οπότε θα μπορούσε κανείς και να ισχυριστεί, ότι εάν είχαμε τη δυνατότητα να βλέπουμε κατά παραγγελία στη μεγάλη οθόνη τις ταινίες του Τζον Φορντ, το «Αλογο του Πολέμου» δεν έχει λόγο ύπαρξης.

Παρόλ’ αυτά κι αν κάποιος αποσυνδεθεί εντελώς από την κινηματογραφική ιστορία, το «Αλογο του Πολέμου» συγκινεί βαθειά το θεατή και τον προστατεύει μ’ ένα περιτύλιγμα παλιομοδίτικης σιγουριάς στην ανθρώπινη δύναμη και την παιδική ψυχή. Το να καταφέρεις ν’ αναπαράγεις τα κάδρα του Τζον Φορντ δεν είναι μικρό επίτευγμα, όπως και το να μπορέσεις με την πιο απλή, τετριμμένη ιδέα να κάνεις έναν ενήλικα να κλαίει για μία ώρα τουλάχιστον. Ετσι, το «Αλογο του Πολέμου» σε κάνει να εύχεσαι να είχες ένα οκτάχρονο ή δεκάχρονο παιδί για να του δείξεις τι σημαίνει σινεμά, ή να ζούσες στη δεκαετία του ’50, ή τα πράγματα να ήταν παντού πιο όμορφα, πιο καλά και πιο αισιόδοξα. Σαν κλασική ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ.

3. Η ζωή του Πι (2012)

Ένα αριστούργημα εφέ, υπαρξισμού και εσωτερικής πάλης και αναζήτησης δεν υπήρξε εξαρχής τόσο καλοδεχούμενο όσο υπήρξε στο τέλος. Ο Γιαν Μαρτέλ το πρότεινε σε πέντε εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι το απέρριψαν μετά πολλών επαίνων, βρίσκοντάς το «υπερβολικά παράξενο για να συγκινήσει τους αναγνώστες». Και για να είμαστε ειλικρινείς, εύκολα κανείς να βρει ελαφρυντικά για την κρίση τους. Ένα βιβλίο που διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο σε μια βάρκα και περιγράφει τη σχέση ενός νεαρού με μια τίγρη, είναι κάτι μάλλον ασυνήθιστο…

Ο Μαρτέλ δεν το έβαλε κάτω και τελικά ο έκτος -και πραγματικά τυχερός- δέχτηκε να το εκδώσει. Η συνέχεια είναι γνωστή: Περισσότερα από δέκα εκατομμύρια αντίτυπα, ένα βραβείο Μπούκερ και …πέντε εκδότες σε κατάσταση νευρικής κρίσης. Στην Ελλάδα, το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2002 από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της Μπελίκας Κουμπαρέλη και βρίσκεται αισίως στην ένατη ανατύπωση.

Η κινηματογραφική μεταφορά πέρασε και αυτή από σαράντα κύματα. Οι προσπάθειες ξεκίνησαν το 2003, αλλά χρειάστηκε μια ολόκληρη δεκαετία μέχρι να συναντηθεί η ταινία με το κοινό. Πριν από τον Ανγκ Λι, το σενάριο το πήραν στα χέρια τους άλλοι τρεις σκηνοθέτες -οι Νάιτ Σιάμαλαν («Έκτη Αίσθηση») Αλφόνσο Κουαρόν («Τα Παιδιά των Ανθρώπων») και «Ζαν Πιερ Ζενέ («Αμελί»)- οι οποίοι βλέποντας τις οπτικοακουστικές δυσκολίες που παρουσίαζε το εγχείρημα, προτίμησαν να αποσυρθούν. Όμως τα χρόνια πέρασαν και η ψηφιακή τεχνολογία εξελίχθηκε τόσο ώστε να μπορεί «λύσει τα χέρια» του σκηνοθέτη που θα αναλάμβανε μια τόσο απαιτητική παραγωγή.

Το σενάριο μένει αρκετά πιστό στο βιβλίο, σεβόμενο όμως και τις διαφορετικές ανάγκες που έχει ένας θεατής από έναν αναγνώστη. Έτσι, κάποια γεγονότα υποβαθμίζονται, ενώ εφευρίσκονται άλλα που βοηθούν την κινηματογραφική αφήγηση να προχωρήσει απρόσκοπτα.

Το πνεύμα του βιβλίου, πάντως, είναι παρόν στην οθόνη. Οι υπαρξιακές αναζητήσεις του ήρωα δίνονται με σαφήνεια και αφηγηματική οικονομία, ενώ η σχέση του μεΗ Ζωή του Πι_Photoτην τίγρη κλιμακώνεται μαστορικά και ολοκληρώνεται σε κλίμα έντονης συγκίνησης. Παρούσα στην οθόνη είναι και η διαρκής πάλη του Πι με τον εαυτό του, καθώς και η διελκυστίνδα πνεύματος και ύλης πάνω στην οποία βασίζεται το βιβλίο.

Ο Ανγκ Λι χειρίστηκε την ψηφιακή τεχνολογία με σύνεση. Χρησιμοποίησε όλες τις δυνατότητές της για να δώσει ένα ξεκάθαρο και άκρως εντυπωσιακό αισθητικό στίγμα, απαγορεύοντάς της όμως να καπελώσει την ιστορία –ένα ελάττωμα που συναντάμε συχνά στο σύγχρονο σινεμά. Η 3D εκδοχή μάγεψε το κοινό στις αίθουσες, αλλά η ταινία λειτουργεί εξίσου καλά και στη «συμβατική» προβολή της.

Η καλλιτεχνική επιτυχία αντανακλάται και στα βραβεία Όσκαρ. «Η ζωή του Πι» κέρδισε τέσσερα αγαλματάκια με σημαντικότερο όλων αυτό της σκηνοθεσίας. Βραβεύτηκαν ακόμη η μουσική, τα οπτικά εφέ και, βέβαια, η σπάνιας εικαστικής αξίας φωτογραφία του Κλαούντιο Μιράντα, γνωστού και για τη δουλειά του στην «Παράξενη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον».

4. 12 Χρόνια Σκλάβος (2013)

Στο «12 Years a Slave» βασίζεται στην αυτοβιογραφία του Σόλομον Νόρθαπ, του ανθρώπου που έγινε υπόδειγμα και σύμβολο του αγώνα για ανεξαρτησία των Αφροαμερικανών στην Αμερική του 1850. το προ-εμφυλιακό τοπίο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ο Νεοϋορκέζος Σόλομον Νόρθαπ (Τσιούιτελ Ιτζίοφορ) ζει ως ελεύθερος Αμερικανός πολίτης. Παρότι καλλιεργημένος οικογενειάρχης και ταλαντούχος μουσικός, ο Σόλομον έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα. Το χρώμα του δέρματός του δεν είναι συμβατό με εκείνο της καθεστηκυίας τάξης…

Λόγω αυτού λοιπόν, η μοίρα του επιφυλάσσει μια αρκετά απρόβλεπτη, όσο και δυσάρεστη έκπληξη. Ο Νόρθαπ απάγεται και πωλείται ως σκλάβος στον οπισθοδρομικό Νότο, αντιμετωπίζοντας τη βιαιότητα μιας πολωμένης κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που παρουσιάζεται προσωποποιημένη μέσα από τα μάτια ενός σκληρού, δυνάστη σωματέμπορου, τον οποίον υποδύεται πειστικότατα ο Μάικλ Φασμπέντερ.

Διατηρώντας την πίστη του στην ανθρωπιά και στην εγγενή καλοσύνη του κόσμου, ο Σόλομον δεν χάνει ποτέ την ελπίδα και το κουράγιο του για δικαιοσύνη. Παρόλο που η μοίρα του μοιάζει απόλυτα καταδικασμένη, ο ίδιος κοιμάται και ξυπνά αναζητώντας το άρωμα της χαμένης ελευθερίας.

Μέσα από την ευτυχή συγκυρία της γνωριμίας του με έναν φιλάνθρωπο Καναδό (Μπραντ Πιτ), ρεφορμιστή και πολέμιο της θανατικής καταδίκης, ο Σόλομον καταφέρνει εν τέλι όχι μόνο να επιζήσει μέσα σ’ αυτή τη δωδεκαετή κόλαση, αλλά να βγει αλώβητος από την απίστευτη αυτή δοκιμασία, διατηρώντας, στο ακέραιο, το ήθος και την αξιοπρέπειά του.

Το 2013, με αφορμή την επέτειο των 160 χρόνων από τη στιγμή που ο Νόρθαπ ελευθερώθηκε, ο ΜακΚουίν ένιωσε πως η κινηματογραφική απόδοση της ιστορίας του είναι πιο επιτακτική από ποτέ:

«Αυτή η ιστορία αφορά του πάντες. Είναι η πιο σημαντική ιστορία που έχω διαβάσει ποτέ στη ζωή μου και αφορά ένα εξωπραγματικά μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Στην πραγματικότητα μου φαίνεται απίστευτο που δεν γνώριζα για την ύπαρξη της ιστορίας. Πως ήταν δυνατόν; Επίσης οι περισσότεροι Αμερικανοί που ξέρω δεν γνώριζαν την ύπαρξη της συγκεκριμένης ιστορίας. Είναι για μένα τόσο σημαντική για την Αμερικάνικη Ιστορία, όσο “Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ” για την Ευρωπαϊκή Ιστορία – ένα αξιοσημείωτο ταξίδι ενός ανθρώπου στα άδυτα μιας εκπληκτικής αποκτήνωσης!»

Το βιβλίο του Σόλομον Νόρθαπ πάνω στο οποίο βασίζεται το φίλμ, γραμμένο τρία χρόνια πριν την οριστική κατάργηση της δουλείας στην Αμερική, λειτούργησε σαν ένα μανιφέστο και κήρυγμα για το πιο βασικό από τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία και την ισότητα. Ο μέσος θεατής του «12 Χρόνια Σκλάβος» από την άλλη, έχει εκ προοιμίου μια ξεκάθαρη στάση πάνω στο ζήτημα, σφυρηλατημένη από το πέρασμα του χρόνου και τις κοινωνικές αλλαγές που μετέτρεψαν την δουλεία, από κοινή πρακτική σε ένα αποτρόπαιο, ανεξίτηλο λάθος.

Ομως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του φιλμ του ΜακΚουίν, είναι πως δεν παίρνει την στάση των θεατών του ως δεδομένη, δεν διαμονοποιεί εκ προοιμίου τους ανθρώπους της εποχής τους, δεν χρησιμοποιεί την δύναμη του σαν δημιουργός για μια διδακτική καταγγελία, μα αποκαλύπτει στην διάρκεια του φιλμ, το πόσο απόλυτα διαστρεβλωμένη υπήρξε η τότε λογικοί και ηθική, μέσα από μια κινηματογραφική διαλεκτική που μοιάζει αδιανόητα πιο αποτελεσματική από οποιοδήποτε κατηγορώ.

5. The Grand Budapest Hotel (2014)

Μέσω, λοιπόν, ενός βιβλίου για το Grand Budapest Hotel που έχει γραφτεί από ένα δημοσιογράφο μετά την διαμονή του εκεί και την συνάντηση του με τον γερασμένο πια και θρυλικό “Zero Moustafa” ιδιοκτήτη του παρηκμασμένου ξενοδοχείου, μαθαίνουμε όχι ακριβώς την ίδια την ιστορία του GBH αλλά του άλλου θρύλου και προκατόχου του Zero, “μεσιέ Γουστάβ”. Η ταινία είναι η ιστορία της ζωής του Γουστάβου, ενός φινετσάτου μαέστρου της ξενοδοχειακής φιλοξενίας, διηγημένη από τον Zero που στα νιάτα του ήταν ένας αμούστακος σκουρόχρωμος μετανάστης και μαθητευόμενος θαλαμηπόλος, προστατευόμενος του μεσιέ Γουστάβ. Το αλπικό ξενοδοχείο βρίσκεται σε ένα φανταστικό κρατίδιο, διασταύρωση Γερμανίας, Πολωνίας και Τσεχίας, την “Δημοκρατία της Zubrowka”, μια φανταστική ονομασία εμπνευσμένη από όνομα βότκας. Ο Άντερσον βλέπει την Ευρώπη με το κλασσική αμερικάνικη αντίληψη, της Ευρώπης ως ένα πολιτισμικό θεματικό πάρκο, και σε αυτό βρίσκει τον παράδεισο του για ακόμα μια φορά. Με μια ευτράπελη παιδικότητα σε μια ιστορία που γίνεται γρήγορα περιπέτεια με το ένα συμβάν οδηγεί στο άλλο με έρωτα, ζαχαρωτά, φόνους, μυστήριο, καταδιώξεις, απόδραση από την φυλακή, πόλεμο να έρχεται, φασισμό, όπλα και ώριμες ξανθιές κυρίες, το φιλμ έχει ό,τι χρειάζεται μια κωμικοτραγική ιστορία. Δεν πρόκειται όμως απλά για μια τέτοια ιστορία.

Το ξενοδοχείο στην καρδιά της Ευρώπης μαζί με τους μεσιέ Γουστάβ και Ζίρο, ακολουθεί την ιστορία της Ευρώπης μετά τον Ά παγκόσμιο μέχρι την σοβιετική εποχή με τη συμμετρική ματιά του Γουές Άντερσον, το τετραπέρατο χιούμορ του και ένα καστ – πάνθεον γεμάτο από διάσημα ονόματα μέχρι και έναν από τους δίδυμους της οικογένειας Τένενμπαουμ να γίνεται lobby boy. O Willem Dafoe κάνει για ακόμα μια φορά τον κακό, o συμβολαιογράφος Jeff Goldblum μοιάζει απίστευτα με τον Εμπειρίκο και ο Μπίλ Μάρεϊ με μουστάκι αλά Lemmy μοιάζει πάαααρα πολύ με τον Lemmy χωρίς το μαλλί και την κρεατοελιά βεβαίως βεβαίως! Ο Γουές Άντερσον δεν ζητάει απλά από τους ηθοποιούς να ακολουθήσουν το σενάριο και να δώσουν τον καλύτερο τους εαυτό αλλά φτιάχνει μικρούς κόσμους για τον καθένα ξεχωριστά, τους ρίχνει μέσα με μόνο σωσίβιο το ταλέντο τους όπου για να επιβιώσουν με τον καθένα ξεχωριστά και όλοι μαζί βγάζουν αυτό το μοναδικό αποτέλεσμα. Ο Άντερσον ξέρει να διαχειρίζεται τέτοιους mainstream ηθοποιούς με τον δικό του τρόπο και να τους κάνει να μιλάνε όχι μόνο με την ερμηνεία τους αλλά κυρίως με το δικό του πλούσιο οπτικό λεξιλόγιο. Στην αρχή της ταινίας και όσο πάμε πιο πίσω βλέπουμε το ξενοδοχείο από πρακτικό γκρίζο σοβιετικό οικοδόμημα να μεταμορφώνεται σε ένα jugendstil κομψοτέχνημα -για χάρη πάντα της αφήγησης- και τους χαρακτήρες που διαβάζουν τη τοπική εφημερίδα να βλέπουν τον φασισμό να έρχεται. Μαζί με τον πόλεμο στο κατώφλι τους και μαζί το τέλος του Grand Budapest Hotel, γιατί όπως λέει και ο Zero “με κάθε πόλεμο έρχονται και η πτώση στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις”, κάθε χαρακτήρας πράττει ανάλογα όπως και στην πραγματική ζωή. Άλλος δηλαδή γίνεται απάνθρωπος και ρατσιστής, άλλος παραμένει άνθρωπος με την σωστή, αυθεντική έννοια του όρου και βγάζει στην επιφάνεια τις μεγαλύτερες αρετές του.

Το Grand Budapest Hotel είναι ένα στιλιζαρισμένο παραμύθι με πολιτικές προεκτάσεις και χαριτολογώντας θα αποκαλούσα τον Γουές ως Χανς Κρίστιαν Άντερσον. Εκτός από την ιστορία της φιλίας των δύο ανδρών από διαφορετικούς κόσμους και ηλικίες με μόνο κοινό την στέγη του επικού ξενοδοχείου, το GBH είναι ένα παραμύθι εμπνευσμένο από το έργο του Στέφαν Τσβάϊχ, με το έργο του Τσβάϊχ να είναι γεμάτο πολιτικές προεκτάσεις, αφού έζησε την πιο ταραγμένη περίοδο του περασμένου αιώνα.


Συνδυάζοντας τις απρόβλεπτες περιπέτειες του ήρωα με ένα έκρυθμο περιβάλλον που δηλώνεται ως αφορμή, ο Άντερσον κρατάει το βλέμμα του θεατή καρφωμένο στις δράσεις μιας πληθώρας ατόμων, ο καθένας από τους οποίους αποτελεί ταυτόχρονα έρμαιο των προσωπικών του «φιλοδοξιών», αλλά και των κοινωνικοπολιτικών αναταραχών που αρχίζουν να γίνονται ορατά στον ορίζοντα.

Η ζωηρόχρωμη σκηνοθεσία, η χρήση εντυπωσιακών τεχνικών όπως το stop-motion ή τα cut-out, καθώς και το all-star cast που συγκεντρώνει πάντα ο Άντερσον, καθιστούν το «Ξενοδοχείο Budapest Hotel» ένα υπερθέαμα, με τον Fiennes να δίνει μια υπέροχα ανάλαφρη και γεμάτη ανατροπές ερμηνεία, ηγούμενος ενός «too-much» οπτικοακουστικού συνονθυλεύματος, δύσκολου να του αντισταθείς.

6. Far from the Madding Crowd (2015)

Στην πρώτη του ταινία εποχής και τρίτη αγγλόφωνη, ο Τόμας Βίντερμπεργκ, εδώ πιο Αγγλος και από τους Αγγλους, φέρνει το αριστουργηματικό βιβλίο του Τόμας Χάρντι στο σήμερα, με έναν πανέμορφο, ανεπιτήδευτο και δικό του «αγριεμένο» τρόπο.

Η Μπάθσιμπα Εβερντιν είναι μια ανεξάρτητη και δυναμική νεαρή γυναίκα που κληρονομεί τη φάρμα του θείου της. Οικονομικά αυτόνομη, κάτι σπάνιο στη βικτωριανή εποχή, όμορφη και πεισματάρα, η Μπάθσιμπα προσελκύει τρεις πολύ διαφορετικούς αλλά αποφασισμένους μνηστήρες: τον Γκάμπριελ Οουκ, έναν βοσκό μαγεμένο από την ισχυρογνωμοσύνη της, τον Φρανκ Τρόι , έναν όμορφο και απερίσκεπτο λοχία, και τον Ουίλιαμ Μπόλντγουντ, έναν ευκατάστατο και ώριμο εργένη. Οσο η Μπάθσιμπα περιτριγυρίζεται από τους τρεις άνδρες και πορεύεται ανάμεσα στα δεσμά του πάθους, της εμμονής και της προδοσίας, πρέπει να βρει τον δικό της δρόμο προς την ευτυχία και όλα όσα επιθυμεί.

Οι σκηνοθετικές ικανότητες του Τόμας Βίντερμπεργκ είναι αδιαμφισβήτητες, ακόμη και όταν αυτός πειραματίζεται (όχι πάντα πετυχημένα) με τα είδη και τα στιλ, παραδίδοντας μια μέχρι σήμερα φιλμογραφία που αποτελείται από ασύνδετες εξωτερικά ταινίες μεταξύ τους, όλες όμως με κοινό παρανομαστή όλα όσα συμβαίνουν στο αποπνιχτικό «εσωτερικό» των ανθρώπινων μυστικών, ενοχών και επιθυμιών.

Η επιλογή του να διασκευάσει κινηματογραφικά το «Μακριά από το Αγριεμένο Πλήθος» του Τόμας Χάρντι, μετά το θρυλικό φιλμ του Τζον Σλέσινγκερ του 1967, μπορεί αρχικά να παραξενεύει, αλλά αν κοιτάξει κανείς βαθύτερα μέσα στο έργο του – από το «Festen» μέχρι το «Κυνήγι» – μπορεί να βρει όλα εκείνα τα στοιχεία που τον κάνουν ιδανικό σκηνοθέτη ενός προφεμινιστικού ρομάντζου που μπορεί φαινομενικά να μιλάει για το «τρίλημμα» μια γυναίκας ανάμεσα σε τρεις άντρες, αλλά στην πραγματικότητα εξερευνά μια επώδυνη και συναισθηματικά αμφίρροπη διαδρομή λάθος επιλογών που μοιάζουν απαραίτητες μέχρι να φτάσεις στη σωστή.

Ο Βίντερμπεργκ πατάει σχεδόν ευλαβικά πάνω στις σελίδες του Χάρντι και ταυτόχρονα – με ελάχιστες και ανεπαίσθητες παραλλαγές – πάνω στο φιλμ του Σλέσινγκερ που στην εποχή του εικονογράφησε εξίσου ευλαβικά την πρώτη του ύλη, προσθέτοντάς της μια αύρα έντονης σεξουαλικότητας που οφειλόταν κατά πολύ στην ταιριαστή επιλογή του συμβόλου που ήταν η Τζούλι Κρίστι για τη δεκαετία του ’60, μια εκτός και πάσας εποχής Μπασθίμπα για τα καλοκαίρια της αγάπης που προηγήθηκαν και θα ακολουθούσαν.

Το «Μακριά από το Πλήθος» του Τόμας Βίντερμπεργκ όμως, παρά την ατυχή «παράλειψη» της ελληνικής του μετάφρασης δεν είναι λιγότερο «αγριεμένο» ούτε από αυτό του Χάρντι ούτε από αυτό του Σλέσινγκερ. Με αξιοθαύμαστη μαεστρία, ο Δανός σκηνοθέτης βυθίζεται στην αγγλική επαρχία των τελών του 19ου αιώνα για να αναδείξει ουσιαστικά και όχι περιγραφικά το φανταστικό Γουέσεξ του Χάρντι και μαζί όλη την τριβή μιας ολόκληρης εποχής που φλετράρει διαρκώς με το πένθος, την επιβίωση, τη μοίρα και την αλλαγή για να αναδειχθεί στην αφετηρία του στροβιλίσματος του 20ου αιώνα.

Ξεκινώντας από την κινηματογράφηση των τοπίων, την ερημία των χωραφιών, τη μοναξιά και τα λιγοστά ψελλιστά λόγια των ηρώων του, ο Βίντερμπεργκ μεταφέρεται γρήγορα και αποκλειστικά στο «εσωτερικό» μιας άγριας συναισθηματικής περιπέτειας και απαλλαγμένος από το «δογματικό» φυσικό φως του «Festen» ή το κλινικό σκοτάδι του «Κυνηγιού», αφήνει τη ζεστή απόχρωση ενός καμουφλαρισμένου ρομαντισμού να πλημμυρίσει μια ιστορία ανεξαρτησίας στη μορφή ενός φεμινιστικού μανιφέστου που – με όλη τη βαρύτητα της ελαφρότητας που οφείλει να εμπεριέχει – μοιάζει με μια ρομαντική κομεντί ή δραμεντί του σήμερα.

Χρησιμοποιώντας κάθε όπλο της πρώτης του ύλης, αλλά και της εποχής στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία του, ο Βίντερμπεργκ κρατάει την ανάσα του κοντά στο αριστουργηματικό κείμενο του Χάρντι και αφήνει τη μόνιμη συνεργάτη του (στο «Submarino» και το «Κυνήγι») Σαρλότ Μπους Κρίστενσεν – όχι τυχαία απόφοιτη της Εθνικής Σχολής Κινηματογράφου της Αγγλίας – να μεγαλουργήσει φωτογραφικά πάνω στην υγρή γη, τα σκοτωμένα χρώματα, τις βίαιες εναλλαγές του καιρού, τα πρόσωπα και τα αισθήματα στο ημίφως. Και σίγουρος πως το εικαστικό αποτέλεσμα θα εγγυηθεί ακόμη και προς τον πιο δύσπιστο πως βρισκόμαστε εντελώς μέσα στο σύμπαν του Τόμας Χάρντι, ο Βίντερμπεργκ επιστρατεύει την ικανότητά του για να παίξει με τους ήρωες, τις αμφιταλαντεύσεις τους, τη θλίψη τους, τις λάθος επιλογές τους και την ασίγαστη πίστη τους πως κάπου στο τέλος της διαδρομής κρύβεται η ευτυχία.

Τον τόνο δίνει η Κάρι Μάλιγκαν, ένα κορίτσι που θέλει διακαώς να ερωτευτεί αλλά την ίδια στιγμή και μια περήφανη γυναίκα που θα «ήθελε να γίνει νύφη αλλά όχι σύζυγος». Στην ερμηνεία που αποδεικνύει πως μπροστά μας έχουμε όχι μόνο μια ολοκληρωμένη πρωταγωνίστρια, αλλά ένα σπάνιο ταλέντο που μπορεί να κινείται ταυτόχρονα ανάμεσα στη θλίψη και το δυναμισμό, την αποφασιστικότητα και το εύθραυστο της φύσης της, τον ερωτισμό και την ακυρωσή του ως προ (ή και μετά) φεμινιστική δήλωση, η Μάλιγκαν καταφέρνει σχεδόν να ξεπεράσει την καθηλωτική ομορφιά της Τζούλι Κρίστι και να φτιάξει μια Μπασθίμπα από την αρχή, ακριβώς όπως την ονειρεύτηκε ο Χάρντι, στο όριο μιας σπαραξικάρδιας μοναχικής ψυχής που ενηλικιώνεται μέσα από τις ερωτικές της περιπέτειες – συμπαρασύροντας μαζί της μια ολόκληρη εποχή.

Γύρω της, οι τρεις «μνηστήρες» κρύβουν τις δικές τους αποκαλυπτικές στιγμές. Και όσο και αν ο Ματίας Σένερτς μεταφέρει με όλο του το σώμα σχεδόν αυτούσιο το πνεύμα του Χάρντι, εκτοξεύοντας μέσα από την μελαγχολία του τη σιγουριά ενός ερωτευμένου ανθρώπου, και όσο και αν ο Τομ Στέριτζ, πιο λίγος από τον ήρωά του καταφέρνει να δώσει ανθρώπινες διαστάσεις σε έναν καιροσκόπο – θύμα κι αυτός μιας ιεραρχίας που δύσκολα θα μπορούσε να προδώσει, είναι ο Μάικλ Σιν, στο ρόλο του τραγικού Γουίλιαμ Μπόλντγουντ που στέκεται απέναντι στην Μπασθίμπα της Μάλιγκαν με ίσους όρους. Οι σκηνές των δύο ξεχωρίζουν, ποτισμένες με την βαθιά μελαγχολία της απώλειας – εκείνου για τον έρωτα που δεν θα μπορέσει να κερδίσει με τα πλούτη του και εκείνης για τον έρωτα που δεν θα μπορέσει ποτέ να νιώσει επιλέγοντας το ρίσκο από την ασφάλεια.

Κάπου ανάμεσα στην ηθελημένη αφαίρεση του έντονα κοινωνικού σχολίου, την ευπρόσδεκτη ανεπιτήδευτη ελαφρότητα με την οποία ο Βίντερμπεργκ αντιμετωπίζει ακόμη και τις μεγαλύτερες τραγωδίες (και δεν είναι λίγες όσες θα συμβούν στους ήρωες) και την πλοκή που πυκνώνει στο δεύτερο μέρος, αναγκάζοντάς τον να βιαστεί μάλλον «τηλεοπτικά» για να προλάβει, το «Μακριά από το Πλήθος» παραμένει σε όλη τη διάρκειά του ένα υπόδειγμα κινηματογραφικής μεταφοράς ενός κλασικού βιβλίου από έναν «ξένο» (με τον ίδιο τρόπο που ο Πολάνσκι το έκανε στο «Τες» πάλι του Χάρντι και ο Ανγκ Λι στο «Λογική και Ευαισθησία» της Τζέιν Οστεν) και μαζί μια απόλυτα σημερινή ταινία που έναν αιώνα μετά από την πρωτοπορία του Χάρντι βρίσκει το πλήθος να συνεχίζει να στροβιλίζεται στη δίνη των ίδιων βασανιστικών θέλω, μη και πρέπει, καταδικασμένα αγριεμένο, πριν από οποιοδήποτε κοινωνικό πλαίσιο, από την ίδια του τη φύση.

7. Το Φως Ανάμεσα στους Ωκεανούς (2016)

Το «The Light Between Oceans» είναι μια συμπαραγωγή Βρετανίας, Νέας Ζηλανδίας και ΗΠΑ και έκανε πρεμιέρα στο φετινό φεστιβάλ της Βενετίας. Το 1918, ο Tom επιστρέφει από το μέτωπο στη Νέα Ζηλανδία όπου ξεκινά να εργάζεται στο φάρο του νησιού Janus (Ιανός). Εκεί γνωρίζει την Isabel την οποία και παντρεύεται. Οι προσπάθειές τους να αποκτήσουν παιδί αποτυγχάνουν μέχρι που μια μέρα η θάλασσα ξεβράζει στο νησί μια βάρκα με μόνους επιβάτες ένα βρέφος και το σώμα ενός άνδρα. Ο Τom θέλει να αναφέρει το περιστατικό, όμως η Isabel τον πείθει να θάψει τον άτυχο άνδρα και να κρατήσουν το παιδί. Όταν ο Tom συναντά στο νεκροταφείο τη μητέρα του βρέφους, την Hannah, αρχίζει μια σειρά από αλλεπάλληλα ηθικά διλλήματα που βασανίζουν το ζευγάρι και τελικά καταστρέφουν τη σχέση τους.

Ο θεατής ακολουθεί τους δύο πρωταγωνιστές στο συναισθηματικό αυτό ταξίδι που μετατρέπει το όνειρο σε εφιάλτη. Όπως και ο Ιανός, ο θεός με τα δύο πρόσωπα, σύμβολο της μετάβασης από μια κατάσταση σε μία άλλη, έτσι και το ζευγάρι περνά από την απόλυτη ευτυχία στην απόλυτη καταστροφή. Ο Tom επιλέγει να επιστρέψει το, τετράχρονο πλέον, κοριτσάκι στη βιολογική του μητέρα, η Isabel δεν μπορεί να την αποχωριστεί και η μικρή αρνείται να ζήσει με μια γυναίκα που δεν είναι «η μαμά της». Κάθε προσπάθεια των ηρώων να κάνουν το σωστό, καταλήγει τελικά σε ηθικό αδιέξοδο, αφού η συνείδησή τους είναι σημαδεμένη από τα λάθη τους.

Παρά την ακριβή απόδοση των ηθικών συγκρούσεων των ηρώων, η ταινία καταλήγει σε μια τάση εξαγνισμού τους. Στο τέλος, κάθε ένας από τους ήρωες, ακόμη και η μητέρα που στερήθηκε το παιδί της για τέσσερα χρόνια, προβαίνουν σε μια πράξη τόσο ηθική που ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια, δίνοντας τους έτσι μια υπέρ-ανθρώπινη διάσταση που δεν συνάδει με τους εύθραυστους χαρακτήρες που παρακολουθούσαμε κατά τη διάρκεια της ταινίας.

8. Hidden Figures (2017)

Το έργο περιγράφει μια αληθινή ιστορία τριών αφροαμερικάνων γυναικών που εργάστηκαν στη NASA την δεκαετία του 1960. Ένα ευχάριστο διάλειμμα που ακολουθεί τις κλασικές νόρμες και στην ουσία δεν προσφέρει κάτι από από την άποψη της δραματουργίας αλλά εκπαιδεύει το κοινό σε μια εκπληκτική πτυχή της αμερικανικής ιστορίας.

Η ταινία αποκαλύπτει μία κρυμμένη ιστορία, που όλοι πρέπει να μάθουν. Ελλείψει ακόμα ηλεκτρονικών υπολογιστών, η NASA χρησιμοποιούσε μαθηματικούς για τους υπολογισμούς της. Το γεγονός που ξαφνιάζει είναι ότι ήταν γυναίκες και μάλιστα μαύρες, σε μία περίοδο που υπήρχε ακόμα στις ΗΠΑ ο διαχωρισμός με βάση το χρώμα του δέρματος σε μαγαζιά, λεωφορεία, κλπ. Δυστυχώς ο διαχωρισμός εφαρμόζονταν και στον επιστημονικό χώρο, με αποτέλεσμα – αν και αυτές οι γυναίκες πρόσφεραν πολύτιμο έργο – έπρεπε λ.χ. να περπατούν αποστάσεις, για να βρουν την τουαλέτα των μαύρων και συνεχώς υποτιμούσαν το μυαλό τους, ενώ οι άντρες συνάδελφοί τους τις κοιτούσαν με αηδία και σιχαίνονταν να χρησιμοποιούν την ίδια καφετιέρα με αυτές. Οι γυναίκες αυτές ξεπέρασαν τους φραγμούς, που τους έθετε το φύλο τους, το χρώμα του δέρματός τους, η επιφύλαξη των συζύγων τους, ο φόβος. Σε μία πολιτική περίοδο που είχαν αναδυθεί τα άστρα των John F. Kennedy και Martin Luther King οι αφανείς ηρωίδες πάλεψαν, για να γίνουν οι πρώτες στον τομέα τους. Αν και αντιμετώπισαν αποκλεισμούς, ήταν αυτές οι προγραμματίστριες, που έμαθαν στους νεοφερμένους υπολογιστές IBM ότι 1+1=2, καταργώντας τον μαυροπίνακα, υπερασπίστηκαν το πνεύμα της ομαδικότητας, διεκδίκησαν μεγαλύτερους μισθούς και διευθυντικά πόστα, κατάφεραν να σπουδάσουν σε πανεπιστήμια για λευκούς, απέκτησαν προσόντα, γκρέμισαν διαχωριστικούς τοίχους, ξεσκέπασαν ρατσιστικές αντιλήψεις ανθρώπων, που κρύβονται πίσω από τσιτάτα του στυλ «έχω φίλους μαύρους, gay, κλπ.», «ο καθένας ας κάνει ότι θέλει στο κρεβάτι του αρκεί να μην με ενοχλεί»,…

Στην ταινία κυριαρχεί ο ζωηρός διάλογος ενώ τα μαθηματικά και η επιστημονική ορολογία παρουσιάζονται κινηματογραφικά και ζωηρά. Οι τρεις βασικοί χαρακτήρες είναι καλά ολοκληρωμένοι, τρεις ξεχωριστές προσωπικότητες που προσφέρουν διαφορετικά πράγματα. Ωστόσο, παρόλο που ταινία έχει έκταση δυο ωρών, οι ιστορίες τους μοιάζουν στριμωγμένες και δεν τους δίνεται αρκετή ώρα ώστε να ολοκληρωθούν. Ενώ δεν παύει να είναι μια από τις καλύτερες ψυχαγωγικές ταινίες στης χρονιάς, χρησιμοποιεί όλες τις τυπικές νόρμες μιας βιογραφίας, με αποτέλεσμα στο τέλος να μοιάζει λίγο επαναλαμβανόμενη.

Το κύριο όμως χαρακτηριστικό της ταινίας είναι το θέμα που αγγίζει, μια ιστορία που πρέπει να ακουστεί στην Αμερική του σήμερα. Η ιστορία τριών γυναικών που ξεπέρασαν όλα τα στερεότυπα και κατάφεραν να αποδείξουν την ισότητα στην πράξη σε μια περίοδο κρίσιμη για την έγχρωμη κοινότητα της Αμερικής. Πραγματικά ίσως αυτός είναι ο λόγος για την υποψηφιότητα που έλαβε για Oscar, χωρίς να είναι μια κακή ταινία, απλά το μήνυμα υπερνικά τα όποια ελαττώματα.

9. The Guernsey Literary and Potato Peel Pie Society (2018)

Ένα γλυκήτατο ρομάντζο εποχής, βασισμένο στο best seller διήγημα των Άνι Μπάροους και Μαίρη Αν Σάφερ.Η Τζούλιετ είναι μια πετυχημένη συγγραφέας που ζει στο Μεταπολεμικό Λονδίνο, παρά την επιτυχία του τελευταίου της βιβλίου και την υποστήριξη του αγαπημένου της φίλου και εκδότη δυσκολεύεται να βρει έμπνευση για ένα νέο βιβλίο εξαιτίας των σκληρών της εμπειριών από τον πόλεμο. Eτοιμη να δεχθεί την πρόταση γάμου του Αμερικανού στρατιώτη Μαρκ, λαμβάνει ένα γράμμα από έναν αγρότη στο νησί Γκέρνσεϊ , τον Ντόσι Aνταμς. Ο Ντόσι είναι μέλος μιας τοπικής λέσχης βιβλίου με την ονομασία «Guernsey Literary and Potato Peel Society» που ιδρύθηκε κάτω από περίεργες συνθήκες κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Τζούλιετ ακολουθεί την παρόρμηση της και πηγαίνει στο νησί , όπου ελπίζει να γράψει για την τοπική λέσχη βιβλίου με το παράξενο όνομα. Η Τζουλιετ γοητεύεται από τα μέλη της λέσχης, την αγάπη τους για την λογοτεχνία και την φιλία που τους συνδέει. Πολύ σύντομα όμως θα διαπιστώσει ότι οι νέοι της φίλοι κρύβουν ένα μυστικό.

Βετεράνος της βρετανικής κομεντί με ταινίες όπως το «Τέσσερις Γάμοι και μια Κηδεία» στο ενεργητικό του, αλλά κι ένας στιβαρός σκηνοθέτης «καθώς πρέπει» ταινιών από την τηλεόραση έως τον Χάρι Πότερ, ο Μάικ Νιούελ ξέρει να κάνει αξιοπρεπέστατο απολαυστικό σινεμά για το κοινό. Κι αυτό ακριβώς κάνει με έναν σαφώς παλιομοδίτικο μα χαριτωμένο τρόπο στην διασκευή αυτού του μπεστ σέλερ που θα σας κάνει να θέλετε να μετακομίσετε στο μικρό νησάκι της Μάγχης όπου διαδραματίζεται.

Ακόμη κι αν η σκιά του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου πέφτει βαριά στους ήρωες και τον τόπο του φιλμ, το «Με Αγάπη, Τζούλιετ» κατορθώνει να βρίσκει τον σωστό τόνο δίχως να ευτελίζει την τραγωδία, αλλά και δίχως να την κάνει να μοιάζει απωθητική στα μάτια των θεατών που εξ΄ορισμού ήρθαν στην αίθουσα για να δουν κατι διαφορετικό.

Ο τρόπος που το φιλμ κοιτάζει τα πάντα, από τα γραφικά σοκάκια του νησιού μέχρι τον θάνατο και τον έρωτα, είναι τρυφερός και στρογγυλεμένος, ως επί το πλείστον ανώδυνος αλλά όχι σαχλός. Ο Νιούελ δίνει στους χαρακτήρες του χώρο να υπάρξουν ακόμη και σε αυτούς που δεν διανύουν μεγάλη διαδρομή στην οθόνη ή την ιστορία και παρ΄ ότι το αρχικό υλικό και η κινηματογραφική του διαχείριση δεν απομακρυνεται καθόλου από τα αναμενόμενα, το αποτέλεσμα δεν γίνεται ποτέ βαρετό ή ενοχλητικό.

Το φιλμ του Νιούελ είναι το κινηματογραφικό αντίστοιχο ενός φαγητού που δεν βαριέσαι ποτέ να τρως και που ήδη από την πρώτη κουταλιά σε κάνει να νιώθεις καλύτερα, δυο ώρες που σου δίνουν την ευκαιρία να αφήσεις πίσω την καθημερινότητα, δίχως να θυσιάσεις εντελώς την ανάγκη σου για κάποιου είδους πνευματικό ή συναισθηματικό ερέθισμα. Το είδος του σινεμά που πλέον συναντάς όλο και λιγότερο στην μεγάλη οθόνη κι όλο πιο συχνά σε σειρές της μικρής: όχι απολύτως απαραίτητο, μα όταν είναι τοσο καλοφτιαγμενο, πάντα καλοδεχούμενο.

10. Little Women (2019)

Από το «Frances Ha» και το «Afterlife» των Arcade Fire, μέχρι τα «Καταπληκτικές Γυναίκες» και «Lady Bird», η ταλαντούχα ηθοποιός, σεναριογράφος και σκηνοθέτις Γκρέτα Γκέργουιγκ βρέθηκε το 2018 να διεκδικεί το Όσκαρ σκηνοθεσίας (μόλις η πέμπτη γυναίκα που το κατάφερε) και το όνομά της να συζητιέται έντονα για την τεράστια επιτυχία. Κάτι που φαίνεται πως θα επαναλάβει και φέτος στην κούρσα των μεγάλων κινηματογραφικών βραβείων.

Οι «Μικρές Κυρίες» έλαβαν θετικές κριτικές και επιβεβαίωσαν τις προσδοκίες της δημιουργικής ομάδας. Οι περισσότεροι κάνουν λόγο για σίγουρη υποψηφιότητα της Σίρσα Ρόναν στην οσκαρική κατηγορία του Α’ Γυναικείου, εκθειάζουν παράλληλα την ερμηνεία της ταλαντούχας, ανερχόμενης Φλόρενς Πίου («Μεσοκαλόκαιρο», «Η Μικρή Τυμπανίστρια», «Lady Macbeth»), τη μουσική του Αλεξάντρ Ντεσπλά και τη φρέσκια, παθιασμένη ματιά της σκηνοθέτιδας που σπάει τολμηρά τη γραμμική αφήγηση του μυθιστορήματος. Να θυμίσουμε πως η ταινία έχει άλλωστε ευνοϊκή, για τα βραβεία, ημερομηνία εξόδου τα προσεχή Χριστούγεννα.

Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο και πασίγνωστο, κλασικό μυθιστόρημα της Λουίζα Μέι Άλκοτ, που πρωτοεκδόθηκε το 1869 και εμπνέεται από την παιδική της ηλικία, με βασικές πρωταγωνίστριες τις αδερφές Τζο, Μπεθ, Μεγκ, Έιμι και τις συναρπαστικές, αισθηματικές και οικογενειακές περιπέτειές τους προς την ενηλικίωση, την περίοδο που ο πατέρας τους λείπει στον πόλεμο. Η Σίρσα Ρόναν υποδύεται την ατίθαση Τζο, η Γουότσον τη γλυκιά Μεγκ και η Πίου τη μικρή Έιμι. Η Στριπ έχει αναλάβει το ρόλο της θείας και ο Σαλαμέ, τον ορφανό γείτονα των κοριτσιών, Λόρι Λόρενς.

Το βιβλίο διασκευάστηκε σχετικά πρόσφατα (2017) για την τηλεόραση με πρωταγωνίστριες τις Μάγια Χοκ και Έμιλι Γουότσον, οι περισσότεροι όμως θα θυμούνται τη μεταφορά του 1994 σε σκηνοθεσία Τζίλιαν Άρμστρονγκ και πρωταγωνίστριες τις Γουινόνα Ράιντερ, Σούζαν Σαράντον, Κίρστεν Ντανστ και Κλερ Ντέινς.

Η ταινία θα κυκλοφορήσει στις ελληνικές αίθουσες αρχές 2020 από την Feelgood. Πράγματι την αναμένουμε με μεγάλο ενθουσιασμό.

Πηγές:

https://m.tvxs.gr/mo/i/145093/f/news/sinema/%C2%AB12-xronia-sklabos%C2%BB-otan-i-aksioprepeia-den-kratietai-me-alysides.html

https://flix.gr/cinema/12-years-a-slave.html

https://m.tvxs.gr/mo/i/270689/f/news/sinema/apokalyfthike-mystirio-me-diforoymeno-finale-toy-inception.html

https://flix.gr/home-cinema/to-alogo-toy-polemoy-1.html

Η Ζωή του Πι

https://m.popaganda.gr/grand-budapest-hotel/

https://cine.gr/film.asp?id=718693&page=4

https://flix.gr/cinema/far-from-the-madding-crowd-review.html

http://filmakias.gr/the-light-between-oceans/

https://www.apotis4stis5.com/film-tv/filmtv/23142-hidden-figures

https://flix.gr/cinema/the-guernsey-literary-and-potato-peel-pie-society-review.html

http://m.cinemagazine.gr/nea_eidiseis/arthro/greta_gerwig_little_women-130983705/

Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ: το μυθιστόρημα που σόκαρε την Βικτωριανή κοινωνία

Πρόκειται σίγουρα για ένα από τα πιο διάσημα μυθιστορήματα στην ιστορία της λογοτεχνίας. Η φήμη του δεν συνδέθηκε εξαρχής με την ποιότητα του έργου αλλά με το σοκαριστικό για τα δεδομένα της εποχής περιεχόμενο, όπου ο κεντρικός ήρωας κατάφερε να τραβήξει πάνω του φώτα της δημοσιότητας, θέτοντας στην άκρη τον δημιουργό. Γραμμένο σε πρόζα αστραφτερή, με πνευματώδεις διαλόγους γεμάτους με εύστοχους και πνευματώδεις αφορισμούς, με εμβληματικούς χαρακτήρες και πάνω από όλα για το ίδιο του το θέμα, Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι εντάσσεται αναμφίβολα στα αριστουργήματα της κλασσικής λογοτεχνίας. Θεωρείται ότι ανήκει στην κλασσική γοτθική λογοτεχνία με έντονο Φαουστικό θέμα

Η επιτυχία του Ντόριαν Γκρέι γίνεται ακόμη πιο αξιοπρόσεκτη αν σκεφτεί κανείς ότι υπήρξε το μοναδικό δημοσιευμένο μυθιστόρημα του Όσκαρ Ουάιλντ. Ήταν όμως αρκετό για να του εξασφαλίσει την υστεροφημία που διαρκεί πάνω από έναν αιώνα μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου, αλλά και μια σειρά από καταστροφικές περιπέτειες, όσο ο συγγραφέας βρισκόταν στη ζωή.

Για την ακρίβεια το Πορτρέτο και πάνω από όλα τα ήθη της Βικτωριανής εποχής στη Γηραιά Αλβιόνα, καταδίωξαν τον Όσκαρ Ουάιλντ, σε σημείο εξόντωσης.

Η ιστορία

Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στο μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό Λίπινκοτ’ς (Lippincott’s Monthly Magazine) στις 20 Ιουνίου 1890 για το τεύχος Ιουλίου του ίδιου έτους και περιλάμβανε 13 κεφάλαια. Ο εκδότης που περιοδικού ενθουσιάστηκε με τη λογοτεχνική αξία του κειμένου, φοβούμενος όμως τις αντιδράσεις λόγω του προκλητικού, για την σεμνοτυφία της εποχής περιεχομένου, αφαίρεσε αποσπάσματα, περί τις 500 λέξεις, χωρίς να ενημερώσει και να πάρει την άδεια του Όσκαρ Ουάιλντ. Ακόμη κι έτσι όμως, το βρετανικό κοινό εξοργίστηκε, ενώ κάποιοι ζήτησαν τη δίωξη του συγγραφέα για προσβολή της Βικτωριανής ηθικής. Η απάντηση του Όσκαρ Ουάλντ ήταν μια σειρά από επιθετικές επιστολές στον Τύπο της εποχής, όπου υπεραμυνόταν βέβαια του έργου του και καυτηρίαζε την υποκρισία των επικριτών του. Την επόμενη χρονιά όμως, όταν επρόκειτο να κυκλοφορήσει το έργο σε βιβλίο, αναγκάστηκε να αυτολογοκριθεί. Αφαίρεσε αμφιλεγόμενα αποσπάσματα που είχαν θεωρηθεί ανήθικα, μείωσε τις ερωτικές σκηνές και πρόσθεσε καινούργια κεφάλαια καθώς και μια εισαγωγή γεμάτη σαρκασμό, που έκτοτε έγινε διάσημη και ως αυτόνομο κείμενο. Η τροποποιημένη έκδοση περιλάμβανε 20 κεφάλαια και κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1891 από τον εκδοτικό οίκο Ward, Lock and Company. Αρκετοί μελετητές ωστόσο θεωρούν ανώτερο το αρχικό μυθιστόρημα, που είχε δημοσιευτεί στο Lippincott’s. Αυτή η αρχική εκδοχή του βιβλίου των 13 κεφαλαίων κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας σε μετάφραση Βασιλικής Κοκκίνου.

Η υπόθεση

Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Ντόριαν Γκρέυ (Dorian Gray), ένας νεαρός του οποίου το πορτραίτο ζωγραφίζει ο Μπάζιλ Χόλγουορντ (Basil Hallward). Ο Μπάζιλ γοητεύεται από την ομορφιά του νέου και σύντομα ξελογιάζεται μαζί του, θεωρώντας τον Ντόριαν υπεύθυνο για μια νέα κατεύθυνση στην τέχνη του. Τότε όμως, ο Ντόριαν συναντά τον Λόρδο Χένρυ Γουότον (Lord Henry Wotton), φίλο του ζωγράφου, και σαγηνεύεται από την φανταχτερή προσωπικότητά του και την κοσμοθεωρία του. Πιστός στις ιδέες του περί νέου ηδονισμού, ο Λόρδος Χένρυ θεωρεί ότι το μόνο πράγμα στην ζωή άξιο αναζήτησης είναι η Ομορφιά και η ολοκλήρωση των αισθήσεων. Συνειδητοποιώντας ότι μια μέρα η ομορφιά του θα χαθεί, ο Ντόριαν εκφράζει, περιπαικτικά, την επιθυμία του να πουλήσει την ψυχή του με αντάλλαγμα το πορτραίτο που φιλοτέχνησε ο Μπάζιλ να γεράσει αντί εκείνου. Η ευχή του Ντόριαν εκπληρώνεται, και καθώς ο νεαρός βυθίζεται όλο και περισσότερο σε μία έκλυτη ζωή ακολασίας στο κυνήγι των αισθήσεων, το πορτραίτο εξυπηρετεί ως μία διαρκής υπενθύμιση του αντίκτυπου που έχει κάθε πράξη στην ψυχή, με το κάθε αμάρτημα να παρουσιάζεται είτε ως παραμόρφωση της σιλουέτας του είτε ως σημάδι γήρανσης. Ο ίδιος θα μείνει παγερά αδιάφορος και ανέμελος παρατηρώντας αυτή την αλλαγή, η οποία φαινομενικά επέρχεται μόνο στο άψυχο πορτρέρο μέχρι τη στιγμή που θα καταλάβει ότι εκείνη η ευχή ήταν στην πραγματικότητα και η μεγαλύτερη κατάρα για το σώμα και την ψυχή του.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ σε ένα γράμμα του παραδέχεται ότι οι τρεις βασικοί χαρακτήρες του βιβλίου αποτελούν εκδοχές του εαυτού του: «Ο Μπάζιλ Χόλγουορντ είναι το τι νομίζω πως είμαι, ο Λόρδος Χένρυ αυτό που νομίζει ο κόσμος για μένα και ο Ντόριαν αυτό που θα ήθελα να ήμουν –κάποτε ίσως».

Ήρωες

Οι βασικοί χαρακτήρες του έργου είναι οι εξής:

  • Ο Ντόριαν Γκρέυ, ένας όμορφος και ναρκισσιστής νεαρός, ο οποίος γοητεύεται από την ιδέα του Λόρδου Χένρυ σχετικά με τον νέο ηδονισμό. Σταδιακά ενδίδει όλο και περισσότερο σε κάθε είδος ευχαρίστησης, ηθικής και ανήθικης, μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή του.
  • Ο Μπάζιλ Χόλγουορντ,ένας καλλιτέχνης ο οποίος ξελογιάζεται με τον Ντόριαν. Το πορτραίτο που φιλοτεχνεί για τον νέο είναι το απαύγασμα της τέχνης του, αντιπροσωπευτικό των καλλιτεχνικών δυνατοτήτων του. Ένας βαθιά ηθικός άνδρας, πέφτει θύμα της γοητείας του Ντόριαν.
  • Ο Λόρδος Χένρυ «Χάρυ» Γουότον, ένας υπερόπτης και decadent δανδής, φίλος του Μπάζιλ. Μόλις συναντά τον Ντόριαν δείχνει έντονο ενδιαφέρον για την ομορφιά και το πνεύμα του νέου. Εξαιρετικά πνευματώδης, παρουσιάζεται σαν το κριτικό πνεύμα της κουλτούρας της Βικτωριανής εποχής στα τέλη του 19ου αιώνα, εισάγοντας μία πιο επιεική αντιμετώπιση στο κίνημα του ηδονισμού. Μεταλαμπαδεύει στον Ντόριαν τις ιδέες του, και ο νεαρός, στην προσπάθειά του να τον μιμηθεί, διαφθείρεται από τις απολαύσεις αν και, όπως παρατηρεί ο Μπάζιλ: «Δε λες ποτέ σου μια ηθική κουβέντα και ποτέ δεν κάνεις κάτι που να μην είναι σωστό».

Η Σίβυλλα Βέην, μία όμορφη και ταλαντούχα, αλλά φτωχή, ηθοποιός και τραγουδίστρια, την οποία ερωτεύεται παράφορα ο Ντόριαν. Η αγάπη της για τον νέο την καθιστά ανίκανη να παίξει, καθώς πλέον δεν βρίσκει ευχαρίστηση στον ψεύτικο έρωτα του θεάτρου. Αυτοκτονεί όταν ο Ντόριαν της λέει ότι δεν την αγαπάει πλέον. Ο Λόρδος Χένρυ την παρομοιάζει με την Οφηλία από τον Άμλετ του Σαίξπηρ.

Ο Τζέημς Βέην, ο αδελφός της Σίβυλλας, ένας ναυτικός που μπαρκάρει για την Αυστραλία. Έχει αναλάβει τον ρόλο του προστάτη για την αδελφή του, ιδίως από την στιγμή που η μητέρα τους ενδιαφέρεται μόνο για τα χρήματα του Ντόριαν. Διστάζει να αφήσει την Σίβυλλα μόνη της, γιατί πιστεύει ότι ο Ντόριαν θα την πληγώσει, και ορκίζεται να εκδικηθεί αν της συμβεί κάτι. Μετά τον θάνατο της αδελφής του, στοχοποιεί τον Ντόριαν και αρχίζει να τον καταδιώκει. Σκοτώνεται σε κυνηγετικό δυστύχημα. Η εμμονή του να εκδικηθεί τον Ντόριαν Γκρέυ τον παραλληλίζει με τον Λαέρτη, τον αδελφό της Οφηλίας από τον Άμλετ.

Ο Άλαν Κάμπελ, χημικός και παλιός φίλος του Ντόριαν· λήγει την φιλία τους όταν αρχίζει να αμφισβητείται η υπόληψη του Γκρέυ. Ο Ντόριαν τον εκβιάζει για να εξαφανίσει το πτώμα του Μπάζιλ· αργότερα αυτοκτονεί.

Η Λαίδη Βικτώρια Γουότον, η σύζυγος του Λόρδου Χένρυ, εμφανίζεται μόλις μία φορά στο έργο. Ο Λόρδος της φέρεται με απαξίωση· ο γάμος τους καταλήγει σε διαζύγιο.

Ο Λόρδος Φέρμορ, θείος του Λόρδου Χένρυ, ο οποίος ενημερώνει τον Χάρυ σχετικά με την καταγωγή του Ντόριαν.

Η Πολιτεία
Ο Γλαύκων και ο Αδείμαντος παρουσιάζουν τον μύθο του δαχτυλιδιού του Γύγη, χάρις στο οποίο όποιος το φορούσε (στον συγκεκριμένο μύθο ο ταπεινός βοσκός Γύγης) γινόταν αόρατος. Ζητούν από τον Σωκράτη να τους εξηγήσει για ποιο λόγο αυτός που το φοράει να μην αδικήσει. Ο Σωκράτης αποκρίνεται ότι ακόμα κι αν κάποιος δεν είναι ορατός, το κακό που διαπράττει μολύνει την ψυχή του και την παραμορφώνει. Αυτή η παραμορφωμένη (το αντίθετο της όμορφης) και διεφθαρμένη ψυχή βρίσκεται σε ανισορροπία και αταξία, και ασχέτως όλων των υπολοίπων πλεονεκτημάτων που έχει αποκομίσει εξαιτίας της αδικίας που διέπραξε, αισθάνεται απέχθεια για την κατάντια της. Το πορτραίτο του Ντόριαν είναι το μέσο μέσω του οποίου μπορούν και οι υπόλοιποι, όπως ο Μπάζιλ, να δουν την παραμορφωμένη ψυχή του.

ΟΠαράλληλα κείμενα

Τανχόυζερ
Σε κάποιο σημείο του έργου ο Ντόριαν παρακολουθεί μία παράσταση της όπερας Τανχόυζερ (Tannhäuser) του Ρίχαρντ Βάγκνερ (Richard Wagner, 1813 – 1883) και δηλώνει απερίφραστα ότι ταυτίζεται προσωπικά με το έργο. Η όπερα φέρει ορισμένες καταπληκτικές ομοιότητες με το μυθιστόρημα: εξιστορεί την μυθοπλασία του υπαρκτού μεσαιωνικού ποιητή και τροβαδούρου Τανχόυζερ, η Τέχνη του οποίου είναι τόσο όμορφη ώστε αναγκάζει την Αφροδίτη, την θεά του έρωτα και της ομορφιάς, να τον ερωτευτεί και να του προσφέρει την αιωνιότητα δίπλα της, στο Venusberg (Όρος της Αφροδίτης). Η ζωή του όμως εκεί σύντομα τον δυσαρεστεί και ο Τανχόυζερ επιλέγει να επιστρέψει στην σκληρή πραγματικότητα, όπου ύστερα από την συμμετοχή του σε έναν διαγωνισμό τραγουδιού δέχεται αυστηρή λογοκρισία εξαιτίας της αισθαντικότητας των στίχων του. Καταλήγει να περιφέρεται αναζητώντας την μεταμέλεια και την αγάπη «μιας καλής γυναίκας».

Φάουστ
Ο Ουάιλντ φημολογείται ότι είχε δηλώσει πως «σε κάθε πρωτόλειο ο πρωταγωνιστής είναι ο συγγραφέας ως ο Χριστός ή ο Φάουστ». Ακριβώς όπως και στον μύθο του Φάουστ, ο Ντόριαν βρίσκεται ενώπιον του πειρασμού: του προσφέρεται η προοπτική της άχρονης ομορφιάς, στην οποία ενδίδει. Και στις δυο ιστορίες ο πρωταγωνιστής γοητεύει μια όμορφη γυναίκα, η οποία τον ερωτεύεται και της οποίας καταστρέφει την ζωή. Ο Ουάιλντ ισχυριζόταν ότι το θέμα του Πορτραίτου του Ντόριαν Γκρέυ είναι «όσο παλιά είναι και η λογοτεχνία», και ότι του έδωσε «μία νέα μορφή».

Σε αντίθεση με τον Φάουστ, ο Ντόριαν δεν φαίνεται πουθενά να κάνει συμφωνία με τον διάβολο. Παρ’ όλα αυτά, το κυνικό βλέμμα του Λόρδου Χένρυ στην ζωή, και η φύση του ηδονισμού, αναλαμβάνουν να παίξουν τον ρόλο του διαβόλου, αυτού που προσφέρει τον πειρασμό, που προσπαθεί να διαφθείρει την Αρετή και την αθωότητα, στοιχεία που αντιπροσωπεύει ο Ντόριαν στην αρχή του βιβλίου. Αν και ο Λόρδος Χένρυ δείχνει αληθινό ενδιαφέρον για τον Ντόριαν, δεν παρουσιάζεται σαν να έχει επίγνωση των συνεπειών των πράξεών του. Η συμβουλή του Χάρυ προς τον Ντόριαν, ότι «ο μόνος τρόπος για να απαλλαγείς από τον πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν. Κάνε ότι αντιστέκεσαι, και η ψυχή σου θα αρρωστήσει από την λαχτάρα» υποδηλώνει ότι ο Λόρδος Χένρυ μπορεί να αντιπροσωπεύει τον διάβολο «ωθώντας τον Ντόριαν να κάνει μία ανίερη συμφωνία, εξαπατώντας την αθωότητα και την ανασφάλειά του».

Σαίξπηρ
Στον πρόλογο του έργου, ο Ουάιλντ αναφέρεται στον Κάλιμπαν, έναν χαρακτήρα από την Τρικυμία (The tempest) του Σαίξπηρ. Όταν ο Ντόριαν διηγείται στον Λόρδο Χένρυ την συνάντησή του με την Σίβυλλα, τα έργα του Σαίξπηρ και ειδικά οι γυναικείοι χαρακτήρες που υποδυόταν η ηθοποιός έχουν παίξει καταλυτικό ρόλο στον θαυμασμό του νεαρού. Αργότερα στο βιβλίο, ο Ντόριαν, συνοψίζοντας την ζωή του, παραθέτει τα λόγια του Άμλετ, ο οποίος κι αυτός οδήγησε την κοπέλα του στην αυτοκτονία και τον αδελφό της σε μία ατελέσφορη εκδικητική εμμονή.

Ζορίς-Καρλ Υσμάν
Το «δηλητηριώδες γαλλικό βιβλίο» του Ντόριαν που τον οδηγεί στην πτώση εικάζεται πως είναι το À rebours. Ο βιογράφος του Ουάιλντ, Ρίτσαρντ Έλμαν (Richard Ellmann) γράφει:

Ο Ουάιλντ δεν κατονομάζει το βιβλίο όμως στην δίκη του φανέρωσε, σχεδόν, ότι ήταν το À rebours του Υσμάν […] σε μία αλληλογραφία του είχε γράψει ότι είχε σκεφτεί μια «εκπληκτική παραλλαγή» του έργου και κάποια μέρα έπρεπε να την γράψει. Οι αναφορές στον Ντόριαν Γκρέυ σε συγκεκριμένα κεφάλαια είναι εσκεμμένως ανακριβείς.

Η υποδοχή που επιφύλαξαν οι κριτικοί του 19ου αιώνα στο βιβλίο ήταν κακή. Οι υπερβολικές και επικριτικές κριτικές είχαν ως αποτέλεσμα το βιβλίο γρήγορα να αποκτήσει φήμη «σαχλού, εμετικού, βρώμικου, θηλυπρεπούς και μολυσμένου δημιουργήματος». Η αιτία του ηθικού σκανδάλου ήταν οι ομοερωτικές αναφορές που διατρέχουν την νουβέλα, οι οποίες πρόσβαλλαν τις αρχές (κοινωνικές, λογοτεχνικές και αισθητικές) των βικτωριανών κριτικών. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής ήταν προσωπική, με αποδέκτη τον Ουάιλντ, ο οποίος θεωρούνταν ηδονιστής με διαστρεβλωμένη άποψη για την συντηρητική ηθική της εποχής. Ο κριτικός λογοτεχνίας της Daily Chronicle, στις 30 Ιουνίου 1890, έγραψε ότι η νουβέλα του Ουάιλντ «περιέχει ένα στοιχείο.. το οποίο θα μολύνει κάθε νεαρό πνεύμα με το οποίο θα έρθει σε επαφή». Στις 5 Ιουλίου 1890, ο κριτικός του Scots observer αναρωτιόταν «Γιατί πρέπει ο Όσκαρ Ουάιλντ να κυλιέται σε αυτή την βρωμερή λάσπη;». Ήταν αυτή η κριτική η οποία οδήγησε στην εξάλειψη όλων των ομοερωτικών αναφορών στο βιβλίο, καθώς και στην ανάπτυξη του υπόβαθρου των χαρακτήρων.

Ως απάντηση στην δριμεία κριτική που ασκήθηκε στην πρώτη έκδοση της νουβέλας, οι αναθεωρήσεις του Ουάιλντ περιλάμβαναν εκτός των αλλαγών στο κείμενο και έναν πρόλογο, ο οποίος απευθυνόταν στους κριτικούς του Πορτραίτου και σκοπό είχε να αποκαταστήσει την καλλιτεχνική αξία του έργου. Θέλοντας να εξηγήσει πώς πρέπει να διαβαστεί το Πορτραίτο, ο Ουάιλντ αναλύει στον Πρόλογο τον ρόλο του καλλιτέχνη στην κοινωνία, τον σκοπό της τέχνης και την αξία της ομορφιάς. Σε αυτόν ανιχνεύονται δείγματα της επιρροής του Ταοϊσμού και της φιλοσοφίας του Τσουάνγκ Τσου (Zhuang Zhou, 369 π.Χ. – 286 π.Χ.) στην γραφή του Ιρλανδού φιλόσοφου. Ο Ουάιλντ ήρθε σε επαφή με την φιλοσοφία του Τσουάνγκ Τσου μέσω των μεταφράσεων του Χέρμπερτ Γκιλς (Herbert Giles, 1845 – 1935), για τις οποίες μάλιστα είχε γράψει κριτικές μελέτες. Ο Πρόλογος κυκλοφόρησε πρώτη φορά μαζί με την έκδοση σε βιβλίο του 1891· παρ’ όλα αυτά, λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1891, ο Ουάιλντ θα υπερασπιζόταν το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ απέναντι σε κατηγορίες ότι ήταν κακό βιβλίο.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ βουτάει το πινέλο του στο «αγγελικά και μαύρα» χρώματα του άνευ ορίων ηδονισμού για να φιλοτεχνήσει το λαμπερό και συνάμα αποκρουστικό του πορτρέτο και αυτό ακριβώς είναι εκείνο που δεν κατανόησαν οι πουριτανοί της εποχής του. Το θέμα του βιβλίου, η αναζήτηση της αιώνιας νεότητας και ομορφιάς, ένα άπιαστο όνειρο για τον άνθρωπο από καταβολής κόσμου, του δίνει το «διαβατήριο» του διαχρονικού. Με ραφινάτη οξυδέρκεια ο Όσκαρ Ουάιλντ καταγράφει και καυτηριάζει τις συνήθειες της βρετανικής καλής κοινωνίας της εποχής του, με τις δεξιώσεις, τις συγκεντρώσεις, τα τσάι, τις υπερφίαλες και εκκεντρικά ντυμένες γηραιές κυρίες, τις φιλανθρωπίες και τον καμουφλαρισμένο σνομπισμό, δίνοντας την ευκαιρία στο σημερινό αναγνώστη να διαπιστώσει εκκωφαντικές ομοιότητες με την εποχή τη δική μας. Στις σελίδες του βιβλίου ο Ντόριαν Γκρέι, με ή χωρίς το πορτρέτο, μεταμορφώνεται εν τέλει σε μια σκιά, σε κάποιον που πέθανε και δεν το ξέρει, σε φάντασμα που περιφέρεται άσκοπα ανάμεσα στους ανθρώπους και ο ναρκισσισμός αποκαλύπτει το σκληρό κανιβαλικό του πρόσωπο. Όσο για την απαστράπτουσα ομορφιά του περίφημου πορτρέτου είναι ο ίδιος ο Όσκαρ Ουάιλντ που αποκαθηλώνει το αλαζονικό μοντέλο του με ένα από τα αναρίθμητα αποφθέγματα του βιβλίου για τα οποία φημίζεται μέχρι σήμερα: «Κάθε πορτρέτο που γίνεται με την έμπνευση του ζωγράφου, είναι το πορτρέτο του καλλιτέχνη και όχι αυτού που ποζάρει».

Πηγές:

Wikipedia